Τασούλλας Ιωάννου Αυγουστή κ.α. ν. Μαρίας Σπυρίδου, Αρ. Αγωγής 2975/2007, 19 Ιανουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 2975/2007 Μεταξύ: 1.Τασούλλας Ιωάννου Αυγουστή, από την Λεμεσό
- Έλλης Παπαδοπούλου, από την Λευκωσία
- Χαράλαμπου Ιωάννου Μούσκου, από την Πάφο
- Γεωργίας Αλκιβιάδη Αλκιβιάδους, από την Αγία Βαβατσινιά
- Δημήτρη Ιωάννου Αυγουστή, από την Πάφο Εναγόντων Και Μαρίας Σπυρίδου, από την Λευκωσία Εναγόμενης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19 Ιανουαρίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Ι. Παπαζαχαρίας (Για να ακούσει απόφαση κ. Ν. Φακοντή) Για την εναγόμενη: κ. Μ. Κυπριανού (Για να ακούσει απόφαση κα Μ. Πιερή) Ενάγοντας 3 παρών Εναγόμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ H Οι ενάγοντες είναι συνιδιοκτήτες του ακινήτου με αρ. εγγραφής 7592, Φυλ/Σχ. 36/51, αρ. τεμαχίου 450, που βρίσκεται στο χωριό Παναγιά της Πάφου εντός του οποίου υπάρχει κατοικία και η εναγόμενη είναι η ιδιοκτήτρια του όμορου ακινήτου, τεμάχιο 925, Φυλ./Σχ. 36/
- Ισχυρίζονται οι ενάγοντες με την έκθεση απαίτησης τους, ότι η εναγόμενη περί τις αρχές Αυγούστου 2007 προέβη σε εκσκαφή επί των κοινών συνόρων των τεμαχίων επεμβαίνοντας εντός του δικού τους τεμαχίου. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τους, κατά ή περί την 17.8.2007 υπέβαλαν αίτηση για επιτόπια εξέταση στο Κτηματολόγιο με αρ. ΑΧ 1758/2007 ενώ ακολούθως η εναγόμενη και/ή αντιπρόσωποι της για λογαριασμό της άρχισαν την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών υφιστάμενης κατοικίας που βρίσκεται εντός του τεμαχίου της προβαίνοντας συγχρόνως σε προεκτάσεις της κατοικίας επεμβαίνοντας και/ή παρεμβαίνοντας επί της περιουσίας τους. Η επέμβαση, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, συνίσταται στην προέκταση της κατοικίας της προς το κοινό σύνορο και/ή σε παραβίαση και/ή επέμβαση εντός των όμορων συνόρων του ακινήτου σε ολόκληρη της έκταση τους και/ή σε μέρος τους. Το πλάτος της οικοδομής της εναγόμενης το οποίο επεμβαίνει στο ακίνητο των εναγόντων είναι περί τα 11 τ.μ. Όπως αναφέρουν στην έκθεση απαίτηση τους, τα ορθά σύνορα των τεμαχίων βρίσκονται σε απόσταση 3.85μ. από την γωνία της οικίας των εναγόντων στην δυτική πλευρά του τεμαχίου 450 και κάθετα προς το τεμάχιο της εναγόμενης και η επέμβαση υπολογίζεται σε λωρίδα γης κατά μήκος των συνόρων που κυμαίνεται στα 3.00μ ή περισσότερο πλάτος ή και διαφορετικά και πάντως κατά την έκταση της παράνομης προέκτασης της οικοδομής της εναγόμενης. Οι υπό ανέγερση προεκτάσεις της οικοδομής της υφιστάμενης κατοικίας βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο εμποδίζοντας τους ενάγοντες να απολαμβάνουν την εύλογη χρήση της περιουσίας τους. Ισχυρίζονται ότι η προέκταση της κατοικίας της εναγόμενης ήταν παράνομη και χωρίς να εκδοθούν οι απαιτούμενες άδειες. Το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου μετά από επιτόπια έρευνα στην παρουσία της εναγόμενης επιβεβαίωσε την παράνομη επέμβαση. Επικαλούνται στο σημείο αυτό, τον φάκελο του Κτηματολογίου ΑΧ 1758/07 και/ή τα χωρομετρικά σχέδια, εκθέσεις και συναφείς καταγραφές των Αρμοδίων Τμημάτων, της Επαρχιακής Διοίκησης και της Πολεοδομίας και/ή των ειδικών εμπειρογνωμόνων αναφορικά με την αξία της γης και/ή το μέρος της γης στην οποία αυθαίρετα επεμβαίνει η εναγόμενη, τα οποία επιφυλάσσονται να παρουσιάσουν κατά την δικάσιμο. Όπως αναφέρουν στην έκθεση απαίτηση τους, το Κοινοτικό Συμβούλιο Παναγιάς με επιστολή του ημερομηνίας 6.9.2007 η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα 3 κάλεσε την εναγόμενη να σταματήσει τις οικοδομικές εργασίες καθότι δεν έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής. Η παράλειψη της εναγόμενης να προβεί και/ή να μην αναστείλει τις οικοδομικές εργασίες μέχρι να πραγματοποιηθεί η επιτόπια εξέταση του Κτηματολογίου κατέστησαν αναγκαία την έγερση της παρούσας αγωγής για προστασία των δικαιωμάτων των εναγόντων. Οι ενέργειες της εναγόμενης και ειδικά οι οικοδομικές εργασίες προέκτασης της κατοικίας της ισχυρίζονται ότι αποτελούν επέμβαση στην εύλογη χρήση και απόλαυση της ιδιοκτησίας τους και/ή στην θέα και φως της και/ή μειώνουν την αξία της και/ή διαζευκτικά αποτελούν παράνομη ενέργεια εις βάρος τους, εν αναμονή ολοκλήρωσης της διαδικασίας που εκκρεμεί στο Κτηματολόγιο Πάφου για καθορισμό και/ή επιβεβαίωση των συνόρων του επίδικου τεμαχίου. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες ζητούν τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Δήλωση ότι η εναγόμενη επενέβη και/ή επεμβαίνει παράνομα στο τεμάχιο τους με την ανέγερση οικοδομής και/ή προεκτάσεων σε οικοδομή εντός του τεμαχίου της χωρίς την αξίωση οποιουδήποτε δικαιώματος. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει την εναγόμενη, τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους της και/ή υπηρέτες της και/ή έλκοντες από αυτή δικαιώματα, όπως άρουν την παράνομη επέμβαση εντός του τεμαχίου τους μέσα σε 5 ημέρες από την επίδοση σ΄ αυτή του εκδοθησομένου διατάγματος. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει την εναγόμενη, τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους της και/ή υπηρέτες της και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο έλκει από αυτή δικαιώματα όπως επαναφέρουν τα πράγματα στην προτέραν κατάσταση ως είχαν πριν την επέμβαση εντός του τεμαχίου τους και/ή πριν την κατασκευή της προέκτασης της οικοδομής της και/ή καταδεφίσουν μέρος της οικοδομής που παράνομα αναγέρθηκε και επεμβαίνει εντός του τεμαχίου τους μέσα σε 5 ημέρες από την επίδοση σ΄ αυτή του εκδοθησομένου διατάγματος. Αξιώνουν επίσης ποσό €1000.- ως ειδικές αποζημιώσεις (€200.- τέλη κτηματολογίου και €800.