← Κύπρος

Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α) ν. Νικολάου Δ. Παναγιώτη, Αρ. Αγωγής: 3665/10, 28/9/2012

Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α) ν. Νικολάου Δ. Παναγιώτη, Αρ. Αγωγής: 3665/10, 28/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3665/10 Μεταξύ: Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α) Ενάγοντος v. Νικολάου Δ. Παναγιώτη Εναγομένου Αίτηση ημερ. 5-10-11 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Θ. Θωμά. Για Καθ' ου: κα Μ. Σουρουλλά. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την πιο πάνω αίτηση του ο Εναγόμενος - Αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης που εξασφάλισε εναντίον του ο Ενάγων - Καθ' ου στις 14/2/11 για καταβολή ποσού €70.653,33 συν τόκους και έξοδα. Στηρίζει την αίτηση του στις Δ.17θ. 2-10 και Δ.48θ 1-4 και
  2. Στην συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του αναφέρει μεταξύ άλλων: i. Ότι τον Ιούλιο του 2011 επισκέφθηκε την οικία του ο δικαστικός επιδότης κ. Κώστας Καλλής ενημερώνοντας τον ότι είχε στην κατοχή του ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον του βάσει της ως άνω απόφασης. ii. Ότι ο ίδιος δεν επισκέφθηκε δικηγόρο διότι ήξερε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. Όταν όμως λίγες μέρες πριν την καταχώριση της αίτησης αυτής (περί τις αρχές Οκτωβρίου 2011) τον ξανάεπισκέφθηκε στην κατοικία του ο ίδιος ο επιδότης για να προβεί σε καταμέτρηση της κινητής του περιουσίας, ενημέρωσε αμέσως δικηγόρο. iii. Ότι ούτε ο ίδιος, ούτε άλλο ενήλικο πρόσωπο που διαμένει μαζί του στην οδό Ελευθερίας 46 στη Λάρνακα παρέλαβε οποιαδήποτε αγωγή από τον Ενάγοντα και για αυτό δεν είχε διορίσει δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει, ενώ κατόπιν έρευνας του στο φάκελο διαπίστωσε (περί τον Ιούλιο του 2011) ότι ο ιδιώτης Επιδότης κ. Γιώργος Χατζηχαραλάμπους ψευδώς ανέφερε ότι τού είχε επιδώσει την αγωγή και ότι ο ίδιος είχε αρνηθεί να υπογράψει την παραλαβή. Πράγμα που δεν ευσταθεί καθότι ουδέποτε είδε τον εν λόγω επιδότη ή παρέλαβε την αγωγή. iv. Εν πάση περιπτώσει ισχυρίζεται πως έχει καλή υπεράσπιση καθότι δεν οφείλει το ποσό της απόφασης. Αλλά αν οφείλεται κάποιο ποσό αυτό είναι σίγουρα κατά πολύ μικρότερο αφού με βάση τον κύκλο εργασιών του οι εργασίες του ήταν περιορισμένες, ενώ το ποσό Φ.Π.Α που όφειλε έχει ολόκληρο εξοφληθεί. Ως τεκμήριο Β επισύναψε αντίγραφο της ειδοποίησης ημερ. 30/5/11 που σχετίζεται με την ενημέρωση η οποία τού έγινε από τον Δικαστικό επιδότη κ. Καλλή τον Ιούλιο του
  3. Ο Ενάγων καταχώρισε ένσταση στις 19/1/12 προβάλλοντας εννέα λόγους οι οποίοι συνοψίζονται στα ακόλουθα: Α. Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη. Β. Δεν έχει καταδειχθεί σοβαρός λόγος που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Γ. Δεν έχει εξηγηθεί η μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Δ. Δεν παρουσιάζονται σοβαροί λόγοι που να δικαιολογούν το αιτητικό. Ε. Ο Εναγόμενος επέδειξε καταφρόνηση. ΣΤ. Ο Ενάγων ακολούθησε πάντα την ορθή διαδικασία. Ζ. Ο Εναγόμενος απέτυχε να καταδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση. Η. Ο παραμερισμός θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα. Θ. Η ακύρωση της απόφασης θα πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκες δηλώσεις της κας Αθηνάς Κκώστη, η οποία είναι η αρμόδια λειτουργός στο τμήμα Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και του Ιδιώτη Επιδότη κ. Γεώργιου Χ΄΄ Χαραλάμπους. Η κα Κκώστη αναφέρει μεταξύ άλλων:
  4. Ότι από το φάκελο προκύπτει πως το κλητήριο έχει δεόντως επιδοθεί προσωπικά στον Εναγόμενο στις 21/1/11, ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει ότι το παρέλαβε, όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση επίδοσης ο κ. Χ΄΄ Χαραλάμπους.
  5. Ότι στις 29/4/11 εκδόθηκε ένταλμα κινητών εναντίον του Εναγομένου και στις 30/5/11 σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται ο Εναγόμενος ο κ. Καλλής ειδοποίησε γραπτώς τον Εναγόμενο για το ένταλμα για να το διευθετήσει, ενώ τον Ιούλιο του 2011 τον επισκέφθηκε και προσωπικά.
  6. Ακόμα και αν ο Εναγόμενος έλαβε γνώση τον Ιούλιο του 2011 και πάλι είναι ένοχος αδικαιολόγητης καθυστέρησης στη λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης. Μάλιστα ο δικηγόρος του είχε προβεί σε έρευνα στο φάκελο στις 3/6/11 και του έδωσε από τότε συμβουλή, πλην όμως αυτός καταχώρισε την αίτηση του πολύ αργότερα. Η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης την οποία είχε καταχωρίσει ο κ. Χ΄΄ Χαραλάμπους. Στη δική του ένορκη δήλωση ο Ιδιώτης Επιδότης κ. Χ΄΄Χαραλάμπους αναφέρει ότι στις 21/1/11 επέδωσε προσωπικά στον Εναγόμενο στη δοθείσα διεύθυνση το κλητήριο ένταλμα και ο Εναγόμενος αρνήθηκε να το υπογράψει. Επίσης ότι θεωρεί πως όσα ισχυρίζεται ο Εναγόμενος περί μη επίδοσης είναι αναληθή. Αγορεύσεις Αγορεύοντας ο κ. Θωμά επανέλαβε τα γεγονότα όπως τα ανέφερε ο Εναγόμενος και παραπέμποντας στις υπ. Evans v. Bartlam

(1937)2 Α 11 Ε.Α. 646 και Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204 υποστήριξε πως ο Εναγόμενος δεν επέδειξε καμία καθυστέρηση ή αδιαφορία, καθώς και ότι διαθέτει υπεράσπιση έστω και αν δεν παρέθεσε λεπτομέρειες στην ένσταση του. Η κα Σουρουλλά προέβη επίσης σε εκτενή αναφορά και ανάλυση της νομολογίας υποστηρίζοντας ότι οι ισχυρισμοί του κ. Χ΄΄ Χαραλάμπους παρέμειναν αναντίλεκτοι, ότι ο Εναγόμενος υπέδειξε υπέρμετρη αμέλεια στο να καταχωρίσει εμφάνιση, ότι καθυστέρησε σε βαθμό καταφρόνησης να αποταθεί για παραμερισμό αφού έλαβε ειδοποίηση για το ένταλμα κινητών από Δικαστικό Επιδότη στις 30/5/11 και τέλος ότι οι θέσεις του περί ύπαρξης υπεράσπισης είναι αόριστοι, αντιφατικοί και ατεκμηρίωτοι. Νομική πτυχή Είναι γεγονός πως υπάρχει πλούσια νομολογία εν σχέσει με τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης και οι δύο πιο πάνω υποθέσεις Evans και Phylactou περιέχουν τις βασικές αρχές. Πέραν όμως των συνήθων περιπτώσεων μία απόφαση είναι δυνατόν να ακυρωθεί ex debito justitiae, είτε λόγω κακής επίδοσης (υπ. Γιωργαλλίδης v. Χρίστου
(1997)1 A AAΔ.247 και Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v. Chr. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α ΑΑΔ 43) είτε λόγω του ότι εκδόθηκε για μεγαλύτερο από το οφειλόμενο ποσό (βλ. Annual Practice 1958 τα σχόλια στην 0.27 r.15 και στο Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 26, παρ. 556+559). Η θέση του Εναγομένου ότι δεν τού έγινε οποιαδήποτε επίδοση του κλητηρίου στην παρούσα εγείρει σαφώς προς εξέταση πριν από οτιδήποτε άλλο του ενδεχομένου κακής επίδοσης ή έλλειψης επίδοσης στην παρούσα. Η κα Σουρουλλά - σε αντίθεση με τον κ. Θωμά - ασχολήθηκε με το θέμα αυτό στην αγόρευση της, εισηγούμενη όμως ότι πρέπει να γίνει δεκτή η θέση του Ιδιώτη Επιδότη. Θεωρώ πως από τη στιγμή που το θέμα εγείρεται από την ένορκη δήλωση του Εναγομένου αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να το εξετάσει και μάλιστα κρίνεται ως το ουσιωδέστερο θέμα στην παρούσα, ασχέτως αν δεν το ανέπτυξε ειδικότερα ο κ. Θωμά. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού (ανωτέρω): ''. το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3(α) και (β) . Του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα''. Το ζήτημα της επιδόσεως κλητηρίου σε φυσικό πρόσωπο ρυθμίζεται από τη Δ.5 κ.2 η οποία προνοεί σχετικά ότι: ''2
(1)Η επίδοση πρέπει, όταν είναι πρακτικό να γίνεται δια της αφέσεως του αντιγράφου στο πρόσωπο στο οποίο θα πρέπει να επιδοθεί . Η γενική αρχή, ιδιαίτερα μετά την σχετική τροποποίηση της Δ.48Κ.4 είναι πως το πραγματικό υλικό επί του οποίου εδράζεται μία αίτηση περιλαμβάνεται σε ένορκες δηλώσεις και υπάρχει υποχρέωση διαπίστωσης των πραγματικών γεγονότων που συνθέτουν την αίτηση (υπ. Digimed Communications Ltd v. I. Nera Asa κ.α
(2010)1 Α ΑΑΔ 625). Δεν μου διαφεύγει ότι με βάση την υπ. Fashion Box S.P.A v. Ferro Fashions Ltd
(1999)Ι Γ ΑΑΔ 1858 ''. αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα, μεταξύ του αιτητή και οποιουδήποτε προσώπου που καταθέτει ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει''. Όντως αυτό μπορεί να γίνει μέσω συμπληρωματικής δήλωσης ή και αντεξέτασης. Το βασικό ερώτημα λοιπόν είναι κατά πόσον όντως ο Ιδιώτης Επιδότης επισκέφθηκε τον Εναγόμενο στις 21/1/11 και επέδωσε το κλητήριο ένταλμα. Εξετάζοντας τον ισχυρισμό αυτό το Δικαστήριο έχει με βάση την υπ. Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1 AAΔ 1938 την ευχέρεια να αντλήσει πληροφορίες και στοιχεία από έγγραφα τα οποία αποτελούν μέρος του φακέλου, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ό,τι κατέγραψε ο Ιδιώτης Επιδότης γίνεται αυτομάτως αποδεκτό στις περιπτώσεις που η ίδια η επίδοση αμφισβητείται και ο ίδιος δεν τίθεται στη βάσανο της αντεξέτασης. Στην παρούσα ο Εναγόμενος - Αιτητής επιμένει ότι δεν του έγινε ποτέ επίδοση και δεν ζητήθηκε σε καμία περίπτωση η αντεξέταση του παρά το ότι προσφέρθηκε και ήταν έτοιμος να το πράξει. Αντιθέτως ο ίδιος με τη δέουσα διαδικασία εξασφάλισε άδεια αντεξέτασης του Ιδιώτη Επιδότη κ. Χ΄΄ Χαραλάμπους από τις 22/2/12 και έκτοτε κατέβαλλε προσπάθειες εντοπισμού του προς επίδοση του σχετικού διατάγματος υφιστάμενος τα έξοδα τριών αναβολών της ακρόασης τις οποίες ζήτησε για αυτό το σκοπό (στις 15/3/12, 27/4/12 και 13/6/12). Από την πρώτη φορά είχε πληροφορηθεί ότι ο εν λόγω Επιδότης ευρίσκετο στις Φυλακές μετά από καταδίκη για ψευδείς ένορκες δηλώσεις επίδοσης. Δόθηκαν οδηγίες και εκδόθηκε Διάταγμα Προσαγωγής Κρατουμένου το οποίο δεν πρόλαβε να εκτελεστεί διότι αυτός είχε απολυθεί λίγο πριν το Πάσχα. Δόθηκε ακόμα μία αναβολή διότι υπήρξαν πληροφορίες ότι μετά την αποφυλάκιση του αυτός εγκατέλειψε την Κύπρο προς άγνωστο προορισμό στην Ελλάδα και υπήρχε κάποια ελπίδα να επέστρεφε το Καλοκαίρι. Μάταια όμως, με αποτέλεσμα να μην δοθεί η ευκαιρία στον Εναγόμενο να τον αντεξετάσει για τον σχετικό ισχυρισμό του. Η ενημέρωση που είχαν και οι δύο συνήγοροι κατά την ακρόαση ήταν πως εξακολουθεί να ευρίσκεται εκτός Κύπρου. Υπό τις περιστάσεις αυτές κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο γενικός ισχυρισμός του Ιδιώτη Επιδότη ότι είχε εντοπίσει τον Εναγόμενο και τού άφησε το κλητήριο ένταλμα. Καταλήγω στην αποδοχή της μαρτυρίας του Εναγόμενου ότι ποτέ δεν τού έγινε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος με τον τρόπο που ισχυρίστηκε ο Ενάγων. Αποτελεί συνεπώς αναγκαίο συμπέρασμα πως η απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί ex debito justitiae. Όπως αναφέρεται στο Halsbury' s Laws Of England, 4η έκδοση, τόμος 26, παρ. 559: When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than is due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from consideration as to whether there is good defence on the merits, and the plantiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order''. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου παρέλκει κατά τη γνώμη μου η εξέταση οπουδήποτε άλλου ζητήματος αφού ούτως ή άλλως ο Εναγόμενος δικαιούται σε ακύρωση της απόφασης. Παρά ταύτα όμως θα ήθελα να παρατηρήσω για να υπάρχει καταγραμμένη και η άποψη μου πως εάν δεν υπήρχε το πρόβλημα με την επίδοση δεν θα συμφωνούσα ότι αυτή είναι κατάλληλη περίπτωση για παραμερισμό της απόφασης καθότι: i. Προκύπτει πως ο Εναγόμενος έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης κατόπιν ειδοποίησης του αρμόδιου Δικαστικού Επιδότη ημερ. 30/5/11 και αυτό όντως επιβεβαιώνεται και από την διενέργεια έρευνας στο φάκελο εκ μέρους του στις 3/6/11 σύμφωνα με τη σχετική πληρωμή τελών για έρευνα. Παρά την έρευνα ο Εναγόμενος δεν θεώρησε αναγκαίο να πράξει οτιδήποτε. Όπως δεν έπραξε και τον Ιούλιο του 2011 όταν όπως αναφέρει τον επισκέφθηκε ο ίδιος επιδότης. Η δικαιολογία που προβάλλει, ότι δηλαδή δεν πήγε σε δικηγόρο επειδή ήξερε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α δεν συνάδει με τη λογική. Αντιθέτως θα αναμένετο από κάποιον που πιστεύει ότι δεν οφείλει οτιδήποτε να ανησυχήσει από την ύπαρξη απόφασης εναντίον του για τέτοιο μεγάλο ποσό και να προβεί από την πρώτη στιγμή στα δέοντα μέτρα και όχι να αφήνει τέσσερις μήνες να παρέλθουν, ανησυχώντας μόνον όταν πλέον γίνεται καταμέτρηση της περιουσίας του. Θα θεωρούσα λοιπόν πως η αδικαιολόγητη αυτή καθυστέρηση από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο συνιστά αδιαφορία που προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Γιωργαλλίδης v. Ταπελογραφείο Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 B AAΔ.1101, και Βοθρότεξ Λτδ v. Φαντάκη
(2001)1 A AAΔ.339). ii. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση ο Εναγόμενος είχε την υποχρέωση να καταδείξει στην ένορκη δήλωση του ότι διαθέτει μία καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση, ήτοι να αναφέρει γεγονότα τα οποία εάν αληθεύουν θα αποτελούσαν καλή υπεράσπιση (Ανδρέου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1 Γ ΑΑΔ 1596). Αντί τούτου προέβαλε διάφορες γενικές και αόριστες και κυρίως αντιφατικές θέσεις που κάθε άλλο παρά καταδεικνύουν συζητήσιμη υπεράσπιση στο σύνολο τους. Ειδικότερα αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό (παρ. 4), μετά ότι αν οφείλει κάποιο ποσό αυτό είναι μικρότερο αλλά και πάλιν κάθε ποσό που ζητείται στην αγωγή είναι αυθαίρετο (παρ. 7) και τέλος και πάλιν ότι το ποσό Φ.Π.Α που όφειλε κατά την επίμαχη χρονική περίοδο έχει εξοφληθεί. Γενικά και αόριστα αναφέρει ότι οι εργασίες του ήταν περιορισμένες και κατά συνέπεια και τα έσοδα του. Θα αναμένετο και εδώ να καταγραφούν κάπως πιο συγκεκριμένα τουλάχιστον οι πληρωμές που έγιναν για τις εν λόγω περιόδους, οι οποίες κατά τους ισχυρισμούς του συνιστούν εξόφληση. Ανεξαρτήτως όμως των τελευταίων αυτών θεμάτων με βάση την προηγηθείσα κατάληξη μου ότι δεν έχει γίνει καλή επίδοση του κλητηρίου, η απόφαση ημερ. 14/2/11 ακυρώνεται ex debito justitiae. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος του Εναγομένου - Αιτητή ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)..................................... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.