← Κύπρος

Αναφορικά με τον Νεόφυτο Ευσταθίου, Αριθμός Αίτησης: 335/2012, 19/12/2012

Αναφορικά με τον Νεόφυτο Ευσταθίου, Αριθμός Αίτησης: 335/2012, 19/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A196 ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ (Κ.39) ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ Αριθμός Αίτησης: 335/2012 Σε πτώχευση Αναφορικά με τον Νεόφυτο Ευσταθίου από την Αναφωτία Οφειλέτη 19 Δεκεμβρίου, 2012 Για τον Αιτητή - οφειλέτη: κ. Λοϊζου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ΄ών η αίτηση - πιστωτές - Αιτητές στην αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης: κα Σ. Γεωργίου για Γεωργιάδης & Μυλωνάς Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση ακύρωσης και/ή παραμερισμού και/ ή αναστολής και/ ή απόρριψης της διαδικασίας και ειδοποίησης πτώχευσης) Οι πιστωτές του κ. Νεόφυτου Ευσταθίου κ.κ. Ανδρέας και Ελένη Χαραλάμπους την 8.10.2012 με σχετική αίτηση τους προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας υπέβαλαν αίτηση σύμφωνα με τον Κανονισμό 39 των Πτωχευτικών Κανονισμών για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης προς τον πιο πάνω οφειλέτη τους. Ο Πρωτοκολλητής αυθημερόν εξέδωσε ειδοποίηση πτωχεύσεως σύμφωνα με τον Κανονισμό 40. Η ειδοποίηση μαζί με την οπισθογράφηση σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του επιδότη με ημερομηνία 12.10.2012 επιδόθηκε στον οφειλέτη τους προσωπικά στις 10.10.2012. Συγκεκριμένα επιδόθηκαν πιστό αντίγραφο της μονομερούς ειδοποίησης πτωχεύσεως με ημερομηνία 8.10.2012 μαζί με την οπισθογράφηση της και πιστό αντίγραφο της δικαστικής απόφασης η οποία εξεδόθη εναντίον του καθ΄ού η αίτηση ως εναγόμενου 2. Σύμφωνα με την αίτηση για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης ο οφειλέτης είχε κατά το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων έξι

(6)μηνών από της ημερομηνίας της αίτησης την κατοικία του στο χωριό Αναφωτία της Επαρχίας Λάρνακας. Η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε την 28.08.2012 ήταν για το ποσό των €85.430,00 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 5.01.2006 μέχρι 14.10.2008 και τόκο προς 5.5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον ποσό €7.454,00 έξοδα με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €7.395,00 από 5.01.2006 μέχρι 14.10.2008 και τόκο προς 5.5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €7.023,00. Εξ αποφάσεως οφειλέτης ομού και/ ή κεχωρισμένως εκτός από την αιτητή ήταν και ο εκεί εναγόμενος 1 εναντίον του οποίου επίσης εκδόθηκε την ίδια ημέρα απόφαση. Η απόφαση αυτή δεν έχει ανασταλεί. Στην ειδοποίηση πτώχευσης δυνάμει του Καν. 40 αναφέρονται ως οφειλόμενα ποσά τα πιο πάνω και ότι η απόφαση δεν έχει ανασταλεί και ότι δεν έχουν διευθετηθεί τα οφειλόμενα ποσά προς ικανοποίηση των αιτητών. Παρεχόταν στον οφειλέτη χρόνος 7 ημερών από της επιδόσεως της ειδοποίησης για να πληρώσει τα πιο πάνω ποσά εκτός εάν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση ή συμψηφισμό ή ανταξίωση εναντίον των αιτητών η οποία να είναι ανάλογη ή να υπερβαίνει τα ποσά τα οποίο απαιτούνται από αυτούς και τα οποία ποσά δεν μπορούσε να τα είχε απαιτήσει στην αγωγή στην οποία εξεδόθη η απόφαση. Στην οπισθογράφηση της ειδοποίησης ο οφειλέτης προειδοποιείται για τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης του που είναι η διάπραξη πράξης πτώχευσης και του επεξηγείται περαιτέρω ότι εάν έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση η οποία είναι ίση ή υπερβαίνει τα απαιτούμενα ποσά τα οποία απαιτούνται από τους πιστωτές σε σχέση με τη δικαστική απόφαση την οποία δεν μπορούσε να εγείρει στην αγωγή που έχει ληφθεί η απόφαση, πρέπει εντός τριών ημερών να αποταθεί στο Δικαστήριο για ακύρωση της ειδοποίησης καταθέτοντας στον Πρωτοκολλητή ένορκη δήλωση για το σκοπό αυτό. Ο οφειλέτης καταχώρησε αίτηση δια κλήσεως στις 16.10.2012 με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ ή παραμερίζει και/ ή αναστέλλει και/ ή απορρίπτει την διαδικασία και την ειδοποίηση πτώχευσης που εκδόθηκε εναντίον του. Η αίτηση του οφειλέτη βασίζεται στους περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικούς Κανονισμούς Άρθρα 4,9, 16 -18, 38 - 43 και επί του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 Άρθρα 3,5
(1)(α), 6
(4), 3
(1)
(2)
(3), επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών Δ.48 Θ.1 - 4,8 και 9 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση του με την οποία υποστηρίζει την αίτηση του ισχυρίζεται ότι η ειδοποίηση πτώχευσης δεν μπορεί να έχει εναντίον του οιονδήποτε έννομο αποτέλεσμα και ότι είναι άκυρη για τους ακόλουθους λόγους: Α. Πουθενά στην ειδοποίηση δεν αναφέρεται και ή επισυνάπτεται αντίγραφο της δικαστικής απόφασης όπως θα έπρεπε. Β. Η ειδοποίηση δεν του επιδόθηκε προσωπικά. Γ. Η ειδοποίηση δεν του επιδόθηκε εντός της προθεσμίας που προβλέπουν ο Νόμος και οι Κανονισμοί. Δ. Η σχετική αίτηση για την έκδοση της ειδοποίησης δεν υπεγράφη από τους αιτητές όπως πρέπει με βάση τους κανονισμούς. Επί πλέον των πιο πάνω και άνευ βλάβης ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση τα ακόλουθα:
(1)Ότι η εν λόγω ειδοποίηση πτωχεύσεως δεν δύναται να προωθηθεί για τον λόγο ότι την 9.10.12 καταχώρησε έφεση εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 28.08.2012 την οποία και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α. Εξ όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, η έφεση έχει μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας, και στην περίπτωση που η έφεση επιτύχει ενώ το Δικαστήριο αποφασίσει ότι έχει προβεί σε πράξη πτώχευσης θα του προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία και ως εκ τούτου η παρούσα διαδικασία πρέπει να ανασταλεί.
(2)Περαιτέρω υπάρχει ανταπαίτηση από την εταιρεία Μενέας Γαλακτοκομικές & Μεταφορικές Εργασίες Λίμιτεδ εναντίον των αιτητών, η οποία προβλήθηκε στην αγωγή με αριθμό 166/06 και εκκρεμεί προς εκδίκαση και την οποία επισυνάπτει ως τεκμήριο Β.
(3)Με την ως άνω έφεση αμφισβητείται επίσης και το ποσό για το οποίο οι αιτητές προέβησαν στην ως άνω αριθμό και τίτλο ειδοποίηση πτώχευσης και για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση ημερομηνίας 28.08.2012.
(4). Η αίτηση είναι καταχρηστική, καταπιεστική και γίνεται για σκοπούς εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης και πίεσης εναντίον του και εξ όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι του γίνεται εκδικητικά και για αλλότριους σκοπούς αντίθετους με αυτούς που αποσκοπεί η πτωχευτική διαδικασία αφού κανένα μέτρο εκτέλεσης δεν έχει ληφθεί.
(5)Για τους πιο πάνω λόγους και επειδή όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να προχωρήσει η ειδοποίηση πτώχευσης και η διαδικασία δεν είναι σύμφωνη με τον νόμο, ζητά όπως παραμερισθεί η έκδοση και επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης και η αίτηση να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των αιτητών. Στην ως άνω αίτηση καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης όπου προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι:
  1. Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
  2. Πιστό αντίγραφο της απόφασης ημερ. 28.08.2012 στην Αγωγή Αρ. 46/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας καταχωρήθηκε στο Πρωτοκολλητείο ταυτόχρονα με την αίτηση για την έκδοση της πιο πάνω ειδοποίησης για πτώχευση σύμφωνα με το σχετικό κανονισμό.
  3. Η καταχώρηση έφεσης εναντίον της αναφερόμενης απόφασης δεν αναστέλλει την ισχύ της η οποία παραμένει εκτελεστή και απαιτητή.
  4. Η απαίτηση της εταιρείας Μενέας Γαλακτοκομικές & Μεταφορικές Εργασίες Λίμιτεδ δεν έχει καμιά σχέση με το εξ αποφάσεως χρέος του καθ΄ού η αίτηση και δεν συνιστά ανταπαίτηση ή δεν δύναται να συμψηφισθεί εναντίον της.
  5. Η αίτηση για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης υπεγράφη από τον δικηγόρο των αιτητών ο οποίος ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς.
  6. Η οποιαδήποτε τυχόν παρατυπία στη διαδικασία της έκδοσης της ειδοποίησης πτώχευσης δεν έχει προκαλέσει οποιανδήποτε ζημιά σε βάρος του ή έχει θέσει τον καθ΄ού η αίτηση σε δυσμενή θέση.
  7. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε έρεισμα στον ισχυρισμό ότι η έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης συνιστά κατάχρηση ή καταπίεση του καθ΄ού η αίτηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενός εκ των αιτητών του κ. Ανδρέα Χαραλάμπους που είναι σύζυγος της 2ης αιτήτριας της κας Ελένης Χαραλάμπους και εξουσιοδοτημένου από αυτή να προβεί στην ένορκη δήλωση στην οποία ισχυρίζεται και υποστηρίζει τα ακόλουθα:
  8. Δυνάμει δικαστικής απόφασης με ημερομηνία 28.08.2012 στην αγωγή 46/06 ο καθ΄ού η αίτηση καταδικάσθηκε να μας καταβάλει το ποσόν των €85.000,00 πλέον τόκους, πλέον έξοδα. Επισυνάπτει δε πιστό αντίγραφο της απόφασης.
  9. Η αίτηση του Καθ΄ού η αίτηση με ημερομηνία 16.10.2012 καταχωρήθηκε από τον καθ΄ού η αίτηση με μόνο στόχο την καθυστέρηση της διαδικασίας.
  10. Η αίτηση του καθ΄ού η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη για τους πιο κάτω λόγους: (α) Η πιο πάνω ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε στον καθ΄ού η αίτηση προσωπικά. (β) Η ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε στις 10.10.2012 εντός δηλαδή της χρονικής προθεσμίας των 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης πτώχευσης δηλαδή την 8.10.
  11. (γ) Η αίτηση για την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης υπογράφτηκε από τον δικηγόρο κ. Αναστάσιο Μυλωνά ο οποίος ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος να υπογράψει για αυτούς. (δ) Η καταχώρηση έφεσης εναντίον της απόφασης με ημερομηνία 28.08.2012 δεν συνιστά αναστολή της απόφασης η οποία είναι άμεσα εκτελεστή και απαιτητή. Σε κάθε περίπτωση η έφεση του Καθ΄ού η Αίτηση όπως συμβουλεύονται από τους δικηγόρους τους δεν έχει οποιανδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. (ε) Η απαίτηση της Μενέας Γαλακτοκομικές & Μεταφορικές Εργασίες Λίμιτεδ στην αγωγή 166/06 δεν συνιστά ανταπαίτηση ή μπορεί να συμψηφισθεί με το εξ αποφάσεως χρέος του καθ΄ού η αίτηση. 4.Δεν έχουν οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό σε σχέση με την καταχώρηση και έκδοση της ειδοποίησης της πτώχευσης. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Δεν δόθηκε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και οι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους. Υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με παραπομπή στη νομοθεσία, στους κανονισμούς και σε σχετική νομολογία. Όπου χρειαστεί θα κάνω αναφορά σε αυτά στη συνέχεια της απόφασης μου κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ : Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)(g) του περί Πτωχεύσεως Νόμου (Κεφ. 5), πράξη πτωχεύσεως τελείται: «Αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του χρεώστη τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ΄ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα.» Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 40
(2)ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση στην οποία να αναφέρει ότι έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στην διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση που αφορά η ειδοποίηση. Η ένορκος αυτή δήλωση λειτουργεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 41 ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης (to set aside the bankruptcy notice), θα πρέπει δε να καταχωρείται εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στη Δημοκρατία (Κανονισμός 40
(3). Επομένως ο χρεώστης θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για να δικαιούται στην ακύρωση της ειδοποίησης. Αυτές οι προϋποθέσεις είναι: (α) Η ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή αιτήματος συμψηφισμού, (β) το ύψος των προαναφερόμενων θα πρέπει να είναι ίσο ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους, (γ) οι εγειρόμενες αξιώσεις να μη μπορούσαν να εγερθούν στη διαδικασία η οποία είχε ληφθεί και από την οποία προέκυψε το εξ αποφάσεως χρέος (βλ. Λάρκος v. Κατσιάρη,
(2000)1 Α.Α.Δ. σελ. 1694). Καθώς η παρούσα αίτηση δεν περιβλήθηκε τον τύπο της ενόρκου δηλώσεως αλλά της αιτήσεως δια κλήσεως, σε αυτή δε προβάλλονται λόγοι παραμερισμού της ειδοποίησης πέραν των πιο πάνω προβλεπομένων, αναφέρεται η νομική της βάση και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του οφειλέτη. Επομένως θα πρέπει να εξετασθεί πρωταρχικά κατά πόσο μπορεί να παραμεριστεί Ειδοποίηση Πτώχευσης για λόγους άλλους από αυτούς που ρητά προβλέπονται στον Κανονισμό 40
(2). Η αίτηση βασίζεται επίσης στον Κανονισμό 16 των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών ο οποίος προβλέπει για την καταχώρηση αιτήσεων στα πλαίσια πτωχευτικής διαδικασίας όπου θα πρέπει να αναφέρεται και η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η αίτηση και να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση. Ο Κανονισμός 16 των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ¨Κάθε αίτηση στο Δικαστήριο θα εκθέτει το Νόμο ή τους Κανονισμούς στους οποίους στηρίζεται και θα συνοδεύεται από ένορκο δήλωση που βεβαιώνει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται¨. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Williams and Muir Hunter " The Law and Practice in Bankruptcy, 19η έκδοση, χρεώστης δύναται να υποβάλει αίτηση, (διαδικασία άλλη από αυτή που προβλέπεται στον κανονισμό 40 με ένορκη δήλωση) για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης για λόγους άλλους, όπως, παρατυπία, κακή επίδοση, πληρωμή του χρέους κ.ά. (The debtor may apply by motion (e.g. not by the summary affidavit procedure of B.R. 1391) to set aside the notice on other grounds, e.g. irregularity, bat service, payment) Προκύπτει επομένως από τα πιο πάνω, ότι μπορεί να επιζητηθεί ο παραμερισμός Ειδοποίησης Πτώχευσης για λόγους άλλους από αυτούς που περιλαμβάνονται στον κανονισμό 40
(2). Τέτοια όμως, πρέπει να έχει ως νομική βάση τον Κανονισμό 16 όπως συμβαίνει πράγματι στη παρούσα περίπτωση. Η πτωχευτική διαδικασία, δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης απόφασης αλλά μια διαφορετική, πρωτογενή "sui generis" διαδικασία. Όπως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα Williams and Hunter on Bankruptcy,19η έκδοση σελ. 1, έχει χαρακτήρα οιωνεί ποινικής υπόθεσης εφόσον επηρεάζει την υπόσταση και την κατάσταση ενός χρεώστη σε σχέση με τη διαχείριση και τις μετέπειτα δοσοληψίες της περιουσίας του. Δεν συνιστά ενδιάμεση αλλά πρωτογενή διαδικασία, προσδιοριστική των επιδίκων θεμάτων που τίθενται προς εξέταση. Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης των προϋποθέσεων για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, ακολουθεί τον γενικότερο διαχρονικό κανόνα ότι ο διάδικος που επιζητεί ορισμένη θεραπεία, φέρει και το ανάλογο βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του καθώς παραμένει αυτό στους ώμους του αιτητή είτε μέσω της ένορκης δήλωσης που προβλέπεται στον Καν. 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών είτε μέσω ξεχωριστής αίτησης ακύρωσης της (βλ. Αλωνεύτης v. Alpha Bank Ltd,
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 475. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΣΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ Η ΑΙΤΗΣΗ: Πριν προχωρήσω με την εξέταση των λόγων στους οποίους στηρίζεται η αίτηση θα κάμω μια σύντομη αναφορά στην εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των πιστωτών η οποία αφορά το γεγονός ότι ο καθ΄ού η αίτηση δεν έχει ζητήσει παράταση του χρόνου σύμφωνα με τον σχετικό κανονισμό και έτσι η αίτηση του είναι άνευ αντικειμένου καθώς ο χρόνος των 7 ημερών έχει παρέλθει από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης και συνεπώς έχει συντελεστεί η πράξη πτώχευσης. Θεωρώ ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης πριν την πάροδο του χρόνου των 7 ημερών επενεργεί ως παράταση του χρόνου των 7 ημερών εφόσον διαφορετική αντίκριση αυτού του ζητήματος θα έθετε την όλη δυνατότητα καταχώρησης αίτησης υπό αυτή τη μορφή θα ακυρωνόταν εκ των πραγμάτων αλλά και θα πρόσθετε μια κατά την άποψη μου άλλη και αχρείαστη διαδικασία. Κρίνοντας επομένως ότι δεν συντρέχει οποιοδήποτε δικονομικό πρόβλημα με την αίτηση όπως αυτή έχει καταχωρηθεί και ειδικότερα σε σχέση με τον χρόνο που αυτή έχει καταχωρηθεί θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση των λόγων ένστασης λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη και τις πιο πάνω νομικές αρχές. Ο πρώτος λόγος που προβάλλεται για παραμερισμό της ειδοποίησης είναι ότι πουθενά στην ειδοποίηση δεν αναφέρεται και ή επισυνάπτεται αντίγραφο της δικαστικής απόφασης. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της ειδοποίησης στις παραγράφους 3 και 4 αυτής κρίνω ότι ο λόγος αυτός της ένστασης δεν ευσταθεί εφόσον πρώτον, αναφέρεται ρητά στη δικαστική απόφαση με την οποία οι αιτητές καθίστανται πιστωτές του οφειλέτη και στη βάση της οποίας ζητείται η έκδοση ειδοποίησης και δεύτερον, πράγματι επισυνάπτεται σε αυτή πιστό αντίγραφο της. Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο ένστασης σημειώνω ότι στο φάκελο της υπόθεσης βρίσκεται η ένορκος δήλωση με ημερομηνία 12.10.2012 του αρμοδίου ιδιώτη επιδότη κ. Π. Παναγιώτου με την οποία βεβαιώνει ότι επέδωσε προσωπικά στον χρεώστη κ. Νεόφυτο Ευσταθίου την ειδοποίηση πτώχευσης στις 10.10.2012, επομένως ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Ο τρίτος λόγος της ένστασης αφορά την προθεσμία επίδοσης της ειδοποίησης από της καταχώρησης της. Η ειδοποίηση καταχωρήθηκε στις 8.10.2012 και επιδόθηκε στον οφειλέτη στις 10.10.2012 και επομένως έγινε εντός της προθεσμίας του ενός μηνός από της καταχώρησης της ειδοποίησης και δεν ήταν εκπρόθεσμη. Ο τέταρτος λόγος της ένστασης αφορά την υπογραφή της αίτησης. Πράγματι γίνεται παραδοχή εκ μέρους των αιτητών ότι η αίτηση υπογράφτηκε υπό του δικηγόρου τους κ. Αναστάσιου Μυλωνά κατόπιν εξουσιοδότησης τους. Αυτό διακηρύσσεται ήδη στο κείμενο της οπισθογράφησης της ειδοποίησης πτώχευσης με ημερομηνία 8.10.2012 όπως διαπιστώνεται στον φάκελο της υπόθεσης. Επομένως θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο είναι δυνατή η υπογραφή μιας αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο και μάλιστα δικηγόρο. Ο ενόρκως δηλών που υποστηρίζει την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως κ. Ανδρέας Χαραλάμπους ισχυρίζεται στην παράγραφο 4(γ) της ένορκης δήλωσης του ότι ο δικηγόρος τους κ. Αναστάσιος Μυλωνάς ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος να υπογράψει γι΄αυτούς, δηλαδή τους πιστωτές. Αυτός ο ισχυρισμός του δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά και έτσι παρέμεινε αναντίλεκτος και τον αποδέχομαι. Υπενθυμίζω ότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και η υπόθεση εκδικάστηκε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν. Ως εκ τούτου, εφόσον η αίτηση για την ειδοποίηση υπογράφεται όπως γίνεται παραδεκτό από τον κ. Μυλωνά που είναι δικηγόρος των πιστωτών όπως αναγνωρίζεται από αυτούς και γνώστης επομένως των γεγονότων της υπόθεσης το ζήτημα τελειώνει εδώ και ως εκ τούτου απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης (βλ. Λάρκος v. Κατσιάρης (πιο πάνω). Η υπογραφή βέβαια εκ μέρους δικηγόρου προνοείται και στον Καν. 40
(1)των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών ο οποίος προνοεί ότι: « Κάθε ειδοποίηση πτωχεύσεως θα οπισθογραφείται με το όνομα δικηγόρου που πραγματικά ενάγει, ή αν δε διορίστηκε δικηγόρος με σημείωση ότι ενάχθηκε από τον πιστωτή προσωπικά.» (βλ. Τρύφωνας v. Παγκυπριακής Λτδ κ.ά.,
(1993)1 Α.Α.Δ. σελ. 706.) Επομένως οι πιο πάνω λόγοι ένστασης απορρίπτονται καθώς δεν υποστηρίζονται από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όπως τα εξέθεσα πιο πάνω αλλά ούτε και υποστηρίχθηκαν κατά την αγόρευση. Στη συνέχεια θα προχωρήσω και θα εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους που προβάλλονται στην αίτηση οι οποίοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως οι ουσιαστικοί λόγοι επί τους οποίους βασίζεται η αίτηση και οι οποίοι κατά την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής: α. στο γεγονός ότι καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου με ημερομηνία 28.08.2012 επί της οποίας βασίζεται η ειδοποίηση πτώχευσης αρ. 335/2012 και β. η αίτηση για ειδοποίηση πτώχευσης είναι καταχρηστική, καταπιεστική, αποσκοπεί στο να πιέσει τον χρεώστη και χρησιμοποιείται ως μέτρο εκτέλεσης από πλευράς των πιστωτών. Σε σχέση με τον ζήτημα της καταχώρησης έφεσης η οποία ασκήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή εισηγούμενος ότι αυτή είναι καλόπιστη και βασίζεται σε θέματα τόσο αξιολόγησης μαρτυρίας όσο και νομικά ζητήματα με παρέπεμψε στο άρθρο 6
(4)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: « Όταν η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι η μη συμμόρφωση προς ειδοποίηση πτώχευσης για πληρωμή, παροχή ασφάλειας ή συμβιβασμό εξ αποφάσεως χρέους ή ποσού που διατάχθηκε να πληρωθεί, το Δικαστήριο δύναται, αν το θεωρεί ορθό, να αναστείλει ή απορρίψει την αίτηση με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ή του διατάγματος». Κατά πόσο η διαδικασία για έκδοση διατάγματος παραλαβής εκκρεμούσης εφέσεως θα ανασταλεί ή όχι, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του είναι κατά πόσο η έφεση που καταχωρήθηκε είναι καλόπιστη (βλ. Re Noble
(1964)2 All E.R. 694,700.) Επισημαίνω ότι δεν έχει ανασταλεί η απόφαση στη βάση της οποίας εδράζεται η ειδοποίηση πτώχευσης. Ο ισχυρισμός του αιτητή ότι η έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης έχει πολύ μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας, δεν μπορεί από μόνος του να οδηγήσει τη πτωχευτική διαδικασία σε αδράνεια (αναστολή) ή παραμερισμό ή ακύρωση της διαδικασίας. Σύμφωνα με τη Διαταγή 38 Θ. 18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών: « Η έφεση δεν θα επενεργεί ως αναστολή της διαδικασίας ή της διαδικασίας σύμφωνα με την εφεσιβαλλόμενη απόφαση εκτός στο βαθμό που θα διέτασσε τούτο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή το Εφετείο ή Δικαστής ενός ή του άλλου Δικαστηρίου. Και καμιά ενδιάμεση ενέργεια ή διαδικασία θα ακυρώνεται εκτός αν διέτασσε τούτο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.» Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποδεικνύουν ότι η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης της απόφασης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, Lord Jeans Ltd v. Orbit - Kazoulis Ltd,
(2003)1 (B) A.A.Δ. 808). Για το επιχείρημα ότι η έφεση έχει μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας έχει εγερθεί το αντεπιχείρημα εκ μέρους της πλευράς των καθ΄ών η αίτηση στη παρούσα ότι η έφεση δεν έχει οιανδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Σίγουρα το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας δεν έχει εξουσία να εξετάσει τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης. Οι λόγοι έφεσης όπως συνοψίζονται στην εισήγηση των συνηγόρων του αιτητή είναι κοινότυποι και δεν παρουσιάζουν οτιδήποτε το οποίο θα με οδηγούσε υπέρ της εξαγωγής του ενός συμπεράσματος και όχι του αντίθετου. Η αμφισβήτηση της ορθότητας της δικαστικής απόφασης, κρίνω ότι δεν είναι το κατάλληλο δικονομικό μέσο για να προβληθεί ως λόγος που μπορεί να στηρίξει την αίτηση ή ακόμα ότι μπορεί να προβληθεί στη παρούσα διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση ο προβαλλόμενος λόγος περί αμφισβήτησης του ποσού για το οποίο οι αιτητές προέβησαν στην ειδοποίηση πτώχευσης κρίνεται ως αόριστος και ασαφής εφόσον δεν προσδιορίζεται αν το ποσό τελικά της απόφασης που αμφισβητείται είναι μικρότερο των Λ.Κ.500,00 (αντίστοιχο σε €854,00). Επομένως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής καταχώρησης της ειδοποίησης η οποία καθίσταται καταπιεστική για τον οφειλέτη. Προβάλλεται βασικά ως λόγος ότι οι πιστωτές αποσκοπούν στο να τον πιέσουν και ότι αυτή χρησιμοποιείται ως μέτρο εκτέλεσης. Είναι γεγονός ότι κάθε Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίσει κατάχρηση οποιασδήποτε διαδικασίας. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R., η δικαιοδοσία είναι σύμφυτη και αποβλέπει σε τελευταία ανάλυση στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν πηγάζει από δικαίωμα το οποίο παρέχεται για την προσεπίκληση της οποτεδήποτε μολύνεται από αλλότρια κίνητρα (Βλ. μεταξύ άλλων Βασιλείου v. Μακρίδη,
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 133 και M & M Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd,
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 717.) Ανατρέχοντας σε αγγλικές αποφάσεις που διέπουν το ζήτημα προκύπτει ότι για να γίνει δεκτή εισήγηση για ¨κατάχρηση διαδικασίας¨ θα πρέπει τα γεγονότα να αποκαλύπτουν πραγματική καταπίεση και εξαναγκασμό του χρεώστη από μέρους του πιστωτή, στην προσπάθεια του τελευταίου να αποκτήσει χρήματα ή άλλο παρεμφερές πλεονέκτημα. Στην Αγγλική υπόθεση Re a Debtor
(1955)2 All E.R. 656 (C.A.) που αφορούσε διαδικασία πτώχευσης αναφέρθηκαν τα εξής: (a)..... (b).... (c ) on the other hand the court will always look strictly at the conduct of a creditor using or threatening bankruptcy proceedings; and, if the court concludes that the creditor has used or threatened the proceedings at all oppressively (for example in order to obtain some payment or promise from the debtor or some other collateral advantage to himself property attributable to the use of the treat), the court will not hesitate to declare the creditor's conduct extortionate and will not allow him to make use of the process which he has abused. (d) in every case it is a question of fact in all the circumstances of the case whether there has been, in truth, extortion. Στην υπόθεση Re a Judgement Summons
