VFGSAIGAS INVESTMENTS LTD ν. (ΣΩΜΑΤΕΙΟ) ΝΕΑ ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1541/09, 7/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Φιλίππου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1541/09 Μεταξύ: V.F.G.SAIGAS INVESTMENTS LTD Ενάγουσα - και - (ΣΩΜΑΤΕΙΟ) ΝΕΑ ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Εναγόμενη - και -
- ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ (ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ) ΝΕΑ ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ, εκ Λάρνακας
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΝΑΓΡΙΤΗΣ, εκ Λάρνακας
- ΠΕΤΡΟΣ ΜΙΤΑΣ, εκ Λάρνακας Μεσεγγυούχοι Αίτηση ημ. 26.10.12 για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης ιδιοκτησίας εις χείρας τρίτου (writ of attachment) Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Παπαγαπίου για Θέμης Θωμά & Συνεργάτες Για τους Μεσεγγυούχους 1 και 2: κ. Αρτεμίου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι αίτημα εκ μέρους της αιτήτριας με ημερομηνία 26.10.2012 το οποίο με τη τροπή που πήρε η υπόθεση παρέμεινε πλέον προς εξέταση μόνον ως προς το αιτητικό Β καθώς το αιτητικό Α κατέστη άνευ αντικειμένου λόγω της μη επίδοσης του εκδοθέντος διατάγματος garnishee order nisi που είχε εκδοθεί την ίδια ημερομηνία. Με το αιτητικό Β η αιτήτρια εξαιτείται: « Διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπον την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως (Writ of Attachment) εις χείρας τρίτου, για το ποσό των €37.572,58σ. πλέον τόκοι προς 5.5% ετησίως από 19.05.2009 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €761,00 πλέον τόκοι προς 5.5% ετησίως επί του ποσού των €719,00 από 19.05.2009 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης, ήτοι ευρισκόμενον εις χείρας των Μεσεγγυούχων δηλαδή του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης και των εισπρακτόρων της ήτοι του Προέδρου και του ταμεία της Εναγομένης κ.κ. Γεώργιου Γεναγρίτη και Πέτρου Μίτα αντιστοίχως, και συγκεκριμένα το ποσό των εισπράξεων της 13ης αγωνιστικής στις 8.12.2012, στον αγώνα μεταξύ του (ΣΩΜΑΤΕΙΟ) ΝΕΑ ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ και του Σωματείου της Ομόνοιας όπου θα διεξαχθεί στο στάδιο Αμμόχωστος στη Λάρνακα, έναντι και/ή διά εξόφληση του ως άνω ποσού.» Η αίτηση βασίζεται επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, Μέρος 7, άρθρα 73-81 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.43 και Δ.48 Θ. 1- 2 και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες του Δικαστηρίου, τη Νομολογία και τη Δικαστική πρακτική. Η αιτήτρια είχε καταχωρήσει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 19.05.
- Αξίωνε με αυτό το ποσό των €37.572,58σ. δυνάμει χρεωστικού υπολοίπου λογαριασμού. Η απόφαση εκδόθηκε στις 16.09.2009 για το ποσό των €37.572,58σ. πλέον τόκοι προς 5.5% ετησίως από 19.05.2009 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €761,00 πλέον τόκοι προς 5.5% ετησίως επί του ποσού των €719,00 από 19.05.2009 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης (η απόφαση αυτή επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση). Σημειώνω ότι η αιτήτρια από της λήψεως της απόφασης όπως φαίνεται στο φάκελο της υπόθεσης έλαβε διάφορα μέτρα εκτέλεσης τα οποία όλα απέβησαν ατελέσφορα για διάφορους λόγους. Από τον φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνεται επίσης ότι υπήρξαν διάφορα αιτήματα για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής έτσι ώστε στο τέλος το όνομα του εναγόμενου σωματείου διαμορφώθηκε όπως φαίνεται στην παρούσα αίτηση. Η αιτήτρια ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση της ότι το εναγόμενο σωματείο μέχρι σήμερα δεν πλήρωσε κανένα ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του. Καταγράφω στη συνέχεια από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της αιτήτριας με την οποία υποστηρίζει την μονομερή (ex parte) αίτηση όσα χρειάζονται κατά την άποψη μου για την κρίση της παρούσας αίτησης: Στην παρ. 5 ισχυρίζεται ότι η Καθ΄ής η αίτηση είναι αθλητικό σωματείο το οποίο διεξάγει αθλητικούς ποδοσφαιρικούς αγώνες κάθε εβδομάδα και/ή άλλως πως και ως εκ τούτου θα λάβει μέρος στην 13η αγωνιστική, στον αγώνα που θα διεξαχθεί ανάμεσα στη Καθ΄ής η αίτηση και στο Αθλητικό Σωματείο της Ομόνοιας στο στάδιο Αμμόχωστος που βρίσκεται στην Επαρχία Λάρνακας. Είθισται η γηπεδούχος ομάδα όπου θα διεξαχθεί ο αγώνας στο γήπεδο της να εισπράττει, να κατακρατεί και να ωφελείται οιοδήποτε ποσό εισπραχθεί από την αγορά των εισιτηρίων. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης - καθ΄ής η αίτηση, ως γηπεδούχος ομάδα κατά την 13η αγωνιστική στον αγώνα μεταξύ της και του Σωματείου της Ομόνοιας, και συγκεκριμένα ο πρόεδρος και ο ταμίας του κ.κ. Γιώργος Γεναγρίτης και Πέτρος Μίτας αντιστοίχως θα εισπράξουν το χρηματικό ποσό που θα καταβληθεί για την αγορά εισιτηρίων του αγώνα. Ως εκ τούτου αληθινά πιστεύω ότι το ποσό το οποίο θα εισπραχθεί από τρίτους, ήτοι το Διοικητικό Συμβούλιο και/ή οποιοδήποτε εισπράκτορα και/ή από τους μεσεγγυούχους, στον εν λόγω αγώνα της 13ης αγωνιστικής στις 8.12.2012, θα πρέπει να παραδοθεί αμέσως στον αιτητή. Στην παράγραφο 7 ισχυρίζεται ότι τα ποσά που θα εισπραχθούν για οποιαδήποτε εισιτήρια προπωληθούν πριν τον αγώνα της 13ης αγωνιστικής θα παραδοθούν στους Μεσεγγυούχους πριν τον ποδοσφαιρικό αγώνα μαζί με το ¨χαρτί εμπιστευτικότητας¨ προς αυτούς. Στην παρ. 8 ισχυρίζεται ότι μετά το τέλος του πιο πάνω ποδοσφαιρικού αγώνα θα εκδοθεί από τον Κυπριακό Οργανισμό Ποδοσφαίρου το αντίστοιχο ¨φύλλο εκκαθάρισης¨ με το οποίο θα διαφαίνονται ξεκάθαρα τα έσοδα και τα έξοδα. Στην παρ. 9 ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση ζημιάς προς οιοδήποτε φυσικό και/ή νομικό και/άλλως πως, ήτοι όπως την εν λόγω περίπτωση που το εναγόμενο σωματείο οφείλει χρηματικό ποσό σύμφωνα με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας υπάρχει προτεραιότητα είσπραξης. Δηλαδή πριν καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό για τα έξοδα που θα γίνουν για τον αγώνα θα πρέπει να καταβληθεί στην αιτήτρια Σημειώνω ότι το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα (garnishee order nisi) εναντίον και των τριών αρχικά μεσεγγυούχων το οποίο στη συνέχεια αποσύρθηκε και ακυρώθηκε σε σχέση με τον μεσεγγυούχο 3 εφόσον δεν έγινε κατορθωτό να επιδοθεί σε αυτόν το εν λόγω διάταγμα του Δικαστηρίου. Η αίτηση και το εκδοθέν διάταγμα επιδόθηκαν μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο εναγόμενο σωματείο και στους Μεσεγγυούχους 1 και
- Οι τελευταίοι καταχώρησαν στις 21.11.2012 ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι γενική και αόριστη αναφορικά με τα πρόσωπα των Μεσεγγυούχων
- Η αίτηση δεν έχει επιδοθεί δεόντως σε όλους τους Μεσεγγυούχους ή/και σε όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα.
- Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη ή/και ελλιπή νομική βάση.
- Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία να αποκαλύπτει όλα τα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα και η οποία περιλαμβάνει όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια.
- Δεν πληρούνται οι εκ του Νόμου ή/και εκ της πρακτικής του Δικαστηρίου προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η πιο πάνω ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου (Μεσεγγυούχου 1), και προσωπικά ως Μεσεγγυούχου 2 κ. Γιώργου Γεναγρίτη που είναι όπως δηλώνει εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτή. Υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης οι οποίοι καταγράφηκαν στην ειδοποίηση περί της πρόθεσης ένστασης και στην συνέχεια κατά συνοπτικό τρόπο θα καταγράψω τους ισχυρισμούς του όπως προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του οι οποίοι έχουν σημασία για την υπό κρίση αίτηση: Όπως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή ανυπόστατη και/ή έρχεται σε αντιδιαστολή με τις σχετικές πρόνοιες και προϋποθέσεις της Νομοθεσίας και /ή των διαδικαστικών Κανονισμών και/ή της Νομολογίας. Στην αίτηση δεν παρατίθεται μαρτυρία ή στοιχείο βάσει των οποίων να αιτιολογείται ή να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ο αιτητής δεν επικαλέστηκε το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60)όπως και όφειλε για την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 26.10.
- Λανθασμένα ζητείται διάταγμα εναντίον του Μεσεγγυούχου 1 δηλαδή του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου καθώς αυτό δεν έχει ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και το σωματείο εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Πρόεδρο του. Εάν η αιτήτρια ήθελε να δεσμεύσει με διάταγμα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου θα έπρεπε το κάθε μέλος να αναγράφεται στον τίτλο της αίτησης και να του επιδοθεί η αίτηση κάτι που δεν έγινε. Το σωματείο δεν είναι εξ αποφάσεως χρεώστης της ενάγουσας. Δυστυχώς όμως λόγω καλόπιστου λάθους το σωματείο δεν παρουσιάστηκε δεόντως και εγκαίρως ενώπιον του Ε.Δ. Λάρνακας στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 18.04.2010 για την τροποποίηση του ονόματος του εναγομένου και ως εκ τούτου ο ενάγοντας πέτυχε απόφαση που φαίνεται να είναι εναντίον του σωματείου. Δεν κατέχει ο ίδιος προσωπικά αλλά ούτε και ο Μεσεγγυούχος 1 ως σώμα και ούτε τα άτομα που απαρτίζουν το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγόμενου σωματείου κατέχουν οποιοδήποτε αντικείμενο ή /και χρήματα των οποίων νόμιμος δικαιούχος είναι το σωματείο. Αναγνωρίζεται εκ μέρους της αιτήτριας ότι δεν υπάρχουν χρήματα στην κατοχή των Μεσεγγυούχου των οποίων νόμιμος δικαιούχος είναι το σωματείο. Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση αναφέρεται, γενικά και αόριστα, σε ποσά που «θα εισπραχθούν». Με άλλα λόγια την ημέρα της κατάσχεσης δεν υπάρχει στην κατοχή των Μεσεγγυούχων κάποιο αντικείμενο το οποίο να αναγνωρίζεται ως χρέος προς όφελος του εναγόμενου. Δεν υπάρχει σχέση πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και των Μεσεγγυούχων. Και αν ακόμα χάριν επιχειρήματος και μόνον, αν δεχόταν ότι οι Μεσεγγυούχοι κατέχουν χρήματα από την προπώληση των εισιτηρίων για τον ποδοσφαιρικό αγώνα της ομάδας και πάλι το σωματείο και οι Μεσεγγυούχοι δεν έχουν κανένα συμφέρον επί αυτών καθώς δυνάμει γραπτής συμφωνίας την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α, τα δικαιώματα επί των εισιτηρίων εισόδου και επί των εισιτηρίων διαρκείας έχουν εκχωρηθεί απόλυτα και ανέκκλητα στην εταιρεία PARAMERA LTD (με αριθμό μητρώου ΗΕ 258791) έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος. Πρόκειται για δικαίωμα το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται καθώς το σωματείο εξακολουθεί να οφείλει το χρηματικό ποσό €305.618.13σ. Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε σε αγορεύσεις εκ μέρους των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο πλευρών εφόσον δεν ζητήθηκε από οποιανδήποτε πλευρά η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Επομένως η μαρτυρία στην οποία θα βασιστώ είναι αυτή η οποία προέρχεται από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ειδοποίηση περί της πρόθεσης ένστασης. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση βασίζεται στα δικαιοδοτικά άρθρα 73-81 Μέρος VII του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τα οποία ρυθμίζουν τη διαδικασία εκτέλεσης απόφασης με τη διαδικασία της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου που ήδη βρίσκεται ή που έχει να λαμβάνει ο εξ αποφάσεως χρεώστης από τρίτο άτομο. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται όταν ο αιτούμενος την κατάσχεση είναι εξ αποφάσεως πιστωτής. Θα παραθέσω αμέσως στη συνέχεια τις πρόνοιες των άρθρων 73 και 74 τις οποίες θεωρώ σημαντικές για την υπό κρίση αίτηση: Άρθρο 73: « Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 82 και 87 του Μέρους VIII, όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για το ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα και με το οποίο διατάσσεται να μη παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω.» Άρθρο 74: « Το ένταλμα επιδίδεται στο πρόσωπο το οποίο διατάσσεται με αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου∙ και από το χρόνο επίδοσης του εντάλματος σε αυτό, όλα τα ποσά χρημάτων, ασφάλειες για χρήματα, αγαθά και κινητή ιδιοκτησία, επί των οποίων ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα (is beneficially entitled) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλους, και τα οποία κατά την επίδοση του εντάλματος ή σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την άρση του, βρίσκονται ή δυνατό να περιέλθουν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του προσώπου που διατάσσεται να εμφανιστεί, και όλα τα χρέη τα οποία οφείλονται ή καθίστανται οφειλόμενα από αυτό προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους κατά τον πιο πάνω χρόνο ή κατά τη διάρκεια αυτού, καθίστανται στην έκταση που ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον επί αυτών και υπό την επιφύλαξη οποιουδήποτε καλή τη πίστη προηγούμενου τίτλου, δικαιώματος επίσχεσης ή επιβάρυνσης επί αυτών, ασφάλειες στα χέρια του για ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή.» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 78 του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται, αφού ακούσει όλα τα πρόσωπα που δυνατόν να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα, να διατάξει όπως οποιαδήποτε περιουσία που κατασχέθηκε, πληρωθεί στον εξ αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση της απόφασης ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Carna Plants Ltd v. Masalcha Brothers Ltd κ.ά.,
(1990)1 Α.Α.Δ. σελ. 28,32 η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γεγονός που συνάγεται αβίαστα από τις διατάξεις του άρθρου 78 του Κεφ. 6. Προκύπτει, επίσης, από την εν λόγω απόφαση ότι σε αντίθεση προς την αγγλική νομοθεσία, το άρθρο 73 δεν περιορίζει την έκδοση μεσεγγύησης σε χρέη, αλλά η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επεκτείνεται στην έκδοση διατάγματος σε σχέση με άλλες μορφές δικαιωμάτων σε αγαθά, χρήματα και εγγυήσεις για χρηματικά ποσά. Τέλος, καθορίζεται ότι η απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης είναι η ύπαρξη συμφέροντος του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Σύμφωνα με την νομολογία μας μεταξύ άλλων και στις υποθέσεις George Th. Rossides v. Emettullah Hajitosoun (VIII) C.L.R. 43, Carna Plants Ltd. v. Masalcha and Brothers Ltd. κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 28, η διαδικασία έκδοσης εντάλματος κατάσχεσης ιδιοκτησίας εις χείρας τρίτου για να τύχει εφαρμογής, απαιτεί να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: Ο Αιτητής να είναι εξ αποφάσεως πιστωτής. Η ύπαρξη χρημάτων ή αντικειμένων στην κατοχή τρίτου προσώπου (μεσεγγυούχου) του οποίου νόμιμος δικαιούχος είναι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης ή η ύπαρξη σχέσης πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και μεσεγγυούχου. και Να υπάρχει ταυτόχρονα την ημέρα της κατάσχεσης κάποιο αντικείμενο το οποίο αναγνωρίζεται ως χρέος, δηλαδή υπαρκτό χρέος το οποίο δύναται να κατασχεθεί. Αναφορικά με τη διαδικασία και τη μέθοδο κατάσχεσης που προνοείται από τα άρθρα 73-81 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, σχετικές είναι οι αποφάσεις στις υποθέσεις F. Hoffman - La Roche and Co A.G. v. Inter Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Limited Curtis & Co Ltd και Zygmunt (Chemist) Ltd and Chartered Bank of Famagusta
(1969)1 CLR 106 και Choice Investments Ltd v. Jeronnimon, Middland Bank Ltd Garnishee
(1981)2 WLR
- Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, σελίδα 325, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση της διαδικασίας για κατάσχεση εις χείρας τρίτου: «
- Nature of garnishee proceedings. Garnishee proceedings are a process of enforcing a money judgment by the seizure or attachment of the debts due or accruing due to the judgment debtor which form part of his property available in execution. It is thus a species of execution upon debts, for which the ordinary methods of execution are inapplicable. By this process the court has power to order a third person to pay direct to the judgment creditor the debt due or accruing due from him to the judgment debtor, or as much of it as may be sufficient to satisfy the amount of the judgment and the costs of the garnishee proceedings. For this purpose the third person who is indebted to the judgment debtor called the garnishee, the requisite proceedings are known as garnishee proceedings, and the order to attach the debt due or accruing due form the garnishee is called a garnishee order». Στο ίδιο σύγγραμμα στις σελ. 331 και 332 εξηγείται η διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου ότι δηλαδή αυτή διαλαμβάνει δύο μέρη. Το πρώτο αφορά την εξασφάλιση από τον εξ αποφάσεως πιστωτή μονομερούς διατάγματος (garnishee order nisi), το οποίο απευθύνεται στον μεσεγγυούχο και τον καλεί να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία και ώρα κατά την οποία θα εξεταστεί το ζήτημα, ενώ στο μεταξύ διατάζεται να μην αποξενώσει το ποσό το οποίο αναφέρεται στο διάταγμα. Κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας εξετάζεται κατά πόσον η περίπτωση είναι τέτοια ώστε ο μεσεγγυούχος να διαταχθεί να πληρώσει το ποσό το οποίο δεσμεύτηκε στον εξ αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων. Υποδεικνύεται, μάλιστα στη σελ. 337 ότι το Δικαστήριο έχει πάντοτε διακριτική ευχέρεια στην έκδοση του διατάγματος κατάσχεσης, είτε υπό τη μορφή του garnishee order nisi ή υπό τη μορφή του garnishee order absolute καθότι τέτοια διατάγματα εκδίδονται στη βάση των αρχών της επιείκειας. Στην Αγγλική Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1970, παρ. 49/1/8, 49/1/3 τονίζεται ότι είναι αναγκαίο να υπάρχει η σχέση πιστωτή- χρεώστη μεταξύ του εξ αποφάσεως χρεώστη και του μεσεγγυούχου. Αν ο εξ αποφάσεως χρεώστης μπορεί να εναγάγει το μεσεγγυούχο για το ποσό που του οφείλεται και να το ανακτήσει τότε είναι φανερό ότι υπάρχει χρέος μεταξύ τους που είναι κατασχέσιμο. Με άλλα λόγια πρέπει να υπάρχει χρηματικό ποσό οφειλόμενο στον εξ αποφάσεως χρεώστη. Ο όλος σκοπός της διαδικασίας μεσεγγύησης είναι να καταστήσει τα χρέη που οφείλονται στον εξ αποφάσεως χρεώστη από τρίτα πρόσωπα, περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα προς εκτέλεση. Στην υπόθεση Carna Plants (πιο πάνω), τονίστηκε ότι το διάταγμα μεσεγγύησης αποτελεί μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Προϋπόθεση έκδοσης του διατάγματος είναι η ύπαρξη συμφέροντος του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Η φύση του συμφέροντος καθορίζεται στην υπόθεση αυτή ως ακολούθως: « Η πρώτη προϋπόθεση που πρέπει να ικανοποιηθεί για την έκδοση διατάγματος αφορά το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Ο Νόμος ορίζει (Άρθρο 73) ότι πρέπει να είναι ο δικαιούχος του αντικειμένου ¨beneficially interested¨. Ο αγγλικός όρος ¨beneficially ineterested¨ είναι ευρύτερος από τον αντίστοιχο ελληνικό ¨δικαιούχος¨ Ο κ. Κληρίδης εισηγήθηκε ότι το συμφέρον το οποίο προβλέπει το Άρθρο 73 ενυπάρχει και όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης έλκει το δικαίωμα του από τις αρχές της επιείκειας ("equity"). Ανεξάρτητα από την επακριβή σημασία στο πλαίσιο του Άρθρου 73 του όρου ¨beneficially interested¨ και τη φύση των δικαιωμάτων και συμφερόντων τα οποία περιλαμβάνει, το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη πρέπει να είναι άμεσο και όχι έμμεσο ή η άσκηση του να τελεί υπό όρους.» Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή: Σε σχέση με τον ισχυρισμό στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφορικά με το ότι δεν έχει εκτεθεί καμιά μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, κρίνω ότι πρόκειται περί γενικού και αόριστου ισχυρισμού εφόσον παρατίθενται οι λόγοι που οδήγησαν την αιτήτρια να προβεί σε αυτό το διάβημα, επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α η απόφαση που εξασφάλισαν εναντίον του εναγόμενου σωματείου και προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τίποτε δεν έχει καταβληθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Ισχυρισμοί που παρέμειναν αναντίλεκτοι. Σε σχέση με τον ισχυρισμό στην ένσταση ότι η αιτήτρια δεν βάσισε την αίτηση της στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), κρίνω ότι δεν ευσταθεί εφόσον στην αίτηση έχει εκτεθεί η νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση και όλες οι διατάξεις τόσο του ουσιαστικού όσο και των διαδικαστικών κανονισμών που αφορούν αυτής της φύσεως τις αιτήσεις. Στην υπόθεση Heatron Co.Ltd v. B.M.Rising Engineering Works Ltd, η οποία αφορούσε αίτηση για προνομιακό ένταλμα certiorari ημερ. 6.05.1999, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση της διαδικασίας για την έκδοση διαταγμάτων μεσεγγύησης: «Επισημαίνω εν πρώτοις ότι επρόκειτο περί εναρκτήριας διαδικασίας και όχι ενδιάμεσης παρ΄ όλον που άρχισε με μονομερή αίτηση: βλ. ανάλογη περίπτωση στην Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc Πολ. Έφεση 9423 ημερ.28.01.
- Η αίτηση είχε ως αντικείμενο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, την ίδια την έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης και όχι παρεμπίπτοντος διατάγματος. Το ότι θα ακολουθούσε του εντάλματος Δικαστική διεργασία πριν από την οριστικοποίηση, που σημαίνει ότι επρόκειτο για ένταλμα nisi, δεν μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της διαδικασίας.» Σε κάθε περίπτωση εάν ήθελε θεωρηθεί ότι το εν λόγω άρθρο ήταν αναγκαίο να συμπεριληφθεί στο νομικό υπόβαθρο της αίτησης και αναγκαίο στο στάδιο της έκδοσης του διατάγματος (nisi), κρίνω ότι η παράλειψη συμπερίληψης του συνιστά θεραπεύσιμη απλή παρατυπία σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 64 των θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Wunderlich κ.ά v. Παναγιώτου,
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 366). Προς τούτο εκδίδεται διάταγμα άρσης της παρατυπίας εφόσον καμιά ζημιά δεν αποδείχθηκε ότι έχουν υποστεί οι Μεσεγγυούχοι συνεπεία της μη παράθεσης αυτού του άρθρου. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι ο Μεσεγγυούχος 1 δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο του Σωματείου Νέα Σαλαμίνα Αμμοχώστου δεν είναι ξεχωριστή νομική οντότητα και ότι θα έπρεπε να περιλαμβάνονταν στην αίτηση ως μεσεγγυούχοι όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και να τους επιδιδόταν η αίτηση. Τα πιο πάνω δεν μπορούν να έχουν νομικό έρεισμα εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 17 του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο (Ν. 57/1972): «
(1)Ο έχων την διοίκηση επιμελείται των υποθέσεων του σωματείου και αντιπροσωπεύει τούτο δικαστικώς και εξωδίκως. Υποκατάστασις, ενόσω, η συστατική πράξις ή το καταστατικόν δεν ορίζει άλλως, απαγορεύεται.
(2)Η έκτασις της εξουσίας του έχοντος την διοίκησιν προσδιορίζεται εκ του καταστατικού, ο δε προσδιορισμός ούτος ισχύει και έναντι τρίτων. Διά του καταστατικού, δύνανται να ανατεθώσιν ωρισμέναι υποθέσεις εις ίδιον πρόσωπον. Η εξουσία τούτου εν αμφιβολία εκτείνεται και εις πάσαν συναφή πράξιν.» Πλην του αόριστου πιο πάνω ισχυρισμού εκ μέρους του ενόρκως δηλούντος δεν προβλήθηκε ο,τιδήποτε σε σχέση με την καταστατική ή άλλως πως αδυναμία του να αποδέχεται την επίδοση εγγράφων η οποία ειρήσθω εν παρόδω έγινε σε αυτόν υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου και εμφανίζεται και εκπροσωπεί το σωματείο με αυτή την ιδιότητα, έχοντας μάλιστα προς τούτο, όπως δηλώνει ο ίδιος και σχετική εξουσιοδότηση από αυτό να το εκπροσωπήσει. Επομένως πρόκειται για αστήρικτο νομικά ισχυρισμό. Σε σχέση δε με την μη συμπερίληψη ως Μεσεγγυούχων και των υπόλοιπων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου και η επίδοση και σε αυτούς, κατά την άποψη μου μια τέτοια προσπάθεια λόγω και του πολυάριθμου της σύνθεσης του θα καθιστούσε την όλη διαδικασία ατελέσφορη και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Αρκεί κατά την άποψη μου ότι εκτέθηκε ως Μεσεγγυούχος ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου ο οποίος είναι και ο κατά νόμο υπεύθυνος γι΄αυτό σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο 17 του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου. Ο ενόρκως δηλών δεν αρνήθηκε αυτή την ιδιότητα του με την ένορκη δήλωση του και δηλώνει μάλιστα εξουσιοδοτημένος να εμφανιστεί στη παρούσα διαδικασία αλλά και όπως προκύπτει από τα συμφραζόμενα στην ίδια ένορκο δήλωση είναι ο αρμόδιος να εκπροσωπεί το Διοικητικό Συμβούλιο. Επομένως ούτε και αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί. Σε τέτοια περίπτωση εάν επιθυμούσαν τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ. του σωματείου να εμφανιστούν ως ενδιαφερόμενα πρόσωπα θα μπορούσαν να το είχαν κάνει, κάτι όμως που παρέλειψαν να κάνουν. Θα με απασχολήσει στη συνέχεια ο ισχυρισμός των Μεσεγγυούχων ότι η μη επίδοση της αίτησης η οποία είχε ως συνέπεια τη μη εμφάνιση της εταιρείας PARAMERA LTD ως ενδιαφερόμενου μέρους, την οποία επικαλείται ο Μεσεγγυούχος 2 στην ένορκη του δήλωση, θα πρέπει να έχει καταλυτική σημασία ως προς την τύχη του εκδοθέντος διατάγματος. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης η αιτήτρια και οι δικηγόροι της πληροφορήθηκαν για την ύπαρξη αυτής της εταιρείας και της εμπλοκής της στα οικονομικά του σωματείου με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση περί της πρόθεσης ένστασης. Αρχική της πρόθεση όπως καταγράφηκε και στο πρακτικό ήταν να της επιδώσει την αίτηση και το εκδοθέν διάταγμα και προς τούτο ζητήθηκε αναβολή της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Πριν τις αγορεύσεις η ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας ανέφερε ότι έγιναν προσπάθειες επίδοσης στην εταιρεία αυτή κάτι όμως που δεν επετεύχθη γι΄αυτό και επιθυμούσε να προχωρήσει η διαδικασία ενόψει και του επείγοντος του χαρακτήρα της χωρίς να κρίνεται εκ μέρους τους αναγκαία η επίδοση σε αυτή, όπως και έγινε με άδεια του Δικαστηρίου. Τα όσα αναφέρθηκαν εκ μέρους του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Μεσεγγυούχων περί μη ειλικρινούς τοποθέτησης εκ μέρους της αιτήτριας για το ζήτημα αυτό ή ότι ο συνήγορος των Μεσεγγυούχων, όπως προβλήθηκε από την άλλη πλευρά είχε ενημερώσει την εταιρεία αυτή και ότι αυτή γνώριζε για την αίτηση αυτή και όμως αδιαφόρησε αφού δεν εμφανίστηκε τα αντιπαρέρχομαι εφόσον αυτά δεν τέθηκαν υπό μορφή μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 78: «Το Δικαστήριο αφού ακούσει τα πρόσωπα που δυνατό να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα ή αφού ειδοποιήσει αυτά να παραστούν, δύναται να διατάξει όπως.» Με τα πιο πάνω ως δεδομένα θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον θα μπορούσε να θεωρηθεί η ως άνω εταιρεία ως ενδιαφερόμενο μέρος και ως εκ τούτου αναγκαία η ενημέρωση της ως ενδιαφερόμενου μέρους. Ο Μεσεγγυούχος 2 στην ένορκη δήλωση του επικαλείται γραπτή συμφωνία με ημερομηνία 4.01.2010 - την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α - με την οποία το σωματείο έχει εκχωρήσει τα δικαιώματα επί των εισιτηρίων εισόδου και επί των εισιτηρίων διαρκείας απόλυτα και ανέκκλητα στην εν λόγω εταιρεία έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος, δικαίωμα το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται καθώς το Σωματείο εξακολουθεί να οφείλει μεγάλο χρηματικό ποσό σε αυτή την εταιρεία το οποίο και αναφέρει επακριβώς. Η απάντηση σε αυτόν τον λόγο δόθηκε με σαφήνεια από την ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας κατά την αγόρευση της παραπέμποντας σε γνωστή νομολογία περί της προτεραιότητας που πρέπει να δίδεται στα εξ αποφάσεως χρέη και ότι η ικανοποίηση μια δικαστικής απόφασης θα πρέπει να υπερτερεί οποιασδήποτε άλλης υποχρέωσης που δυνατόν να έχει ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έναντι οποιουδήποτε άλλου προσώπου και ότι τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα, εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις και ακόμα ότι μεταγενέστερες του δικαστικού χρέους υποχρεώσεις δεν έχουν προτεραιότητα έναντι του εξ αποφάσεως χρέους (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Κωνσταντίνου,
(2000)1 Α.Α.Δ. σελ. 1034). Επομένως κρίνεται ότι το εξ αποφάσεως χρέος της εναγομένης προς την αιτήτρια της παρούσας προηγείται της συμβατικής της υποχρέωσης έναντι της εταιρείας από την οποία συνήψε δάνειο και η οποία συνάφθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο της δικαστικής απόφασης. Η διαδικασία της αλλαγής του ονόματος του εναγόμενου σωματείου που ακολούθησε δεν ενέχει καμιά σημασία ως προς την πιο πάνω ανάγκη για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους το σωματείο εξακολουθεί να είναι υπόχρεο για την ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Επομένως είναι η άποψη μου ότι σύμφωνα με τη νομολογία μας δεν θα μπορούσε η πιο πάνω εταιρεία να θεωρηθεί ως ενδιαφερόμενο μέρος και ως εκ τούτου ορθά προχώρησε η διαδικασία χωρίς την ύπαρξη αναγκαιότητας για επίδοση σε αυτή των εγγράφων της παρούσας αίτησης. Σε σχέση με τον ισχυρισμό που προβάλλεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ότι δηλαδή δεν υφίσταται σχέση πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και των μεσεγγυούχων, παραπέμπω στο άρθρο 73 το οποίο προνοεί ότι « .οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου.» Επομένως με τον τρόπο που έχει περιγραφεί στις παρ. 5, 7 και 8 της ένορκης δήλωσης του αιτητή αυτά τα τρίτα πρόσωπα δηλαδή οι Μεσεγγυούχοι 1 και 2 εμπίπτουν στην έννοια του πιο πάνω άρθρου καθώς έχουν υπό τη φύλαξη τους ή την κατοχή τους ή εισπράττουν εκ μέρους του εξ αποφάσεως οφειλέτη δηλαδή του σωματείου. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ένστασης δεν μπορεί να έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. Κατάληξη: Καταλήγω ότι οι προϋποθέσεις που τίθενται με τις πιο πάνω δικαιοδοτικές διατάξεις εκπληρούνται καθώς: Πρώτον, η αιτήτρια είναι εξ αποφάσεως πιστωτής και αυτό δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία του. Δεύτερον, υπάρχουν χρήματα στην κατοχή των μεσεγγυούχων 1 οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματίου και προσωπικά του Μεσεγγυούχου 2 ως του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου των οποίων νόμιμος δικαιούχος είναι το σωματείο που είναι εξ αποφάσεως οφειλέτης. Επομένως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει η σχέση πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη σωματείου και των Μεσεγγυούχων υπό την πιο πάνω ιδιότητα τους και έτσι εκπληρούται και αυτή η προϋπόθεση. Τρίτον, η τρίτη προϋπόθεση είναι ότι ταυτόχρονα θα πρέπει να υπάρχει την ημέρα της κατάσχεσης κάποιο χρέος το οποίο μπορεί να κατασχεθεί. Πρόκειται για το αντίτιμο των εισιτηρίων τα οποία έχουν προπωληθεί για τον συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη, του σωματείου Νέας Σαλαμίνας Αμμοχώστου και του Αθλητικού Σωματείου Ομόνοιας, ο οποίος θα γίνει στα πλαίσια της 13ης αγωνιστικής στο γήπεδο ¨Αμμόχωστος¨ στη Λάρνακα, αλλά και το αντίτιμο αυτών τα οποία θα πωληθούν μέχρι και την διεξαγωγή του αγώνα στις 8.12.2012 τα οποία μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολουθείται όπως αυτή εξηγείται στην ένορκη δήλωση του αιτητή στις παρ. 5,7 και 8 (πιο πάνω). Κρίνω επομένως ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση. Με τα πιο πάνω είναι φανερόν ότι η αίτηση επιτυγχάνει και ως εκ τούτου ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδω διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου με το οποίο οι Μεσεγγυούχοι 1 και 2 διατάσσονται όπως καταβάλουν αμέσως μετά την 8η.12.2012 από τα έσοδα που έχουν ή τα οποία θα έχουν από το αντίτιμο των εισιτηρίων που πωλήθηκαν ή θα πωληθούν για τον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ του Σωματείου Νέας Σαλαμίνας Αμμοχώστου και του Αθλητικού Σωματείου Ομόνοιας που θα διεξαχθεί στο στάδιο ¨Αμμόχωστος¨ στη Λάρνακα στα πλαίσια της 13ης αγωνιστικής του Κυπριακού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου που διοργανώνεται από την Κ.Ο.Π. ποσό βέβαια το οποίο περιορίζεται στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης ή/και έναντι αυτής και συγκεκριμένα στο ποσό των €37.572,58σ. πλέον τόκοι προς 5.5% ετησίως από 19.05.2009 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα €761,00 πλέον τόκοι προς 5.5% ετησίως επί του ποσού των €719,00 από 19.05.2009 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης και επί πλέον στα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο