← Κύπρος

SAEM ELECTRICAL MECHANICAL SERVICES LTD ν. STRATIS ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 2169/07, 31.1.2012

SAEM ELECTRICAL MECHANICAL SERVICES LTD ν. STRATIS ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 2169/07, 31.1.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2169/07 Μεταξύ: SAEM ELECTRICAL & MECHANICAL SERVICES LTD Ενάγοντες και STRATIS ENTERPRISES LTD Εναγόμενοι Ημερομηνία: 31.1.

  1. Για Ενάγοντες: κ. Ν. Τσιαπαλής. Για Εναγόμενους: κ. Φ. Καμένος. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουν εναντίον των εναγομένων το ποσό των Λ.Κ.20,569.55 ή το ισόποσο €32,873.50 πλέον τόκο 9% από 24.7.02, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης τους οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισµένης ευθύνης µε έδρα την Πάφο, ασχολούµενη µεταξύ άλλων µε την τοποθέτηση και/ή εκτέλεση και/ή κατασκευή ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων. Οι δε εναγόµενοι είναι εταιρεία επίσης περιορισµένης ευθύνης και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια και/ή διαχειρίστρια και/ή κάτοχος υπό ανέγερση συγκροτήµατος τουριστικών διαµερισµάτων µε την επωνυµία NICKI STRATΙS ΗΟΤΕL APARTMENTS στην Πόλη Χρυσοχούς. Κατά ή περί τον lούλιο 2000 οι εναγόµενοι δυνάµει συµβολαίου εργoλαβίας ανέθεσαν την ανέγερση των αναφερόµενων τουριστικών διαµερισµάτων στην εταιρεία Α/ΦΟΙ ΚΟΥΡΟΥΣΙΗ ΛΤΔ, οι οποίοι ήταν ο κυρίως εργολάβος του έργου. Δυνάµει συµφωνητικού εγγράφου υπεργολαβίας Υ2 µε αρ. 00427, µεταξύ των εναγόντων και του κυρίως εργολάβου, οι ενάγοντες ανέλαβαν την εκτέλεση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του αναφερόµενου έργου έναντι του ποσού των Λ.Κ.100,000 πλέον Φ.Π.Α., το οποίο ανέλαβε να τους καταβάλει ο κυρίως εργολάβος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι, ως προκύπτει από την Έκθεση Υπεράσπισης, όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί των εναγόντων είναι παραδεκτοί από τους εναγόμενους. Περαιτέρω οι ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους αναφέρουν ότι κατά ή περί τον Νοέµβριο 2002 στα πλαίσια διευθέτησης εκκρεµοτήτων και/ή διαφορών που είχαν παρουσιασθεί µεταξύ εναγόντων, εναγοµένων και κυρίως εργολάβου, συµφωνήθηκε, µε την συνδροµή των επιβλεπόντων Αρχιτεκτόνων - Συµβούλων Μηχανικών του έργου Αρχιτεκτονικό Γραφείο Ι + Α Φιλίππου και του Επιµετρητή Ποσοτήτων του έργου M.D.A. ( Cyprus ) Ltd, όπως οι εναγόµενοι καταβάλουν στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.10,600 περιλαµβανοµένου του Φ.Π.Α. ισόποσο και/ή αντίστοιχο των €18,111.18, προς εξόφληση των διατακτικών που είχαν εκδοθεί και παρέµενε να διευθετηθεί και/ή συµφωνηθεί µεταξύ των διαδίκων το θέµα των υπερωριών που οι ενάγοντες διεκδικούσαν από τους εναγόµενους. Προς επιβεβαίωση της αναφερόµενης συµφωνίας οι ενάγοντες και ο κυρίως εργολάβος υπέγραψαν σχετική βεβαίωση ηµερ. 27.11.02 την οποία κοινοποίησαν τόσο στους εναγόµενους όσο και στους επιβλέποντες Αρχιτέκτονες - Συµβούλους Μηχανικούς και Επιµετρητή Ποσοτήτων του έργου. Σε σχέση με αυτό οι εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους παραδέχονται μόνο ότι κοινοποιήθηκε σε αυτούς η βεβαίωση ηµερ. 27.11.
  2. Σύμφωνα δε με τους ενάγοντες για σκοπούς επίσπευσης των εργασιών και/ή σύντµησης του χρόνου εκτέλεσης τους, κατόπιν οδηγιών από τους εναγόµενους και/ή τους Συµβούλους Μηχανικούς του έργου και/ή κατόπιν συµφωνίας µεταξύ των διαδίκων, το προσωπικό των εναγόντων εργαζόταν υπερωριακά µε αποτέλεσµα οι ενάγοντες να καταβάλουν σαν αµοιβή για υπερωριακή απασχόληση το ποσό των Λ.Κ.8,640 ισόποσο και/ή αντίστοιχο των €14,762.32 το οποίo δυνάµει ρητής καιΙή εξυπακουόµενης συµφωνίας οι εναγόµενοι ανέλαβαν και/ή όφειλαν να καταβάλουν στους ενάγοντες. Ήταν ρητός όρος τόσο της συµφωνίας µεταξύ εναγοµένων και κυρίως εργολάβου όσο και της συµφωνίας κυρίως εργολάβου και εναγόντων καθώς και ρητός και/ή εξυπακουόµενος όρος της συµφωνίας και/ή διευθέτησης των διαδίκων ότι οποιοδήποτε οφειλόµενο ποσό θα φέρει τόκο προς 9% από την ηµεροµηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέο µέχρι εξόφλησης. Ο τελικός λογαριασµός του έργου συντάχθηκε από τους Συµβούλους Μηχανικούς του έργου στις 23.7.02 και µε επιστολή τους ηµερ. 24.7.02 κοινοποιήθηκε στους διαδίκους οπότε και το οφειλόµενο ποσό κατέστη πληρωτέο. Οι ενάγοντες κατ' επανάληψη όχλησαν τους εναγόµενους καλώντας τους να καταβάλουν τα οφειλόµενα ποσά, αυτοί όµως ουδόλως ανταποκρίθηκαν και µέχρι σήµερα εξακολουθούν να οφείλουν στους ενάγοντες το ποσό των €32,873.50 Στην Έκθεση Υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι, πέραν των όσων, ως αναφέρθηκε ανωτέρω παραδέχονται, αρνούνται τους υπόλοιπους, αναφερόμενους στην Έκθεση Απαίτησης, ισχυρισμούς των εναγόντων. Ισχυρίζονται δε ότι οι εναγόµενοι δεν συµφώνησαν και/ή δεν διευθέτησαν µε τους ενάγοντες όπως καταβάλουν σε αυτούς το ποσό των Λ.Κ.10,600, ούτε και συµφώνησαν και/ή διευθέτησαν µε τους ενάγοντες το θέµα των υπερωριών και/ή ούτε ανέλαβαν και/ή όφειλαν να καταβάλουν το ποσό των Λ.Κ.10,600 και το ποσό των υπερωριών των εναγόντων. Όσον αφορά τα εν λόγω ποσά οι εναγόµενοι είχαν δηλώσει ρητά και/ή ανέφεραν στους ενάγοντες, στον κυρίως εργολάβο, στους επιβλέποντες Αρχιτέκτονες - Σύµβουλους Μηχανικούς του έργου και στον Επιµετρητή Ποσοτήτων του έργου, ότι οποιαδήποτε ποσά τα οποία αφορούσαν εκτελεσθείσα εργασία, για να πληρωθούν από τους εναγόµενους θα έπρεπε να υπολογισθούν από τους επιβλέποντες Αρχιτέκτονες - Συµβούλους Μηχανικούς του έργου και τον Επιµετρητή Ποσοτήτων του έργου. Κατά ή περί την 11.12.03 ο εργολάβος του έργου, Α/ΦΟΙ ΚΟΥΡΟΥΣΙΗ ΛΤΔ, απέστειλε και/ή παρέδωσε στους εναγόµενους έγγραφο υπό τον τίτλο «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΕΛlΚΟΥ ΛΟΓΑΡIΑΣΜΟΥ» που αναφερόταν στον πλήρη και τελικό διακανονισµό του λογαριασµού που αφορούσε το έργο. Η εν λόγω κατάσταση συντάχθηκε κατά ή περί την 11.12.03 και έγινε µε βάση τις πρόνοιες των όρων του συµβολαίου µεταξύ εναγοµένων και κυρίως εργολάβου για την ανέγερση του έργου και σε αυτήν την κατάσταση συµπεριλαµβάνονταν και τα ποσά για τις εργασίες που έγιναν από τους ενάγοντες και/ή οι υπάρχουσες οφειλές και/ή υπερωρίες που οφείλονταν στους ενάγοντες. Κατά ή περί την 18.12.03, οι επιβλέποντες Αρχιτέκτονες - Μηχανικοί του Έργου Ι & Α Φιλίππου, απέστειλαν και/ή παρέδωσαν στους εναγόµενους το τελικό πιστοποιητικό µε αριθµό 14, για το ποσό των Λ.Κ.23,612.18 οφειλόµενο από τους εναγόµενους στον κυρίως εργολάβο, για εκτελεσθείσα εργασία που αφορούσε το έργο. Στο εν λόγω πιστοποιητικό και στα επισυνηµµένα σε αυτό έγγραφα και/ή αναλυτικές καταστάσεις των εργασιών που αφορούσαν το έργο, στη στήλη που αφορά τους ενάγοντες υπήρχε η ένδειξη µηδέν που σηµαίνει ότι ουδέν οφείλετο στους ενάγοντες από τους εναγοµένους. Είναι δε η θέση των εναγομένων ότι ουδέν ποσόν οφείλουν στους ενάγοντες. Στην Απάντηση τους στην Υπεράσπιση οι ενάγοντες αρνούνται και απορρίπτουν το περιεχόµενο της Έκθεσης Υπεράσπισης στον βαθµό και την έκταση που συγκρούεται καιΙή αντιβαίνει με το περιεχόµενο της Έκθεσης Απαίτησης. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι είναι προφανές καιΙή αναµενόµενο καιΙή ενδεχόµενο µετά την συµφωνία καιΙή διευθέτηση που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτηση, οι χρεώσεις που αφορούσαν τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις να αφαιρέθηκαν από τους λογαριασµούς µεταξύ κυρίως εργολάβου και εναγοµένων και ως εκ τούτου φυσιολογικά στον τελικό λογαριασµό µεταξύ εναγοµένων και κυρίως εργολάβου να αναφέρεται µηδέν στην στήλη που αφορούσε τους ενάγοντες, δεδοµένου µάλιστα ότι ο τελικός λογαριασµός που αφορούσε τα ηλεκτρολογικά είχε ετοιµασθεί και υποβληθεί από τον lούλιο
  3. Για την απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγομένων κατάθεσε ένας μάρτυρας. Περαιτέρω κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 18 τεκμήρια. Από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδικών καθώς και μέσα από τη μαρτυρία που δόθηκε και στο μέτρο που αυτή δεν αμφισβητήθηκε φαίνεται ότι τα ακόλουθα γεγονότα είναι κοινώς αποδεκτά:
  4. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισµένης ευθύνης και μεταξύ άλλων ασχολούνται με τοποθέτηση και εκτέλεση ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων. Οι δε εναγόµενοι είναι εταιρεία περιορισµένης ευθύνης και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτες και/ή κάτοχοι υπό ανέγερση συγκροτήµατος τουριστικών διαµερισµάτων µε την επωνυµία «NICKI STRATΙS ΗΟΤΕL APARTMENTS» στην Πόλη Χρυσοχούς. Περί τον lούλιο 2000 οι εναγόµενοι ανέθεσαν δυνάµει συµβολαίου εργoλαβίας την ανέγερση των αναφερόµενων τουριστικών διαµερισµάτων στην εταιρεία Αδελφοί Κουρούσιης Λτδ, οι οποίοι ήταν ο κυρίως εργολάβος του έργου. Δυνάµει συµφωνητικού εγγράφου υπεργολαβίας Υ2 µε αρ. 00427, µεταξύ των εναγόντων και του κυρίως εργολάβου, οι ενάγοντες ανέλαβαν την εκτέλεση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του αναφερόµενου έργου έναντι του ποσού των Λ.Κ.100,000 πλέον Φ.Π.Α.. Το εν λόγω ποσό ανέλαβε δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου υπεργολαβίας να καταβάλει στους ενάγοντες ο κυρίως εργολάβος.
  5. Κατά την εκτέλεση του έργου οι εργασίες διακόπηκαν για ένα περίπου μήνα. Οι εργασίες επανήρχισαν αλλά συμφωνήθηκε μεταξύ των εναγομένων και του κυρίως εργολάβου όπως η ημερομηνία παράδοσης του έργου παραμείνει η αρχική. Για να καταστεί αυτό εφικτό οι ενάγοντες έπρεπε να καλύψουν τον χαμένο χρόνο με υπερωριακή εργασία. Έτσι κατόπιν οδηγιών από τους Συμβούλους Αρχιτέκτονες Μηχανικούς του έργου για επίσπευση των εργασιών και σύντμηση του χρόνου εκτέλεσης τους, προσωπικό των εναγόντων εργάστηκε υπερωριακά για 960 ώρες από τις οποίες οι 480 αφορούν τεχνίτες και οι 480 βοηθούς. Σύμφωνα με το Μ.Ε.3, μελετητή της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης του έργου και επιβλέποντα ηλεκτρολόγο μηχανικό αυτού, εύλογο ποσό για τις εν λόγω υπερωρίες ήταν το ποσό των Λ.Κ.5,
  6. Οι ενάγοντες πέραν των εργασιών που προβλέπονταν στο συμβόλαιο υπεργολαβίας εκτέλεσαν και άλλες εργασίες προς ολοκλήρωση του έργου, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των Λ.Κ.10,
  7. Εκεί που διαφωνούν βασικά μεταξύ τους οι διάδικοι είναι στο κατά πόσο τα πιο πάνω ποσά δεν πληρώθηκαν και οφείλονται από τους εναγόμενους. Η θέση των εναγόντων, ως φαίνεται μέσα από τα δικόγραφα τους αλλά και μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 διευθυντή αυτών, είναι ότι τα ποσά αυτά δεν πληρώθηκαν και θα πρέπει να πληρωθούν από τους εναγόμενους. Ισχυρίζονται δε σχετικά οι ενάγοντες ότι τον Νοέμβριο του 2002 υπήρξε συμφωνία μεταξύ εναγόντων, εναγομένων και κυρίως εργολάβου για απευθείας πληρωμή των πιο πάνω από τους εναγόμενους στους ενάγοντες. Αντίθετα η θέση των εναγομένων είναι ότι ουδέν ποσό οφείλουν στους ενάγοντες και ότι δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία και ούτε ανέλαβαν να καταβάλουν τα πιο πάνω στους ενάγοντες. Σε σχέση λοιπόν με τα αμφισβητούμενα θέματα θα πρέπει να εξετασθεί η ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία. Το περιεχόμενο της σχετικής μαρτυρίας των μαρτύρων βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο Χριστάκης Μακρίδης, ηλεκτρολόγος μηχανικός, στο γραφείο Ι.+Α. Φιλίππου Αρχιτέκτονες Μηχανικοί, ο οποίος ήταν και ο μελετητής της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης και ο επιβλέπων ηλεκτρολόγος μηχανικός του επίδικου έργου. Σύμφωνα με το μάρτυρα, αυτός επέβλεψε την ηλεκτρολογική εγκατάσταση του έργου από την αρχή μέχρι την παράδοση του. Υπήρξαν υπερωρίες στο έργο από πλευράς ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων για επίσπευση των εργασιών. Οι εν λόγω υπερωρίες χρειάστηκαν για να τελειώσει το έργο στην αρχική καθορισθείσα ημερομηνία παράδοσης. Όσον αφορά τις υπερωρίες των εναγόντων και το εύλογο ποσό για αυτές η μαρτυρία του Μ.Ε.3 θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε. Αναφορά σε αυτήν έχει γίνει ανωτέρω ενώ σε αυτήν θα γίνει αναφορά και στη συνέχεια. Για αυτό το λόγο δεν χρήζει επανάληψης στο σημείο αυτό. Όσον αφορά το κατά πόσο υπήρξε συμφωνία μεταξύ των εναγόντων των εναγομένων και του κυρίως εργολάβου για να γίνει πληρωμή οποιουδήποτε ποσού από τον εργοδότη κατ' ευθείαν στους ενάγοντες-υπεργολάβους είπε ότι το θέμα αυτό συζητήθηκε μεταξύ του αρχιτέκτονα και επιβλέποντα μηχανικού του γραφείου τους Κώστα Νικολάου, του εργολάβου και του πελάτη αλλά ο μάρτυρας δεν ήταν παρών. Δεν ξέρει αν συμφωνήθηκε κάτι. Ανέφερε επίσης ότι το τελικό πιστοποιητικό αρ. 14 (τεκμήριο 12) το είχε υπόψη του και ότι είναι διατακτικό του αρχιτέκτονα προς τους εναγόμενους. Εξηγώντας ουσιαστικά τη διαδικασία έκδοσης των διατακτικών είπε ότι οι αρχιτέκτονες μηχανικοί δίνουν τα ποσά των διαφόρων υπεργολάβων και ο εργολάβος τα δικά του, τα ελέγχουν οι αρχιτέκτονες, τα στέλνουν στους επιμετρητές που εδώ ήταν η MDA, εκείνοι εκδίδουν πιστοποιητικό, το στέλνουν στους αρχιτέκτονες και οι τελευταίοι αφού το εγκρίνουν το στέλνουν στον πελάτη για πληρωμή. Είπε επίσης ότι έχει υπόψη του και την εκτίμηση των επιμετρητών του έργου (τεκμήριο 13) γιατί αφορά μέρος των πληρωμών και των ηλεκτρολόγων. Εξήγησε ότι στην τρίτη σελίδα στην πρώτη εγγραφή υπήρχαν οι ενάγοντες, η ανάλυση του διατακτικού. Στην πρότελευταια στήλη με τίτλο «Previously Certified» υπάρχει γραμμένο το ποσό των Λ.Κ.110,
  8. Αυτό εξήγησε ότι θα πει ότι το ποσό βγήκε από τον τελικό λογαριασμό εργασιών το οποίο ο μάρτυρας έχει εγκρίνει. Το μηδέν υπό τον τίτλο «Amount due for payment» στην τελευταία στήλη εξήγησε ότι σημαίνει ότι το ποσό που ενέκριναν είναι το ποσό των Λ.Κ.110,785 το οποίο πηγάζει από τον τελικό λογαριασμό των ηλεκτρολόγων και ότι δεν υπάρχει άλλο οφειλόμενο εκτός από το θέμα των υπερωριών. Ο μάρτυρας αυτός πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις και με βάση τη μνήμη του και τα όσα γνώριζε για την υπόθεση, ήταν σταθερός στις θέσεις του και η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία κατά την αντεξέταση του. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι σε σχέση με το κατά πόσο έγινε συζήτηση για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού από τους εναγόμενους κατ' ευθείαν στους ενάγοντες-υπεργολάβους, η θέση του μάρτυρα πέραν του ότι αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία εφόσον αυτός δεν ήταν παρών στην συζήτηση και δεν κλήθηκε το πρόσωπο από το οποίο προφανώς ο μάρτυρας έλαβε τη σχετική πληροφόρηση για να καταθέσει και να αντεξετασθεί, δεν επιβεβαιώνει τη θέση των εναγόντων για συμφωνία. Αυτό γιατί ο μάρτυρας όχι μόνο δεν γνώριζε αν υπήρξε συμφωνία αλλά ανέφερε ότι η συζήτηση έγινε μεταξύ του αρχιτέκτονα, των εναγομένων και του κυρίως εργολάβου και συνεπώς σε αυτή δεν ήταν παρόντες οι ενάγοντες. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Ε.3 με την πιο πάνω διευκρίνιση γίνεται δεκτή. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Ανδρέας Αναστασίου, ιδιοκτήτης και διευθυντής των εναγόντων. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Χρυσόστομος Κουρούσιης, ένας εκ των δύο μετόχων και διευθυντών της εταιρείας Αδελφοί Κουρούσιη Λτδ, οι οποίοι ήταν ο κυρίως εργολάβος του επίδικου έργου. Η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων θα πρέπει να εξετασθεί παράλληλα με δεδομένο ότι οι πλείστες βασικές τους θέσεις ήταν κοινές. Οι μάρτυρες αυτοί θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκαναν καλή εντύπωση. Ο Μ.Ε.1 κατά τη μαρτυρία του προσπάθησε να πείσει για την εκδοχή των εναγόντων. Όμως στην προσπάθεια του αυτή περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, κάποιες από τις θέσεις του δεν ήταν σταθερές, κάποιες συγκρούονται ουσιαστικά με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ενώ άλλες δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική. Ούτε όμως και του Μ.Ε.2 οι θέσεις του ήταν σταθερές και λογικές ενώ περαιτέρω στερούνται και πειστικότητας. Από το σύνολο δε της μαρτυρίας του διεφάνη ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει τους ενάγοντες ενώ ταυτόχρονα και ο ίδιος προφανώς είχε συμφέρον να το πράξει τούτο εφόσον η εταιρεία του είχε συμβατικές υποχρεώσεις έναντι των εναγόντων με δεδομένο ότι ήταν η μόνη συμβαλλόμενη με αυτούς στην εκτέλεση του επίδικου έργου . Συγκεκριμένα: Ο Μ.Ε.1 στην κυρίως εξέταση του βασικά επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων για ύπαρξη προφορικής συμφωνίας περί το Νοέμβριο του 2002 με βάση την οποία τα ποσά των επιπλέον εργασιών και των υπερωριών θα καταβάλλονταν απευθείας στους ενάγοντες από τους εναγόμενους. Ήταν βασικά η θέση του ότι τόσο το θέμα των επιπλέον εργασιών όσο και των υπερωριών συμφωνήθηκε κατά την εν λόγω συμφωνία, η οποία έλαβε χώραν σε συνάντηση εργοταξίου στην παρουσία των Συμβούλων Μηχανικών, του κυρίως εργολάβου των εναγόντων και των εναγομένων. Όπως και του Μ.Ε.1 έτσι και του Μ.Ε.2 ήταν η θέση ότι για το ποσό των Λ.Κ.10,600 έγινε συμφωνία όπως αυτό πληρωθεί κατευθείαν από τους εναγόμενους στους ενάγοντες. Ανέφερε συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση του ότι όλες οι πληρωμές προς τους ενάγοντες γίνονταν μέσω της εταιρείας του εκτός από το εν λόγω ποσό που έμεινε στο τέλος και για το οποίο συμφώνησαν από κοινού και οι τρεις πλευρές, δηλαδή ο Πέτρος Στρατής εκ μέρους των εναγομένων, ο Μ.Ε.1 εκ μέρους των εναγόντων και ο ίδιος ο μάρτυρας εκ μέρους της εταιρείας του, να πληρωθεί απευθείας από τον εργοδότη προς τον υπεργολάβο. Παρών όταν έγινε η εν λόγω συμφωνία ήταν και ο Κώστας Νικολάου εκ μέρους των αρχιτεκτόνων Ι. + Α. Φιλίππου. Μάλιστα ήταν η θέση του μάρτυρα ότι αυτή η συμφωνία έγινε κατόπιν απαίτησης του Πέτρου Στρατή. Παραδόξως όμως δεν θυμόταν το λόγο που ο Μ.Υ.1 ήθελε τη διευθέτηση αυτή κάτι που θα ήταν λογικό να θυμάται εφόσον στην ουσία εισηγείται ότι αυτό θα γινόταν εκτός των συμβολαίων που είχαν μεταξύ τους. Περαιτέρω εάν πράγματι ανταποκρινόταν στην αλήθεια το ότι η εν λόγω συμφωνία έγινε κατόπιν απαίτησης του Μ.Υ.1, ως στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι αρνούνται την ύπαρξη αυτής της συμφωνίας, αυτό θα αναμενόταν να το αναφέρει και ο Μ.Ε.1, κάτι που όμως δεν έκανε. Ο Μ.Ε.1 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι προς επιβεβαίωση της συμφωνίας του Νοεμβρίου οι ενάγοντες και ο κυρίως εργολάβος υπέγραψαν σχετική βεβαίωση ημερ. 27.11.02 (τεκμήριο 2) την οποία κοινοποίησαν τόσο στους εναγόμενους όσο και στους Συμβούλους Μηχανικούς του έργου. Το εν λόγω έγγραφο έχει τη μορφή επιστολής, είναι γραμμένο σε επιστολόχαρτο του κυρίως εργολάβου, απευθύνεται στους εναγόμενους και φέρει τον τίτλο «NICKIS STRATIS HOTEL APTS ΒΕΒΑΙΩΣΗ». Με αυτό ουσιαστικά ο κυρίως εργολάβος βεβαιώνει ότι οι ενάγοντες έχουν να λαμβάνουν το ποσό των Λ.Κ.10,600 προς πλήρη εξόφληση των διατακτικών που εκδόθηκαν από τους επιμετρητές του έργου και αναφέρει ότι το εν λόγω ποσό συμφωνήθηκε να διευθετηθεί μεταξύ των εναγομένων και των εναγόντων. Στην τελευταία παράγραφο αναφέρει ότι εκκρεμεί το ποσό πού διεκδικούν οι ενάγοντες για τις υπερωρίες. Στο κάτω μέρος η εν λόγω επιστολή υπογράφεται από τον κυρίως εργολάβο και τους ενάγοντες. Σύμφωνα πάντα με το Μ.Ε.1 αυτός το υπέγραψε για τους ενάγοντες. Όταν ο Μ.Ε.1 ρωτήθηκε σχετικά στην αντεξέταση του είπε ότι μετά την συνεδρία του εργοταξίου έπρεπε τα συμφωνηθέντα να επιβεβαιωθούν εγγράφως και γι' αυτό συντάχθηκε η επιστολή και στάληκε σε όλους τους ενδιαφερόμενους. Σε ερώτηση εάν ήταν πρωτοβουλία του κυρίως εργολάβου να την στείλει απάντησε ότι ο κυρίως εργολάβος σαν ο καθ' ύλην υπεύθυνος του έργου είχε υποχρέωση να καταγράψει τη συμφωνία που έγινε στη συνεδρία του εργοταξίου και στα πλαίσια αυτής της υποχρέωσης συντάχθηκε η επιστολή. Δεν είπε ο μάρτυρας στον κυρίως εργολάβο να κάνει αυτή την επιστολή για να φαίνεται η προαναφερόμενη συμφωνία αφού εκείνος πήρε την πρωτοβουλία. Ήταν και του Μ.Ε.2 η θέση ότι προς βεβαίωση της πιο πάνω συμφωνίας ο ίδιος έστειλε την επιστολή τεκμήριο 2, την οποία συνυπόγραψαν και οι ενάγοντες, προς τους εναγόμενους. Δέχθηκε δε ότι το τεκμήριο 7 το ετοίμασε ο ίδιος εκ μέρους της εταιρείας του και το υπόγραψε. Εδώ να σημειωθεί ότι από ότι φάνηκε κατά τη μαρτυρία του γνώριζε και ο Μ.Ε.1 για την ύπαρξη της επιστολής τεκμήριο
  9. Είπε μάλιστα ότι αυτή δεν λέει τίποτε άλλο από την συμφωνία και ότι η διαφορά είναι οι υπογραφές και δεν δέχθηκε ότι οι δύο επιστολές δεν είναι οι ίδιες, γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον από το τεκμήριο 7 απουσιάζει, σε σχέση με το τεκμήριο 2, η τελευταία παράγραφος που αναφέρεται στις υπερωρίες και η υπογραφή των εναγόντων. Είπε επίσης ο Μ.Ε.1 ότι ο κυρίως εργολάβος έστειλε την επιστολή (τεκμήριο 7) ανυπόγραφη από τον μάρτυρα σαν επιβεβαίωση των συμφωνηθέντων και ότι κατόπιν την ίδια μέρα για να είναι όλοι καλυμμένοι υπέγραψαν ένα το οποίο το λεκτικό του είναι στην ουσία το ίδιο. Σε ερώτηση στο Μ.Ε.2 γιατί στάληκαν και οι δύο επιστολές την ίδια μέρα είπε ότι το τεκμήριο 7 στάληκε πρώτο αλλά όταν χρειάστηκε να το συνυπογράψουν οι ενάγοντες για να επιβεβαιώσουν τα συμφωνηθέντα τότε έστειλαν και δεύτερη επιστολή. Η θέση όμως αυτή του Μ.Ε.2 δεν είναι λογική γιατί αυτό δεν δικαιολογεί το γιατί στο τεκμήριο 2 προστέθηκε, σε σχέση με το τεκμήριο 7, παράγραφος που αφορούσε το θέμα των υπερωριών αλλά και γιατί με δεδομένο ότι επρόκειτο για επιβεβαίωση συμφωνηθέντων θα αναμενόταν το τεκμήριο 7 να υπογραφεί εξ αρχής και από τους ενάγοντες. Προσπαθώντας δε ο Μ.Ε.2 να δικαιολογήσει αυτό το τελευταίο ανέφερε, σε αντίθεση με τον Μ.Ε.1, ο οποίος ανέφερε ότι ήταν πρωτοβουλία του κυρίως εργολάβου, ότι ήταν απαίτηση των εναγομένων να συνυπογράψουν και οι ενάγοντες, λέγοντας μάλιστα ότι έπρεπε να υπάρχει κάτι γραπτώς για ότι συμφωνήθηκε προφορικά και ότι ο Μ.Υ.1 του ζήτησε να υπογραφτεί από τους ενάγοντες και να το ξαναστείλει. Ούτε όμως αυτή η θέση του βρίσκει έρεισμα στη λογική. Αυτό γιατί εάν έτσι είχαν τα πράγματα τότε γιατί εφόσον οι εναγόμενοι επιθυμούσαν κάτι τέτοιο δεν ζήτησαν να γίνει γραπτή συμφωνία την οποία να υπέγραφαν και αυτοί ή έστω να επιβεβαιώσουν και αυτοί τα όσα αναγράφονται στις εν λόγω επιστολές; Και από την άλλη γιατί, εφόσον τα τεκμήρια 2 και 7 έγιναν, σύμφωνα με το Μ.Ε.2, για επιβεβαίωση προηγηθείσας συμφωνίας, ο μάρτυρας δεν ζήτησε η εν λόγω επιστολή να επιβεβαιωθεί ως προς το περιεχόμενο της από τους εναγόμενους. Τα πιο πάνω ερωτήματα προφανώς ισχύουν και λαμβάνονται υπόψην ως προς την πειστικότητα της θέσης του και για τον Μ.Ε.
  10. Σε υπόδειξη δε στην αντεξέταση του βασικά ότι ο Μ.Υ.1 που επέμενε να υπογράψουν οι ενάγοντες δεν υπέγραψε την επιστολή ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι επειδή η εταιρεία του ήταν συμβεβλημένοι με τους ενάγοντες ήθελε να υπάρχει κάτι γραπτώς για να μην έλθουν μετά οι ενάγοντες να ζητούν από αυτόν το ποσό. Συμφώνησε δε σε επόμενη ερώτηση ότι ο λόγος ήταν ότι ήθελε να κατοχυρωθεί για να μην έχουν μετά απαίτηση οι ενάγοντες εναντίον του και πρόσθεσε «γιατί ήταν η συμφωνία που κάναμε οι τρεις πλευρές και έπρεπε να υπάρξει κάτι γραπτώς». Σε υποβολή δε ουσιαστικά ότι υπέγραψε και έστειλε τα τεκμήρια 2 και 7 καθαρά και μόνο για να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα δηλ. να αποτρέψει πιθανές διεκδικήσεις από τους ενάγοντες είπε ότι είναι πραγματικότητα ότι αν δεν υπέγραφαν και δεν υπήρχε αυτή η επιστολή βάση του συμβολαίου τους με τους ενάγοντες τότε μπορεί οι τελευταίοι να διεκδικούσαν αυτά τα λεφτά από τον ίδιο. Τα αμέσως πιο πάνω όμως είναι αντιφατικά με τη θέση του ότι το τεκμήριο 2 στάληκε μετά που το ζήτησαν οι εναγόμενοι για να υπάρχει κάτι γραπτώς αλλά αντίθετα δείχνει ότι ο ίδιος το έκανε για να υπάρχει κάτι που να δείχνει ότι έγινε τέτοια συμφωνία και όχι δίχως άλλο ότι έγινε τέτοια συμφωνία. Σε υποβολή στον Μ.Ε.1 ότι ακριβώς επειδή οι ενάγοντες δεν ήταν αποδέκτες του τεκμηρίου 7 αυτό δείχνει προσυνεννόηση μεταξύ αυτών και του κυρίως εργολάβου και ότι στο τεκμήριο 2 συμπληρώθηκε ακόμη μία σκέψη των εναγόντων είπε ότι ο κυρίως εργολάβος δεν ήταν υποχρεωμένος να αποστείλει στους ενάγοντες ως υπεργολάβους την αλληλογραφία που είχε με τα συμβαλλόμενα μέρη αλλά έστελλε ότι έκρινε αναγκαίο. Η θέση του όμως αυτή επίσης δεν είναι λογική με δεδομένο ότι ουσιαστικά ήταν η θέση του ότι οι εν λόγω επιστολές στάληκαν για επιβεβαίωση της συμφωνίας στην οποία και οι ενάγοντες ήταν μέρος και μάλιστα είπε ότι αυτό έγινε με πρωτοβουλία του κυρίως εργολάβου την οποία αν αργούσε να το κάνει θα του έλεγε ο μάρτυρας να το κάνει. Η μη πειστικότητα της όλης πιο πάνω θέσης του Μ.Ε.2 φαίνεται και από το ότι ενώ ανέφερε ότι παρόμοια συμφωνία για πληρωμή υπεργολάβου κατευθείαν από τον εργοδότη έγινε και με τον υπεργολάβο των μηχανολογικών εργασιών εντούτοις είπε ότι σε σχέση με εκείνον δεν έγινε επιστολή αντίστοιχη με τα τεκμήρια 2 και
  11. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε γιατί δεν έγινε, μη μπορώντας να δώσει δικαιολογία για αυτό το γεγονός για το οποίο λογικά, σύμφωνα με την όλη θέση του για επιβεβαίωση συμφωνηθέντων, θα έπρεπε να γίνει κάτι αντίστοιχο, απάντησε ότι δεν θυμάται. Περαιτέρω ενώ ο Μ.Ε.2 ήταν ουσιαστικά κατηγορηματικός για την ύπαρξη της πιο πάνω συμφωνίας όταν του ζητήθηκε στην κυρίως εξέταση του να εξηγήσει γιατί τον Δεκέμβριο του 2003 υπήρχε μηδέν στο ποσό των ηλεκτρολογικών προς την εταιρεία του είπε ότι απ' ότι φαίνεται, γιατί δεν θυμάται ακριβώς, όντας δηλ. μη σίγουρος, η διευθέτηση που έγινε τότε μεταξύ τους, για να πληρωθούν οι Λ.Κ.10,600 απευθείας από τον εργοδότη προς τους ενάγοντες, οποιαδήποτε ευθύνη για πληρωμή προς τους ενάγοντες από την εταιρεία του σαν κυρίως εργολάβο, έπαυσε να υπάρχει. Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Ε.1 είπε ότι ο τελικός λογαριασμός του έργου σε σχέση με τα ηλεκτρολογικά συντάχθηκε από τους Επιβλέποντες Μηχανικούς του έργου στις 23.7.02 και με επιστoλή τους ημερ. 24.7.02 κοινοποιήθηκε στους διαδίκους οπότε και κάθε οφειλόμενο ποσό κατέστη πληρωτέο. Ως έχει προαναφερθεί στο τεκμήριο 2, το οποίο συνυπόγραψε ο Μ.Ε.1 για τους ενάγοντες αναφέρεται ότι το ποσό των Λ.Κ.10,600 οι ενάγοντες έχουν να το λαμβάνουν προς πλήρη εξόφληση των διατακτικών. Στην αντεξέταση του όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 16 ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι το έγγραφο αυτό δεν το έχει υπόψη του. Υπογράφεται από τον κυρίως εργολάβο και τον αρχιτέκτονα. Σε υποβολή ότι το τεκμήριο 16 είναι ο τελικός λογαριασμός είπε ότι αυτό είναι η κατάσταση τελικού λογαριασμού του κυρίως εργολάβου. Στην αντεξέταση του ανέφερε επίσης ότι μια από τις εκκρεμότητες που υπήρχαν το Νοέμβριο του 2002 ήταν η διευθέτηση πληρωμής του τελικού λογαριασμού των ηλεκτρολογικών που έστειλαν οι σύμβουλοι μηχανικοί (τεκμήριο 3). Δέχθηκε στην ουσία λοιπόν ότι το ποσό των επιπλέον εργασιών είχε υπολογισθεί από τους επιμετρητές του έργου, είχε εγκριθεί από τους αρχιτέκτονες και είχε συμπεριληφθεί από αυτούς στους τελικούς λογαριασμούς. Από τα πιο πάνω λοιπόν φαίνεται ότι η θέση του Μ.Ε.1 ήταν ότι ποσό των Λ.Κ.10,600 που διεκδικούν περιλαμβανόταν στα εκδοθέντα διατακτικά - πιστοποιητικά πληρωμής που εκδίδονταν από τους αρχιτέκτονες του έργου για σκοπούς πληρωμής. Δεν αμφισβητήθηκε δε ότι το τελικό πιστοποιητικό πληρωμής για το επίδικο έργο ήταν το με αρ. 14 (τεκμήριο 12). Αυτό αφορά μόνο το ποσό των Λ.Κ.23,612.
  12. Το ποσό όμως αυτό σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία το διεκδικεί εναντίον των εναγομένων ο κυρίως εργολάβος στην αγωγή υπ' αρ. 1687/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η έκδοση δε του εν λόγω πιστοποιητικού έγινε από τους αρχιτέκτονες του έργου μετά που αυτοί ενέκριναν την εκτίμηση που ετοίμασε σχετικά ο επιμετρητής του έργου ημερ. 12.12.03 (τεκμήριο 13). Στην εν λόγω εκτίμηση αναφέρεται ως ποσό του συμβολαίου για τους ενάγοντες-υπεργολάβους το ποσό των Λ.Κ.100,000 και ως ποσό που πιστώνεται σε αυτούς με βάσεις τις εργασίες που εκτέλεσαν το ποσό των Λ.Κ.110,
  13. Να σημειωθεί ότι τα εν λόγω ποσά αναφέρονται ως ανωτέρω και στην Κατάσταση Τελικού Λογαριασμού του έργου (τεκμήριο 16), η οποία είναι υπογραμμένη από τον κυρίως εργολάβο στις 11.12.
  14. Στη στήλη «Previously Certified» που αφορά τους ενάγοντες στο τεκμήριο 13 αναγράφεται το ποσό των Λ.Κ.110,
  15. Από αυτό συνάγεται ότι το ποσό των Λ.Κ.110,785 είχε εγκριθεί από πριν την εκτίμηση και έκδοση του τελικού πιστοποιητικού πληρωμής δηλ. του με αρ.
  16. Στη στήλη «Amount due for Payment» για τους ενάγοντες στο τεκμήριο 13 δηλ. το ποσό που οφείλεται, αναγράφεται το ποσό «0,00». Αυτό σύμφωνα με το Μ.Ε.3, ο οποίος εξήγησε τη διαδικασία έγκρισης και έκδοσης των διατακτικών, σημαίνει ότι δεν υπάρχει άλλο οφειλόμενο ποσό. Εφόσον λοιπόν το εν λόγο ποσό είχε εγκριθεί προηγουμένως και δεν φαινόταν να οφείλεται πλέον οτιδήποτε στο τεκμήριο 13, το σχετικό διατακτικό - πιστοποιητικό πληρωμής που το αφορούσε, λογικά ήταν κάποιο από τα προηγούμενα δηλ. από τα με αρ. 1-
  17. Ως φαίνεται δε από το τεκμήριο 14 που οι ενάγοντες έδωσαν στους εναγόμενους για σκοπούς Φ.Π.Α., οι ενάγοντες βεβαιώνουν ότι έχουν εισπράξει μέσω του κυρίως εργολάβου για τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις του επίδικου έργου τα διατακτικά 1-13 τα οποία ως αναφέρεται πλήρωσαν οι εναγόμενοι. Ως εκ των άνω δεν φαίνεται να είναι πειστική η θέση των εναγόντων για ύπαρξη οφειλής. Εδώ να σημειωθεί ότι μετά βέβαια από την κατάθεση του τεκμηρίου 14 και παρά το ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το ποσό των Λ.Κ.10,600 φαίνεται μέσα στους τελικούς λογαριασμούς, ο συνήγορος των εναγόντων αλλάζοντας τη θέση αυτών υπέβαλε στο Μ.Υ.1 ότι το εν λόγω ποσό ήταν εκτός των διατακτικών πληρωμής. Όμως ως έχει προαναφερθεί στο τεκμήριο 2 λέει ότι το ποσό αυτό είναι προς πλήρη εξόφληση των διατακτικών που εκδόθηκαν, στο τεκμήριο 5, για το οποίο θα γίνει λόγος πιο κάτω αναφέρεται ότι το ποσό αυτό έχει εγκριθεί από τους αρχιτέκτοντες μηχανικούς ενώ πέραν των πιο πάνω η θέση αυτή αποτελεί και δικογραφημένη θέση των εναγόντων. Όσον αφορά το θέμα των υπερωριών ο Μ.Ε.1 ενώ σε ένα σημείο της κυρίως εξέτασης του δεν ισχυρίστηκε ότι κατά την εν λόγω συμφωνία συμφωνήθηκε να πληρωθούν οι όποιες υπερωρίες κατευθείαν από τους εναγόμενους αλλά ότι το θέμα της επίσπευσης των εργασιών παρέμεινε να συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασης του κατά πλήρη αντίφαση, με αναφορά στο ποσό των Λ.Κ.8,640 είπε ότι αυτό ανέλαβαν και/ή όφειλαν να τους το καταβάλουν οι εναγόμενοι κατόπιν ρητής και/ή εξυπακουόμενης συμφωνίας. Σε άλλο δε σημείο της κυρίως εξέτασης του αλλάζοντας και πάλι τη θέση του είπε ότι υπήρξε συμφωνία ότι οι υπερωρίες έπρεπε να πληρωθούν από τους εναγόμενους αλλά δεν είχαν καταλήξει και συμφωνήσει το ακριβές ποσό που έπρεπε να πληρωθεί. Εδώ να σημειωθεί ότι για το θέμα αυτό η θέση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 είναι αλληλοσυγκρουόμενη. Αυτό γιατί ενώ ο Μ.Ε.1 ισχυρίσθηκε τα ανωτέρω, ο Μ.Ε.2 διέψευσε ουσιαστικά τη θέση του Μ.Ε.1 για οποιαδήποτε συμφωνία για τις υπερωρίες, λέγοντας ότι στη συνάντηση που έγινε η συμφωνία για απευθείας πληρωμή από τους εναγόμενους στους ενάγοντες του ποσού των Λ.Κ.10,600 ο Μ.Ε.1 έκανε «νύξη» για το θέμα των υπερωριών και το άφησε να αιωρείται καθώς και ότι για αυτό δεν συμφωνήθηκε κάτι. Μάλιστα σε ερώτηση στην αντεξέταση εάν η νύξη για τις υπερωρίες έγινε κατά τη συνάντηση στην οποία συμφώνησαν τα τρία μέρη ο Μ.Ε.2 είπε ουσιαστικά ότι δεν έγινε μόνο μια συνάντηση για το όλο θέμα αλλά περισσότερες και ότι μάλιστα ο Μ.Υ.1 όχι σε μία αλλά σε πολλές συναντήσεις είπε στο μάρτυρα ότι το θέμα των εναγόντων θα το χειριστεί αυτός. Πέραν των πιο πάνω η θέση του Μ.Ε.1 και των εναγόντων για τις υπερωρίες όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται αλλά ουσιαστικά διαψεύδεται από την επιστολή τεκμήριο 2 που σύμφωνα με αυτούς επιβεβαιώνει την ύπαρξη της συμφωνίας του Νοεμβρίου του
  18. Αυτό γιατί στην εν λόγω επιστολή και πάλι δεν αναφέρεται ότι συμφωνήθηκε οτιδήποτε για τις υπερωρίες, όπως γίνεται για το ποσό των Λ.Κ.10,600 και θα ήταν λογικό να γίνει, αλλά ότι το ποσό που διεκδικούν οι ενάγοντες για το θέμα αυτό «εκκρεμεί». Τέλος να σημειωθεί ότι η θέση των εναγόντων για συμφωνία για κατευθείαν πληρωμή τους από τους εναγόμενους διαψεύδεται και από το ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες μέσω του δικηγόρου τους με επιστολή τους ημερ. 17.2.05 κάλεσαν προς εξόφληση τόσο του ποσού των Λ.Κ.11,929.55 όσο και του ποσού των Λ.Κ.8,640 για υπερωρίες όχι μόνο τους εναγόμενους αλλά και τον κυρίως εργολάβο. Εάν λοιπόν υπήρχε η εν λόγω συμφωνία προς τι οι ενάγοντες να ζητούν τα εν λόγω ποσά και από τον κυρίως εργολάβο; Ο Μ.Ε.1 προσπάθησε να δικαιολογήσει αυτό λέγοντας ότι η επιστολή στάληκε και στον κυρίως εργολάβο γιατί όλη αυτή την περίοδο οι ενάγοντες δεν είχαν υπόψη τους εάν η εν λόγω εταιρεία είχε οποιαδήποτε πληρωμή για το έργο και μετά από συμβουλές των δικηγόρων τους θεώρησαν σωστό να σταλεί η επιστολή και στον κυρίως εργολάβο για να τους ενημερώσει αν και εφόσον υπήρξε οποιαδήποτε εξέλιξη για τις πληρωμές. Η δικαιολογία όμως αυτή θα πρέπει να λεχθεί ότι επίσης στερείται πειστικότητας γιατί εάν έτσι είχαν τα πράγματα οι ενάγοντες μπορούσαν κάλλιστα να ρωτήσουν τον κυρίως εργολάβο αν υπήρχε τέτοια πληρωμή σε αυτόν κάτι που εφόσον, σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους, υπήρξε η συμφωνία του Νοεμβρίου του 2002 για κατευθείαν πληρωμή σε αυτούς, δεν ήταν λογικό να γίνει. Ως εκ των άνω κρίνω ότι οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 δεν ήταν ειλικρινείς και η μαρτυρία τους δεν γίνεται δεκτή. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Πέτρος Στρατής, διευθυντής των εναγομένων. Ο εν λόγω μάρτυρας κατά τη μαρτυρία του υποστήριξε βασικά τα ακόλουθα: Το τελικό ποσό, το οποίο διαμορφώθηκε κατόπιν κάποιων επιπλέoν εργασιών που έπρεπε να εκτελέσουν οι ενάγοντες και κατόπιν της έγκρισης των αρχιτεκτόνων-μηχανικών του έργου Ι.+Α. Φιλίππου ανήλθε στις Λ.Κ.110,785, ποσό το οποίο κατέβαλαν οι εναγόμενοι στο ακέραιο. Εξήγησε δε ότι όσον αφορά την εκ μέρους των εναγομένων πληρωμή της αμοιβής του κυρίως εργολάβου αυτή γινόταν με τον εξής τρόπο: Οι επιμετρητές ποσοτήτων ετοίμαζαν εκτίμηση για την αμοιβή όλων των εμπλεκομένων στο έργο, περιλαμβανομένων των υπεργολάβων έως εκείνο το σημείο. Ακολούθως απέστελλαν στους εναγόμενους αντίγραφο με κοινοποίηση στους αρχιτέκτονες και μετά οι αρχιτέκτονες εξέδιδαν το πιστοποιητικό πληρωμής (άλλως διατακτικό) και το παρέδιδαν στους εναγόμενους. Το εκάστοτε πιστοποιητικό πληρωμής περιλάμβανε και το άθροισμα των ποσών που είχαν ήδη εγκριθεί και πληρωθεί από τους εναγόμενους στον κυρίως εργολάβο στα προηγούμενα πιστοποιητικά πληρωμής στην εγγραφή «Previously Certίfίed». Αντίστοιχα σε κάθε εκτίμηση των επιμετρητών ποσοτήτων υπήρχε αναλυτική κατάσταση των ποσών που είχε πληρώσει ο κυρίως εργολάβος στον κάθε υπεργολάβο ξεχωριστά. Έτσι εξήγησε, με βάση το τεκμήριο 13 που είναι η εκτίμηση των επιμετρητών αναφορικά με το τελευταίο πιστοποιητικό πληρωμής αρ. 14, ότι στην τρίτη σελίδα υπάρχει αναλυτική κατάσταση όλων των υπεργολάβων και προμηθευτών και των αντίστοιχων ποσών που τους αφορούν. Στην πρώτη εγγραφή της δεύτερης στήλης «Nominated Sub-Contractors and Suppliers» φαίνονται οι ενάγοντες. Η τρίτη στήλη «Sub-Contract Sum» αναγράφει το συνολικό συμφωνηθέν ποσό για την υπεργολαβία. Η πέμπτη στήλη «Work Executed» αναγράφει την ήδη εκτελεσθείσα εργασία από τον υπεργολάβο. Η πέμπτη από το τέλος στήλη «Gross Amount» αναγράφει το ακαθάριστο ποσό, περιλαμβανομένης της παρακράτησης, η τέταρτη από το τέλος στήλη «Retention» το ποσό παρακράτησης, η τρίτη από το τέλος στήλη «Net Amount» το καθαρό οφειλόμενο ποσό για την έως τότε εργασία χωρίς την παρακράτηση και στην προτελευταία κάθετη στήλη «Previously Certified» δηλαδή «Ποσό το οποίο έχει ήδη εγκριθεί» φαίνεται το ποσό των Λ.Κ110,785, το οποίο έχει ήδη πληρωθεί στους ενάγοντες με τα προηγούμενα πιστοποιητικά πληρωμής. Ακολούθως με την αφαίρεση του «Previously Certified» ποσού από το «Net Amount» προκύπτει το ποσό που οφείλεται στους ενάγοντες για την εργασία που κατέβαλαν έως την έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού πληρωμής, δηλαδή το ποσό της τελευταίας στήλης με τίτλο «Amount due for Payment Excluding VΑΤ», όπου φαίνεται ως μηδενικό οφειλόμενο. Δηλ., ως εξήγησε, το ποσό στη στήλη υπό τον τίτλο «Previously Certified» είναι το ποσό που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε πιστοποιηθεί ότι έπρεπε να πληρωθεί στον ανάλογο υπεργολάβο και πληρώθηκε γιατί υπάρχει η επόμενη στήλη. Στην πέμπτη και έκτη σελίδα του ίδιου τεκμηρίου, ανέφερε, γίνεται ανάλυση όλων των ποσών που αφορούν το έργο από την αρχή του περιλαμβανομένων των ποσών προς τους υπεργολάβους. Στην εγγραφή 16 της έκτης σελίδας αναγράφει «ΚΑΘΑΡΟ ΠΟΣΟ» και από εκεί αφαιρούνται οι προηγούμενες πιστοποιήσεις, δηλαδή τα ποσά που έχουν ήδη πληρωθεί και αναγράφονται στην εγγραφή 17 «Μείον Προηγούμενες Πιστοποιήσεις» και έτσι προκύπτει το καθαρό οφειλόμενο ποσό της εγγραφής 18, στο οποίο προστίθεται το Φ.Π.Α και προκύπτει το ολικό οφειλόμενο στην εγγραφή 20 «ΠΟΣΟ ΠΡΟΣ ΠΛΗΡΩΜΗ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΥ Φ.Π.Α. Το ποσό εκείνο είναι ακριβώς το ίδιο με το αντίστοιχο οφειλόμενο ποσό «Amount due for payment» στο πιστοποιητικό πληρωμής αρ.
  19. Σύμφωνα με το Μ.Υ.1 από το τελικό πιστοποιητικό πληρωμής αρ.14 και την εκτίμηση αναφορικά με αυτό προκύπτει ουσιαστικά ότι όλες οι οφειλές αναφορικά με τους ενάγοντες συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των Λ.Κ.10,600 είχαν εγκριθεί και ήδη πληρωθεί στο ακέραιο με το πιστοποιητικό 13 και πλέον στο τελικό πιστοποιητικό αρ.14, υπάρχει μηδενικό υπόλοιπο, δηλαδή ο κυρίως εργολάβος δεν οφείλει οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό στους ενάγοντες. Ως εκ τούτου και το αναγραφόμενο ποσό επί του τελικού πιστοποιητικού πληρωμής αρ.14, δηλαδή οι Λ.Κ.23,612.18, δεν αφορά οποιαδήποτε οφειλή του κυρίως εργολάβου προς τους ενάγοντες. Το ποσό δε αυτό σύμφωνα με το Μ.Υ.1 διεκδικεί από τους εναγόμενους ο κυρίως εργολάβος με την αγωγή υπ' αρ. 1687/04 Ε.Δ. Πάφου που εκκρεμεί. Κατέθεσε δε αντίγραφο της εν λόγω αγωγής ως τεκμήριο
  20. Οι ενάγοντες με βάση το τεκμήριο 14 που του έδωσαν παραδέχονται, σύμφωνα με το μάρτυρα, ότι οι εναγόμενοι πλήρωσαν και τα 13 πιστοποιητικά πληρωμής (άλλως διατακτικά) προς τον κυρίως εργολάβο από τα οποία είχε ήδη πληρωθεί το σύνολο των Λ.Κ.110,
  21. Υποστήριξε δε ότι αν το ποσό αυτό δεν είχε πληρωθεί θα έπρεπε οι εναγόντες να είχαν ειδοποιήσει τους αρχιτέκτονες ή τους επιμετρητές πριν την έκδοση του πιστοποιητικού πληρωμής αρ. 14 που είναι και το τελικό. Διαφώνησε ότι στο τεκμήριο 13 αναφέρεται ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε οφειλόμενο αναφορικά με τους ενάγοντες γιατί είχε ήδη συμφωνηθεί ότι θα ήταν κατευθείαν πληρωμή από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες και διερωτήθηκε πως μπορεί να συμφώνησε σε κάτι χωρίς να υπάρχει κάτι γραπτώς και να το υπέγραψε. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του πρόσθεσε ότι αν γινόταν αυτό θα αναφερόταν στο πιστοποιητικό και θα υπήρχε αλληλογραφία από τους αρχιτέκτονες και τους επιμετρητές. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο τελικός λογαριασμός του έργου (τεκμήριο 16) έχει υπογραφεί από τον κυρίως εργολάβο, τον αρχιτέκτονα και τον επιμετρητή ποσοτήτων. Στη δεύτερη σελίδα στην εγγραφή 5 αναφέρει ότι υπάρχουν προσθέσεις Λ.Κ.15,000 για υπερωρίες ενώ στην πέμπτη σελίδα, στην εγγραφή 2.8, αναφέρει ότι το τελικό ποσό είναι Λ.Κ.110,
  22. Οι υπερωρίες αναφορικά με το έργο αναγράφηκαν στον εν λόγω τελικό λογαριασμό, όπως αναγράφηκε και το σύνολο του ποσού, το οποίο αντιπροσώπευε την αμοιβή των εναγόντων. Και το συνολικό αυτό ποσό οι εναγόμενοι το κατέβαλαν στο ακέραιο, όπως μπορεί να συναχθεί και από το πιστοποιητικό πληρωμής αρ.
  23. Σε υποβολή ουσιαστικά ότι το «Previously Certified» δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι έχει πληρωθεί αλλά ότι έχει εγκριθεί για να πληρωθεί είπε ότι από την ώρα που ο εργολάβος υπέγραψε τον τελικό λογαριασμό που αναφέρεται όλα αυτά τα ποσά και τα αποδέχθηκε όλα και βάση του τελικού λογαριασμού εκδίδεται το τελικό πιστοποιητικό και διατακτικό τότε είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχουν άλλα υπόλοιπα. Ανέφερε επίσης ότι για τις όποιες υπερωρίες οι εναγόμενοι κατέβαλαν προς τον κυρίως εργολάβο τα εγκεκριμένα ποσά, τα οποία περιλάμβαναν όλες τις οφειλές για το έργο, κατόπιν των πιστοποιητικών πληρωμής που εξέδιδαν οι αρχιτέκτονες που ακολουθούσαν την εκτίμηση των επιμετρητών ποσοτήτων του έργου. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι οι όποιες υπερωρίες μεσολάβησαν για την επίσπευση του έργου και ιδίως αναφορικά με τις υπερωρίες των εναγόντων, είχαν διευθετηθεί και πληρωθεί τελεσίδικα με την συμπληρωματική συμφωνία τεκμήριο 9, η οποία υπεγράφη στις 18.4.01 μεταξύ των εναγομένων και του κυρίως εργολάβου. Δεν δέχθηκε ότι έγινε η συνάντηση ούτε ότι συμφωνήθηκε οτιδήποτε από αυτά που ισχυρίστηκε ο Μ.Ε.
  24. Σε ερώτηση αν συμφώνησαν ποτέ τις υπερωρίες των εναγόντων πόσες ήταν είπε ότι το συμβόλαιο που αφορούσε τους εναγόμενους ήταν με τον κυρίως εργολάβο. Αυτός μετά που σταμάτησαν οι εργασίες έστειλε επιστολή όπου ζητούσε υπερωρίες για τους ενάγοντες και για άλλο υπεργολάβο. Έγιναν κάποιες διαβουλεύσεις και κατέληξαν στο ποσό των Λ.Κ.15,000 για όλες τις υπερωρίες. Οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν σε κανένα άλλο υπερωρίες εκτός από το ποσό που συμφωνήθηκε με τον εργολάβο. Δεν δέχθηκε ότι με τον κυρίως εργολάβο συμφώνησαν μόνο τις υπερωρίες αυτού. Ο μάρτυρας αυτός θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του έγιναν και εξήγησε εμπεριστατωμένα τις θέσεις του, οι οποίες ήταν σταθερές, συνεπείς και λογικές και υποστηρίζονται από τα τεκμήρια-έγγραφα στα οποία έκανε αναφορά, ενώ δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Το μόνο σημείο της μαρτυρίας του το οποίο δεν μπορεί να γίνει δεκτό είναι το ότι οι υπερωρίες των εναγόντων συμπεριλήφθηκαν και διευθετήθηκαν στα πλαίσια του τελικού λογαριασμού του έργου. Η θέση του επ' αυτού δεν γίνεται δεκτή γιατί η σχετική μαρτυρία του Μ.Ε.3, από την οποία ουσιαστικά συνάγεται ότι οι υπερωρίες των εναγόντων δεν περιλήφθηκαν στον τελικό λογαριασμό, δεν αμφισβητήθηκε. Το γεγονός δε της μη αποδοχής του εν λόγω μέρους της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, λαμβανομένων υπόψην της συνολικής του εικόνας και των θέσεων του, κρίνω ότι δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του σε βαθμό ώστε η μαρτυρία του να κρίνεται αναξιόπιστη και απορριπτέα στο σύνολο της. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another

(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ.
  1. Αναφορικά δε με τη θέση του συνηγόρου των εναγόντων ότι η μη απάντηση των εναγομένων στα τεκμήρια 2, 5 και 7 καταδεικνύει την ύπαρξη της συμφωνίας που επικαλούνται οι ενάγοντες θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο Μ.Υ.1 δέχθηκε ότι παρέλαβε τις εν λόγω επιστολές. Όσον δε αφορά τα τεκμήρια 2 και 7 ανέφερε ότι μετά που τα πήρε είπε τηλεφωνικά ότι δεν γίνονται αποδεκτές. Είπε επίσης ότι κατά τη διάρκεια του έργου πολλές φορές έπαιρνε διάφορες επιστολές αλλά η διαδικασία ήταν ότι οι συμφωνίες έπρεπε να γίνονται μέσω των αρχιτεκτόνων και των επιμετρητών ποσοτήτων. Πέραν λοιπόν του ότι ως φαίνεται ο Μ.Υ.1 είπε ουσιαστικά ότι προφορικά διαμαρτυρήθηκε για τα τεκμήρια 2 και 7 είναι λογική η μη γραπτή απάντηση του στα εν λόγω τεκμήρια ενόψει των όσων ανέφερε σε σχέση με το πως γίνονταν οι συμφωνίες εφόσον προφανώς βάση αυτής του της πεποίθησης δεν θεωρούσε ότι έπρεπε να απαντήσει γραπτώς. Στα ίδια πλαίσια θα πρέπει να λεχθεί ότι κρίνεται και το ότι οι εναγόμενοι δεν απάντησαν στο τεκμήριο 5 εφόσον στην ουσία αφορούσε τα ίδια θέματα με τα τεκμήρια 2 και 7 ενώ ως προαναφέρθηκε το τεκμήριο 5 απευθυνόταν και στον κυρίως εργολάβο. Ως εκ των άνω κρίνω ότι το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν απάντησαν στα εν λόγω τεκμήρια δεν σημαίνει ότι αποδέχτηκαν το περιεχόμενο τους ούτε και διαψεύδει τη θέση τους περί μη ύπαρξης οποιασδήποτε συμφωνίας και οφειλής προς τους ενάγοντες. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Υ.1, με εξαίρεση το σημείο στο οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω, γίνεται δεκτή. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι το ποσό των Λ.Κ.10,600 δεν πληρώθηκε από τους εναγόμενους και ότι υπήρξε συμφωνία όπως αυτό τους καταβληθεί κατευθείαν από τους εναγόμενους. Όσον αφορά την αξίωση των εναγόντων για υπερωρίες πέραν και ανεξάρτητα των όσων λέχθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να αναφερθούν και τα ακόλουθα: Στο τεκμήριο 3 που είναι ο τελικός λογαριασμός για τα ηλεκτρολογικά του επίδικου έργου οι αρχιτέκτονες μηχανικοί αυτού αναφέρουν, όσον αφορά τις υπερωρίες προς επίσπευση του έργου, το ποσό να συμφωνηθεί μεταξύ των εναγομένων - πελατών και του εργολάβου και να πληρωθεί εκτός συμβολαίου εφόσον δεν εκδόθηκαν οδηγίες από το γραφείο τους με συγκεκριμένο συμφωνηθέν ποσό. Για το ίδιο θέμα ο Μ.Ε.3 σε ερώτηση από ποιον έπρεπε να πληρωθεί το ποσό των υπερωριών είπε ότι κανονικά εφόσον σαν αρχιτέκτονες εκδώσουν αρχιτεκτονικές οδηγίες το ποσό του ηλεκτρολόγου θα είχε συμπεριληφθεί και θα φαινόταν στον τελικό λογαριασμό για να πληρωθεί από τον εργολάβο. Όμως δεν εκδόθηκε τέτοια οδηγία από αυτούς. Σε επόμενη ερώτηση τότε από ποιον σε ποιον έπρεπε να πληρωθεί είπε ότι σε μια επιστολή που βρήκε στην αλληλογραφία προς τους εναγόμενους αναφέρονται οι αρχιτέκτονες στις υπερωρίες και λένε ότι οι υπερωρίες που ζητά ο υπεργολάβος θα πρέπει να συμφωνηθούν μεταξύ των εναγομένων και του κυρίως εργολάβου για να δοθεί στο μάρτυρα το τελικό ποσό που θα συμπεριληφθεί στον τελικό λογαριασμό. Ούτε όμως αυτό, ως προκύπτει από τη μαρτυρία, έγινε. Αλλά ακόμη και όταν ζητήθηκε από το Μ.Ε.3 να εκφέρει τη γνώμη του ως προς το από ποιον έπρεπε να πληρωθεί το ποσό των υπερωριών με βάση την πρακτική και με δεδομένο ότι δεν έκδωσαν γραπτές οδηγίες και δεν περιελήφθη στον τελικό λογαριασμό του εργολάβου, είπε ότι θα πρέπει να πληρωθεί από τον πελάτη που εδώ ήταν οι εναγόμενοι εφόσον όμως συμφωνηθεί το ποσό μεταξύ αυτών και των εναγόντων. Με βάση όμως τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή δεν έχει αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες έκαναν οποιαδήποτε συμφωνία με τους εναγόμενους για τις υπερωρίες, ως ήταν ουσιαστικά η θέση των εναγόντων και του Μ.Ε.
  2. Σε σχέση με το θέμα των υπερωριών θα πρέπει τέλος να λεχθεί ότι ο συνήγορος των εναγόντων στις τελικές του αγορεύσεις υποστήριξε ότι με δεδομένη τη νομική βάση της απαίτησης και με βάση τη δοθείσα μαρτυρία δεν ήταν ανάγκη να αποδειχθεί ότι οι υπερωρίες αποτελούσαν μέρος της συμφωνίας που έγινε το Νοέμβριο του 2002 εφόσον αποτελούσαν εξ αρχής δεδομένη και/ή εξυπακουόμενη υποχρέωση των εναγομένων προς όφελος των οποίων εκτελέσθηκαν και ήταν αυτοί, οι οποίοι αποκόμισαν το σχετικό όφελος. Από την πιο πάνω θέση του συνηγόρου των εναγόντων προκύπτει ότι αυτός εισηγείται ότι σε περίπτωση που δεν αποδειχθεί η ύπαρξη συμφωνίας για τις υπερωρίες τότε το ποσό αυτών θα πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες στα πλαίσια άλλης νομικής βάσης, την οποία όμως δεν αναφέρει επακριβώς. Στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή γίνεται αναφορά πέραν της νομικής βάσης της συμφωνίας και στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού καθώς και στις αρχές της επιείκειας. Ως έχει όμως νομολογηθεί πρόσφατα στην απόφαση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Ανδρέας Μιχαήλ, Πολ. Έφεση 347/08, ημερ. 23.1.12, ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει στο δικόγραφο του διαζευκτικούς ισχυρισμούς αλλά οφείλει κατά την ακροαματική διαδικασία να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Δεν επιτρέπεται η προώθηση διαζευκτικών γεγονότων. Στην παρούσα οι ενάγοντες επέλεξαν, μέσα από τη μαρτυρία που πρόσφεραν, την εκδοχή της ύπαρξης συμφωνίας για το θέμα, η οποία όμως εκδοχή για τους λόγους που προαναφέρθηκαν δεν έγινε δεκτή. Από τη στιγμή λοιπόν που η εκδοχή αυτή ως προς τα γεγονότα κρίθηκε ότι δεν ευσταθεί, οι ενάγοντες δεν μπορούν να διεκδικούν οποιαδήποτε άλλη διαζευκτική θεραπεία, η οποία δεν προωθήθηκε. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους. Ως εκ των άνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αστικό/Τελική Απόφαση/Οφειλή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.