- έξοδα ειδικών εμπειρογνωμόνων και/ή γενικά έξοδα), γενικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, νόμιμους τόκους και έξοδα. Η εναγόμενη με την έκθεση υπεράσπισης της προβαίνει σε παραδοχή των παραγράφων 1 και 2 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων και προσθέτει ότι εντός του δικού της ακινήτου από την δεκαετία του 1950, υπάρχει ένα μικρό σπίτι το οποίο χρησιμοποιεί η οικογένεια της ως εξοχικό. Παραδέχεται επίσης ότι οι ενάγοντες στις 17.8.2007 υπέβαλαν αίτηση για επιτόπια εξέταση συνοριακής διαφοράς, δεν περίμεναν, αναφέρει, όμως να ολοκληρωθεί η εξέταση της εν λόγω αίτησης τους πριν από την καταχώρηση της παρούσας αρωγής και για τον λόγο αυτό η αγωγή υπόκειται σε απόρριψη ζήτημα το οποίο όπως αναφέρεται στην έκθεση υπεράσπισης, επιφυλάσσει να το εγείρει προδικαστικά ή κατά την ακρόαση της αγωγής. Αρνείται την ισχυριζόμενη επέμβαση, τις ειδικές ζημίες και τις αξιούμενες θεραπείες και ισχυρίζεται ότι: Α) κατά τον Αύγουστο του 2007 προέβηκε σε εργασίες ανακαίνισης υφιστάμενης οικοδομής (σπιτιού) και με αυτές ουδόλως επέμβηκε στο ακίνητο των εναγόντων. Β) οι πιο πάνω εργασίες δεν αφορούσαν επέκταση καθ΄οιονδήποτε τρόπο της υφιστάμενης οικοδομής. Γ) για τις πιο πάνω εργασίες δεν απαιτείτο η εξασφάλιση άδειας από οποιαδήποτε αρχή και ενήργησε καθ ΄όλα νόμιμα. Αρνείται τον ισχυρισμό της παρ. 7 της έκθεσης απαίτησης ότι έλαβε επιστολή ημερομηνίας 6.9.2007 (Τεκμήριο 2) του Κοινοτικού Συμβουλίου Παναγιάς καθώς και τους λοιπούς ισχυρισμούς της παραγράφου αυτής. Οι ενάγοντες με την απάντηση στην υπεράσπιση της εναγόμενης αρνούνται όλους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της και επαναλαμβάνουν τα όσα αναφέρουν στην έκθεση απαίτησης τους, αναφέροντας επίσης, ότι εναντίον της εναγόμενης καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ. αρ. 11043/2007 για ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Μαρτυρία και Τεκμήρια Προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγόντων, ένορκη μαρτυρία έδωσε ο ενάγοντας αρ. 3 Χαράλαμπος Μούσκος (Μ.Ε.1), ο Χαράλαμπος Μιχαηλίδης (Μ.Ε.2), ο Θεοφάνης Θεοφάνους (Μ.Ε.3), ο Γεώργιος Σιακίδης (Μ.Ε.4), ο Νικόλας Γερμανός (Μ.Ε.5) και ο Γεώργιος Θεμιστοκλέους (Μ.Ε.6), ο οποίος κλήθηκε και αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση αναφορικά με το Τεκμήριο
- Για την υπόθεση της εναγόμενης, μαρτυρία έδωσε ο Χαράλαμπος Σάββα (Μ.Υ.1), ο Ανδρέας Χ¨Βασιλείου (Μ.Υ.2), ο Ανδρέας Σωκράτους Γεωργίου (Μ.Υ.3), η εναγόμενη Μαρία Σπυρίδου (Μ.Υ.4) και ο Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ (Μ.Υ.5). Ως τεκμήρια στην υπόθεση κατατέθηκαν τα ακόλουθα: Από τον Μ.Ε.1: Η αίτηση για εξέταση διαφοράς στα σύνορα (Τεκμήριο 1), επιστολή ημερομηνίας 6.9.2007 (Τεκμήριο 2), βεβαίωση Αρχιτεκτόνων ημερομηνίας 4.9.2007 (Τεκμήριο 3), Απόφαση Κτηματολογίου ημερομηνίας 29.7.2008 (Τεκμήριο 4), αποδείξεις με αρ. G945659 και G9442620 (Τεκμήρια 5 και 6), Από τον Μ.Ε.2: Επιστολή ημερομηνίας 18.11.2009 (Τεκμήριο 7), Άδεια οικοδομής (Τεκμήριο 8), σχέδιο κάτοψης ισογείου και οροφής οικοδομής (Τεκμήριο 9). Από τον Μ.Ε.3: Ο Φάκελος του Κτηματολογίου με αρ. ΑΧ1758/2007 (Τεκμήριο 10) και σχέδιο σε κλίμακα (Τεκμήριο 11). Από τον Μ.Ε.4: Αίτηση για διευθέτηση συνοριακής διαφοράς (Τεκμήριο 12) Από τον Μ.Ε.5: Έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 9.3.2009 (Τεκμήριο 13). Από τους μάρτυρες υπεράσπισης κατατέθηκαν τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια: Από τον Μ.Υ.2: Επιστολή ημερομηνίας 9.3.2009 (Τεκμήριο 14), γνωστοποίηση λήψης πολεοδομικής αίτησης ημερομηνίας 31.3.2009 (Τεκμήριο 15), Πολεοδομική άδεια ημερομηνίας 11.9.2009 (Τεκμήριο 16), αντίγραφο απόδειξης ημερομηνίας 26.3.2009 (Τεκμήριο 17). Από τον Μ.Υ.3: Φάκελος Κτηματολογίου με αριθμό Α977/
- Από την εναγόμενη (Μ.Υ.4): Γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της (Τεκμήριο 19), και πιστοποιητικό του Κοινοτικού Συμβουλίου Παναγιάς (Τεκμήριο 20). Από τον Μ.Ε. 5: Δισκάκι Η/Υ (Τεκμήριο 21), σχέδια που λήφθηκαν από το Τεκμήριο 21 (Τεκμήρια 22 και 23), σχέδια με αριθμούς I.3, Ι.9, Ι.12 και Ι.14 (Τεκμήρια 24, 30, 33 και 35 ), Αποτύπωμα τεμαχίων 925 και 450 (Τεκμήριο 25), φωτογραφίες (Τεκμήρια 26 - 29), εν χρήσει σχέδια με αρ. Ι.10, Ι.11 και Ι.12 (Τεκμήρια 31 - 33), κατάλογος συντεταγμένων (Τεκμήριο 34), αίτηση ημερομηνίας 16.12.2009 (Τεκμήριο 36). Ως παραδεχτά γεγονότα, από του συνηγόρους των διαδίκων δηλώθηκαν τα εξής: Εναντίον της εναγόμενης καταχωρήθηκε η Ποινική Υπόθεση με αρ. 11043/2007 σχετικά με το αδίκημα της ανέγερσης οικοδομής χωρίς εξασφάλιση άδειας οικοδομής, η οποία τελικά αποσύρθηκε στις 10.11.
- Για σκοπούς συνοχής και δομής της απόφασης μου, καταγράφω την μαρτυρία όλων των μαρτύρων, παραθέτοντας σε κάποιες περιπτώσεις και λεπτομέρειες της μαρτυρία τους ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις η καταγραφή γίνεται συνοπτικά. O ενάγοντας 3 (Μ.Ε.1), συνιδιοκτήτης και αδελφός με τους άλλους ενάγοντες του τεμαχίου 450 στη Παναγιά, ανάφερε ότι τα σύνορα του εν λόγω τεμαχίου τους με το όμορο τεμάχιο ιδιοκτησίας της εναγόμενης καθορίζεται από υψόμετρο, κοινό όχτο, ο οποίος βρισκόταν εκεί από τον καιρό που γεννήθηκαν. Τον μήνα Αύγουστο του 2007 παρατήρησαν ότι άρχισε η κατεδάφιση της παράγκας εντός του τεμαχίου της εναγόμενης, η οποία αφού κατεδαφίστηκε και έμειναν μόνο οι κολώνες η εναγόμενη άρχισε να ξανά κτίζει σπίτι. Στην πορεία είδαν ότι ανοίχτηκε αυλάκι κατά μήκος του τεμαχίου κοντά στο σύνορο που ήταν ο όχτος. Όταν ρώτησαν την εναγόμενη τι προτίθεται να κάνει με το αυλάκι, τους είπε ότι θα φτιάξει τοίχο αντιστήριξης. Τότε της είπαν ότι εκεί που προτίθεται να φτιάξει τον τοίχο αντιστήριξης πιθανόν να είναι μέσα στο δικό τους τεμάχιο και να φέρει το Κτηματολόγιο για να της δείξει που είναι τα σύνορα της για να κάμει την επέκταση που ήθελε και η εναγόμενη ανέφερε στον Μ.Ε.1 ότι ήδη έφερε τοπογράφο και της τοποθέτησε σημεία και ότι εκεί που άνοιξε το αυλάκι είναι δικό της και αν θέλει να φέρει ο ίδιος το Κτηματολόγιο. Ο Μ.Ε.1 της απάντησε ότι θα φέρει το Κτηματολόγιο, όμως θα πρέπει η ίδια να σταματήσει μέχρι αυτό να πάει και τότε η εναγόμενη του απάντησε «εγώ θα συνεχίσω γιατί είναι δικό μου». Της εισηγήθηκε τότε, να ειδοποιήσουν τον τοπογράφο της για να πάει επιτόπου και η εναγόμενη συμφώνησε. Όταν πήγε επιτόπου ο τοπογράφος, που ήταν και πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου, ο Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ, τους έδειξε τα σημεία που έβαλε στην μια ως την άλλη άκρη του τεμαχίου. Ο Μ.Ε1 του ζήτησε να τραβήξει ευθεία γραμμή για να δουν που αυτή πέφτει και τότε είδε ότι η ευθεία γραμμή βρισκόταν περίπου ένα μέτρο μακριά από το αυλάκι που είχε ανοιχτεί. Δηλαδή όπως εξήγησε, ενώ είχε ανοιχτεί κοντά στον όχτο το αυλάκι, η γραμμή του σπάγκου που τραβήχτηκε ήταν ένα μέτρο μέσα προς το τεμάχιο τους. Τότε ο Μ.Ε1 είπε στην εναγόμενη «αφού η γραμμή δείχνει εδώ, εγώ δέχομαι την γραμμή αυτή» και η εναγόμενη του απάντησε, «όχι, το δικό μου είναι εκεί που έβγαλα το αυλάκι και μέχρι εκεί θα χτίσω» και τότε επεμβαίνοντας ο τοπογράφος, της είπε, αφού έχετε διαφορά κτίσε μέχρι εκεί που ήταν το προηγούμενο σου σπίτι μέχρι να έρθει η χωρομετρία και να σας πει. Η εναγόμενη διαφώνησε και είπε στον Μ.Ε.1 «εγώ θα κτίσω εκεί που έβγαλα το αυλάκι και αν είναι δικό σου θα το χαλάσω». Μετά τα πιο πάνω, όπως ανέφερε, έκανε αίτηση στο Δικαστήριο και ζητούσε Διάταγμα αναστολής των εργασιών μέχρι να έρθει το Κτηματολόγιο. Αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο υποβάλλοντας αίτηση στις 23.8.2007 και επίσης ειδοποίησε και το Κοινοτικό Συμβούλιο του χωριού με επιστολή ότι γίνεται επέμβαση στο εν λόγω τεμάχιο χωρίς άδεια οικοδομής. Από το Κοινοτικό Συμβούλιο έλαβε απάντηση (Τεκμήριο 2) η οποία στάληκε και στην εναγόμενη και με την οποία την καλούσαν να σταματήσει τις εργασίες διαφορετικά θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον της. Αποτάθηκε επίσης και στο Αρχιτεκτονικό γραφείο Σαρίκας και Δημητρίου όπου μετά από επιτόπια εξέταση αποφάνθηκαν ότι υπήρχε μερικώς επέμβαση (Τεκμήριο 3). Το κτηματολόγιο, σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, πήγε το έτος 2008 και στην παρουσία όλων εξέτασε την αίτηση και έστειλε επίσημη απάντηση ότι υπάρχει επέμβαση στο τεμάχιο τους (Τεκμήριο 4) ενώ από ότι γνωρίζει η εναγόμενη δεν υπόβαλε οποιαδήποτε ένσταση σε σχέση με την απόφαση του Κτηματολογίου. Η επέμβαση ανέφερε, είναι περίπου 11 μέτρα μήκος Χ 1.80 μ. πλάτος και δεν έχει αρθεί, η οικοδομή έχει ολοκληρωθεί πλήρως εδώ και καιρό χωρίς να γίνει καμία αλλαγή στα σχέδια. Η εναγόμενη, επανάλαβε, ότι χάλασε την προηγούμενη οικοδομή και έχτισε εξ αρχής το κτίριο ενώ ολόκληρη η επέκταση που έγινε υποστήριξε ότι είναι μέσα στο δικό τους τεμάχιο και τους εμποδίζει από την χρήση του καθότι θέλουν να το χαλάσουν για να κτίσουν αλλά δεν μπορούν λόγω της επέμβασης. Στην αντεξέταση του, ερωτηθείς αν είχε παραπονεθεί πριν από το έτος 2007 για επέμβαση ανέφερε ότι η παράγκα όπως ήταν χτισμένη ήταν μακριά από τον όχτο ενώ παραπονέθηκε από την στιγμή που έγινε η επέκταση της παράγκας. Σε ότι αφορά τον όχτο ερωτηθείς αν αυτός υπάρχει σήμερα απάντησε βεβαίως και ότι αυτός βρίσκεται στο ίδιο σημείο. Για τον τοίχο αντιστήριξης που η ίδια η εναγόμενη του ανάφερε, είπε ότι δεν ήταν τοίχος αντιστήριξης αλλά ήταν ο τοίχος της επέμβασης ενώ δέχτηκε υποβολές στις οποίες απάντησε αρνητικά, όπως ότι η εναγόμενη δεν έχει προβεί σε επέκταση στο σπίτι της και ότι με κανένα τρόπο δεν έχει επέμβει στο ακίνητο τους. Ο Μ.Ε.2 εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση ως επόπτης και κατά την ένορκη κατάθεση του είχε μαζί του τον φάκελο Β658/
- Ανέφερε ότι στις 10.11.2009 εκδόθηκε άδεια οικοδομής (Τεκμήριο 8) αναφορικά με το Τεμάχιο 925 του Φ/Σχ 36/50 στο χωριό Παναγιά ιδιοκτησίας της εναγόμενης, η οποία βασίστηκε σε εγκεκριμένα σχέδια (Τεκμήριο 9) και σε όρους που εκδόθηκαν από την Πολεοδομική Αρχή. Ανέφερε επίσης ότι η εναγόμενη είχε προηγουμένως, στις 6.8.2008, υποβάλει αίτηση με αρ. φακέλου Β407/2008, για ανακαίνιση της υφιστάμενης οικοδομής, η οποία αφού εξετάστηκε από τεχνικούς της Επαρχιακής Διοίκησης και διαπιστώθηκε ότι αφορούσε παραχώρηση καλυπτικής άδειας υφιστάμενης οικοδομής του 1953 και επειδή υπήρχαν προσθήκες η αίτηση απορρίφθηκε (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2, είχε μεταβεί στο τεμάχιο τη εναγόμενης κατά το αρχικό στάδιο των οικοδομικών εργασιών, δεν θυμόταν όμως πότε ακριβώς, και διαπίστωσε ότι γινόταν πλήρη ανακαίνιση της υφιστάμενης οικοδομής μαζί με κάποιες προσθήκες, επιπρόσθετα δωμάτια και περίφραξη. Ο Μ.Ε.3, εργάζεται στο Κτηματολόγιο στο τμήμα χωρομετρίας από το 2003, όπως ανέφερε αποφοίτησε από το ΑΤΙ Κύπρου στον κλάδο Πολιτικών Μηχανικών. Είχε μαζί του τον φάκελο ΑΧ 1758/2007, ο οποίος αφορά την αίτηση για συνοριακή διαφορά που έγινε στις 23.8.2007 από τον Χαράλαμπο Μούσκο και τους συνιδιοκτήτες του Τεμαχίου 450 στο χωριό Παναγιά μαζί με το Τεμάχιο 925 της εναγόμενης. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.3 στις 15.1.2008 μετάβηκε στο μέρος με άλλα πρόσωπα για να εξετάσουν την υπόθεση συνοριακής διαφοράς και προέβηκε σε μετρήσεις. Μετά την ανεύρεση των σταθερών χωρομετρικών σημείων στην περιοχή και με βάση τα χωρομετρικά βιβλία τοποθέτησε 2 ορόσημα στο κοινό σύνορο των τεμαχίων 450 και 925, τα οποία υποδείχθηκαν και στους ενδιαφερόμενους και ο συνάδελφος τους ανέφερε ότι αυτά είναι προσωρινά και υπόκεινται σε έλεγχο από το σχεδιαστήριο. Τα ορόσημα που τοποθέτησε, είπε, μετά από έλεγχο από το τμήμα είναι σωστά με αποτέλεσμα μέρος του κτιρίου που κατέχει η εναγόμενη να επεμβαίνει στο τεμάχιο 450, υποδεικνύοντας την επέμβαση, σύμφωνα με τον ίδιο, όπως αυτή φαίνεται στο Τεκμήριο 4 με χρώμα κίτρινο, μέρος το οποίο είπε ανήκει στο Τεμάχιο 450, όπου στο συγκεκριμένο σημείο γίνονταν οι οικοδομικές εργασίες. Ανέφερε ότι δεν έχει υπολογίσει την έκταση της επέμβασης, όμως είπε ότι στην μια πλευρά την αριστερή η επέμβαση είναι στα 2.25 μ. και στην δεξιά 1.90 μ. Σύμφωνα με τον Μ.Ε3, η απόφαση του Διευθυντή στάληκε στα ενδιαφερόμενα μέρη. Κατάθεσε ως Τεκμήριο τον σχετικό φάκελο του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 10) και εξήγησε ποια έγγραφα υπάρχουν σε αυτόν. Ερωτηθείς ο μάρτυρας, ως προς τις μεθόδους που ακολουθεί το Κτηματολόγιο και ο ίδιος για να προβεί σε μια αξιόπιστη έρευνα, απάντησε ότι προσπαθούν εντοπίσουν τα σταθερά τριγωνομετρικά σημεία πάνω στα οποία είναι δεμένη η χωρομετρική εργασία που είναι καταχωρημένη στα χωρομετρικά βιβλία και όταν τα βρουν, μπορούν με ακρίβεια να επανατοποθετήσουν τα σύνορα για όσες φορές θέλουν στο έδαφος με βάση τις χωρομετρικές σελίδες από το
- Ερωτηθείς επίσης, αν στην υπό κρίση περίπτωση έγινε αυτό, ανάφερε «βέβαια, εντόπισα σταθερά σημεία στην περιοχή καταχώρησα τα στο εργαλεία GPS της εταιρείας Scorpion» στην συνέχεια ερωτηθείς, αν αυτά τα σταθερά σημεία που αναφέρθηκε βρέθηκαν σε αυτή την περίπτωση, απάντησε, «Βέβαια βρέθηκαν μπορούμε ανά πάσα στιγμή να τα επανατοποθετήσουμε, υπάρχουν κάρτες στο Κτηματολόγιο οι οποίες μας δείχνουν που να πάμε να βρούμε αυτό το σταθερό σημείο με αποστάσεις από φυσικά σημεία». «Η χωρομετρική εργασία βασίστηκε», είπε, «στα χωρομετρικά βιβλία του Κτηματολογίου, όταν τα πληκτρολογήσεις στο κομπιούτερ σου, μαθηματικά προκύπτουν συντεταγμένες, για κάθε ορόσημο υπάρχουν συντεταγμένες, μπορείς να τις τοποθετήσεις με ακρίβεια στο έδαφος». Ερωτήθηκε επίσης ο μάρτυρας, αν εφάπτεται το κτίριο εντός του ακινήτου της εναγόμενης με τον δρόμο, απάντησε ότι υπάρχει απόσταση. Τέλος, αφού του υποδείχτηκε το Τεκμήριο 11, είπε ότι διαφωνεί και δεν μπορεί να γνωρίζει που έχει βασιστεί ο κ. Ιεζεκιήλ και αν είχε στοιχεία από το Κτηματολόγιο που μπορούσε να καθορίσει το σύνορο με ακρίβεια, υποστηρίζοντας ότι το ορθό είναι αυτό που ο ίδιος ετοίμασε. Αναφερόμενος στον φάκελο του Κτηματολογίου, αφού ερωτήθηκε σχετικά, είπε ότι δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε διαδικασία εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολόγιο. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας δέχτηκε ερωτήσεις σχετικές με τα προσόντα του και την ικανότητα του να διενεργεί χωρομετρικές εργασίες αλλά και για την συγκεκριμένη εργασία την οποία έκανε το αποτέλεσμα της οποίας αμφισβητήθηκε. Ο Μ.Ε.4, εργάζεται στο Κτηματολόγιο από το 1972 και αναγνώρισε το Τεκμήριο 4, την απόφαση στην συνοριακή διαφορά ΑΧ 1758/2007 που αφορούσε τα τεμάχια 450 και 925 εντός του χωριού Παναγιά. Το τεκμήριο 4 ετοιμάστηκε από τον ίδιο στις 9.7.2008 και όπως ανάφερε, είναι ο εντεταλμένος από τον Γενικό Διευθυντή για να βγάζει αποφάσεις σε συνοριακές διαφορές. Σε σχέση με το Τεκμήριο 10, είπε ότι, πρόκειται για τον φάκελο στον οποίο εργάστηκε για να βγάλει την απόφαση (Τεκμήριο 4) και η απόφαση του στηρίχθηκε, όπως είπε στην όλη διαδικασία του γραφείου του, δηλαδή από την επιτόπια έρευνα μέχρι την ολοκλήρωση από το σχεδιαστήριο και στον έλεγχο που έγινε από τον αρμόδιο ελεγκτή πριν από τον ίδιο. Το κίτρινο χρώμα που φαίνεται στο σχέδιο του Τεκμήριου 4, είναι σύμφωνα με τον μάρτυρα, το διαφιλονικούμενο μέρος το οποίο υποδείχτηκε κατά την επιτόπια έρευνα στον κτηματολόγο και τον χωρομέτρη και σύμφωνα με το φάκελο του κτηματολογίου δεν έγινε έφεση κατά την απόφασης. Στην αντεξέταση του ανάφερε ότι δεν έχει προβεί στο παρελθόν σε οποιαδήποτε εξέταση σε σχέση με το τεμάχιο 925, ενώ στη συνέχεια ανάφερε ότι δεν μπορεί να θυμάται. Υποδείχτηκε έγγραφο (Τεκμήριο 12) στο οποίο αναγνώρισε ότι φέρει την υπογραφή του και σε ερώτηση τι απέγινε η αίτηση που αναφέρεται στο Τεκμήριο 12, απάντησε πως δεν μπορεί να γνωρίζει τι έγινε πριν από 20 χρόνια, ενώ σε υποβολή, ότι στην αίτηση που αφορά το Τεκμήριο 12 κατέλειψε σε πόρισμα που δεν συνάδει με το πόρισμα που κατάληξε στα πλαίσια εξέτασης της επίδικης αίτησης ανάφερε «Δεν ξέρω». Την εργασία του Θεοφάνους, είπε ότι την ελέγχει το σχεδιαστήριο, ενώ ο ίδιος δεν ελέγχει τις αποστάσεις και σε αυτόν πηγαίνει έτοιμη η απόφαση. Μετά την χωρομετρική εργασία, (αφού έλεγξε τον φάκελο) (Τεκμήριο 10) είπε ότι όσον αφορά την χωρομετρική εργασία την έλεγξαν ο Παναγιώτης Περικλέους, ο οποίος είναι χωρομετρικός λειτουργός, μετά ο Χριστάκης Χαραλαμπίδης, κτηματολογικός λειτουργός, μετά η Ευαγγελία Ιωάννου σχεδιάστρια και μετά η Παρασκευή Κουππαρή υπεύθυνη του σχεδιαστηρίου. Ο ίδιος, ερωτηθείς είπε δεν πήγε επιτόπου και ούτε γνωρίζει αν και τα πιο πάνω πρόσωπα πήγαν. Σε ερωτήσεις που του τέθηκαν και αφορούσαν πιθανή επέμβαση του δρόμου στο τεμάχιο της εναγόμενης, ανάφερε ότι δεν το έλαβε υπόψη του γιατί δεν ασχολήθηκε καθόλου με την άλλη πλευρά του κτήματος, αναφέροντας επίσης, ότι δεν γνώριζε καν το στοιχείο αυτό και μελέτησε μόνο τα έγγραφα που τον ενδιαφέρουν. Ο Μ.Ε.5 είναι εκτιμητής ακινήτων, εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα και από το έτος 2001 διατηρεί δικό του γραφείο. Ετοίμασε το Τεκμήριο 13 μετά από επιτόπια επίσκεψη και αφού έλαβε υπόψη του, τον τίτλο ιδιοκτησίας, τοπογραφικά σχέδια και το σχέδιο που ετοίμασε το κτηματολόγιο αναφορικά με την συνοριακή διαφορά, θεωρώντας ότι η εργασία που έκανε το κτηματολόγιο ήταν ορθή. Σύμφωνα με την μαρτυρία του και την έκθεση που ετοίμασε το καταπατηθέν μέρος είναι 22 τ.μ ενώ συνεπεία της επέμβαση επηρεάζεται και γη εκτάσεως 126 τ.μ. λόγω της ύπαρξης του κτιρίου. Καθόρισε την αξία της γης των 22 τμ καθώς και την επιζήμια επίδραση που δημιουργείται στο υπόλοιπο μέρος τους ακινήτου. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι ο τεμάχιο 450 είναι περίκλειστο με βάση τα σχέδια, επιτόπου όμως, είπε, έχει πρόσβαση, διευκρινίζοντας κατά την επανεξέταση του ότι τον παράγοντα αυτό, ότι δηλαδή είναι περίκλειστο τον έλαβε υπόψη του στην ετοιμασία της έκθεσης του. Επίσης ο μάρτυρας αυτός, ανάφερε ότι, κατά την επίσκεψη του διαπίστωσε, με βάση τις δικές του παρατηρήσεις εξωτερικά, ότι στο ακίνητο της εναγόμενης γίνονταν επεκτάσεις στην οικοδομή. Ο Μ.Ε.6 κλήθηκε και αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Ήταν το πρόσωπο που συνέταξε το τεκμήριο 2, την επιστολή ημερομηνίας 6.9.2007 μετά από απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Παναγιάς η οποία λήφθηκε κατόπιν παραπόνου του Μ.Ε.
- Ο Χαράλαμπος Σάββα (Μ.Υ.1), ο οποίος είναι κτίσης, ανάφερε ότι το έτος 2007 έκανε εργασίες στο σπίτι της εναγόμενης στο χωριό Παναγιά στην Πάφο. Του είχε ζητήθει να χαλάσει τους τοίχους, να μείνουν οι κολώνες και να κτίσει τούβλα και υποστήριξε ότι δεν έγινε καμία προσθήκη στο σπίτι. Όταν είχε βγάλει αυλάκι για να γίνει η περίφραξη, ο Χαράλαμπος Μούσκου, του είπε, ο τόπος είναι δικός του και να μην κάνει τίποτε με αποτέλεσμα να μην γίνει ο τοίχος αντιστήριξης Ο Ανδρέας Χ¨Βασιλείου (Μ.Υ.2), εργάζεται ως τεχνικός στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως στην Πάφο, ανάφερε ότι το Τεκμήριο 14, είναι η επιστολή που σχετίζεται με την λήψη της αίτησης για πολεοδομική άδεια (Τεκμήριο 15) και το τεκμήριο 16 είναι η πολεοδομική άδεια που εκδόθηκε, ενώ η απόδειξη τεκμήριο 17, είναι η απόδειξη είσπραξης τελών σε σχέση με την αίτηση που υποβλήθηκε. Στην αντεξέταση του, ανάφερε ότι πήγε επιτόπου τον Αύγουστο του 2009 και διαπίστωσε ότι η οικοδομή για την οποία υποβλήθηκε η αίτηση ήταν ήδη κτισμένη χωρίς να μπορεί να γνωρίζει, ερωτηθείς σχετικά, αν επρόκειτο για ανακαίνιση ή για νέα οικοδομή. Ο Ανδρέας Σωκράτους Γεωργίου (Μ.Υ.3), εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και κατάθεσε τον φάκελο Α 977/2008 (Τεκμήριο 18). Η εναγόμενη, Μαρία Σπυρίδου (Μ.Υ.4), στην γραπτή της δήλωση (τεκμήριο 19), αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στο τεμάχιο 925 υπάρχει από την δεκαετία του 1950 ένα μικρό σπίτι το οποίο η οικογένεια της χρησιμοποιεί ως εξοχικό. Το έτος 1988, επειδή οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου που βρίσκεται στα δυτικά με το δικό της τεμάχιο, άρχισαν την ανέγερση ξενοδοχείου ζήτησε καθορισμό των συνόρων, όπου το Κτηματολόγιο εξέτασε το θέμα και εξέδωσε σχετικό πόρισμα. Κατά ή περί τον Αύγουστο του 2007 προέβηκε σε εργασίες ανακαίνισης του σπιτιού της τι οποίες έκανε ο Χαράλαμπος Σάββα, ενώ με την ανακαίνιση που έκανε, δεν επεκτάθηκε με κανένα τρόπο και σε κανένα σημείο το σπίτι. Το σπίτι της, όπως αναφέρει, ανέκαθεν διαχωρίζετο από το σπίτι των εναγόντων από ένα όχτο ο οποίος ήταν πετρόκτιστος σε κάποιο μέρος του και τον ανέγειραν οι ενάγοντες και υπήρχε υψομετρική διαφορά. Τόσο ο όχτος όσο και η υψομετρική διαφορά παραμένουν μέχρι σήμερα και με κανένα τρόπο δεν έχουν επέμβει πάνω τους. Στην αντεξέταση της ανάφερε ότι, δεν γνώριζε ότι χρειαζόταν άδεια οικοδομής αλλά επειδή την κατάγγειλε επόπτης του Έπαρχου και της είπε ότι πρέπει να βγάλει άδεια οικοδομής για αυτό πήγε σε αρχιτέκτονα και πολιτική μηχανικό και της έβγαλαν σχέδια έλαβε για την άδεια και έτσι αποσύρθηκε και η υπόθεση για παράνομη ανέγερση οικοδομής. Το τεκμήριο 14, το έστειλε η ίδια στην πολεοδομία γιατί όπως είπαν ότι χρειάζεται πολεοδομική άδεια. Υποστήριξε ότι δεν έχει προβεί σε καμιά επέκταση αφού έκτισε τους τοίχους εκεί που ήταν προηγουμένως, στον ίδιο τόπο και δεν μετακινήθηκε τίποτε και επειδή πίσω το κτίριο είναι πιο χαμηλό έβαλε κουγκρί ενώ αφαίρεσε τους αμιάντους και έκανε ταράτσα. Στο μέρος που είναι τα σύνορα με τους ενάγοντες έμεινα τα υποστατικά όπως ήταν και σταθεροποιήθηκαν οι τοίχοι και επειδή έμπαιναν νερά λόγω του υψομέτρου αναγκάστηκαν να κάνουν μπετόν, τοίχο πλάτους περίπου 20 εκ με ύψος περίπου 2 με 2.5 μέτρα. Δεν έσκαψαν για να κάνουν τον τοίχο έσκαψαν μόνο που ήταν να κάνουν το περιτοίχισμα πίσω και έκλεισαν το αυλάκι χωρίς να κάνουν το περιτοίχισμα. Ο Ιεζεκιήλ Ιεζεκίηλ (Μ.Υ.5), είναι τοπογράφος μηχανικός στον οποίο η εναγόμενη ανάθεσε την διεξαγωγή έρευνας και έκδοση πορίσματος σε ότι αφορά την καταλογιζόμενη σε αυτή επέμβαση. Ο μάρτυρας αυτός υποστήριξε στο Δικαστήριο και αντεξέταστηκε επί των θέσεων του, ο οποίος υποστήριξε παραθέτοντας τα δικά που επιχειρήματα ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε είδους επέμβαση στο ακίνητο των εναγόντων. Αγορεύσεις: Εισηγείται ο συνήγορος της εναγόμενης, στην γραπτή του αγόρευση ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι έχει καταχωρηθεί πρόωρα, κατά παράβαση του άρθρου 58
(1)του Περί Ακινήτου ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224 και συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Σχετικά με το ζήτημα αυτό αναφέρθηκε, στα γεγονότα της υπόθεσης, στα όσα σχετίζονται με την αίτηση συνοριακής διαφοράς των εναγόντων, στη μαρτυρία που οι ενάγοντες προσκόμισαν, στα άρθρα 58
(1)και 80 του Κεφ.224, στην υπόθεση Κορακίδης κ.ά ν. Αλέξη κ.α
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1534 , τα γεγονότα της οποίας, ανάφερε, είναι όμοια με αυτά της υπό κρίση περίπτωσης καθώς και στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.11.2007 στην οποία κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/
- Επίσης σύμφωνα με τον κ. Κυπριανού η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και γιατί δεν υφίσταται οποιαδήποτε επέμβαση στο ακίνητο των εναγόντων. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό αναφέρθηκε και σχολίασε την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο τόσο από την πλευρά των εναγόντων όσο και από την πλευρά της εναγόμενης ως προς τις οικοδομικές εργασίες και τις εργασίες ανακαίνισης που η εναγόμενη υποστήριξε ότι εκτέλεσε αλλά και στην απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου την οποία χαρακτήρισε ως λανθασμένη και στην οποία δεν μπορεί, όπως ανάφερε, το Δικαστήριο να βασιστεί. O συνήγορος των εναγόντων στην γραπτή του αγόρευση αναφέρθηκε αρχικά στους ισχυρισμούς των εναγόντων που προβάλλονται με την έκθεση απαίτησης τους, στις αξιώσεις τους, στους ισχυρισμούς της εναγόμενης και στην μαρτυρία που παρουσιάστηκε. Τόνισε, ότι οι ενάγοντες ενόψει της επιμονής της εναγόμενης να συνεχίζει τις οικοδομικές εργασίες στο ακίνητο της, παρά την κατάθεση αίτησης για επίλυση συνοριακής διαφοράς στο Κτηματολόγιο και παρά την εξέταση του Ιεζεκιήλ η οποία προκαταρτικά έδειχνε επέμβαση, είχαν το δικαίωμα να προχωρήσουν σε αγωγή για προστασία της περιουσίας τους. Η επιτόπια έρευνα και η απόφαση του Κτηματολογίου ημερομηνίας 29.8.2008 σύμφωνα με τον κ. Παπαζαχαρία δικαίωσαν τους ενάγοντες και επιβεβαίωσαν την επέμβαση της εναγόμενης στο ακίνητο τους ενώ η πιο πάνω απόφαση σύμφωνα με την μαρτυρία δεν έχει προσβληθεί με αίτηση/έφεση. Η αγωγή, σύμφωνα με τον συνήγορο των εναγόντων, έχει ως αιτία το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης και δεν αφορά τα άρθρα 58, 61 και 80 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο Κεφ.
- Αφού αναφέρθηκε στα όσα το άρθρο 80 του Κεφ. 224 προβλέπει σε σχέση με την εξουσία του Διευθυντή του Κτηματολογίου, είπε ότι, γενίκευση της εξουσίας αυτής και αποκλεισμός του πολίτη από την έγερση αξιώσεων ως την ολοκλήρωση επιτόπιας έρευνας θα οδηγήσει σε αυθαιρεσίες και αδικίες όπως στην προκειμένη περίπτωση. Η εναγόμενη, είπε, προβάλλει ουσιαστικά ότι δικαιούται να παρανομεί στο κτήμα της και να συνεχίσει την ανέγερση χωρίς άδεια οικοδομής και οι ενάγοντες εμποδίζονται επειδή υπέβαλαν αίτηση για συνοριακή διαφορά. Κρίνω πως με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία, παραδεχτά και άλλα, χωρίς την αναγκαιότητα να προβώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. Γεώργιος Λάμπρου κ.α ν. Ελένη Κεφάλα κ.α
(2000)1 ΑΑΔ 1516) είναι εφικτό και μπορώ να επιληφθώ της προδικαστικής ένστασης της οποίας κατά την άποψη μου, ενόψει και των ζητημάτων που εγείρονται με αυτή, το αποτέλεσμα πιθανόν να κρίνει και την κατάληξη της υπόθεσης των εναγόντων. Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, Γ. Λάμπρου, κρίθηκε ότι ανάλογη προσέγγιση του Δικαστηρίου ήταν ορθή για σκοπούς επίλυσης του ζητήματος κατά πόσο η αγωγή αφορούσε συνοριακή διαφορά. Θα ξεκινήσω εξετάζοντας την θέση του συνηγόρου της εναγόμενης ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται από την ενδιάμεση απόφαση που έκδωσε στις 23.11.2007 στην οποία οι ενάγοντες δεν έχουν ασκήσει έφεση. Η πιο πάνω απόφαση εκδόθηκε σε αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και (β) ότι έχουν ορατή πιθανότητας επιτυχίας. Επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates
(1992)1 CLR 557). Αναφορικά με την ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 ΑΑΔ 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos (ανωτέρω), περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς. Εισηγείται ο συνήγορος της εναγόμενης ότι το Δικαστήριο εφόσον κατά την εξέταση της ενδιάμεσης αίτησης εξέτασε και νομικά σημεία ουσίας τα οποία εγείρονται προς εξέταση και τώρα και εφόσον δεν ασκήθηκε έφεση δεν μπορεί το δικαστήριο να προβεί σε διαφορετική κατάληξη και παρέπεμψε αναφορικά με το θέμα αυτό στην υπόθεση European Dynamics S.A v. GCC Computers LTD Πολιτική Έφεση 18/2007 ημερ. 19.3.2009. Η παράθεση της πιο πάνω νομολογίας, που αφορά τα προσωρινά διατάγματα, έγινε για να καταδείξει τον τρόπο αλλά και το επίπεδο που κρίνεται η μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης της ύπαρξης των πιο πάνω δύο προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32
(1)του Ν.14/60. Συνεπώς η αποτυχία απόδειξης τους και η απόρριψη αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, δεν στερεί από τους ενάγοντες την δυνατότητα να παρουσιάσουν μαρτυρία για να αποδείξουν την υπόθεση τους, στα πλαίσια πλέον της ακροαματικής διαδικασίας, όπου και το επίπεδο απόδειξης είναι εντελώς διαφορετικό αλλά ούτε και από το δικαστήριο την δυνατότητα να την εξετάσει για σκοπούς επίλυσης των επιδίκων θεμάτων. Η εισήγηση του συνηγόρου της εναγόμενης, θα κατάληγε στην αποδοχή της θέσης ότι σε κάθε περίπτωση που κρίνεται ότι δεν στοιχειοθετείται η ύπαρξη των δύο πιο πάνω προϋποθέσεων ή μιας εξ αυτών ή όλων των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος που αποτελεί μια ενδιάμεση διαδικασία, υφίσταται στη συνέχεια πραγματικό κώλυμα στην περαιτέρω προώθηση της αγωγής αφού η μόνη οδός και κατάληξη θα είναι αυτή της απόρριψη της. Τα όσα έχουν αποφασιστεί και έχουν αναφερθεί στην υπόθεση που έχει κάνει αναφορά στην αγόρευση του ο συνήγορος της εναγόμενης, European Dynamics (πιο πάνω), κρίνω ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση, παρά το ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι το δικαστηρίου υπεισήλθε σε θέματα ουσίας στην ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 23.11.2007 και η απόφαση του δεν εφεσιβλήθη, έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω. Είναι παραδεκτό ότι οι ενάγοντες αποτάθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου καταχωρώντας αίτηση στις 23.8.2007 για επίλυση συνοριακής διαφοράς με το τεμάχιο 925 της εναγόμενης. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.9.2007 μετά δηλαδή την καταχώρηση της πιο πάνω αίτησης πριν όμως από την έκδοση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου επί της πιο πάνω διαφοράς, η οποία εκδόθηκε στις 29.7.2008, δηλαδή η αγωγή καταχωρήθηκε πριν από την επίλυση της συνοριακής διαφοράς των διαδίκων. Σύμφωνα με το άρθρο 58
(1)του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224: «Όταν αναφύεται διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης, ο Διευθυντής επιλύει τη διαφορά αυτή, σε πρώτο στάδιο, κατόπιν ειδοποίησης που δίδεται στα μέρη τουλάχιστον δεκατέσσερις ημέρες προηγουμένως, η οποία πληροφορεί αυτά για το χρόνο κατά τον οποίο θα επιθεωρήσουν τα υπό αμφισβήτηση σύνορα και κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται αγωγής ή άλλης διαδικασίας αναφορικά με τη διαφορά αυτή, εκτός αν αυτή επιλύθηκε σε πρώτο στάδιο όπως προνοείται στο άρθρο αυτό». (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Οι ενάγοντες για να αποδείξουν την υπόθεση τους στηρίχθηκαν αποκλειστικά στην απόφαση του Διευθυντή (Τεκμήριο 4) και ότι επικαλέστηκαν αφορά το αποτέλεσμα της απόφασης του Διευθυντή μετά την διεξαγωγή της επιτόπιας έρευνας, σχετική είναι η μαρτυρία, χωρίς να υπεισέρχομαι σε ζητήματα αξιοπιστίας, τόσο του ενάγοντα (Μ.Ε.1) καθώς και των κτηματολογικών λειτουργών Μ.Ε.3 και Μ.Ε. 4 άμεσα εμπλεκόμενων προσώπων κατά τα στάδια επίλυσης της συνοριακής διαφοράς. Θεωρώ σημαντικό να παραθέσω μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα, το οποίο καταδεικνύει το επακριβές της διαφοράς τους. Και η εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια του τεμαχίου υπ. αρ. 925; Μάλιστα. Που είναι όμορο και έχει κοινό σύνορο με το δικό σας τεμάχιο; Ναι βεβαίως. Και τα τεμάχια αυτά βρίσκονται στην Παναγιά σωστά; Σωστά. Πως καθορίζονται τα σύνορα αυτών των δύο τεμαχίων; Από φυσικό υψόμετρο, κοινός όχτος λέγεται στα χωριά, από πολύ παλαιά χρόνια. Από πότε υπήρχε δηλαδή αυτός ο όχτος; Που τον καιρό που γεννηθήκαμε εμείς έτσι τον βρίσκαμε. ...................... Τι άρχισε να κτίζει δηλαδή; Άρχισε να ξανά κτίζει σπίτι. Στην πορεία είδαμε ότι ανοίχτηκε ένα αυλάκι κατά μήκος του τεμαχίου προς το σύνορο κοντά στο σύνορο εντελώς που ήταν ο όχτος και ρωτήσαμε τι προτίθεται να κάνει με το αυλάκι που άνοιξε και μας είπε ότι θα κάμει τοίχο αντιστήριξης. Της είπαμε ότι εκεί που προτίθεται να φτιάξει τοίχο πιθανόν να είναι μέσα στο δικό μας τεμάχιο και της είπαμε να φέρει Χωρομετρία - Κτηματολόγιο για να της δείξει που είναι τα σύνορα της αν είναι να κάμει την επέκταση που ήθελε. Μου ανέφερε ότι έφερε ήδη τοπογράφο και της έδειξε της έβαλε τα σύνορα και ότι εκεί που άνοιξε το αυλάκι είναι δικό της και αν θέλω να φέρω εγώ το Κτηματολόγιο....... ....................... Ειδοποίησε τον τοπογράφο ο οποίος ήταν παρεμπιπτόντως και ο πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου κ. Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ, που ήρθε επιτόπου. Ο κ. Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ μου έδειξε τα σημεία που έβαλε στην μια άκρη και στην άλλη του τεμαχίου και του είπα τράβα την ευθεία σου γραμμή να δούμε που πέφτει. Η ευθεία γραμμή βρισκόταν κατά ένα μέτρο περίπου μακριά από το αυλάκι που είχε ήδη ανοιχτεί. Τι εννοείται απείχε ένα μέτρο; Ναι εννοώ είχε ανοιχτεί κοντά στον όχτο το αυλάκι, η γραμμή του σπάγκου που τραβήχτηκε ήταν ένα μέτρο προς τα μέσα προς το δικός μας το τεμάχιο δηλαδή. Καταγράφω επίσης τα πιο κάτω από την αντεξέταση του; Αναφερθήκατε σε ένα όχτο υπάρχει σήμερα; Βεβαίως Στο ίδιο σημείο; Ναι Στο Τεκμήριο 1, που είναι η αίτηση για εξέταση διαφοράς στο σύνορα που ο Μ.Ε.1 καταχώρησε στο Κτηματολόγιο Πάφου, στο ερώτημα «Γιατί ο γείτονας σας ισχυρίζεται ότι το μέρος της διαφορά είναι δικό του;», απαντά «Έχει προβεί σε εκσκαφή του μέρους που διεκδικώ». Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι η διαφορά των διαδίκων που προέκυψε αφορούσε τα σύνορα των τεμαχίων τους, τα υπό τέθηκαν υπό αμφισβήτηση συνεπεία κάποιων ενεργειών της εναγόμενης και οι οποίες οδήγησαν στην καταχώρηση σχετικής αίτησης για επίλυσης της διαφοράς αυτής. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι παρουσιάζουν ομοιότητες με αυτά της υπόθεσης Κορακίδης κ.α ν. Γεωργίου κ.α
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1534, ως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου της εναγομένης. Τα γεγονότα της υπόθεσης Κορακίδης είναι τα ακόλουθα: α) Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου εξέδωσε στις 7.12.77 απόφαση, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν προς όφελος των εναγομένων - εφεσίβλητων αναφορικά με ακίνητη περιουσία τους. β) Κατά της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου καταχωρήθηκε αίτηση - έφεση στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ.
- γ) Στις 26.9.1980 οι ενάγοντες - εφεσείοντες καταχώρησαν αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και το Δικαστήριο στις 21.12.1995 εξέδωσε την απόφαση του στην αγωγή. δ) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στις 3.4.1997 επιλήφθηκε της πιο πάνω αίτησης - έφεσης η οποία εκκρεμούσε εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 7.12.
- Κρίθηκε κατ΄έφεση, ότι η αγωγή θα έπρεπε, που απορρίφθηκε τελικά για άλλο λόγο, να απορριφθεί καθότι είχε καταχωρηθεί κατά παράβαση του άρθρου 80 του Κεφ.
- Στην υπόθεση Κορακίδης (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν συζήτησε καθόλου τις νομικές επιπτώσεις της πιο πάνω κατάστασης, μονολότι ηγέρθη στην Έκθεση Υπεράσπισης. Όχι μόνο δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα όπως εγειρόταν, της κατάχρησης δηλαδή της διαδικασίας του Δικαστηρίου με την πολλαπλότητα της διαδικασίας, αλλά διέλαθε της προσοχής του και η σαφής πρόνοια στο άρθρο 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμου, που προβλέπει τα εξής: «Παν πρόσωπον έχον παράπονον καθ΄ οιασδήποτε διαταγής, ειδοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού διενεργηθείσης, δοθείσης ή ληφθείσης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου δύναται, εντός τριάκοντα ημερών από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως εις αυτόν της τοιαύτης, ειδοποιήσεως ή αποφάσεως να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώση επ΄αυτής τοιούτο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, εκτός δι΄εφέσεως ως προνοείται εν τω παρόντι άρθρω, ουδέν Δικαστήριο επιλαμβάνεται οιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας εφ΄ οιουδήποτε ζητήματος εν σχέσει προς ό ο Διευθυντής κέκτηται εξουσία να ενεργή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. (υπογράμμιση δική μας)». Στην υπό κρίση περίπτωση υπάρχουν όμως και κάποιες διαφορές με την υπόθεση Κορακίδη (πιο πάνω). Εδώ βλέπουμε ότι η αγωγή καταχωρήθηκε ενώ εκκρεμούσε η αίτηση για επίλυση συνοριακής διαφοράς και προτού ληφθεί η απόφαση από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου αναφορικά με την πιο πάνω αίτηση. Οι ενάγοντες στηρίχθηκαν σε αυτά που κατέδειξε η επιτόπια εξέταση (βλ. παρ. 6 της έκθεσης απαίτησης) η οποία έγινε στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης για συνοριακή διαφορά χωρίς να αναμένουν την απόφαση του Διευθυντή και χωρίς να παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 80 του Κεφ.
- Η μαρτυρία που παρουσίασαν στο Δικαστήριο για να αποδείξουν την ισχυριζόμενη επέμβαση ήταν αυτή του Κτηματολογίου, και αφορούσε τα αποτελέσματα της επιτόπιας εξέτασης και της απόφασης του Διευθυντή, επικαλούμενοι και το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε αίτηση/έφεση κατά την απόφασης του Διευθυντή εκ μέρους της εναγόμενης. Συνεπώς κατ' αναλογία και εφαρμόζοντας στην υπό κρίση περίπτωση τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Κορακίδης, οι ενάγοντες θα έπρεπε να ανέμεναν το αποτέλεσμα της αίτησης τους και μετά να προχωρήσουν ανάλογα και παρελθούσης της προθεσμίας του άρθρου 80 του Κεφ. 224 με την έγερση αγωγής. Ακόμα να ανέμεναν την αντίδραση της εναγόμενης ως προς το αποτέλεσμα της αίτησης για συνοριακή διαφορά, στην απόφαση του Διευθυντή, εφόσον αυτή είχε δικαίωμα να καταχωρήσει αίτηση/έφεση κατά της απόφασης μέσα σε συγκεκριμένο χρόνο και μετά να πράξουν αναλόγως. Σε αντίθεση με τα πιο πάνω, οι ενάγοντες έσπευσαν στην καταχώρηση αγωγής εναντίον της εναγόμενης εμποδίζοντας κατά κάποιο τρόπο την εναγόμενη στο να καταχωρήσει έφεση εναντίον της απόφασης του Διευθυντή. Ανάλογο ζήτημα επιλήφθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος Κ. Μάρκου και Γεωργίου Π. Χρυσοστόμου Πολιτική Έφεση 11408 ημερομηνίας 21.4.2004, το οποίο αποφάσισε ότι η αγωγή δεν αφορούσε σε καμιά περίπτωση συνοριακή διαφορά που θα έπρεπε να επιλυθεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ.
- Αποφασίστηκε ότι η προσέγγιση του Δικαστηρίου ότι η βάση της αγωγής ήταν το αστικό αδίκημα της επέμβασης ήταν ορθή καθότι η βάση της αγωγής που καταχωρήθηκε από τους εφεσίβλητους ήταν τελείως ξεχωριστή από τη συνοριακή διαφορά και ότι οι επί τόπου επισκέψεις του αρμοδίου Κτηματολογικού Λειτουργού που έγιναν για σκοπούς της συνοριακής διαφοράς θα μπορούσαν να αποτελέσουν και το υπόβαθρο της απόδειξης της παράνομης επέμβασης αφού το θέμα της συνοριακής διαφοράς έληξε με την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας της 5.3.96 και ακολούθως με την μη καταχώριση αίτησης/έφεσης που θα αμφισβητούσε την εγκυρότητα της πιο πάνω απόφασης. Στην πιο πάνω περίπτωση τονίστηκε ότι το θέμα της συνοριακής διαφοράς έληξε, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην περίπτωση μας το θέμα της συνοριακής διαφοράς εδώ εκκρεμούσε κατά την καταχώρηση της αγωγής και έληξε κατά το χρονικό σημείο που η αγωγή συνέχιζε να εκκρεμεί. Αναφέρει ο κ. Παπαζαχαρίας στην γραπτή του αγόρευση ότι «Η εναγόμενη προβάλλει ουσιαστικά ότι δικαιούται να παρανομεί στο κτήμα της και να συνεχίσει την ανέγερση χωρίς άδεια οικοδομής και οι ενάγοντες εμποδίζονται επειδή υπέβαλαν αίτηση για συνοριακή διαφορά!.» (βλ. σελ 7 της γραπτής του αγόρευσης). Η θέση ότι η ενάγουσα παρανομεί στο κτήμα της και συνεχίζει την ανέγερση χωρίς άδεια οικοδομής, σαφώς και δεν νομιμοποιεί τους ενάγοντες στην έγερση αγωγής εναντίον της. Το ζήτημα που προκύπτει αφορά την αμφισβήτηση των συνόρων ενόψει των οικοδομικών εργασιών της εναγόμενης με ή χωρίς άδεια οικοδομής και για αυτό το ζήτημα αποτάθηκαν οι ενάγοντες και ζήτησαν την επίλυση του από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου. Επίσης ο συνήγορος των εναγόντων αναφέρθηκε στο άρθρο 30.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τα οποία διασφαλίζουν το δικαίωμα κάθε ατόμου να αποφασίζονται τα αστικά του δικαιώματα και υποχρεώσεις από αρμόδιο δικαστήριο καθώς και στις υποθέσεις Παναγιώτου ν. Χ¨Κυριάκου
(1991)1 ΑΑΔ 362 και Γιάλλουρου ν. Μιχαηλίδη
(1998)1 ΑΑΔ 31, που σύμφωνα με την τελευταία όταν εγείρονται θέματα πέραν της απλής διαφοράς ή λάθους που μπορεί να λυθεί από τον Διευθυντή, το δικαίωμα αγωγής δεν μπορεί να αποκλειστεί. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής δεν συνηγορούν στην αποδοχή της θέσης των εναγόντων. Εδώ δεν τίθεται ζήτημα αποκλεισμού από την διεκδίκηση με αγωγή δικαιωμάτων των εναγόντων. Στην υπόθεση Φιλίππου ν. Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 448 υποδεικνύεται ότι ο δικαστικός έλεγχος που προβλέπεται από το άρθρο 80 διασφαλίζει στο ακέραιο το δικαίωμα του πολίτη για προσφυγή στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Φιλίππου (πιο πάνω), λέχθηκαν επίσης τα εξής: «Όπως και την περίπτωση συνοριακών διαφορών (Ibrahim (ανωτέρω)), που καλύπτεται από το άρθρο 58, έτσι και στην περίπτωση του άρθρου 61 η φύση της διαφοράς υπόκειται σε αρμοδιότητα του διευθυντή του Κτηματολογίου, και μπορεί να επιλυθεί από το διευθυντή, περιορίζεται σε κτηματολογικά θέματα της αρμοδιότητας τους που η πραγματοσύνη του τμήματος και τα μέσα και στοιχεία στη διάθεση τους καθιστούν τις κτηματολογικές αρχές το φυσιολογικό φορέα επίλυσης τους». Οι ενάγοντες επέλεξαν όπως αποταθούν για την επίλυση της διαφοράς τους στο Κτηματολόγιο με την καταχώρηση αίτησης για συνοριακή διαφορά, αυτή ήταν η διαφορά τους όπως οι ίδιοι την καθόρισαν και θα έπρεπε συνεπώς να αναμένουν το αποτέλεσμα της, όπως πιο πάνω αναφέρω, ενώ μετά από την παρέλευση της προβλεπόμενης από τον νόμο προθεσμίας καταχώρησης έφεσης θα είχαν το δικαίωμα να καταχωρήσουν αγωγή για παράνομη επέμβαση. Οι υποθέσεις στις οποίες ο συνήγορος των εναγόντων έκανε αναφορά αφορούσαν όχι συνοριακή διαφορά αλλά ζητήματα σχετικά με το άρθρο 61 του Κεφ. 224 και στις οποίες δεν είχε προωθηθεί ταυτόχρονα και διαδικασία επίλυσης των ιδίων ζητημάτων δυνάμει των εξουσιών του Διευθυντή του Κτηματολογίου όπως στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η εισήγηση του συνηγόρου της εναγόμενης ότι η αγωγή καταχωρήθηκε πρόωρα βρίσκεται έρεισμα στα πιο πάνω και συνεπώς η αγωγή δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη για τους ενάγοντες και για τον λόγο απορρίπτεται. Ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν και εξέταζα το ζήτημα της παράνομης επέμβασης έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας των εναγόντων και πάλι θα κατέληγα ότι οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν την υπόθεση τους δηλαδή να αποδείξουν ότι η εναγόμενη επενέβη στο τεμάχιο τους. Σε αυτό το σημείο προβαίνω σε κάποιες αναφορές και διαπιστώσεις σε σχέση με την μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες. Μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα 3 (Μ.Ε1), καταγράφεται πιο πάνω (βλ. σελ 15 και 16). Το ζήτημα που τίθεται αλλά και το ερώτημα που προκύπτει έχοντας υπόψη την μαρτυρία του είναι το εξής: Πως είναι δυνατό η εναγόμενη να επενέβη το δικό τους ακίνητο αφού επέμβαση επί των συνόρων θα έπρεπε να επιφέρει και αλλοίωση στην υψομετρική διαφορά, στον όχτο, που ανέκαθεν καθόριζε τα σύνορα των δύο τεμαχίων; Ο Μ.Ε.1 στην αντεξέταση του ερωτηθείς σχετικά είπε ότι ο όχτος υπάρχει μέχρι σήμερα στο ίδιο σημείο. Σε ότι αφορά την θέση του ότι το σύνολο των επεκτάσεων στην οικοδομή της εναγόμενης έγινε στο δικό τους τεμάχιο, είναι φανερό ότι ο μάρτυρας αυτός, πίστευε ότι υπήρχε επέμβαση με βάση αυτά που του είχαν λεχθεί κατά την επιτόπια εξέταση και επίσης ότι βασιζόταν στην απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Σχετική με το ζήτημα της επέμβασης, δεν μπορεί παρά να είναι η μαρτυρία του Μ.Ε3 στην οποία γίνεται αναφορά πιο κάτω. Σε ότι αφορά τον Μ.Ε.2 αυτός ήταν ένας ανεξάρτητος μάρτυρας αφού δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην υπόθεση. Αποδέχομαι την μαρτυρία του και τα όσα ανάφερε που οδήγησαν στην έκδοση της άδειας οικοδομής ημερομηνίας 10.11.2009 σε σχέση με το ακίνητο της εναγόμενης τεμάχιο 925 στην Παναγιά. Η μαρτυρία του Μ.Ε.4 δεν πρόσθεσε οτιδήποτε επί της ουσίας και επί της διαφοράς των διαδίκων εφόσον όπως προκύπτει ανάλαβε το τυπικό μέρος της ετοιμασίας της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 4), δηλαδή τη σύνταξης της. Ο ίδιος δεν προέβηκε σε καμία εξέταση, έρευνα, επιτόπια έρευνα και δεν έχει καταλήξει σε κανένα δικό του συμπέρασμα. Ο μάρτυρας αυτός ετοίμασε το Τεκμήριο 4, αφού στηρίχθηκε στα όσα προηγήθηκαν και έγιναν από άλλα πρόσωπα, μεταξύ αυτών και του Μ.Ε.3, θεωρώντας τα ως ορθά, χωρίς όμως τα πρόσωπα αυτά, πέραν του Μ.Ε.3, να καταθέσουν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο, όπως για παράδειγμα αυτοί που είχαν ελέγξει την χωρομετρική εργασία. Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε.5 σε ότι αφορά την αξία που έχει καθορίσει και καταγράφει στην έκθεση του (Τεκμήριο 13) και αφορά το τετραγωνικό μέτρο σε σχέση με το ακίνητο των εναγόντων. Οι αναφορές του εν λόγω μάρτυρα για καταπατηθέν μέρος δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές εφόσον ο ίδιος δεν είναι ούτε ειδικός για να αποφασίσει επί του θέματος και για ότι είπε επί του προκειμένου, στηρίχθηκε, όπως ο ίδιος ανέφερε στο γεγονός ότι θεώρησε την απόφαση του Διευθυντή ως ορθή. Η μαρτυρία του Μ.Ε.6 δεν περιείχε τίποτα ουσιαστικό αναφορικά με το ζήτημα της επέμβαση αυτός όπως ανέφερε είχε εμπλοκή μόνο στην σύνταξη του Τεκμηρίου 2, δεν ήταν όμως σε θέση ο εν λόγω μάρτυρας να επιβεβαιώσει αν πράγματι η πιο πάνω επιστολή στάληκε στην εναγόμενη. Ο M.E.3 κλήθηκε και μαρτύρησε στο δικαστήριο με την αξίωση να γίνει δεκτός ως ειδικός εμπειρογνώμονας, το ίδιο και το Μ.Υ.5. Σε ότι αφορά τις αρχές οι οποίες προκύπτουν από την νομολογία για την αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων σχετικές είναι οι αποφάσεις Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Φίλιππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ 1. Όπως έχει τονιστεί σε σωρεία αποφάσεων, η υποχρέωση, ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη ( Βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Φίλιππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ 1) Στην υπόθεση Φιλίππου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής «Στα Δικαστήρια συνήθως, καλούνται από τους διάδικους προς υποστήριξη των αντίστοιχων ισχυρισμών τους, εμπειρογνώμονες μάρτυρες για να καταθέσουν πάνω σε τεχνικά ζητήματα. Το καθήκον τους είναι να εφοδιάσουν τον δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε να καταστεί ικανός ο Δικαστής να σχηματιστεί τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία (Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ 361). «Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός και ότι η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία θα αφήσει τη γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία». Επίσης έχει τονιστεί ότι η συμπεριφορά του μάρτυρα εμπειρογνώμονα στο εδώλιο είναι, όπως και στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, κριτήριο με βάση το οποίο μπορεί να διαγνωστεί η αξιοπιστία του (βλ. Χαραλάμπους ν. Αβράαμ
(1999).1 (Β) ΑΑΔ 1441). Ακόμα έχει κριθεί και επιβεβαιωθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ΄ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα του μάρτυρα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπατη Φαρμ ν. Δημοκρατία
(1990)1 ΑΑΔ 984 και Τσαγγαρίδης κ.α ν. Αυγουστή
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 528). Εκείνο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας δεν πρέπει να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του (βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1020. Το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Ε.3 καταγράφεται πιο πάνω και δεν θα το επαναλάβω. Μέσα από την μαρτυρία του δεν ικανοποιείται καμία από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται πιο πάνω και προκύπτουν μέσα από την νομολογία ώστε να δοθεί βαρύτητα στην μαρτυρία του. Η απλή αναφορά του μάρτυρα ότι κατά την εξέταση της αίτησης στα πλαίσια της επιτόπιας εξέτασης που πραγματοποιήθηκε, εντόπισε τα σταθερά σημεία στην περιοχή τα οποία καταχώρησε στα εργαλεία GPS και μπόρεσε κατά αυτό τον τρόπο να τοποθετήσει τα σύνορα, στερούν από το Δικαστήριο την δυνατότητα ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων και της κατάληξης του. Θα ανάμενε κανείς να ερωτηθεί ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση του και να εξηγήσει, ποια ήταν αυτά τα σταθερά σημεία που έλαβε υπόψη του, να αναφερθεί στις μετρήσεις του και να τις εξηγήσει και εν πάσει περιπτώσει να δώσει πλήρεις λεπτομέρειες της εργασίας του και να αιτιολογήσει το αποτέλεσμα της. Τίποτα από αυτά δεν έπραξε. Η κατάθεση του φακέλου του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 10) ΑΧ 1758/2007 δεν προσθέτει οτιδήποτε, αφού το περιεχόμενο του δεν εξηγήθηκε από οποιοδήποτε μάρτυρα. Το γεγονός ότι η απόφαση του Κτηματολογίου δεν έχει εφεσιβληθεί και δεν έχει αμφισβητηθεί, το οποίο αποτέλεσε κύριο επιχείρημα των εναγόντων στο οποίο τοποθετήθηκαν και οι Μ.Ε.1, 3 και 4, είναι κατά την άποψη μου ζήτημα άσχετο. Σε αυτό το σημείο, θα επανέλθω στο αρχικό θέμα που εξέτασα, η αγωγή για επέμβαση θα μπορούσε να προωθηθεί από μέρους των εναγόντων μετά την παρέλευση της προθεσμίας καταχώρησης αίτησης/έφεσης εκ μέρους της εναγόμενης, όπως πιο πάνω έχω επισημάνει και σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσαν να επικαλεστούν το πιο πάνω γεγονός. Ο ισχυρισμός όμως για επέμβαση στην περιουσία τους, υπό τις περιστάσεις, θα έπρεπε να αποδειχτεί με την παρουσίαση κατάλληλης και επαρκούς μαρτυρίας και όχι απλά με την επίκληση του αποτελέσματος της επιτόπιας εξέτασης χωρίς την τεκμηρίωση και ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν έχει εφεσιβληθεί, θέση η οποία δεν προβάλλεται ούτε στα δικόγραφα αφού η απόφαση του Διευθυντή εκδόθηκε μετά την καταχώρηση της αγωγής. Με δεδομένο ότι το βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβαση βρισκόταν στους ώμους των εναγόντων και εφόσον με βάση την πιο πάνω μαρτυρία έχουν αποτύχει να αποδείξουν την ισχυριζόμενη επέμβαση κρίνεται αχρείαστη η αναφορά στην μαρτυρία που προσκόμισε η εναγόμενη, η οποία ουδέποτε έχει αποδεχτεί ότι επενέβη στο τεμάχιο των εναγόντων και η οποία μαρτυρία απόβλεπε στην κατάρριψη της καταλογιζόμενης επέμβασης. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης για απόρριψη της αγωγής και για τον λόγο που έχω εξηγήσει πιο πάνω, τα έξοδα ακολουθώντας το αποτέλεσμα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εναντίον των εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα τεθούν στο Δικαστήριο για έγκριση. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο