ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. THOMAS LIOBAY DEVELOPMENT LTD κ.α., Αρ.αγωγής 1394/2007, 26/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A187 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ.Ν.Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 1394/2007 Μεταξύ: ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ, Εναγόντων και 1.THOMAS LIOBAY DEVELOPMENT LTD, από το Παραλίμνι 2.Ανδρέας Θωμάς, από το Παραλίμνι 3.Λοϊζος Θωμά, από το Παραλίμνι Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 9.4.2009 MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόντων και 1.THOMAS LIOBAY DEVELOPMENT LTD, 2.Ανδρέας Θωμάς, από το Παραλίμνι 3.Λοϊζος Θωμά, από το Παραλίμνι Εναγομένων 26 Νοεμβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ.Α.Ζαχαρίου Για εναγόμενους: κ.Α.Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα εταιρεία αποτελεί τραπεζικό οργανισμό. Δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου ημερομηνίας 25.1.2008, το οποίο ενέκρινε σχέδιο αναδιάρθρωσης και συγχώνευσης της με τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ., εφεξής ο οργανισμός, αυτή ανέλαβε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τα οποία προέκυψαν από τις εργασίες της τελευταίας και υφίσταντο μέχρι τότε. Ακολούθως, ο oργανισμός διαλύθηκε εκούσια και έτσι έπαυσε να υφίσταται. Τα πιο πάνω γεγονότα γίνονται αποδεκτά ως αληθινά από την πλευρά των εναγομένων με σχετική δήλωση στην υπεράσπιση τους. Επομένως, αδιαμφισβήτητο είναι και το δικαίωμα της ενάγουσας για συνέχιση εναντίον των εναγομένων της παρούσας αγωγής. Αφορά συναλλαγή του προαναφερθέντος οργανισμού με την εναγόμενη εταιρεία η οποία φέρεται να πραγματοποιήθηκε στις 10.5.
- Από τώρα και στο εξής οι αναφορές σχετικά θα είναι ωσάν η ενάγουσα τράπεζα να ήταν μέρος σ΄ αυτή ευθύς εξ αρχής, εκτός όπου γίνεται ρητή αναφορά στον οργανισμό. Με την αγωγή αυτή λοιπόν η ενάγουσα απαιτεί από την εναγόμενη την αποπληρωμή, με τόκους, του υπολοίπου ενός ποσού το οποίο ισχυρίζεται ότι η τελευταία παρέλειψε να πληρώσει στον οργανισμό, ως είχε υποχρέωση να πράξει, στα πλαίσια κάποιας συναλλαγής, την οποία είχαν κάνει μεταξύ τους, και αφού το ποσό αυτό έχει στο μεταξύ καταστεί πληρωτέο. Την ίδια απαίτηση η ενάγουσα προβάλλει αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά εναντίον και των εναγομένων 2 και 3, διευθυντών της εναγομένης εταιρείας. Αυτοί φέρεται να είχαν εγγυηθεί ή συμφωνήσει να παράσχουν κάλυψη σε σχέση με την ισχυριζόμενη, ανωτέρω, υποχρέωση της εναγομένης. Η πιο πάνω εξασφάλιση ήταν πρόσθετη της εξασφάλισης με υποθήκες, τις οποίες η εναγόμενη είχε επίσης παραχωρήσει προς όφελος του οργανισμού σε σχέση με την προαναφερθείσα υποχρέωση της. Υπάρχει σε σχέση και με αυτές απαίτηση, για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Η πιο πάνω απαίτηση εναντίον της εναγομένης για πληρωμή, βασίζεται σε διάφορες διαζευκτικές, τη μία προς την άλλη, αιτίες αγωγής. Σ΄ αυτές περιλαμβάνονται, η παραβίαση από την εναγόμενη συγκεκριμένης συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 10.5.
- Προβάλλει ως η βασική αιτία. Διαζευκτικά, υπάρχει ισχυρισμός για παραβίαση από την εναγόμενη συμφωνίας για παραχώρηση προς αυτή πιστωτικών διευκολύνσεων υπό μορφή δανείου ύψους Λ.Κ.170.000 και συνακόλουθα απαίτηση για πληρωμή του υπολοίπου εκ ποσού Λ.Κ.135.172,66 το οποίο, ως αποτέλεσμα, έχει καταστεί πληρωτέο. Τέλος προβάλλεται, επίσης διαζευκτικά, ισχυρισμός για άδικο πλουτισμό της εναγομένης με το προαναφερθέν υπόλοιπο, το οποίο ολόκληρο ανερχόμενο σε Λ.Κ.170.000, είχε καταβληθεί σε αυτή δυνάμει άκυρης συμφωνίας. Γι΄ αυτό ζητείται αποκατάσταση διά της επιστροφής του στην ενάγουσα as money had and received. Η αναφορά είναι συγκεκριμένα στην προαναφερθείσα συμφωνία, η οποία περιγράφεται ως συμφωνία ενοικιαγοράς. Η δυνατότητα επίκλησης διαφόρων διαζευκτικών αιτιών, στα πλαίσια της ίδιας αγωγής προς υποστήριξη της ίδιας απαίτησης, είναι καθ΄ όλα επιτρεπτή με βάση τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, βλέπε Δ.13 κ.
- Όμως, προφανώς, σε κάποιο στάδιο στην πορεία της διαδικασίας, ο ενάγοντας θα πρέπει να επιλέξει την αιτία την οποία θεωρεί ως την πιο ικανή να του αποφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα και την οποία θα προωθήσει μέχρι τέλους. Το ορθό είναι όπως η επιλογή αυτή γίνεται στο στάδιο της προδικασίας και ειδικά στα πλαίσια του καθορισμού των επίδικων θεμάτων. ΄Η έστω με σχετική δήλωση κατά την έναρξη της δίκης. Όμως, παρά τον κίνδυνο ο οποίος μπορεί να εκδηλωθεί με απόρριψη της αγωγής αν αυτό δε γίνει στο κατάλληλο στάδιο, είναι σύνηθες η εν λόγω επιλογή να γίνεται στη διάρκεια της δίκης, με την προσφορά μαρτυρίας από την οποία δυνατό να συναχθεί η προωθούμενη αιτία αγωγής. Σε κάθε περίπτωση ο ενάγοντας δεσμεύεται από την επιλογή στην οποία προβαίνει όσον αφορά τη βάση γενικά της απαίτησης του, (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Μιχαήλ Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 347/2008, 23 Ιανουαρίου, 2012). Στην προκειμένη περίπτωση, η επιλογή που αναφέρεται πιο πάνω έγινε μέσα από τη μαρτυρία του δεύτερου μάρτυρα ο οποίος κατάθεσε για λογαριασμό της ενάγουσας. Όμως, θα πρέπει πρώτα να γίνει σύντομη αναφορά σε ό,τι κατάθεσε ο πρώτος μάρτυρας κ.Νίκος Νικολάου. Είναι υπάλληλος της ενάγουσας τοποθετημένος στο Τμήμα Παρακολούθησης Προβληματικών Λογαριασμών. Λόγω της θέσης και των καθηκόντων του είχε στην κατοχή του ορισμένα έγγραφα τα οποία είναι σχετικά με την υπόθεση και τα κατάθεσε. Το πρώτο είναι το έγγραφο της προαναφερθείσας συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 10.5.2000, τεκμήριο
- Αποτελεί σημαντικό στοιχείο μαρτυρίας στην υπόθεση. Ακολούθως, κατάθεσε αντίγραφα των εγγράφων δύο υποθηκών, τεκμήρια 2Α και 2Β, και μιας επιστολής ημερομηνίας 25.5.2007 τερματισμού της προαναφερθείσας συμφωνίας, τεκμήριο
- Το τελευταίο έγγραφο το οποίο κατατέθηκε από το μάρτυρα, και σημειώθηκε τεκμήριο 4, είναι ένα πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
- Βεβαιώνει ότι η επισυναπτόμενη κατάσταση λογαριασμού αποτελεί μέρος αρχείου το οποίο τηρείται από την ενάγουσα. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ανάφερε ότι δε συμμετείχε στη διαδικασία σύναψης της πιο πάνω συμφωνίας ενοικιαγοράς. Ακολούθησε η πιο σημαντική μαρτυρία του δεύτερου μάρτυρα της ενάγουσας, κ.Νίκου Σοφοκλέους. ΄Ηταν ο διευθυντής κατά τον ουσιώδη χρόνο του καταστήματος του προαναφερθέντος οργανισμού στη Λάρνακα. Ανάφερε ότι είχε ενεργό συμμετοχή στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Δήλωσε δε από την αρχή ότι δεν υπήρχαν αντικείμενα τα οποία η ενάγουσα θα μπορούσε να είχε ενοικιάσει με όρους ενοικιαγοράς στην εναγόμενη. Είναι και οι δύο πλευρές σύμφωνες όσον αφορά το θέμα αυτό. Απλώς να σημειωθεί ότι από την πλευρά της ενάγουσας ο κ.Σοφοκλέους προσπάθησε να καταδείξει ότι ο κατάλογος αντικειμένων που επισυνάπτεται στη συμφωνία, τεκμήριο 1, αποτελούσαν το αντικείμενο δύο προηγούμενων συμφωνιών ενοικιαγοράς τις οποίες τα μέρη είχαν επίσης συνάψει μεταξύ τους. Ενώ από την πλευρά της εναγομένης ο διευθυντής της κ.Λοϊζος Θωμά, εναγόμενος 3, ισχυρίστηκε ότι τον εν λόγω κατάλογο τον κατασκεύασαν υπάλληλοι του οργανισμού, καταγράφοντας σ΄ αυτό ανύπαρκτα αντικείμενα. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένης της συμφωνίας των μερών, ανωτέρω, δε χρειάζεται, πιστεύω, να διαπιστωθεί ο ακριβής λόγος που αυτά δεν ήσαν διαθέσιμα για να αποτελέσουν αντικείμενο της υπό αναφορά συναλλαγής. Όμως, ακριβώς, επειδή ήσαν σύμφωνοι ως προς την πιο πάνω πτυχή, συμφώνησαν επίσης ότι η εν λόγω συμφωνία ως ενοικιαγορά είναι εικονική. Συνακόλουθα και το έγγραφο, τεκμήριο 1, το οποίο φέρεται να την επιμαρτυρεί τελικώς δε δημιουργεί αυτοτελώς οποιαδήποτε δεσμευτική συμφωνία για τα μέρη. Στο σημείο αυτό θα πρέπει επίσης να λεχθεί πως όταν τίθεται υπό αμφισβήτηση η εγκυρότητα μιας γραπτής συμφωνίας είναι επιτρεπτή η διερεύνηση από το δικαστήριο των συνθηκών σύναψης της. Η άσκηση αυτή γίνεται για να διαπιστωθεί η πραγματική φύση και το περιεχόμενο της υπό εξέταση συναλλαγής. Σε τέτοια περίπτωση, το δικαστήριο ενεργεί στη βάση εξωγενούς μαρτυρίας η προσκόμιση της οποίας είναι καθ΄ όλα επιτρεπτή. Επανερχόμενος στο θέμα της εικονικότητας της εν λόγω συμφωνίας ενοικιαγοράς, τη θέση αυτή έλαβε ο κ.Σοφοκλέους ευθύς εξ αρχής στη γραπτή δήλωση του, έγγραφο 1, η οποία αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του κατά την κυρίως εξέταση. Ενώ ακολούθως συμφώνησε μαζί του και ο συνήγορος των εναγομένων κατά την αντεξέταση του μάρτυρος. Για να του υποβάλει όμως στη συνέχεια, ωσάν αυτό να είχε πλέον οποιαδήποτε σημασία, ότι τα αντικείμενα δεν είχαν σχέση με τις προηγούμενες ενοικιαγορές αλλά ήσαν ανύπαρκτα. Η αντεξέταση του κ.Σοφοκλέους προχώρησε σε αχρείαστο μάκρος σε σχέση με το τελευταίο αυτό θέμα, αφού στη συνέχεια ανάφερε και ο κ.Θωμά, στα πλαίσια της δικής του μαρτυρίας, πως θεωρούσε την εν λόγω ενοικιαγορά εικονική. Προηγουμένως, όταν ο κ.Σοφοκλέους κατέθετε τη μαρτυρία του εξήγησε και το λόγο για τον οποίο έγινε η επίδικη συναλλαγή. Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι η εναγόμενη είχε καθυστερήσει να καταβάλει τις δόσεις σε σχέση με δύο προηγούμενες συμφωνίες ενοικιαγοράς που είχε συνάψει με τον οργανισμό. Και ότι μετά από παράκληση της, εννοώντας προφανώς των διευθυντών της, της παραχώρησαν ποσό Λ.Κ.170.000 προκειμένου να τη βοηθούσαν να προβεί στην εξόφληση των καθυστερημένων δόσεων. ΄Οσον αφορά το έγγραφο τεκμήριο 1, ο κ.Σοφοκλέους εκφράστηκε λέγοντας ότι αυτό μπορεί να μην αποτελεί συμφωνία ενοικιαγοράς, όμως είναι μια συμφωνία. Η οποία, όπως επανέλαβε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, έγινε με σκοπό τη διευκόλυνση της εναγομένης με τον τρόπο που είχε εξηγήσει προηγουμένως. Στη δική του μαρτυρία για το ίδιο θέμα, ανωτέρω, ο κ.Θωμά ανάφερε ότι η κατάρτιση του εγγράφου, τεκμήριο 1, ήταν το αποτέλεσμα έντονων πιέσεων που είχαν ασκηθεί από υπαλλήλους του οργανισμού προς τους ιδίους για να πληρώσουν τις καθυστερημένες δόσεις των δύο προηγούμενων ενοικιαγορών. Απέρριψε δε τη θέση ότι με την πιο πάνω συναλλαγή θα διευκολύνετο η εναγόμενη, εισηγούμενος ότι κάποια άλλη λύση για το θέμα αυτό, άσχετη με τα υπό εξέταση θέματα, θα ήταν καλύτερη. Και ισχυριζόμενος στη συνέχεια ότι στην ουσία η εναγόμενη είχε εξαναγκαστεί να χρηματοδοτηθεί μέσω μιας εικονικής συμφωνίας ενοικιαγοράς. Η οποία συμφωνία, όπως πρόσθεσε, θα έδιδε την ευκαιρία στην ενάγουσα να εισέπραττε δήθεν δικαιώματα ενοικιαγοράς. Για να συμπληρώσει ότι δέχτηκαν να γίνει η εν λόγω συμφωνία διότι δεν είχαν άλλη διέξοδο, κατά την έκφραση του. Εκ μέρους της εναγομένης κατάθεσαν άλλοι δύο μάρτυρες. Ο πρώτος, κ.Λουκάς Παπαλλής, είναι λογιστής-ελεγκτής. Κατόπιν οδηγιών που έλαβε, διενήργησε για λογαριασμό της εναγομένης ανάλυση του ποσού των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς στο οποίο πρόσθεσε και κάποιες άλλες χρεώσεις τις οποίες ο οργανισμός επέβαλε στην εναγόμενη στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Τα ποσά αυτά ανέβασαν το σύνολο που θα έπρεπε να πληρώσει η εναγόμενη στις Λ.Κ.210.060,
- Το βασικό ήταν Λ.Κ.170.
- ΄Οσον αφορά τα επιπλέον ποσά ο μάρτυρας διαπίστωσε με βάση, όπως αναφερε, τους υπολογισμούς του, ότι το ποσοστό του 7.75% που αναφέρεται στο επίδικο συμβόλαιο ως δικαιώματα ενοικιαγοράς δεν είναι ορθό. Και ότι βασικά αυτό το ποσοστό ανέρχεται σε 14.12%, κατά παράβαση του ισχύοντα τότε περί Τόκου Νόμου. Ο δεύτερος μάρτυρας, ο οποίος κατάθεσε για λογαριασμό της εναγομένης είναι ο κ.Δημήτρης Αριστοτέλους ο οποίος εργάζεται στο τμήμα ελέγχου τραπεζών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Η μαρτυρία του αποσκοπούσε στο να καταδείξει τα επιτόκια τα οποία έπρεπε να χρεώνοντο από τις τράπεζες κατά τον ουσιώδη χρόνο που αφορά στην επίδικη συναλλαγή. Εν τέλει, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, η μαρτυρία των δύο αυτών προσώπων δεν είναι χρήσιμη προς επίλυση της επίδικης διαφοράς. Όμως, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη και διαφωτιστική η μαρτυρία, η οποία παρατίθεται πιο πάνω, των κ.κ.Σοφοκλέους και Θωμά. Από αυτή προκύπτει η πραγματική φύση και το περιεχόμενο της επίδικης συναλλαγής. Οι πιο πάνω μάρτυρες, ένας από κάθε πλευρά, ουσιαστικά αποδέχονται ότι ο οργανισμός και η εναγόμενη προήλθαν σε συμφωνία με βάση την οποία παραχωρήθηκε προς την τελευταία ποσό Λ.Κ.170.
- Και, ασφαλώς, ότι το ποσό αυτό δεν εδόθη χαριστικώς. Ενώ, περαιτέρω, είναι αμοιβαία αποδεκτό ότι το έγγραφο τεκμήριο 1, στην πραγματικότητα δεν αφορούσε συμφωνία ενοικιαγοράς, αφού είναι επίσης σύμφωνοι ότι δε θα μισθώνονταν προς την εναγόμενη οποιαδήποτε αγαθά και δε θα καταβάλλετο συναφώς προς τον οργανισμό οποιοδήποτε μηνιαίο ενοίκιο. Κοινά αποδεκτός είναι επίσης και ο σκοπός τον οποίο θα εξυπηρετούσε η παραχώρηση προς την εναγόμενη του πιο πάνω ποσού των Λ.Κ.170.
- ΄Εστω και αν το γεγονός αυτό έχει αποδοθεί από την τελευταία στην άσκηση σε βάρος της πιέσεων από υπαλλήλους του οργανισμού. ΄Ηταν για να εξοφληθούν οι καθυστερημένες δόσεις δύο υφιστάμενων ενοικιαγορών μεταξύ των ιδίων μερών. Όμως, όσον αφορά τον ισχυρισμό για άσκηση πιέσεων προς την εναγόμενη, πασιφανώς το θέμα αυτό δεν κατέστη επίδικο στα πλαίσια της αγωγής. ΄Ηταν απλώς ένας ισχυρισμός προς αντίκρουση του ισχυρισμού ο οποίος είχε προβληθεί από τον κ.Σοφοκλέους εκ μέρους της ενάγουσας, ότι το πιο πάνω ποσό παραχωρήθηκε στην εναγόμενη κατόπιν παράκλησης των διευθυντών της. Και αυτός ο ισχυρισμός είναι άνευ σημασίας. Ειδικά από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι υπήρξε αμοιβαιότητα μεταξύ των μερών όσον αφορά τη συνομολόγηση της συμφωνίας η οποία άρχισε να διαφαίνεται μέσα από τη μαρτυρία, η οποία έχει δοθεί εκατέρωθεν, τα δε γεγονότα τα οποία προκύπτουν από αυτή αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών. Τα ίδια αυτά γεγονότα γίνονται αποδεκτά από το δικαστήριο ως αποδεικνύοντα τα όσα πραγματικά έλαβαν χώρα μεταξύ του οργανισμού και της εναγομένης κατά τον ουσιώδη χρόνο ήτοι πέριξ της 10.5.
- Προκύπτουν από τη μαρτυρία, ανωτέρω, των κ.κ. Σοφοκλέους και Θωμά. Από αυτά δε διαπιστώνεται ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο τα μέρη είχαν προέλθει σε συμφωνία για την παραχώρηση στην εναγόμενη πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους Λ.Κ.170.
- Στην πραγματικότητα οι διευκολύνσεις αυτές θα ήσαν υπό τη μορφή δανείου αποπληρωτέου με μηνιαίες δόσεις ενώ το εκάστοτε υπόλοιπο θα έφερε τόκο. Και το περιεχόμενο των τελευταίων δύο όρων ήταν προσυμφωνημένο. Συγκεκριμένα, ό,τι αποδίδεται πιο πάνω στην εναγόμενη είναι πράξεις, και η γνώση γι΄ αυτές και για τις συνέπειες τους, των διευθυντών της, εναγομένων 2 και
- Αυτοί γνωρίζοντες για την προαναφερθείσα συμφωνία, ως εκ της συμμετοχής τους στη σύναψη της, συμφώνησαν συγχρόνως στην παραχώρηση προσωπικής εγγύησης από αυτή προς όφελος του οργανισμού και / ή ανέλαβαν υποχρέωση κάλυψης του σε σχέση με τις απορρέουσες από αυτή υποχρεώσεις της εναγομένης. Περαιτέρω, μερίμνησαν για την παραχώρηση από την τελευταία, ως πρόσθετης εξασφάλισης, των προαναφερθέντων δύο υποθηκών. Η ίδια η συμφωνία παραχώρησης του εν λόγω δανείου δεν είναι καταγραμμένη οπουδήποτε. Όμως, επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα που αναφέρονται πιο πάνω και ειδικά αυτά που αναφέρονται στην υλοποίησή της. Δηλαδή, την παραχώρηση από τον οργανισμό προς την εναγόμενη του ποσού των Λ.Κ.170.
- Προφανώς, μέσω κάποιας λογιστικής πράξης, χωρίς να λάβει η εναγόμενη στην πραγματικότητα οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, αφού σκοπός ήταν η εξόφληση άλλων χρεών της προς τον οργανισμό. Οσο για τα υπόλοιπα μέρη της συμφωνίας αυτά επιμαρτυρούνται από κάποιους όρους οι οποίοι περιέχονται στο έγγραφο τεκμήριο
- Συγκεκριμένα, σ΄ αυτούς γίνεται αναφορά στο ύψος του δανεισθέντος ποσού, Λ.Κ.170.000, στη μηνιαία δόση για αποπληρωμή του, Λ.Κ.5.835, το επιτόκιο με το οποίο θα εχρεώνετο το εκάστοτε υπόλοιπο, 9% ετησίως και στις περιστάσεις υπό τις οποίες ο οργανισμός θα μπορούσε να καταστήσει το χρέος πληρωτέο και απαιτητό. Η μη έγκαιρη πληρωμή περιλαμβάνετο σ΄ αυτές. Οι πιο πάνω όροι και η εγκυρότητα τους δεν έχει αμφισβητηθεί από τους εναγόμενους κατά οποιοδήποτε τρόπο. Συναποτελούν δε μαζί με τα προφορικά διαμειφθέντα για παραχώρηση του ποσού των Λ.Κ.170.000 στην εναγόμενη για συγκεκριμένο σκοπό, τη συμφωνία δανείου των μερών. Τα ίδια γεγονότα τα οποία έγιναν αποδεκτά προηγουμένως και από τα οποία διαπιστώνεται η πραγματική φύση της συγκεκριμένης συναλλαγής, όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, καταδεικνύουν συγχρόνως ότι αυτή δεν αφορούσε σε συμφωνία ενοικιαγοράς και ως τέτοια ήταν εικονική. Το γεγονός αυτό ήταν γνωστό από την αρχή και στα δύο εμπλεκόμενα μέρη. Και ακριβώς επιβεβαιώνεται έτσι η παρατήρηση του Diplock L.J. στην υπόθεση Snooκ v. London & West Riding Investments Ltd
(1967)1 All E.R. 518, στη σελίδα 528, ότι «.for acts or documents to be a `sham´, with whatever legal consequences follow from this, all the parties thereto must have a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating". Αν δε τα πράγματα παρέμεναν ως εκεί, και δε ήταν δυνατό από τα γεγονότα να εξαχθεί κάποια άλλη έγκυρη συναλλαγή, τότε η δήθεν συμφωνία ενοικιαγοράς θα ήταν άκυρη από την αρχή. Οπότε ενδεχόμενα να τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 65 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Το άρθρο αυτό δεν προβλέπει για κάποια αιτία αγωγής. Ο,τι προβλέπει είναι συγκεκριμένη θεραπεία την οποία το εκδικάζον δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σε διάδικο εφόσον συντρέχουν κάποιες περιστάσεις. Συνίσταται στην αποκατάσταση οφέλους το οποίο συμβαλλόμενο μέρος έχει προσπορισθεί στα πλαίσια συμφωνίας η οποία έχει αποδειχθεί ότι είναι άκυρη, και από οποιαδήποτε αιτία. Αναπαράγει την όμοια προϋπάρχουσα αρχή του δικαίου της επιείκειας αναφορικά με τον άδικο πλουτισμό, η οποία επιβάλλει την αποκατάσταση άδικα αποκτηθέντος οφέλους, με την επιστροφή του στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, στη βάση απαίτησης γνωστής στο πιο πάνω δίκαιο ως "money had and received". Στην υπόθεση North Central Wagon Finance Co. Ltd. v. Brailsford
(1962)1 All E.R. 502, η πιο πάνω αρχή έτυχε εφαρμογής σε παρόμοια περιστατικά όπως αυτά στην παρούσα. Είχε κριθεί και εκεί ότι η μεταξύ των μερών φερόμενη ως συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν εικονική και ότι επρόκειτο για συγκεκαλυμμένη συμφωνία παραχώρησης δανείου. Όμως, επειδή η διαπιστωθείσα αυτή συμφωνία ήταν επίσης άκυρη για το λόγο ότι δεν είχε εγγραφεί, όπως θα έπρεπε, με βάση τις πρόνοιες συγκεκριμένης νομοθεσίας, εγκρίθηκε η αποκατάσταση του δανεισθέντος ποσού, προς όφελος του δανειστή, στη βάση της πιο πάνω αρχής, την οποία προβλέπει και το άρθρο 65, ανωτέρω. Η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από την προαναφερθείσα αγγλική υπόθεση. Δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια ή άλλη αρχή η οποία να εμποδίζει την εφαρμογή της διαπιστωθείσας, ανωτέρω, συμφωνίας δανείου και των όρων που, όπως επίσης διαπιστώθηκε, διέπουν τη λειτουργία της. Ενώ όσον αφορά άλλους όρους οι οποίοι περιέχονται σ΄ αυτή, παραπέμποντας σε συμφωνία ενοικιαγοράς, από τη στιγμή που έχει διαπιστωθεί ότι δεν υπήρχε ποτέ πρόθεση μεταξύ των συμβαλλομένων να ήταν τέτοιας φύσεως η επίδικη συναλλαγή, διαπιστώνεται ότι ήταν και αυτοί εξ αρχής άκυροι και αναποτελεσματικοί. Ειδικά η επιβολή στην εναγόμενη, υπό τις περιστάσεις ανωτέρω, του πρόσθετου ποσού των δήθεν δικαιωμάτων ενοικιαγοράς. Μάλιστα, δεν αποκλείεται ο όρος αυτός να ήταν και παράνομος αφού με την χρέωση επί του εκάστοτε υπολοίπου και του 9%, το επιτόκιο θα υπερέβαινε το τότε ανώτατο επιτρεπόμενο με βάση τον περί Τόκου Νόμο 2/1977, που ήταν 9% ετησίως. Βέβαια, είναι ορθό να λεχθεί πως και η απαίτηση αυτή αποσύρθηκε από την αρχή και επομένως έχει αρθεί η οποιαδήποτε παρανομία η οποία διαφορετικά θα μόλυνε τη διαπιστωθείσα συμφωνία δανείου. Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι η εν λόγω συμφωνία δανείου των μερών τελικώς τερματίστηκε με την επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας ημερομηνίας 25.5.2007, τεκμήριο
- ΄Εστω και αν ο εν λόγω τερματισμός αναφερόταν στην εικονική, εν τέλει, συμφωνία ενοικιαγοράς αφού δεν αμφισβητήθηκε ότι η προαναφερθείσα επιστολή θα μπορούσε να έχει την ίδια επίδραση σε σχέση και με τη συμφωνία δανείου. Και, βεβαίως, το ποσό το οποίο κατέστη τότε πληρωτέο και απαιτητό ήταν αυτό στο οποίο περιορίστηκε, τελικώς, η απαίτηση της ενάγουσας∙ Λ.Κ.135.172,66 ή €230.956,
- Η ύπαρξη του υπολοίπου αυτού αποδεικνύεται τόσο με την κατάσταση του τεκμηρίου 4, το σύνολο των πιστωτικών πράξεων, εξαιρουμένου του ποσού €448.97, όσο και από τη σχετική αναφορά του κ.Σοφοκλέους στη γραπτή δήλωση του, έγγραφο 7, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί. Στην υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι αρνούνται γενικά τα περί συμφωνίας για παραχώρηση δανείου, την οποία η ενάγουσα τελικώς προώθησε ισχυριζόμενη την παραβίαση της. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι είναι αντιφατική προς τις λοιπές αιτίες οι οποίες προβάλλονται διαζευκτικά και, βεβαίως, δεν έχουν προωθηθεί. Η θέση, ανωτέρω, των εναγομένων δεν έχει αναπτυχθεί περαιτέρω σε οποιοδήποτε στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. ΄Όπως, άλλωστε, ούτε και κάποιοι άλλοι ισχυρισμοί στην ίδια παράγραφο 5 του εν λόγω δικογράφου. Επομένως, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν εγκαταλειφθεί ενώ, εν πάση περιπτώσει, αυτοί δεν ευσταθούν, όπως θα διαπιστωθεί και στη συνέχεια. Όμως, όπως διαπιστώθηκε ήδη, οι εναγόμενοι επέμεναν, κατά το στάδιο προσφοράς της μαρτυρίας, στην προβολή του θέματος της εικονικότητας της συμφωνίας ενοικιαγοράς, η οποία εμπεριέχεται στο έγγραφο τεκμήριο
- Βασικά, παραγνωρίζοντας την επιλογή της ενάγουσας να μην προωθήσει την αιτία αγωγής η οποία βασίζετο σ΄ αυτή, όπως είχε δικαίωμα να πράξει. Και αντίθετα εισηγούμενοι μέσω του συνηγόρου των στο στάδιο των αγορεύσεων ότι η συμπερίληψη της στην έκθεση απαιτήσεως συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Όμως, από τη στιγμή που η εν λόγω αιτία έχει εγκαταλειφθεί, όπως έχει προηγουμένως αναφερθεί, σαφώς η πιο πάνω εισήγηση δεν ευσταθεί. Θα ήταν ίσως διαφορετικά τα πράγματα αν η ενάγουσα επέλεγε, εν γνώσει της ότι η εν λόγω συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν εικονική, να προωθήσει αιτία αγωγής βασιζόμενη σε αυτή. Όμως, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι και επομένως το θέμα αυτό δε χρήζει περαιτέρω εξέτασης. Ένα τελευταίο θέμα σε σχέση με τη πτυχή αυτή αφορά στο εξής. Οι εναγόμενοι προώθησαν τη θέση ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι εικονική, βασιζόμενοι σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τις οποίες εξετάστηκαν οι επιπτώσεις από μια τέτοια συμφωνία. Πρόκειται για τις υποθέσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1432, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Κωνσταντίνου
(2002)1 Α.Α.Δ. 2067, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Χίνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 818, Κάστανος ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2009)Α.Α.Δ. 1374, και τελευταία η πρόσφατη υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Αντρέα Μιχαήλ Π.Ε. Αρ. 347/2008, ημερομηνία 23.1.
- Η νομολογία αυτή και ειδικά η τελευταία υπόθεση, καθιέρωσε ότι «ένας διάδικος ο οποίος απευθύνεται στο δικαστήριο προτείνοντας και προωθώντας μια πλαστή εκδοχή, σε περίπτωση απόρριψης, της εκδοχής αυτής, δεν μπορεί να επιζητεί απονομή δικαιοσύνης, σε βάση άλλη από εκείνη που κάλεσε το δικαστήριο να αποδεχθεί», (από την απόφαση πλειοψηφίας που έδωσε ο Νικολάτος, Δ. στη σελίδα 4). Σε τέτοια περίπτωση, όπως παρατηρεί ο Κωνσταντινίδης Δ., «Προέκυπτε θεμελιώδες `δικογραφικό θέμα΄». Η παρατήρηση αυτή έγινε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου, ανωτέρω, στη σελίδα
- Σημαντικό είναι επίσης να επισημανθεί ότι οι εναγόμενοι δεν προώθησαν κάποιους ισχυρισμούς τους για το ανυπόσατο της συμφωνίας εγγύησης ή κάλυψης των υποχρεώσεων της εναγομένης την οποία οι εναγόμενοι 2 και 3 είχαν συνάψει συγχρόνως με τη συμφωνία δανείου, με τον οργανισμό. Για την ακρίβεια έχουν ταυτίσει την εγκυρότητα της με την εγκυρότητα της βασικής συμφωνίας της εναγομένης. Και παραλείποντας συγχρόνως να προκαλέσουν να εξεταστεί κατά πόσο πρόκειται για συμφωνία εγγύησης ή συμφωνία κάλυψης. Η τελευταία δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση των εν λόγω εναγομένων σε σχέση γενικά με την υποχρέωση της εναγομένης από την παραχώρηση προς αυτή του προαναφερθέντος ποσού, γεγονός που παρέχει τη δυνατότητα για διαπίστωση ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι από τη συμφωνία αυτή που προκύπτει η σχετική υποχρέωση τους προς την ενάγουσα. Η ίδια, όπως περιγράφεται πιο πάνω, ήταν η αντιμετώπιση των εναγομένων σε σχέση και με τις ενυπόθηκες εξασφαλίσεις τις οποίες η εναγόμενη είχε παραχωρήσει στον οργανισμό και τώρα θα επωφεληθεί από αυτές η ενάγουσα. Συγκεκριμένα, δεν προωθήθηκε οποιοσδήποτε από τους λόγους υπεράσπισης που αναφέρονται στην παράγραφο 8 του ομώνυμου δικογράφου των εναγομένων. Ούτε αναπτύχθηκε αργότερα οποιαδήποτε επιχειρηματολογία σχετικά με την εγκυρότητα τους, με δεδομένο ότι τα έγγραφα των συγκεκριμένων υποθηκών έχουν κατατεθεί ως μαρτυρία και είναι τα τεκμήρια 2 Α και 2 Β. Ενώ, πρόσθετα, δε διαπιστώνεται από τα έγγραφα αυτά να υπάρχει λόγος ο οποίος να δικαιολογεί όπως οι σχετικές υποθήκες να κριθούν άκυρες ή ανεφάρμοστες στην προκειμένη περίπτωση. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί κάτι σε σχέση και με τον τόκο που θα φέρει το προαναφερθέν οφειλόμενο υπόλοιπο. Όπως διαπιστώθηκε το επιτόκιο είχε συμφωνηθεί προς 9% ετησίως επί του εκάστοτε υπολοίπου. Όμως, δε δίδεται μια σαφής εικόνα ως προς το θέμα αυτό από την κατάσταση του τεκμηρίου
- Προφανώς, ο λόγος είναι ότι δεν είχαν ξεκαθαρίσει ακόμα τότε, ούτε καν στις 5.10.2010 ημερομηνία που φέρει η εν λόγω κατάσταση, πως και για ποιο ποσό θα προχωρούσε η ενάγουσα την απαίτηση της. Αυτό συνέβηκε στις 15.11.2010 με τη μαρτυρία του κ.Σοφοκλέους. Τότε ήταν που η πλευρά της ενάγουσας κατέστησε σαφές ότι η απαίτηση της θα ήταν για συγκεκριμένο ποσό υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας δανείου. Επομένως, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις κρίνεται δίκαιο όπως ο τόκος υπολογίζεται από την ημερομηνία αυτή. Επομένως, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσό των €230.956,20 σε Λ.Κ.135.172,66 με τόκο προς 9% ετησίως από τις 15.11.2010 μέχρι εξοφλήσεως. Επίσης, εκδίδεται διάταγμα για εκποίηση των ακινήτων της εναγομένης τα οποία δεσμεύονται με τις υποθήκες Υ867/1999 και Υ1134/1999 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, τεκμήρια 2Α και 2Β, αντίστοιχα, προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. ΄Οσον αφορά τα έξοδα αυτά επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως. Να υπολογιστούν από την Πρωτολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ......... Γ.Ν.Γιασεμής /ΚΣ Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο