G D ANOSIS LTD ν. A KANIOS TRADING CO LTD, Αρ. Αγωγής:1719/2009, 14/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1719/2009 Μεταξύ: G & D ANOSIS LTD Εναγόντων και A. KANIOS TRADING CO LTD Εναγομένων _________ Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Γ. Λουκαϊδης για Δρ Ανδρέας Ποιητής & Σία Για τους εναγόμενους: κ. Φραγκάλας για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λάρνακα και ασχολούνται με πωλήσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών και εξαρτημάτων τους, εγκατάσταση, συντήρηση, υποστήριξη (support) λογισμικών προγραμμάτων και παροχή γενικά υπηρεσιών σχετικών με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οι ενάγοντες διατείνονται στην έκθεση απαιτήσεως τους, και δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους, ότι κατά ή περί την 8.08.2005 συνάφθηκε συμφωνία μεταξύ τους και των εναγομένων για παροχή στους τελευταίους υποστήριξης (support contract) για περίοδο πέντε ετών η οποία θα άρχιζε στις 8.08.2005 και θα έληγε στις 7.08.2010, έναντι του ποσού των €500,60 πλέον Φ.Π.Α. ετησίως το οποίο θα προπληρωνόταν κάθε χρόνο. Οι εναγόμενοι δεν προπλήρωσαν το ως άνω ποσό για το έτος από 8.08.2008 - 7.08.2009 το οποίο και αξιώνουν με την παρούσα αγωγή τους. Σύμφωνα με τη συμφωνία, καθυστέρηση πληρωμής οποιουδήποτε ποσού θα επιβαρυνόταν με τόκο 9% ετησίως ο οποίος όμως κατά την τελική εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων μειώθηκε σε νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που απαίτησαν το ποσό αυτό με επιστολή των δικηγόρων τους δηλαδή την 10.04.
- Οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους, ενώ παραδέχονται τα πιο πάνω, προβάλλουν στην ουσία τον ισχυρισμό ότι είχαν τερματίσει την πιο πάνω συμφωνία όταν προέκυψε μεταξύ τους διαφωνία σε σχέση με το κατά πόσο θα έπρεπε να πληρώσουν την χρέωση των εναγόντων, ένα ¨υπέρογκο ποσό¨ όπως το χαρακτηρίζουν, για αναβάθμιση του προγράμματος τους ώστε να ήταν δυνατή η χρήση του μετά την εισαγωγή του Ευρώ ως του επίσημου νομίσματος, μέσα στα πλαίσια της γενικότερης συνεργασίας τους και δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας. Ισχυρίζονται ότι η χρέωση αυτή ενέπιπτε μέσα στην έννοια των ειδικών τιμών τις οποίες οι ενάγοντες όφειλαν να προσφέρουν στους εναγόμενους κάτι όμως που οι ενάγοντες αρνήθηκαν να συζητήσουν και επέμειναν στην προτεινόμενη εκ μέρους τους τιμή. Έτσι, σύμφωνα με την αντίληψη τους, δεν οφείλουν κανένα ποσό για την πιο πάνω χρονική περίοδο εφόσον η συμφωνία τους είχε τερματιστεί με υπαιτιότητα των εναγόντων λόγω της εκ μέρους τους παράβασης ουσιώδους όρου της μεταξύ τους συμφωνίας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Προς υποστήριξη της αξίωσης των εναγόντων, κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η μέτοχος και διευθύντρια τους κα Κατερίνα Καλλιτσιώνη (Μ.Ε.) και προς υποστήριξη των ισχυρισμών και θέσεων των εναγομένων κατέθεσε ο διευθυντής τους κ. Πανίκος Κανιός (Μ.Υ.). Η κα Κ. Καλλιτσιώνη (Μ.Ε.) ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης ως διευθύντρια και μέτοχος των εναγόντων κατά τον επίδικο χρόνο. Οι ενάγοντες ασχολούνται με την πώληση ηλεκτρονικών υπολογιστών και με την υποστήριξη λογισμικών προγραμμάτων. Αναφέρθηκε στη συμφωνία υποστήριξης (support contract) (τεκμ. 1), την οποία σύναψαν οι ενάγοντες με τους εναγόμενους με ημερομηνία 8.08.2005 η οποία έληγε στις 7.08.2010 και στους επιμέρους όρους της δίδοντας τη δική της ερμηνεία γι΄αυτούς. Η συμφωνία αυτή ήταν πενταετούς διάρκειας, ολόκληρο δε το συμφωνηθέν ποσό ήταν πληρωτέο από της υπογραφής της δηλαδή από τις 8.08.
- Για σκοπούς όμως διευκόλυνσης των εναγομένων, όπως εξήγησε, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν όπως η πληρωμή τους γίνει με δόσεις με το ανάλογο ποσό όπως επιμερίστηκε για κάθε χρόνο το συνολικό ποσό όπως και έγινε για τις τρεις πρώτες χρονιές μέχρι και την 7.08.
- Παραμένει απλήρωτο το ποσό που αντιστοιχεί για τις δύο επόμενες χρονιές δηλαδή για το 4ο έτος από 8.08.2008 μέχρι 7.08.2009 που αφορά η παρούσα αγωγή και για το 5ο έτος δηλαδή από 8.08.2009 μέχρι 7.08.
- Για καθυστέρηση πληρωμής προβλεπόταν επιβάρυνση 9% ετησίως. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην αλλαγή που τους ζήτησαν να κάνουν οι εναγόμενοι στο λογισμικό τους πρόγραμμα έτσι ώστε οι εγγραφές του να εμφανίζονται με το νόμισμα του € (Ευρώ) παράλληλα με τις Λ.Κ. (Λίρες Κύπρου). Είχε εξηγηθεί τότε στους εναγόμενους τι αλλαγές θα έπρεπε να επιλέξουν να γίνουν και ότι θα υπήρχε χρέωση καθώς απαιτείτο χρόνος εργασίας από υπάλληλο των εναγόντων. Έγινε η κοστολόγηση και ετοιμάστηκαν οι αλλαγές που επιθυμούσαν να γίνουν οι εναγόμενοι και ενημερώθηκαν για να περάσουν να παραλάβουν την εργασία που ετοίμασαν η οποία καταγράφηκε σε ψηφιακό δίσκο (C.D.) και επίσης για να πληρώσουν. Επειδή οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν, τους απέστειλαν τον ψηφιακό δίσκο με εταιρεία courier από όπου όμως για να τον παραλάμβαναν θα έπρεπε να πλήρωναν το ποσό που τους είχαν χρεώσει. Οι εναγόμενοι ζήτησαν να τους μειώσουν το ποσό αλλά δεν μπορούσαν να το κάμουν καθώς για να γινόταν αυτό θα έπρεπε να αφαιρούνταν κάποια στοιχεία από τον ψηφιακό δίσκο. Οι χρεώσεις που έκαναν ήταν ανά ώρα εργασίας σύμφωνα με την παρ.2 (δ) της συμφωνίας και αυτές ήταν μειωμένες σύμφωνα με την ίδια συμφωνία. Οι εναγόμενοι τελικά δεν παρέλαβαν το C.D. Κάνοντας αναφορά για το ζήτημα της καθυστέρησης καταβολής του ποσού που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή ανέφεραν ότι είχαν στείλει και επιστολή προς τους εναγόμενους μέσω των δικηγόρων τους (τεκμ. 2), χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση από αυτούς και γι΄αυτό προχώρησαν με την έγερση της παρούσας αγωγής. Κατά την έναρξη της αντεξέτασης της μάρτυρος της υποδείχθηκε η αρχική συμφωνία που είχαν συνάψει με τους εναγόμενους στις 19.08.2004 και η οποία είχε ισχύ μέχρι την 18.08.2005 την οποία αφού αναγνώρισε της ζητήθηκε να καταθέσει ως τεκμήριο όπως και έγινε και σημειώθηκε ως τεκμ.
- Επανέλαβε ότι η αξίωση τους με τη παρούσα αγωγή αφορά τη χρονική περίοδο από 8.08.08 - 7.08.08 σύμφωνα με τη συμφωνία υποστήριξης. Εξήγησε ότι για τα προηγούμενα χρόνια όποτε τους είχαν ζητηθεί υπηρεσίες σύμφωνα με τη συμφωνία, τις παρείχαν στους εναγόμενους αλλά δεν είχε πρόχειρα τα στοιχεία σε σχέση με αυτές και έτσι δεν μπορούσε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες τους. Επίσης δεν μπορούσε να απαντήσει πρόχειρα αν είχαν παρασχεθεί υποστηριχτικές υπηρεσίες από την εταιρεία τους στους εναγόμενους για το έτος από 8.08.08 - 7.08.
- Εξήγησε ότι η συγκεκριμένη εργασία που τους ζητήθηκε, της μετατροπής δηλαδή από £(Λ.Κ.) σε €(Ευρώ) ήταν ένα έξτρα κομμάτι εργασίας που δεν είχε σχέση με τη συμφωνία υποστήριξης και δεν ήταν αναβάθμιση (upgrade) του προγράμματος σε νεότερο δηλαδή σύστημα δίδοντας ως σχετικό παράδειγμα τα windows 7 σε XP ή σε Vista. Εξήγησε ακόμα ότι το να μη δείχνει το πρόγραμμα £(Λ.Κ.) αλλά €(Ευρώ) αυτό μπορούσε να γίνει με τρία απλά βήματα μέσω του λογισμικού συστήματος, κάτι το οποίο θα μπορούσε να παρασχεθεί δωρεάν και διά τηλεφώνου, οι εναγόμενοι όμως στην προκείμενη περίπτωση ήθελαν να αλλάξουν όλες οι προηγούμενες εγγραφές και σε € (Ευρώ). Οι εναγόμενοι περαιτέρω στη προκείμενη περίπτωση είχαν ζητήσει αρκετές αλλαγές επί του συστήματος και όχι μόνο τη μετατροπή από £(Λ.Κ.) σε €(Ευρώ). Σε κάθε περίπτωση είχαν αποστείλει προτιμολόγιο για την εργασία που είχαν ζητήσει οι εναγόμενοι του οποίου όμως δεν είχε αντίγραφο για να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, αναγνώρισε όμως ως τέτοιο το έγγραφο που της υποδείχθηκε και το οποίο σημειώθηκε ως τεκμ. 4, το οποίο όμως δεν ήταν το τελευταίο τιμολόγιο που είχαν στείλει καθώς στις 27.08.2008 έστειλαν τιμολόγιο που αφορούσε την υποστήριξη όπως ήταν η συμφωνία τους (τεκμ. 1) και ήταν σε αυτό που αναφέρθηκε και ο δικηγόρος τους στην επιστολή που απέστειλε στους εναγόμενους και τους καλούσε να πληρώσουν. Η επιστολή αυτή της υποδείχθηκε και σημειώθηκε ως (τεκμ. 6). Αρνήθηκε υποβολή ότι οι εναγόμενοι είχαν τερματίσει τη συμφωνία τους και ότι τους ενημέρωσαν σχετικά. Διαφώνησε με υποβολή ότι δεν εκδόθηκε τιμολόγιο για την χρέωση που αφορά την παρούσα αξίωση καθώς όπως αναφέρει αυτό εμφαίνεται και στην κατάσταση λογαριασμού των εναγομένων. Αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι δεν δικαιούνται στην αξίωση τους με βάσει τα έγγραφα τεκμ. 1 και τεκμ.
- Παραδέχθηκε όμως ότι είχε πράγματι εκφραστεί παράπονο εκ μέρους των εναγομένων για το τιμολόγιο (τεκμ. 4) αλλά από ό,τι γνωρίζει η ίδια το ζήτημα παρέμεινε ως εκεί. Ο κ. Πανίκος Κανιός (Μ.Υ.) διευθυντής και μέτοχος των εναγομένων και γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης έκανε αναφορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις συναφθείσες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων (τεκμ. 1 και 3). Σε σχέση με τη συμφωνία υποστήριξης (τεκμ. 1), ανέφερε ότι οι εναγόμενοι προχώρησαν σε προπληρωμή των πρώτων τριών χρόνων της διάρκειας της. Σε σχέση δε με την διαφορά που προέκυψε, ανέφερε ότι κατά τον Ιανουάριο του 2008, μετά την είσοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ο.Ν.Ε., κατέστη απαραίτητη η αναβάθμιση του λογισμικού προγράμματος των εναγομένων έτσι ώστε τα ποσά που εισάγονταν στο σύστημα να αναγράφονται σε € (Ευρώ). Η ανάγκη αναβάθμισης ήταν επιτακτική για σκοπούς λειτουργικότητας του λογισμικού αλλά και για σκοπούς συμμόρφωσης με την ισχύουσα νομοθεσία. Για το λόγο αυτό ζητήθηκε από τους ενάγοντες να προχωρήσουν στην αναγκαία αναβάθμιση του συστήματος όπως προβλεπόταν από τη συναφθείσα μεταξύ τους συμφωνία. Παραδέχθηκε ότι οι ενάγοντες τους απέστειλαν ψηφιακό δίσκο για την αναγκαία αναβάθμιση και συνέχιση λειτουργίας του προγράμματος. Ο δίσκος αυτός δεν παραλήφθηκε από τους εναγόμενους καθώς οι ενάγοντες είχαν ζητήσει να τους καταβληθεί το ποσό των €1.080,00 για το οποίο εξέδωσαν το τιμολόγιο (τεκμ. 4). Οι εναγόμενοι επικοινώνησαν με τους ενάγοντες και εξέφρασαν τη δυσαρέσκεια τους σε σχέση με το κόστος της αναβάθμισης. Συνεπεία της άρνησης των εναγομένων να συζητήσουν μαζί τους για αυτή τη χρέωση τους και επιβολή υψηλής τιμής για υπηρεσίες που ήταν καθήκον τους να τους παράσχουν, τερμάτισαν τη συμφωνία τους προφορικά κατά τον Ιανουάριο του 2008 και προέβησαν σε καταγγελία των εναγόντων σε αρμόδιες κυβερνητικές αρχές για υπέρογκες χρεώσεις, χωρίς όμως να έχουν από εκεί οποιαδήποτε ανταπόκριση. Η παράβαση της συμφωνίας κατά την άποψη του έγκειται στη παράβαση του όρου που προβλέπει για την παροχή ειδικών τιμών για υπηρεσίες αναβάθμισης του προγράμματος και δωρεάν οποιασδήποτε υπηρεσίας «maintenance updates», όπως προνοείται στη συμφωνία τεκμ. 1 στον όρο 2 (γ). Έτσι δεν παρασχέθηκε καμιά τέτοια υπηρεσία για μετατροπή και λειτουργία του λογισμικού συστήματος με βάση την οποία και αναλόγως του χρόνου που χρειαζόταν, θα γινόταν η ανάλογη χρέωση όπως προνοείται στη συμφωνία (τεκμ. 1). Το κόστος της αναβάθμισης δεν γνωστοποιήθηκε στους εναγόμενους, οι οποίοι πληροφορήθηκαν το κόστος όταν κλήθηκαν να καταβάλουν το ποσό της χρέωσης όταν πήγαν να παραλάβουν τον ψηφιακό δίσκο, κάτι που αρνήθηκαν να κάνουν και έτσι ο ψηφιακός δίσκος επιστράφηκε στους ενάγοντες. Έτσι αφού δεν εισήχθηκαν στο πρόγραμμα τα €(Ευρώ), το λογισμικό τους σύστημα από τον Ιανουάριο του 2008 έπαψε να είναι λειτουργικό και δεν χρησιμοποιήθηκε από τους εναγόμενους εν γνώσει των εναγόντων. Οι ενάγοντες, ισχυρίστηκε, επικαλούνται στην επιστολή των δικηγόρων τους με ημερ. 10.04.2009 την εξόφληση ενός τιμολογίου το οποίο όμως ποτέ δεν τους το απέστειλαν ούτε και το παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο λόγος δε όπως ισχυρίστηκε που οι ενάγοντες δεν είχαν καταθέσει στο Δικαστήριο το εν λόγω τιμολόγιο ήταν προφανώς για να δικαιολογήσουν τους ισχυρισμούς τους ότι δεν εκδίδονταν τιμολόγια για τις επίδικες περιόδους που αναγράφονται στην συμφωνία υποστήριξης (τεκμ. 1), και ότι δήθεν τα ποσά αυτά θα έπρεπε να πληρωθούν είτε προσφέρονταν υπηρεσίες είτε όχι. Για τους πιο πάνω λόγους ζήτησε όπως απορριφθεί η αξίωση των εναγόντων με έξοδα σε βάρος τους. Κατά την αντεξέταση του εξέφρασε την άποψη ότι παρόλο ότι τη συμφωνία εκ μέρους των εναγομένων την είχε υπογράψει η σύζυγος του εντούτοις ενεργούσαν μαζί καθώς εργάζονταν και μαζί και έτσι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Είχαν πράγματι ζητήσει από τους ενάγοντες να τους αλλάξουν το σύστημα του λογισμικού τους από £(Λ.Κ.) έτσι ώστε να αναγράφεται παράλληλα και €(Ευρώ). Παραδέχθηκε ότι ήταν προφορικά που είχαν δοθεί αυτές οι οδηγίες από τη σύζυγο του. Παραδέχθηκε ακόμα ότι το τιμολόγιο οι ενάγοντες τους το είχαν στείλει με τηλεομοιότυπο (fax). Δεν θυμόταν αν είχαν ζητήσει λεπτομέρειες του προτιμολογίου που τους αποστάληκε. Θυμόταν όμως ότι ο κ. Χαρτσιάς, διευθυντής επίσης των εναγόντων, τον παρέπεμπε σε κάποιον υπάλληλο τους ο οποίος δεν ανταποκρινόταν στα τηλεφωνήματα του και δεν του έδιδε σαφείς απαντήσεις. Δεν μπορούσαν να περιμένουν πότε θα τους απαντήσει αυτός ο υπάλληλος καθώς ήταν ήδη 3.01.2008 και τους πίεζε ο χρόνος και ενώ είχαν πληρωμένο το support μέχρι τον Αύγουστο του 2008 και κατά την άποψη του η ουσία αυτής της υποστήριξης που είχαν συμφωνήσει συμπεριλάμβανε και εργασία για να γίνει up dated το πρόγραμμα, εντούτοις δεν τους παρασχέθηκε τέτοια υπηρεσία. Παραδέχθηκε ότι δεν είχαν στείλει στους ενάγοντες γραπτώς αυτή την απαίτηση τους. Συμφώνησε με υποβολή ότι δεν είχαν ζητήσει ποτέ να τους εξηγηθεί τι είδους εργασία είχε γίνει ούτε και πόσες ώρες είχαν σπαταληθεί για να γίνει εκείνο το πρόγραμμα. Όμως, όταν είχε παρέλθει και η 8η Ιανουαρίου 2008 και δεν είδαν ανταπόκριση, απευθύνθηκαν σε άλλη εταιρεία και αγόρασαν άλλο πρόγραμμα για €1.600,00 για να μπορέσουν να συνεχίσουν την εργασία τους και δεν υπήρχε από αυτή τη νέα εταιρεία ειδική χρέωση για μετατροπή από £(Λ.Κ.) σε €(Ευρώ). Η ερμηνεία που έδιδε στον όρο update ήταν αναβάθμιση και μετατροπή όπως θα έπρεπε να είχε γίνει στη προκείμενη περίπτωση και ήταν αυτό που ζήτησαν. Είχε συζητήσει το ζήτημα και με άλλους που έκαναν παρόμοια μετατροπή στο λογισμικό τους οι οποίοι είχαν πληρώσει όπως του είχαν πει μόνον €50 - €
- Διερωτήθηκε ποια θα ήταν η χρέωση αν δεν τους έδιδαν και μειωμένη τιμή όπως του υποβλήθηκε ότι ανέφερε η Μ.Ε. κα Καλλιτσιώνη ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προβλεπόταν στη συμφωνία τους. Επέμεινε ότι εφόσον η συμφωνία υποστήριξης ήταν σε ισχύ μέχρι την 8.08.2008 θα έπρεπε οι ενάγοντες να προβούν στη συγκεκριμένη εργασία με βάσει αυτή τη συμφωνία. Ανέφερε ακόμα ότι στη προκείμενη περίπτωση δεν τους είχαν δώσει προσφορά όπως γινόταν προηγουμένως σε άλλες περιπτώσεις. Δεν θυμόταν να είχαν ζητήσει από τους ενάγοντες να μειώσουν το ποσό της χρέωσης που τους έγινε αν και θα έπρεπε να τους είχαν κάμει κάποια αντιπρόταση. Ισχυρίστηκε ότι θα έπρεπε οι ίδιοι να έχουν αξιώσεις εναντίον των εναγόντων καθώς τους είχαν οδηγήσει σε αδιέξοδο γι΄αυτό και αναγκάστηκαν να εγκαταστήσουν άλλο πρόγραμμα. Μετά την αλλαγή του προγράμματος δεν χρειάζονταν τις υπηρεσίες υποστήριξης των εναγόντων εφόσον τέτοιες υπηρεσίες τους παρείχαν πλέον οι προμηθευτές του καινούργιου προγράμματος που αγόρασαν. Σε υποβολή ότι είχαν τερματίσει τη συμφωνία μονομερώς, απάντησε ότι αυτό έγινε πράγματι όταν συμφώνησαν στις 8.01.2008 με άλλη εταιρεία και τερμάτισαν προφορικά μέσω τηλεφώνου την επίδικη συμφωνία. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Εκ μέρους των εναγόντων ο κ. Λουκαϊδης εισηγήθηκε ότι οι εναγόμενοι ούτε με την έκθεση υπεράσπισης τους ούτε και με την μαρτυρία του κ. Κανιού παρουσίασαν οποιαδήποτε υπεράσπιση. Τα όσα προέβαλαν δεν τους απαλλάσσουν από την νομική υποχρέωση καταβολής του ποσού που αξιώνεται για τους ακόλουθους λόγους:
(1)Επρόκειτο για μια ενιαία συμφωνία πενταετούς διάρκειας η οποία έληγε στις 7.08.2010. Το αντίτιμο της συμφωνίας ήταν οφειλόμενο με την υπογραφή της συμφωνίας, όπως ρητά καθορίζεται στην ίδια τη συμφωνία. Όπως όμως εξήγησε η Μ.Ε. προς διευκόλυνση των πελατών τους τους παρέσχαν τη δυνατότητα να πληρώνουν κάθε χρόνο το αντίστοιχο ποσό που αναλογούσε για κάθε χρόνο. Ανεξάρτητα αν οι εναγόμενοι δικαιούνταν ή όχι να τερματίσουν τη συμφωνία, το ποσό αυτό ήταν οφειλόμενο και θα έπρεπε να πληρωθεί. Διερωτήθηκε γιατί οι εναγόμενοι, αν υπήρχε παραβίαση της συμφωνίας τους με τους ενάγοντες, δεν αξίωσαν αποζημιώσεις από αυτούς εφόσον βέβαια αποδείκνυαν ζημιά την οποία υπέστησαν. Ο λόγος δε τον οποίον επικαλούνται οι εναγόμενοι ότι τους οδήγησαν να τερματίσουν την επίδικη συμφωνία δεν έχει έρεισμα στην ίδια τη συμφωνία.
(2)Η αλλαγή την οποία ζήτησαν οι εναγόμενοι να γίνει στο πρόγραμμα τους δεν προνοείται ούτε στην επίδικη συμφωνία (τεκμ. 1), ούτε και στην πιο λεπτομερή αρχική συμφωνία που είχαν υπογράψει οι διάδικοι (τεκμ. 3), στη παρ. 5. Εκείνο που είχαν ζητήσει οι εναγόμενοι από τους ενάγοντες ήταν η μετατροπή όλων των δεδομένων τους (Data) από £ και σε € κάτι που δεν προνοείται στη συμφωνία αφού μια τέτοια εργασία δεν μπορεί να ενταχθεί σε καμιά από τις κατηγορίες των ειδικών χρεώσεων. Όπως εξήγησε η Μ.Ε. κα Καλλιτσιώνη, οι εναγόμενοι ζήτησαν μετατροπή του συστήματος με ειδικές τιμές εφόσον ζήτησαν να αλλαχθούν όλες οι εγγραφές τους και από λίρες να γίνουν και σε ευρώ και όχι μόνο να αλλάξει το αποτέλεσμα. Για μια τέτοια εργασία όμως απαιτείτο μεγάλη και χρονοβόρα εργασία. Η μαρτυρία δε της μάρτυρος εκτός από το ότι ήταν αξιόπιστη δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση της και για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπισθεί αυτό το ζήτημα από το Δικαστήριο, δηλαδή της παράλειψης αντεξέτασης, παρέπεμψε σε σχετική νομολογία. Από την άλλη, η θέση του Μ.Υ. κ. Κανιού ότι εκείνο που ζήτησαν οι εναγόμενοι από τους ενάγοντες ήταν αναβάθμιση (Upgrade), είναι εντελώς αβάσιμη και δεν υποστηρίχθηκε όπως και θα έπρεπε από κάποιον ειδικόν επί προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Αναβάθμιση, εισηγήθηκε, θα ήταν αν αυξανόταν η χωρητικότητα ενός συστήματος ή αν αυτό γινόταν πιο γρήγορο και όχι η αλλαγή δεδομένων του συστήματος, δηλαδή όλες οι εγγραφές να μετατρέπονταν από £ (Λ.Κ.) σε € (Ευρώ).
(3). Οι εναγόμενοι όπως ανέφερε η Μ.Ε. χρεώθηκε για ό,τι ζήτησαν να γίνει με ειδικές τιμές της συμφωνίας (τεκμ.1) και παρά το ότι δεν προνοείτο κάτι τέτοιο στη συμφωνία τους χωρίς αυτός ο ισχυρισμός της να αμφισβητηθεί. Η αναφορά του Μ.Υ. ότι το ποσό που χρεώθηκαν οι εναγόμενοι ήταν υπερβολικό, είναι η υποκειμενική του γνώμη χωρίς καμιά βαρύτητα ή αξία αφού παραβλέπει τις ώρες που σπατάλησαν οι ενάγοντες για την εργασία αυτή για την οποία οι εναγόμενοι δεν ζήτησαν λεπτομέρειες από τους ενάγοντες για να διαπιστώσουν αν πράγματι ήταν υπερβολική η χρέωση. Η ουσία της διαφοράς, κατέληξε, είναι ότι ενώ οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες την εκτέλεση μιας εργασίας και οι ενάγοντες την έκαναν, αυτοί δεν πλήρωσαν τίποτε γι΄αυτή και ενώ οι ενάγοντες δεν αξίωσαν την αμοιβή τους για την εργασία αυτή, παρόλα αυτά παραδόξως παράπονο παρουσιάζονται να έχουν οι εναγόμενοι. Στη βάση των πιο πάνω εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκαν οι αξιώσεις των εναγόντων. Η κα Παπακωνσταντίνου, η οποία αγόρευσε για τους εναγόμενους, αφού αναφέρθηκε στην επίδικη συμφωνία, ανέφερε ότι είναι παραδεκτό ότι κατά τον Ιανουάριο του 2008 οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες την αναβάθμιση και/ή μετατροπή του επίδικου λογισμικού προγράμματος των ώστε τα εισαχθέντα, σε αυτό, ποσά να αναγράφονται εκτός από £ (Λ.Κ.) και σε € (Ευρώ). Η Μ.Ε. ανέφερε ότι η αλλαγή των ποσών από λίρες σε ευρώ μπορούσε να επιτευχθεί με την εκπλήρωση τριών απλών βημάτων στο σύστημα. Παρεχόταν δε και δωρεάν τηλεφωνική υποστήριξη προς επίτευξη αυτού του σκοπού. Επομένως και ενόψει της αντίφασης της που παρουσίασε η μαρτυρία της Μ.Ε. σε σχέση με το ζήτημα αυτό, όπως την αντιλήφθηκε, θα έπρεπε αυτή η μετατροπή να γινόταν χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω χρέωση. Παρά ταύτα οι ενάγοντες απέστειλαν τον ψηφιακό δίσκο της αναβάθμισης με εταιρεία αποστολής εγγράφων, ο οποίος μπορούσε να παραληφθεί με αντικαταβολή του ποσού των €1.080,00. Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να παραλάβουν τον δίσκο εξαιτίας του ότι θεώρησαν ότι η χρέωση ήταν υπέρογκη και δεν είχε προηγουμένως κοινοποιηθεί στους εναγόμενους το κόστος αυτής της εργασίας. Προς τούτο, οι εναγόμενοι επικοινώνησαν με τους ενάγοντες και εξέφρασαν την έντονη δυσαρέσκεια τους και προχώρησαν σε τερματισμό της επίδικης σύμβασης. Η αποπληρωμή της πιο πάνω χρέωσης με βάσει το τιμολόγιο (τεκμ. 4), ουδέποτε αξιώθηκε από τους ενάγοντες γιατί δεν μπορούν να το αξιώσουν νομικά. Ούτε καν το τιμολόγιο απέστειλαν οι ενάγοντες στους εναγόμενους. Η ανυπαρξία τιμολογίου στη βάσει του οποίου αξιώνεται το ποσό της αγωγής οδηγεί την αγωγή σε απόρριψη. Εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους βάραινε και να αποδείξουν επαρκώς τη θέση τους και έτσι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφέρθηκε περαιτέρω στο ζήτημα της ερμηνείας της σύμβασης και εισηγήθηκε ότι η συγκεκριμένη αναβάθμιση που ζήτησαν οι εναγόμενοι ενέπιπτε στον όρο της σύμβασης για ¨maintenance update¨. Δεν χρειάζονταν ώρες εργασίας για σκοπούς εκτέλεσης της και ως εκ τούτου δεν χρειαζόταν τιμολόγηση της. Για τους πιο πάνω λόγους εν κατακλείδι εισηγήθηκε την απόρριψη της αξίωσης και της αγωγής με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες (Μ.Ε. και Μ.Υ.) να καταθέτουν στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280-1281). Έχω περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχω περαιτέρω συγκρίνει και αντιπαραβάλει μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες και τις παραδοχές τους σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Η εξέταση περαιτέρω της μαρτυρίας γίνεται και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson On Evidence 14η έκδοση
(1990)παρ. 12 - 20, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(996)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 447). Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου αναλύουν τόσο τη μαρτυρία και δίδουν τη δική τους ερμηνεία σε αυτή και πως οι ίδιοι αντιλήφθηκαν διάφορα σημεία της και πως εισηγούνται να αντικρίσει αυτά το Δικαστήριο, όσο και τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Η κα Καλλιτσιώνη (Μ.Ε.) μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Η πιο πάνω εντύπωση μου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δεν παρουσίασε έγγραφα όπως ήταν το τιμολόγιο που έκδωσε η εταιρεία τους και αφορούσε την χρέωση τους με βάσει το έγγραφο υποστήριξης (support contract) ή την κατάσταση λογαριασμού των εναγομένων. Δεν μου διαφεύγει όμως ότι ανέφερε με βεβαιότητα ότι αυτό είχε εκδοθεί εφόσον φαινόταν στην κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν για τους εναγόμενους. Ούτε και από το γεγονός ότι αδυνατούσε να θυμηθεί για τις υπηρεσίες υποστήριξης που δόθηκαν στους εναγόμενους ή ακόμα αν παρασχέθηκαν τέτοιες για τη χρονική περίοδο από 8.08.2008 μέχρι 7.08.
- Αυτές οι αδυναμίες της όμως δεν επιδρούν στην αξιοπιστία της, εφόσον όπως ανέφερε δεν διέθετε αυτά τα στοιχεία μαζί της αν και θα μπορούσε να τα παρουσιάσει αν της διδόταν η ευκαιρία να το κάνει κάτι όμως που δεν της ζητήθηκε. Προέκυψε από τη μαρτυρία της ότι δεν υπήρξε τερματισμός της συμφωνίας από τους εναγόμενους, θέση την οποία και αποδέχομαι. Τουναντίον ο κ. Κανιός κρίνω ότι δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου. Η προσπάθεια του ήταν φανερή να προσαρμόσει τα γεγονότα της υπόθεσης στη δική του αντίληψη περί της ερμηνείας της συμφωνίας της εταιρείας του με τους ενάγοντες. Η μαρτυρία του ήταν τέτοια που μπορεί να κριθεί εξ ολοκλήρου ψευδής ή αναξιόπιστη όμως σε πλείστα τόσα σημεία της δεν μπορεί να κριθεί ως αξιόπιστη. Κατ΄αρχήν παραδέχθηκε ότι δεν ήταν ο ίδιος που είχε συμφωνήσει με τους ενάγοντες την ανάληψη εκ μέρους τους της εισαγωγής και του € (Ευρώ) στο λογισμικό τους σύστημα αλλά ήταν η σύζυγος του, επομένως δεν είχε πρωτογενή γνώση περί του τι ακριβώς είχε διαμειφθεί μεταξύ της συζύγου του που ζήτησε αυτή την εργασία, τι είδους εργασία ζήτησε ακριβώς και ποια ήταν η ανταπόκριση εκ μέρους των εναγόντων. Ήταν φανερό ότι δεν είχε αντιληφθεί τη σημασία της γραπτής συμφωνίας τους με τους ενάγοντες (τεκμ. 1), τι εδικαιούνταν με βάσει τους όρους της και πως θα μπορούσαν να την είχαν τερματίσει. Η προσπάθεια του ενώπιον του Δικαστηρίου αποσκοπούσε στο να πείσει ότι ήταν οι ενάγοντες που παρέβηκαν όρο ή όρους της συμφωνίας και σε αυτούς οφειλόταν ο κατ΄ ισχυρισμόν του τερματισμός της. Θα αναφερθώ σε σημεία της μαρτυρίας του από τα οποία αποκόμισα την πιο πάνω αντίληψη και η οποία προέρχεται εκτός από τις αμφιταλαντεύσεις του ίδιου ενόσω κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου και την ανασκευή διαφόρων σημείων της μαρτυρίας του αμέσως στη συνέχεια όπως για παράδειγμα όταν ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν είχαν ζητήσει την μείωση της χρέωσης που τους έγινε αλλά στη συνέχεια ανέφερε ότι θα πρέπει να τους είχαν κάμει κάποια αντιπρόταση, αλλά περαιτέρω και συνδυάζοντας την με τη μαρτυρία της Μ.Ε. αλλά και με πράξεις η παραλείψεις των εναγομένων όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία και τέλος με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου:
- Αναφέρθηκε σε προσπάθεια της πλευράς των εναγόντων να αποκρύψουν ότι εξέδιδαν τιμολόγια κάθε χρόνο για την αντίστοιχη ετήσια χρέωση των εναγομένων. Αυτό δε όπως ανέφερε οφειλόταν στην προσπάθεια της να πείσει ότι δήθεν το ποσό ολόκληρο οφειλόταν είτε παρέχονταν υπηρεσίες υποστήριξης είτε όχι. Κάτι τέτοιο όμως δεν αναφέρθηκε από την Μ.Ε. η οποία τουναντίον ανέφερε ότι εξεδόθη ένα τέτοιο τιμολόγιο για την επίδικη χρονιά, όπως εκδιδόταν και για τις προηγούμενες, το οποίο εμφαίνεται και στη κατάσταση λογαριασμού των εναγομένων και στο οποίο αναφέρονται συγκεκριμένα και οι δικηγόροι τους ήδη με την επιστολή τους με ημερομηνία 10.04.2009 (τεκμ. 6), ότι δηλαδή όφειλαν ποσό δυνάμει συγκεκριμένου τιμολογίου το οποίο εξεδόθη στις 27.08.
- Από την άλλη, η ερμηνεία που ο ίδιος έδωσε στη συμφωνία δεν μπορεί να έχει ούτε νομικό ούτε πραγματικό έρεισμα έχοντας υπόψη τους όρους και το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας στην οποία ρητά αναφέρεται ότι: «το Support Contract είναι πληρωτέο κατά την υπογραφή του.»
- Δεν μου φάνηκε πειστικός όταν έλεγε ότι είχαν τερματίσει τη συμφωνία με τους ενάγοντες προφορικά. Σε αυτό το ζήτημα αποδέχομαι την απάντηση που έδωσε η Μ.Ε. κατά την αντεξέταση της η οποία αρνήθηκε ότι είχε τερματιστεί η συμφωνία τους με οποιονδήποτε τρόπο. Οι εναγόμενοι αν πράγματι επέρριπταν ευθύνη για διάρρηξη της συμφωνίας στους ενάγοντες όφειλαν να τους είχαν ενημερώσει έγκαιρα και έγκυρα με επιστολή τους ή μέσω δικηγόρου και εάν είχαν υποστεί εξ αυτού του λόγου οποιαδήποτε ζημιά την οποία επικαλέστηκε ο Μ.Υ. να την αξίωναν. Γι΄ αυτά όμως δεν είχαν κάνει καμιά ενέργεια.
- Κρίνεται ως αντιφατική η θέση του Μ.Υ. ότι από τη μια είχαν ζητήσει την αναβάθμιση του λογισμικού προγράμματος τους με ειδικές τιμές όπως προνοούσε η συμφωνία τους και από την άλλη και ενώ έγινε αυτή η εργασία εκ μέρους των εναγόντων να μην την αποδέχονται θεωρώντας την χρέωση υπερβολική και αυτό χωρίς να ζητήσουν λεπτομέρειες της εργασίας που έγινε από αυτούς, όπως παραδέχθηκε ότι δεν ζήτησαν κατά την αντεξέταση του.
- Ενώ οι εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους (παρ. 5 (β), παραδέχονται ότι η συμφωνία για μετατροπή του συστήματος των από £ (Λ.Κ.) σε € (Ευρώ) θα ήταν με βάσει τους όρους της συμφωνίας τους (τεκμ. 1) δηλαδή με ειδικές τιμές, εντούτοις ο Μ.Υ. ανέφερε ότι δεν είχαν συμφωνήσει κάτι τέτοιο καθώς επρόκειτο για υπηρεσία που θα έπρεπε να τους είχε παρασχεθεί δωρεάν. Υπάρχει επομένως ουσιώδης αντίφαση μεταξύ δικογραφημένου ισχυρισμού και μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Μαρτυρία που σε κάθε περίπτωση κρίνεται ως μη πειστική.
- Εντοπίζεται διάσταση σε ισχυρισμό που προβάλλεται στην παρ. 6 της Υπεράσπισης όπου αναφέρεται ότι από τον Ιούνιο του 2007 και έπειτα δεν είχε λειτουργήσει και /ή δεν χρησιμοποιήθηκε από την εναγόμενη το πρόγραμμα υποστήριξης, και αυτό με όσα προέκυψαν ως γεγονότα από μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία συνίστανται στο ότι είχε πληρωθεί προκαταβολικά και η χρονιά 8.08.2007 - 7.08.2008 αλλά είχε ζητηθεί και η μετατροπή του συστήματος τους από £ (Λ.Κ.) σε € (Ευρώ) μόλις το τέλος του
- Περαιτέρω όπως ανέφερε ο κ. Κανιός το λογισμικό τους σύστημα δεν μπορούσε να εργαστεί μετά την 3.01.2008, όπως δε φαίνεται και από την ημερομηνία αποστολής του τεκμηρίου 4 μόλις στις 4.01.2008 προκύπτει αβίαστα ότι τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 2008 υπήρχε μεταξύ τους συνεργασία χωρίς να υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Επομένως και σε αυτό το ουσιώδες ζήτημα προκύπτει διάσταση στην ίδια τη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά των εναγομένων.
- Ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε κοινοποιηθεί το κόστος της εργασίας υποστήριξης που είχαν ζητήσει διαψεύδεται από το ίδιο το τεκμ. 4 που η πλευρά του ζήτησε να κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Ο ισχυρισμός του περί παραβίασης της συμφωνίας εκ μέρους των εναγόντων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παρά εκ των υστέρων σκέψη εφόσον αν πράγματι έτσι είχε συμβεί θα έπρεπε οι εναγόμενοι να αξίωναν αποζημιώσεις αν πράγματι είχαν υποστεί ζημιά με υπαιτιότητα των εναγόντων έστω και να την πρόβαλλαν στην ανταπαίτηση τους κάτι όμως το οποίο δεν έπραξαν αν και επικαλέστηκε ο μάρτυρας τέτοια ζημιά λέγοντας ότι τάχα αναγκάστηκαν συνεπεία της συμπεριφοράς των εναγόντων να αγοράσουν νέο λογισμικό πρόγραμμα. Η τοποθέτηση του δε και έκφραση απορίας για τη χρέωση που τους έγινε, μόνο σε πρόκληση εντυπωσιασμού μπορεί να αποδοθεί εφόσον παραδέχθηκε ότι ποτέ δεν ζήτησαν από τους ενάγοντες να τους δοθούν λεπτομέρειες αυτής της χρέωσης ή της εργασίας που έγινε. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η κα Καλλιτσιώνη (Μ.Ε.) δεν αντεξετάστηκε πάνω σε αυτό το ζήτημα ούτε αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός της για τις εργασίες που τους παrαγγέλθηκαν και πρόσφεραν στους εναγόμενους με το C.D. πέραν της συγκεκριμένης για την οποία έγινε εκτενής αναφορά κατά την ακροαματική διαδικασία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά των εναγομένων δεν κρίνεται αξιόπιστη και ως εκ τούτου η υπεράσπιση την οποία πρόβαλαν δεν μπορεί να τύχει θετικής αντίκρισης. Πέραν όμως από την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και της αντίκρισης που τυγχάνει εκ μέρους μου, θα έλεγα ότι προς επίλυση των επίδικων θεμάτων χρειάζεται να γίνει διαχωρισμός της αρχικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και η οποία στηρίζεται στα τεκμήρια 1 και ειδικότερα το τεκμήριο 3 στην οποία στηρίζεται και η επίδικη αξίωση των εναγόντων, με τη μεταγενέστερη συμφωνία η οποία συνιστά μια νέα συμφωνία στα πλαίσια της αρχικής και η οποία αφορούσε την εισαγωγή στο λογισμικό πρόγραμμα των εναγομένων και των € (Ευρώ) όταν θα εισαγόταν στην Κύπρο το € Ευρώ το 2008 αλλά και άλλων εργασιών όπως ανέφερε η κα Καλλιτσιώνη και οι οποίες θα παρέρχονταν στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας με την παροχή εκ μέρους των εναγόντων ειδικών τιμών. Εκ των πραγμάτων είναι γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας έγινε εκτεταμένη αναφορά σε γεγονότα τα οποία αφορούσαν όχι την επίδικη αλλά μια μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων η οποία όμως δεν είναι η επίδικη. Αυτή αφορούσε την μετατροπή του λογισμικού προγράμματος τους ενόψει της εισαγωγής του Ευρώ ως επίσημου νομίσματος στη Κύπρο. Αυτό έγινε καθώς η πλευρά των εναγομένων ισχυρίστηκε ότι η διαφωνία τους ως προς την χρέωση αυτής της εργασίας στάθηκε και η αφορμή για να τερματίσουν την αρχική τους συμφωνία κάτι που για πρώτη φορά σημειώνω προέβαλαν στην Υπεράσπιση τους. Η απαίτηση των εναγόντων με την παρούσα αγωγή θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι αφορά την τήρηση δέσμευσης εκ μέρους των εναγομένων για καταβολή συγκεκριμένου ποσού για τη χρονική περίοδο από 8.08.2008 - 7.08.2009 όπως είχε συμφωνηθεί με τη συμφωνία (τεκμ. 1). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, τα ζητήματα που θα πρέπει να εξεταστούν κατά την άποψη μου είναι τα ακόλουθα:
- Κατά πόσον το ποσό που αξιώνεται δηλαδή €575,69σ. πλέον νόμιμος τόκος οφείλεται πράγματι δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας,
- Κατά πόσον υπήρξε τερματισμός της πιο πάνω συμφωνίας και
- Αν υπήρξε πράγματι τερματισμός της ποια η σημασία του ως προς την αξίωση των εναγόντων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Frederikou Schools Co. Ltd κ.ά. v. Acuac Inc.,
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 1527 στη σελ. 1537: « Η αποκάλυψη της κοινής πρόθεσης των μερών μιας συμφωνίας είναι εφικτή από τη θεώρηση της ως συνόλου. Αυτό είναι το πνεύμα της υπόθεσης G.I.P. Constructions Ltd v. Assiotis
(1982)1 C.L.R. 535, καθώς και άλλων αυθεντιών επί του ιδίου θέματος. Μπορεί να φανερωθεί με αυτή τη μέθοδο η συνάφεια, η αλληλουχία, καθώς και η ενότητα μεταξύ των όρων της και των λέξεων που χρησιμοποιούνται. Περαιτέρω, ο σκοπός της συμφωνίας είναι βασικό στοιχείο που συντείνει στη νοηματοδότηση της. Φυσικά η λεκτική διατύπωση οριοθετεί την ερμηνευτική προσπάθεια. Διαφορετικά ο ερμηνευτής θα υποκαθιστούσε με τη δική του υποκειμενική κρίση τη βούληση των μερών.» Στη συνέχεια δε της ίδιας πιο πάνω απόφασης στη σελ. 1539 αναφέρονται τα ακόλουθα: « Είναι έτσι απόλυτα σαφής ο διαχωρισμός των υπηρεσιών. Παραμένει ισχύουσα η πρόνοια για καταβολή ολοκλήρου της αμοιβής έστω και αν η εφεσίβλητη δεν προσφέρει τις υπηρεσίες για accreditation. Η ερμηνεία των πρωτόδικου δικαστηρίου ήταν ορθή. Συνεπικουρείται δε και από το παραπάνω απόσπασμα της συμφωνίας. Και δεν είναι επιτρεπτή η υπέρβαση του γράμματος της συμφωνίας.» Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1858 στη σελ. 1868 σε σχέση με το τι συνιστά « απόδειξη (proof) στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων» το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι « πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phibson on Evidence, 14th Edition, para. 4-38 και Αθανασίου κ.ά v. Κουνούνη
(1997)1 (β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας.» Το βάρος απόδειξης που είχαν οι ενάγοντες στους ώμους τους ήταν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών τους στο βαθμό που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις δηλαδή με βάσει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (Για μια εκτενή ανάλυση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και της κατανόησης του τρόπου εφαρμογής του βλ. Baloise Insur. Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1275 στις σελ. 1291,1292). Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου όπως αυτή την έχω αναλύσει και δεχθεί πιο πάνω και τα νομικά ζητήματα που προκύπτουν, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα - συμπεράσματα: α. ότι η συμφωνία (τεκμ. 1) δεν τερματίστηκε από τους εναγόμενους με οποιονδήποτε τρόπο, και β. ότι οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους της συμφωνίας που είχαν με τους ενάγοντες δηλαδή δεν κατέβαλαν το συμφωνηθέν ποσό για το ποσό των € 500,60σ. που αντιστοιχούσε στην επίδικη χρονική περίοδο όπως είχαν συμβατική υποχρέωση να κάνουν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω ότι οι ενάγοντες κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος που είχαν αποδεικνύοντας την αξίωση τους εναντίον των εναγομένων στο βαθμό και στο επίπεδο που απαιτείται σε αστικές υποθέσεις και ως εκ τούτου δικαιούνται σε απόφαση εναντίον των εναγομένων ως η έκθεση απαιτήσεως τους. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό όμως των €500,60 όπως ήταν πράγματι η χρέωση που είχε συμφωνηθεί πλέον νόμιμος τόκος από της καταχώρησης της αγωγής δηλαδή από τις 4.06.2009 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο