← Κύπρος

VIAMAX (PAPHOS) LIMITED ν. Γιαννάκη Νικολαϊδη, Αρ. Αγωγής 665/2006, 16.1.2012

VIAMAX (PAPHOS) LIMITED ν. Γιαννάκη Νικολαϊδη, Αρ. Αγωγής 665/2006, 16.1.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 665/2006 Μεταξύ: VIAMAX (PAPHOS) LIMITED Εναγόντων-Αιτητών και Γιαννάκη Νικολαϊδη Εναγόμενου-Καθ΄ ου η αίτηση ------------------------ Αίτηση ημερομηνίας: 25.11.2010 ------------------------ Ημερομηνία: 16.1.2012 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Μακρίδης Για Εναγόμενο-Καθ΄ ου η αίτηση: κα Σ. Τιμοθέου για κ. Χ"Λοϊζου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Α. Μάγου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την προσθήκη της εταιρείας G & Μ ENERGY AND MANAGEMENT LIMITED ως ενάγουσας 2, καθώς και τροποποίηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης έτσι ώστε να προστίθενται ισχυρισμοί περί ύπαρξης συμφωνίας πώλησης του εμπράγματου δικαιώματος (μίσθωσης) του επίδικου ακινήτου και μεταβίβασης του στην εταιρεία που γίνεται προσπάθεια να προστεθεί ως διάδικος. Με ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κουλέρμου ενός εκ των διευθυντών της ενάγουσας, επεξηγούνται οι λόγοι της αιτούμενης τροποποίησης ως ακολούθως: Κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής η ενάγουσα ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του εμπράγματου δικαιώματος (μίσθωσης) του επίδικου ακινήτου το οποίο πώλησε σε κάποιο Γεώργιο Ιωαννίδη, δυνάμει συμφωνίας ημερ. 21.6.2005 (επισυνάπτεται ως Τεκ. Α αντίγραφο της συμφωνίας). Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και καθ΄ υπόδειξη του Γεώργιου Ιωαννίδη, η ενάγουσα περί τις 24.8.2009 μεταβίβασε και ενέγραψε το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμα στην εταιρεία G & Μ ENERGY AND MANAGEMENT LIMITED (επισυνάπτεται ως Τεκ. Β πιστοποιητικό εγγραφής μίσθωσης). Ο ενόρκως δηλών ανέφερε το γεγονός αυτό στους δικηγόρους της ενάγουσας σε συνάντηση που είχε μαζί τους περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2010 για προετοιμασία της ακρόασης της υπόθεσης. Οι δικηγόροι του έλαβαν την έγκριση της πιο πάνω εταιρείας για τη προσθήκη της ως ενάγουσας 2 (επισυνάπτεται ως Τεκ. Γ η γραπτή βεβαίωση της εταιρείας). Με δεδομένο ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εμπράγματου δικαιώματος (μίσθωσης) είναι πλέον η πιο πάνω εταιρεία και έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για αγωγή που αφορά παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία και αξιώνονται μεταξύ άλλων, διατάγματα παράδοσης ακίνητης ιδιοκτησίας και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, η πιο πάνω εταιρεία είναι αναγκαίος διάδικος και το πρόσωπο το οποίο δικαιούται να αναλάβει κατοχή της επίδικης ιδιοκτησίας είτε ως ιδιοκτήτης είτε ως κάτοχος δυνάμει εμπράγματου δικαιώματος ή συμφωνίας. Περαιτέρω με την προσθήκη της εν λόγω εταιρείας ως δεύτερου Ενάγοντα το Δικαστήριο θα μπορεί να αποφασίσει τελεσίδικα επί όλων των επιδίκων θεμάτων και αναφορικά με όλες τις διαφορές μεταξύ όλων των εμπλεκομένων μερών στην υπόθεση. Καμία δε ζημιά ή βλάβη δεν θα υποστεί ο ενάγοντας με την έγκριση της αίτησης. Ο καθ΄ ου η αίτηση-εναγόμενος καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται στους πιο κάτω λόγους: «(α) Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη, κακόπιστη (mala fide), όχι καλόπιστη και επιδιώκει σκοπούς άλλους από αυτούς που θέτει η νομολογία, ο Νόμος και οι θεσμοί και ασκείται καταχρηστικά. (β) Tα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση ουδόλως δικαιολογούν την παροχή των ζητουμένων θεραπειών και/ή διαταγμάτων και/ή δεν αποκαλύπτουν γεγονότα που να δικαιολογούν την παροχή των ζητουμένων θεραπειών. (γ) Οι προθέσεις της Αιτήτριας δεν είναι γνήσιες. (δ) Η Αιτήτρια προέβηκε στην καταχώρηση της αίτησης των πολύ καθυστερημένα και ουδόλως δικαιολογούν την καθυστέρηση αυτήν. (ε) Τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση ουδόλως δικαιολογούν την παροχή των ζητούμενων διαταγμάτων. (στ) Η τροποποίηση θα προκαλέσει βλάβη στον Εναγόμενο και θα υποστεί ζημιά η οποία δεν μπορεί να διορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή για καταβολή των εξόδων του. (ζ) Η τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων. (η) Τα δικαιώματα του Εναγομένου ως αυτά καθορίζονται κάτω από την διάταξη 30 του Συντάγματος προσβάλλονται και καταπατούνται. (θ) Η Αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη.» Οι λόγοι της ένστασης επεξηγούνται στην ένορκη δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση στην οποία αναφέρεται ότι οι αιτητές δεν δικαιολογούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Σύμφωνα με τα τεκμήρια που οι ίδιοι κατέθεσαν, η συμφωνία πώλησης έγινε 7 μήνες πριν την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος και 8 περίπου μήνες πριν την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης χωρίς να γίνεται καμία αναφορά επί της συμφωνίας αυτής είτε στο κλητήριο ένταλμα είτε στην έκθεση απαίτησης. Περαιτέρω η αγωγή εγέρθηκε μόνο από τους ενάγοντες και όχι από τον φερόμενο ως αγοραστή Γεώργιο Ιωαννίδη. Επίσης 15 περίπου μήνες πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ο Ιωαννίδης μεταβίβασε και ενέγραψε το εμπράγματο δικαίωμα στην εταιρεία που γίνεται προσπάθεια να προστεθεί ως διάδικος. Ο κ. Κουλέρμος αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι τα γεγονότα περί της μεταβίβασης τα ανέφερε στους δικηγόρους του στα τέλη Σεπτεμβρίου 2010 χωρίς όμως να αναφέρει τους λόγους που δεν τους το ανέφερε ενωρίτερα ή κάποιο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση αυτή. Δεν αναφέρει επίσης πότε οι δικηγόροι της ενάγουσας έλαβαν γνώση για τη συμφωνία πώλησης που προϋπήρχε της έγερσης της αγωγής. Η αίτηση γίνεται σχεδόν 6 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και σύμφωνα με τον καθ΄ ου η αίτηση αυτή η τροποποίηση δεν είναι αναγκαία και οι αιτητές ενεργούν κακόβουλα αφού οι ισχυρισμοί τους είναι εκ των υστέρων σκέψεις. Σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα μεταβάλλεται το πλαίσιο της δίκης και ανατρέπεται η πορεία της διαδικασίας προκαλώντας στον καθ΄ ου η αίτηση ζημιά η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με την καταβολή εξόδων. Περαιτέρω ο καθ΄ ου η αίτηση επικαλείται παραβίαση των δικαιωμάτων του δυνάμει του άρθρου 30 του συντάγματος. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα και θα αναφερθώ εκεί όπου χρειάζεται στην πορεία της απόφασης μου. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.9 Θ.10, Δ.12 Θ.1 και 3, Δ.25 Θ.1-4 και Δ.48

(1),
(2),
(9)των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Δ.9 θ.10 δίδει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να προσθέσει διάδικο. Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει του εν λόγω διαδικαστικού κανονισμού θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος και βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα. Όπως έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάνει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους έτσι ώστε να καταστίσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επιδίκων θεμάτων. (Βλέπε Van Gelder, Apsimon & Vo v. Sowerby Bridge United District Flour Society
(1890)44 Ch.D. 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co
(1895)2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co Mellwraith & Co
(1896)2 Q.B. 464, Ideal Films Ltd v. Richards
(1927)1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres
(1893)1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel
(1894)2 Q.B. 688, MEPA UNDERWRITING MANAGEMENT LIMITED και άλλων ν. ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ,
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772 και PERIHAN MUSTAFA KORKUT ή EYIAM PERIHAN v. Απόστολου Γεωργίου διά του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου (αρ. 1)
(2007)1(B) A.A.D. 1213). Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους, με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη είναι η Δ.28 Θ.1. Στο Annual Practice του 1957, στη σελ. 453 αναφέρεται ότι « As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part and provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent.. Βut if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, τέθηκε η σύγχρονη τάση της νομολογίας ως εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Η αρχή ταυτίζεται με την Αγγλική αρχή όπως διατυπώθηκε από τον Λόρδο Denning στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754" "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. ". Το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων κατέληξε αφού παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700 ότι ίσχυε η ίδια αρχή. ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 συνοψίζοντας τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστήριο αναφέρθηκε στις σελ. 36 -37: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Cο.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο [βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)].» Στην υπόθεση SABA & CO (T.M.P.) v. T.P.M. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426 το Δικαστήριο σταθμίζοντας τον παράγοντα καθυστέρηση ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 432: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ΄ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 εξετάστηκε το θέμα της καθυστέρησης και επιβεβαιώθηκε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλ΄ αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Η δε έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 επαναλήφθηκε η θέση της νομολογίας πως, «όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης». Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδου και άλλων
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005 που με παρέπεμψαν οι συνήγοροι των Αιτητών αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1009: «Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιοδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Σχετικά με την εισήγηση των Εναγομένων ότι με την τροποποίηση επιχειρείται αλλαγή της πορείας της αγωγής σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Annual Practice του 1958 στη σελίδα 627 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoc), 1 Ch. D. 42 Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action." Ως προς τη σημασία της καλής πίστης σε αιτήματα τροποποίησης δικογράφων σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen and Leake and Javob´s "Procedents of Pleading", 12η έκδοση, στη σελίδα 130, όπου ο όρος «καλή πίστη» επεξηγείται ως ακολούθως: «The first and in a way the paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For this purpose, good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising "the real question in controversy between the parties" and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused." Η αγωγή στην παρούσα περίπτωση αφορά παράνομη επέμβαση σε περιουσία, όπου, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα είχε εμπράγματο βάρος (μίσθωση) το οποίο είχε συμφωνήσει να πωλήσει σε κάποιο Γεώργιο Ιωαννίδη το έτος 2005. Μετά την έγερση της αγωγής το εν λόγω εμπράγματο βάρος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα μεταβιβάστηκε στην εταιρεία G & Μ ENERGY AND MANAGEMENT LIMITED. Συνεπώς το πρόσωπο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας δικαιούται σε κατοχή του ακινήτου και δικαιούται να αξιώσει από τον εναγόμενο να του παραδώσει κατοχή είναι η εν λόγω εταιρεία. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Κυθραιώτης και άλλος ν. Άθου Μιχαηλίδη Milington-Ward
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1480, που με παρέπεμψε ο κ. Μακρίδης, όπου κρίθηκε ότι σε αγωγές που αφορούν παράνομη επέμβαση αναγκαίος διάδικος είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου. Στην παρούσα περίπτωση η G & Μ ENERGY AND MANAGEMENT LIMITED είναι κατ΄ ισχυρισμό η νόμιμη ιδιοκτήτης του εμπράγματου δικαιώματος μίσθωσης επί του επιδίκου ακινήτου. Συνακόλουθα επηρεάζονται τα νόμιμα και οικονομικά της συμφέροντα από την έκβαση της παρούσας αγωγής και συνεπώς είναι αναγκαίος διάδικος στη διαδικασία. Με την προσθήκη της ως ενάγουσας η θέση των αιτητών ότι το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του όλα τα επηρεαζόμενα από την απόφαση του πρόσωπα ως διαδίκους έτσι ώστε να μπορεί να αποφασίσει τελεσίδικα επί όλων των επιδίκων ζητημάτων συμπεριλαμβανομένου και της ιδιοκτησίας του εμπράγματου δικαιώματος της μίσθωσης επί του ακινήτου είναι ορθή. Περαιτέρω έχει δοθεί γραπτή συγκατάθεση της εν λόγω εταιρείας για την προσθήκη της ως ενάγουσας 2. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η προσθήκη της G & Μ ENERGY AND MANAGEMENT LIMITED ως ενάγουσας είναι επιθυμητή υπό τις περιστάσεις. Σε ότι αφορά τις υπόλοιπες τροποποιήσεις αυτές αφορούν το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζεται η απαίτηση της προτιθέμενης ενάγουσας 2, γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την έγερση της παρούσας αγωγής. Ενόψει των γεγονότων της υπόθεσης όπως παρατίθενται πιο πάνω είναι σαφές ότι η αναγκαιότητα τροποποίησης προέκυψε μετά την έγερση της αγωγής ήτοι μετά τις 24.8.09 οπόταν έγινε η κατ΄ ισχυρισμό μεταβίβαση του εμπράγματου δικαιώματος μίσθωσης επί του ακινήτου. Όμως η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε πολύ αργότερα και είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση της καθυστέρησης πέραν του ότι οι αιτητές ανέφεραν το γεγονός αυτό στους δικηγόρους τους κατά την προετοιμασία της ακρόασης, παραμένει όμως χωρίς εξήγηση γιατί δεν το ανέφεραν προγενέστερα. Βέβαια έχοντας υπόψη ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ξεκινήσει και πως ο λόγος που ζητούνται οι τροποποιήσεις είναι για να προστεθούν στη διαδικασία όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι και να τεθούν προς εξέταση από το Δικαστήριο όλα τα θέματα τα οποία εγείρονται με την παρούσα αγωγή, η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος από μόνη της δεν μπορεί να έχει καταλυτική σημασία στην υπόθεση. Σίγουρα με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης ενδεχόμενα να απαιτηθεί και τροποποίηση της υπεράσπισης, όμως από την άλλη θα δοθεί η ευκαιρία να εξεταστεί όλο το φάσμα των γεγονότων της υπόθεσης. Θεωρώ ότι η ζημιά που θα υποστεί η πλευρά του εναγομένου από την έγκριση του αιτήματος είναι από τις περιπτώσεις που μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων. Έχοντας δε εξετάσει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης δεν κρίνω ότι υπάρχει οποιαδήποτε κακοπιστία στην υποβολή του αιτήματος ως ισχυρίζεται η πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δικαιολογούνται με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν από τους αιτητές και δεν έχει καταδειχθεί ότι αυτές γίνονται για οποιονδήποτε αλλότριο σκοπό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Συνακόλουθα εκδίδονται διατάγματα ως η αίτηση. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και έκθεση απαίτησης να καταχωριστούν εντός 15 ημερών από της σύνταξης του παρόντος διατάγματος. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 20 ημερών και τροποποιημένη απάντηση, αν υπάρχει, εντός περαιτέρω 10 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης και όσα έξοδα θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των εναγόντων-αιτητών και υπέρ του εναγομένου-καθ΄ ου η αίτηση. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.