← Κύπρος

INTERNATIONAL MEDIA PARTNERS AG ν. THOMPSON INTEGRATED COMMUNICATIONS LTD, Αρ.αγωγής 1498/2006, 9/11/2012

INTERNATIONAL MEDIA PARTNERS AG ν. THOMPSON INTEGRATED COMMUNICATIONS LTD, Αρ.αγωγής 1498/2006, 9/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A183 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ.Ν.Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 1498/2006 Μεταξύ: INTERNATIONAL MEDIA PARTNERS A.G., από την Ελβετία, Εναγόντων και

  1. THOMPSON INTEGRATED COMMUNICATIONS LTD
  2. Κυριακή Θόμπσον άλλως Κυριακή Thompson Eναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 3.03.2008 INTERNATIONAL MEDIA PARTNERS A.G., από την Ελβετία, Εναγόντων και
  3. THOMPSON INTEGRATED COMMUNICATIONS LTD
  4. ΜΙΧΑΛΗΣ ΔΕΙΛΙΝΟΣ ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Κυριακής Θόμπσον τέως εκ Λάρνακας Αρ.Διαχείρισης 126/2006 Ε.Δ. Λάρνακας Εναγομένων 9 Νοεμβρίου, 2012 Αίτηση Τροποποίησης 10.7.2012 Για ενάγουσα, αιτήτρια: κ.Στ.Παπαθεοδώρου Για εναγόμενους, καθ΄ ων η αίτηση: κ.Μ.Παπαθανασίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ακρόαση της υπόθεσης έφθασε σχεδόν στο τέλος αφού ακούστηκε και ο τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης. ΄Όμως, τότε ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, με την οποία ζητείται άδεια για τροποποίηση της ειδικά οπισθογραφημένης έκθεσης απαιτήσεως. Για να γίνει κατανοητή η σημασία των ισχυρισμών τους οποίους επιθυμεί τώρα να συμπεριλάβει στο εν λόγω δικόγραφο η πλευρά της ενάγουσας, θα πρέπει να γίνει σύντομη αναφορά στα όσα ήδη αναφέρονται σ΄ αυτό. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται, η ενάγουσα και η εναγόμενη 1 - είναι και οι δύο εταιρείες η πρώτη με έδρα την Ελβετία και η δεύτερη την Κύπρο - ασχολούντο κατά τον ουσιώδη χρόνο με την επ΄ αμοιβή διαφήμιση τουριστικών προορισμών. Προς το σκοπό αυτό χρησιμοποιούσαν διάφορα μέσα, έντυπα, ραδιοφωνικά, τηλεοπτικά κλπ., τα οποία διέθεταν και διαχειρίζοντο οργανισμοί, τους οποίους σωρευτικά η ενάγουσα αποκαλεί «οι εκδότες». Η αμοιβή τους από τη δραστηριότητα αυτή συνίστατο στην έκπτωση, με τη μορφή κάποιου ποσοστού, την οποία τους παραχωρούσε ο κάθε εκδότης. Αυτό γινόταν σε σχέση με χρεώσεις για τις οποίες ο εκδότης εξέδιδε τιμολόγια σε σχέση με προσφερόμενες υπηρεσίες στον πιο πάνω τομέα. Αυτά τα γενικά αφορούν μερικώς στον τρόπο λειτουργίας των δύο αντιδικούντων εταιρειών. Η αντιδικία τους φέρεται να προέκυψε κατά την εφαρμογή δύο συμφωνιών τις οποίες είχαν συνάψει μεταξύ τους, και μια τρίτη εταιρεία από την Ελλάδα, στις 26.9.2003 και στις 12.6.2004, αντίστοιχα. Περιγράφονται ως τριμερείς συμφωνίες οι οποίες προνοούσαν για τη συνεργασία μεταξύ των εν λόγω συμβαλλομένων μερών. Διελάμβαναν τα σχετικά για την προώθηση της διαφημιστικής εκστρατείας του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού για τα έτη 2003 και 2004 σε τρεις συγκεκριμένες χώρες της Ευρώπης. ΄Οπως αναφέρεται, περαιτέρω, η πιο πάνω εκστρατεία είχε ανατεθεί στην εναγομένη 1 από τον Κ.Ο.Τ., κατόπιν προσφορών, έναντι συγκεκριμένης αμοιβής για κάθε έτος και για κάθε χώρα ξεχωριστά. Το σύνολο των ποσών που θα έπρεπε ο Κ.Ο.Τ. να πληρώσει στην εναγόμενη 1 ανέρχετο στο ποσό των €3.054,219.
  5. Οσον αφορά την αμοιβή των τριών συμβαλλομένων μερών αναφέρεται ότι οι εν λόγω συμφωνίες προέβλεπαν ότι θα συνίστατο στις προμήθειες τις οποίες θα παραχωρούσαν οι εκδότες, αφαιρουμένων των εξόδων. Το καθαρό ποσό θα διαιρείτο μεταξύ των συμβαλλομένων και θα έπαιρνε ο καθένας από 1/3 μερίδιο. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εκτέλεσε όλες τις εργασίες τις οποίες της είχε αναθέσει η εναγόμενη 1 με βάση τις συμφωνίες. Όμως, η τελευταία παρέλειψε να πληρώσει τα τιμολόγια που της είχε εκδώσει η ενάγουσα, για ποσά τα οποία αυτή είχε καταβάλει για λογαριασμό της στους εκδότες, ή και τιμολόγια τα οποία οι εκδότες είχαν εκδώσει απ΄ ευθείας προς αυτή, δηλαδή την εναγόμενη
  6. Ως αποτέλεσμα περί τον Ιούνιο 2004 η πιο πάνω συνεργασία και κατά συνέπεια και οι συμφωνίες τερματίστηκαν με υπαιτιότητα της εναγομένης
  7. Ο λογαριασμός δε τον οποίο η ενάγουσα τηρούσε σε σχέση με την πιο πάνω συνεργασία, παρουσίαζε μέχρι τότε χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόμενο στο ποσό των €214,
  8. Η ενάγουσα αξιώνει το πιο πάνω ποσό ως οφειλόμενο για το λόγο που έχει προαναφερθεί και, διαζευκτικά, ως αποζημίωση για παραβίαση από την εναγόμενη 1 των εν λόγω συμφωνιών. Πρόσθετα, αξιώνει στην ίδια βάση ως ειδικές αποζημιώσεις και το συνολικό ποσό των €229,235.
  9. Στην έκθεση απαίτησης παρατίθενται λεπτομέρειες για τα επί μέρους ποσά που συνιστούν το πιο πάνω σύνολο. Μόνο κάποια από αυτά, υπολογιζόμενα γύρω στις €88,500 φαίνεται να αφορούν αμοιβή, υπό μορφή προμήθειας, η οποία είχε παραχωρηθεί από εκδότες στη βάση που αναφέρεται προηγουμένως. Με την αίτηση αυτή βασικά επιχειρείται να συμπεριληφθούν στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμοί οι οποίοι να αποδίδουν στην εναγόμενη 1 την είσπραξη από τον Κ.Ο.Τ. ολόκληρου του ποσού το οποίο θα διατίθετο για την προαναφερθείσα εκστρατεία. Και ότι μεγάλο μέρος της, ύψους €1.729,574.50, η εναγομένη 1 το είχε καταβάλει απ΄ ευθείας στους εκδότες, αποκομίζοντας συγχρόνως προμήθεια της τάξης του 20% του πιο πάνω ποσού. Ενώ, πρόσθετα, με την τροποποίηση η ενάγουσα θα αξιώνει το 1/3 από αυτό ως μέρος του μεριδίου της από την προκύψασα αμοιβή. Προφανώς, η αξίωση αυτή θα είναι περισσότερο ευθυγραμμισμένη με τη δικογραφημένη θέση της ενάγουσας, στηριζόμενη, ως φαίνεται να είναι, στη συμβατική τους σχέση, όσον αφορά το θέμα της αμοιβής της. Όπως είναι αναμενόμενο, η αίτηση βασίζεται στη Δ.25 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Επίσης, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του συνηγόρου ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Ισχυρίζεται ότι η προτεινόμενη τροποποίηση, ανωτέρω, κατέστη αναγκαία συνεπεία μαρτυρίας την οποία έδωσε ο διευθυντής της εναγομένης 1 κ.Στέφανος Τόμπσον κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Γίνεται σχετική παραπομπή στο πρακτικό που έχει τηρηθεί. Στη μαρτυρία αυτή ο κ.Τόμπσον προβαίνει σε συγκεκριμένες αναφορές επί των οποίων η ενάγουσα, προφανώς, επιθυμεί να στηρίξει μέρος της απαίτησης της. Συγκεκριμένα, ο κ.Τόμπσον φέρεται να έχει δηλώσει στην αντεξέταση του ότι η ενάγουσα έλαβε ολόκληρο το ποσό της δαπάνης για την εν λόγω εκστρατεία του Κ.Ο.Τ.. Και, προηγουμένως στη γραπτή δήλωσή του, ότι μετά τον τερματισμό της συνεργασίας τους κατά το 2004 η εναγόμενη 1 συνέχισε μόνη την εκστρατεία, και κατέβαλε απ΄ ευθείας στους εκδότες το υπόλοιπο ποσό σε σχέση με αυτή. Ενώ από το μέρος της εκστρατείας το οποίο προώθησε μόνη της η εναγόμενη 1, έλαβε ως προμήθεια ποσό το οποίο αναλογεί σε ποσοστό 20% του ποσού το οποίο κατέβαλε απ΄ ευθείας στους εκδότες. Αιτιολογώντας περαιτέρω την ανάγκη για τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως στο όψιμο αυτό στάδιο της δίκης, ο κ.Παπαθεοδώρου ανάφερε στην ένορκη δήλωση του, και επανέλαβε τα ίδια και στην αγόρευσή του, ότι τα γεγονότα τα οποία περιέχονται στην εν λόγω μαρτυρία του κ.Τόμπσον δεν ήσαν γνωστά προηγουμένως στην πλευρά της ενάγουσας. Θεωρεί δε πως η «δικογραφική τακτοποίηση» αυτή θα προσφέρει την ευκαιρία για οριστική επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ των δύο αντιδικούντων πλευρών σε σχέση με την προαναφερθείσα συνεργασία. Εκ μέρους των εναγομένων έχει προβληθεί ένσταση στο να δοθεί η αιτούμενη άδεια για τροποποίηση. Είναι η θέση τους ότι η αίτηση έχει καταχωριστεί καθυστερημένα. Και, πρόσθετα, ότι τα γεγονότα τα οποία η ενάγουσα επιθυμεί τώρα να επικαλεσθεί, ήσαν γνωστά στο διευθυντή της και μάρτυρα εκ μέρους της κατά τη δίκη. Τέλος, προβάλλεται και η θέση ότι αν η αιτούμενη άδεια δοθεί θα εγερθούν ως επίδικα νέα ουσιαστικά θέματα, τα οποία πιθανόν να χρειαστεί να αντιμετωπιστούν με μαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων. Στη βάση των πιο πάνω ενστάσεων εισηγούνται περαιτέρω ότι η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει εκτροχιασμό της δίκης και καθυστέρηση στην περάτωση της υπόθεσης. Η Δ.25 κ.1 που διέπει το θέμα της τροποποίησης δικογράφων προβλέπει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.". Ο πιο πάνω Κανονισμός δε θέτει οποιουσδήποτε περιορισμούς αναφορικά με τη τροποποίηση δικογράφου, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, παρά μόνο ότι αυτή θα πρέπει να κρίνεται ως αναγκαία προς το σκοπό επίλυσης διαμιάς και οριστικά όλων των πραγματικών διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των διαδίκων. Βέβαια, για την εφαρμογή της πιο πάνω αρχής παρέχεται καθοδήγηση από τη σχετική νομολογία. Συγκεκριμένα, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά

(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελίδα 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην ίδια πιο πάνω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο ειδικά το θέμα της καθυστέρησης, παρατηρεί: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρ. 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» Ενώ στην μεταγενέστερη υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co. v. A & G. Leventis & Co. (Nigeria) Ltd.
(1993)1 A.A.D. 726, για το ίδιο θέμα επισημαίνεται στην σελίδα 730: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Στην παλαιότερη υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας την ίδια προαναφερθείσα αρχή επέτρεψε την τροποποίηση έκθεσης απαιτήσεως σε αρκετά όψιμο στάδιο στην πορεία της δίκης και αφού είχε ήδη δοθεί η μαρτυρία επτά μαρτύρων. ΄Εκρινε ότι επιβάλλετο υπό τις περιστάσεις έστω και αν με αυτή θα εισάγοντο στην έκθεση απαιτήσεως γεγονότα τα οποία είχαν προκύψει από μαρτυρία η οποία δόθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης. Για το τελευταίο αυτό θέμα έχει λεχθεί στη Χρίστου ν. Αζάς, ανωτέρω, στη σελίδα 708 ότι «Εν πρώτοις δεν είναι εκ προοιμίου νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου». Και, βεβαίως, δεν υπάρχει κανόνας ο οποίος να επιβάλλει ότι η τροποποίηση θα πρέπει να είναι σε σχέση με μαρτυρία την οποία έχει προσφέρει η πλευρά του ίδιου του αιτητή. Τέτοια δε, είναι η παρούσα περίπτωση με δεδομένο ότι η μαρτυρία από την οποία φέρεται να προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση έχει προσφερθεί από την πλευρά των εναγομένων. ΄Οσον αφορά τη θέση ότι τα γεγονότα τα οποία η ενάγουσα τώρα επιθυμεί να προστεθούν στην έκθεση απαιτήσεως, αυτά μπορεί και να ήσαν γνωστά σε κάποιο βαθμό στο διευθυντή της. ΄Όμως, ακόμα και αν έτσι είχαν τα πράγματα δεν αποτελεί αυτό, πιστεύω, αρκετό λόγο για να μην επιτραπεί η τροποποίηση. ΄Αλλωστε, το βέβαιο μάλλον είναι ότι η πλευρά της ενάγουσας δεν είχε προηγουμένως στη διάθεση της την πιο πάνω μαρτυρία την οποία τώρα επικαλείται και έχει, προφανώς, προέλθει από το διευθυντή της εναγομένης 1. Τα γεγονότα δε αυτά είναι πρόδηλο ότι αφορούν σημαντική πτυχή της επίδικης διαφοράς, σχετιζόμενη με την αμοιβή της ενάγουσας από την εν λόγω συνεργασία της με την εναγόμενη 1 και έχουν προκύψει κατά τον όψιμο χρόνο που έχει προαναφερθεί. Περαιτέρω, οι περιστάσεις οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω και περιβάλλουν την προσπάθεια της ενάγουσας για τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως, με την εισαγωγή συγκεκριμένων ισχυρισμών σ΄ αυτή, δεν αποκαλύπτουν την ύπαρξη οποιασδήποτε κακοπιστίας από μέρους της τελευταίας. Δεν έχει καταδειχθεί από την πλευρά των εναγομένων κάτι τέτοιο. Ενώ και για τους άλλους παράγοντες τους οποίους έχουν επικαλεσθεί δεν έχουν καταδείξει με σχετική μαρτυρία πώς θα μπορούσε η τροποποίηση, αν επιτραπεί, να τους προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά η οποία δε θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση προς όφελος τους των απωλεσθέντων εξόδων. Επομένως, για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, επιτρέπεται η τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως ως το Α. Τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως να καταχωριστεί εντός επτά
(7)ημερών από σήμερα και υπεράσπιση, αν υπάρχει, εντός δέκα
(10)ημερών από την παράδοση στην πλευρά των εναγομένων της τροποποιημένης έκθεσης απαιτήσεως. ΄Οσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, αυτά επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων. Ενώ όλα τα απωλεσθέντα έξοδα πριν και μετά την αίτηση να βαρύνουν την ενάγουσα. Όλα τα έξοδα να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή με το πέρας της αγωγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Γ.Ν.Γιασεμής Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.