← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. Στέλιος Στυλιανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 4247/10, 14.2.2012

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. Στέλιος Στυλιανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 4247/10, 14.2.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4247/10 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Εναγόντων - και - 1. Στέλιος Στυλιανού 2. Μάριος Καραμανλή 3. Έλενα Στυλιανού Εναγομένων Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 15.6.11 Ημερομηνία: 14.2.2012. Για αιτήτρια - εναγόμενη 3: κ. Α. Χρ. Δημητριάδης. Για καθ' ων η αίτηση - ενάγοντες: κ. Πολυδώρου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη 3 ζητά διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται ή/και ακυρώνεται η απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον της στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 15.6.11. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 26.10.11 και βασίζεται στις Δ.17 Κ.10 και Δ.48 Κ.9 (
  2. h)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση της εναγόμενης 3 - αιτήτριας (στο εξής η αιτήτρια) ημερ. 26.10.11 στην οποία υποστηρίζει βασικά τα ακόλουθα: Περί το τέλος 2010 ή αρχές 2011 της επιδόθηκε το κλητήριο της παρούσας αγωγής. Αμέσως επικοινώνησε με τον πρωτοφειλέτη εναγόμενο 1, εν διαστάσει σύζυγο της, ο οποίος τη διαβεβαίωσε ότι θα διευθετούσε την υπόθεση και όντως έπειτα από λίγες μέρες, μετά που επικοινώνησε και πάλι μαζί του, τη διαβεβαίωσε ότι διευθέτησε την οφειλή και ότι δεν υπήρχε λόγος να διορίσει δικηγόρο για να εμφανιστεί στην υπόθεση της γιατί οι ενάγοντες θα απέσυραν την αγωγή ως διευθετηθείσα. Στις 26.9.11 η αιτήτρια πληροφορήθηκε, αφού της έγινε επίδοση αίτησης για εξέταση της αναφορικά με την οικονομική ικανότητα της, ότι έχει εκδοθεί απόφαση σε βάρος της λόγω μη εμφάνισης της. Αφού επιθεώρησε το φάκελο της υπόθεσης με το δικηγόρο της, αντιλήφθηκε ότι ο εν διαστάσει σύζυγος της την έχει παραπλανήσει αναφορικά με τη διευθέτηση του χρέους. Μέχρι τις 26.9.11 η αιτήτρια δεν γνώριζε την ύπαρξη της εν λόγω απόφασης. Με την επίδοση της προαναφερόμενης αίτησης αμέσως επικοινώνησε με το γραφείο του δικηγόρου της κ. Ανδρέα Χρ. Δημητριάδη για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού της απόφασης. Η χρονική περίοδος του ενός μήνα που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της αίτησης, όπως την πληροφόρησε ο δικηγόρος της, οφείλεται στο γεγονός ότι ο δικηγόρος της ασθένησε από σοβαρή μορφή πνευμονίας και νεφρική ανεπάρκεια και υπήρξε ανάγκη ιατρικής νοσηλείας του στο Νοσοκομείο Πάφου για 10 μέρες καθώς και στην περίοδο ανάρρωσης του. Με βάση και τα όσα την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της έχει καλή υπεράσπιση για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης των εναγόντων για τους ακόλουθους λόγους: Από την επιθεώρηση του φακέλου της υπόθεσης διαπίστωσε ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να επιδώσουν κλητήριο ένταλμα στον πρωτοφειλέτη, εναγόμενο 1, και ότι δεν έχει εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση σε βάρος του. Ως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της η έκδοση της απόφασης ημερ. 16.6.11 σε βάρος της, χωρίς προηγουμένως να έχει εκδοθεί απόφαση σε βάρος του πρωτοφειλέτη, είναι παράτυπη και ισοδυναμεί με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης εκ μέρους του Δικαστηρίου αναφορικά με την ύπαρξη του χρέους και την οφειλή του πρωτοφειλέτη εναγόμενου 1, γιατί με την κατάληξη αυτή εκδίδεται στην πράξη και απόφαση εναντίον του πρωτοφειλέτη, ο οποίος δεν ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η έκδοση απόφασης εναντίον της προϋπέθετε την έκδοση απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη. Επίσης οι ενάγοντες παρέλειψαν να καθορίσουν εξ αρχής την εμβέλεια των επιθυμούμενων εξασφαλίσεων τους σε περιουσιακά στοιχεία και είναι ορθό και δίκαιο οι ενάγοντες να στραφούν πρώτα προς τον πρωτοφειλέτη εναγόμενο 1, προτού την οχλήσουν για το ισχυριζόμενο χρέος. Περαιτέρω οι ενάγοντες είναι εξειδικευμένος επενδυτικός και συμβουλευτικός οργανισμός και καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους της παρούσας αγωγής παρείχαν εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες του είδους και της φύσης που χρειαζόταν η αιτήτρια στην πορεία των ενεργειών και/ή αποφάσεων της αναφορικά με την παροχή εγγυήσεων προς τους ενάγοντες για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη εναγόμενου 1. Οι ενάγοντες είχαν καθήκον επιμέλειας και παροχής συμβουλής έναντι της, τα οποία καθήκοντα παρέβηκαν. Καθ' όλους τους επίδικους χρόνους δεν είχε η αιτήτρια οποιαδήποτε σχετική ακαδημαϊκή και/ή επαγγελματική μόρφωση και/ή εξειδικευμένη γνώση και βασίστηκε αποκλειστικά στην ενθάρρυνση και/ή συμβουλή και/ή παρότρυνση και/ή συνέργια του εναγόμενου 1 και των εναγόντων για την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών. Περαιτέρω στη γνώση των εναγόντων η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση από μόνη της και χωρίς επαγγελματική συμβουλή, μελέτη και γνώμη να συνεκτιμήσει και/ή αξιολογήσει τους κινδύνους που ενείχαν οι επίδικες δοσοληψίες και η παροχή εγγυήσεων προς τους ενάγοντες και ως συνέπεια στηριζόταν στις και/ή ήταν εξαρτώμενη από τις συμβουλές και/ή εισηγήσεις του εναγόμενου 1 και των εναγόντων και εκτελούσε όλες τις εισηγήσεις και/ή αποφάσεις των εναγόντων και/ή ενεργούσε και/ή αποφάσιζε πάντοτε σύμφωνα με τις υποδείξεις των εναγόντων. Ήταν η συμβουλή και/ή γνώμη και/ή παράσταση και/ή διαβεβαίωση των εναγόντων προς αυτήν ότι η παροχή εγγύησης προς τον εναγόμενο 1 δεν εγκυμονούσε κινδύνους. Ως αποτέλεσμα και/ή συνέπεια και/ή συνεπακόλουθο των συμβουλών και/ή γνωμών και/ή παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων των εναγόντων η αιτήτρια αποδέχτηκε την παροχή εγγύησης προς τους ενάγοντες για το χρέος του εναγόμενου 1 και είναι εκτεθειμένη στην παρούσα απαίτηση των εναγόντων. Περαιτέρω η αιτήτρια δεν έτυχε ανεξάρτητης και πλήρους νομικής συμβουλής σε σχέση με τις ισχυριζόμενες συμφωνίες και/ή πράξεις της Έκθεσης Απαίτησης και/ή υπό τις περιστάσεις εκτέλεσης και/ή συνομολόγησης των ισχυριζόμενων συμφωνιών, τεκμαίρεται ότι οι εν λόγω συμφωνίες και/ή πράξεις έχουν προκύψει από την αμέλεια και/ή απάτη και/ή δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή αθέμιτο επιρροή και/ή παράβαση εμπιστευτικής σχέσης και/ή επαγγελματικού καθήκοντος και/ή ψυχικής πίεσης που εξάσκησαν οι ενάγοντες σε βάρος της και/ή οι αξιώσεις των εναγόντων αντιβαίνουν την νομοθεσία και/ή συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή ενέχουν το στοιχείο της ποινικής ρήτρας και/ή δεν ήταν συμφωνημένες και/ή παραβαίνουν τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο Ν.93

(1)/96 και/ή αντιβαίνουν τις παράλληλες παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις των εναγόντων προς την αιτήτρια. Επίσης η αιτήτρια αρνείται την ύπαρξη των ισχυριζόμενων από τους ενάγοντες συμφωνιών και/ή δοσοληψιών και ισχυρίζεται ότι εάν οι ενάγοντες ήθελε αποδείξουν την ύπαρξη των ισχυριζόμενων συμφωνιών και/ή δοσοληψιών αυτές δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση της και/ή την ελεύθερη βούληση του εναγόμενου 1 και ότι είναι το προϊόν αμέλειας και/ή απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτου επιρροής και/ή παράβασης εμπιστευτικής σχέσης και/ή επαγγελματικού καθήκοντος που άσκησαν οι ενάγοντες σε βάρος της και/ή σε βάρος του εναγόμενου
  1. Πέραν των ανωτέρω η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν έχουν νομότυπα καταστήσει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κάθε ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και/ή ότι ζήτησαν και/ή ότι νομότυπα ζήτησαν την εξόφληση του, τερματίζοντας τις αντίστοιχες συμφωνίες. Εν όψει όλων των ανωτέρω η αιτήτρια πιστεύει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαίας απονομής της δικαιοσύνης να παραμεριστεί η απόφαση ημερ. 15.6.
  2. Η ένσταση των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση) καταχωρήθηκε στις 5.12.11 και στηρίζεται στις Δ.17 Κ.2, 3, 4, 7, 10 και 11, Δ.48 Κ.1-4 και 9(h) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Λίζας Χαραλάμπους, υπαλλήλου των καθ' ων η αίτηση, η οποία ως δηλώνει γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης θα πρέπει να λεχθεί ότι ο πρώτος αναφέρεται σε «εναγόμενη 3 αιτήτρια» ενώ οι άλλοι δύο σε «εναγόμενη 1 - αιτήτρια». Σε σχέση με το θέμα αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι εμφανές από την αναφορά σε «αιτήτρια» ότι και οι άλλοι δύο λόγοι αναφέρονται στην αιτήτρια στην παρούσα που είναι η εναγόμενη 3 και όχι στον «εναγόμενο 1» ο οποίος δεν είναι μέρος στην παρούσα διαδικασία. Με άλλα λόγια πρόκειται για εμφανές ορθογραφικό λάθος το οποίο κατά την κρίση μου δεν καθιστά τους λόγους 2 και 3 της ένστασης μη υποκείμενους σε εξέταση. Οι λόγοι λοιπόν της ένστασης των καθ' ων η αίτηση είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι:
  3. Η αιτήτρια δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή.
  4. Η αιτήτρια καθυστέρησε αδικαιολόγητα να καταχωρήσει εμφάνιση επιδεικνύοντας περιφρόνηση προς τη δικαστική διαδικασία.
  5. Η αιτήτρια με την αίτηση της κάνει κατάχρηση της διαδικασίας. Η κα Χαραλάμπους στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι διαφωνεί με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας πλην όσων παραδέχεται στη δική της ένορκη δήλωση. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην αιτήτρια στις 7.4.
  6. Αρνείται τους ισχυρισμούς της αιτήτριας σε σχέση με το τι έγινε μεταξύ εκείνης και του πρωτοφειλέτη - εναγόμενου 1 και διερωτάται πως η αιτήτρια επικοινώνησε µε αυτόν κατά το τέλος 2010 µε αρχές του 2011 και της είπε ότι διευθέτησε την αγωγή και ότι οι ενάγοντες θα την απέσυραν εφόσον το κλητήριο ένταλµα της επιδόθηκε στις 7.4.
  7. Η αιτήτρια όφειλε, µόλις της επιδόθηκε η παρούσα αγωγή, να καταχωρήσει στο Δικαστήριο εµφάνιση και ακολούθως υπεράσπιση ή να ενδιαφερθεί να παρακολουθήσει την πορεία της υπόθεσης, πράγµα το οποίο παρέλειψε να κάνει επιδεικνύοντας περιφρόνηση προς την δικαστική διαδικασία και όχι, εάν οι ισχυρισµοί της είναι αληθείς, να αρκεστεί στις υποσχέσεις του εναγοµένου
  8. Περαιτέρω η κα Χαραλάμους αρνείται τα όσα ισχυρίζεται η αιτήτρια ότι έπραξε μετά την προς αυτήν επίδοση της αίτησης έρευνας. Είναι επίσης η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι υπήρξε µεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης από µέρους της αιτήτριας, η οποία θα µπορούσε να κάνει άλλες διευθετήσεις. Το δε κλητήριο έvταλµα επιδόθηκε στον εναγόµενο 1 στις 21.11.11 και αυτός καταχώρησε εµφάνιση στο Δικαστήριο στις 29.11.
  9. Η κα Χαραλάμπους αρνείται επίσης τους λοιπούς ισχυρισμούς της αιτήτριας και ότι αυτή έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση. Δηλώνει δε σχετικά τα ακόλουθα:
(1)ότι η απόφαση που έλαβαν οι ενάγοντες εναντίον της αιτήτριας στις 15.6.11 εiναι καθ' όλα νόµιµη και σύµφωνα µε τους δικαστικούς θεσµoύς και εκδόθηκε λόγω παράλειψης της αιτήτριας να εµφανιστεί
(2)ότι η αγωγή των εναγόvτων στηρίζεται σε νόµιµες συµφωνίες παραχώρησης τρεχούµενου λογαριασµού στον εναγόµενο 1 µε εγγύηση των εναγοµένων 2 και 3 και ότι λόγω παράλειψης των εναγοµένων να συµµορφωθούν µε τους όρους των ανωτέρω συµφωνιών οι ενάγοντες τις τερµάτισαν και καταχώρησαν την παρούσα αγωγή
(3)ότι το έγγραφο εγγύησης που υπέγραψε η αιτήτρια ήταν καθ' όλα έγκυρο και νοµότυπο και οι εφαρµόστηκαν όλες οι νόµιµες διαδικασίες και εάν η αιτήτρια επιθυµούσε περαιτέρω συµβουλές µπορούσε να ζητήσει ή να αποταθεί σε ανεξάρτητη νοµική συµβουλή, πράγµα το οποίο παρέλειψε να πράξει. Τέλος η κα Χαραλάμπους ισχυρίζεται ότι τυχόν ακύρωση της απόφασης ηµερ. 15.6.11 θα κλόνιζε το κύρος των αποφάσεων των Δικαστηρίων και ότι με την υπό εξέταση αίτηση η αιτήτρια κάνει κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου µε σκοπό να καθυστερήσει την ορθή απονοµή της δικαιοσύνης και να αποφύγει την εκτέλεση της. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, με παραπομπή στη σχετική νομολογία, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Νομική Πτυχή. Όσον αφορά το θέμα του παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο οι αρχές που το διέπουν έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται και στην Κυπριακή νομολογία (βλ. Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του να εμφανισθεί (βλ. Phylactou ανωτέρω) και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης μπορεί να αποτελέσουν λόγους για απόρριψη της αίτησης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36). Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχει διακριτικό χαρακτήρα. Μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιακούς για την απονομή της δικαιοσύνης ήτοι από τη μια την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη της ταχείας διεκπεραίωσης των διαδικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Phylactou ανωτέρω, πέραν των πιο πάνω, προστίθεται ότι «η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας». Το βάρος απόδειξης φέρει σε τέτοιους είδους αιτήσεις ο εναγόμενος - αιτητής. Όσον αφορά το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αυτή πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιαδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou (ανωτέρω) επεξηγήθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το αποδεικτικό δε αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί για το σκοπό αυτό από τον αιτητή πρέπει να είναι λοιπόν υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλης έγγραφης μαρτυρία που να επισυνάπτεται σε αυτήν, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 Κ.1 (βλ. Evans ανωτέρω και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Χρειάζεται δηλ. κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής από τον αιτητή διαφορετικής από αυτή του καθ' ου η αίτηση. Πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών (βλ. Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1Α Α.Α.Δ. 364 με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει αναφερθεί ότι το «απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση» (βλ. και Phylactou ανωτέρω). Συνεπώς προκύπτει από τη νομολογία ότι με μόνη την αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος ο παραμερισμός της απόφασης. Η αίτηση μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Το γεγονός πως ένας αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά ικανοποιητική δικαιολογία. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (βλ. Miluca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Κουμουλή ν. Yasmingh κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφόρου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2000)1 Α.Α.Δ. 86 και Φραντζής ανωτέρω). Στην Μουγής ν. Σπανούδη
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 997 το σχετικό αίτημα είχε εξεταστεί και από τη σκοπιά του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Στην εν λόγω απόφαση με αναφορά και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, με την οποία ταυτίζεται και η δική μας νομολογία, αναφέρεται ότι το δικαίωμα, του αιτούμενου τον παραμερισμό μιας απόφασης, να ακουσθεί διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο, το οποίο διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το οποίο συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας. Ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις και η εν λόγω διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της. Αναφέρεται τέλος στην εν λόγω απόφαση ότι τα Δικαστήρια δεν απαλλάσσονται από την ευθύνη να διασφαλίσουν τα πιο πάνω παρά το ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι. Το πρώτο θέμα το οποίο πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα είναι λοιπόν το κατά πόσο η αιτήτρια έχει αποκαλύψει στο δέοντα βαθμό ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι κατά ή περί την 6.4.98, δυνάμει συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 1, συμφωνήθηκε όπως παραχωρηθεί και/ή συνεχίσει να παραχωρείται στον εναγόμενο 1 δάνειο σε τρεχούμενο και/ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή άλλως πως να δίνει πιστώσεις ή παρέχει τραπεζιτικές διευκολύνσεις. Την πληρωμή του δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό καθώς επίσης και τη συμμόρφωση και εκπλήρωση όλων των όρων και προνοιών της συμφωνίας για παραχώρηση δανείου σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό στον εναγόμενο 1 για όλες τις υποχρεώσεις αυτού προς τους ενάγοντες, παρούσες και μελλοντικές είτε κατέστησαν ή θα καταστούν απαιτητές, εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2 και 3, με έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 22.7.98. Λόγω παράλειψης πληρωμής της υπέρβασης του λογαριασμού του εναγόμενου 1 οι ενάγοντες με συστημένη επιστολή τους προς τον εναγόμενο 1 ημερ. 20.9.10 τερμάτισαν τη συμφωνία και τη λειτουργία του σχετικού λογαριασμού και κάλεσαν αυτόν να εξοφλήσει τα οφειλόμενα προς αυτούς ποσά. Με συστημένες επιστολές ημερ. 20.9.10 οι ενάγοντες πληροφόρησαν για τα πιο πάνω και τους εναγόμενους 2 και 3 και τους κάλεσαν σύμφωνα με την εγγύηση να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα προς αυτούς ποσά. Οι εναγόμενοι μετά από αυτό παρέλειψαν να συμμορφωθούν. Έτσι οι ενάγοντες με την εν λόγω αγωγή αξιώνουν εναντίον όλων των εναγομένων τα οφειλόμενα, με βάση τα ανωτέρω, ποσά. Οι σχετικοί ισχυρισμοί της αιτήτριας έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω. Οι καθ' ων η αίτηση με την ένορκη δήλωση της κας Χαραλάμπους αρνούνται ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας. Είναι σαφές ότι δεν τίθεται θέμα απόδειξης των ισχυρισμών του αιτητή ούτε και αξιολόγηση της μαρτυρίας με σκοπό την κατάρριψη αντιφατικών ισχυρισμών ή διαπίστωση γεγονότων στο στάδιο αυτό (βλ. Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας ν. Δέσποινας Αρτέμη
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1762). Παρόλα αυτά ως έχει αναφερθεί ανωτέρω για να αποδείξει ο αιτητής την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην παρούσα χρειάζεται κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα ανωτέρω, από τα όσα παρέθεσε η αιτήτρια, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Ήταν εν πρώτοις η θέση της αιτήτριας ότι η έκδοση της απόφασης ημερ. 16.6.11 σε βάρος της, χωρίς προηγουμένως να έχει εκδοθεί απόφαση σε βάρος του πρωτοφειλέτη είναι παράτυπη και ότι κάτι τέτοιο προϋπέθετε την έκδοση απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη. Επίσης η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να καθορίσουν εξ αρχής την εμβέλεια των επιθυμούμενων εξασφαλίσεων τους σε περιουσιακά στοιχεία και έπρεπε να στραφούν πρώτα προς τον πρωτοφειλέτη εναγόμενο 1, προτού την οχλήσουν για το ισχυριζόμενο χρέος. Ο συνήγορος της αιτήτριας στήριξε την πιο πάνω θέση στην υπόθεση Σιαμμάς ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1268. Σε σχέση με τη θέση αυτή θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν τα ορθά γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης είναι αυτά που παρατίθενται στην απόφαση που είναι δημοσιευμένη στον Τόμο
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1021 και όχι στον τόμο
(2007)1Β Α.Α.Δ.
  1. Εν πάση όμως περιπτώσει η αρχή που διατυπώθηκε στην εν λόγω απόφαση ότι δηλ. το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμερίζοντας την απόφαση που εκδόθηκε στην απουσία των εναγομένων μόνο για την πρωτοφειλέτιδα και όχι για τον εγγυητή «αποφάσισε ουσιαστικά και τελεσίδικα την ύπαρξη του χρέους και την οφειλή της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, γιατί με την κατάληξη αυτή εκδίδεται στην πράξη και απόφαση εναντίον της εταιρείας, η οποία δεν ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου, μιας και το κλητήριο ένταλμα που της επιδόθηκε ακυρώθηκε» κρίθηκε ως εσφαλμένη και έγινε απόκλιση από το λόγο της (ratio) απόφασης αυτής στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ κ.α., Πολιτική .Έφεση 123/10, ημερ. 18.2.11 όπου λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Σιαμμάς, η έκδοση απόφασης εναντίον του εγγυητή λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, αφαιρεί οποιαδήποτε υπεράσπιση από τον πρωτοφειλέτη «εφόσον το Δικαστήριο διαπίστωσε ήδη την ύπαρξη και την οφειλή του χρέους και εξέδωσε απόφαση για τον εγγυητή». Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η δυναμική του σκεπτικού της απόφασης στην υπόθεση Σιαμμάς επηρεάζεται ως εκ των πραγμάτων από τα πιο πάνω, για τους λόγους που ακολουθούν, η έκδοση απόφασης εναντίον του εγγυητή δεν συνεπάγεται τις συνέπειες που υποδεικνύονται στην υπόθεση Σιαμμάς. Τέτοια απόφαση είναι δυνατό να εκδοθεί δυνάμει των προνοιών του θ. 4 της Δ.17 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, οι οποίες αντιστοιχούν με αυτές του θ. 4 της Δ.13 των παλαιών Αγγλικών Δικονομικών Κανονισμών και οι οποίες έχουν ως εξής: "
  2. Where the writ of summons is for a liquidated demand, whether specially indorsed or otherwise, and there are several defendants, of whom one or more appear to the writ, and another or others of them fail to appear, the plaintiff may apply for judgment, as in the preceding rule, against such as have not appeared, and may issue execution upon such judgment without prejudice to his right to proceed with the action against such as have appeared." Προκύπτει επομένως ότι η δυνατότητα έκδοσης ξεχωριστών αποφάσεων εναντίον συνεναγομένων στη βάση ξεχωριστών αιτήσεων για απόφαση, είναι θεσμικά κατοχυρωμένη. Η απόφαση στη Σιαμμάς εκδόθηκε χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στις πρόνοιες του θ. 4 της Δ.17 και κατά πλήρη παραγνώριση και παραβίαση τους. Επομένως, είναι εσφαλμένη. Όμως, η απόφαση Σιαμμάς είναι εσφαλμένη και για τους πιο κάτω λόγους: Έκδοση απόφασης εναντίον συνεναγομένου δεν προκαθορίζει ούτε και προαποφασίζει κατ' ανάγκη, ως το σκεπτικό της υπόθεσης Σιαμμάς εισηγείται, τη μοίρα της αξίωσης εναντίον άλλου συνεναγομένου. Η κάθε περίπτωση κρίνεται ξεχωριστά και με βάση το υλικό που ο αιτητής επιλέγει να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση αναφορικά με την εμβέλεια του πεδίου εφαρμογής των προνοιών του θ. 4 της Δ.13, οι οποίες υπενθυμίζουμε είναι πανομοιότυπες με αυτές του θ. 4 της Δ.17, παραπέμπουμε στην επεξηγηματική σημείωση του συγγράμματος Annual Practice του 1958 υπό τον τίτλο "Some Defendants not Served", σελ.
  3. Απόφαση που εκδίδεται λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, δεν καθορίζει με τελεσίδικο ή απόλυτο τρόπο ακόμη και τα δικαιώματα αυτού τούτου του ενάγοντα εναντίον του εγγυητή. Ο τελευταίος, διαθέτει την ευχέρεια, δυνάμει των Δικονομικών Κανονισμών (βλ. θ. 10 της Δ.17) να αποταθεί στο δικαστήριο, για παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης, ακόμα και να απαιτήσει την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού ενδεχομένως να είχε καταβάλει στα πλαίσια της εν λόγω απόφασης». Ως εκ των άνω κρίνω ότι η εν λόγω θέση της αιτήτριας δεν ευσταθεί. Όσον δε αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της αιτήτριας θα πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι όλοι είναι γενικοί και αόριστοι, δίχως ίχνος υποστηρικτικού αυτών στοιχείου. Κάποιοι δε εξ αυτών είναι αντιφατικοί μεταξύ τους, άλλοι στερούνται συγκεκριμένου πραγματικού υποβάθρου και πειστικότητας ενώ κάποιοι δεν στοιχειοθετούν οποιαδήποτε υπεράσπιση. Συγκεκριμένα: Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες είναι εξειδικευμένος επενδυτικός και συμβουλευτικός οργανισμός και παρείχαν εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες, του είδους και της φύσης που χρειαζόταν η αιτήτρια στην πορεία των ενεργειών και/ή αποφάσεων της αναφορικά με την παροχή εγγυήσεων για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη εναγόμενου 1 και ότι είχαν καθήκον επιμέλειας και παροχής συμβουλής έναντι της, το οποίο παρέβηκαν. Σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό θα πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι πουθενά από τα όσα τίθενται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν καταδεικνύεται ότι οι ενάγοντες είχαν έναντι της αιτήτριας το ισχυριζόμενο καθήκον. Αλλά ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι οι ενάγοντες υπείχαν τέτοιο καθήκον ο ισχυρισμός της αιτήτριας ως τίθεται είναι γενικός και αόριστος εφόσον δεν εξειδικεύει σε τι συνίσταται ακριβώς η παράβαση αυτού του καθήκοντος και τι συνέπειες είχε αυτή. Γενικός και αόριστος είναι επίσης ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχετική ακαδημαϊκή και/ή επαγγελματική μόρφωση και βασίστηκε αποκλειστικά στην ενθάρρυνση και/ή συμβουλή και/ή παρότρυνση και/ή συνέργια του εναγόμενου 1 και των εναγόντων για την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών. Η γενικότητα άλλωστε του εν λόγω ισχυρισμού φαίνεται όχι μόνο από το γεγονός ότι δεν δίδονται οποιεσδήποτε σχετικές λεπτομέρειες αλλά και από το ότι γίνεται χρήση της φράσης «και/ή», η οποία υποδηλώνει σώρευση ή διάζευξη γεγονότων, κάτι που καταδεικνύει έλλειψη συγκεκριμένου και πειστικού πραγματικού υποβάθρου. Αντιφατικός με τον προαναφερθέντα ισχυρισμό της αιτήτριας ότι οι ενάγοντες δεν της παρείχαν συμβουλές και συναφώς μη πειστικός είναι ο ισχυρισμός της ότι ήταν σε γνώση των εναγόντων ότι η αιτήτρια «δεν ήταν σε θέση από μόνη της και χωρίς επαγγελματική συμβουλή, μελέτη και γνώμη να συνεκτιμήσει και/ή αξιολογήσει τους κινδύνους που ενείχαν οι επίδικες δοσοληψίες και η παροχή εγγυήσεων προς τους ενάγοντες και ως συνέπεια στηριζόταν στις και/ή ήταν εξαρτώμενη από τις συμβουλές και/ή εισηγήσεις του εναγόμενου 1 και των εναγόντων και εκτελούσε όλες τις εισηγήσεις και/ή αποφάσεις των εναγόντων και/ή ενεργούσε και/ή αποφάσιζε πάντοτε σύμφωνα με τις υποδείξεις των εναγόντων, των οποίων η συμβουλή και/ή γνώμη και/ή παράσταση και/ή διαβεβαίωση προς την αιτήτρια ότι η παροχή εγγύησης προς τον εναγόμενο 1 δεν εγκυμονούσε κινδύνους». Πέραν δε της εν λόγω αντιφατικότητας του συγκεκριμένου ισχυρισμού της αιτήτριας αυτός και πάλι χαρακτηρίζεται από γενικότητα, αοριστία και έλλειψη συγκεκριμένου πραγματικού υποβάθρου. Το ότι δε η αιτήτρια δεν έτυχε ανεξάρτητης και πλήρους νομικής συμβουλής σε σχέση με τις ισχυριζόμενες συμφωνίες δεν αποτελεί γεγονός το οποίο στοιχειοθετεί οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή. Η αιτήτρια επίσης ισχυρίζεται ότι «υπό τις περιστάσεις εκτέλεσης και/ή συνομολόγησης των ισχυριζόμενων συμφωνιών, τεκμαίρεται ότι οι εν λόγω συμφωνίες και/ή πράξεις έχουν προκύψει από την αμέλεια και/ή απάτη και/ή δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή αθέμιτο επιρροή και/ή παράβαση εμπιστευτικής σχέσης και/ή επαγγελματικού καθήκοντος και/ή ψυχικής πίεσης που εξάσκησαν οι ενάγοντες σε βάρος της, και/ή οι αξιώσεις των εναγόντων αντιβαίνουν την νομοθεσία και/ή συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή ενέχουν το στοιχείο της ποινικής ρήτρας και/ή δεν ήταν συμφωνημένες και/ή παραβαίνουν τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο Ν.93
(1)/96 και/ή αντιβαίνουν τις παράλληλες παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις των εναγόντων προς την αιτήτρια». Όπως και οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί της αιτήτριας έτσι και οι αμέσως πιο πάνω είναι εμφανές ότι χαρακτηρίζονται και πάλι από γενικότητα και αοριστία αλλά και από έλλειψη συγκεκριμένου πραγματικού υποβάθρου. Γίνεται αναφορά σε περιστάσεις συνομολόγησης και εκτέλεσης των συμφωνιών χωρίς να αναφέρεται ποιές ήταν αυτές. Με τον ίδιο γενικό και αόριστο τρόπο γίνεται αναφορά και σε ένα σωρό από άλλες ισχυριζόμενες υπερασπίσεις όπως αμέλεια, απάτη, δόλο, ψευδείς παραστάσεις και ψυχική πίεση και πάντα με τρόπο σωρευτικό ή διαζευκτικό («και/ή»). Σε σχέση δε με την αναφορά στην ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών δεν αναφέρεται ποιες ήταν αυτές οι ρήτρες και που βρίσκονται. Εάν δε υπήρχαν τέτοιες η αιτήτρια θα μπορούσε κάλλιστα να καταδείξει την ύπαρξη τους με την προσκόμιση κάποιου αντιγράφου της συμφωνίας εγγύησης ή της συμφωνίας με τον πρωτοφειλέτη, πράγμα που δεν έπραξε. Περαιτέρω η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες «δεν έχουν νομότυπα καταστήσει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κάθε ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και/ή ότι ζήτησαν και/ή ότι νομότυπα ζήτησαν την εξόφληση του, τερματίζοντας τις αντίστοιχες συμφωνίες». Ούτε όμως όσον αφορά το θέμα αυτό έχει τεθεί οτιδήποτε πλην ενός απλού και αστήρικτου ισχυρισμού. Και για το θέμα αυτό όμως οι ίδιες οι συμφωνίες θα μπορούσαν να διαφωτίσουν ως προς το πότε καθίστατο και με ποιο τρόπο απαιτητό το χρέος και αν προβλεπόταν συγκεκριμένος τρόπος τερματισμού. Πέραν όμως αυτού και ενώ οι ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους ισχυρίζονται ότι απέστειλαν σχετικές επιστολές, η αιτήτρια πουθενά δεν ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε τέτοια επιστολή. Συνεπώς και αυτός ο ισχυρισμός της αιτήτριας παρέμεινε γενικός και αόριστος χωρίς οποιοδήποτε υποστηρικτικό στοιχείο το οποίο να περιέχει το δέοντα βαθμό πειστικότητας ως προς την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Τέλος εμφανώς αντιφατικός με τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς της αιτήτριας και μη πειστικός είναι ο ισχυρισμός της ότι δεν έγιναν οι ισχυριζόμενες από τους ενάγοντες συμφωνίες και δοσοληψίες. Όλοι λοιπόν οι ισχυρισμοί στους οποίους η αιτήτρια στηρίζει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης είναι γενικοί και αόριστοι, στερούνται της απαραίτητης πειστικότητας και αφήνουν κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης (βλ. Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστα Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Πέραν όμως και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν είναι πειστική η θέση της αιτήτριας ότι είχε όλες τις πιο πάνω υπερασπίσεις, οι οποίες να σημειωθεί ότι αποτελούν σχεδόν το σύνολο των υπερασπίσεων που μπορούν να εγερθούν σε τέτοιες υποθέσεις, και εντούτοις όταν της επιδόθηκε η αγωγή αντί να καταχωρήσει εμφάνιση και υπεράσπιση όπου θα παρέθετε όλα τα πιο πάνω, αρκέσθηκε στο να επικοινωνήσει με τον πρωτοφειλέτη, εν διαστάσει σύζυγο της, και να δεχθεί στη συνέχεια την διαβεβαίωση του περί διευθέτησης της οφειλής (η υπογράμμιση δική μου). Είναι λοιπόν προφανές ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί της αιτήτριας αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της, οι οποίες έγιναν για να πείσει ως προς την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποτύχει να αποκαλύψει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας της απόφασης και στην εξέταση του θέματος της παράλειψης ή μη της αιτήτριας να εμφανιστεί καθώς επίσης και της καθυστέρησης της ή μη να προωθήσει την παρούσα αίτηση. Για το σκοπό δε αυτό κρίνω ότι είναι αναγκαίο όπως προβώ σε μια αναδρομική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Από την εξέταση του φακέλου της υπόθεσης προκύπτουν λοιπόν τα ακόλουθα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 8.12.
  1. Επιδόθηκε δε προσωπικά στην εναγόμενη 3 - αιτήτρια στις 7.4.
  2. Στις 17.5.11 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση εναντίον της αιτήτριας λόγω μη καταχώρησης από αυτήν σημειώματος εμφάνισης. Στη βάση της πιο πάνω αίτησης στις 15.6.11 εκδόθηκε, εναντίον της αιτήτριας, η απόφαση της οποίας με την παρούσα ζητείται ο παραμερισμός, η οποία είναι για το ποσό των €2,453.54 πλέον τόκο 14.35% από 21.9.10 μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου εκάστη 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, πλέον το ποσό των €161,05 ως δεδουλευμένοι τόκοι από 15.3.10 μέχρι 20.9.10, του τόκου κεφαλαιοποιημένου εκάστη 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, πλέον τα έξοδα. Στις 28.7.11 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση έρευνας της οικονομικής κατάστασης της αιτήτριας με σκοπό την έκδοση διαταγμάτων προς πληρωμής του προαναφερόμενου εξ αποφάσεως χρέους της. Η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε προσωπικά στην αιτήτρια στις 26.9.
  3. Στις 26.10.11 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση. Σε σχέση με το κατά πόσο καθυστέρησε στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας πρέπει να λεχθεί ότι από τη στιγμή που έμαθε για την απόφαση στις 26.9.11 η αιτήτρια αμέσως επικοινώνησε με το γραφείο του δικηγόρου της. Η δε χρονική περίοδος του ενός μήνα που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της αίτησης στις 26.10.11 οφειλόταν στο ότι ως την πληροφόρησε ο δικηγόρος της, αυτός ασθένησε από σοβαρή μορφή πνευμονίας και νεφρική ανεπάρκεια και υπήρξε ανάγκη ιατρικής νοσηλείας του στο Νοσοκομείο Πάφου για 10 μέρες καθώς και στην περίοδο ανάρρωσης του. Συνεπώς ως προς το θέμα αυτό κρίνω ότι δεν υπάρχει μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Απομένει να εξεταστεί η θέση της αιτήτριας ως προς την παράλειψη της να εμφανιστεί. Η αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στην αιτήτρια στις 7.4.
  4. Αυτό άλλωστε ουσιαστικά το παραδέχεται και η αιτήτρια, η οποία υποστηρίζει όμως ότι η επίδοση της έγινε περί το τέλος 2010 ή αρχές
  5. Η δικαιολογία που δίδει δε για την μη καταχώρηση εμφάνισης της στην αγωγή είναι ότι αμέσως επικοινώνησε με τον πρωτοφειλέτη εναγόμενο 1, εν διαστάσει σύζυγο της, ο οποίος τη διαβεβαίωσε ότι θα διευθετούσε την υπόθεση και ότι έπειτα από λίγες μέρες, μετά που επικοινώνησε και πάλι μαζί του, τη διαβεβαίωσε ότι διευθέτησε την οφειλή και ότι δεν υπήρχε λόγος να διορίσει δικηγόρο για να εμφανιστεί στην υπόθεση της γιατί οι ενάγοντες θα απέσυραν την αγωγή ως διευθετηθείσα. Ισχυρίζεται δε ουσιαστικά ότι ο σύζυγος της την παραπλάνησε «αναφορικά με τη διευθέτηση του χρέους». Η δικαιολογία όμως αυτή κρίνω ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής και βάσιμη στα πλαίσια εξέτασης του θέματος που εγείρεται στην παρούσα. Η αιτήτρια όφειλε από τη στιγμή που της επιδόθηκε η αγωγή τουλάχιστον να διερευνήσει και να παρακολουθήσει το θέμα προσωπικά και να λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να προστατεύσει τον εαυτό της από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης στην απουσία της. Με άλλα λόγια όφειλε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Εδώ να σημειωθεί ότι ως έχει νομολογηθεί ακόμη και ισχυρισμός περί άγνοιας των δικαστικών διαδικασιών δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη διαδίκου να εμφανισθεί αφού τέτοιοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί (βλ. Γερολέμου ν. Σ.Π.Ε. Κοντέας
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 818). Αντί λοιπόν η αιτήτρια να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης όχι μόνο επαναπαύθηκε στα όσα τη διαβεβαίωσε ο πρωτοφειλέτης, ο οποίος ήταν και ο εν διαστάση σύζυγος της, αλλά ούτε και προσπάθησε στη συνέχεια να βεβαιωθεί έστω ότι τα όσα αυτός της ανέφερε ευσταθούσαν. Η συμπεριφορά αυτή λοιπόν της αιτήτριας, για την οποία δεν μπορεί να μέμφεται κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό της, κρίνω ότι καταδεικνύει εκ μέρους της αδικαιολόγητη αδιαφορία για την υπόθεση της και προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Αυτό αποτελεί σύμφωνα με τη σχετική νομολογία βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού ακόμη και στις περιπτώσεις που αποδεικνύεται η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν αποδείχθηκε στην παρούσα. Πριν την τελική μου κατάληξη θα πρέπει να γίνει αναφορά και στο λόγο της ένστασης περί κατάχρησης διαδικασίας. Όσον αφορά λοιπόν το λόγο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι η σχετική αναφορά που γίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι τόσο γενική και αόριστη ώστε δεν αναφέρεται καν σε τι συνίσταται η ισχυριζόμενη κατάχρηση. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η εν λόγω εισήγηση δεν ευσταθεί. Καταληκτικά ενόψει των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση - εναγόντων και εναντίον της αιτήτριας - εναγόμενης 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση παραμερισμού απόφασης - Δ.17 Κ.10) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.