← Κύπρος

ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ την Άρτεμη Τουμαζή, Ειδ. Πτωχ.: 105/12, 14/12/2012

ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ την Άρτεμη Τουμαζή, Ειδ. Πτωχ.: 105/12, 14/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A193 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Ειδ. Πτωχ.: 105/12 ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ την Άρτεμη Τουμαζή, εκ Λάρνακας, Θέμιδος 6Α. Αίτηση ημερ. 3-7-12 για παραμερισμό Ειδοποίησης Πτώχευσης Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για Οφειλέτιδα: κα Ε. Οικονόμου για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Πιστωτές: κ. Λουκαΐδης για Δρ Ανδρέας Ποιητής & Σία. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση της η Οφειλέτιδα αιτείται τον παραμερισμό και ή την ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης, η οποία εκδόθηκε στις 21-3-12, κατόπιν μονομερούς αίτησης των Πιστωτών. Η Ειδοποίηση είχε εκδοθεί εν σχέσει με δικηγορικά έξοδα τα οποία κατ' ισχυρισμόν η ίδια οφείλει προς τους Πιστωτές δυνάμει σχετικών αποφάσεων σε δύο εφέσεις και άλλων αποφάσεων στην αγ. 3770/02 Ε. Δ. Λάρνακας. Παλαιότερη παρόμοια αίτηση της ημερ. 10-4-12 απερρίφθη στις 22-6-12 λόγω έλλειψης προώθησης της. Η παρούσα στηρίζεται στον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, στους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς και στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1 και
  2. Στην αίτηση δεν αναφέρεται κατά πόσον συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, πλην όμως στην πράξη επισυνάφθηκε οκτασέλιδη ένορκη δήλωση της Οφειλέτιδος στην οποίαν επισυνάπτονται και αρκετά έγγραφα ως Τεκμήρια 1-
  3. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στο μακρύ ιστορικό της υπόθεσης και των διαφορών της με τους πιστωτές και ειδικότερα στην άδεια εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης εναντίον της στα πλαίσια της αγωγής 3770/02, η οποία πυροδότησε μια σειρά αιτήσεων για έκδοση πτωχευτικών ειδοποιήσεων και διαταγμάτων παραλαβής εναντίον της, αίτησης για αναστολή εκτέλεσης, εφέσεις για διάφορα από τα θέματα αυτά και αίτηση για κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Βασικοί της ισχυρισμοί είναι αφενός ότι στις 29-6-07 συμφωνήθηκε αναστολή εκτέλεσης υπό τον όρο να παράσχει η ίδια τραπεζική εγγύηση, πράγμα που έπραξε χωρίς στο τέλος οι πιστωτές να φροντίσουν να την εισπράξουν και αφετέρου ότι μετά την παραλαβή της επίδικης Ειδοποίησης Πτώχευσης η ίδια απέστειλε επιταγή της για €4.443,75 προς εξόφληση εξόδων την οποίαν δεν απεδέχθησαν οι δικηγόροι των Πιστωτών. Αμφισβητεί κυρίως το οφειλόμενο ποσόν ως το ισχυρίζονται οι πιστωτές, αρνούμενη ότι υφίστανται όλες οι αποφάσεις τις οποίες επικαλούνται. Καταλήγει στην §15 ότι η ειδοποίηση πτώχευσης πρέπει να ακυρωθεί επειδή: (α) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης της. (β) Είναι καταχρηστική. (γ) Δεν αναφέρει ούτε αποκαλύπτει το ακριβές ποσό που οφείλεται. (δ) Δεν επισυνάφθηκαν ως έπρεπε όλα τα αντίγραφα των αποφάσεων. (ε) Τα ποσά έχουν εξοφληθεί με την παράδοση της τραπεζικής εγγύησης. Οι πιστωτές προέβαλαν επτά λόγους ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:
  4. Υπάρχει δεδικασμένο.
  5. Δεν προβλέπεται τέτοιου είδους αίτηση.
  6. Δεν υπάρχει νομική βάση στην αίτηση.
  7. Εάν θεωρηθεί ως ένορκη δήλωση τότε είναι εκπρόθεσμη.
  8. Η τραπεζική εγγύηση δεν έχει δοθεί.
  9. Από αλληλογραφία προκύπτει ότι η τραπεζική εγγύηση κατατέθηκε στον Πρωτοκολλητή, πλην όμως ούτε εκεί έχει εντοπιστεί.
  10. Με την αποστολή χρημάτων (επιταγή) δεν προσφέρθηκε όλο το ποσό και ούτως ή άλλως δεν μπορούσε να εισπραχθεί οτιδήποτε από πρόσωπο το οποίο αντιμετώπιζε πτωχευτική αίτηση. Στην ένορκη της δήλωση η υπάλληλος του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους πιστωτές κα Κατερίνα Κονναρή επαναλαμβάνει επί λέξει όλους τους λόγους ένστασης και περαιτέρω δηλώνει ότι:
  11. Πράγματι δεν υπάρχουν εναντίον της Οφειλέτιδος αποφάσεις ημ. 8-3-06 και 10-3-
  12. Πράγματι σε κάποιες διαδικασίες έχει κερδίσει έξοδα η Οφειλέτιδα τα οποία θα συνυπολογιστούν στο οφειλόμενο υπόλοιπο της (€1.351,50 + €1.448,50). Νομική Πτυχή. Η ακρόαση της αίτησης προχώρησε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντος ή να τεθεί θέμα συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για κάποιον ισχυρισμό. Θα πρέπει δε να σημειωθεί πως το βάρος απόδειξης παραμένει στην αιτήτρια στις περιπτώσεις που υπάρχει διαφωνία (βλ. υπ. Σεβαστού v. Σεβαστού

(2002)1 Α.Α.Δ 1980). Όπως έχει λεχθεί πιο πρόσφατα στην υπ. Thinking Steel International BV v. Caramondani Bros Public Co Ltd, Πολ. Έφ. 361/08, ημερ. 29-6-12, τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται. Όταν υπάρχουν αναντίλεκτες θέσεις του Καθ' ου και αντικρουόμενες εκδοχές δημιουργείται κενό, το οποίο οφείλει να συμπληρώσει ο αιτητής, όπως εξηγείται στην ίδια υπόθεση (βλ. και Rashid v. Παπόρη, Πολ. Εφ. 198/12, ημερ. 7-12-12). Το κατά πόσον προβλέπεται τέτοιου είδους αίτηση και κατά πόσον υπάρχει δεδικασμένο είναι ζητήματα τα οποία πρέπει να εξεταστούν πριν από τα υπόλοιπα εφόσον ενδέχεται να εμποδίζουν την περαιτέρω προώθηση της παρούσας αίτησης. i. Αίτηση αντί ένορκης δήλωσης. Βασικά ο ισχυρισμός των Πιστωτών ότι δεν προβλέπεται τέτοιου είδους αίτηση επιλύεται από την υπ. Re: Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365 σχετικό απόσπασμα της οποίας υιοθετήθηκε με επιδοκιμασία στην υπ. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ v. Δημήτρης Δημητρίου
(2008)1 ΑΑΔ 425 ως εξής: "Our r.40 of the Bankruptcy Rules is almost similarly worded to the corresponding English Bankruptcy r.139 and so we can seek recourse to the English Bankruptcy Practice for guidance. In Williams and Muir Hunter "The Law and Practice in Bankruptcy", 19th ed., under the heading "Setting aside bankruptcy notice on grounds other than set-off" we read the following at p.38: "The debtor may apply by motion (e.g. not by the summary affidavit procedure of B.R. 139) to set aside the notice on other grounds, e.g. irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc". Συνάγεται λοιπόν πως υπάρχει η δυνατότητα καταχώρισης αίτησης (αντί ένορκης δήλωσης) όταν η ακύρωση ζητείται για λόγους εκτός αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 3
(1)(g) του Κεφ. 5 και στον κ.40
(2). Μάλιστα στις περιπτώσεις αυτές δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση. ii. Δεδικασμένο. Η εισήγηση περί δεδικασμένου έχει ως βάση την παλαιότερη απόρριψη παρόμοιας αίτησης της Οφειλέτιδος λόγω μη προώθησης της. Ούτε αυτή όμως ευσταθεί καθότι όπως έχει και πρόσφατα αναφερθεί στην υπ. Borna Alikhani v. Προδρόμου, Πολ. Εφ. 22+27/2009, ημερ. 10-4-12 "το δεδικασμένο προϋποθέτει τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής ή ζητήματος εγερθέντος ενώπιον Δικαστηρίου μεταξύ των ιδίων διαδίκων, με την αυτή ιδιότητα." Πιο παλιά στην υπ. Evagorou v. Christodoulou
(1982)1 C.L.R. 771 είχε λεχθεί πως απόφαση η οποία δεν κρίνει την υπόθεση επί της ουσίας της, δεν αποτελεί εμπόδιο για την καταχώριση νέας (". does not make the matter res judicata"). Κατά παρόμοιο τρόπο και στην παρούσα είναι προφανές πως δεν αποφασίστηκε επί της ουσίας της η παλαιότερη αίτηση, οπότε δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο. iii. Τύπος - Προϋποθέσεις Αρχικής Αίτησης. Τρεις από τους λόγους τους οποίους επικαλείται η Αιτήτρια - Οφειλέτιδα, ήτοι οι υπό §15 (α), (γ) και (δ) της ένορκης δήλωσης σχετίζονται μεταξύ τους αφού αφορούν την ορθότητα, τον τύπο και τις προϋποθέσεις της αρχικής αίτησης καθώς και της ίδιας της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(3)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, η Ειδοποίηση θα γίνεται κατά τον καθορισμένο τύπο και θα καλεί τον οφειλέτη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος σύμφωνα με τους όρους της απόφασης. Η χρήση του όρου "shall" καθιστά επιτακτικής φύσεως την εν λόγω πρόνοια (βλ. υπ. Γεωργιάδου v. Γεωργιάδη
(1999)1 ΑΑΔ 1210). Ο τύπος της αίτησης καθορίζεται από τον κ. 39 και το Πτωχευτικό Έντυπο αρ. 3 στο οποίο παραπέμπει. Όπως επιτάσσει επίσης ο κ. 39 και πάλι με τη χρήση του ίδιου όρου, πιστωτής που επιθυμεί όπως εκδοθεί ειδοποίηση πτώχευσης θα προσκομίσει στον Πρωτοκολλητή επίσημο αντίγραφο της απόφασης επί της οποίας στηρίζεται και καταχωρίζει επίσης την ειδοποίηση μαζί με αίτηση για έκδοση. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση των Πιστωτών - λεκτικά τουλάχιστον - συμμορφώνεται με τον τύπο ο οποίος προβλέπεται στους κανονισμούς. Περιέχει δε την απαραίτητη αναφορά ότι οι ίδιοι προσκομίζουν "επίσημον αντίγραφο" πέντε αποφάσεων ως εξής: α) Πολ. Εφ. 67/06 ημ. 11-2-08. β) Πολ. Εφ. 342/06 ημ. 13-1-09 γ) Αγ. αρ. 3770/02 ημ. 8-3-06 Ε.Δ. Λ/κας δ) Αγ. αρ. 3770/02 ημ. 30-10-06 » ε) Αγ. αρ. 3770/02 ημ. 29-6-07 » Όμως στην Ειδοποίηση που είχε παρουσιαστεί προς έκδοση (και τελικά εκδόθηκε) αναφέρονται τελικά έξι αποφάσεις, ήτοι εκτός των πέντε ανωτέρω και η: στ) Αγ. 3770/02 ημ. 10-3-09 Ε.Δ. Λ/κας. Το συνολικό ποσόν, όπως προκύπτει από τις έξι αποφάσεις της Ειδοποίησης ανέρχεται στα €6.334,87. Η επιπλέον απόφαση που αναφέρεται μόνον στην Ειδοποίηση αφορά ποσόν €161,15. Το παράδοξο όμως και ανεξήγητο είναι πως δεν έχει παρουσιαστεί καμιά από τις πιο πάνω αποφάσεις στον Πρωτοκολλητή όπως επιτάσσει ο κ.39 και το Πτωχ. Έντυπο αρ. 3. Αντί τούτου δε, όλως παραδόξως επίσης, επισυνάφθηκαν δύο άλλες αποφάσεις στις οποίες είχαν επιδικαστεί έξοδα υπέρ της Οφειλέτιδος ως εξής:
  1. i)Ειδ. Πτ. 295/08 ημ. 26-10-09 για €735,10.
  2. ii)Αίτ. Πτ. 117/09 ημ. 10-11-09 για €616,40. Σύνολο: €1.351,50 Πέραν των πιο πάνω ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των πιστωτών στην ένσταση παραδέχεται (παρ. 11 της ε.δ) ότι "πράγματι δεν υπάρχουν εναντίον της κυρίας Τουμαζή αποφάσεις ημ. 8-3-06 και 10-3-09". Πρόκειται για τις υπ' αρ. (γ) και (στ) αναφερόμενες στην εκδοθείσα Ειδοποίηση, οι οποίες συμποσούνται σε €1.151,94. Παραδέχεται επίσης πως και οι ίδιοι οφείλουν για μιαν άλλη απόφαση ημερ. 14-5-10 το ποσόν των €1.448,50 + Φ.Π.Α, δηλαδή συνολικά €1.653,10). Συνεπώς από αριθμητικής πλευράς και με τις αναγκαίες διορθώσεις θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι Πιστωτές θα έπρεπε να παρουσιάσουν επίσημα αντίγραφα αποφάσεων ύψους €6.182,93 δηλαδή τις υπ' αρ. (α), (β), (δ) και (ε) αναφερόμενες στην αίτηση και η Οφειλέτιδα αν ήθελε θα μπορούσε να προβάλει με ένορκη δήλωση ανταπαίτηση ύψους €3.004,60. Η διαφορά των €3.178,33 είναι στην πραγματικότητα το ποσόν που στο τέλος θα ήθελαν να εισπράξουν οι πιστωτές τουλάχιστον με τα υπάρχοντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία (και χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν μεταγενέστερες διαδικασίες). Το ότι αναφέρεται στην Ειδοποίηση μεγαλύτερο ποσό απ' αυτό που πραγματικά οφείλεται δεν θα αποτελούσε λόγο για ακύρωση της ενόψει των προνοιών του άρθρου 3
(3)(β) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου το οποίο για ό,τι ενδιαφέρει προνοεί ότι: "
(3).................. Νοείται ότι Ειδοποίηση Πτώχευσης - (α) .................... (β) δεν θα ακυρώνεται εξαιτίας μόνο του ότι το ποσό που ορίζεται στην ειδοποίηση ως το οφειλόμενο υπερβαίνει το ποσό που πραγματικά οφείλεται, εκτός αν ο οφειλέτης εντός της προθεσμίας που δόθηκε για πληρωμή δώσει ειδοποίηση στον πιστωτή ότι αμφισβητεί την εγκυρότητα της Ειδοποίησης Πτώχευσης με βάση την ανακρίβεια αυτή.". Δεν είναι όμως αυτό το θέμα που τίθεται για εξέταση στα πλαίσια της αίτησης για ακύρωση. Το ερώτημα που ενδιαφέρει είναι οι συνέπειες της μη προσκόμισης οποιασδήποτε απόφασης κατά την υποβολή της αίτησης για Ειδοποίηση Πτώχευσης. Στην πραγματικότητα οι Πιστωτές, μη επισυνάπτοντας οποιοδήποτε επίσημο αντίγραφο απόφασης ή διατάγματος που να δικαιολογεί την αξίωση τους, παρέλειψαν να συμμορφωθούν με επιτακτικές πρόνοιες του νόμου και των κανονισμών. Έχω την γνώμη πως η προσκόμιση τέτοιων αποφάσεων είναι δικαιοδοτικής φύσης ως προς την έκδοση μιας Ειδοποίησης Πτώχευσης και πως το ελάττωμα αυτό δεν θεραπεύεται ακόμα και αν ο εκάστοτε οφειλέτης παραδέχεται ότι οφείλει κάποιο ποσό. Η παραπομπή στα λεχθέντα στην υπ. Αλωνεύτη v. Αlpha Bank Ltd
(2010)1 Α Α.Α.Δ 475 είναι πράγματι εύστοχη και καθοδηγητική ως προς τα εξής: "Αναμένεται από τους πιστωτές, ενόψει και της suis generis φύσης της διαδικασίας πτώχευσης, οιονεί ποινικού χαρακτήρα, μεγαλύτερη προσήλωση στους τύπους της ειδοποίησης, περιλαμβανομένης της ορθής και επακριβούς αναφοράς στο ποσό που στην πράξη παραμένει οφειλόμενο". Κρίνεται λοιπόν ότι και μόνο για αυτό το λόγο υπήρξε θεμελιώδης παρατυπία κατά την έκδοση της Ειδοποίησης εφόσον στον Πρωτοκολλητή δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε επίσημο αντίγραφο απόφασης και η εκδοθείσα Ειδοποίηση θα πρέπει να ακυρωθεί. Κανονικά παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων προβληθέντων λόγων, πλην όμως θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω την άποψη του δικαστηρίου, έστω και εν συντομία. iv. Κατάχρηση διαδικασίας. Όσον αφορά την εισήγηση περί κατάχρησης της διαδικασίας, στην υπ. London Clubs Ltd κ.α. ν. Ρόδου Παπαδοπούλου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1699 λέχθηκε πως σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση προσώπου ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Δεν αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο. Η Οφειλέτιδα στην παρούσα, χωρίς να παραθέτει οποιαδήποτε στοιχεία ή γεγονότα που θα στοιχειοθετούσαν ή έστω θα αποτελούσαν ένδειξη για κάτι τέτοιο, ισχυρίζεται πως αυτό ακριβώς πράττουν οι Πιστωτές με την Ειδοποίηση που εξέδωσαν. Όμως όπως έχει τονιστεί στην Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 788 «δεν ασκείται έλεγχος εσωτερικών ελατηρίων και δεν είναι με αναφορά σε τέτοια αλλά στον τρόπο χρησιμοποίησης των διαδικασιών» που κρίνεται το θέμα. Αυτή ήταν η ειδοποιός διαφορά ως προς την London Clubs (ανωτέρω) στην οποίαν κρίθηκε ως καταχρηστική η χρήση της διαδικασίας πτώχευσης κατ' επανάληψη με επακόλουθο την συγκατάθεση του οφειλέτη σε αύξηση του προϋπάρχοντος διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Ουσιαστικά το θέμα της κατάχρησης οριοθετήθηκε στην υπ. Πετράκης (ανωτέρω) ως εξής: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή». Τα πιο πάνω ισχύουν κατά τη γνώμη μου κατ' αναλογίαν και στην περίπτωση Ειδοποίησης Πτώχευσης. Στην παρούσα δεν έχουν αναφερθεί στοιχεία δόλου ή εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος των Πιστωτών. Βεβαίως η ίδια η ειδοποίηση πτώχευσης εμπεριέχει στο λεκτικό της την παραίνεση εξόφλησης της απόφασης, πλην όμως αυτή από μόνη της δεν είναι δυνατό να εξισώνεται με κατάχρηση δεδομένου ότι κάθε πιστωτής έχει εκ του νόμου μεταξύ άλλων δικαιωμάτων και αυτό της έκδοσης τέτοιας ειδοποίησης. Ούτε έχει προκύψει ότι προωθούνται ταυτόχρονα κάποιες διαδικασίες από τους πιστωτές. Χωρίς άλλα στοιχεία λοιπόν, η άσκηση ενός τέτοιου δικαιώματος δεν μπορεί να κριθεί ως καταχρηστική. v. Εξόφληση. Όσον αφορά την εισήγηση περί εξόφλησης μέσω της τραπεζικής εγγύησης πρέπει να παρατηρήσω πως παρέμεινε τελικά αναντίλεκτος ο ισχυρισμός των Πιστωτών ότι κάποια εκδοθείσα τραπεζική εγγύηση δεν παραδόθηκε στους ίδιους, αλλά κατατέθηκε στο δικαστήριο όπως επιβεβαιώνεται από επιστολή της τότε δικηγόρου της Οφειλέτιδος, την οποίαν η τελευταία μάλιστα επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση της (Τεκμ. 8). Όπως αναντίλεκτος παρέμεινε και ο ισχυρισμός των Πιστωτών ότι δεν εντοπίστηκε ποτέ και ούτε εισπράχθηκε η εν λόγω εγγύηση. Πράγμα που ισχύει και για την εκδοθείσα επιταγή η οποία επίσης δεν έχει εξαργυρωθεί. Δεδομένης λοιπόν της μη είσπραξης της εγγύησης και της μη εξαργύρωσης της επιταγής δεν είναι λογικό να προβάλλεται ισχυρισμός εξόφλησης. Κατάληξη Ενόψει της διαπίστωσης ότι υπήρξε παρατυπία κατά την έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης αυτή ακυρώνεται με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας - Οφειλέτιδας ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α, έξοδα επίδοσης και νόμιμο τόκο από σήμερα. (Υπ.)..................................... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.