Σπύρου Σάββα Πρωτόπαπα ν. Charris Betting LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1125/2006, 15 Φεβρουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1125/2006 Μεταξύ: Σπύρου Σάββα Πρωτόπαπα, από τον Κ. Πύργο Ενάγοντα Και 1.Charris Betting LTD, από την Λάρνακα 2.Ελληνικής Τράπεζα ΛΤΔ, από την Λευκωσία Εναγομένης ----------------- Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου 2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Στυλιανού για κον Αλεξάνδρου (για να ακούσει την απόφαση). Για Εναγόμενο: κα Κυπριανίδου για κον Λ. Γεωργίου (για να ακούσει την απόφαση). ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωσης του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή όπως αυτή παρουσιάζεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, είναι για το ποσό των Λ.Κ.10,000.00 ήτοι €17.086,00 πλέον νόμιμους τόκους από 18.10.2005 μέχρι εξόφλησης, πλέον τα έξοδα της αγωγής. Το εν λόγω ποσό ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγόμενους 1 και 2 λόγω της κατ' ισχυρισμό καταβολής αυθαίρετα από την Εναγόμενη 2 προς την Εναγόμενη 1, του ποσού αυτού και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή κατάχρησης εξάσκησης δικαιώματος σε σχέση με τραπεζική εγγυητική επιστολή και/ή δυνάμει σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική και/ή ως ποσό αχρεωστήτως καταβληθέν από την Εναγόμενη αρ. 2 στην Εναγόμενη αρ. 1, από λογαριασμό του Ενάγοντα. Όπως δε αναφέρει ο Ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης του η βάση αγωγής και η αξίωση του προέκυψε λόγω της υπό της Εναγομένης 2 παράνομης αυθαίρετης και λανθασμένης έκδοσης τραπεζικής εγγυητικής η οποία στηρίζετο σε ανύπαρκτη συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1, γεγονός που κατέστησε εξ' υπαρχής άκυρη την τραπεζική εγγυητική επιστολή με αριθμό 511/018887/
- Η ακυρότητα αυτή ισχυρίζεται ο Ενάγοντας κατέστησε την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ 10,000.00 ήτοι €17.086,00 που έγινε από την Εναγόμενη 2 προς την Εναγόμενη 1, αυθαίρετη και/ή παράνομη και ο Ενάγοντας να υποστεί αντίστοιχη ζημιά. Η Εναγόμενη 2 στην έκθεση υπεράσπισης της απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι έχει οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα εναντίον της, υπό μορφή προδικαστικής ένστασης την οποία όμως δεν προώθησε ως τοιαύτη αλλά την άφησε να εκδικαστεί ως ουσιαστική υπεράσπιση κατά την δικάσιμο. Περαιτέρω αποδέχεται ότι εξέδωσε προς όφελος της Εναγόμενης 1 στις 18.10.2004 την υπ' αριθμό 511/018887/591 τραπεζική εγγυητική επιστολή σύμφωνα πάντοτε με τις οδηγίες του Ενάγοντα προς όφελος της Εναγομένης
- Ακόμη ισχυρίζεται ότι η χρέωση του λογαριασμού του Ενάγοντα με το αντίστοιχο ποσό της εν λόγω τραπεζικής εγγυητικής επιστολής ήταν καθ' όλα νόμιμη, αφού έγινε δυνάμει της καθ' όλα νόμιμα εκδοθείσας εγγυητικής επιστολής στο πρόσωπο το οποίο εδικαιούτο να απαιτήσει πληρωμή και ότι αυτή έγινε σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω εγγυητικής επιστολής. Εν' όψει των προβαλλομένων λόγων υπεράσπισης η Εναγόμενη 2 απορρίπτει τις αξιώσεις και θεραπείες του Ενάγοντα και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος του. Μετά το κλείσιμο των έγγραφων προτάσεων ο Ενάγοντας στις 2.11.2006 απέσυρε την αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1 εταιρείας ανεπιφύλακτα καθ' ότι αυτή είχε τεθεί υπό εκκαθάριση - διάλυση. Επίσης ο Ενάγοντας με αίτηση του ημερομηνίας 11.9.2008 ζήτησε να προβεί σε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης αίτημα το οποίο προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης 2 με επακόλουθο μετά από ακροαματική διαδικασία η αίτηση για τροποποίηση για τους λόγους που επεξηγούνται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.12.2008, αυτή να απορριφθεί. Θεωρώ δε σημαντικό για τις ανάγκες της παρούσας, να παραθέσω αυτούσιο το τι ζητούσε να τροποποιήσει στην έκθεση απαίτησης του ο Ενάγοντας. Όπως λοιπόν αναφέρει στην παράγραφο Α της απορριφθείσας αίτησης του ημερομηνίας 11.9.2008, ο Ενάγοντας ζητούσε να τροποποιήσει την παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης του δια της προσθήκης σαν δεύτερου και τρίτου εδαφίου με αριθμούς 8.Α και 8.Β των πιο κάτω: «8.Α. Η εναγόμενη 2 παρανόμως και αντισυμβατικά κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ 10.000 στο πρόσωπο που εμφανίστηκε ενώπιον της εκπροσωπώντας κατ' ισχυρισμό την εναγόμενη 1 καθότι η εναγομένη 1 τελούσε υπό εκκαθάριση από την 16.9.2005 ενώ η απαίτηση και η πληρωμή του ποσού των Λ.Κ. 10.000 της εγγυητικής επιστολής έγινε την 18.10.
- 8.Β. Η εναγόμενη 2 παρανόμως και αντισυμβατικά κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ 10.000 σε άγνωστο πρόσωπο το οποίο εμφανίστηκε ενώπιον της με μια σφραγίδα, στην οποία αναγραφόταν το όνομα της εναγομένης 1, το οποίο υπέγραψε, σφράγισε τα σχετικά έγγραφα και παρέλαβε το ποσό των Λ.Κ. 10.000 της εγγυητικής επιστολής.» Προς απόδειξη της υπόθεσης του ο Ενάγοντας κατάθεσε ο ίδιος προσωπικά σαν Μ.Ε.1 και κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του κατέθεσε στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση από πλευράς υπεράσπισης τα τεκμήρια Τεκμήριο Έγγραφο Α, Τεκμήριο 1, Τεκμήριο 2, Τεκμήριο 3, Τεκμήριο 4, Τεκμήριο 5 και Τεκμήριο 5 Α. Η Εναγόμενη 2 από πλευράς της κάλεσε σαν Μ.Υ.1 την κα. Σωτηρούλα Ηρακλέους Παπαχριστοδούλου, σαν Μ.Υ.2 τον κ. Αντώνη Χριστοφίδη, σαν Μ.Υ.3 την κα. Άντρη Ανδρέου και σαν Μ.Υ.4 την κα. Άντρη Βασιλείου. Οι μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν, η Μ.Υ.1 το Τεκμήριο για Αναγνώριση Α, ο Μ.Υ.2 το Τεκμήριο Έγγραφο Β και το τεκμήριο 6, η Μ.Υ.3 το Τεκμήριο 7 και η Μ.Υ.4 το Τεκμήριο Έγγραφο Γ, το Τεκμήριο 8 και το Τεκμήριο
- ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας έγιναν κατόπιν σχετικών δηλώσεων και από τις δύο πλευρές σαν αποδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω: (α) Στις 6.12.2010, ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί πιστή μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα του Τεκμηρίου 1, ήτοι της γραπτής αίτησης που υπέβαλε στην Εναγόμενη 2 ο Ενάγοντας, για να εκδώσει προς όφελος της Εναγόμενης 1 την επίδικη τραπεζική εγγυητική επιστολή. (β) Στις 6.12.2010 ότι το Τεκμήριο 5(β) αποτελεί πιστή μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα του Τεκμηρίου 5(α), ήτοι της γραπτής επιστολής που απέστειλε η Εναγόμενη 2 στον Ενάγοντα με την οποία του γνωστοποιούσε ότι η επίδικη τραπεζική εγγυητική επιστολή ρευστοποιήθηκε κατόπιν γραπτής απαίτησης που υπέβαλε στην Εναγόμενη 2 η Εναγόμενη
- (γ) Στις 3.2.2011 ότι η Εταιρεία Charris Betting Ltd, Εναγόμενη 1, έχει εγγραφεί σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας και συστάθηκε δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας σαν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στις 14.6.
- Η εν λόγω εταιρεία έχει τεθεί υπό εκκαθάριση από τις 16.9.
- MΑΡΤΥΡΙΑ Σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά, ή και να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, γι΄ αυτό θα προχωρήσω να εκθέσω όσον είναι δυνατό περιεκτικά την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, όμως κατά την αξιολόγηση θα έχω υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας ως είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και όχι ως θα εκτεθεί περιληπτικά (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο Ενάγοντας (Μ.Ε.1), στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε γραπτή του δήλωση η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Έγγραφο Α. Περαιτέρω απάντησε σε ερωτήσεις του συνηγόρου του. Όπως ανέφερε στην κυρίως εξέταση του: Με την Εναγόμενη αρ. 1 κατά η περί των Οκτώβριο του έτους 2004 συνήψανε σύμβαση αποδοχής συλλογικών στοιχημάτων προγνωστικών ποδοσφαίρου, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος ποσοστού μηνιαίως το οποίο ήταν πληρωτέο κάθε μήνα και υπέγραψε προς όφελος της Εναγομένης αρ. 1 Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή στην Ελληνική Τράπεζα ΛΤΔ σε υποκατάστημα στην Πάφο για το ποσό των ΛΚ 10,000.00, ήτοι για €17.086,00 με αριθμό 511/018887/
- Το πιο πάνω ποσό ήταν κατατεθειμένο στην Εναγόμενη αρ. 2 η οποία μεταξύ άλλων ασχολείται με την παροχή τραπεζικών εργασιών. Η Εναγομένη αρ. 2 εντελώς αυθαίρετα και παράνομα και χωρίς καμία προειδοποίηση αφαίρεσε από το λογαριασμό που αυτός διατηρούσε κοντά της, το ποσό των ΛΚ 10,000.00, ήτοι €17.086,00 και το κατέβαλε σε άγνωστο πρόσωπο το οποίο εμφανίστηκε ενώπιον της με μια σφραγίδα στην οποία αναγραφόταν το όνομα της Εναγομένης αρ.
- Η Εναγομένη αρ. 2 κατά την 18.10.2005, σύμφωνα με την παράγραφο 6 της ενστάσεως ημερ. 25.6.2008 στην αίτηση τροποποίησης ημερ. 8.5.2008, παράνομα πλήρωσε το ποσό των ΛΚ 10,000.00 ήτοι σε €17.086,00 και επίσης παράνομα πλήρωσε σε ένα άγνωστο πρόσωπο το ποσό των ΛΚ 10,000.00, ήτοι €17,086.00 της εγγυητικής. Σύμφωνα με την παράγραφο 6 της ενστάσεως ημερ. 25.6.2008 η Εναγόμενη αρ. 2 δεν σημείωσε ποίο πρόσωπο έφερε την γραπτή απαίτηση υπογραμμένη από δύο πρόσωπα και με την σφραγίδα της Εναγομένης αρ. 1 μαζί με την αυθεντική εγγυητική. Γι' αυτό κίνησε την παρούσα αγωγή με την οποία ζητά: Ποσό ΛΚ 10,000.00 ήτοι σε € 17.086,00 το οποίο η εναγόμενη αρ. 2 εντελώς αυθαίρετα κατέβαλε στην Εναγόμενη αρ.
- Περαιτέρω απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου των Εναγόντων ανέφερε ότι μέσω της Εναγόμενης 2 Τράπεζας και αφού υπέβαλε προς τούτο σχετική αίτηση την οποία κατέθεσε σαν Τεκμήριο 1 σε φωτοτυπία, αφού το πρωτότυπο βρίσκεται στην κατοχή της Εναγόμενης 2, εξέδωσε Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή προς όφελος της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Η εν λόγω Εγγυητική Επιστολή εξεδόθη από την Εναγόμενη 2 η οποία προς τούτο ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 με επιστολή της, φωτοτυπία της οποίας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με τη σύμφωνο γνώμη της Υπεράσπισης σαν Τεκμήριο
- Ο Ενάγοντας κατέθεσε επίσης σαν Τεκμήριο 2 μετάφραση στην ελληνική γλώσσα του Τεκμηρίου 1 μαζί με την ένορκη δήλωση του προσώπου που έκανε την εν λόγω μετάφραση και αμφότερες οι πλευρές δήλωσαν σαν αποδεκτό γεγονός ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί πιστή μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα του Τεκμηρίου
- Ο Ενάγοντας περαιτέρω ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ο ίδιος σε ποιο πρόσωπο πληρώθηκε το ποσό της Εγγυητικής Επιστολής αφού αυτό μόνο η Εναγόμενη 2 έπρεπε να το γνωρίζει, η οποία όμως όπως του είπε ο τραπεζίτης του, ούτε αυτή γνωρίζει γιατί το πρόσωπο που εξαργύρωσε την Εγγυητική Επιστολή είναι άγνωστο. Ο τραπεζίτης του επίσης του έδωσε φωτοτυπία της επιστολής με την οποία εξαργυρώθηκε η Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή την οποία με τη σύμφωνο γνώμη της Υπεράσπισης κατέθεσε σαν Τεκμήριο
- Σε σχέση με την εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο 4) και στο κατά πόσο η Εναγόμενη 1 ενομιμοποιείτο να εξαργυρώσει το ποσό των Λ.Κ.10.000 ήτοι €17.086 ανέφερε ότι αυτή δεν ενομιμοποιείτο προς τούτο διότι η Εναγόμενη 1 την ημέρα που υποβλήθηκε η απαίτηση είχε διαλυθεί από τις 16.9.2005 όπως του είπε ο τραπεζίτης του και πρόσθετα διότι ο ίδιος δεν είχε δώσει τέτοια εντολή. Η εξαργύρωση δε της Εγγυητικής Επιστολής έγινε στις 18.10.2005 από κάποιο πρόσωπο που πήρε και τα χρήματα όπως πάντοτε του είπε ο τραπεζίτης του. Ο ίδιος ενημερώθηκε ότι εξαργυρώθηκε η επίδικη Εγγυητική Επιστολή με γραπτή επιστολή της Εναγόμενης 2 που του έδωσε με ημερομηνία 24.10.2005 την οποία μαζί με πιστή της μετάφραση στα Ελληνικά κατέθεσε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο 5(α) και 5(β) αντίστοιχα. Μετά την κατάθεση των Τεκμηρίων 5(α) και 5(β) δηλώθηκε σαν αποδεκτό γεγονός ότι το Τεκμήριο 5(β) είναι πιστή μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα του Τεκμηρίου 5(α). Διευκρίνισε δε ότι η αναφορά που γίνεται στο Τεκμήριο 5(α) ότι πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.10.000 ήτοι €17.086,00 προς το δικαιούχο, σύμφωνα με τις δικές του οδηγίες, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού ο ίδιος ποτέ δεν έδωσε τέτοιες οδηγίες, γι΄ αυτό και κίνησε την παρούσα αγωγή και ζητά να αποζημιωθεί από την Εναγόμενη
- Στην αντεξέταση του ο Ενάγοντας απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές από τον συνήγορο Υπεράσπισης ανέφερε ότι: Συνήψε συμφωνία αποδοχής συλλογικών στοιχημάτων με την Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Σε ερώτηση ότι αυτό δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης επέμενε ότι η σύμβαση έγινε μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης 1 και η κα Φλωρίνα Δημητρίου θα ήταν βοηθός του στο χώρο που θα μετέτρεπε για την αποδοχή των στοιχημάτων. Ακόμα διευκρίνισε ότι η εγγύηση που ζήτησε να παραχωρηθεί προς όφελος της Εναγόμενης 1 από την Εναγόμενη 2, παραχωρήθηκε από τον ίδιο για να εξαργυρωθεί σε περίπτωση που δεν θα καταβάλλοντο στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία ποσά που έπρεπε να της καταβληθούν από τα στοιχήματα και αυτή η εγγύηση δόθηκε για δικό του προσωπικό λογαριασμό και όχι για την κα Φλωρίνα-Σαββούλα Δημητρίου. Ο ίδιος ασχολήθηκε με την αποδοχή συλλογικών στοιχημάτων ποδοσφαίρου με μία μηχανή για το σκοπό αυτό με την οποία δούλεψε για κάποιο χρονικό διάστημα και από τα λεφτά που εισέπραττε έπαιρνε ο ίδιος την προμήθεια του. Σε υποβολή ότι τα όσα λέει δεν συνάδουν με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης έδωσε και πάλι απάντηση ότι η κα Φλωρίνα Δημητρίου ήταν βοηθός στο κατάστημα και σε αντίφαση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του και πάλιν, ότι ήταν αυτός που υπέβαλε την αίτηση και ότι ο ίδιος θα εξασφάλιζε την άδεια για να αποδέχεται συλλογικά στοιχήματα έναντι προμήθειας. Ξεκίνησε δε να αποδέχεται συλλογικά στοιχήματα σαν συνεργάτης της Εναγόμενης 1 Εταιρείας προτού και μέχρις ότου εξασφαλίσει τη σχετική άδεια από το Υπουργείο Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, με βάση τις οδηγίες κάποιου «Χαμπή» εκπροσώπου και διευθυντή της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Σε ερώτηση δε αφού θεωρούσε τον εαυτό του συνεργάτη της Εναγόμενης 1 Εταιρείας γιατί υπέβαλε αίτηση για να εξασφαλίσει ο ίδιος προσωπικά άδεια αποδοχής συλλογικών στοιχημάτων, αποφεύγοντας να απαντήσει ανέφερε ότι άρχισε να αποδέχεται στοιχήματα διότι είχε διαβεβαιώσεις πως θα ήταν καλυμμένος από την Εναγόμενη 1 Εταιρεία αφού θα αποδεχόταν τα στοιχήματα μέσω της μηχανής που του εδόθη. Από τα εισπραττόμενα ποσά αφού έπαιρνε από αυτά προμήθεια ύψους 10% από το κέρδος, έστελλε το υπόλοιπο ποσό στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Όσον αφορά την κα Φλωρίνα Δημητρίου αυτή εργαζόταν στο ίδιο μέρος μαζί του και εκείνο που εννοεί στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης, είναι ότι η κα Δημητρίου διατηρούσε πρακτορείο στοιχημάτων στο Κάτω Πύργο στην οδό Νικολάου Παπαγεωργίου 124, στην εν λόγω δε διεύθυνση δεν ήταν πρακτορείο στοιχημάτων αλλά ήταν μια μεγάλη αίθουσα - μαγαζί στο οποίο τοποθετήθηκαν πινακίδες της Εναγόμενης 1 Εταιρείας για να γίνει πρακτορείο στοιχημάτων. Σε ερώτηση κατά πόσο εξασφάλισε άδεια αποδοχής συλλογικών στοιχημάτων απάντησε ότι δεν θυμόταν διότι η συνεργασία του ήταν μόνο για 2-3 μήνες αφού μετά υπέστη έμφραγμα και αναγκάστηκε να αναχωρήσει για το εξωτερικό. Επίσης δεν γνώριζε ούτε αν εξασφάλισε τη σχετική άδεια και η κα Φλωρίνα Δημητρίου, αφού μέχρις ότου επιστρέψει στην Κύπρο αυτή είχε αναχωρήσει για τη Ρουμανία, διότι ήταν Ρουμάνα. Σε ερώτηση αν συμφωνεί με το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης του, ότι δηλαδή η Εναγόμενη 1 παραχώρησε άδεια και εξουσιοδότηση αποδοχής συλλογικών στοιχημάτων στη κα Δημητρίου και πάλιν αποφεύγοντας να απαντήσει, ανέφερε πως αυτό ήταν το σχέδιο όταν άρχισε να εργάζεται με την κα Δημητρίου. Σε ερώτηση δε για ποιο λόγο ζήτησε ο ίδιος να εκδοθεί η επίδικη Εγγυητική Επιστολή από την Εναγόμενη 2, αποφεύγοντας να απαντήσει ανέφερε όταν του τηλεφώνησε ο τραπεζίτης του, του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2 στον Κάτω Πύργο και τον πληροφόρησε ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ζήτησε να εξαργυρώσει την επίδικη Εγγυητική Επιστολή, αρνήθηκε να δώσει τη συγκατάθεση του και είπε στον τραπεζίτη του να περιμένει μέχρις ότου επιστρέψει στην Κύπρο. Αυτή δε η ημερομηνία ήταν περίπου τον τελευταίο μήνα πριν λήξει η Εγγυητική Επιστολή. Στο κατά πόσο είχε συμφωνία - συμβόλαιο με την Εναγόμενη 1 ο ίδιος προσωπικά ανέφερε ότι ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται τη διαφορά αφού εκείνο το οποίο εννοεί σαν συμβόλαιο είναι η επίδικη Εγγυητική Επιστολή και η συμφωνία που έκανε μαζί με την Εναγόμενη 1 για να παραχωρήσει ο ίδιος προσωπικά εγγύηση ύψους Λ.Κ.10.000,00 ήτοι €17.
- Σε υποβολή ότι αυτό το οποίο λέει έρχεται σε αντίφαση με τα όσα ισχυρίζεται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης στην οποία ισχυρίζεται πως δεν καταρτίστηκε και δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης 1 Εταιρείας και ως εκ τούτου η επίδικη Τραπεζική Εγγυητική Επιστολή είναι άκυρη, απάντησε ότι η συμφωνία ήταν ότι για να του δοθεί και εγκατασταθεί η μηχανή στοιχημάτων στο κατάστημα του έπρεπε να έδινε την επίδικη τραπεζική Εγγυητική Επιστολή και τούτο για να επληρώνοντο σε περίπτωση που λεφτά που είχαν εισπραχθεί από τα στοιχήματα δεν καταβάλλοντο προς την Εναγόμενη 1 Εταιρεία, το αναλογούν σ΄ αυτήν ποσό. Αυτή ήταν η συμφωνία και η εν λόγω συμφωνία τέθηκε σε εφαρμογή και λειτούργησε αποδεχόμενος στοιχήματα για 2-3 μήνες μέχρι που έφυγε για το εξωτερικό, οπόταν δεν γίνονταν πλέον αποδεκτά στοιχήματα. Σε άλλη ερώτηση κατά πόσο γνώριζε αν υπήρχε συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης 1 Εταιρείας και της κας Δημητρίου απάντησε ότι δεν γνώριζε κάτι τέτοιο, όμως τους πρώτους μήνες που είχε αναχωρήσει για το εξωτερικό γνωρίζει ότι η κα Δημητρίου έστελλε το ποσό που εισέπραττε από στοιχήματα στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Σε υποβολή ότι στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης εκείνο το οποίο αναφέρει είναι πως η συμφωνία για αποδοχή συλλογικών στοιχημάτων έγινε μεταξύ της κας Δημητρίου και της Εναγόμενης 1, απάντησε ότι συμφωνία είχε γίνει μαζί του και όχι με την κα Δημητρίου. Ο τραπεζίτης του στο υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στον Κάτω Πύργο ήταν κάποιος Χαρίλαος Χαριλάου στον οποίο όταν τον ενημέρωσε πως η Εναγόμενη 1 πήγε να εξαργυρώσει την επίδικη Εγγυητική Επιστολή διότι υπήρξε από μέρους του παραβίαση των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας, του έδωσε οδηγίες να περιμένει να μην εξαργυρωθεί αυτή μέχρις ότου επέστρεφε στην Κύπρο. Αυτοί δε που ζήτησαν να εξαργυρώσουν την επίδικη Εγγυητική Επιστολή ήταν δύο άτομα τα οποία παρουσίασαν την Εγγυητική στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στη Λάρνακα τα οποία δεν γνωρίζει ποιοι είναι. Ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο αυτά τα δύο πρόσωπα εξαργύρωσαν την επίδικη Εγγυητική Επιστολή σε μετρητά ή με επιταγή, κάτι που ίσως να μην γνωρίζει και ο τραπεζίτης του ο κ. Χαριλάου. Σε ερώτηση τι του είχε ζητήσει ο κ. Χαριλάου από το τηλέφωνο ενώ βρισκόταν στην Αγγλία απάντησε ότι τον ρώτησε αν ενέκρινε η Εναγόμενη 2 να πληρώσει σε δύο άτομα το ποσό της επίδικης Εγγυητικής Επιστολής. Αυτό δε γιατί η συμφωνία μεταξύ τους ήταν πως η Εναγόμενη 2 θα πλήρωνε το ποσό της εγγυητικής μόνο σε περίπτωση που δεν επληρώνοντο τα λεφτά των στοιχημάτων προς την Εναγόμενη 1 από την κα Δημητρίου, αφού ο ίδιος ήταν εγγυητής. Όμως διευκρίνισε επειδή η κα Δημητρίου τα πλήρωνε δεν είχε δικαίωμα η Εναγόμενη 2 να πληρώσει το ποσό της εγγυητικής. Ο ίδιος δεν θυμόταν τον χρόνο που έμαθε για το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 τέθηκε υπό εκκαθάριση. Αυτό το πληροφορήθηκε μετά που επέστρεψε στην Κύπρο από την Αγγλία περί τον Οκτώβριο - Νοέμβριο του 2005 και μετά που είχε μιλήσει με τον τραπεζίτη του στον Κάτω Πύργο τηλεφωνικά, από κάποια πρόσωπα που μίλησε μαζί τους στη Λάρνακα. Το γεγονός αυτό το γνώριζε και ο τραπεζίτης του ο Χαρίλαος αλλά από πού το έμαθε δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Σε ερώτηση γιατί κίνησε την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1 Εταιρείας αφού γνώριζε πως ήταν υπό εκκαθάριση, απάντησε ότι αυτό ήταν θέμα του δικηγόρου του. Σε ερώτηση δε γιατί δεν είπε στο δικηγόρο του ότι η Εναγόμενη εταιρεία ήταν υπό εκκαθάριση όταν του έδωσε οδηγίες αφού η αγωγή αυτή καταχωρήθηκε το 2006 απάντησε ότι στην αρχή δεν του το είπε διότι ήταν άρρωστος και έτρεχε στους γιατρούς. Ούτε είναι σε θέση να ξέρει πότε ο δικηγόρος του έμαθε ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση. Σε ερώτηση κατά πόσο η Εναγόμενη 2 έπρεπε να γνωρίζει ποια ήταν τα πρόσωπα που εξαργύρωσαν την επίδικη Εγγυητική Επιστολή απάντησε ότι αυτό που ο ίδιος ξέρει είναι αυτό το οποίο του είπε ο τραπεζίτης του, ότι δηλαδή δύο άτομα πήγαν και ζήτησαν να εξαργυρώσουν την Εγγυητική Επιστολή. Σε υποβολή ότι η Εναγόμενη 2 πλήρωσε το ποσό της Εγγυητικής στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία συμμορφούμενη πλήρως με τους όρους της εν λόγω Εγγυητικής και όχι σε άγνωστο πρόσωπο, απάντησε ότι δεν είναι κάτι λογικό αφού έπρεπε προηγουμένως να ληφθεί η δική του έγκριση. Σε ερώτηση τι τελικά υιοθετεί ήτοι ότι η Εναγόμενη 1 πλήρωσε το ποσό της Εγγυητικής σε άγνωστο πρόσωπο ή προς την Εναγόμενη 1 Εταιρεία, απάντησε ότι δεν το γνωρίζει αυτό και αυτό είναι κάτι που γνωρίζει η ίδια η Εναγόμενη
- Σε ερώτηση αν εκτός από τον τραπεζίτη του τον κ. Χαρίλαο γνώριζαν άλλα πρόσωπα ότι η Εναγόμενη 1 ήτο υπό εκκαθάριση, απάντησε ότι αυτό που ο ίδιος γνωρίζει είναι πως από τα τηλεφωνήματα που έκανε στη Λάρνακα πληροφορήθηκε ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία είχε τεθεί υπό εκκαθάριση. Μετά το τέλος της μαρτυρίας του Ενάγοντα έγινε αποδεκτό γεγονός και καταγράφτηκε σαν τέτοιο ότι: «Η Εταιρεία Charris Betting Ltd, Εναγόμενη 1, έχει εγγραφεί σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας και συστάθηκε δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας σαν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στις 14.6.
- Η εν λόγω εταιρεία έχει τεθεί υπό εκκαθάριση από τις 16.9.2005.» Η Μ.Υ.1 κα Σωτηρούλα Παπαχριστοδούλου, στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι: Βρίσκεται στην υπηρεσία της Εναγόμενης 2 από το 1990 και τα τελευταία 10 χρόνια είναι υπεύθυνη του Τμήματος Εμπορικών Συναλλαγών στο υποκατάστημα της στη Πάφο, ήτοι διεκπεραιώνει οποιαδήποτε εργασία που αφορά εμπορικές συναλλαγές και διοικητικές επιστολές. Το Τεκμήριο 3 είναι φωτοτυπία της επιστολής την οποία η ίδια εξέδωσε στις 18.10.2004 μετά από οδηγίες που έλαβε από τον συνάδελφο της στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στον Κάτω Πύργο Τυλληρίας, κον Χαριλάου. Συγκεκριμένα ο κος Χαριλάου της έδωσε οδηγίες να εκδώσει μία τραπεζική εγγυητική επιστολή μέ δικαιούχο την εταιρεία Charris Betting Ltd, (την Εναγόμενη 1) για το ποσό των Λ.Κ.10.000,00 της οποίας εγγυητής και εντολέας για την έκδοση της, ήταν ο κος Σπύρου Σάββας Πρωτόπαπας ( ο Ενάγοντας ). Η έκδοση της εν λόγω εγγυητικής επιστολής έγινε σύμφωνα με τις οδηγίες του Ενάγοντα, ο οποίος προς τούτο υπέγραψε σχετική επιστολή ημερομηνίας 18.10.
- Η εν λόγω εγγυητική επιστολή σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες του Ενάγοντα εξεδόθη προς όφελος της Εναγομένης 1 και δυνάμει της σχετικής συμφωνίας με τον Ενάγοντα για την έκδοση της, δεσμεύτηκε το ισάξιο ποσό εκ Λ.Κ.10,000.00, από λογαριασμό που αυτός διατηρούσε στην Εναγόμενη
- Το πρωτότυπο του Τεκμηρίου 3 η Μ.Υ.1 το είδε ξανά όταν της αποστάληκε από υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στη Λάρνακα, στο οποίο κατατέθηκε με απαίτηση προς πληρωμή από την Εναγόμενη
- Μαζί δε με το Τεκμήριο 3 της αποστάληκε και το πρωτότυπο της επιστολής - απαίτησης προς πληρωμή, του Τεκμηρίου
- Όταν παρέλαβε τα πρωτότυπα των Τεκμηρίων 3 και 4, τα απέστειλε με τηλεομοιότυπο και ενημέρωσε τον προϊστάμενο της στην Λευκωσία για να της δώσει οδηγίες κατά πόσο θα προχωρούσε στην πληρωμή της εγγυητικής επιστολής. Ο προϊστάμενος της, της έδωσε οδηγίες να προχωρήσει στην πληρωμή και προς τούτο η ίδια έδωσε εντολή σε συναδέλφους της στη Λευκωσία να εκδώσουν επιταγή στο όνομα της Εναγόμενης 1 για το ποσό της εγγυητικής επιστολής εκ Λ.Κ.10,000.00, όπως και έγινε. Η επιταγή αυτή όπως έμαθε μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, κατατέθηκε στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα στη Λάρνακα, κατάστημα Κάτω Βαρωσίων, στο όνομα της Εναγόμενης
- Φωτοτυπία δε εντύπου πληροφόρησης της Εναγόμενης 2 με φωτοτυπία της εν λόγω τραπεζικής επιταγής, κατέθεσε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο Α για Αναγνώριση. Ακόμη διευκρίνισε ότι δικαιούχος της επιταγής αυτής ήταν μόνο η Εναγόμενη 1, επειδή δε ήταν διγραμμισμένη μόνο κατάθεση μπορούσε να γίνει. Η Εναγόμενη 2 κατά τον χρόνο έκδοση της επιταγής δεν γνώριζε κατά πόσο η Εναγόμενη 1 είχε τεθεί υπό εκκαθάριση από την 16.9.
- Επίσης ανέφερε ότι δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν κανονισμοί που να υποχρέωναν και να υποχρεώνουν την Εναγόμενη 2 να γνωρίζει κατά πόσο μία εταιρεία έχει τεθεί υπό εκκαθάριση όταν εκδίδει επ' ονόματι της μία τραπεζική επιταγή. Επίσης δεν υπήρχε και δεν υπάρχει αλλά ούτε και είχε και έχει υποχρέωση η Εναγόμενη 2 να τηρεί μητρώο για τις εταιρείες που τίθενται υπό εκκαθάριση. Ακόμη διευκρίνισε ότι δεν υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο πρακτική η διεθνής κανονισμός που να επέβαλλε στην Εναγόμενη 2 είτε να τηρεί μητρώο των εταιρειών που τίθενται υπό εκκαθάριση είτε να ελέγχει κατά την έκδοση επιταγής, αν η εταιρεία προς όφελος της οποίας εκδίδεται έχει τεθεί υπό εκκαθάριση. Γι αυτούς τους λόγους και επειδή δεν περιήλθε ποτέ σε γνώση της Εναγόμενης 2 ότι η Εναγόμενη 1 είχε τεθεί υπό εκκαθάριση, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής επ' ονόματι της Εναγομένης 1, αν αυτή είχε τεθεί στις 16.9.2005 σε εκκαθάριση. Η ίδια δε διευκρίνισε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν οποιοσδήποτε υπάλληλος η προϊστάμενος της γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο κατά πόσο η Εναγόμενη 1 είχε τεθεί υπό εκκαθάριση. Στην αντεξέταση της απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του Ενάγοντα ανέφερε: Ότι δεν γνώριζε ποία πρόσωπα παρουσίασαν την εγγυητική επιστολή στο υποκατάστημα της Εναγομένης 2 στην Λάρνακα αφού αυτή ενημερώθηκε γι αυτό από τους συναδέλφους της στο εν λόγω υποκατάστημα την ημέρα που υποβλήθηκε. Όταν δε της έγινε η σχετική ενημέρωση ζήτησε να της σταλούν τα έγγραφα αρχικά με τηλεομοιότυπο για να εξετάσει ποιον πελάτη αφορούσαν και στη συνέχεια τα πρωτότυπα τα οποία τελικά παρέλαβε στις 21.10.
- Δεν υπήρχε πρακτική η κανονισμός που να υποχρέωνε την Εναγόμενη 2 να τηρεί μητρώο για το ποία πρόσωπα εξαργυρώνουν τραπεζικές εγγυητικές επιστολές η επιταγές και γι αυτό η πληρωμή του ποσού της επίδικης εγγυητικής επιστολής καλώς έγινε αφού προηγουμένως είχε ελεγχθεί και διαπιστωθεί ότι τηρήθηκαν οι όροι για την πληρωμή της. Συγκεκριμένα δυνάμει του λεκτικού της επίδικης εγγυητικής επιστολής εφόσον παρουσιαζόταν το πρωτότυπο με γραπτή επιστολή απαίτησης η Εναγόμενη 2 έπρεπε να την πληρώσει χωρίς μάλιστα να ενημερώσει τον εγγυητή και χωρίς αυτός να έχει δικαίωμα να αρνηθεί η να εμποδίσει την πληρωμή. Γι αυτό δεν αποδέκτηκε υποβολή ότι προτού εξαργυρώσει την εγγυητική είχε μιλήσει με τον κον. Χαριλάου του υποκαταστήματος στον Πύργο Τυλληρίας ο οποίος της είπε να μην εξαργυρωθεί γιατί ο πελάτης απουσίαζε στο εξωτερικό. Επίσης δεν αποδέκτηκε υποβολή ότι κακώς πλήρωσαν την εγγυητική χωρίς να καταγράψουν τα στοιχεία των προσώπων που υπέβαλαν την απαίτηση αφού σε αυτήν αναφέρεται και υπάρχει η σφραγίδα του δικαιούχου με υπογραφές από δύο πρόσωπα και εφαρμόστηκαν τα όσα προνοούνται σε αυτήν. Διευκρίνησε δε ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία το 2005 δεν ήταν πελάτης της Εναγόμενης
- Επίσης αρνήθηκε ότι είχε η Εναγόμενη 2 υποχρέωση να τηρεί μητρώο με τις υπό εκκαθάριση εταιρείες αφού δεν υπήρχε τέτοιος κανονισμός είτε διεθνής είτε με σχετικές προς τούτο οδηγίες από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Επίσης αρνήθηκε υποβολή ότι η επειδή η Εναγόμενη 1 κατά τον χρόνο της απαίτησης ήταν υπό εκκαθάριση, η πληρωμή της επίδικης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής ήταν παράνομη και αυθαίρετη διευκρινίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν γνώριζε αλλά ούτε και περιήλθε σε γνώση της. Αυτή για την πληρωμή ζήτησε και πήρε οδηγίες από τον προϊστάμενο της κ. Χριστοφίδη στη Λευκωσία που ήταν και ο υπεύθυνος για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ακόμη για το άνοιγμα λογαριασμών και αν μία εταιρεία πού τελεί υπό εκκαθάριση μπορεί να ανοίξει λογαριασμό, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αφού εργάζεται σε διαφορετικό τμήμα, όμως για την έκδοση επιταγών είχε γνώση των διαδικασιών γι αυτό και ήταν σε θέση να γνωρίζει τα όσα είπε σε σχέση με την τήρηση μητρώου και των ονομάτων προσώπων που ζητούν πληρωμή εγγυητικών επιστολών. Επίσης διευκρίνισε ότι οι δύο σφραγίδες επί του Τεκμηρίου 4, ήτοι η μία με ημερομηνία 18.10.2005 είναι αυτή πού τέθηκε από το τμήμα εμπορικών συναλλαγών του υποκαταστήματος Λάρνακος και η άλλη με ημερομηνία 21.10.2005 του ιδίου τμήματος, του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2 στην Πάφο. Στην επανεξέταση της ανέφερε ότι οι δύο υπογραφές επί του Τεκμηρίου 4 λογικά ανήκουν και τέθηκαν εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου ανέφερε ότι: · Δεν ήταν σε θέση να απαντήσει κατά πόσο αν γνώριζε πώς κατά τον επίδικο χρόνο η Εναγόμενη 1 είχε τεθεί υπό εκκαθάριση, θα πλήρωνε την επίδικη εγγυητική τραπεζική επιστολή διότι θα έπαιρνε οδηγίες από τον προϊστάμενο της. · Η επιταγή που εκδόθηκε δυνάμει της επίδικης εγγυητικής επιστολής όπως φαίνεται από την σφραγίδα της Εναγόμενης 1 που τέθηκε στο πίσω μέρος της, κατατέθηκε σε λογαριασμό της. · Δεν υπήρχε και δεν υπάρχει τραπεζική πρακτική που να επέβαλλε και να επιβάλλει στην Εναγόμενη 2 την τήρηση αρχείου για τις υπό εκκαθάριση εταιρείες. Σε ερώτηση δε που υποβλήθηκε μέσω του Δικαστηρίου από τον συνήγορο του Ενάγοντα, ανέφερε ότι η κατάθεση της επιταγής που εκδόθηκε δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής έγινε σε κατάστημα της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και συγκεκριμένα στο κατάστημα Κάτω Βαρωσίων. Ο Μ.Υ.2, κος Αντώνης Χριστοφίδης στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε γραπτή του δήλωση η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Έγγραφο Β. Περαιτέρω απάντησε σε ερωτήσεις του συνηγόρου του. Όπως ανέφερε στην κυρίως εξέταση του: Είναι πτυχιούχος φυσικός. Εργάζεται στην υπηρεσία της Εναγομένης 2 από το
- Ξεκίνησε να εργάζεται στην Εναγόμενη 2 στην υπηρεσία εμπορικών συναλλαγών, στην Λευκωσία, ως απλός υπάλληλος και τώρα κατέχει την θέση του Υποδιευθυντή. Είναι υπεύθυνος για το χειρισμό των τραπεζικών εγγυητικών επιστολών που εκδίδει η Εναγόμενη 2 και επίσης είναι υπεύθυνος για τις ενέγγυες πιστώσεις. Σε ότι αφορά την εγγυητική επιστολή με αριθμό LGU 511/018887/591, αυτό που γνωρίζει είναι ότι είναι μια τραπεζική εγγυητική επιστολή που δόθηκε με δικαιούχο την Εναγόμενη 1, εγγυητή την Εναγομένη 2 και πρωτοφειλέτη τον Ενάγοντα, η οποία δόθηκε την 18.10.2004 και αντίγραφο της οποίας έχει καταχωρηθεί και σημειωθεί σαν Τεκμήριο 3 ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εν λόγω εγγυητική επιστολή εκδόθηκε ύστερα από γραπτό αίτημα του Ενάγοντα ημερομηνίας 18.10.2004 το οποίο είναι κατατεθειμένο σαν Τεκμήριο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την εν λόγω αίτηση ο Ενάγοντας αιτήθηκε από την Εναγόμενη 2 να του εκδώσει για λογαριασμό του και με πλήρη ευθύνη και ρίσκο για οποιεσδήποτε συνέπειες που πιθανόν να προκύψουν μία τραπεζική εγγυητική επιστολή με δικαιούχο την Εναγόμενη 1 και εξουσιοδότησε την Εναγομένη 2 να πληρώσει το ποσό αυτό, σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1 υπέβαλλε γραπτή απαίτηση στην Εναγομένη
- Ακολούθως έκανε λεπτομερή αναφορά και επανέλαβε τους όρους και πρόνοιες του γραπτού αιτήματος του Ενάγοντα, όπως αυτοί διατυπώνονται στο κείμενο του Τεκμηρίου
- Η εν λόγω πρωτότυπη τραπεζική εγγυητική επιστολή με αριθμό LGU 511/018887/591, που μετά την έκδοση της δόθηκε στον Ενάγοντα, παρουσιάστηκε στο εμπορικό κατάστημα της Εναγόμενης 2 στην Λάρνακα, κατά την 18.10.
- Η εν λόγω πρωτότυπη τραπεζική εγγυητική επιστολή που συνοδευόταν από υπογεγραμμένη απαίτηση των Εναγόμενων 1, της οποίας αντίγραφο έχει καταχωρηθεί στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 4, αποστάληκαν στο εμπορικό κατάστημα τους στην Πάφο και το οποίο ήταν επιφορτισμένο με την έκδοση τραπεζικών εγγυητικών επιστολών από αιτητές κατοίκους της Επαρχίας Πάφου, όσο και από κατοίκους της περιοχής του Κάτω Πύργου Τηλλυρίας. Όταν παραλήφθηκε ο σφραγισμένος φάκελος που περιείχε την εν λόγω πρωτότυπη τραπεζική εγγυητική επιστολή, μαζί με την υπογεγραμμένη απαίτηση των Εναγόμενων 1, από το πιο πάνω αναφερθέν εμπορικό κατάστημα της Εναγόμενης 2 στην Πάφο, αυτός παραδόθηκε στην κα Σωτηρούλα Παπαχριστοδούλου (Μ.Υ.1) η οποία αφού τον άνοιξε και διαπίστωσε το περιεχόμενο του, του απέστειλε κατά την ίδια ημέρα, δηλαδή την 21.10.2005, μέσω τηλεομοιότυπου αντίγραφο της πρωτότυπης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής, καθώς και αντίγραφο από την υπογεγραμμένη απαίτηση από την Εναγομένη
- Υπήρχαν ρητές οδηγίες της Εναγόμενης 2, στο κατάστημα της Πάφου που ασχολείτο με την πληρωμή απαιτήσεων σε σχέση με τραπεζικές εγγυητικές επιστολές και συγκεκριμένα στην κα Σωτηρούλα Παπαχριστοδούλου, ότι αυτή προτού πληρώσει οποιαδήποτε απαίτηση σε σχέση με τραπεζική εγγυητική επιστολή που είχε εκδοθεί από το εμπορικό κατάστημα της Εναγόμενης 2 στην Πάφο, έπρεπε προηγουμένως να εξασφαλίσει τη δική του συγκατάθεση. Η δική του συγκατάθεση για πληρωμή απαίτησης που αφορούσε τραπεζική εγγυητική επιστολή που είχε εκδοθεί από το εμπορικό κατάστημα της Εναγόμενης 2, στην Πάφο δινόταν μόνο στην περίπτωση που όταν μετά από επιστάμενο έλεγχο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τηρούνταν όλοι οι όροι για πληρωμή που προβλέποντο από την ίδια την τραπεζική εγγυητική επιστολή για πληρωμή της. Στην περίπτωση της απαίτησης που έγινε από τους Εναγομένη 1, εξέτασε εάν τηρούνταν όλες οι προϋποθέσεις που προέβλεπε η ίδια η τραπεζική εγγυητική επιστολή και πράγματι διαπίστωσε ότι τηρούνταν, αφού η εν λόγω τραπεζική εγγυητική επιστολή προέβλεπε ότι η Εναγόμενη 2 κρατούσε στην διάθεση της Εναγομένης 1 το ποσό των £10.000,00 χωρίς τόκους, ως εγγύηση για την πιστή εκπλήρωση από τον Ενάγοντα των υποχρεώσεων του, δυνάμει του συμφωνητικού έγγραφου μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένης 1, το οποίο ποσό η Εναγόμενη 2 ανέλαβε να πληρώσει στην Εναγομένη 1, χωρίς αναφορά στον Ενάγοντα και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση εκ μέρους του, αμέσως με την λήψη της γραπτής απαίτησης της Εναγομένης
- Μάλιστα στην εν λόγω τραπεζική εγγυητική επιστολή αναφέρεται αναλυτικά και το περιεχόμενο που θα έπρεπε να έχει αυτή η γραπτή απαίτηση, δηλαδή να αναφέρεται γραπτώς ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει του συμφωνητικού έγγραφου μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένης 1 και ότι οι Εναγόμενη 1 ζητά πληρωμή με βάση την εν λόγω τραπεζική εγγυητική επιστολή. Η γραπτή απαίτηση της Εναγομένης 1 περιλάμβανε αυτά ακριβώς που ζητούσε το κείμενο της τραπεζικής εγγυητικής επιστολής, αφού το λεκτικό αυτής ανέφερε ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής, δεν είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει του πιο πάνω συμφωνητικού έγγραφου και ότι ζητείτο πληρωμή σύμφωνα με την πιο πάνω αναφερθείσα τραπεζική εγγυητική επιστολή. Δεν ήταν υποχρεωμένος κατά τον επίδικο χρόνο με βάση την διεθνή τραπεζική πρακτική ή την Κυπριακή τραπεζική πρακτική να κάνει οποιαδήποτε έρευνα και ούτε είχε οποιεσδήποτε οδηγίες από την Εναγόμενη 2 ή αυτό απαιτείτο καθ' οιονδήποτε τρόπο από το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής, να διεξάγει οποιαδήποτε μορφής έρευνα και να δώσει οδηγίες για πληρωμή του ποσού που προβλεπόταν από την επίδικη εγγυητική επιστολή, αφού προηγουμένως βεβαιωνόταν ότι η δικαιούχος εταιρεία δεν τελούσε υπό εκκαθάριση και/ή αφού βεβαιωνόταν ότι δεν είχε καταχωρηθεί εναντίον της αίτηση με την οποία εζητείτο η εκκαθάριση της. Πέραν τούτου ουδεμία δυνατότητα διατηρούσε για να ελέγξει εάν η Εναγόμενη 1 εταιρεία τελούσε υπό εκκαθάριση κατά την εν λόγω ημερομηνία αφού, η Εναγόμενη 2 δεν διατηρούσε γενικό αρχείο που να περιλαμβάνει όλες τις εταιρείες που τελούσαν υπό εκκαθάριση στην Κύπρο. Έτσι στις 21.10.2005 έδωσε οδηγίες στην κα Σωτηρούλα Παπαχριστοδούλου, όπως προχωρήσει στην πληρωμή της απαίτησης σε σχέση με την εν λόγω τραπεζική εγγυητική επιστολή, αφού διαπίστωσε ότι τηρούνταν όλοι οι όροι για πληρωμή της. Όπως διαπίστωσε η κα Σωτηρούλα Παπαχριστοδούλου πράγματι αυτό έπραξε και έτσι έδωσε οδηγίες στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2, στην οδό Προδρόμου στην Λευκωσία να εκδώσουν επιταγή προς όφελος της Εναγομένης 1 για το ποσό των £10.000,
- Επεσήμανε δε ότι ουδέποτε αναζήτησε προσωπικά ή μέσω οποιουδήποτε άλλου συναδέλφου την συγκατάθεση ή την έγκριση του Ενάγοντα για την πληρωμή του ποσού που αναφερόταν στην επίδικη τραπεζική εγγυητική επιστολή προς όφελος της Εναγομένης 1 καθ' ότι κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν από το περιεχόμενο της και ούτε συνηθίζεται στην τραπεζική πρακτική διεθνώς να ζητείται η έγκριση του Πρωτοφειλέτη για την πληρωμή του ποσού που προβλέπεται από μία τραπεζική εγγυητική επιστολή καθ' ότι τα τραπεζικά ιδρύματα, τα οποία επιτελούν τον ρόλο του εγγυητή κατά την έκδοση των τραπεζικών εγγυητικών δεν έχουν δικαίωμα να επεμβαίνουν ή να υπεισέρχονται ή να εξετάζουν κατά οποιονδήποτε τρόπο την τυχόν παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων μεταξύ Πρωτοφειλέτη και Δικαιούχου. Το μόνο που δύναται να εξετάζει το τραπεζικό ίδρυμα είναι εάν η απαίτηση έγινε σύμφωνα με τους όρους της τραπεζικής εγγυητικής επιστολής και όπως επίσης ότι προσκομίζεται μαζί με την απαίτηση από τον δικαιούχο και η αυθεντική τραπεζική εγγυητική επιστολή. Όπως δε διαπίστωσε από το σώμα της εν λόγω επιταγής, όταν και παρέλαβε αυτή από το αρχείο των Εναγόμενων, αυτή παραλήφθηκε από την Εναγόμενη 1, οπισθογραφήθηκε από την Εναγομένη 1 προς όφελος κάποιου κυρίου Ανδρέα Μαραγκού και ο οποίος την κατέθεσε στην Σ.Π.Ε. Κάτω Βαρωσιών. Δεν ήταν και δεν είναι πρακτική της Εναγόμενης 2 ή πρακτική των τραπεζικών οργανισμών τόσο διεθνώς όσο και στην Κύπρο, να κρατούν αρχείο για το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα, που παρουσιάζουν σε τραπεζικό ίδρυμα την αυθεντική τραπεζική εγγυητική επιστολή και την απαίτηση για πληρωμή του ποσού που αναφέρεται και προνοεί η εγγυητική επιστολή. Ούτε είναι και ή ήταν πρακτική της Εναγόμενης 2 και ή πρακτική των τραπεζικών οργανισμών τόσο διεθνώς όσο και στην Κύπρο, να διεξάγουν έλεγχο αναφορικά με τις υπογραφές των διευθυντών των νομικών προσώπων που υπογράφουν τις απαιτήσεις για πληρωμή τραπεζικών εγγυητικών επιστολών και οι οποίες προέρχονταν από δικαιούχους οι οποίοι ήταν/είναι νομικά πρόσωπα. Τα τραπεζικά ιδρύματα δεν έχουν καμία σχέση και ή επαφή με τους δικαιούχους των εγγυητικών επιστολών. Οι εγγυητικές επιστολές παραδίδονται στον Πρωτοφειλέτη ο οποίος τις παραδίδει στον δικαιούχο εάν και εφόσον το επιθυμεί και οπότε αυτός το επιθυμεί και θεωρήσει σωστό. Τα τραπεζικά ιδρύματα δεν έχουν αρχείο και ούτε είναι σε θέση να ελέγχουν την υπογραφή έκαστου από τους διευθυντές του νομικού προσώπου το οποίο λαμβάνει ως δικαιούχος εγγυητική επιστολή που εκδόθηκε από τραπεζικό ίδρυμα. Ούτε και δίνεται στο τραπεζικό ίδρυμα αντίγραφο της υπογραφής των διευθυντών του νομικού προσώπου το οποίο είναι δικαιούχο της εγγυητικής επιστολής που εκδίδεται από τραπεζικό ίδρυμα. Έτσι το τραπεζικό ίδρυμα που δίνει την τραπεζική εγγυητική επιστολή δεν είναι σε θέση να εξετάσει εάν οι υπογραφές που φαίνονται στο σώμα της απαίτησης για πληρωμή της εγγυητικής επιστολής που δόθηκε ανταποκρίνονται στις υπογραφές του διευθυντή και ή των διευθυντών του νομικού προσώπου που είναι ο δικαιούχος της εκάστοτε εγγυητικής επιστολής. Το τραπεζικό ίδρυμα που εκδίδει μία τραπεζική εγγυητική επιστολή βεβαιώνεται ότι η τραπεζική επιταγή που θα εκδοθεί προς πληρωμή του ποσού που αναφέρεται στην τραπεζική εγγυητική επιστολή θα εκδοθεί προς όφελος του νομικού προσώπου που αναφέρεται στην τραπεζική εγγυητική επιστολή και μόνο, ώστε να μην υπάρχει καμία πιθανότητα να ωφεληθεί κάποιο άλλο πρόσωπο από την έκδοση της. Στην διεθνή τραπεζική πρακτική όσο και στην Κυπριακή τραπεζική πρακτική αλλά και στην τραπεζική πρακτική της Εναγόμενης 2, κατά την περίπτωση που ο εντολέας - Πρωτοφειλέτης επιθυμεί όπως πριν από την πληρωμή της τραπεζικής εγγυητικής επιστολής γίνει επιβεβαίωση της υπογραφής του δικαιούχου, επί της γραπτής του απαίτησης με την οποία ο δικαιούχος ζητεί την πληρωμή μίας τραπεζικής εγγυητικής επιστολής, τότε αποκλειστικά σε αυτή την περίπτωση προστίθεται ειδικός όρος στο λεκτικό της εν λόγω τραπεζικής εγγυητικής επιστολής σύμφωνα με τον οποίο δηλώνεται ρητά ότι ο δικαιούχος της τραπεζικής εγγυητικής επιστολής δεν θα πληρωθεί το ποσό που προβλέπεται σε αυτήν παρά μόνο εάν η υπογραφή του εν λόγω δικαιούχου της, στην γραπτή απαίτηση που γίνεται στο τραπεζικό ίδρυμα για πληρωμή του ποσού της τραπεζικής εγγυητικής επιστολής, επιβεβαιωθεί από το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο ο δικαιούχος διατηρεί λογαριασμό και είναι τακτικός του πελάτης. Σε αυτή την περίπτωση μόνο εφόσον επιβεβαιωθεί η υπογραφή του δικαιούχου που φαίνεται στην απαίτηση για πληρωμή της τραπεζικής εγγυητικής, τότε και μόνο το τραπεζικό ίδρυμα που έδωσε την τραπεζική εγγυητική επιστολή είναι υποχρεωμένο να προχωρήσει και προχωρεί στην πληρωμή στο δικαιούχο του ποσού που προβλέπεται στην τραπεζική εγγυητική επιστολή, σύμφωνα με την γραπτή απαίτηση του. Τέτοιος όρος ότι δηλαδή έπρεπε προηγουμένως η Εναγόμενη 1 να προσκομίσει στην Εναγομένη 2 επιβεβαίωση της υπογραφής επί της γραπτής απαίτησης που παρουσιάστηκε σε αυτήν από τραπεζικό ίδρυμα με το οποίο τυχόν συνεργάζετο και ή διατηρούσε λογαριασμό ως προϋπόθεση για να δεχτεί η Εναγόμενη 2 την γραπτή της απαίτηση για να προχωρήσουν στην πληρωμή της Εναγομένης 1, δεν εμπεριέχετο και ή δεν περιλαμβανόταν στην εν λόγω εγγυητική επιστολή και ούτε ποτέ ζητήθηκε από τον εντολέα - Πρωτοφειλέτη, καθ' ότι εάν εζητείτο αυτός ο όρος φυσικά θα προστίθετο. Έτσι με το λεκτικό της πιο πάνω αναφερθείσας εγγυητικής επιστολής η Εναγόμενη 2 δεν ενομιμοποιείτο και ή δεν εδικαιούτο και ή δεν απαιτείτο από αυτή να ζητήσει από την Εναγομένη 1, να προχωρήσει στην επιβεβαίωση της υπογραφής των προσώπων που φαινόταν στην εν λόγω απαίτηση ημερομηνίας 18.10.2005, από το τραπεζικό ίδρυμα με το οποίο τυχόν συνεργάζονταν και ήταν πελάτης του, η Εναγόμενη 1, ως προϋπόθεση και προτού η Εναγόμενη 2, προχωρήσει στην πληρωμή του ποσού που αναφερόταν στην πιο πάνω τραπεζική εγγυητική επιστολή. Στην συγκεκριμένη περίπτωση προς πληρωμή του ποσού που αναφερόταν στην επίδικη τραπεζική εγγυητική εκδόθηκε επιταγή προς όφελος της Εναγομένης
- Ουδέποτε και σε καμία περίπτωση δεν γνώριζε και ή περιήλθε στην αντίληψη του κατά οιονδήποτε τρόπο ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία τελούσε υπό εκκαθάριση κατά την 21.10.2005 που έδωσε την εντολή στην κα Σωτηρούλα Παπαχριστοδούλου (Μ.Υ.1) στο Εμπορικό κατάστημα της Εναγόμενης 2 στην Πάφο, όπως αυτή μεριμνήσει για να γίνει η πληρωμή του ποσού της πιο πάνω αναφερόμενης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής ούτε και οποτεδήποτε προηγουμένως γνώριζε για αυτό το γεγονός. Αυτό το έμαθε πριν από κάποιες μέρες όταν όπως τον ενημέρωσε ο δικηγόρος της Εναγομένης 2, οι δικηγόροι του Ενάγοντα του παρουσίασαν επίσημο πιστοποιητικό από τον Έφορο Εταιρειών που πιστοποιούσε ότι η Εναγόμενη 1 τελεί υπό εκκαθάριση από την 16.09.
- Ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψη του ότι οποιοσδήποτε υπάλληλος της Εναγόμενης 2 γνώριζε κατά την 18.10.2005 που έγινε και παραλήφθηκε η απαίτηση της Εναγoμένης 1, από το Εμπορικό κατάστημα της Εναγομένης 2 στην Λάρνακα και ούτε επίσης κατά την 21.10.2005 που έδωσε οδηγίες για πληρωμή της απαίτησης σε σχέση με την επίδικη εγγυητική επιστολή αλλά ούτε κατά την 24.10.2005 που η εν λόγω επιταγή παραλήφθηκε από φυσικό πρόσωπο και ή πρόσωπα εκ μέρους της Εναγομένης 1, ότι αυτή τελούσε υπό εκκαθάριση από την 16.09.
- Ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν πράγματι είχε δημοσιευθεί και εάν δημοσιεύθηκε σε ποια ακριβώς ημερομηνία η δημοσίευση ειδοποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ότι η Εναγόμενη 1 τελούσε υπό εκκαθάριση από την 16.09.
- Ακόμα δεν γνώριζε εάν η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας έγινε με το ορθό όνομα της Εναγομένης
- Ο ίδιος όμως ήταν σε θέση να γνωρίζει καλώς ότι δεν έγινε οποτεδήποτε οποιοδήποτε παράπονο από οποιονδήποτε στην Εναγομένη 2 και ή σε υπάλληλους της Εναγόμενης 2, είτε από την ίδια την Εναγομένη 1, είτε από τον Επίσημο Παραλήπτη για λογαριασμό της Εναγομένης 1, ότι η Εναγόμενη 1 δεν πληρώθηκε το ποσό της επίδικης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής, αφού είναι φανερό ότι το ποσό που προβλεπόταν στην επίδικη εγγυητική πληρώθηκε από την Εναγομένη 2, στην Εναγομένη 1 με επιταγή ημερομηνίας 24.10.2005, για το ποσό των £10.000,00, η οποία δεν έχει διγραμμισθεί. Εάν δεν επληρώνετο η Εναγόμενη 1 το ποσό της επίδικης εγγυητικής θα ήταν λογικό να προέβαινε σε παράπονο και ή όχληση και ή να αναζητήσει το ποσό της εν λόγω εγγυητικής δια της δικαστικής οδού, πράγμα που ποτέ δεν τέθηκε είτε από τον Επίσημο Παραλήπτη είτε από την ίδια την Εναγομένη 1, δια των νόμιμων αντιπρόσωπων της. Σε πρόσθετες ερωτήσεις του συνηγόρου της Εναγομένης 2, ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι είχε στην κατοχή του την επιταγή με αριθμό 131/90138711, που εξεδόθη από την Εναγόμενη 2 για το ποσό των Λ.Κ. 10.000,00 προς εξόφληση της επίδικης Εγγυητικής Επιστολής την οποία και κατέθεσε χωρίς ένσταση σαν Τεκμήριο
- Επίσης ανέφερε ότι η Εναγόμενη 2 μετονομάστηκε σε Ελληνική Τράπεζα Λτδ και ότι στην σελίδα 10, στην 3η παράγραφο, στη 5η και 10η γραμμή του Τεκμηρίου Β εκ λάθους αναφέρει «των Εναγομένων 1» ενώ η ορθή αναφορά είναι «των Εναγομένων 2». Στην αντεξέταση του ο Μ.Υ.2 απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του ενάγοντα ανέφερε ότι: Ευρίσκεται στην υπηρεσία της Εναγομένης 2 από το 2003 στο τμήμα Έκδοσης τραπεζικών εγγυητικών επιστολών και ενέγγυων πιστώσεων στην Επαρχία Λευκωσίας. Η επίδικη εγγυητική επιστολή όταν εκδόθηκε ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη αφού ο ίδιος επιλαμβάνεται και χειρίζεται ζητήματα που αφορούν την έκδοση τέτοιων επιστολών όταν το ποσό που αφορά αυτές είναι πέραν των € 70.000,
- Όμως στην διαδικασία πληρωμής των απαιτήσεων εγγυητικών επιστολών εξετάζονται από τον ίδιον όλες ανεξαιρέτως. Για την επίδικη εγγυητική επιστολή ο ίδιος μέχρι και που υποβλήθηκε η απαίτηση πληρωμής της δεν είχε καμία ανάμειξη. Όμως όταν υποβλήθηκε η απαίτηση για την πληρωμή της ήλεγξε την εγκυρότητα της απαίτησης δηλαδή κατά πόσο αυτή έγινε σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω εγγυητικής επιστολής. Από τον έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι με βάση το λεκτικό της επίδικης εγγυητικής επιστολής η απαίτηση που έγινε ήταν σύμφωνα με αυτό και με τους όρους που επιβάλλονται από την επίδικη εγγυητική επιστολή προς πληρωμή της. Σε υποβολή ότι η Εναγόμενη 2 όπως και οι άλλες τράπεζες διατηρούν εσωτερική υπηρεσία και αρχείο στο οποίο ελέγχουν και καταγράφουν τις εταιρείες που τίθενται υπό εκκαθάριση, απάντησε ότι στην υπηρεσία που εργάζεται δεν διατηρούνται τέτοια αρχεία ο ίδιος δε δεν έχει πρόσβαση σε τέτοιου είδους πληροφορίες και ούτε γνωρίζει αν η Εναγόμενη 2 διατηρεί τέτοια υπηρεσία. Ο ίδιος δεν είναι σίγουρος αν η Εναγόμενη 2 είναι συνδρομήτρια στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει τους λόγους που στην εν λόγω εταιρεία δημοσιεύονται οι εταιρείες που τελούν υπό εκκαθάριση. Ο ίδιος απ' ότι γνωρίζει ουδέποτε υπήρξε αλλά ούτε και υπάρχει πρακτική από πλευράς της Εναγόμενης 2 να διεξάγεται έλεγχος αναφορικά με τις υπογραφές διευθυντών των νομικών προσώπων που υπογράφουν απαιτήσεις πληρωμής τραπεζικών εγγυητικών επιστολών. Τούτο ισχύει μόνο στην περίπτωση που υπάρχει ειδικός όρος στο ίδιο το κείμενο της εγγυητικής επιστολής. Ο ίδιος επίσης ανέφερε ότι δεν γνωρίζει για κάποιο ηλεκτρονικό σύστημα με την ονομασία «ARTEMIS» και συνακόλουθα απέρριψε σχετική περί του αντιθέτου υποβολή. Ακόμα διευκρίνισε ότι ουδέποτε άκουσε για ένα τέτοιο σύστημα. Ο ίδιος δεν εξέτασε κατά πόσο η Εναγόμενη 1 κατά τον χρόνο που υποβλήθηκε η απαίτηση για πληρωμή ευρίσκετο υπό εκκαθάριση αφού δεν είναι πρακτική της Εναγόμενης 2 να προβαίνει σε τέτοιο έλεγχο και πρόσθετα ο ίδιος δεν είχε τα μέσα για να προβεί σε τέτοιο έλεγχο. Αυτό το οποίο ακολουθεί δυνάμει της πρακτικής που εφαρμόζεται όταν παρουσιάζεται μια εγγυητική για πληρωμή, είναι να εξεταστεί αν έχει παρουσιαστεί το πρωτότυπο της εγγυητικής επιστολής με υποβολή ορθού αιτήματος για πληρωμή και ακολούθως λαμβάνεται απόφαση κατά πόσο θα πληρωθεί ή όχι. Διευκρίνισε δε ότι στα πλαίσια της εξέτασης αν υποβλήθηκε σωστά απαίτηση για πληρωμή, αυτό το οποίο ελέγχθηκε είναι αν η απαίτηση γίνεται σύμφωνα με τους όρους της ίδιας της εγγυητικής επιστολής. Απορρίπτοντας δε υποβολή ότι κακώς αποφάσισε να πληρωθεί η επίδικη εγγυητική επιστολή, ανέφερε ότι για τον ίδιο η απαίτηση γι' αυτήν ήταν έγκυρη, σύμφωνα με τους όρους της εγγυητικής επιστολής και σωστά έδωσε εντολή για να πληρωθεί το ποσό αυτής. Το τι προνοείται από την διεθνή τραπεζική πρακτική αλλά και στην πρακτική που εφαρμόζει και ακολουθεί η Εναγόμενη 2 για να πληρωθεί οποιαδήποτε τραπεζική εγγυητική επιστολή θα πρέπει να ελεγχθεί κατά πόσο τηρούνται οι όροι της. Αυτό έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ίδιος δεν είχε υποχρέωση προτού δώσει εντολή για πληρωμή να ελέγξει κατά πόσο η Εναγόμενη 1 εταιρεία ευρίσκετο υπό εκκαθάριση όταν έδωσε εντολή να πληρωθεί. Αυτό τόσο δυνάμει της τραπεζικής πρακτικής αλλά και σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς της Εναγόμενης 2 οι οποίοι εκείνο το οποίο προβλέπουν είναι την παρουσίαση του πρωτότυπου της εγγυητικής επιστολής και του ελέγχου αν ορθά υποβλήθηκε η απαίτηση. Στην συγκεκριμένη δε περίπτωση ενημερώθηκε από τους συναδέλφους τους ότι είχε παρουσιαστεί το πρωτότυπο της εγγυητικής επιστολής καθώς και η απαίτηση των οποίων ο ίδιος όταν υποβλήθηκε η απαίτηση έλαβε και είδε φωτοτυπίες τους. Ο ίδιος δε, δεν ήταν σε θέση όταν του επεδείχθη το τεκμήριο 4 να αναφέρει ποιος έγραψε σε αυτό τον αριθμό της επίδικης τραπεζικής επιστολής. Αφού ο ίδιος δεν γνώριζε ποίο ήταν το πρόσωπο που του είχε παρουσιάσει, ούτε αυτό αλλά ούτε και το πρωτότυπο της εγγυητικής επιστολής. Επίσης δεν γνωρίζει ποίος παρέλαβε την επιταγή τεκμήριο 6, ούτε σε ποια πρόσωπα ανήκουν οι υπογραφές στο πίσω μέρος του τεκμηρίου 6, ποιος είναι ο Αντρέας Μαραγκός αλλά ούτε και ποιος εξαργύρωσε την επιταγή τεκμήριο
- Σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε ότι δεν του έκαμε καμία εντύπωση γιατί η απαίτηση με βάση το τεκμήριο 4 έγινε την τελευταία ημέρα που έγινε η επίδικη τραπεζική εγγυητική επιστολή και ούτε ρώτησε να πληροφορηθεί ποία ήταν η παράβαση της συμφωνίας που αναφέρεται σε αυτήν. Όσον αφορά την επιταγή τεκμήριο 6 όπως φαίνεται από αυτήν κατέληξε στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κάτω Βαρωσίων σε λογαριασμό τον οποίο όμως δεν γνωρίζει. Το πρόσωπο δε που εξέδωσε την επιταγή τεκμήριο 6 είναι υπάλληλος της Εναγόμενης 2 στο κατάστημα 131 που ευρίσκεται στην οδό Προδρόμου στην Λευκωσία, δεν γνωρίζει όμως ποίος συγκεκριμένος υπάλληλος. Ο ίδιος διευκρίνισε ότι δεν περιέπεσε στην αντίληψη του στα τόσα χρόνια υπηρεσίας του στην Εναγόμενη 2 να πληρωθεί ποσό εγγυητικής επιστολής σε εταιρεία η οποία τελούσε υπό εκκαθάριση. Διαφωνώντας με υποβολή ότι η Εναγόμενη 2 πλήρωσε παράνομα την επίδικη εγγυητική επιστολή διότι η Εναγόμενη 1 τελούσε υπό εκκαθάριση, ανέφερε ότι η πληρωμή έγινε ορθά αφού λήφθηκε μια γνήσια απαίτηση συνοδευόμενη από το πρωτότυπο της εγγυητικής. Ακόμα απορρίπτοντας σχετικές υποβολές ανέφερε ότι όσα είπε στην μαρτυρία του ήταν η αλήθεια και επανέλαβε ότι η απαίτηση ήταν γνήσια συνοδευόμενη από το πρωτότυπο της εγγυητικής. Τέλος σε υποβολή ότι τα όσα είπε είχαν σκοπό την αποφυγή των νομικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης 2 προς τον Ενάγοντας απάντησε ότι όλα έγιναν όπως τα ανέφερε. Η Μ.Υ.3 κα Άντρη Ανδρέου στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι: Εργάζεται στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και τα καθήκοντα της είναι βοηθός εξετάστρια στο Κλάδο Πτωχεύσεων. Η εταιρεία με την ονομασία CHARIS BETTING LTD με αρ. εγγραφής 44239 τέθηκε σε εκκαθάριση με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 16.9.
- Πιστό δε αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος κατέθεσε στο Δικαστήριο, το οποίο και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο
- Δημοσίευση του διατάγματος με το οποίο τέθηκε σε εκκαθάριση η εν λόγω εταιρεία έγινε στην επίσημη εφημερίδα της δημοκρατίας στις 21.10.
- Στην εν λόγω δημοσίευση το όνομα της εταιρείας με αρ. εγγραφής 44239 στη λέξη CHARIS αναγράφηκε με ένα «R» και όχι με δύο. Ακόμα διευκρίνισε πως ουδέποτε έγινε δημοσίευση ότι η εταιρεία με αρ. 44239 τέθηκε υπό εκκαθάριση με όνομα που να έχει στη λέξη CHARIS δύο «R». Στην αντεξέταση της απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου του Ενάγοντα απάντησε ότι η εταιρεία CHARIS BETTING LTD με αριθμό 44239 από τότε που εξεδόθη το διάταγμα μέχρι και σήμερα τελεί υπό εκκαθάριση, εκκαθαριστής δε αυτής ήταν και εξακολουθεί να είναι από την 20.1.2009 ο Επίσημος Παραλήπτης. Τέλος σε ερώτηση αν λόγω του ότι η δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της δημοκρατίας του ονόματος της εταιρείας στη λέξη «CHARIS» έγινε με ένα «R» αντί με δύο, επηρεάζει τη νομική υπόσταση της εταιρείας όπως είναι σήμερα, απάντησε ότι δεν γνωρίζει για το συγκεκριμένο ζήτημα και γι΄ αυτό δεν είναι σε θέση να εκφέρει άποψη. Η Μ.Υ.4 κα Άντρη Βασιλείου στην κυρίως εξέταση της υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής ενυπόγραφης δήλωσης της την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Έγγραφο Γ. Περαιτέρω απάντησε σε ερωτήσεις του συνηγόρου της Εναγόμενης
- Όπως ανέφερε στην κυρίως εξέταση της: Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εργαζόταν στην υπηρεσία της Εναγομένης
- Εξακολουθεί δε μέχρι και σήμερα να εργάζεται στην υπηρεσία της Εναγομένης
- Σχετικά με την παρούσα υπόθεση είναι σε θέση να γνωρίζει ότι κατά την 18.10.2005 ενώ βρισκόταν εν ώρα εργασίας στο εμπορικό κατάστημα της Εναγομένης 2 στην Λάρνακα, ένα πρόσωπο έφερε την γραπτή απαίτηση εκ μέρους της εταιρείας CHARRIS BETTING LTD, η οποία περιείχε στο σώμα αυτής την σφραγίδα της εταιρείας CHARRIS BETTING LTD και κάτω από την σφραγίδα αυτής δύο υπογραφές για τις οποίες δεν είχε και δεν έχει κανένα λόγο ή υποψία ή δικαίωμα να αμφιβάλει καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι δεν ανήκουν στους διευθυντές της Εναγομένης
- Την εν λόγω απαίτηση την παρέδωσε σε εκείνη προσωπικά, της οποίας το πρωτότυπο έχει στην κατοχή της. Αντίγραφο της εν λόγω γραπτής απαίτησης είναι ήδη κατατεθειμένο ως Τεκμήριο 4, ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω γνωρίζει καλά ότι κατά την 18.10.2005, το εν λόγω πρόσωπο έφερε και παρέδωσε σε εκείνη μαζί με την απαίτηση για πληρωμή και την αυθεντική και πρωτότυπη εγγυητική επιστολή με αριθμούς LGU 511/018887/591 ποσού £10.000,00 λιρών Κύπρου, ημερομηνίας λήξεως την 18.10.2005 εκ μέρους της δικαιούχου εταιρείας CHARRIS BETTING LTD, της οποίας το πρωτότυπο έχει στην κατοχή της. Αντίγραφο δε της εν λόγω εγγυητικής επιστολής είναι κατατεθειμένο ήδη ως Τεκμήριο 3, ενώπιον του Δικαστηρίου. Τόσο την εν λόγω πρωτότυπη εγγυητική επιστολή με αριθμούς LGU 511/018887/591 αλλά και την αυθεντική γραπτή απαίτηση ημερομηνίας 18.10.2005 με την σφραγίδα και τις υπογραφές των διευθυντών της CHARRIS BETTING LTD, μετά που τις παρέλαβε, τις απέστειλε άμεσα μέσω υπηρεσίας εσωτερικής αλληλογραφίας της Εναγομένης 2, στην κα Σωτηρούλα Παπαχριστοδούλου η οποία είναι η μάρτυρας υπεράσπισης υπ' αριθμό 1, στην παρούσα διαδικασία, στο Εμπορικό κατάστημα της Εναγομένης 2 στην Πάφο. Η κα Σωτηρούλα Παπαχριστοδούλου, της επιβεβαίωσε κατά την 21.10.2005, ότι παρέλαβε τόσο την πρωτότυπη εγγυητική επιστολή με αριθμούς LGU 511/018887/591 όσο και την αυθεντική γραπτή απαίτηση ημερομηνίας 18.10.2005 με την σφραγίδα και τις υπογραφές των διευθυντών της CHARRIS BETTING LTD. Η κα Σωτηρούλα Παπαχριστοδούλου της επιβεβαίωσε επίσης ότι είχε διατηρήσει φυλαγμένα και αναλλοίωτα στο αρχείο της Εναγομένης 2, στο εμπορικό κατάστημα της Εναγομένης 2 στην Πάφο, τόσο την πρωτότυπη εγγυητική επιστολή με αριθμούς LGU 511/018887/591 όσο και την αυθεντική γραπτή απαίτηση ημερομηνίας 18.10.2005 με την σφραγίδα και τις υπογραφές των διευθυντών της CHARRIS BETTING LTD και τις οποίες της παρέδωσε προσωπικά για να τις χρησιμοποιήσει στην παρούσα ακροαματική διαδικασία. Πράγματι αφού παρέλαβε τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα από την κα Σωτηρούλα Παπαχριστοδούλου, αναγνώρισε θετικά ότι τόσο η πρωτότυπη εγγυητική επιστολή με αριθμούς LGU 511/018887/591, όσο και η αυθεντική γραπτή απαίτηση ημερομηνίας 18.10.2005, με την σφραγίδα και τις υπογραφές των διευθυντών της CHARRIS BETTING LTD, είναι αυτές που της παραδόθηκαν από πρόσωπο εκ μέρους της CHARRIS BETTING LTD, την 18.10.2005, κατά την διάρκεια των ωρών εργασίας της, στο Εμπορικό κατάστημα της Εναγομένης 2, στη Λάρνακα. Ουδέποτε περιέπεσε και ή περιήλθε στην αντίληψη της ότι η εταιρεία CHARRIS BETTING LTD, τέθηκε υπό εκκαθάριση και ή ότι καταχωρήθηκε οποιαδήποτε αίτηση για διάλυση της εν λόγω εταιρείας και ακόμα ούτε από οποιοδήποτε άλλο υπάλληλο της Εναγομένης 2 η τρίτο πρόσωπο, άκουσε οποτεδήποτε να λέγεται ή της λέχθηκε προσωπικά κάτι τέτοιο. Ωστόσο πριν από μερικές μέρες όταν μίλησε με τον δικηγόρο της Εναγομένης 2, που χειρίζεται την παρούσα αγωγή κατά την ακροαματική διαδικασία αυτής, της ανέφερε ότι του επιδείχθηκε εκ μέρους της δικηγόρου του Ενάγοντα, ένα έγγραφο του εφόρου εταιρειών στο οποίο αναφερόταν ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία τελούσε υπό εκκαθάριση από την 16.09.
- Σε ερωτήσεις του συνηγόρου της Εναγομένης 2 ανέφερε ότι έχει στην κατοχή της το πρωτότυπο της επίδικης εγγυητικής επιστολής με αριθμό LGU511/018887/591 την οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης ότι είχε στην κατοχή της το πρωτότυπο της απαίτησης ημερ. 18.10.05 που υπέβαλε η Εναγόμενη 1 εταιρεία σε σχέση με την επίδικη εγγυητική επιστολή την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο
- Στην αντεξέταση της απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του Ενάγοντα ανέφερε ότι τα καθήκοντα της κατά τον επίδικο χρόνο ήτοι το 2005, ήταν αυτά της υπεύθυνης του τμήματος εμπορικών συναλλαγών του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2 στη Λάρνακα, καθήκοντα τα οποία εξακολουθεί να έχει και σήμερα. Η ίδια δεν γνωρίζει το όνομα του προσώπου που παρουσίασε την γραπτή απαίτηση (Τεκμήριο 9) για πληρωμή της επίδικης εγγυητικής (Τεκμήριο 8) ούτε και κράτησε οποιαδήποτε στοιχεία του εν λόγω προσώπου. Το πρόσωπο αυτό ήταν άντρας και ο λόγος που δεν κράτησε τα στοιχεία του είναι διότι δεν είχε καθήκον προς τούτο διότι η ίδια απλά εξυπηρέτησε το υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στην Πάφο με το να παραλάβει την πρωτότυπη εγγυητική επιστολή με τη σχετική απαίτηση. Σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει με ακρίβεια πόσες απαιτήσεις παραλαμβάνουν το μήνα για πληρωμή εγγυητικών επιστολών, ο αριθμός όμως αυτών είναι περίπου 10 το μήνα ήτοι γύρω στις 120 το χρόνο. Σε ερώτηση πώς είναι δυνατό να θυμάται αφού από τον επίδικο χρόνο μέχρι που έδωσε μαρτυρία παρέλαβε γύρω στις 820 απαιτήσεις να ότι ήταν άντρας που παρουσίασε την επίδικη εγγυητική, απάντησε ότι το θυμάται διότι το συγκεκριμένο πρόσωπο όταν υπόβαλε το αίτημα και την απαίτηση κάθισε στο γραφείο της μέχρι να επικοινωνήσει με το υποκατάστημα της Πάφου. Ακόμα διευκρίνισε ότι δεν ρώτησε το όνομα του εν λόγω προσώπου διότι αυτός είχε στην κατοχή του το πρωτότυπο της εγγυητικής σαν ο δικαιούχος αυτής την οποία μαζί με την απαίτηση προς πληρωμή η ίδια απλά τα παρέλαβε. Σε υποβολή ότι γνωρίζει ποιο ήταν το συγκεκριμένο πρόσωπο αλλά δεν ήθελε να αποκαλύψει το όνομα του στο Δικαστήριο, απάντησε ότι δεν γνωρίζει ποιο ήταν το όνομα του εν λόγω προσώπου και ότι δεν είχε κανένα λόγο αν το γνώριζε να αποκαλύψει το όνομα του στο Δικαστήριο. Σε ερώτηση κατά πόσο το πρόσωπο που παρουσίασε την απαίτηση και την επίδικη εγγυητική επιστολή είχε εξουσιοδότηση προς τούτο από την Εναγόμενη 1 Εταιρεία, απάντησε ότι δεν γνώριζε και η ίδια όπως αναφέρει και στο Τεκμήριο Έγγραφο Γ ακόμα και μετά που κινήθηκε η παρούσα αγωγή εξακολουθεί να μην έχει αμφιβολία για το ότι οι υπογραφές επί του πρωτοτύπου της απαίτησης ανήκαν στους διευθυντές της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. Διευκρίνισε επίσης ότι δεν είναι σημαντικό να ζητούν τα στοιχεία των προσώπων που παρουσιάζονται ενώπιον τους διότι μπορεί τα διάφορα έντυπα να έρθει να τα καταθέσει ένας κλητήρας ή απλός υπάλληλος μίας εταιρείας και όχι απαραίτητα ο διευθυντής της. Η ίδια δεν γνώριζε ότι η Εναγόμενη 1 Εταιρεία τελούσε υπό εκκαθάριση κατά τον ουσιώδη χρόνο και ούτε ήταν αρμοδιότητα της να ελέγξει κάτι τέτοιο αφού αυτή παρέλαβε απλά την απαίτηση χωρίς καμιά άλλη ευθύνη. Σε ερώτηση κατά πόσο γνώριζε ποιο είναι το αρμόδιο πρόσωπο της Εναγόμενης 2 που ελέγχει αν κάποια εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Διευκρίνισε επίσης κατόπιν σχετικής ερώτησης ότι αυτό που εννοεί με την αναφορά της στο Τεκμήριο Έγγραφο Γ στη δεύτερη σελίδα, στην 3η παράγραφο, στην 3η γραμμή «στο αρχείο της Εναγόμενης 2», είναι ότι όλα τα έγγραφα που αφορούν ενέγγυες εγγυητικές και ενέγγυες πιστώσεις φυλάσσονται σε ένα πυρασφαλές ρόνεο. Σε αυτό το ρόνεο δεν φυλάσσεται αντίγραφο της επίσημης εφημερίδας της δημοκρατίας αφού δεν αποστέλλεται στο τμήμα τους τέτοιο αντίγραφο. Σε υποβολή ότι δεν είπε την αλήθεια ότι έμαθε πως η Εναγόμενη 1 Εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση πριν μερικές μέρες, απάντησε ότι όλα όσα έχει πει είναι η αλήθεια. Επίσης απαντώντας σε υποβολή ότι κακώς και παράνομα έγινε η πληρωμή της επίδικης εγγυητικής επιστολής λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 τελούσε υπό εκκαθάριση, απάντησε ότι το κατάστημα στη Λάρνακα και συγκεκριμένα η ίδια το μόνο που έκανε ήταν να παραλάβει την εν λόγω εγγυητική επιστολή και απαίτηση και καμία σχέση είχε με την πληρωμή αυτής. Τέλος απαντώντας σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν θυμόταν και δεν μπορούσε να περιγράψει το πρόσωπο που υπέβαλε την απαίτηση προς πληρωμή της επίδικης εγγυητικής επιστολής. Μετά την συμπλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες ανέγνωσαν και κατέθεσαν ενώπιον μου σαν Έγγραφο Γ.Α.1 ο συνήγορος του Ενάγοντα και σαν Έγγραφο Γ.Α.2 ο συνήγορος της Εναγόμενης
- Στην γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος του Ενάγοντα παραπέμπει στα όσα οι μάρτυρες της Εναγόμενης 2 κατέθεσαν και εισηγείται ότι οι μάρτυρες υπεράσπισης 1, 2 και 4 ενεργώντας με τον τρόπο που ενήργησαν όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή η επίδικη εγγυητική επιστολή, και ειδικότερα: α) επειδή κανένας από αυτούς δεν ήλεγξε κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσίασης της εγγυητικής επιστολής για πληρωμή αν η Εναγόμενη 1 υφίστατο, και α) επειδή εξ' αυτών οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 δεν ήταν σε θέση να απαντήσουν για τις υποχρεώσεις τους ιδίους αλλά και της Εναγόμενης 2, αναφορικά με το τι προνοούν οι διεθνείς κανονισμοί και τραπεζική πρακτική κατά την διαδικασία εξαργύρωσης μίας τραπεζικής εγγύησης, και γ) επειδή υπάρχει αντίφαση μεταξύ της Μ.Υ.1 και του Μ.Υ.2 αφού η μεν Μ.Υ.1 στην δική της μαρτυρία ανέφερε ότι η επιταγή που εκδόθηκε προς όφελος της Εναγόμενης 1 προς πληρωμή και εξαργύρωση της εγγυητικής επιστολής ήταν διγραμμισμένη και μόνο για σκοπούς κατάθεσης, ο δε Μ.Υ.2 στην δική του μαρτυρία ανέφερε πως αυτή δεν ήταν διγραμμισμένη και είχε οπισθογραφηθεί από την Εναγόμενη αρ. 1 προς όφελος τρίτου προσώπου, καταδεικνύουν ότι η Εναγόμενη 2 ενήργησε επιπόλαια όταν εξαργύρωσε την επίδικη τραπεζική εγγυητική επιστολή εκδίδοντας την τραπεζική επιταγή με το ισάξιο ποσό, σε άγνωστα πρόσωπα προς τα οποία επίσης την παρέδωσε. Είναι δε η τελική εισήγηση του συνηγόρου του Ένάγοντα ότι η Εναγόμενη 2 είχε υποχρέωση και όφειλε να γνωρίζει ότι η Εναγόμενη 1 είχε τεθεί υπό εκκαθάριση από τις 16.9.2005 και ενόψει αυτού του γεγονότος δεν θα έπρεπε να πληρώσει την επίδικη εγγυητική επιστολή σε πρόσωπο ή πρόσωπα που δεν ήταν ο εκκαθαριστής της Εναγομένης
- Τούτο διότι δυνάμει των προνοιών της σχετικής Νομοθεσίας όταν μία εταιρεία τεθεί υπό εκκαθάριση η διαχείριση της περιουσίας της γίνεται μέσω του εκκαθαριστή της και συνακόλουθα η Εναγόμενη 2 ενεργώντας με τον τρόπο που ενήργησε κατέστησε την συμπεριφορά της παράνομη και αυθαίρετη. Προς ενίσχυση της εισήγησης του αυτής ο συνήγορος του Ενάγοντα παρέπεμψε το Δικαστήριο στην πολιτική έφεση 11352
(2003)1 Α Α.Α.Δ σελ.
- Ενόψει των όσων ανέφερε ζήτησε την έκδοση απόφασης υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης 2 ως η έκθεση απαίτησης. Από την δική του πλευρά ο συνήγορος της Εναγομένης 2 ανέφερε ότι ο ενάγοντας στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του κατέθεσε διάφορους ισχυρισμούς οι οποίοι έρχονται σε πλήρη διάσταση και δεν καλύπτονται από το περιεχόμενο των δικογραφημένων στην έκθεση απαίτησης του ισχυρισμών. Πρόσθετα δε εκτός του ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα δεν καλύπτεται με τα δικόγραφα έρχεται και σε πλήρη αντίφαση με τους ισχυρισμός που ο ίδιος προβάλει μέσω και διά του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης του. Συνακόλουθα είναι εισήγηση του συνηγόρου της Εναγόμενης 2 ότι οποιαδήποτε θέση και ισχυρισμός που έχει τεθεί σαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Ενάγοντα, η οποία δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις στην έκθεση απαίτησης του θα πρέπει να αγνοηθεί παντελώς και να μην ληφθεί υπόψη. Προς τούτο παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αγωγή ναυτοδικείου με αριθμό 198/88 ημερομηνίας 30.1.1997, Μιχαήλ Μούρτζινος ν. Του πλοίου «Galaxias» και άλλων. Περαιτέρω ο συνήγορος της Εναγομένης 2 παραπέμποντας σε συγκεκριμένα σημεία από την μαρτυρία του Ενάγοντος εισηγείται ότι επειδή αυτός περιέπεσε σε αντιφάσεις, κενά και αφήνοντας αριθμό απαντήσεων αναπάντητες δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και γι' αυτό θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος. Πρόσθετα είναι εισήγηση του συνηγόρου της Εναγομένης 2 ότι λόγω της παράληψης του Ενάγοντα να παραθέσει λεπτομέρειες για το παράνομο των ενεργειών της Εναγομένης 2 και/ή των υπαλλήλων της δεν μπορεί να επιτύχει η απαίτηση του Ενάγοντα. Ούτε επίσης, εισηγείται ο συνήγορος της Εναγομένης 2, έχουν αποδειχτεί τα όσα με την Νομολογία έχουν καθιερωθεί σαν συστατικά στοιχεία για να ικανοποιηθεί η αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αυτό διότι η Εναγόμενη 2 δεν πλούτισε, με εξόδοις του Ενάγοντα αλλά ούτε και διατήρησε πλούτο με άδικο τρόπο εις βάρος του ενάγοντα. Η Εναγόμενη 2 δεν επωφελήθηκε η ίδια οποιοδήποτε ποσό αλλά ούτε και ζήμιωσε τον δικαιούχο της εγγυητικής επιστολής που ήταν η Εναγόμενη
- Περαιτέρω δεν μπορεί να καταλογισθεί εις βάρος της Εναγόμενης 2 δόλος ή εξαπάτηση του Ενάγοντα όχι μόνο γιατί τούτο δεν προκύπτει από την συμπεριφορά και ενέργειες τις εναγομένης 2 όπως εξάγεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, αλλά και επειδή τέτοιο ισχυρισμοί δεν είναι δικογραφημένοι στην έκθεση απαίτησης. Αντιθέτως, είναι εισήγηση του συνηγόρου της Εναγομένης 2, αυτή ενήργησε μέσα στα πλαίσια των διαδικασιών που ακολουθούνται στις περιπτώσεις έκδοσης τραπεζικών εγγυητικών επιστολών εφαρμόζοντας κατά γράμμα τις πρόνοιες τις επίδικης εγγυητικής επιστολής. Ούτε και μπορούσε η Εναγόμενη 2 να αρνηθεί την πληρωμή της επίδικης εγγυητικής επιστολής αφού σε καμία απολύτως περίπτωση δεν αποδείχτηκε ότι αυτή γνώριζε πως η Εναγόμενη 1 εταιρεία είχε τεθεί υπό εκκαθάριση ή διάλυση. Παραπέμποντας δε το Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων με αχρείαστη μπορώ να πω παράθεση μεγάλων αποσπασμάτων από από αυτές, είναι η εισήγηση του συνηγόρου της Εναγόμενης 2 ότι η πληρωμή της επίδικης εγγυητικής επιστολής στον δικαιούχο εφ' όσον εφαρμόστηκαν κατά γράμμα οι όροι και οι πρόνοιες της ήταν αναπόφευκτη. Σε σχέση δε με το ζήτημα που έθεσε ο Ενάγοντας αλλά και ο συνήγορος του που εν πάση περιπτώσει δεν είναι και δικογραφημένο, ότι η Εναγόμενη 2 έπρεπε να γνωρίζει κατά τον επίδικο χρόνο ότι η Εναγόμενη 1 είχε τεθεί υπό εκκαθάριση είναι εισήγηση του δικηγόρου υπεράσπισης της Εναγομένης 2 ότι αυτό ήταν αδύνατο να γίνει αφού η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ότι η Εναγόμενη 1 είχε τεθεί υπό εκκαθάριση έγινε στις 21.10.2005 ενώ η απαίτηση για πληρωμή έγινε στις 18.10.
- Αυτό σε συνάρτηση με την μη στοιχειοθέτηση δόλου ή εξαπάτησης ή συνέργειας της Εναγόμενης 2 με οποιοδήποτε πρόσωπο που επέδειξε οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά, καθιστούν τις ενέργειες της καθόλα νόμιμες και σύμφωνα με τους Κανονισμούς και την Νομολογία. Όσον αφορά το Νομικό καθεστώς μίας εταιρείας που τίθεται υπό εκκαθάριση και των ρόλο των διευθυντών αλλά και αυτόν του εκκαθαριστή μετά την έκδοση του διατάγματος, παρέπεμψε το Δικαστήριο στις πρόνοιες τις σχετικής Νομοθεσίας και συγκεκριμένα τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, Άρθρο 216,
- Επισήμανε ιδιαίτερα δε ότι ναι μεν η διαδικασία διορισμού παραλήπτη για σκοπούς εκκαθάρισης αρχίζει με την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, η διάλυση της εταιρείας και το σχετικό διάταγμα όμως εκδίδεται όταν οι υποθέσεις της εταιρείας έχουν πλήρως εκκαθαριστεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Νομική Βάση της παρούσας αγωγής όπως προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα είναι ο κατ΄ ισχυρισμόν εις βάρος του Ενάγοντα αδικαιολόγητος πλουτισμός της Εναγόμενης 2 για ποσό που καταβλήθηκε από αυτήν προς την Εναγόμενη 1 αχρεωστήτως και/ παράνομα και/η αυθαίρετα. Συγκεκριμένα και όπως στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα αναφέρεται, αυτός επικαλείται το παράνομο και/ή άκυρο της συμφωνίας παροχής τραπεζικής εγγύησης από μέρους του για την πιστή εκπλήρωση των υποχρεώσεων τρίτου προσώπου, ήτοι κάποιας Φλωρίνας Σαββούλας Δημητρίου, δυνάμει της οποίας εξεδόθη η επίδικη τραπεζική εγγυητική επιστολή προς όφελος της Εναγόμενης 1 από την Εναγόμενη
- Τούτο: (ι) διότι δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ αυτού και της Εναγόμενης 1 στην οποία κάνει αναφορά η τραπεζική εγγύηση, (ιι) διότι η τραπεζική εγγύηση που εδόθη από την Εναγόμενη 2 προς όφελος της Εναγομένης 1, ήταν εξ υπαρχής άκυρη αφού η συμφωνία που γίνεται πρόνοια σε αυτήν ήταν ανύπαρκτη, και (ιιι) διότι η τραπεζική εγγύηση εφόσον ήταν εξ υπαρχής άκυρη, δεν δημιουργούσε οποιαδήποτε υποχρέωση στον Ενάγοντα η σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Συνακόλουθα, για να επιτύχει η αξίωση του Ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, όπως αυτή εκτίθεται στην Έκθεση Απαίτησής του, θα πρέπει να ικανοποιηθούν τα όσα η σχετική νομοθεσία προβλέπει, ήτοι, ο περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149, αναφορικά με εξ υπαρχής άκυρες συμφωνίες, αλλά και τα όσα το άρθρο 65 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 και η Νομολογία έχει καθορίσει αναφορικά με αξίωση δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ποσού που έχει καταβληθεί αχρεωστήτως. Το άρθρο 65 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, του οποίου οι διατάξεις κωδικοποιούν στην ουσία την αρχή περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και την αξίωση επιστροφής χρημάτων ή οφέλους πληρωθέντων και παραληφθέντων, ήτοι για την απόδοση ποσού στον ενάγοντα οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος σε βάρος του πρώτου λόγω κάποιας λανθασμένης ή έκνομης πράξης, αναφέρει τα εξής: «Αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη, ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό.» Περαιτέρω, τα άρθρα 23, 24 και 25 του ιδίου Νόμου, προνοούν τα εξής: "
- Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν - (α) είναι απαγορευμένος από νόμο. ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου. ή (γ) συνιστά απάτη. ή (δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου. ή (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε κάθε μια από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη.
- Αν οποιοδήποτε μέρος μιας και μόνης αντιπαροχής για ένα ή περισσότερους σκοπούς ή μία οποιαδήποτε αντιπαροχή ή οποιοδήποτε μέρος μιας από περισσότερες αντιπαροχές για ένα και μόνο σκοπό, είναι παράνομος, η συμφωνία είναι άκυρη. Η νομική πτυχή που διέπει μία συμφωνία εγγύησης καλύπτεται από τα άρθρα 84 έως και 105 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Τα δε άρθρα 84, 85, 86 και 87 προνοούν τα εξής: "
- «Σύμβαση εγγύησης» είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο. Το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται «εγγυητής». Το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται «πρωτοφειλέτης», και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται «πιστωτής».
- Κάθε πράξη ή υπόσχεση προς όφελος του πρωτοφειλέτη, δύναται να αποτελεί επαρκή αντιπαροχή για τον εγγυητή για παροχή της εγγύησης.
- Εκτός αν προνοείται διαφορετικά στη σύμβαση, ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης." Όσον αφορά τι είναι και ποια χαρακτηριστικά έχει μία τραπεζική εγγυητική επιστολή, αλλά και η νομική πτυχή που διέπει το συγκεκριμένο είδος εγγύησης, παραπέμπω κατ' αρχάς στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η Έκδοση (Επανέκδοση), Τόμος 3
(1), στη σελίδα 212 στη παράγραφο 255 με τον τίτλο Credits as autonomous transactions, όπου αναφέρονται τα εξής: "255. Credits, by their nature, are separate transactions from the sales or other contract or contracts on which they may be based and banks are in no way concerned with, or bound by, such contract or contracts, even if any reference whatsoever to such contract or contracts is included in the credit. In credit operations all parties concerned deal in documents, and not in goods, services and/or other performances to which the documents may relate. ..................................................................................................................................................................................... ....................................................................................................... The autonomy of the credit is such that: (
- a)the beneficiary can in no case avail himself of the contractual relationships existing between the banks or between the applicant for the credit and the issuing bank; (
- b)banks are not entitled to refuse payment in reliance upon the terms of the contract between the buyer and the seller; (
- c)the buyer is not entitled on the ground of alleged defects in the goods to an injunction restraining the seller from drawing on the credit." Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση υπό του Δικαστηρίου: «255. Πιστώσεις σε αυτόνομες συναλλαγές. Πιστώσεις ως εκ της φύσεως τους είναι ξεχωριστές συναλλαγές από τις πωλήσεις ή άλλη σύμβαση ή συμβάσεις επί των οποίων είναι δυνατό να βασίζονται και οι τράπεζες δεν ενδιαφέρονται σε καμία περίπτωση με ή δεσμεύονται από τέτοια σύμβαση ή συμβάσεις, ακόμη και στην περίπτωση που γίνεται αναφορά στην πίστωση οποιασδήποτε φύσης σε τέτοια σύμβαση ή συμβάσεις. Σε συναλλαγές πίστωσης όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη συναλλάσσονται με έγγραφα και όχι με αγαθά, υπηρεσίες και/ή άλλες εφαρμογές στις οποίες τα έγγραφα δυνατό να σχετίζονται. .............................................................................. Η αυτονομία της πίστωσης είναι τέτοια έτσι ώστε: (α) ο δικαιούχος σε καμία περίπτωση δύναται να θέτει τον εαυτό του στις συμβατικές σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των τραπεζών ή μεταξύ του αιτητή για έκδοση της πίστωσης και της εκδότριας τράπεζας. (β) οι τράπεζες δεν έχουν δικαίωμα να αρνηθούν πληρωμή σε συνάρτηση με τους όρους της σύμβασης μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή. (γ) ο αγοραστής δεν δικαιούται με την επίκληση κατ΄ ισχυρισμό ελαττώματος στα αγαθά σε έκδοση διατάγματος που να εμποδίζει τον πωλητή από του να απαιτήσει εκτέλεση της πίστωσης.» Στη δε σελίδα 213 του ιδίου συγγράμματος στην παράγραφο 256 με τον τίτλο Performance Bonds, αναφέρονται τα εξής: « 256. Performance bonds. By issuing a performance bond or performance guarantee a bank assumes obligations to a buyer or other beneficiary analogous to those assumed by a confirming bank to the seller under a documentary credit. A bank which gives a performance guarantee must honour that guarantee according to its terms; it is not concerned in the least with the relations between the supplier an the customer; nor with the question whether the supplier is in default or not; and, subject to the fraud exception, the bank must pay according to its guarantee, on demand, if so stipulated, without proof or conditions. a performance bond is virtually a promissory note payable on demand, and certainly has much more of the characteristics of a promissory note than of a guarantee. Τhe bank is simply concerned to see whether the event has happened upon which its obligation to pay arises? Where a performance bond is payable on demand upon the occurrence of a specified event, the beneficiary's demand must state that the event has occurred.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση υπό του Δικαστηρίου: « 256. Εγγύηση εκτέλεσης. Με την έκδοση μιας εγγύησης εκτέλεσης μία τράπεζα αναλαμβάνει υποχρεώσεις προς τον αγοραστή ή άλλον δικαιούχο ανάλογη με αυτές που αναλαμβάνει μια επιβεβαιούσα τράπεζα προς τον αγοραστή δυνάμει ενέγγυας πίστωσης. Μία τράπεζα η οποία δίδει μιαν εγγύηση εκτέλεσης οφείλει να τιμήσει αυτήν την εγγύηση δυνάμει των όρων αυτής. Δεν θα πρέπει να ασχοληθεί καθόλου με τις σχέσεις μεταξύ του προμηθευτή και του πελάτη ούτε και με το ερώτημα κατά πόσο ο προμηθευτής έχει παραβεί τους όρους της συμφωνίας ή όχι. Και με την εξαίρεση στην περίπτωση δόλου, η τράπεζα οφείλει να πληρώσει σύμφωνα με την εγγύηση της άμα τη απαιτήσει, αν έτσι προβλέπεται, χωρίς περαιτέρω απόδειξη ή όρους. Μία εγγύηση εκτέλεσης είναι ουσιαστικά μία γραπτή αναγνώριση χρέους πληρωτέα άμα τη απαιτήσει και έχει πολύ περισσότερα χαρακτηριστικά μίας γραπτής αναγνώρισης χρέους από μία εγγύηση. Η τράπεζα απλά θα πρέπει να διασφαλίσει και να διαπιστώσει κατά πόσο το γεγονός δυνάμει του οποίου προκύπτει η υποχρέωση της για πληρωμή έχει επισυμβεί. Όπου μία εγγύηση εκτέλεσης είναι πληρωτέα άμα τη απαιτήσει και με την επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος, η απαίτηση του δικαιούχου πρέπει να αναφέρει ότι το συγκεκριμένο γεγονός έχει επισυμβεί.» Στη δε σελίδα 236 του ιδίου συγγράμματος στην παράγραφο 289 με τον τίτλο The fraud exception, αναφέρονται τα εξής: « 289. The fraud exception. The obligation of the confirming bank to the seller under a confirmed credit to pay against documents which appear on their face to be in accordance with its terms and conditions is subject to one established exception, that is to say, where the seller, for the purpose of drawing on the credit, fraudulently presents to the confirming bank documents that contain expressly or by implication, material representations of fact that to his knowledge are untrue. The fraud must be that of the beneficiary, but where it is, and the bank knows that the documents are forged or fraudulent, the bank is entitled to refuse payment if it finds out before payment and to recover the money as paid under a mistake of fact if it finds out after payment. the principle also applies to performance bonds. The fraud must be clearly established, both as to the fact and as to the bank's knowledge, and it would not normally be sufficient that this rests upon the uncorroborated statement of the customer. The court will generally expect the beneficiary to have been given an opportunity to answer the allegation of fraud and to have failed to provide any adequate answer in circumstances where one could be properly expected. The bank's knowledge must be shown to exist prior to payment to the beneficiary. The exception for fraud on the part of the beneficiary is a clear application of the maxim ex turpi causa non oritur action.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση υπό του Δικαστηρίου: « 289. Η εξαίρεσης δόλου. Η υποχρέωση της επιβεβαιούσας τράπεζας έναντι του πωλητή δυνάμει βεβαιωμένης πίστωσης προς πληρωμή έναντι εγγράφων τα οποία στην παρουσίαση τους φαίνονται ότι είναι σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις της, υπόκειται σε μία καθιερωθείσα εξαίρεση, ήτοι όπου ο αγοραστής με σκοπό να εξασφαλίσει την πίστωση δολίως παρουσιάζει στην βεβαιούσα τράπεζα έγγραφα τα οποία ρητά ή εξυπακουόμενα πριέχουν ουσιαστικές παραστάσεις γεγονότων οι οποίες εν γνώσει του είναι ψευδείς. Ο δόλος πρέπει να είναι εκ μέρους του δικαιούχου, όπου υπάρχει, όμως και στην γνώση της τράπεζας ότι τα έγγραφα είναι πλαστά ή εμπεριέχουν δόλο, οπόταν στην περίπτωση αυτή η τράπεζα έχει το δικαίωμα να αρνηθεί πληρωμή εάν το ανακαλύψει πριν από την πληρωμή και να διεκδικήσει τα λεφτά ως πληρωθέντα δυνάμει πλάνης για γεγονός, εάν το ανακαλύψει μετά την πληρωμή. Η αρχή αυτή έχει εφαρμογή και στις εγγυήσεις εκτέλεσης. Ο δόλος πρέπει να είναι ξεκάθαρα αποδειγμένος τόσο όσον αφορά αυτόν σαν γεγονός αλλά και όσον αφορά την γνώση της τράπεζας και συνήθως δεν θα είναι ικανοποιητικό αν αυτός βασίζεται στην μη ενισχυτική δήλωση του πελάτη. Το Δικαστήριο γενικά πρέπει να αποβλέπει στο να δίνεται στον δικαιούχο ευκαιρία να απαντήσει στον ισχυρισμό περί δόλου και στον οποίο αποτυγχάνει να παρουσιάσει μια ικανοποιητική απάντηση που υπό τις περιστάσεις κάποιος λογικά θα ανέμενε. Η γνώση της τράπεζας πρέπει να αποδεικνύεται ότι υπάρχει πριν την πληρωμή στον δικαιούχο. Η εξαίρεση για δόλο εκ μέρους του δικαιούχου αποτελεί την εφαρμογή του κανόνα ex turpi causa non oritur action.» Αρκετά διαφωτιστική είναι επίσης η απόφαση του Δικαστή Νικολάτου στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA TRAVEL MEDIA LTD
(2008)1Β. Α.Α.Δ. 837, στην οποία στις σελίδες 841και 842 αναφέρονται τα εξής: «Η ευπαίδευτη πρωτόδικος δικαστής αναφέρθηκε στη νομική πτυχή των εγγυητικών επιστολών, όπως η επίδικη, και παρατήρησε ότι οι εγγυητικές επιστολές είναι έγγραφα υψίστης εμπορικής πίστης. Όπως τα αξιόγραφα, έτσι και οι εγγυητικές επιστολές μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν χρήματα μετρητά. Οι εγγυητικές επιστολές έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποίαν διασφαλίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Είναι θεμελιωμένο ότι η υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής. Συναφώς παρατηρούμε ότι δύο αποφάσεις στις οποίες μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων δεν μπορούν να θεωρηθούν ως σχετικές με την παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Χρυσοστόμου & Υιός Λτδ ν. Long Life Construction Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1944 το ζήτημα που τέθηκε δεν σχετιζόταν με τις υποχρεώσεις της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει μια εγγυητική επιστολή, αλλά αφορούσε στην ενεργοποίηση εγγυητικής από τον κάτοχο της. Η υπόθεση Karic Banka d.d. (Cyprus Offshore Banking Unit) v. Αποστολίδης και Σία Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 530 αφορούσε σε ζήτημα παρανομίας αναφορικά με την εκχώρηση εγγυητικής από ξένο πωλήτη σε κυπριακή εταιρεία. Δεν αφορούσε καθόλου στο ζήτημα που εγείρεται στην προκείμενη περίπτωση. Στην παρούσα υπόθεση θεωρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά καθοδηγήθηκε από τις θεμελιωμένες αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης και επίσης ορθά καθοδηγήθηκε από τις θεμελιωμένες αρχές αναφορικά με το ζήτημα των εγγυητικών επιστολών και των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων των τραπεζών και των πιστωτικών ιδρυμάτων που τις εκδίδουν.» Επίσης σε σχέση με τη νομική πτυχή τραπεζικής εγγυητικής επιστολής και πότε το δικαίωμα για απαίτηση καταβολής του ποσού της εγγύησης εκθεμελιώνεται, σχετική είναι η απόφαση του Δικαστή Ηλιάδη στην υπόθεση ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ. v. S. G. MASSIF WOODEN DOORS & WINDOWS LTD
(2008)1B A.A.Δ.
- Στην εν λόγω απόφαση, όπως αναφέρεται στις σελίδες 799 και 800, ναι μεν από την προσεκτική εξέταση του περιεχομένου της εγγύησης η υποχρέωση καταβολής της εγγύησης δεν εξαρτάτο από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων μεταξύ των διαδίκων, όμως επειδή η εν λόγω εγγύηση είχε ακυρωθεί γιατί ο λόγος της έκδοσής της είχε ματαιωθεί πριν την απαίτηση για καταβολή του ποσού που την αφορούσε, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως το νομικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο βασίστηκε η εφεσείουσα για να ζητήσει την πληρωμή της εγγύησης, ήταν η δικαιούχος και όχι η εγγυήτρια τράπεζα, δεν υπήρχε και συνακόλουθα αυτή δεν μπορούσε να ζητήσει τη ρευστοποίησή της. Περαιτέρω, στην ίδια υπόθεση και στη σελίδα 800 αναφέρονται τα εξής: «Μια προσεκτική εξέταση του περιεχομένου της εγγύησης δείχνει ότι η υποχρέωση καταβολής της εγγύησης δεν εξαρτάτο από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων μεταξύ των διαδίκων, δηλαδή η Τράπεζα Κύπρου Λτδ. δεν είχε υποχρέωση να εξετάσει κατά πόσο οποιοδήποτε μέρος της συμφωνίας πώλησης είχε παραβεί τους όρους της σχετικής συμφωνίας. (Βλ. Urquhart v. Eastern Bank Ltd. [1922] 1 K.B. 318, Edward Owen v. Barclays [1978] 1 All E.R. 976 και Malas v. British Imex Industries Ltd [1958] 1 All E.R. 262). Όμως στην παρούσα περίπτωση υπάρχει ένα σημαντικό στοιχείο που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Η εγγύηση που είχε δώσει η Τράπεζα Κύπρου Λτδ. μέσω του Μ. Μιχαήλ είχε ακυρωθεί προτού η εφεσείουσα ζητήσει την καταβολή του ποσού από την Τράπεζα Κύπρου. Και τούτο γιατί ο λόγος της έκδοσης της εγγύησης, δηλαδή η αγορά ξυλείας από τη Βουλγαρία, είχε ματαιωθεί. Έπεται ότι το νομικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο βασίστηκε η εφεσείουσα για να ζητήσει την πληρωμή της εγγύησης από την Τράπεζα Κύπρου Λτδ. δεν υπήρχε και η πρωτόδικη προσέγγιση, ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να προβεί στη ρευστοποίηση της εγγύησης, είναι ορθή. ........................................ Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη μας θα πρέπει να λεχθεί ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη εδικαιούτο αποζημιώσεων σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου εμπλουτισμού ήταν ορθό. Η εφεσείουσα πλούτισε με την είσπραξη του ποσού της εγγύησης αν και η εγγύηση είχε ακυρωθεί και ο πλουτισμός έγινε σε βάρος της εφεσίβλητης. Ο σχετικός ισχυρισμός ότι η εφεσίβλητη εδικαιούτο αποζημιώσεων σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου εμπλουτισμού περιλήφθηκε στην Έκθεση Απαίτησης και τα απαραίτητα στοιχεία για την εφαρμογή των αρχών υπήρχαν μέσα στα γεγονότα της υπόθεσης. Τα περιστατικά αυτά συνηγορούν υπέρ της εφαρμογής του κανόνα και συνακόλουθα η πρωτόδικη προσέγγιση κρίνεται ως ορθή.» Από το πιο πάνω απόσπασμα καθίσταται πρόδηλο ότι για να επιτύχει αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η εγγύηση είχε ακυρωθεί πρίν την υποβολή της απαίτησης. Συναφώς, στην ενώπιον μου υπόθεση επί τη βάση αυτών των αρχών και τη νομική πτυχή που τις καλύπτει θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο πρίν την απαίτηση για πληρωμή προς την Εναγόμενη 2, υπάρχει και συντρέχει λόγος που εκθεμελίωσε το δικαίωμα προς απαίτηση για πληρωμή της εγγυητικής επιστολής. Πρόσθετα έστω κι αν προκύψει ότι για κάποιο λόγο είχε ακυρωθεί η εγγυητική και είχε εκθεμελιωθεί το δικαίωμα της Εναγόμενης 1 για πληρωμή, η Εναγόμενη 2 δεν δικαιούτο να υπεισέρθει στην εξέταση της όποιας διαφοράς μεταξύ Εναγομένης 1 και Ενάγοντα. Ακόμη ο Ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση έδωσε μαρτυρία με την οποία προσπάθησε να προσθέσει ή ακόμη και να αντικρούσει τα όσα περιλαμβάνονται στα έγγραφα τα οποία ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο σαν τεκμήρια. Ήτοι με την μαρτυρία του επικαλέστηκε εξωγενή μαρτυρία για να δώσει την δική του ερμηνεία στους όρους των Τεκμηρίων 1 και 8 και ειδικότερα για το αν υπήρχε συμφωνία μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης 1 και κάτω υπό ποίους όρους και προϋποθέσεις η Εναγόμενη 2 υποχρεούτο να πληρώσει το δια της επίδικης εγγυητικής επιστολής ποσό στην Εναγόμενη
- Για το ζήτημα αυτό και της δυνατότητας προσκόμισης εξωγενούς μαρτυρίας προς απόδειξη ισχυρισμών και για το πότε είναι αποδεκτή τέτοια μαρτυρία επί τη βάση των αρχών που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία, παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Στέφανος Μιχαήλ ν. Alpha Bank Ltd
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 941 στις σελίδες 949 και 950: «Όπως είχε εξηγηθεί, μεταξύ άλλων και στην απόφαση στην υπόθεση Polycarpou v. Polycarpou
(1982)1 C.L.R. 182, δεν είναι αποδεκτή εξωγενής μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία ως προς θέματα που δεν περιλαμβάνονται σε έγγραφο, παρά μόνο αν αυτή είναι αναγκαία για τη διασάφηση αμφιβολιών. Στην υπόθεση Θεολόγου v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Δ.Δ. 407, τονίστηκε ότι το κριτήριο ερμηνείας έγγραφης συμφωνίας είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο ως προς τα συμφωνηθέντα. Στην παρούσα δε περίπτωση, οι όροι του Τεκμηρίου 3 ήσαν ξεκάθαροι, καμιά ασάφεια δεν υπήρχε σ' αυτούς και κανένα πρόβλημα ερμηνείας τους εγείρεται, έτσι ώστε να εδικαιολογείτο εν πάση περιπτώσει η λήψη εξωγενούς μαρτυρίας. .......................................... ......................................... Σε σχέση με αυτή την εισήγηση θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η ακαδημαϊκή πτυχή του θέματος δεν πρέπει καθόλου εδώ να απασχολήσει ούτε και ο τίτλος ή χαρακτηρισμός του εγγράφου - Τεκμηρίου 3 ενέχει ιδιαίτερη σημασία. Εκείνο που έχει καταλυτική σημασία είναι οι όροι του εγγράφου το οποίο υπέγραψε ο εφεσείων, όροι οι οποίοι ομιλούν από μόνοι τους με σαφήνεια και κάθε άλλη συζήτηση δεν θα ήταν χρήσιμη.» Επίσης στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κώστας Γρηγοριάδης ν. Κούλλη Μαραθοβουνιώτη Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 779 στην οποία στην σελίδα 783 ότι: «Η προφορική μαρτυρία που έδωσε ο εφεσείων αναφορικά με τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής του απασχόλησε ιδιαίτερα το πρωτόδικο δικαστήριο. Προβληματίστηκε αν μπορεί να βασισθεί σε τέτοια μαρτυρία από τη στιγμή που διαπίστωσε πως η γραπτή συμφωνία δεν άφηνε κενό στο θέμα αυτό. Αφού αναφέρθηκε στις υποθέσεις Polykarpou ν. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182, Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φουτάς ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ.
(1993)1 A.A.Δ. 168 και Χριστάκης Αλεξάνδρου ν. Κυριακής Κωμοδρόμου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 576, έκρινε ότι η παραπάνω μαρτυρία δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή "για να αντικρούσει, να τροποποιήσει, να αφαιρέσει ή να προσθέσει στους όρους" της γραπτής συμφωνίας. ........................................ Με ιδιαίτερους λόγους έφεσης βάλλεται η απόφαση του δικάσαντος δικαστηρίου να αποκλείσει ουσιαστικά την προφορική μαρτυρία σαν το κλειδί για την εξεύρεση του νοήματος της γραπτής συμφωνίας και επίσης η κρίση του για απόρριψη της ερμηνείας που προώθησε η δικηγόρος του εφεσείοντα και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας που προσέφυγε. Έχουμε τη γνώμη πως τα θέματα αυτά αποφασίστηκαν σωστά στο πλαίσιο του γενικού κανόνα του δικαίου της απόδειξης, στον οποίο βασίστηκε το δικαστήριο. Διαφορετικά η γραπτή συμφωνία θα έχανε σε μεγάλο βαθμό την αξιοπιστία της στις καθημερινές συναλλαγές. Είναι μόνο σε περιορισμένες περιπτώσεις, αυστηρά καθορισμένες από τη νομολογία, που επιτρέπεται η απόκλιση από το γενικό κανόνα αποκλεισμού της προφορικής μαρτυρίας για να μεταβάλει με οποιονδήποτε τρόπο τους όρους γραπτού κειμένου.» Συνακόλουθα στην ενώπιον μου υπόθεση, μόνο στην περίπτωση που κριθεί πώς υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια η κενό η σύγχυση στο κείμενο η το λεκτικό των Τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί ενώπιον μου, είναι δυνατή η αποδοχή της εξωγενούς μαρτυρίας που κατέθεσε ο Ενάγοντας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Πρέπει καταρχάς να επισημάνω ότι όπως πλειστάκις έχει αναφερθεί, μαρτυρία η οποία εδόθη ενώπιον Δικαστηρίου και η οποία εκφεύγει και δεν καλύπτεται από τις έγγραφες προτάσεις, ήτοι δεν είναι δικογραφημένη, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Βλέπε υποθέσεις Ανδρέας Φεττάς v. Ελίνας Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 288 κ. επόμ. και ειδικότερα στις σελίδες 290 και 291, στις οποίες αναφέρονται τα εξής: «Στη διάρκεια της ακρόασης οι διάδικοι όχι μόνο δεν περιορίστηκαν στην απόδειξη των ισχυρισμών τους, όπως προβάλλονταν στα δικόγραφα, αλλά και η μαρτυρία τους επετράπη από το δικαστήριο να είναι αντίθετη προς αυτά. Τούτο οδήγησε το δικαστήριο πάνω σε εσφαλμένη διαδικαστικά πορεία και αναπόφευκτα σε σύγχυση των επίδικων ζητημάτων. Δεν προτιθέμεθα να παραθέσουμε σε έκταση τη μαρτυρία, γιατί το συνακόλουθο αποτέλεσμα της έφεσης είναι να διαταχθεί η επανεκδίκαση της υπόθεσης. Περιοριζόμαστε μόνο να αναφερθούμε στο βασικό στοιχείο που διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου δικαστηρίου, που όφειλε να περιορίσει τα επίδικα ενώπιον του ζητήματα όπως αυτά είχαν εκτεθεί στα δικόγραφα.» Επίσης για το ίδιο ζήτημα σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Άννα Καρασάββα v. 1. Λόρδος και Φλωρεντιάδης Λτδ κ. ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 550 και ειδικότερα στη σελίδα 554, όπου αναφέρονται τα εξής: «Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης ευσταθεί. Ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά παρατηρεί στην απόφαση του "ότι δόθηκε αρκετή μαρτυρία εκτός δικογράφων και συνεπώς αυτή θα αγνοηθεί" και, μάλιστα, παραπέμπει στην Γεωργιάδης ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 στη σελ. 28, που παρέχει έρεισμα στη θέση αυτή, στη συνέχεια, και χωρίς να προσδιορίζει ποια μαρτυρία αγνοεί, στηρίζεται σε μαρτυρία που θάπρεπε να αγνοήσει, ως μη καλυπτόμενη από τις έγγραφες προτάσεις (pleadings), για να καταλήξει ότι οι τροποποιήσεις των αρχιτεκτονικών σχεδίων ήταν επιτρεπτές για τους εφεσίβλητους βάσει του όρου 6(α) της συμφωνίας, η δε υπερχείλιση των παραδεξάμενων οφειλόταν σε κακή συντήρηση του αποχετευτικού συστήματος, συντήρηση για την οποία δεν ευθύνονταν οι εφεσίβλητοι. Απλή εξέταση του περιεχομένου των εγγράφων προτάσεων οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι το κατά πόσο η τροποποίηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων ήταν επιτρεπτή για τους εφεσίβλητους βάσει του όρου 6(α) της συμφωνίας ή όχι, δεν ήταν επίδικο ζήτημα. ........................................ .......................................... Ενόψει της διαπίστωσης μας ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ήταν επιτρεπτή για το λόγο ότι στηρίχθηκε σε μαρτυρία που έπρεπε να αγνοηθεί ως εκτός των ισχυρισμών των διαδίκων στις έγγραφες τους προτάσεις, δε θεωρούμε σκόπιμο να ασχοληθούμε με τους υπόλοιπους λόγους έφεσης που προβάλλονται από την εφεσείουσα.» Επί του ιδίου ζητήματος επίσης σχετική είναι η απόφαση που δόθηκε στην Πολιτική Έφεση αρ. 369/2008, ημερομηνίας 17.6.2011, Λούης Κωνσταντίνου v. APOLLO INVESTMENT FUND LTD και η απόφαση στην υπόθεση Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 Β Α.Α.Δ. 826. Στην τελευταία υπόθεση, στις σελίδες 835 και 836, όπου επαναλαμβάνονται οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας αποσπάσματα από παλαιότερές του αποφάσεις, επισημαίνει τα εξής: «Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική μέσα στα πιο κάτω πλαίσια. "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." ........................................ ......................................... "Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134, HjiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82)." ........................................ ........................................ Στην παρούσα περίπτωση έχουμε διαπιστώσει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν περιορίστηκε στην εξέταση των επίδικων θεμάτων όπως αυτά καθορίζονταν από τη σχετική δικογραφία, αλλά προχώρησε στην εξέταση και θεμάτων που δεν καλύπτονταν από το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης κατά παράβαση των πιο πάνω αρχών που έχουμε αναφέρει. Στην πραγματικότητα δόθηκε η ευκαιρία στον εφεσίβλητο να προβάλει τους λόγους της υπεράσπισης του χωρίς να τους έχει προβάλει στην Έκθεση Υπεράσπισης του, πράγμα ανεπίτρεπτο στο αντιπαραθετικό μας σύστημα διεξαγωγής της δίκης. (Βλ. Christodoulou v. Sofroniou
(1987)1 C.L.R. 441). Άνκαι στην παρούσα περίπτωση η μαρτυρία εκτός δικογράφων φαίνεται ότι είχε δοθεί χωρίς να εγερθεί ένσταση και ο εφεσείων θα μπορούσε να ζητήσει περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, κρίνουμε ότι τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου βασίστηκαν πάνω σε μαρτυρία που δεν έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή.» Με έχει προβληματίσει περαιτέρω και προτού προβώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, κατά πόσο με βάση τις αρχές που έχουν καθιερωθεί με τη νομολογία και εφόσον η μη καλυπτόμενη από τα δικόγραφα μαρτυρία από τον Ενάγοντα έχει δοθεί χωρίς ένσταση από τους συνηγόρους της Εναγόμενης 2, κατά πόσο είναι δίκαιο το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να προχωρήσει σε τροποποίηση των δικογράφων και συγκεκριμένα της έκθεσης απαίτησης θεραπεύοντας έτσι το κενό στη δικογραφία. Όπως επισημαίνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του Δικαστή Πασχαλίδη στην υπόθεση Λούης Κωνσταντίνου v. APOLLO IVNESTMENT FUND LTD (ανωτέρω): «Το γεγονός ότι ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου τέθηκε μαρτυρία, έστω και χωρίς ένσταση, η οποία τείνει να καταδείξει την ιδιότητα με την οποία ο εφεσείων ήγειρε την αγωγή και τη σχέση του τελευταίου με τους εφεσιβλήτους, δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να αναπληρώσει το κενό που δημιουργείται με την παράλειψη δικογράφησης των γεγονότων και να κλίνει έτσι την πλάστιγγα υπέρ του εφεσείοντα.» Συνακόλουθα, από μόνο του το γεγονός ότι δόθηκε μαρτυρία εκτός δικογράφων χωρίς να υπάρξει ένσταση, δεν νομιμοποιεί ταυτόχρονα και την άσκηση διακριτικής ευχέρειας από το Δικαστήριο για τροποποίηση των δικογράφων αυτεπαγγέλτως. Στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι η μη δικογραφημένη μαρτυρία και οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Ενάγοντας που δεν καλύπτονται από την έκθεση απαίτησής του δεν είναι τέτοιας φύσης που θα εδικαιολογείτο η αυτεπάγγελτη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης από το Δικαστήριο. Τούτο διότι οι εν λόγω ισχυρισμοί εκφεύγουν παντελώς από τη βάση της αγωγής επί της οποίας στηρίχθηκε ο Ενάγοντας στην έκθεση απαίτησής του. Ο οποιοσδήποτε σχολιασμός των ισχυρισμών και μαρτυρίας του Ενάγοντα που είναι εκτός δικογράφων όχι μόνο δεν θα αποβεί προς όφελος της δικαιοσύνης, αλλά αντιθέτως, κρίνω ότι θα επενεργούσε εις βάρος της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης, καθότι τυχόν τροποποίηση θα έθετε την αξίωση του Ενάγοντα σε άλλη βάση αγωγής κάτι που θα ήταν εντελώς άδικο για την Εναγόμενη
- Ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ο Ενάγοντας είχε επιχειρήσει, όπως πιο πάνω αναφέρεται, να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησής του προβάλλοντας ισχυρισμούς που ουσιαστικά θα εκάλυπταν την από μέρους του δοθείσα μαρτυρία, αίτημα όμως το οποίο απερρίφθη από το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφασή του. Ακόμη τούτο θα ενείχε και τον κίνδυνο να ενεργήσει το παρόν Δικαστήριο ως Δευτεροβάθμιο, αφού ουσιαστικά με τυχόν τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, ως το αίτημα που έχει απορριφθεί, θα επέφερε διαφοροποίηση της απόφασης που έχει ήδη εκδοθεί για το συγκεκριμένο ζήτημα. Κάτι τέτοιο όμως είναι όχι απλά ανεπίτρεπτο αλλά και θα αποτελούσε υπέρβαση της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και των προσώπων που κατέθεσαν ενώπιον μου σαν μάρτυρες του Ενάγοντα και της Εναγόμενης
- Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα εκφεύγει των δικογραφημένων ισχυρισμών του. Εκεί δε που έκαμε αναφορά και έδωσε μαρτυρία που ήταν σχετική με τα όσα ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησής του, η μαρτυρία αυτή είναι σε πλήρη διάσταση και αντίφαση με την λοιπή μαρτυρία και τα όσα ο ίδιος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην κυρίως εξέταση του και στην γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο Έγγραφο Α) σε πλήρη διάσταση και εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών του ισχυρίζεται ότι περί τον Οκτώβριο του 2004 συνήψε συμφωνία ο ίδιος προσωπικά με την Εναγόμενη 1 για να αποδέχεται συλλογικά στοιχήματα ποδοσφαίρου και μέσα στους όρους αυτής της συμφωνίας ήταν και η παραχώρηση από μέρους του και προς όφελος της Εναγόμενης 1 τραπεζικής εγγύησης για το ποσό των Λ.Κ.10.000,00, την οποία παρεχώρησε με την επίδικη τραπεζική εγγυητική επιστολή. Αυτός ο ισχυρισμός εκτός από το ότι δεν είναι δικογραφημένος είναι και σε πλήρη διάσταση και αντίφαση με το περιεχόμενο των παραγράφων 4 και 5 της έκθεσης απαίτησης στις οποίες ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η επίδικη τραπεζική επιταγή εξεδόθη μέσα στα πλαίσια παροχής εγγύησης για την πιστή εκπλήρωση των υποχρεώσεων κάποιας Φλωρίνας Σαββούλας Δημητρίου για τη συμφωνία που αυτή συνήψε με την Εναγόμενη 1 περί αποδοχής συλλογικών στοιχημάτων προγνωστικών ποδοσφαίρου. Όπως δε ανέφερε σε αριθμό ερωτήσεων στο στάδιο της αντεξέτασης του και σε αντίφαση με τον προηγούμενο ισχυρισμό του: «- Εγώ όπως το κατάλαβα το εξηγώ, συμβόλαιο εγγυητική δεν ξέρω είναι το ίδιο είναι η συμφωνία πού κάναμε. - Ήταν η συμφωνία οι Λ.Κ.10,000 για εγγύηση πού ήθελε η εταιρεία για να βάλω εγγύηση. - Αφού ήταν η συμφωνία για Λ.Κ. 10,000 που έκανα με την Charris Betting.» Ακόμα ο Ενάγοντας εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών του στην κυρίως εξέταση του σαν λόγο που η Εναγόμενη 2 δεν νομιμοποιείτο να καταβάλει το ποσό της επίδικης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής προς την Εναγόμενη 1 όταν υποβλήθηκε η σχετική απαίτηση, αναφέρει και επικαλείται πως ο ίδιος δεν έδωσε τέτοιες οδηγίες και ακόμα ότι η Εναγόμενη 1 κατά τον χρόνο που υπέβαλε την απαίτηση είχε διαλυθεί. Η θέση αυτή του Ενάγοντα επίσης εκτός από το ότι δεν είναι δικογραφημένη είναι και σε πλήρη διάσταση και αντίφαση με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης του στην οποία σαν λόγο που η εν λόγω τραπεζική εγγυητική επιστολή ήταν εξ υπαρχής άκυρη και/ή παράνομη επικαλείται την μη ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης 1, κάτι που σαν συνέπεια είχε την μη ύπαρξη συμβατικής υποχρέωσης του Ενάγοντα έναντι οιουδήποτε προσώπου. Αυτός βεβαίως ο ισχυρισμός σε πλήρη αντίφαση με την πίο πάνω ρητή αναφορά του σε ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης
- Σε πλήρη επίσης διάσταση και αντίφαση με τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης στην αντεξέταση του αρνήθηκε επανειλημμένως ότι η εν λόγω Φλωρίνα Σαββούλα Δημητρίου είχε συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία σε σχέση με την αποδοχή συλλογικών στοιχημάτων με την Εναγόμενη
- Στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης του και σε συνέχεια των όσων ισχυρίζεται στις παραγράφους 4 και 5 ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 διέκοψε τη συνεργασία της δυνάμει της συμφωνίας που είχε συναφθεί, με την Φλωρίνα Σαββούλα Δημητρίου, η οποία με τη διακοπή και τερματισμό της συμφωνίας κατέβαλε και εξόφλησε όλα τα ποσά που όφειλε προς την Εναγόμενη 1 και συναφώς ουδέν ποσό οφείλετο που να δικαιολογούσε την ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής. Σε πλήρη δε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, στην αντεξέταση του αυτό το οποίο ανέφερε είναι πως είναι ο ίδιος που δυνάμει της συμφωνίας που συνήψε με την Εναγόμενη 1 αποδεχόταν συλλογικά στοιχήματα προγνωστικών ποδοσφαίρου και εφαρμόζοντας αυτή τη συμφωνία άρχισε να αποδέχεται τέτοια για χρονικό διάστημα 2-3 μηνών. Σε πλήρη επίσης διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του που περιέχονται στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης του αρχικά δεν αποδέκτηκε υποβολή πως η εν λόγω Φλωρίνα Σαββούλα Δημητρίου διατηρούσε και ασχολείτο ως εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 πρακτορείο τέτοιων στοιχημάτων στον Κάτω Πύργο στην οδό Νικολάου Παπαγεωργίου
- Ακολούθως και προφανώς αντιλαμβανόμενος την διάσταση της θέσης του αυτής με τις έγγραφες προτάσεις και σε μια δυσνόητη απάντηση ανέφερε ότι στην εν λόγω διεύθυνση δεν ήταν πρακτορείο στοιχημάτων αλλά μια μεγάλη αίθουσα-μαγαζί στο οποίο τοποθετήθηκαν πινακίδες της Εναγόμενης 1 εταιρείας για να γίνει πρακτορείο στοιχημάτων. Ακόμα σε ερωτήσεις κατά πόσο η Εναγόμενη 1 είχε παραχωρήσει άδεια και εξουσιοδότηση αποδοχής συλλογικών στοιχημάτων στην κα Φλωρίνα Σαββούλα Δημητρίου, απέφυγε να απαντήσει όπως επίσης απέφυγε να απαντήσει για ποιο λόγο είχε ζητήσει ο ίδιος να εκδοθεί η επίδικη εγγυητική επιστολή από την Εναγόμενη
- Σε πλήρη αντίφαση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του αλλά και σε προηγούμενη αρχική του θέση ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν υπήρχε συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της κας Φλωρίνας Σαββούλας Δημητρίου. Ακολούθως και πάλι αντιφάσκοντας με τα όσα είπε, ανέφερε ότι το εν λόγω πρόσωπο όχι μόνο αποδεχόταν στοιχήματα αλλά είχε μάλιστα εξοφλήσει και όλα τα ποσά προς την Εναγόμενη 1 δυνάμει αυτής. Σε ακόμη μία αντίφαση με τους λοιπούς ισχυρισμούς του και παλινδρομώντας ξανά, στην αντεξέταση του επικαλέστηκε πως η Εναγόμενη 2 δεν έπρεπε να πληρώσει το ποσό της επίδικης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής διότι αυτό έπρεπε να γίνει μόνο σε περίπτωση που δεν επλήρωνοντο τα λεφτά των στοιχημάτων προς την Εναγόμενη 1 από την κα Δημητρίου αφού ο ίδιος ήταν εγγυητής. Όμως επειδή η κα Δημητρίου τα πλήρωνε δεν είχε δικαίωμα η Εναγόμενη 2 να πληρώσει το ποσό της εγγυητικής. Αυτός ο ισχυρισμός και αναφορά του σε μια αναλαμπή προφανώς της ειλικρίνειας του, είναι σε πλήρη διάσταση και αντίφαση και αντιστρατεύεται όλο το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, που όπως και πιο πάνω αναφέρεται, είναι και εκτός δικογράφων και είχε σαν κύριο επιχείρημα ότι η συμφωνία για αποδοχή συλλογικών στοιχημάτων ποδοσφαίρου είχε γίνει μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης
- Θα πρέπει επίσης να επισημάνω ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα είναι πρόδηλο πως αποσκοπούσε επίσης, στο να πείσει το Δικαστήριο πως η πληρωμή της επίδικης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής δεν έπρεπε να γίνει από την Εναγόμενη 2 και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτή έγινε σε άγνωστο πρόσωπο και ενώ η Εναγόμενη 1 εταιρεία τελούσε υπό εκκαθάριση και επίσης κατά παράβαση των οδηγιών που είχε δώσει ο ίδιος στον τραπεζίτη του στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στον Κάτω Πύργο κ. Χαριλάου. Όμως και αυτές οι θέσεις έρχονται σε πλήρη διάσταση και αντίφαση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του αλλά και με άλλο μέρος της μαρτυρίας του όπου ρητά αναφέρει πως η πληρωμή της επίδικης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής έγινε στην Εναγόμενη
- Τούτο άλλωστε προκύπτει αβίαστα και από τα έγγραφα που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο, Τεκμήρια 3, 5(α) και 5(β), από τα οποία διαπιστώνεται ότι η πληρωμή έγινε προς την Εναγόμενη 1 και όχι σε άγνωστο πρόσωπο, εξ ου και η έκδοση της τραπεζικής επιταγής Τεκμήριο 6 επ' ονόματι της Εναγόμενης
- Αντίφαση επίσης στα όσα ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε σε σχέση με το κατά πόσο έπρεπε να ληφθεί η άδεια και/ή συγκατάθεση του προτού η Εναγόμενη 2 πληρώσει την επίδικη εγγυητική επιστολή διαπιστώνεται και στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο με την μετάφραση του στην Ελληνική γλώσσα (Τεκμήριο 2). Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε αλλά ούτε και υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός που να επέτρεπε την προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας, με τον οποίο με εξωγενή μαρτυρία να προσβάλλετο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 8 ως μη ανταποκρινόμενο στα όσα συνεφωνήθησαν μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης 2 σαν όροι για την έκδοση και το περιεχόμενο της επίδικης εγγυητικής επιστολής. Ακόμα ο Ενάγοντας εμποδίζεται όχι μόνο από το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 το οποίο ο ίδιος υπέγραψε αλλά και από τη μεταγενέστερη συμπεριφορά του, αφού, ενώ έλαβε το πρωτότυπο της επίδικης εγγυητικής επιστολής (Τεκμήριο 8) από τον Οκτώβριο του 2004, την παρέδωσε και/ή μερίμνησε να παραδοθεί στην Εναγόμενη 1 εταιρεία ως είχε και χωρίς να αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενό της. Πρόσθετα, για χρονικό διάστημα πέραν του ενός έτους με τη συμπεριφορά του η οποία συνιστούσε παραστάσεις προς την Εναγόμενη 2 ότι η επίδικη τραπεζιτική εγγυητική επιστολή συντάχθηκε, εκδόθηκε και τέθηκε σε ισχύ σύμφωνα με τις επιθυμίες και δηλώσεις του, σε ουδεμία ενέργεια προέβη για να εμποδίσει τη ρευστοποίησή της ή έστω τη διόρθωση του περιεχομένου της. Κρίνω συναφώς ότι ο Ενάγοντας με την υπογραφή του και τη συμπεριφορά του εμποδίζεται να επικαλείται ότι η επίδικη εγγυητική επιστολή δεν ήταν σύμφωνη με τις οδηγίες και την ελεύθερη βούλησή του. Ούτε και έχω ικανοποιηθεί ότι στα υπό του ίδιου του Ενάγοντα κατατεθέντα ενώπιον μου έγγραφα Τεκμήρια 1 και 8 υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια η κενό που να δικαιολογούσε την αποδοχή της εξωγενούς μαρτυρίας που ο Ενάγοντας κατέθεσε, για να ερμηνευθεί το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων διαφορετικά από την γραμματική τους ερμηνεία. Συνακόλουθα η όποια μαρτυρία του Ενάγοντα τείνει να αντικρούσει το γραπτό κείμενο των εν λόγω τεκμηρίων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ενόψει όλων των πιο πάνω ο Ενάγοντας κρίνεται σαν πρόσωπο το οποίο δεν είπε την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου και προσπάθησε, ανεπιτυχώς, με συνεχείς παλινδρομήσεις, αντιφάσεις και ανακρίβειες να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια εντελώς διαφορετική εκδοχή από αυτήν που επικαλείται στην έκθεση απαίτησης του. Συνακόλουθα κρίνεται αναξιόπιστος και σαν πρόσωπο που δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Επισημαίνω δε αυτό το οποίο ο ίδιος σε μια αναλαμπή της ειλικρίνειας του παραδέκτηκε όταν σε μια αναλαμπή της ειλικρίνειας του ανέφερε στο στάδιο της αντεξέτασης του τα εξής: «Να μην ξεχνούμε ότι η συμφωνία ήτο ότι θα πλήρωνε η τράπεζα αν δεν επληρώνοντο τα στοιχήματα από εμένα πού ήμουν εγγυητής της, αλλά η Σαββούλλα - Φλωρίνα τα επλήρωνε.» Επίσης αποδέχομαι από τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι, όπως και πάλι συμφώνησε σε κάποιο στάδιο κατά την αντεξέταση του, πως η πληρωμή της επίδικης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής έγινε δυνάμει της γραπτής απαίτησης που έγινε στις 18.10.2005 (Τεκμήρια 3 και 9) στην Εναγόμενη 1 εταιρεία κι όχι σε άγνωστο πρόσωπο. Η Μ.Υ.1 στην κυρίως εξέταση της με σαφή, χωρίς αμφιταλαντεύσεις και με κατηγορηματικό τρόπο ανέφερε στο Δικαστήριο τα όσα γνώριζε για τα επίδικα γεγονότα και παρά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε δεν διαφοροποίησε σε κανένα σημείο τις θέσεις της αλλά ούτε και περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Το μόνο σημείο στο οποίο έκανε αναφορά η συνήγορος του Ενάγοντα στο οποίο διαπιστώνεται αντίφαση με τον Μ.Υ.2, είναι η αναφορά της πως η επιταγή που εξεδόθη επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 προς πληρωμή της επίδικης εγγυητικής επιστολής, ήταν διγραμμισμένη. Ο Μ.Υ.2, αλλά όπως φαίνεται και από την ίδια την εν λόγω επιταγή (Τεκμήριο 6), αυτή δεν ήταν διγραμμισμένη. Αυτό όμως κρίνω ότι ουδόλως επηρεάζει και έχει ιδιαίτερη σημασία με τα επίδικα γεγονότα αφού ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε στην έκδοση της εν λόγω επιταγής επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 εταιρείας και ότι αυτή κατατέθηκε σε λογαριασμό της Εναγόμενης 1 εταιρείας, σε υποκατάστημα της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας στη Λάρνακα των Κάτω Βαρωσίων. Eπισημαίνω ακόμη ότι τα όσα ανέφερε η Μ.Υ.1 αναφορικά με τις διαδικασίες που ακολουθούσε και ακολουθεί η Εναγόμενη 2 αναφορικά με την έκδοση και ρευστοποίηση τραπεζικών εγγυητικών επιστολών παρέμειναν αναντίλεκτα, αφού παρά τις υποβολές που της έγιναν ότι η πρακτική που ακολουθήθηκε δεν ήταν η ορθή καθότι με βάση την πρακτική και τους κανονισμούς που ακολουθούνται διεθνώς αλλά και στην Κύπρο ήταν λανθασμένη και παρά το ότι από πλευράς της υπήρξε κατηγορηματική άρνηση και μη αποδοχή των εν λόγω υποβολών, ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από πρόσωπο που να έχει ιδίαν γνώση της εν λόγω πρακτικής και κανονισμών, η οποία να αντικρούει ή έστω και να διαφοροποιεί τα όσα η μάρτυς αυτή ανέφερε. Σε δε σχέση με το Τεκμήριο Α για Αναγνώριση που η Μ.Υ.1 κατέθεσε και έχοντας υπόψη τα όσα η νομολογία επιτάσσει, εφόσον παρέμεινε ως τέτοιο δεν μπορεί να αξιολογηθεί και να αποτελέσει αποδεκτή μαρτυρία για οποιοδήποτε επίδικο θέμα. Συνακόλουθα η Μ.Υ.1 κρίνεται σαν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι στο σύνολο της το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της. Ο Μ.Υ.2 επίσης μου έκανε πολύ εντύπωση σαν μάρτυρας αφού και αυτός χωρίς αμφιταλαντεύσεις σε μια μακροσκελή μαρτυρία τόσο στην κυρίως εξέταση του αλλά ως επίσης και στην αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή ανακρίβειες. Με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο αναφέρθηκε με πλήρεις λεπτομέρειες στα επίδικα γεγονότα και επίσης ανέλυσε όλα όσα αφορούν και εφαρμόζονται στην Κύπρο και διεθνώς από τις τράπεζες και τραπεζικούς λογαριασμούς στην έκδοση και ρευστοποίηση τραπεζικών εγγυητικών επιστολών. Παρά την επίπονη και μακρά, αχρείαστη σε πολλά σημεία μπορώ να πω, αντεξέταση του δεν άφησε κανένα περιθώριο παρερμηνείας στα όσα είχε βιώσει ο ίδιος σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα αλλά και τα όσα ο ίδιος σαν τραπεζιτικός με πάρα πολλά χρόνια εμπειρίας στο τμήμα της Εναγόμενης 2 που αφορά την έκδοση και ρευστοποίηση τραπεζικών εγγυητικών επιστολών, γνώριζε και εφάρμοζε όλα αυτά τα χρόνια. Ακόμα επισημαίνω πως μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του μάρτυρος αυτού περιστράφηκε στη μη δικογραφημένη θέση ότι η ρευστοποίηση της επίδικης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής ήταν αυθαίρετη και παράνομη αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη 1 εταιρεία ευρίσκετο σε εκκαθάριση. Όλη η μαρτυρία, όπως και πιο πάνω αναφέρεται που έχει σχέση με τους μη δικογραφημένους ισχυρισμούς και θέσεις, ακόμα και στην περίπτωση που θα κρινόταν ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη αλλά ούτε και να αποτελέσει συναφώς, αντικείμενο αξιολόγησης. Eπισημαίνω ακόμη ότι τα όσα ανέφερε ο Μ.Υ.2 αναφορικά με τις διαδικασίες που ακολουθούσε και ακολουθεί η Εναγόμενη 2 αναφορικά με την έκδοση και ρευστοποίηση τραπεζικών εγγυητικών επιστολών παρέμειναν αναντίλεκτα, αφού παρά τις υποβολές που του έγιναν, ότι η πρακτική που ακολουθήθηκε ήταν λανθασμένη, καθότι με βάση την πρακτική και τους κανονισμούς που ακολουθούνται διεθνώς αλλά και στην Κύπρο δεν ήταν η ορθή και παρά το ότι από πλευράς του υπήρξε κατηγορηματική άρνηση και μη αποδοχή των εν λόγω υποβολών, ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από πρόσωπο που να έχει ιδίαν γνώση της εν λόγω πρακτικής και κανονισμών η οποία να αντικρούει ή έστω και να διαφοροποιεί τα όσα ο μάρτυς αυτός ανέφερε. Ως εκ τούτου ο Μ.Υ.2 κρίνεται αξιόπιστος και αποδέχομαι τη μαρτυρία του που αφορά τα επίδικα θέματα όπως αυτά προκύπτουν από τα δικόγραφα ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια και αξιόπιστη. Η Μ.Υ.3 σε μια ανεπιτήδευτη και χωρίς ενδοιασμούς και ασάφειες μαρτυρία απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν χωρίς να περιπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση και συνακόλουθα κρίνεται και αυτή σαν μάρτυρας της αλήθειας. Όμως επισημαίνω πως η μαρτυρία της Μ.Υ.3 ξεφεύγει παντελώς από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς και θέσεις της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγόμενης 2 αφού περιστράφηκε αποκλειστικά και μόνο στα όσα εκτός δικογράφων επικαλέστηκε ο Ενάγοντας στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του αναφορικά με το ζήτημα για το πότε εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της Εναγόμενης 1 εταιρείας, πότε έγινε η δημοσίευση του διατάγματος στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, αν η δημοσίευση που έγινε στο όνομα της εταιρείας η λέξη Charris έγινε με ένα ή δύο «r» και κατά πόσο συνεχίζει αυτή να τελεί υπό εκκαθάριση και ποιος εξακολουθεί να είναι ο εκκαθαριστής της. Η μαρτυρία αυτή εφόσον δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί όπως πιο πάνω αναφέρεται να γίνει αποδεκτή. Η Μ.Υ.4 που έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας αφού και αυτή έχοντας προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων, όπως αυτά είναι δικογραφημένα, με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο τα εξέθεσε στο Δικαστήριο και σε καμία περίπτωση η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση εξ' ού και δεν διαπιστώνονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή ανακρίβειες. Κατέθεσε τα Τεκμήρια 8 και 9 χωρίς ένσταση, επεξήγησε και αυτή τις διαδικασίες που ακολουθούνται και τους ελέγχους που γίνονται στην ετοιμασία, έκδοση τραπεζικών εγγυητικών επιστολών, ως και της επίδικης, καθώς επίσης και στο στάδιο της απαίτησης προς πληρωμή και την πληρωμή των ποσών που αυτές αφορούν. Και αυτή δεν άφησε κανένα περιθώριο δυσερμηνείας ή ασάφειας για τα όσα έλαβαν χώρα από τη στιγμή που παρέλαβε την απαίτηση προς πληρωμή της επίδικης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής (Τεκμήριο 9), μαζί με την εγγυητική επιστολή (Τεκμήριο 8) καθώς επίσης και τα όσα επακολούθησαν. Εξήγησε επίσης γιατί δεν προέβη σε έλεγχο των ονομάτων και των υπογραφών των προσώπων που υπέγραψαν την απαίτηση (Τεκμήριο 9) και επίσης γιατί και για ποιο λόγο δεν ήταν σε θέση και δεν υποχρεούτο εν πάση περιπτώσει η ίδια αλλά και η Εναγόμενη 2, να προβούν σε τέτοιο έλεγχο. Επισημαίνω και στην περίπτωση της Μ.Υ.4 ότι η όποια μαρτυρία, τόσο στην κυρίως εξέταση της όσο και στην αντεξέταση της, αφορά όλα όσα έχουν σχέση με μη δικογραφημένους ισχυρισμούς και ειδικότερα στη θέση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία είχε τεθεί σε εκκαθάριση και γι΄ αυτό δεν έπρεπε να εγίνετο η πληρωμή της επίδικης εγγυητικής επιστολής, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω. Eπισημαίνω ακόμη ότι τα όσα ανέφερε η Μ.Υ.4 αναφορικά με τις διαδικασίες που ακολουθούσε και ακολουθεί η Εναγόμενη 2 αναφορικά με την έκδοση και ρευστοποίηση τραπεζικών εγγυητικών επιστολών παρέμειναν αναντίλεκτα, αφού παρά τις υποβολές που της έγιναν, ότι η πρακτική που ακολουθήθηκε ήταν λανθασμένη καθότι με βάση την πρακτική και τους κανονισμούς που ακολουθούνται διεθνώς αλλά και στην Κύπρο, δεν ήταν η ορθή και παρά το ότι από πλευράς της υπήρξε κατηγορηματική άρνηση και μη αποδοχή των εν λόγω υποβολών, ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από πρόσωπο που να έχει ιδίαν γνώση της εν λόγω πρακτικής και κανονισμών, η οποία να αντικρούει ή έστω και να διαφοροποιεί τα όσα η μάρτυς αυτή ανέφερε. Εν όψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι και η Μ.Υ.4 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της και σαν πλήρως αξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω σε σχέση με την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μου και που δυνάμει των όσων επεξηγούνται ανωτέρω, καλύπτεται από τα δικόγραφα και δύναται να γίνει αποδεκτή, έχω καταλήξει στα εξής ευρήματα: Ο Ενάγοντας, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε στο χωριό Κάτω Πύργος Τυλληρίας, κατά ή περί τον Οκτώβριο του έτους 2004, συνεφώνησε με την Εναγόμενη 1να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις κάποιας Φλωρίνας Σαββούλλας Δημητρίου (στο εξής καλουμένης «η Δημητρίου») που απέρρεαν από συμφωνία που αυτή συνήψε με την Εναγόμενη
- Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη 1 συνεφώνησε να παραχωρήσει προς την Δημητρίου άδεια και εξουσιοδότηση για την αποδοχή συλλογικών στοιχημάτων προγνωστικών ποδοσφαίρου στον Κάτω Πύργο Tυλληρίας, σε πρακτορείο στοιχημάτων, με την χρήση συγκεκριμένης συσκευής. Προς πρόσθετη δε εξασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων της Δημητρίου ο Ενάγοντας συνεφώνησε να παραχωρήσει προς όφελος της Εναγόμενης 1 τραπεζική εγγυητική επιστολή για ποσό Λ.Κ.10,000.00 ήτοι €17.
- Ο Ενάγοντας μέσα στα πλαίσια των όσων συμφωνήθηκαν μεταξύ Εναγόμενης 1 και Δημητρίου, αλλά και μεταξύ του και της Εναγόμενης 1, στις 18.10.2004 υπέβαλε γραπτό αίτημα προς την Εναγόμενη 2 για να εκδοθεί η συμφωνηθείσα τραπεζική εγγυητική επιστολή προς όφελος της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 1 στην Αγγλική γλώσσα και σε ελληνική μετάφραση Τεκμήριο 2). Μετά την υποβολή του σχετικού αιτήματος από τον Ενάγοντα η Μ.Υ.1 που εργαζόταν στο υποκατάστημα της Εναγομένης 2 στην Πάφο, σε συνεννόηση με τον τραπεζίτη του Ενάγοντα του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2 στον Κάτω Πύργο, μερίμνησε έτσι ώστε να ετοιμαστεί και να εκδοθεί η επίδικη τραπεζική εγγυητική επιστολή (Τεκμήριο 3 σε φωτοτυπία και Τεκμήριο 8 το πρωτότυπό της), η οποία στη συνέχεια παραδόθηκε στον Ενάγοντα. Το Τεκμήριο 8 ακολούθως παραδόθηκε, όπως συνάγεται από την αναντίλεκτη μαρτυρία, στην Εναγόμενη
- Η επιτευχθείσα συμφωνία μεταξύ της Δημητρίου και της Εναγόμενης 1 τέθηκε σε εφαρμογή και αυτή άρχισε να αποδέχεται συλλογικά στοιχήματα. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία στις 18.10.2005 με γραπτή απαίτησή της (Τεκμήριο 4 σε φωτοτυπία και 9 σε πρωτότυπο), απαίτησε μέσω του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2 στη Λάρνακα τη ρευστοποίηση και πληρωμή της επίδικης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής επικαλούμενη μη συμμόρφωση του Ενάγοντα στους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Την απαίτηση (Τεκμήριο 9) και εγγυητική επιστολή (Τεκμήριο 8) παρέλαβε από πρόσωπο που παρουσιάστηκε ενώπιόν της στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στη Λάρνακα όπου εργαζόταν, η Μ.Υ.4, η οποία τα απέστειλε αρχικά με τηλεομοιότυπο και στη συνέχεια τα πρωτότυπα, προς τη Μ.Υ.1 στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στην Πάφο για τα περαιτέρω. Τα εν λόγω έγγραφα παρελήφθησαν από τη Μ.Υ.1 την 21.10.2005, η οποία ακολούθως επικοινώνησε με τον Μ.Υ.2 για να λάβει οδηγίες για το κατά πόσο θα ρευστοποιούσαν και πλήρωναν την επίδικη τραπεζική εγγυητική επιστολή. Ο Μ.Υ.2 έλαβε φωτοτυπίες των Τεκμηρίων 8 και 9, ήλεγξε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 και αφού ικανοποιήθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις των κανονισμών και της πρακτικής που ακολουθείται στην Κύπρο αλλά και διεθνώς, έδωσε οδηγίες προς τη Μ.Υ.1 να προχωρήσει με την έκδοση σχετικής επιταγής επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 για το ποσό της απαίτησης. Ο Μ.Υ.2 ούτε γνώριζε ούτε και περιήλθε κατά τον επίδικο χρόνο σε γνώση του όταν λήφθηκε η απαίτηση για πληρωμή οτιδήποτε σχετικό με την υπόσταση της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Εκείνο το οποίο ήλεγξε, τόσο αυτός όσο και οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.4, ήταν κατά πόσο η απαίτηση καλυπτόταν από το περιεχόμενο και τους όρους της επίδικης τραπεζικής εγγυητικής επιστολή