(1953)1 All E.R. 424 αναφέρεται, ότι δεν είναι παραδεκτή η χρήση της διαδικασίας πτώχευσης όπου τούτο θα αποτελούσε μέσο καταπιεστικό για τα δικαιώματα του χρεώστη. Εφόσον στοιχειοθετείται καταπίεση, η διαδικασία αναστέλλεται προς διαφύλαξη του σκοπού για τον οποίο παρέχεται το δικονομικό μέτρο. Στην δε υπόθεση Re Shaw
(1928)Ch. 206, αναφέρθηκε σχετικά από τον Lawrence, LJ τα ακόλουθα: ¨It cannot, in my opinion, be too clearly understood that bankruptcy proceedings, which are in their nature quasi criminal, must not be used for the purpose of obtaining a collateral advantage. An attempt to do so, even though unsuccessful, will be sufficient to disentitle a petitioning creditor to an order, and, therefore, the fact that in the present case the debtor refused to pay the costs of Sherbourne Trust Ltd, and that demand was not insisted upon, does not absolve the petitioning creditors from the consequences of having made that demand. The principle upon which the court acts in these cases is that it treats a demand on this nature as evidence that bankruptcy proceedings were not with the bona fide intention of obtaining adjudication but for some collateral purpose." Τέλος, στην υπόθεση Re Suderland
(1911)2 KB 658 στην οποία δεν έγινε δεκτή εισήγηση για κατάχρηση, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: " Again in the absence of fraud or extortion, he mere fact that the petitioning creditor desires to obtain not only a distribution of the debtor's assets among his creditors, but also a consequential advantage (e.g. to terminate a partnership with a debtor) will not constitute an abuse of process or " sufficient cause" for dismissing the petition: " such a desire and intention on the part of the petitioning creditor is simply a by motive, which would not taint his procedure unless there were proof of positive fraud." Στον περί Πτωχεύσεως Νόμο δεν τίθεται καμιά προϋπόθεση για την εκ των προτέρων χρησιμοποίηση των προβλεπομένων από την Πολιτική Δικονομία μέτρων εκτέλεσης. Στην υπόθεση Πετράκης v. Κίμωνος,
(2006)1 (Β)Α.Α.Δ. σελ. 1311, αποφασίστηκε ότι το γεγονός πως ο πιστωτής επέλεξε να μη χρησιμοποιήσει τη διαδικασία των μηνιαίων δόσεων για την ικανοποίηση της απόφασης και το ότι δεν χρησιμοποίησε την διαδικασία της έκδοσης εντάλματος κινητών, αυτά δεν συνιστούν εμπόδιο στην υποβολή και εξέταση αίτησης για την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη με βάση τον περί Πτωχεύσεως Νόμο. (βλ. επίσης Αρέστη v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1258 όπου αποφασίστηκε ότι παρέχεται η δυνατότητα σε πιστωτές να επιδιώξουν την έκδοση διατάγματος παραλαβής σε βάρος της περιουσίας ενός χρεώστη, χωρίς προηγουμένως να είναι υποχρεωμένοι να επιχειρήσουν και να επιτύχουν έκδοση διατάγματος για την εξασφάλιση του χρέους του με μηνιαίες δόσεις.) Στην ίδια πιο πάνω υπόθεση Πετράκης v. Κίμωνος, σε σχέση με το ζήτημα της κατάχρησης διαδικασίας λέχθηκαν τα εξής: ¨Κατά την κρίση μας τα όσα παρατήρησε το Εφετείο στην London Clubs Ltd v. Παπαδόπουλου
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1699, η οποία αφορούσε ειδοποίηση πτωχεύσεως, ότι σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση, ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί όπως ο Νόμος ορίζει, για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατά ισονομία όλων των πιστωτών, δεν αποκλείουν πιστωτές, έστω και μικρούς πιστωτές όπως τον εφεσείοντα, από του να καταχωρήσουν αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής¨ και στη συνέχεια: ¨Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή - πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή.¨ Επομένως στην παρούσα υπόθεση κάθε άλλο παρά συμβαίνει οτιδήποτε από όσα επιτάσσει η πιο πάνω νομολογία περί κατάχρησης της διαδικασίας. Τα γεγονότα των υποθέσεων Εργατίδης v. Εργατίδη κ.ά.,
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 741 και της πρωτόδικης Επί της αφορώσι τον Κλεάνθη Βασιλείου Αρ. Ειδ. Πτωχ. 765/2010 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 7.10.2010 στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, με όλο τον σεβασμό δεν συνάδουν με αυτά της παρούσας. Το γεγονός ότι οι πιστωτές δεν προχώρησαν με μέτρα εκτέλεσης όπως αυτά προβλέπονται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 δεν καταδεικνύει από μόνο του ούτε καταπίεση ούτε εξαναγκασμό που να δικαιολογεί απόρριψη της αίτησης. Δεν έχει τεθεί υπόψη μου μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση οποιοδήποτε στοιχείο ή συμπεριφορά των πιστωτών τα οποία να δικαιολογούν συμπέρασμα ότι η πτωχευτική διαδικασία χρησιμοποιείται ως μέτρο καταπίεσης και έχει γίνει για σκοπούς εκβιασμού του αιτητή στη παρούσα ώστε να αποπληρώσει το χρέος του, τουναντίον τονίζεται ότι αυτή δεν αποσκοπεί σε αλλότριο σκοπό. Ούτε και έχω διαγνώσει προσπάθεια από μέρους των πιστωτών να αποκτήσουν οφέλη από την αίτηση τους σε βάρος ενδεχομένων άλλων πιστωτών. Ούτε και προβλήθηκε ισχυρισμός ή προωθήθηκε θέση εκ μέρους του αιτητή στη παρούσα ότι η προώθηση της αίτησης για ειδοποίηση πτώχευσης ενέχει στοιχεία δόλου. Οι μέθοδοι εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, προδιαγράφονται από το Άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), το οποίο δεν περιλαμβάνει τη διαδικασία πτώχευσης. Άσχετα από αυτό, αρχή για μη επιδίωξη από τον εξ αποφάσεως πιστωτή διαφορετικών τρόπων εκτέλεσης, τυγχάνει εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που οι διάφοροι τρόποι εκτέλεσης στρέφονται εναντίον του ίδιου χρεώστη. Δεν υπάρχει τέτοιος περιορισμός αναφορικά με εκτέλεση απόφασης που εκδίδεται ομού και/ ή κεχωρισμένως. Σε τέτοια περίπτωση, ο εξ αποφάσεως πιστωτής, είναι ελεύθερος να επιδιώξει την ταυτόχρονη εκτέλεση της απόφασης εναντίον ενός ή/ και όλων των χρεωστών του (βλ. Οικονομίδης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1255). Είναι γεγονός ότι η ειδοποίηση πτώχευσης την οποία ακολουθεί αίτηση πτώχευσης είναι από τη φύση της δραστικό μέτρο, όπως δραστικές είναι και οι συνέπειες για τον χρεώστη σε περίπτωση που αυτή γίνει δεκτή. Είναι επίσης γεγονός ότι στις πλείστες περιπτώσεις, το έναυσμα για την καταχώρηση αιτήσεων αυτής της φύσεως, δίδει η μη πληρωμή αστικού χρέους. Ωστόσο, η συνύπαρξη αυτών των στοιχείων, που είναι σχεδόν αναπόφευκτη, καθόλου δεν καταδεικνύει κατάχρηση. Με την έκδοση εξάλλου του διατάγματος, εάν θα το επιδιώξει η πλευρά των πιστωτών, θα γίνει μια δίκαιη κατανομή της περιουσίας του οφειλέτη, και θα αποφέρει στο βαθμό του δυνατού στους πιστωτές αυτά που δικαιωματικά τους ανήκουν. Καταλήγοντας κρίνω ότι η αίτηση για έκδοση της ειδοποίησης έχει γίνει σύμφωνα με τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς. Η ουσία της αίτησης εξετάζεται ως προς το αν πληρείται η προϋπόθεση της ύπαρξης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης εναντίον του οφειλέτη και εάν το ποσό που οφείλει είναι πέραν των Λ.Κ.500 (βλέπε Άρθρο 5(α) του περί Πτωχεύσεως Νόμου) και το εξ αποφάσεως χρέος του οφειλέτη, παρατηρώ ότι αυτό υπερβαίνει το πιο πάνω καθοριζόμενο υπό του νόμου ποσό το οποίο δεν αμφισβητήθηκε τουλάχιστον ότι συνιστά το εξ αποφάσεως χρέος. Αν ο οφειλέτης από την άλλη είχε ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγής η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχθηκε να πληρώσει και την οποία δεν μπορούσε να προβάλει στην αγωγή ή την διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα είναι ενστάσεις και ισχυρισμοί που θα μπορούσαν να είχαν υποβληθεί από αυτόν, οι οποίοι όμως δεν υποβλήθηκαν. Το ότι εγέρθηκε αγωγή με ενάγουσα την εταιρεία Μενέας Γαλακτοκομικές και Μεταφορικές Εργασίες Λτδ και όπου επίσης ένας από τους ενάγοντες είναι και ο οφειλέτης - αιτητής στη παρούσα αίτηση, σίγουρα δεν εμπίπτει στις πιο πάνω έννοιες της ύπαρξης ανταπαίτησης ή δικαιώματος συμψηφισμού ή ανταγωγής. Όπως έχει εξηγείται στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση Τόμος 2 σελ. 282 παρ. 525 και την υπόθεση Re Molesworth,
(1907)51 Sol.J. 563, C.A. και Αδάμου v. Κυριακίδη,
(2004)1 Α.Α.Δ. σελ. 1919 ακόμη και η ανταπαίτηση - που δεν είναι τέτοια η πιο πάνω αγωγή - θα πρέπει να συνδέεται με την αρχική απαίτηση του πιστωτή και να αναφέρεται σ΄αυτόν με την ίδια ιδιότητα που έλαβε την απόφαση. Επομένως η επίκληση της πιο πάνω αγωγής δεν μπορεί να έχει νομικό έρεισμα. Για όλους αυτούς τους λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση ακύρωσης ή/και παραμερισμού ή/ και αναστολής ή/και απόρριψης της ειδοποίησης πτώχευσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του οφειλέτη και υπέρ των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο χρόνος συμμόρφωσης του καθ΄ού η Αίτηση - οφειλέτη στην ειδοποίηση πτώχευσης παρατείνεται και αρχίζει από αύριο 20.12.2012. (Υπ.).................................................. Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.