PETROLINA (HOLDINGS) PUBLIC LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗ, Αγωγή αρ. 3854/10, 24 Ιανουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A5 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3854/10 Μεταξύ: PETROLINA (HOLDINGS) PUBLIC LTD, από την Λάρνακα Εναγόντων και ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗ, από την Πάφο Εναγομένου --------------------------- Αίτηση ημερ. 28.4.11 Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Φιλίππου για κ. Ε. Ευσταθίου Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Ζαχαρίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο εναγόμενος - αιτητής ζητά: «(α) Διάταγμα που να διαγράφει τις παραγράφους 3,9,12 και το (Β) του αιτήματος της έκθεσης απαίτησης ή να διατάσσει την τροποποίηση της κατά τρόπο ώστε να είναι συμβατή με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. (β) Τα έξοδα της αίτησης». Η αίτηση βασίζεται στην Δ.19 θ.1,4,7 και 26 και Δ.48 θ.2,3 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Αναφέρει πως τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην δικογραφία και είναι τα ακόλουθα: «
- Στην παρ. 2 της Ε/Α ο εναγόμενος αναφέρεται ως ο εγγεγραμμένος κάτοχος και δικαιούχος του πρατήριου μέχρι την καταχώρησή της.
- Στη παρ. 3 της Ε/Α περιγράφονται οι ενάγοντες ως οι δικαιούχοι - ενοικιαστές, κατόπιν παραχώρησης - ενοικίασης από τον εναγόμενο προς τους ενάγοντες του πρατήριου.
- Επίσης στη παρ. 3 της Ε/Α αναφέρεται ότι οι ενάγοντες ανέθεσαν - παραχώρησαν τη λειτουργία του πρατηρίου στον εναγόμενο.
- Ως συνέπεια όσων παραπάνω στις παρ. 1-3 εκτίθενται, οι ισχυρισμοί των εναγόντων αλληλοαναιρούνται, και η έκθεση απαίτησης είναι ακατάληπτη.
- Η παρ. 9 της Ε/Α περιέχει σκανδαλώδεις, πειρακτικούς, μη αναγκαίους ισχυρισμούς, επουσιώδη γεγονότα, πλατειασμούς, διηγήσεις, μη σχετικούς ισχυρισμούς και μη αποδεκτούς σαν μαρτυρία, γνώμες, συμπεράσματα και επιχειρήματα, αφού τελικά οι ενάγοντες στηρίζουν την αξίωσή τους στη συμφωνία ημερ. 26/10/09 ενώ ταυτόχρονα την χαρακτηρίζουν προϊόν δόλου του εναγόμενου.
- Η παρ. 12 της Ε/Α προβάλλει αχρείαστους ισχυρισμούς που υπονοούν την διάπραξη από τον εναγόμενο αστικών και ποινικών αδικημάτων και ηθικών παραπτωμάτων, χωρίς τελικά να στηρίζουν οποιαδήποτε αξίωση.
- Το Β του αιτήματος της Ε/Α δεν είναι δυνατόν να συσχετισθεί με τους ισχυρισμούς του ιστορικού της Ε/Α.
- Η έκθεσης απαίτησης, όπως έχει συνταχθεί, τείνει να προκαταβάλει, θα περιπλέξει και καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής και θα προκαλέσει ταλαιπωρία και αχρείαστα έξοδα.
- Η καταχώρηση έκθεσης απαίτησης, όπως αυτή που έχει καταχωρηθεί, συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής Διαδικασίας.
- Η έκθεση απαίτησης όπως έχει συνταχθεί, τείνει να βλάψει και εμποδίσει τη δίκαιη και καθαρή εκδίκαση της παρούσας αγωγής.
- Η προώθηση της δικαστικής διαδικασίας, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ενόψει όσων αναφέρονται, παραπάνω». Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως τους στην αίτηση του αιτητή την οποία στηρίζουν πέραν της Δ.19 και Δ.48 στην Δ.64 και στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Βασίζουν δε την ένσταση τους στους ακόλουθους λόγους: «
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Ο αιτητής δε δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση αποσκοπεί στη πρόκληση καθυστέρησης.
- Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση είναι αχρείαστη.
- Ο αιτητής κωλύεται λόγω της καταχώρησης της Υπεράσπισης να ζητά την αιτούμενη θεραπεία». Η ένσταση τους υποστηρίζεται από την επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας Κατερίνας Βουρή, δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων η οποία υποστηρίζει πως γνωρίζει τα γεγονότα από το φάκελο της υπόθεσης, από πληροφορίες που έλαβε από τους ενάγοντες και τους δικηγόρους του γραφείου που χειρίζονται την υπόθεση. Είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Αναφέρει πως η αίτηση είναι παντελώς αβάσιμη και εξ' όσων πληροφορείται από τους δικηγόρους ο αιτητής κωλύεται λόγω της συμπεριφοράς του και ειδικότερα λόγω της καταχώρισης της υπεράσπισης του να υποβάλει την παρούσα αίτηση. Υποστηρίζει πως οι ισχυρισμοί που ο αιτητής επιδιώκει να διαγραφούν δεν είναι ενοχλητικοί και αχρείαστοι αλλά αντίθετα το δικόγραφο είναι σύμφωνο με τους κανόνες δικογραφίας και κανένας ισχυρισμός δεν είναι περιττός. Περαιτέρω αναφέρει πως η ύπαρξη διαζευκτικών ισχυρισμών δεν αποτελεί λόγο για διαγραφή των ισχυρισμών αφού σύμφωνα με τη νομολογία υπάρχει η δυνατότητα συμπερίληψης διαζευκτικών αλλά και αντίθετων ισχυρισμών σε ένα δικόγραφο με δικαίωμα επιλογής μέχρι και το στάδιο της απόφασης. Καμιά δε σύγχυση δεν προκλήθηκε στον εναγόμενο - αιτητή καθότι ο ίδιος έχει ήδη απαντήσει στους ισχυρισμούς των εναγόντων καταχωρώντας υπεράσπιση. Πιστεύει δε πως η αίτηση αποτελεί προσπάθεια του αιτητή να καθυστερήσει την υπόθεση του. Τέλος αναφέρει πως η αίτηση είναι παράτυπη καθότι αναφέρεται σε γεγονότα που δεν προκύπτουν από τα δικόγραφα και δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Περαιτέρω καμιά ζημιά δεν προκαλείται στην άλλη πλευρά από τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το δικόγραφο των εναγόντων. Και οι δύο πλευρές υποστήριξαν με αγορεύσεις τις θέσεις τους τις οποίες υπέβαλαν και γραπτώς. Σύμφωνα με την εισήγηση του ενάγοντος - αιτητή ο ενάγων αιτείται την έκδοση διατάγματος διαγραφής της παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης για τον λόγο ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων στις παραγράφους 1 - 3 αλληλοαναιρούνται και η έκθεση απαίτησης είναι ακατάληπτη. Εισηγείται πως στην παρ. 2 της έκθεσης απαίτησης ο εναγόμενος αναφέρεται ως ο εγγεγραμμένος κάτοχος και δικαιούχος του πρατηρίου μέχρι τη καταχώρηση της, ενώ στη παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης περιγράφονται οι ενάγοντες ως οι δικαιούχοι - ενοικιαστές, κατόπιν παραχώρησης - ενοικίασης από τον εναγόμενο προς τους ενάγοντες του πρατηρίου. Επίσης στη παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται πως οι ενάγοντες ανέθεσαν - παραχώρησαν τη λειτουργία του πρατηρίου στον εναγόμενο. Οι λόγοι για τους οποίους αιτείται τη διαγραφή της παρ. 9 της έκθεσης απαίτησης είναι πως περιέχει σκανδαλώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι έχουν στόχο να επηρεάσουν δυσμενώς ή να θίξουν τον αιτητή. Εκθέτουν κατηγορίες ανάρμοστης συμπεριφοράς, κακής πίστης και δόλου εκ μέρους του αιτητή σε βάρος των εναγόντων οι οποίοι είναι αχρείαστοι και άσχετοι προς τα ζητήματα της υπόθεσης. Περιέχει μη αναγκαίους ισχυρισμούς σε επουσιώδη γεγονότα, πλατειασμούς, διηγήσεις, μη σχετικούς ισχυρισμούς και μη αποδεκτούς σαν μαρτυρία, γνώμες, συμπεράσματα και επιχειρήματα που θα περιπλέξουν και καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής. Ενώ δε οι ενάγοντες στηρίζουν την αξίωση τους στη συμφωνία ημερ. 26.10.09 ταυτόχρονα στην παρ. 9 της έκθεσης απαίτησης την αμφισβητούν και την χαρακτηρίζουν προϊόν δόλου του εναγομένου. Οι λόγοι για τους οποίους αιτείται τη διαγραφή της παρ. 12 της έκθεσης απαίτησης είναι ότι περιέχει σκανδαλώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι στόχο έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς ή να θίξουν τον αιτητή υπονοούν τη διάπραξη από τον αιτητή αστικών και ποινικών αδικημάτων και ηθικών παραπτωμάτων χωρίς να στηρίζουν οποιαδήποτε αξίωση. Η εν λόγω παράγραφος τείνει να περιπλέξει ή να καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής. Οι λόγοι για τους οποίους αιτείται διαγραφής του (Β) του αιτήματος της έκθεσης απαίτησης είναι κατά την εισήγηση του εναγομένου πως δεν είναι δυνατόν να συσχετισθεί με τους ισχυρισμούς του ιστορικού της έκθεσης απαίτησης. Τέλος εισηγείται πως η έκθεση απαίτησης προκαλεί δυσχέρεια στην πλευρά του αιτητή αφού η φύση και έκταση της υπόθεσης που θα αντιμετωπίσει κατά την ακρόαση είναι ασαφής για να ετοιμάσει και υπερασπιστεί τη δική του υπόθεση. Επικαλείται επίσης πως η έκθεση απαίτησης όπως έχει συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και τείνει να βλάψει και εμποδίσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Η θέση των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση είναι πως δεν υπάρχει δυνατότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Εξηγεί πως μέσα από τις παραγράφους 1, 2 και 3 της έκθεσης απαίτησης η θέση των εναγόντων είναι ότι είχαν ενοικιάσει το πρατήριο από τον εναγόμενο ο οποίος ήταν ο δικαιούχος πριν να το ενοικιάσει στους ενάγοντες οι οποίοι παραχώρησαν τη λειτουργία του πρατηρίου στον εναγόμενο. Οι εν λόγω παράγραφοι περιγράφουν τον τρόπο λειτουργίας και συνεργασίας των διαδίκων. Το ίδιο εισηγούνται και για τις παραγράφους 9 και 12 της έκθεσης απαίτησης και (Β) του αιτητικού. Πως δεν υπάρχει τίποτε μεμπτό στο να προωθήσει διαζευκτικές βάσεις αγωγής. Δεν υπάρχει αντίφαση εάν οι ενάγοντες επέλεξαν να τοποθετήσουν τη διαφορά τους κάτω από τις αρχές παράβασης συμφωνίας ή δόλου και απάτης. Τέλος εισηγούνται πως ο εναγόμενος που έχει το βάρος της απόδειξης δεν έχει εξηγήσει ποια συγκεκριμένα ζημιά θα του προκληθεί από τα δικόγραφα ως έχουν παρά μόνο προβαίνει σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που δεν δικαιολογούν παρέμβαση του Δικαστηρίου και διαγραφή οποιουδήποτε ισχυρισμού από την έκθεση απαίτησης. Ο εναγόμενος - αιτητής στηρίζει το αίτημα στη Δ.19 θ.26 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού που προβλέπει ότι: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρειών Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1987)1 ΑΑΔ 685 λέχθηκαν τα εξής: «Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο θ.4 περιέχει τον πιο θεμελιακό: «Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, ... ...». .............................. Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ. 147 ο εκδότης των Bullen & Leake, ανωτέρω: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issued which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations». Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Robert McAlpine [1994] 72 B.L.R. 26: «The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being - made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it». ...................... Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing». Οι πρόνοιες του θ.26 της Δ.19 παρέχουν εξουσία στο δικαστήριο να διαγράψει δικόγραφο το οποίο είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη της αγωγής ("unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"). ........................................................................................... Σύμφωνα με το Annual Practice 1960, σελ. 478-479 οι λέξεις «τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής» ("tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"), έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια. Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιο μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιο αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις (βλ. Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787, 806. Η Δ.19 θ.26 όπως εξηγείται στην Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852 επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής, συνιστά δε εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). H σχετική αίτηση για διαγραφή πρέπει να υποβάλλεται ταχέως (promptly) και κατά κανόνα προτού κλείσουν τα δικόγραφα (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)1 A.A.Δ 1338). Έχω εξετάσει τις επίδικες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης με κριτήριο τις πιο πάνω αρχές και αφού έλαβα υπόψη και τις εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων και έχω καταλήξει πως δεν προσκρούουν σε οποιοδήποτε από τους κανόνες που διέπουν τη σύνταξη και διατύπωση των δικογράφων. Επισημαίνω πως ο εναγόμενος καταχώρισε την υπεράσπιση του στις 20.4.11, προτού καταχωριστεί η παρούσα αίτηση στις 28.4.11, στην οποία παραδέχεται τους ισχυρισμούς των παραγράφων 1 και 2 της έκθεσης απαίτησης και με τη παράγραφο 2 της υπεράσπισης του απαντά στους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται στην παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης τους την οποία φαίνεται να κατανοεί πλήρως. Συνεπώς αυτό που ισχυρίζεται ότι η παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης είναι ακατάληπτη δεν ισχύει. Το ίδιο συμβαίνει και με τις παραγράφους 9 και 12 της έκθεσης απαίτησης και το (Β) του αιτητικού. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του απάντησε στους ισχυρισμούς που περιέχονται στις πιο πάνω παραγράφους, γεγονός που αποδεικνύει το άτοπο των θέσεων του. Προσθέτω δε πως οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα, όπως επέλεξαν να πράξουν, να προωθήσουν σωρευτικά διαφορετικές βάσεις αγωγής. Ενόψει των πιο πάνω δεν συμφωνώ με τις εισηγήσεις του εναγομένου και δεν θεωρώ το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων της έκθεσης απαίτησης να εντάσσεται στα πλαίσια εφαρμογής της Δ.19, θ.26 και κατά συνέπεια το αίτημα απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εις βάρος του εναγομένου - αιτητή και υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ................... Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο