Παναγιώτη Κ. Αμπίζα ν. Δημήτρη Σάββα Μισού κ.α., Αρ. Αγωγής: 117/2008, 21/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A201 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου Αρ. Αγωγής: 117/2008 Μεταξύ: Παναγιώτη Κ. Αμπίζα, κατοίκου Ορμήδειας, Νεάρχου 1 Ενάγοντα και
- Δημήτρη Σάββα Μισού, Νεάρχου 1 Ορμήδεια
- Δ & Α ΜΙΣΟΣ ΛΤΔ, Νεάρχου 1 , Ορμήδεια Εναγομένων Ημερομηνία: 21.12.2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Αμπίζας (για να ακούσει απόφαση κ. Τσαρδελής) Για τον Εναγόμενο 1: Αυτοπροσώπως (για να ακούσει απόφαση καμία εμφάνιση) Για τον Εναγόμενο 2: Καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Ο εναγόμενος 1 υπήρξε ο σύζυγος της θυγατέρας του ενάγοντα. Η εναγόμενη 2 είναι εταιρεία που συστάθηκε με διευθυντές και μέτοχους τη θυγατέρα του ενάγοντα και τον εναγόμενο 1 για τους σκοπούς της επιχείρησης του τελευταίου που είχε να κάνει με τη χονδρική πώληση φθαρτών. Όπως προκύπτει μέσα από την έκθεση απαίτησης και την ανταπαίτηση η αντιδικία μεταξύ των διαδίκων περιστρέφεται γύρω από την διεκδίκηση της ιδιοκτησίας και κατοχής των υποστατικών που βρίσκονται κτισμένα στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 4428 (πρώην 3121) στην Ορμήδεια το οποίο ήταν και είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του ενάγοντα. Η θέση του ενάγοντα είναι ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 κατέχουν παράνομα το ισόγειο υποστατικό-αποθήκη που βρίσκεται κτισμένο στο πιο πάνω αναφερόμενο ακίνητο με αποτέλεσμα ο ίδιος να υφίσταται ζημιές για απώλεια κατοχής ή εκμετάλλευσης του. Με υπόβαθρο τα όσα αναφέρει στην έκθεση απαίτησης του αξιώνει δήλωση του δικαστηρίου ότι είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης και κάτοχος του αναφερόμενου ισόγειου υποστατικού. Κατ' επέκταση αξιώνει σειρά διαταγμάτων καθώς επίσης και αποζημιώσεις για την απώλεια χρήσης με βάση την ενοικιαστική αξία του υποστατικού. Η δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα είναι ότι επί του πιο πάνω ακινήτου του οποίου είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, υπήρχε ισόγεια κατοικία η οποία ανεγέρθηκε πριν από τριάντα και πλέον χρόνια. Όταν η θυγατέρα του σύναψε γάμο με το εναγόμενο 1 πριν από 23 περίπου χρόνια κτίστηκε με δαπάνες κυρίως δικές του πάνω από το ισόγειο μία ανώγειος κατοικία η οποία απετέλεσε την οικογενειακή στέγη της θυγατέρας του με τον εναγόμενο 1 και σήμερα αποτελεί την κατοικία της ίδιας και των παιδιών της που απέκτησε με τον εναγόμενο
- Κατά ή περί το 1987 ο ενάγοντας μετακόμισε σε βοηθητικά υποστατικά στο πίσω μέρος του ισογείου και επέτρεψε στον γαμπρό του εναγόμενο 1 να διαμορφώσει την ισόγειο κατοικία σε ένα μεγάλο ενιαίο χώρο και ή κατάστημα για να το χρησιμοποιεί δωρεάν σαν αδειούχος για τις ανάγκες της επιχείρησης του. Σε μεταγενέστερο χρόνο ο εναγόμενος 1 σύνεστησε την εναγόμενη 2 εταιρεία μέσα από την οποία ασκούσε τις επιχειρήσεις του συνεχίζοντας να χρησιμοποιεί το αναφερόμενο ισόγειο. Πριν από μερικά χρόνια οι σχέσεις της θυγατέρας του με τον εναγόμενο 1 διασαλεύθηκαν με αποτέλεσμα να έλθουν σε διάσταση και να εκκρεμούν μεταξύ τους αντιδικίες στο οικογενειακό δικαστήριο. Μετά την διασάλευση των σχέσεων του εναγόμενου 1 με τη σύζυγο του και θυγατέρα του ενάγοντα ο τελευταίος κάλεσε προφορικά τους εναγόμενους 1 και 2 να του παραδώσουν την κατοχή και χρήση του αναφερόμενου ισογείου κάτι που οι τελευταίοι αρνήθηκαν. Στη συνέχεια με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 31.10.07 τερμάτισε την άδεια χρήσης του εν λόγω υποστατικού δίνοντας στους εναγόμενους προθεσμία παράδοσης μέχρι την 1.1.
- Η απάντηση που έδωσαν οι εναγόμενοι μέσω σχετικής επιστολής του δικηγόρου τους ήταν ότι το αναφερόμενο ισόγειο υποστατικό ανήκει στη συζυγική κατοικία η οποία δωρίστηκε από τον ενάγοντα στη θυγατέρα του πριν από 23 χρόνια και ως εκ τούτου ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στη διεκδίκηση του. Ο ενάγοντας αρνείται τον εν λόγω ισχυρισμό προβάλλοντας ότι ουδέποτε δώρισε το αναφερόμενο υποστατικό στη θυγατέρα του είτε στους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι 1 και 2 με τη έκθεση υπεράσπισης τους μεταξύ άλλων προβάλλουν ότι η ανώγειος κατοικία κτίστηκε κυρίως με έξοδα του εναγόμενου
- Είναι η θέση τους ότι μετά την τέλεση του γάμου του εναγόμενου 1, ο ενάγοντας συμφώνησε μαζί του να ανεγείρει ανώγειο κατοικία επί του υφιστάμενου ισόγειου υποστατικού. Κατά το έτος 1994 ο εναγόμενος 1 συμφώνησε περαιτέρω με τον ενάγοντα να διαμορφώσει το ισόγειο υποστατικό σε αποθήκη για τις ανάγκες της επιχείρησης του το οποίο έπραξε με δικές του δαπάνες. Προβάλλουν περαιτέρω ότι περί το 2002 ο ενάγοντας με την προτροπή του εναγόμενου 1 υπέβαλε αίτηση για την παραχώρηση κυβερνητικού οικοπέδου που βρίσκεται μπροστά από το επίδικο ακίνητο και για την αγορά του κατέβαλαν οι ίδιοι το ποσό των Λ.Κ
- Είναι η θέση τους ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ο ενάγοντας με τη συμπεριφορά του και ή τις δηλώσεις του προς τον εναγόμενο 1 προσωπικά και υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της εναγόμενης 2, δημιούργησε σε αυτόν την πεποίθηση ότι το ισόγειο υποστατικό, η ανώγειος κατοικία και το τεμάχιο που αγοράστηκε από τη Δημοκρατία ανήκουν στον ίδιο προσωπικά είτε στην επιχείρηση του η οποία ανήκει στην εναγόμενη 2 εταιρεία. Παραδέχονται την ανταλλαγή των πιο πάνω αναφερόμενων επιστολών διευκρινίζοντας ότι ο ισχυρισμός που περιλαμβάνεται στη δική τους επιστολή είναι ότι το επίδικο υποστατικό παραχωρήθηκε δυνάμει δωρεάς στη θυγατέρα του ενάγοντα και στο σύζυγο της εναγόμενο
- Στη βάση των πιο πάνω οι εναγόμενοι προβάλλουν στην έκθεση υπεράσπισης τους ότι κατέχουν την ανώγειο κατοικία, το ισόγειο υποστατικό και το τεμάχιο που αγοράστηκε από τη Δημοκρατία δυνάμει εξυπακουόμενου (implied) και ή εξ επαγωγής (constructive) και ή αναφυόμενου καταπιστεύματος και δικαιούνται να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες αυτών. Ανταπαιτούν προς τούτο διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο ο ενάγοντας να διατάσσεται να εγγράψει στο όνομα του εναγόμενου 1 την ανώγειο κατοικία και στο όνομα και των δύο εναγομένων η στο όνομα της εναγόμενης 2 την αποθήκη που βρίσκεται στο ισόγειο του ακινήτου καθώς και το τεμάχιο που αγοράστηκε από την Δημοκρατία. Διαζευκτικά απαιτούν όπως καθοριστεί από το δικαστήριο το ποσοστό ή μερίδιο επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3121 το οποίο θα πρέπει να εγγραφεί στο όνομα των εναγομένων 1 και 2 σύμφωνα με την αξία των επίδικων ακινήτων επί των οποίων δικαιούνται να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες. Ο ενάγοντας με την τροποποιημένη απάντηση του στη υπεράσπιση και την υπεράσπιση του στην ανταπαίτηση των εναγομένων αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των τελευταίων που είναι αντίθετοι με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης του. Μεταξύ άλλων αρνείται ότι ο εναγόμενος 1 συνέβαλε στα έξοδα της ανέγερσης της κατοικίας και της μετατροπής του ισογείου σε αποθήκη και επαναλαμβάνει ότι οι εναγόμενοι κατείχαν αυτή μόνο ως αδειούχοι συνεπεία της άδειας που παραχώρησε στο εναγόμενο 1 να την χρησιμοποιεί ένεκα του ότι ήταν ο σύζυγος της θυγατέρας του. Σε σχέση με το αγορασθέν από τη Δημοκρατία ακίνητο ισχυρίζεται ότι πρόκειται για μια μικρή λωρίδα γης που αγοράστηκε από τον ίδιο. Αρνείται κατηγορηματικά ότι με τη συμπεριφορά και ή τις δηλώσεις του δημιούργησε και ή μπορούσε να δημιουργήσει στους εναγόμενους την πεποίθηση που προβάλλουν στα δικόγραφα τους. Προβάλλει περαιτέρω ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε πρόθεση μεταβίβασης οποιουδήποτε ακινήτου του σε οποιοδήποτε από τους εναγόμενους. Αντίθετα παρείχε την αναφερόμενη άδεια χρήσης με το ρητό και ή εξυπακουόμενο όρο ότι η ρηθείσα άδεια μπορούσε να ανακληθεί. Κρίνω ότι εδώ είναι το κατάλληλο στάδιο για να αναφέρω ότι πριν οριστεί η υπόθεση για ακρόαση και συγκεκριμένα στις 3.11.10 ο συνήγορος των εναγομένων μετά από σχετικό αίτημα έλαβε άδεια από το δικαστήριο να παύσει να εκπροσωπεί τους εναγόμενους. Ο εναγόμενος 1 επέλεξε να χειριστεί την υπόθεση του προσωπικά. Του επεξηγήθηκε πως με βάση τις αρχές της νομολογίας δεν είναι επιτρεπτό να εκπροσωπήσει την εναγόμενη 2 εταιρεία και να διεξάγει την δίκη και για λογαριασμό της (LINDOS CONSTRUCTIONS LTD V. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
(1993)1 Α.Α.Δ 17). Τούτου δεδομένου δεν υπήρξε εκπροσώπηση της εναγόμενης 2 εταιρείας κατά την ακροαματική διαδικασία η οποία προχώρησε μόνο για τον εναγόμενο
- Η πλευρά του ενάγοντα δήλωσε πως η μαρτυρία που θα προσκόμιζε κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης με τον εναγόμενο 1 θα συνιστά και τη μαρτυρία προς απόδειξη της απαίτησης του εναντίον της εναγόμενης 2 εταιρείας . Η απαίτηση και η ανταπαίτηση έχουν εκδικαστεί μαζί. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους όσους κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία τις απαντήσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που έλαβα υπόψη μου, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους καθώς και η συνάφεια μεταξύ αυτών που ισχυρίστηκαν και των δικογραφημένων ισχυρισμών των δύο πλευρών. Τα όσα οι μάρτυρες της κάθε πλευράς έχουν αναφέρει στο Δικαστήριο είναι πλήρως καταγραμμένα στα πρακτικά που τηρήθηκαν και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην ολότητα τους. Σχετική αναφορά στην μαρτυρία γίνεται, εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο, κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων. Ο εναγόμενος 1 και ο συνήγορος του ενάγοντα με τις αγορεύσεις τους κάνοντας σχετική αναφορά στη μαρτυρία ο καθένας με τη σειρά του κάλεσαν το δικαστήριο να εκδώσει απόφαση ως οι εκατέρωθεν αξιώσεις της κάθε πλευράς. Πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο ενάγοντας (ΜΕ1) ο οποίος υιοθέτησε και κατέθεσε στο δικαστήριο γραπτή δήλωση του που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο Α). Ανέφερε ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3121 του οποίο η εγγραφή άλλαξε με τον αριθμό 4428 και προς τούτο κατέθεσε ως τεκμήριο 1 τον τίτλο ιδιοκτησίας του. Ο εναγόμενος 1 ήταν σύζυγος της θυγατέρας του με την οποία τέλεσε γάμο στις 7.9.
- Το επίδικο ακίνητο αποτελείται από ισόγειο και ανώγειο. Το ισόγειο το έκτισε πριν από πολλά χρόνια περί το 1977-78, μέρος αυτού το χρησιμοποιούσε ως η κατοικία του και το υπόλοιπο ως εστιατόριο. Όταν έλαβε χώρα ο γάμος της θυγατέρας του με τον εναγόμενο 1 ολοκλήρωσε την ανέγερση της ανωγείου κατοικίας που είχε αρχίσει ένα χρόνο προηγουμένως. Η αναφερόμενη κατοικία απετέλεσε τη συζυγική κατοικία της θυγατέρας του με τον εναγόμενο 1 και εξακολουθεί να αποτελεί την κατοικία της θυγατέρας του με τα τέσσερα παιδιά της που απέκτησε από το γάμο της. Κατά ή περί το έτος 1989-1990 ο ίδιος συνέχισε να διαμένει σε υποστατικά στο πίσω μέρος του αναφερόμενου ισογείου και επέτρεψε στον εναγόμενο 1 γαμβρό του να διαμορφώσει το μέρος του ισογείου που προηγουμένως ήταν το εστιατόριο σε χονδρική αγορά φθαρτών παραχωρώντας του άδεια να το χρησιμοποιεί δωρεάν ως αδειούχος. Μετά τη διασάλευση των σχέσεων της θυγατέρας του με τον εναγόμενο 1 που επήλθε περί το έτος 2005 και την έκδοση του διαζυγίου τους κατά την 24.6.2009 (τεκμήριο 2) κάλεσε επανειλημμένα τον εναγόμενο 1 να του παραδώσει ελεύθερη κατοχή και χρήση του αναφερόμενου ισόγειου υποστατικού αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε. Η άδεια χρήσης του ισόγειου υποστατικού παραχωρήθηκε μόνο στον εναγόμενο 1 ένεκα του ότι ήταν ο σύζυγος της θυγατέρας του και η οποιαδήποτε χρήση του υποστατικού από την εναγόμενη 2 εταιρεία ήταν απόρροια της άδεια που έδωσε στον εναγόμενο
- Μετά την άρνηση των εναγομένων να εγκαταλείψουν το αναφερόμενο υποστατικό με επιστολές του δικηγόρου του ημερομηνίας 31.10.07 (τεκμήρια 3 και 4) οι οποίες τους επιδόθηκαν με επιδότη τερμάτισε την αναφερόμενη άδεια χρήσης και έδωσε στους εναγόμενους προθεσμία παράδοσης του ισόγειου υποστατικού μέχρι την 1.1.
- Ο ενάγοντας αρνήθηκε ότι δώρισε το εν λόγω υποστατικό στον εναγόμενο 1 , στη θυγατέρα του ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ισχυρίστηκε ότι η οποιαδήποτε χρήση του υποστατικού από τους εναγόμενους έγινε λόγω της άδειας χρήσης που παραχώρησε προς τον εναγόμενο 1 η οποία τερματίστηκε και ως εκ τούτου η χρήση και κατοχή πλέον του υποστατικού από τους εναγόμενους είναι παράνομη. Ο ενάγοντας δήλωσε περαιτέρω ότι η ενοικιαστική αξία του ισόγειου υποστατικού κατά την 1.1.08 όσο και σήμερα είναι ουσιαστική. Αρνήθηκε τις θέσεις της αντίδικης πλευράς σε σχέση με την καταβολή των εξόδων της ανέγερσης της ανωγείου κατοικίας, τη διαμόρφωση του ισόγειου υποστατικού καθώς και την αγορά του τεμαχίου γης από την κυβέρνηση το οποίο όπως ανέφερε πρόκειται για μία μικρή λωρίδα γης έκτασης περίπου 0.57 τ.μ που αγοράστηκε από τον ίδιο με δικά του χρήματα ως επέκταση της ακίνητης περιουσίας του. Προς τούτο κατέθεσε στο δικαστήριο ως τεκμήριο 5 σχετική επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε δήλωσε οτιδήποτε προς τον εναγόμενο 1 είτε προσωπικά είτε υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εναγόμενης 2 εταιρείας η συμπεριφέρθηκε με τρόπο που να δημιουργεί ή μπορούσε να δημιουργήσει την πεποίθηση ότι τα αναφερόμενα ακίνητα ανήκουν στον εναγόμενο 1 η στην επιχείρηση του. Αντίθετα οι κατά καιρούς δηλώσεις του ήταν ότι ιδιοκτήτης και δικαιούχος της αναφερόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας ήταν ο ίδιος και ουδέποτε είχε οποιαδήποτε πρόθεση να μεταβιβάσει μέρος της περιουσίας του σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Τέλος ισχυρίστηκε πως ο εναγόμενος 1 ενώ χρησιμοποιούσε το αναφερόμενο υποστατικό ουδέποτε ανέλαβε την ευθύνη για την συντήρηση του. Στο στάδιο της αντεξέτασης ο ενάγοντας απαντώντας σε σχετικές υποβολές αρνήθηκε ότι ολόκληρο το ακίνητο αποτελούμενο από το ισόγειο και την ανώγειο κατοικία ανήκει στον εναγόμενο 1 και τη σύζυγο του. Η θέση αυτή του εναγόμενου 1 δεν συνάδει με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του όπου περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκουν στους εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι δικαιούνται να εγγραφούν ιδιοκτήτες αυτών δυνάμει εξυπακουόμενου και/η εξ επαγωγής καταπιστεύματος κάτι που βέβαια έρχεται σε σύγκρουση με άλλο σημείο της υπεράσπισης όπου προβάλλεται πως με την απαντητική επιστολή τους προς τον ενάγοντα οι εναγόμενοι δηλώνουν ότι τα ακίνητα παραχωρήθηκαν δυνάμει δωρεάς στον εναγόμενο 1 και την σύζυγο του. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις κατά την αντεξέταση του ο ενάγοντας ανέφερε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι η επιχείρηση αγοράς φθαρτών έπαυσε να λειτουργεί στο επίδικο ισόγειο υποστατικό αλλά ο εναγόμενος 1 αρνείται να το καθαρίσει και το διατηρεί σε άσχημη κατάσταση, γεγονός που απεικονίζουν και οι φωτογραφίες που περιέχονται στην έκθεση του εμπειρογνώμονα ΜΕ2 στη μαρτυρία του οποίου γίνεται αναφορά αμέσως πιο κάτω. Παραμένοντας σταθερός στις αρχικές του θέσεις αρνήθηκε ότι ο εναγόμενος 1 έκτισε την ανώγειο κατοικία και αγόρασε το κυβερνητικό τεμάχιο με δικά του χρήματα. Σημειώνεται ότι ο εναγόμενος 1 τόσο κατά την αντεξέταση του ενάγοντα όσο και κατά την μαρτυρία που παρουσίασε ο ίδιος παρέλειψε να παραθέσει οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που να υποδεικνύουν τη θέση του ότι η ανέγερση της ανωγείου κατοικίας έγινε με δικά του έξοδα. Παρέλειψε επίσης να υποδείξει ποια ήταν η συμπεριφορά και οι δηλώσεις του ενάγοντα που του δημιούργησαν την ισχυριζόμενη πεποίθηση ότι τα ακίνητα του ανήκουν. Αντίθετα η αντεξέταση του ενάγοντα περιστράφηκε κυρίως γύρω από ζητήματα που δεν αφορούν τα επίδικα θέματα παρά μόνο ξεδίπλωσαν τις τεταμένες σχέσεις μεταξύ των διαδίκων. Ο ενάγοντας απάντησε σταθερά και χωρίς ενδοιασμούς σε όλες τις ερωτήσεις και υποβολές του εναγόμενου 1 ακόμα και για ζητήματα που ήταν άσχετα με τα επίδικα θέματα χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις. Δεν προσπάθησε να αποκρύψει την αλήθεια σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του και υπήρξε ειλικρινής λέγοντας ότι ο εναγόμενος 1 όταν έλαβε την άδεια χρήσης του ισόγειου υποστατικού κατασκεύασε σε αυτό υπόστεγα και τοποθέτησε κεραμικά στην αυλή. Η μαρτυρία του ενάγοντα επί των ουσιαστικών θεμάτων παρέμεινε αναντίλεκτη και δεν έχω συνεπώς κανένα ενδοιασμό να την αποδεχτώ ως αληθινή και ως τέτοια την αποδέχομαι. Το μόνο που πρέπει να λεχθεί είναι πως ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η αναφερόμενη άδεια παραχωρήθηκε κατά ή περί τα έτη 1989-1990 παρά το ότι δεν αμφισβητήθηκε δεν συνάδει απόλυτα με τη έκθεση απαίτησης του όπου αναφέρεται ότι η άδεια παραχωρήθηκε κατά ή περί το έτος
- Σημειώνεται πως από την έκθεση υπεράσπισης προκύπτει ότι ο εναγόμενος 1 έλαβε την κατοχή του ισογείου κατά το έτος 1994 κάτι που ανέφερε και ο ίδιος κατά την μαρτυρία του. Από την άλλη η ΜΕ3 όπως θα διαφανεί πιο κάτω καταθέτοντας ενώπιον του δικαστηρίου δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το συγκεκριμένο χρόνο κατά τον οποίο παραχωρήθηκε η αναφερόμενη άδεια. Συνεπώς η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου για το ζήτημα αυτό στο μόνο συμπέρασμα που μπορεί να οδηγήσει είναι ότι η αναφερόμενη άδεια χρήσης παραχωρήθηκε σε κάποιο χρόνο μεταξύ των ετών 1987 με
- Ως ΜΕ2 κατέθεσε ενόρκως ο κ. Κώστας Ζουρίδης εγκεκριμένος εκτιμητής ακινήτων. Κατάθεσε στο δικαστήριο έκθεση εκτίμησης που ετοίμασε σε σχέση με την ενοικιαστική αξία του επίδικου ισόγειου υποστατικού (τεκμήριο 6) και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Βάση της έκθεσης του η μηνιαία ενοικιαστική αξία του ισόγειου υποστατικού κατά τη 1.1.08 ήταν €325 η οποία κατά το χρόνο που επιθεώρησε το υποστατικό δηλαδή στις 3.10.11 ανήλθε και παραμένει μέχρι σήμερα στα €
- Η εκτίμηση έγινε με τη χρήση της συγκριτικής μεθόδου. Ο υπολογισμός της ενοικιαστικής αξίας έγινε με βάση τα χαρακτηριστικά του ακινήτου και τη κατάσταση του κατά την ημερομηνία επιθεώρησης του. Ο υπολογισμός της σημερινής ενοικιαστικής αξίας του υποστατικού υπολογίστηκε βάση της αναπροσαρμογής του ενοικίου κατά 8% ανά διετία. Είναι καλά νομολογημένο ότι οι εμπειρογνώμονες, στην προκείμενη περίπτωση ο ΜΕ2, εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία και θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων τους, έτσι που να μπορέσει να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με εφαρμογή αυτών των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Ανδρέας Καουρής v. Δημήτρη Δημητρίου κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 967, 971). Εντοπίζεται στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και Αλέξανδρου Κωστάκη
(2008)1 ΑΑΔ 432, 451-2: «Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις, όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς». Τα όσα κατέθεσε ο ΜΕ2 δεν αντικρούστηκαν με την παρουσίαση μαρτυρίας ειδικού επί του ζητήματος της εκτίμησης της ενοικιαστικής αξίας του επίδικου υποστατικού από την πλευρά του εναγόμενου
- Το ερώτημα είναι εάν η μόνη αυτή μαρτυρία που υπάρχει απέσεισε το βάρος που έχει η πλευρά του ενάγοντα για απόδειξη της ζημιάς που αξιώνει. Η απάντηση είναι καταφατική. Ο ΜΕ2, στην έκθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, με επιστημονικότητα αναλύει τις θέσεις του και με λεπτομέρεια επεξηγεί το σύνολο των προσεγγίσεών του. Τεκμηριώνει δε το κάθε στοιχείο του σκεπτικού του, παραπέμποντας αφενός στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του επίδικου ακινήτου και αντιπαραβάλλοντας τα με αυτά των συγκριτικών που έλαβε υπόψη, προκειμένου να καταλήξει στην ενοικιαστική αξία του. Η αντεξέταση δεν κλόνισε σε κανένα σημείο της την εξεταζόμενη μαρτυρία του ΜΕ2 και την εξαγωγή των τελικών του συμπερασμάτων. Αντίθετα ο μάρτυρας αντεξετάστηκε σε ζητήματα άσχετα με τα επίδικα θέματα που είχαν να κάνουν κυρίως με την αλλαγή στα μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου των στοιχείων της εγγραφής του επίδικου ακινήτου. Ως αποτέλεσμα, η κατάληξή του ΜΕ2 ως προς το αγοραίο ενοίκιο του επίδικου ισόγειου υποστατικού γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. ΜΕ3 κατέθεσε η Άντρη Μισού θυγατέρα του ενάγοντα και πρώην σύζυγος του εναγόμενου 1 η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση (Τεκμήριο Β) που κατέθεσε στο δικαστήριο. Καταθέτοντας σχετικό πιστοποιητικό του Γραφείου Έφορου Εταιρειών (τεκμήριο 7) ανέφερε ότι μέχρι σήμερα η ίδια και ο εναγόμενος 1 παραμένουν οι διευθυντές της εναγόμενης 2 εταιρείας. Παντρεύτηκε τον εναγόμενο 1 στις 7.9.
- Η διασάλευση των σχέσεων τους είχε ως αποτέλεσμα τη λύση του γάμου τους με απόφαση του οικογενειακού δικαστηρίου ημερομηνίας 24.6.
- Ο πατέρας της έδωσε άδεια στον εναγόμενο 1 να διαμορφώσει το μέρος του ισογείου που ήταν προηγουμένως εστιατόριο για να το χρησιμοποιεί ως αδειούχος για τις ανάγκες της επιχείρησης του σε σχέση με τη χονδρική πώληση φθαρτών. Όταν οι σχέσεις της με τον εναγόμενο διασαλεύθηκαν περί το έτος 2005 ο πατέρας της κάλεσε τον εναγόμενο 1 να του παραδώσει ελεύθερη κατοχή και χρήση του αναφερόμενου υποστατικού. Η εναγόμενη 2 εταιρεία ουδέποτε έλαβε άδεια χρήσης του υποστατικού και οποιαδήποτε τυχόν χρήση του υποστατικού από μέρους της ήταν απόρροια της άδεια που χορηγήθηκε προς τον εναγόμενο
- Ανέφερε επίσης ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε απόφαση για την αγορά του κυβερνητικού τεμαχίου γης το τίμημα πώλησης του οποίου κατέβαλε η ίδια με χρήματα που της έδωσε ο πατέρας της. Ο πατέρας της ουδέποτε συμπεριφέρθηκε ή δήλωσε οτιδήποτε που να δημιουργεί την εντύπωση στους εναγόμενους ότι τα επίδικα ακίνητα τους ανήκουν. Στο στάδιο της αντεξέτασης της η ΜΕ3 διαφάνηκε πως δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί την ακριβή χρονολογία κατά την οποία παραχωρήθηκε η αναφερόμενη άδεια χρήσης του υποστατικού στον εναγόμενο 1 κάτι όμως που δεν κρίθηκε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της. Παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι η χρήση του αναφερόμενου ισόγειου υποστατικού από τον εναγόμενο 1 έγινε μετά από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε ο πατέρας της ένεκα της σχέσης που υπήρχε μεταξύ τους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι όταν έγινε ο γάμος της με τον εναγόμενο 1 η ανώγειος κατοικία βρισκόταν υπό ανέγερση η οποία άρχισε και αποπερατώθηκε με χρήματα του πατέρα της. Σε αντίφαση με τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ο εναγόμενος 1 υπέβαλε στη ΜΕ3 ότι το επίδικο ισόγειο υποστατικό δόθηκε και στους δύο με δωρεά από το πατέρα της ένεκα της τέλεσης του γάμου τους. Κάτι που βέβαια η ΜΕ3 αρνήθηκε εμμένοντας στην αρχική της θέση ότι ο πατέρας της παραχώρησε στον εναγόμενο 1 μόνο την άδεια να το χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της επιχείρησης του. Σε σχέση με την αγορά του κυβερνητικού τεμαχίου γης η ΜΕ3 παραμένοντας σταθερή στη θέση της ότι αυτό αγοράστηκε με λεφτά του πατέρα της ανέφερε πως η αγορά του εν λόγω τεμαχίου απαιτήθηκε επειδή μέρος της οικοδομής ανεγέρθηκε μέσα σε κρατική γη. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε αλλά προέκυψε και από τη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης. Επιπρόσθετα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου προκύπτει ότι το αναφερόμενο τεμάχιο που ήταν μικρής έκτασης συγχωνεύθηκε με το ακίνητο του ενάγοντα και αυτός είναι και ο λόγος που άλλαξε ο αριθμός εγγραφής του. Σε σχετική ερώτηση η ΜΕ3 αποδέχτηκε ότι η καταβολή του ποσού των Λ.Κ 1.757,25 για την αγορά του αναφερόμενου τεμαχίου έγινε αρχικά με επιταγή της εναγόμενης 2 εταιρείας, ισχυρίστηκε όμως ότι στη συνέχεια ο πατέρας της επέστρεψε στην εναγόμενη 2 το αναφερόμενο ποσό σε μετρητά. Η εναγόμενη 2 εταιρεία δεν εκπροσωπήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και συνεπώς δεν έθεσε ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να αντικρούει τον πιο πάνω ισχυρισμός της ΜΕ
- Στο στάδιο της αντεξέτασης υποβλήθηκαν στη ΜΕ3 από τον εναγόμενο 1 διάφορες θέσεις και τοποθετήσεις που δεν έχουν να κάνουν με τα επίδικα θέματα αλλά γενικά με τις μεταξύ τους οικογενειακές διαφορές και γι' αυτό δεν κρίνεται αναγκαίο να αναφερθούν στην παρούσα απόφαση. Η ΜΕ3 άφησε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας στο δικαστήριο και η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε σε σημαντικά για την υπόθεση σημεία κατά την αντεξέταση της. Αντίθετα παρά την ένταση που προσπάθησε να δημιουργήσει ο εναγόμενος 1 παρέμεινε σταθερή στις δηλώσεις της χωρίς να αποκλίνει από τα όσα ανέφερε στο δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση της. Θα πρέπει να ειπωθεί ότι απαντώντας στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν υπήρξε ειλικρινής και αποδέχτηκε ότι ο εναγόμενος 1 κατά την ανέγερση της κατοικίας πρόσφερε κάποια χειρονακτική εργασία. Παρέμεινε όμως σταθερή στη θέση της ότι όλα τα χρήματα που απαιτήθηκαν για την ανέγερση της κατοικίας πληρώθηκαν από τον πατέρα της. Στη βάση όλων των πιο πάνω η μαρτυρία της ΜΕ3 γίνεται αποδεκτή. Προς υποστήριξη της υπεράσπισης και της ανταπαίτησης έδωσε μαρτυρία ο εναγόμενος 1 ο οποίος στη συνέχεια παρουσίασε στο δικαστήριο συνολικά οκτώ μάρτυρες. Ο εναγόμενος 1 (ΜΥ1) σε αντίφαση με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του αλλά και τις θέσεις που υπέβαλε στην ΜΕ3 ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας δώρισε το ισόγειο υποστατικό στον ίδιο όταν παντρεύτηκε την κόρη του. Ισχυρίστηκε γενικά και αόριστα ότι ο ίδιος πρόσθεσε πλάκες και κολώνες στο ισόγειο και πάνω από αυτό έκτισε την ανώγειο κατοικία. Παρέλειψε όμως να παραθέσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή άλλα ικανοποιητικά στοιχεία που να αποδεικνύουν τη θέση του ότι ανήγειρε την ανώγειο κατοικία με δικά του έξοδα. Ισχυρίστηκε πως ο ενάγοντας με τα λεγόμενα του τον είχε πείσει ότι ολόκληρο το ακίνητο που αποτελείται από το ισόγειο υποστατικό και την ανώγειο κατοικία είναι δικά του. Παρέλειψε όμως να αναφέρει ποιά ήταν τα λεγόμενα του ενάγοντα που οδήγησαν στην πεποίθηση του ότι το επίδικο ακίνητο του ανήκει. Ισχυρίστηκε περαιτέρω και πάλι όμως αόριστα και γενικά ότι βασιζόμενος στην πεποίθηση του αυτή το έτος 1994 όταν αποφάσισε να κάνει δική του επιχείρηση επένδυσε πολλά λεφτά στον χώρο του ισογείου και αγόρασε το κυβερνητικό τεμάχιο που συνενώθηκε με το επίδικο ακίνητο. Στο στάδιο της αντεξέτασης αποδέχθηκε ότι το τεκμήριο 1 είναι ο τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου. Απαντώντας στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν μεταξύ άλλων επανέλαβε χωρίς να παραθέσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και σε αντίφαση με τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπιση και ανταπαίτησης ότι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο ανήκει στον ίδιο και τη σύζυγο του. Παρά την επιμονή του ότι η αγορά του κυβερνητικού τεμαχίου γης έγινε από τον ίδιο και την εταιρεία του και ότι ο ίδιος υπέβαλε προς τούτο όλες τις απαιτούμενες αιτήσεις εντούτοις δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την έκταση του εν λόγω τεμαχίου το οποίο αποκαλούσε οικόπεδο. Δεν γνώριζε επίσης το ακριβές τίμημα αγοράς του αναφερόμενου τεμαχίου γης αφού στην έκθεση υπεράσπισης αναφέρεται το ποσό των Λ.Κ2000 ενώ όπως προκύπτει από τα τεκμήρια 5 και 11 η τιμή αγοράς του ήταν Λ.Κ 1.757 . Αποδέχτηκε ότι μετά την παραλαβή της σχετικής επιστολής του ενάγοντα αρνήθηκε να του παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του ισόγειου υποστατικού δίνοντας διάφορες συγκρουόμενες μεταξύ τους εκδοχές σε σχέση με την ιδιοκτησία των επίδικων υποστατικών. Σε αντίφαση με όλες τις προηγούμενες δηλώσεις του αλλά και το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης του ισχυρίστηκε ότι το 2004 ο ενάγοντας πεθερός του και η σύζυγος του τον έπεισαν ότι το επίδικο ακίνητο είχε εγγραφεί στο όνομα της τελευταίας. Στη συνέχεια δήλωσε πως ολόκληρο το επίδικο οικοδόμημα του ανήκει επειδή το ανώγειο είναι το σπίτι του και χρησιμοποιούσε το ισόγειο για τις ανάγκες της επιχείρησης του. Για να ισχυριστεί όμως στη συνέχεια για ακόμα μια φορά ότι ανήκουν στον ίδιο και τη σύζυγο του. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι το ισόγειο υποστατικό ήταν το δώρο που του έκανε ο ενάγοντας για τη τέλεση του γάμου του. Κάτι βέβαια το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη μαρτυρία του ενάγοντα και της θυγατέρας του αλλά ούτε και συνάδει με το γεγονός ότι ο γάμος του έγινε το έτος 1985 ενώ όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε έλαβε την κατοχή του ισογείου για τις ανάγκες της επιχείρησης του το έτος
- Όλα τα πιο πάνω υποδεικνύουν ότι η μαρτυρία του εναγόμενου 1 ήταν ασαφής και συγκεχυμένη. Δεν υπήρξε σταθερός σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του αλλά αντίθετα υπέβαλε διάφορες θέσεις οι οποίες συγκρούονται μεταξύ τους. Παρέλειψε να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στις ισχυριζόμενες δηλώσεις και συμπεριφορές του ενάγοντα που τον έκαναν να πιστεύει ότι η ιδιοκτησία των επίδικων υποστατικών του ανήκει. Ξεφεύγοντας από τις επίδικες προτάσεις προσπάθησε να μεταφέρει στο δικαστήριο τις οικογενειακές και περιουσιακές του διαφορές με τη πρώην σύζυγο του παρά την προσπάθεια του δικαστηρίου να του εξηγήσει ότι στη παρούσα περίπτωση δεν θα εξεταστούν οι εν λόγω διαφορές. Επιπρόσθετα παρέλειψε να παραθέσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή άλλα ικανοποιητικά για το δικαστήριο στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ισχυρισμό του ότι ξόδεψε χρήματα για την ανέγερση της ανώγειου κατοικίας. Ο ισχυρισμός του ότι ξόδεψε πολλά χρήματα για να διαμορφώσει το ισόγειο υποστατικό σε χώρο αποθήκευσης φθαρτών για τις ανάγκες της επιχείρησης του επίσης έχει τεθεί γενικά και απογυμνωμένος από οποιαδήποτε υποστηρικτικά στοιχεία. Επίσης από τα όσα ανέφερε στο δικαστήριο δεν προκύπτει οτιδήποτε που να φανερώνει διάθεση του ενάγοντα να χαρίσει ή να κάνει δωρεά τα επίδικα ακίνητα σε οποιοδήποτε από τους εναγομένους. Στη βάση όλων των πιο πάνω η μαρτυρία του εναγόμενου 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω ο εναγόμενος 1 παρουσίασε στο δικαστήριο οκτώ συνολικά μάρτυρες για να ερωτηθούν όμως και κατά συνέπεια να αναφερθούν σε ζητήματα άσχετα με τα επίδικα θέματα. Για σκοπούς πληρότητας παραθέτω πιο κάτω συνοπτικά τα θέματα στα οποία αναφέρθηκαν λέγοντας εκ των προτέρων ότι η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή δεδομένου ότι ήταν όλοι ανεξάρτητοι μάρτυρες και δεν είχαν οποιοδήποτε συμφέρον να μην πουν την αλήθεια στο δικαστήριο. - Ο Τέλης Μισός (ΜΥ2) υπήρξε στο παρελθόν δικηγόρος της εναγόμενης 2 εταιρείας. Αναφέρθηκε στη σύσταση της με διευθυντές και μέτοχους τον εναγόμενο 1 και τη ΜΕ
- - Ο Δημήτρης Μισός (ΜΥ3) θείος του εναγόμενου 1, οικοδόμος ανέφερε ότι σε κάποιο στάδιο εργάστηκε στην ανέγερση της ανώγειου κατοικίας. Δεν γνώριζε και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να πει ποιος πλήρωνε τα χρήματα για την ανέγερση της. - Ο Χριστοφή Αντρέας (ΜΥ 4) διετέλεσε ελεγκτής της εναγόμενης 2 εταιρείας από το έτος 2006 και μέχρι που η εταιρεία κατέληξε να είναι αδρανής. - Η Χριστίνα Αναστασίου (ΜΥ5) βοηθός επαρχιακός επόπτης της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας αναφέρθηκε στις άδειες οικοδομής των επίδικων οικοδομημάτων. Αναφέρθηκε επίσης στην μερική επέμβαση τους σε κρατική γη. - Ο Γεώργιος Γεωργίου Κίρκιλλος (ΜΥ6) πολιτικός μηχανικός εκπόνησε τα αρχιτεκτονικά σχέδια για την έκδοση καλυπτικής άδειας οικοδομής των επίδικων κτιρίων. - Ο Σταύρος Προδρομής (ΜΥ7) ελεγκτής στον κλάδο εγγραφών του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας αναφέρθηκε στην αλλαγή του αριθμού εγγραφής του επίδικου ακινήτου μετά την συγχώνευση του με το μικρής έκτασης κρατικό τεμάχιο γης. - Ο Παύλος Περικατάλας (ΜΥ8) ήταν ο λογιστής της εναγόμενης 2 εταιρείας μέχρι το έτος 2005 . Γνωρίζει ότι η εταιρεία χρησιμοποιούσε το επίδικο ισόγειο υποστατικό για τις δραστηριότητες της που ήταν το εμπόριο φθαρτών χωρίς όμως να γνωρίζει οτιδήποτε για την ιδιοκτησία του. - Η Ειρήνη Παπαδοπούλλου (ΜΥ9) λειτουργός στο γραφείο του Έφορου Εταιρειών ανέφερε ότι σύμφωνα με τα μητρώα που τηρούνται στο γραφείο του έφορου εταιρειών διευθυντές και μέτοχοι της εναγόμενης 2 εταιρείας είναι μέχρι σήμερα ο εναγόμενος 1 και η ΜΕ
- Ακόμα κάτι το οποίο προέκυψε από την προσκομισθείσα μαρτυρία είναι ότι το επίδικο ακίνητο είναι υποθηκευμένο και έχει εκδοθεί διάταγμα πώλησης του. Με βάση τη μαρτυρίας όπως αυτή αξιολογείται πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο ενάγοντας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4428 (με προηγούμενο αριθμό εγγραφής 3121) το οποίο αποτελείται από ισόγειο υποστατικό και ανώγειο κατοικία. Το ισόγειο το έκτισε ο ενάγοντας περί τα έτη 1977-78 μέρος του οποίου το χρησιμοποιούσε ως κατοικία και το υπόλοιπο ως εστιατόριο. Όταν η θυγατέρα του παντρεύτηκε τον εναγόμενο 1 ολοκλήρωσε την ανέγερση της ανωγείου κατοικίας που είχε αρχίσει ένα χρόνο προηγουμένως. Η ανώγειος κατοικία απετέλεσε την οικογενειακή στέγη της θυγατέρας του και του εναγόμενου 1 μέχρι τη διασάλευση της έγγαμης σχέσης τους. Ο εναγόμενος 1 κατά την ανέγερση της κατοικίας πρόσφερε κάποια χειρονακτική εργασία. Με την ανέγερση της κατοικίας έγινε επέμβαση σε κρατική γη και γι' αυτό ο ενάγοντας καταβάλλοντας το ποσό των Λ.Κ 1.757 αγόρασε ένα μικρής έκτασης τεμάχιο κρατικής γης το οποίο συγχωνεύτηκε με το επίδικο ακίνητο με αριθμό εγγραφής
- Σε κάποιο χρόνο μεταξύ των ετών 1989 με 1994 ο ενάγοντας συνεχίζοντας να διαμένει σε υποστατικά στο πίσω μέρος του αναφερόμενου ακινήτου επέτρεψε στον γαμβρό του εναγόμενο 1 να διαμορφώσει το χώρο του ισογείου που προηγουμένως ήταν το εστιατόριο σε χονδρική αγορά φθαρτών και του παραχώρησε άδεια να το χρησιμοποιεί δωρεάν ως αδειούχος. Στη συνέχεια ο εναγόμενος 1 συνέστησε την εναγόμενη 2 εταιρεία με μετόχους τον ίδιο και τη σύζυγο του ΜΕ
- Συνέχισε να ασκεί μέσα από την εταιρεία τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες χρησιμοποιώντας το ισόγειο υποστατικό ως αποθήκη για τη χονδρική αγορά φθαρτών. Η χρήση του ισογείου υποστατικού από την εναγόμενη εταιρεία ήταν απόρροια της άδειας που παραχωρήθηκε προς τον εναγόμενο
- Κατά την 31.10.2007 και μετά την διασάλευση της έγγαμης σχέσης του εναγόμενου 1 με την θυγατέρα του ενάγοντα που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση του διαζυγίου τους, ο τελευταίος με γραπτή επιστολή προς του εναγόμενους 1 και 2 τερμάτισε την άδεια χρήσης του ισόγειου υποστατικού και κάλεσε αυτούς να του παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή μέχρι την 1.1.
- Οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα αρνούνται να το πράξουν. Καμία υπόσχεση ή συμπεριφορά του ενάγοντα εκδηλώθηκε που να υποδηλώνει ή να καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι είναι δικαιούχοι να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες των επίδικων ακινήτων. Η μηνιαία ενοικιαστική αξία του ισόγειου υποστατικού ήταν €325 κατά τη 1.1.2008 και € 350 κατά τις 3.10.2011 ημερομηνία κατά την οποία αυτό επιθεωρήθηκε από τον εκτιμητή ΜΕ
- Η πλευρά του ενάγοντα στο στάδιο των αγορεύσεων ήγειρε για πρώτη φορά θέμα κατάχρησης δικαιοδοσίας υποστηρίζοντας ότι ο εναγόμενος 1 προβάλλει την ίδια ανταπαίτηση και σε άλλη αγωγή που εκκρεμεί εναντίον του με επίδικο θέμα τη χρήση της ανωγείου κατοικίας. Η κλασσική τοποθέτηση για την απόδειξη τέτοιας κατάχρησης συναρτάται από την επιδίωξη ομοίων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων, (δέστε Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786, Εμπεδοκλής κ.ά. (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 και Αναφορικά με την Luchian Marina Tudor, Πολ. Έφ. αρ. 342/10, ημερ. 1.7.2011). Επισημαίνω όμως ότι κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρά το γεγονός ότι έχουν γίνει κάποιες αναφορές στην ύπαρξη της δεύτερης αγωγής εντούτοις δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου το περιεχόμενο των δικογράφων και ή άλλα στοιχεία που να εντάσσουν τη παρούσα στην κατηγορία της κατάχρησης της δικαιοδοσίας. Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με βάση τα ευρήματα του δικαστηρίου ο ενάγοντας παραχώρησε άδεια χρήσης του ισόγειου υποστατικού στον Εναγόμενο 1. Η άδεια χρήσης του υποστατικού παραχωρήθηκε από τον ενάγοντα χωρίς αντάλλαγμα καθότι ο εναγόμενος 1 ήταν ο σύζυγος της θυγατέρας του με σκοπό να το χρησιμοποιεί για της ανάγκες της επιχείρησης του. Στη συνέχεια ο εναγόμενος 1 συνέστησε την εναγόμενη 2 εταιρεία και συνέχισε να ασκεί μέσα από αυτή την επιχειρηματική δραστηριότητα του χρησιμοποιώντας το επίδικο υποστατικό. Απόρροια τούτου ήταν η χρήση του υποστατικού και από την εναγόμενη 2 εταιρεία. Όλες οι ενέργειες των διαδίκων προς μία κατεύθυνση οδηγούν. Ότι οι εναγόμενοι ήταν χρήστες του ισόγειου υποστατικού με άδεια που παραχωρήθηκε από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο 1 λόγω του ότι ήταν ο σύζυγος της θυγατέρας του. Η χρήση αυτή τερματίστηκε με τις επιστολές ημερομηνίας 31.10.07 με τις οποίες ανακάλεσε την άδεια ο ενάγοντας ιδιοκτήτης. Στην Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ ν. Σπύρος Κολοκασίδης Εστέιτς Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 327 (απόφαση Αρτέμη, Δ.) έχει υιοθετηθεί ο πιο κάτω ορισμός του όρου licence (άδεια) από το σύγγραμμα Hill and Redman's Law of Landlord and Tenant, 15η έκδοση, σελ. 21: "Rule 7 - A licence is a permission which entitles the licensee to do some act on the land which would otherwise be a trespass, but which does not create any estate of interest in the land. Rule 8 - A licence is either (
- a)a gratuitous or bare licence, or (
- b)a licence coupled with the grant of an interest, or (
- c)a contractual licence. The assignability and the revocability of a licence depend on the category into which it falls." Σε μετάφραση: «Κανών 7 - Άδεια είναι η συγκατάθεση η οποία παρέχει δικαίωμα στον κάτοχο της άδειας να κάμει κάτι επί της γης το οποίο άλλως θα αποτελούσε παράνομη επέμβαση αλλά δεν δημιουργεί δικαίωμα επί της γης. Κανών 8 - Άδεια είναι (α) χαριστική ή απλή άδεια, ή (β) άδεια συνοδευόμενη με την παροχή συμφέροντος, ή (γ) συμβατική άδεια. Η δυνατότητα εκχώρησης ή ανάκλησης της άδειας εξαρτώνται από την κατηγορία εντός της οποίας εμπίπτει.» Στην Αγγελίδης και Φιλίππου (πιο πάνω) σελ. 333 γίνεται και αναφορά στο θέμα της ανάκλησης. Υιοθετείται το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Hill and Redman (πιο πάνω) στη σελ. 22: "A bare licence does not even amount to a contract, with theresult that it may be revoked by the licensor at any time without giving a right to damages to the licensee." Σε μετάφραση: «Η απλή άδεια δεν ισοδυναμεί ακόμη και με σύμβαση με αποτέλεσμα να μπορεί να ανακαλείται από τον χορηγό της χωρίς να δίδεται δικαίωμα αποζημιώσεων στον αδειούχο.» Ο ενάγοντας με τις επιστολές του ημερομηνίας 31.10.07 προς τους εναγόμενους 1 και 2 ανακάλεσε την παραχωρηθείσα άδεια και κάλεσε αυτούς να του παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή. Μετά την ανάκληση της άδειας οι Εναγόμενοι1 και 2 συνέχισαν να επεμβαίνουν στο ακίνητο κατέχοντας το μέχρι σήμερα, ως επεμβασίες. Η άδεια ήταν προσωπικό προνόμιο που διδόταν προς τον εναγόμενο 1 για χρήση του υποστατικού χωρίς να καταβάλλει ενοίκιο ένεκα της σχέσης του με την θυγατέρα του ενάγοντα με την οποία σύναψε γάμο και απέκτησε παιδιά. Η χρήση του υποστατικού και από την εναγόμενη 2 εταιρεία ήταν απόρροια της άδειας που παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1. Για το πότε κάποιος θεωρείται αδειούχος σχετική είναι και η απόφαση Royal Ris Ltd v. Δήμου Λάρνακας
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1149. Είναι ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 ότι υπήρξαν δηλώσεις και συμπεριφορά από τον Ενάγοντα που εύλογα του έδωσαν το δικαίωμα να πιστεύει ότι το επίδικο ακίνητο είναι δικό του. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν υπήρξε τέτοια συμπεριφορά ή δήλωση από πλευράς του ενάγοντα. Στην απόφαση Χρυσοστόμου ν. Φράγκου κ.α.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 622, στη σελίδα 628 αναφέρονται τα πιο κάτω: «χωρίς να υπεισερχόμεθα στις λεπτομέρειες που διέπουν την τεκμηρίωση ιδιοκτησιακού κωλύματος, (εξηγούνται στις αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο), κρίνουμε, σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι απουσιάζουν ολότελα οι προϋποθέσεις για τη γένεση του επικαλούμενου δικαιώματος. Στοιχειώδη προϋπόθεση για την ύπαρξη, έστω, λόγου περί του κωλύματος αποτελεί η παράσταση, εκ μέρους του ιδιοκτήτη της γης, προς το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται, ότι ο ίδιος αποποιείται των δικαιωμάτων του επί της γης και ότι ο προς ον η παράσταση, μπορεί να θεωρήσει τη γη ως δική του περιουσία. Η εσφαλμένη εντύπωση του ιδιοκτήτη για τα όρια της ιδιοκτησίας του δεν παρέχει έρεισμα προς στοιχειοθέτηση δικαιώματος. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου οι εφεσίβλητοι δεν προέβησαν σε καμιά παράσταση προς τον εφεσείοντα ότι η γη του ανήκει ανεξάρτητα από την έκταση που καλύπτει ο τίτλος του. Ως προς τη θεώρηση των αρχών του proprietary estoppels από τα αγγλικά Δικαστήρια, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην πολύ πρόσφατη απόφασή του Αγγλικού Εφετείου την Yaxley v. Gotts
(2000)1 All E.R. 711. Η έφεση επί του προκειμένου είναι ανεδαφική.» Επίσης στην απόφαση Βερεγγάρια Παπακόκκινου ν. Δήμου Πάφου
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2398. λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το βασικό ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η απόφαση Crabb v. Arun, όπως υιοθετήθηκε στην Κύπρο με την απόφαση Στυλιανού και Άλλος ν. Παπακλεοβούλου και Άλλοι μπορεί να θέσει σε εφαρμογή τον κανόνα του Περιουσιακού κωλύματος, δίνοντας προς τούτο το δικαίωμα στις εφεσείουσες να νομιμοποιήσουν την απαίτηση τους. Η απάντηση μας στο ερώτημα είναι αρνητική. Οι διατάξεις του άρθρου 4 του Κεφ. 224 είναι περιοριστικές όσον αφορά τις περιπτώσεις δημιουργίας προνομίων πάνω σε ακίνητη περιουσία και απαγορευτικές όσον αφορά την υιοθέτηση κανόνων του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας (Equity). Αναγνώριση δημιουργίας δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητη περιουσία με εφαρμογή του Περιουσιακού κωλύματος θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 4 που δεν επιτρέπει την εφαρμογή των κανόνων του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας στη δημιουργία δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο. Τα δικαιώματα που μπορεί να αποκτηθούν δεν μπορεί να είναι άλλα εκτός από εκείνα που καθορίζονται ρητά με το Άρθρο 4 του Κεφ. 224.» Οι εναγόμενοι προβάλλουν με την ανταπαίτηση τους ότι δικαιούνται να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες του ισόγειου υποστατικού, της ανωγείου κατοικίας και του κυβερνητικού τεμαχίου δυνάμει εξυπακουόμενου (implied) ή εξ επαγωγής (constructive) και ή αναφυόμενου καταπιστεύματος. Μια από τις βασικές υποθέσεις πάνω στο θέμα αυτό είναι η Gissing & Gissing [1980] 2 All E.R. 780 (απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων), όπου ο Λόρδος Diplock είπε τα εξής , στη σελίδα 790: " A resulting, implied or constructive trust - and it is unnecessary for present purposes to distinguish between these three classes of trust - is created by a transaction between the trustee and the cestui que trust in connection with the acquisition by the trusteee of a legal estate in land, whenever the trustee has so conducted himself that it would be inequitable to allow him to deny to the cestui que trust a beneficial interest in the land acquired. And he will be held so to have conducted himself if by his words or conduct he has induced the cestui que trust to act to his own detriment in the reasonable belief that by so acting he was acquiring a beneficial interest in the land". Σε μετάφραση: "καταληκτικό"(resulting), εξυπακουόμενο (implied) ή εξ ερμηνείας καταπίστευμα (constructive) και δεν είναι αναγκαίο στην παρούσα περίπτωση να γίνει διάκριση μεταξύ αυτών των τριών ειδών καταπιστεύματος - δημιουργείται από τη συναλλαγή μεταξύ του καταπιστευματοδόχου και του δικαιούχου σε σχέση με την απόκτηση από τον καταπιστευματοδόχο εμπράγματου δικαιώματος ιδιοκτησίας γης, όταν ο καταπιστευματοδόχος έχει συμπεριφερθεί με τέτοιο τρόπο που θα ήταν άδικο να του επιτραπεί να αρνηθεί στο δικαιούχο νόμιμο δικαίωμα στην αποκτηθείσα υπ' αυτού γη. Και θα θεωρηθεί ότι έχει συμπεριφερθεί μ' αυτό το τρόπο αν με λόγια ή την συμπεριφορά του έχει πείσει το δικαιούχο να ενεργήσει ενάντια στα συμφέροντα του με την εύλογη πεποίθηση ότι ενεργώντας έτσι αποκτούσε κάποιο δικαίωμα πάνω στην ακίνητη ιδιοκτησία." Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστόφορου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 248 σελ. 273 λέχθηκαν τα εξής από το Στυλιανίδη Π. αναφορικά με τα εξυπακουόμενο ή τεκμαιρόμενο καταπίστευμα (constructive or implied trust): "Η παρούσα αγωγή δεν στηρίζεται σε δεδηλωμένο καταπίστευμα αλλά σε εξυπακουόμενο ή τεκμαιρόμενο καταπίστευμα, ("constructive or implied trust"). Στο Σύγγραμμα Parker and Mellows - "The Modern Law of Trust" - 3η Εκδοση, σελ. 151-156 και 403-413, γίνεται ανάλυση του τεκμαιρόμενου καταπιστεύματος. Το τεκμαιρόμενο καταπίστευμα δεν προκύπτει από τη δεδηλωμένη ή/και εξυπακουόμενη πρόθεση των διαδίκων, αλλά αναφύεται ως θέμα συνείδησης και δικαίου, οποτεδήποτε το σύστημα της επιείκειας περιβάλλει μια συγκεκριμένη πράξη ή σειρά πράξεων, όχι μόνο με νομιμότητα, αλλά και με καταλογισμό ευθυνών. Περίπτωση τεκμαιρόμενου καταπιστεύματος είναι και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός." (Βλέπε επίσης Underhill and Hayton Law of trusts and trustees eighteenth ed.σελ . 80) Στην υπόθεση ΘΕΟΔΩΡΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ V. ΕΛΕΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1551 αναφέρονται τα ακόλουθα : Τα απολήγοντα και τα εξ' επαγωγής εμπιστεύματα δημιουργούνται ή λειτουργούν ή επιβάλλονται ως θέμα δικαίου (by operation of Law). Τα πρώτα δημιουργούνται ή λειτουργούν κατ' εξοχήν στη βάση τεκμαιρόμενης από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης πρόθεσης. Τα δεύτερα επιβάλλονται ενόψει διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων, ανεξάρτητα από πρόθεση, ρητή ή εξυπακουόμενη. (Βλ. Underhill's Law Of Trusts & Trustees, 13η Έκδοση, σελ. 250 κ.επ., Snell's Equity, 19η Έκδοση, σελ. 291 κ.επ., Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 48, παράγραφος 524 κ.επ., και Χρίστος Κληρίδης ν. Ηρόδοτου Σταυρίδη, ανωτέρω). Με αναγνωρισμένη έκφανσή τους την περίπτωση κατά την οποία επιχειρείται η κατακράτηση περιουσίας για ίδιο όφελος με δόλια ή κατά συνείδηση απαράδεκτη εκμετάλλευση ή κατάχρηση νομοθετικών προνοιών ή άλλων θεμελειωδών αρχών δικαίου. Με αποτέλεσμα τη χρησιμοποίηση του Νόμου ως εργαλείου για καταδολίευση. (Βλ. Rochefoucauld v. Boustead [1897] 1 Ch. 196, Bannister v. Bannister [1948] 2 All E.R. 133, Hodgson v. Marks [1971] 2 All E.R. 684). Η ανταπαίτηση εκ μέρους της εναγόμενης 2 εταιρείας δεν υποστηρίχθηκε με την προσκόμιση μαρτυρίας δεδομένου ότι αυτή δεν έχει εκπροσωπηθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και συνεπώς απορρίπτεται. Με βάση δε τα ευρήματα του δικαστηρίου επ' ουδενί υφίσταται οποιαδήποτε σχέση εμπιστεύματος μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 ώστε να δικαιούται να έχει το ουσιαστικό όφελος στα επίδικα ακίνητα βάσει των αρχών του δικαίου της επιείκειας. Από τα γεγονότα όπως έχουν γίνει αποδεκτά από το δικαστήριο δεν προκύπτει η δημιουργία εξυπακουόμενου ή εξ' επαγωγής καταπιστεύματος του επίδικου ακινήτου προς όφελος του. Ο ενάγοντας ουδέποτε συμφώνησε ή αποδέχθηκε οποιαδήποτε συνακόλουθη δέσμευση να μεταβιβάσει τα ακίνητα ή μέρος αυτών στο όνομα οιουδήποτε των εναγομένων. Με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης και τα ευρήματα του δικαστηρίου δεν τεκμαίρεται οποιαδήποτε πρόθεση του ενάγοντα ούτε προκύπτει οποιαδήποτε διαμορφωθείσα κατάσταση πραγμάτων που να δημιουργεί καταπίστευμα προς όφελος του εναγόμενου
- Η διαζευκτική θεραπεία που ζητείται με την ανταπαίτηση και συνίσταται στην απόδοση μεριδίου επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3121 με βάση την αξία των αναφερόμενων οικοδομημάτων δεν έχει προωθηθεί με την προσκόμιση της απαιτούμενης μαρτυρίας από τον εναγόμενο
- Το μόνο που παραμένει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η προσφορά του εναγόμενου 1 κάποιας χειρονακτικής εργασίας κατά τη ανέγερση της ανωγείου κατοικίας, για την οποία δεν προσκομίσθηκε οποιασδήποτε μαρτυρία που να προσδιορίζει την έκταση και την αξία της, θα μπορούσε να δημιουργήσει δικαίωμα απόκτησης μεριδίου στην επίδικη κατοικία με βάση εξυπακουόμενο ή εξ' ερμηνείας καταπίστευμα (constructive implied or constructive trust). Η απάντηση είναι αρνητική . Η προσφορά από τον εναγόμενο 1 κάποιας χειρονακτικής εργασίας η αξία της οποίας παρέμεινε άγνωστη δεν έχει δημιουργήσει δικαίωμα αυτού για απόκτηση μεριδίου επί του επίδικου ακινήτου. Τέλος σε ότι αφορά την από μέρους του διαμόρφωση του ισογείου με την κατασκευή υπόστεγων και τη τοποθέτηση κεραμικών στη αυλή, η αξία των οποίων επίσης παρέμεινε απροσδιόριστη, θα έλεγα ότι αυτό ήταν φυσικό και αναμενόμενο αφού του παραχωρήθηκε η άδεια να χρησιμοποιεί το ισόγειο για τις ανάγκες της επιχείρησης του. Δεν αποτελεί όμως στοιχείο που να του προσδίδει οποιοδήποτε δικαίωμα απόκτησης μεριδίου επί της περιουσίας του ενάγοντα. Στη βάση όλων των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 1 απέτυχε να αποδείξει την ανταπαίτηση του εναντίον του ενάγοντα σε αντίθεση με τον τελευταίο ο οποίος απέδειξε την υπόθεση του εναντίον των εναγομένων 1 και
- Εκείνο που απομένει είναι να καθοριστεί το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται ο ενάγοντας εναντίον των εναγομένων 1 και
- Το μέτρο αποζημίωσης για την παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Στον προσδιορισμό της ενοικιαστικής αξίας δε λαμβάνονται υπόψη βελτιώσεις στο κτήμα που επέφερε ο Εναγόμενος. Σχετική είναι η απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ.
- Με βάση τα ευρήματα του δικαστηρίου το μηνιαίο αγοραίο ενοίκιο για το επίδικο ισόγειο υποστατικό κατά την 1.1.08 ήταν €325 και κατά το χρόνο επιθεώρησης του ( 3.10.11) μέχρι σήμερα είναι €
- Δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία σε σχέση με οποιαδήποτε ενδιάμεση αύξηση του ενοικίου ή για αύξηση που τυχόν θα ακολουθήσει. Συνεπώς οι εναγόμενοι, με βάση τα πιο πάνω οφείλουν στον ενάγοντα για την περίοδο από 1.1.08 μέχρι τις 1.10.11 €325 μηνιαίως και για τη περίοδο από 1.11.11 μέχρι τις 1.12.12 €350 μηνιαίως διαφυγόντα κέρδη ή αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν προς όφελος του ενάγοντα. Επιπρόσθετα οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα διαφυγόντα κέρδη ή αποζημιώσεις €350 μηνιαίως από την 1.1.13 μέχρι παράδοσης κατοχής σ' αυτόν του ισόγειου υποστατικού. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ως ακολούθως: Α. Απόφαση και/η δήλωση του δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης και κάτοχος του ισογείου υποστατικού που βρίσκεται στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 4428 (πρώην 3121) στην οδό Νεάρχου 1 στην Ορμήδεια. Β. Διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 και 2 όπως εντός 30 ημερών από της επίδοσης του διατάγματος, παραδώσουν στον ενάγοντα κενή και ελεύθερη κατοχή του ισόγειου υποστατικού το οποίο ευρίσκεται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4428 (πρώην 3121) στην οδό Νεάρχου 1 στην Ορμήδεια. Γ. Αποζημιώσεις για τη περίοδο 1.1.08 μέχρι 1.12.12 € 19.850 Δ. Αποζημιώσεις και/ή διαφυγόντα κέρδη €350 μηνιαίως από 1.1.13 μέχρι παράδοσης της κατοχής του ισόγειου υποστατικού στο ενάγοντα. ΣΤ. Τα πιο πάνω ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο από σήμερα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το μέρος των εξόδων που προέκυψαν από την εκδίκαση της υπόθεσης θα βαρύνουν αποκλειστικά τον εναγόμενο
- Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα δεδομένου ότι έχει εκδικαστεί μαζί με τη απαίτηση. (Υπ.) ................................. Στ.Λουκίδου Βασιλείου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο