Πέτρου Ιωαννίδη ν. Ανδρέα Κυπριανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 3177/10, 23.2.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A19 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3177/10 Μεταξύ: Πέτρου Ιωαννίδη Ενάγοντα Και
- Ανδρέα Κυπριανού
- A. MATHEOU INSURANCE CONSULTANTS LTD Εναγομένων ------------------------ Ημερομηνία: 23.2.2012 Αίτηση ημερ. 10.9.2012 και προσωρινό διάταγμα ημερ. 10.9.2010 Για Ενάγοντα-Αιτητή κ. Ε. Κλεάνθους Για Εναγόμενο 1 - Καθ΄ ου η αίτηση κ. Ε. Κορακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση ο ενάγοντας πέτυχε την έκδοση παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος εναντίον του εναγομένου 1 με το οποίο απαγορεύεται σ΄ αυτόν η αποξένωση του ½ εξ αδιαιρέτου μεριδίου του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/6173, Φ.Σχ.45/59, αρ. τεμαχίου 335 το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία «Ελιαρούδι» τη Μεσόγη στην επαρχία Πάφου. Στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα γίνεται αναφορά στη φιλία που υπήρξε μεταξύ του και του εναγομένου 1 καθώς και στην επαγγελματική σχέση και συνεργασία σε θέματα ακίνητης ιδιοκτησίας. Αρχικά ενεργούσαν ως φυσικά πρόσωπα και στη συνέχεια μέσω κοινής τους εταιρείας. Ο εναγόμενος 1 αναφέρεται αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ο ενάγοντας του δάνεισε διάφορα ποσά συνολικού ύψους €531.000 ήτοι ποσό €161.000 με επιταγές (Τεκμ. 2), μετρητά ποσό €170.000 και ποσό €200.000 μέσω τρίτου προσώπου, του Ανδρέα Βασιλείου. Από το ποσό αυτό του επέστρεψε μόνο €15.000 και εξακολουθούν να του οφείλονται €516.
- Όλα τα πιο πάνω ποσά δόθηκαν χωρίς να υπογραφεί οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία μεταξύ τους. Παρά δε τις επανειλημμένες παρακλήσεις του ενάγοντα όπως του εξοφληθούν τα ποσά αυτά, ο εναγόμενος παρέλειψε να το πράξει, λόγω οικονομικής αδυναμίας. Σε κάποιο στάδιο ο εναγόμενος κατόπιν διαπραγματεύσεων του εξέδωσε επιταγές εκ μέρους της εταιρείας Α. Matheou Insurance Consultants Ltd συνολικής αξίας €542.500 (Τεκμ. 3 και 4). Από τις εν λόγω επιταγές το τεκμήριο 4 παρουσιάστηκε στην τράπεζα σε δύο ημερομηνίες και επιστράφηκε απλήρωτο ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων. Ακολούθως οι εν λόγω επιταγές επιστράφησαν από τον ίδιο στον εναγόμενο, λόγω οικονομικής του αδυναμίας να τις πληρώσει και κατόπιν υπογραφής συμφωνίας ημερ. 8.5.09 (Τεκμ. 5) η οποία συνήφθη μετά από διαπραγματεύσεις με τον εναγόμενο και ετοιμάστηκε από τον τότε δικηγόρο του ενάγοντα Ν. Χ"Κλεοβούλου. Η συμφωνία υπεγράφη μεταξύ του ιδίου και της εταιρείας Α. Matheou Insurance Ltd η οποία στην ουσία δεν υπήρχε αλλά ο εναγόμενος παρουσίασε σ΄ αυτόν ότι υφίστατο και ήταν συνέχεια της εναγόμενης 2 εταιρείας η οποία του είχε εκδώσει τις επιταγές. Με την εν λόγω συμφωνία αναγνώριζε το δάνειο των €530.000 και ως ασφάλεια του παραδόθηκαν 30 επιταγές συνολικής αξίας €1.033.
- Οι εν λόγω επιταγές είχαν παρουσιαστεί και δεν είχαν τιμηθεί και η εταιρεία αναλάμβανε υποχρέωση να διεκδικήσει δικαστικά τα εν λόγω ποσά και τα εισπραττόμενα ποσά θα καταβάλλοντο στον αιτητή και θα αφαιρούντο από την οφειλή. Ο εναγόμενος τον διαβεβαίωσε ότι η εξόφληση των επιταγών θα ήταν εύκολη γιατί ήταν μικρότερα ποσά. (Οι επιταγές επισυνάπτονται ως δέσμη Τεκμ. 6 πλην μίας επιταγής για €15.000 η οποία είχε πληρωθεί προς το δικηγόρο του εναγομένου 1 και παραδόθη στον εκδότη). Μετά από έρευνα διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστατο η εταιρεία και ο αιτητής προέβη σε καταγγελία στο ΤΑΕ Πάφου. Ο εναγόμενος 1 μέχρι σήμερα δεν έχει εξοφλήσει το χρέος του και χρωστά λεφτά «σε όλη την Κύπρο» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Κατάγγειλε δε στην αστυνομία ότι ο αιτητής ήταν υπεύθυνος για τους πυροβολισμούς που είχαν γίνει στο αυτοκίνητο της συζύγου του χωρίς όμως να προκύψει οτιδήποτε επιβαρυντικό εναντίον του. Μετά από το πιο πάνω συμβάν και κατόπιν διαμεσολάβησης τρίτων είχαν συναντηθεί με τον εναγόμενο για τελευταία φορά σε ξενοδοχείο στην Πάφο στην παρουσία τρίτων και ο εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι ήταν ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου (τίτλος ιδιοκτησίας Τεκμ. 7) το οποίο του πρότεινε να του το πωλήσει με έκπτωση από το ποσό αγοράς του ποσού που του χρωστούσε. Συμφώνησαν να γίνουν εκτιμήσεις ξεχωριστά και να καθοριστεί η μέση τιμή πώλησης. Σύμφωνα με εκτίμηση που ετοίμασε ο αιτητής η αξία του εν λόγω τεμαχίου είναι €1.000.000 (Τεκμ. 8). Δεν προχώρησε όμως η διευθέτηση λόγω αλλαγής στάσης του εναγομένου
- Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών μέσω δικηγόρων (Τεκμ. 9). Η εν λόγω περιουσία ενοικιάζεται στην εταιρεία Petrolina Limited, όπως φαίνεται από συμφωνία που επισυνάπτεται Τεκμ. 10, και επίσης είναι υποθηκευμένο για €170.
- Ο εναγόμενος 1 αθέτησε τα συμφωνηθέντα σε σχέση με την πρόταση του να του πωλήσει το εν λόγω ακίνητο και οι σχέσεις τους είχαν φτάσει στα άκρα και από τον Ιούλιο του 2010 δεν είχαν καμία επικοινωνία. Ακολούθως ο ίδιος έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του να μαζέψει όλα τα απαραίτητα έγγραφα και να καταχωρήσει αγωγή εναντίον του. Τα ποσά που του οφείλει ο εναγόμενος είναι πολύ μεγάλα που λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης που βρίσκεται είναι απίθανο να μπορέσει να εξεύρει αυτά τα χρήματα και σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο έως αδύνατο να ικανοποιηθεί η απαίτηση του. Στην ένορκη δήλωση του Νίκου Χατζηκλεοβούλου, δικηγόρου, που επίσης επισυνάπτεται στην αίτηση αναφέρει ότι διετέλεσε δικηγόρος του ενάγοντα. Στα πλαίσια αυτής της σχέσης περί το Μάιο του 2009 του ζητήθηκε να καταρτίσει έγγραφη συμφωνία (Τεκμ. 1) μεταξύ της εταιρείας Α. Matheou Insurance Ltd και του ενάγοντα. Στο εν λόγω έγγραφο γίνεται αναφορά σε χρέος της εταιρείας προς τον ενάγοντα. Το όνομα της εταιρείας δόθηκε από τον εναγόμενο 1 και ήταν σαφές και αυτό συμπέρανε από τις συνομιλίες των ιδίων καθώς και από όσα ο ενάγοντας του ανέφερε ότι υπήρχε προσωπική οφειλή για το ποσό που αναφερόταν στη συμφωνία εκ μέρους του εναγομένου 1 προς τον ενάγοντα. Του ζητήθηκε η αναγραφή του ονόματος της εταιρείας λόγω του ότι στις πλείστες από τις επιταγές που δόθηκαν ως εξασφάλιση με την υπογραφή της συμφωνίας αναγραφόταν το όνομα της εν λόγω εταιρείας. Ο Γεώργιος Νικηφόρου Λάμπρου συνιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου επίσης καταχώρησε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης στην οποία αναφέρει ότι περί τον Ιούλιο του 2010 του ζητήθηκε από τον εναγόμενο 1 όπως αγοράσει το μερίδιο του καθότι χρειαζόταν επειγόντως χρήματα. Ο ίδιος όμως αρνήθηκε. Στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Βασιλείου που επισυνάπτεται στην αίτηση αναφέρεται ότι περί τα τέλη του 2007 ή αρχές του 2008 έλαβε εκ μέρους του ενάγοντα ποσό €200.000 για να το παραδώσει στον εναγόμενο 1 ως προσωπικό δάνειο, κάτι που έπραξε παραδίδοντας ο ίδιος προσωπικά το εν λόγω ποσό. Ο εναγόμενος 1 στις 11.1.2011 καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους ένστασης: «(α) Ο ενάγων δεν έχει συζητήσιμη υπόθεση. (β) Ο ενάγων δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. (γ) Οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πληρούνται. (δ) Ο ενάγων δεν έκαμε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. (ε) Ο ενάγων απέκρυψε ουσιαστικά γεγονότα από το Δικαστήριο. (στ) Ο ενάγων δεν ήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. (ζ) Ο ενάγων κωλύεται να προωθεί την αγωγή με το πιο πάνω τίτλο και αριθμό και την αίτηση για προσωρινό διάταγμα. (ζ) Οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πληρούνται. (η) Το αίτημα του ενάγοντα υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα. (θ) Η αίτηση του ενάγοντα είναι καταχρηστική.» Ο Αντρέας Κυπριανού εναγόμενος 1, ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση ότι όλη η υπόθεση είναι κατασκευασμένη και ψεύτικη προβάλλοντας τους δικούς του ισχυρισμούς σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα. Κατά την επίδικη χρονική περίοδο ο ίδιος ήταν διευθυντής της Liberty Life στην Πάφο και παράλληλα ενεργούσε ως διευθυντής της εναγομένης 2, οικογενειακής εταιρείας με μέτοχο τη σύζυγο του και ασχολείτο με αγοραπωλησίες κτημάτων ενεργώντας ώστε η εναγόμενη 2 να δανείζει χρήματα. Η εναγόμενη 2 ήταν εύρωστη εταιρεία με αρκετά χρήματα κατατεθειμένα στους λογαριασμούς της τα οποία αρχικά προέκυψαν από την πώληση κτήματος. Κατά την επίδικη χρονική περίοδο δεν είχε κανένα οικονομικό πρόβλημα και καμία ανάγκη να δανειστεί από οποιονδήποτε. Ως διευθυντής της εναγομένης 2 άρχισε να δανείζει χρήματα και η εναγόμενη άρχισε να έχει εισοδήματα από αυτή τη δραστηριότητα. Περί το τέλος του 2006 αρχές του 2007 ο ενάγοντας τον επισκέφθηκε μαζί με τον κοινοτάρχη Γιόλου ο οποίος ήταν γνωστός του και του ζήτησε να συνεργαστούν, δηλαδή να δανείζει και αυτός χρήματα. Ο ίδιος αρνήθηκε και ο εναγόμενος άρχισε συνεργασία με τον Αντρέα Βασιλείου και κάποιο Πυγμαλίωνα Τσαμαδού, κουμπάρο του Αντρέα Βασιλείου ήτοι ο ενάγων έδιδε χρήματα τα οποία δάνειζαν τα πιο πάνω πρόσωπα και λάμβανε ένα ποσό μηνιαίως από το κέρδος. Μετά από επιμονή του ενάγοντα ο ίδιος αποδέχτηκε να συνεργαστεί μαζί του με αποτέλεσμα όταν κάποιος ήθελε να δανειστεί χρήματα εάν η εναγομένη 2 δεν ενδιαφερόταν να του δανείσει θα ενημέρωνε τον ενάγοντα ο οποίος θα δάνειζε εκείνος τα χρήματα και από το κέρδος θα λάμβανε ο ενάγοντας το 80% και ο ίδιος το 20%. Έτσι ξεκίνησε η συνεργασία τους σε σχέση με το δανεισμό χρημάτων παράλληλα με συνεργασία σε σχέση με αγοραπωλησίες ακινήτων. Σε περίπτωση που κάποιος επικοινωνούσε μαζί του για το δανεισμό χρημάτων και ο ενάγων έδιδε τα χρήματα τότε αυτός έπαιρνε τις μεταχρονολογημένες επιταγές που του έδιδε το πρόσωπο που δανειζόταν και οι οποίες δεν έφεραν όνομα δικαιούχου. Όταν ερχόταν η ημερομηνία πληρωμής ο ενάγων πήγαινε στο γραφείο του και επικοινωνούσε με το πρόσωπο που χρωστούσε για να τους πληρώσει το ποσό της επιταγής. Παράλληλα και οι δύο συνέχιζαν ατομικά να προβαίνουν σε δανειοδοτήσεις. Ο ίδιος ουδέποτε δανείστηκε χρήματα από τον ενάγοντα . Όταν οι χρεώστες του ενάγοντα καθυστέρησαν να πληρώσουν τις επιταγές που είχαν δώσει, ο ενάγων του πήρε διάφορες επιταγές για να κατατεθούν στην τράπεζα και είτε να τιμηθούν ή να σφραγιστούν στην τράπεζα ως ακάλυπτες έτσι ώστε να πιεστούν οι χρεώστες. Ο ενάγων, όπως του έλεγε, ήθελε να κατατεθούν οι επιταγές από την εναγομένη 2 και όχι από τον ίδιο για να μη μάθει τίποτε η σύζυγος του. Συνακόλουθα όσες επιταγές του πήρε έθεσε στη θέση του δικαιούχου της σφραγίδα της εναγομένης 2 η οποία όμως όταν ετοιμάστηκε παραλήφθηκε η λέξη consultants πράγμα για το οποίο ούτε ο ίδιος ούτε ο ενάγων έδωσαν σημασία. Οι επιταγές δόθηκαν στην τράπεζα για σφράγιση και ακολούθως στον ενάγοντα ο οποίος συνέχισε να επικοινωνεί με τους χρεώστες για να εισπράξει τα χρήματα των επιταγών. Μέχρι και σήμερα ο ενάγων εξακολουθεί να έχει στην κατοχή του αυτές τις επιταγές. Καθορίζονται στην ένορκη δήλωση άτομα που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναφέρονται στη συμφωνία ημερομηνίας 8.5.2009 (Τεκ. 5 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα) ως πρόσωπα προς τα οποία δάνεισε ο ενάγοντας χρήματα χωρίς τη δική του ανάμιξη. Αναφέρονται επίσης στην ένορκη δήλωση περιπτώσεις όπου ο ενόρκως δηλών ως διευθυντής της εναγομένης 2 πήρε επιταγές από χρεώστες του στο δικηγόρο του ο οποίος άρχισε να καταχωρεί σταδιακά υποθέσεις εναντίον του. Περαιτέρω ο ενάγων του ζήτησε να πάρει και κάποιες από τις δικές του περιπτώσεις στο δικηγόρο του πράγμα το οποίο έκαμε. Το Μάιο του 2009 ο ενάγων του ζήτησε να υπογράψει συμφωνία έτσι ώστε να είναι εξασφαλισμένος ότι τα χρήματα από τις επιταγές θα τα λάμβανε αυτός και δεν θα εκμεταλλευόταν το γεγονός ότι δικαιούχος στις επιταγές αναγραφόταν το όνομα της εναγομένης
- Ο ενόρκως δηλών υπέγραψε τη συμφωνία ως διευθυντής της εναγομένης 2 και όχι προσωπικά. Ο ίδιος δεν είδε τις επιταγές που αναγράφονταν στη συμφωνία όταν την υπέγραφε και διερωτάται γιατί σ΄ αυτήν περιλαμβάνονται επιταγές που δεν είχαν δικαιούχο την εναγομένη
- Μετά την υπογραφή της συμφωνίας υπέγραψε διοριστήριο με το οποίο διόριζε τον Νίκο Χ"Kλεοβούλου, δικηγόρο του ενάγοντα να ενεργήσει εναντίον της εναγομένης 2 και να λάβει δικαστικά μέτρα σε σχέση με τις επιταγές αυτές οι οποίες ουδέποτε του δόθηκαν και παραμένουν στην κατοχή του ενάγοντα ο οποίος συνεχίζει να λαμβάνει μέτρα για την είσπραξη τους. Μετά από την πιο πάνω συμφωνία μια από τις υποθέσεις που καταχωρήθηκαν μέσω του δικού του δικηγόρου αποσύρθηκε μετά από οδηγίες του ενάγοντα. Μετά από την πιο πάνω συμφωνία κάποιοι πυροβόλησαν το αυτοκίνητο της συζύγου του. Κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία, συνελήφθη ο ενάγων και παρέμεινε υπό κράτηση κάποιες μέρες αλλά ακολούθως αφέθηκε ελεύθερος χωρίς να κατηγορηθεί. Μετά τη λήξη της κράτησης του ο ενάγων επεδίωξε να επικοινωνήσει μαζί του με στόχο να τον πείσει ότι δεν ήταν υπεύθυνος για τον πυροβολισμό καθώς επίσης και το ότι ήθελε να αγοράσει το κτήμα του. Συναντήθηκαν στο ξενοδοχείο Amathus όπου ο ενόρκως δηλών του ανέφερε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να το πουλήσει κάτω από €2.000.000 και εκείνος του είπε ότι θα το διερευνούσε. Ακολούθησαν χωρίς άλλη ενημέρωση επιστολές των δικηγόρων του ενάγοντα προς το δικηγόρο του ιδίου. Επαναλαμβάνεται ότι ο ενάγων ουδέποτε του δάνεισε χρήματα και ότι οι επιταγές τις οποίες επισυνάπτει με δικαιούχο τον ίδιο είχαν εκδοθεί στα πλαίσια της συνεργασίας τους για αγορά ή πώληση κτημάτων και ήταν χρήματα ή για πληρωμή του μεριδίου του για την αγορά κτήματος ή πληρωμή για το μερίδιο του ενόρκως δηλούντα από κέρδος σε κτηματική συναλλαγή. Τα ποσά των επιταγών με εκδότη την εναγομένη 2 αφορούσαν επίσης συναλλαγές τους για την αγοραπωλησία κτημάτων πλην της επιταγής για το ποσό των €400.000 η οποία δόθηκε στον ενάγοντα όχι για να την εισπράξει αλλά για να τη δείξει κάπου ώστε να φανεί ότι είχε να λαμβάνει χρήματα. Η επιταγή αυτή του επεστράφη μετά από λίγες μέρες. Όλες οι άλλες επιταγές έχουν ικανοποιηθεί πλήρως γι΄ αυτό και του επιστράφηκαν πλην της επιταγής για το ποσό των €56.000 η οποία επίσης ικανοποιήθηκε. Ο ίδιος ουδέποτε ζήτησε από τον Γεώργιο Νικηφόρου Λάμπρου να αγοράσει το μερίδιο του στο κτήμα ούτε ο Αντρέας Βασιλείου του έδωσε οποιαδήποτε χρήματα και στόχος του ενάγοντα είναι με το παρόν διάταγμα να τον πιέσει για να αποκτήσει παράνομα οικονομικό όφελος. Κατά την ακροαματική διαδικασία αντεξετάστηκαν και τα τέσσερα άτομα που προέβησαν σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Από την αντεξέταση προέκυψε, μεταξύ άλλων ότι τόσο ο Ανδρέας Βασιλείου όσο και ο Γεώργιος Νικηφόρου είναι συγγενικά πρόσωπα του ενάγοντα. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε ουσιαστικά διαφοροποίηση από τις αρχικές τους θέσεις. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ο ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο (α) ότι έχει καλή βάση αγωγής και (α) ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο είναι πιθανό να παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 Α.Α.Δ. 520, αποφασίστηκε πω διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (πιο πάνω), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 στα πλαίσια εξέτασης της «...δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για την μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του» (βλ.Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121). Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία». (βλ. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου το φέρουν οι αιτητές. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consulats Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Θα προχωρήσω να εξετάσω τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 μαζί. Από την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος προκύπτει ότι ο ενάγοντας έχει διαζευκτικές αιτίες αγωγής και αξιούμενες θεραπείες, κάτι που είναι επιτρεπτό σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Αξιώνεται ποσό €542,500 στη βάση επιταγών που δόθηκαν από την εναγομένη 2 ως εγγύηση ισχυριζόμενου δανείου προς τον εναγόμενο 1, ποσό €515,000 στη βάση συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντα και της εταιρείας Α. Matheou Insurance Ltd ενώ δεν υπήρχε εγγεγραμμένη εταιρεία με τέτοιο όνομα λόγω απάτης και ψευδών παραστάσεων του εναγομένου 1 και επίσης τα ίδια ποσά στη βάση αμέλειας των εναγομένων που του παρουσίασαν μια ανύπαρκτη εταιρεία ως υπαρκτή. Επεξηγείται τόσο στα δικόγραφα όσο και στην ένορκη δήλωση ο τρόπος που εξελίχθηκαν τα γεγονότα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Σημειώνω ότι ενώ ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δάνεισε χρήματα στον εναγόμενο 1 επισυνάπτοντας προς τούτο δέσμη επιταγών (Τεκ. 2) που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του αποτελούν μέρος του ποσού του δανείου που δόθηκε στον εναγόμενο 1 και ότι το υπόλοιπο ποσό δόθηκε σε μετρητά, ακολούθως υπογράφει συμφωνία (Τεκ. 5 στην ένορκη του δήλωση) όπου φαίνεται ο δανεισμός να έγινε σε εταιρεία. Δίδει βέβαια εξηγήσεις γιατί έγινε αυτό και όπως προκύπτει από τη κοινώς αποδεκτή θέση των δύο πλευρών, το όνομα της εταιρείας με την οποία συνεβλήθη δεν είναι ορθό αφού παραλείπεται από αυτό η λέξη «consultants». Το κατά πόσο η συμφωνία αυτή δεσμεύει την εναγόμενη 2 ή τον εναγόμενο 1 προσωπικά είναι θέμα πραγματικό που θα αποφασιστεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Ο εναγόμενος 1 από την άλλη δίδει μία διαφορετική εκδοχή τόσο ως προς τη φύση των συναλλαγών του με τον ενάγοντα όσο και ως προς το πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα, χωρίς να αμφισβητεί την ύπαρξη όλων των επιταγών που επισυνάπτονται στην αίτηση, ούτε της συμφωνίας Τεκ. 5 ούτε του λανθασμένου ονόματος της εταιρείας τόσο στη συμφωνία όσο και στη σφραγίδα που τοποθετήθηκε στη συμφωνία και στις επιταγές, αποδίδοντας βέβαια αυτό σε λάθος. Επαναλαμβάνω ότι αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να γίνει μικροσκοπική ανάλυση των εκατέρωθεν θέσεων ούτε λεπτομερής αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όμως από το σύνολο της μαρτυρίας που εδόθη εκ μέρους του αιτητή παρέχεται το αναγκαίο υπόβαθρο για να θεωρήσω ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Αξιώνονται μεν διαζευκτικές αιτίες αγωγής και θεραπείες, όμως δεν κρίνω ότι με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση, η εκδοχή του ενάγοντα είναι αλλοπρόσαλλη ή ύποπτη, όπως εισηγήθηκε ο κ. Κορακίδης. Βέβαια, προβάλλεται μία τελείως διαφορετική εκδοχή εκ μέρους του εναγομένου 1 ως προς την εξέλιξη των γεγονότων και τη φύση των συναλλαγών τους καθώς και με ποιο πρόσωπο είχε προβεί σε συναλλαγές ο αιτητής. Προβάλλεται επίσης η θέση από τον κ. Κορακίδη ότι ο αιτητής επέλεξε να προστεθεί ο εναγόμενος 1 στην αγωγή ενώ η οποιαδήποτε αξίωση ενδεχόμενα υπήρχε να είναι εναντίον της εναγομένης 2 εταιρείας, επειδή ο εναγόμενος 1 έχει ακίνητη περιουσία στο όνομα του. Από το περιεχόμενο τόσο των δικογράφων όσο και του πραγματικού υποβάθρου της αίτησης δεν θεωρώ ότι προκύπτει κάτι τέτοιο. Πέραν των ισχυρισμών του ενάγοντα περί δανειοδότησης του εναγομένου 1 υπεγράφη συμφωνία με την εταιρεία A. Matheou Insurance Ltd η οποία όμως δεν υφίσταται με αυτό το όνομα. Σε περίπτωση υπογραφής συμφωνίας στο όνομα ανύπαρκτης εταιρείας, ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης και τα γεγονότα όπως τελικά θα αποκρυσταλλωθούν κατά τη δίκη υπάρχει το ενδεχόμενο της προσωπικής ευθύνης του υπογράφοντος τη συμφωνία και αυτό πέραν των ισχυρισμών περί απάτης και ψευδών παραστάσεων. Ως προς το ποια εκδοχή είναι η ορθή, αυτό δεν μπορεί να αποφασιστεί από αυτό το στάδιο. Δεν έχει όμως τεθεί από πλευράς του καθ΄ ου η αίτηση οποιοδήποτε στοιχείο που να ανατρέπει τις ενδείξεις δικαιωμάτων που επικαλείται ο ενάγοντας περί σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και πιθανότητας επιτυχίας. Υπάρχει μεν διαφορετική εκδοχή εκ μέρους του εναγομένου 1 όμως δεν μπορώ χωρίς λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας που δεν είναι επιτρεπτή σε αυτό το στάδιο να καταλήξω σε συμπεράσματα. Εξετάζοντας τον ισχυρισμό του καθ΄ ου η αίτηση περί απόκρυψης δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω ότι στην ουσία πρόκειται για αντιπαραβολή άλλης εκδοχής την οποία βέβαια δεν μπορώ να αξιολογήσω. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Θα εξετάσω τώρα την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και τη δεύτερη του άρθρου 5 του Κεφ.
- Σε συνάρτηση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 πρέπει να καταδειχθεί ότι αν δεν συνεχιστεί το διάταγμα τότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και αυτό σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Σχετικά με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 ο αιτητής πρέπει να προσφέρει μαρτυρία σχετικά με την οικονομική κατάσταση του καθ΄ ου η αίτηση για να δείξει την πιθανότητα μη ικανοποίησης μελλοντικής απόφασης υπέρ του σε περίπτωση που δεν εμποδιστεί η συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία. Προβάλλεται ισχυρισμός περί δεινής οικονομικής κατάστασης του καθ΄ ου η αίτηση 1 στο μαρτυρικό υλικό προς υποστήριξη της αίτησης, κάτι που ουσιαστικά δεν αντικρούεται. Ως προς την πιθανότητα αποξένωσης της περιουσίας από τον καθ΄ ου η αίτηση, όπως αναλύθηκε πιο πάνω, δεν απαιτείται η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη πραγματικής πρόθεσης του εναγομένου να μεταβιβάσει την περιουσία. Όμως απαιτείται να καταδειχθεί ότι με την μεταβίβαση της υπάρχει ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση και από το μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιον μου αυτός ο κίνδυνος είναι ορατός. Το γεγονός ότι το ακίνητο είναι ήδη υποθηκευμένο δεν διαφοροποιεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, αντίθετα αποτελεί ακόμη μία ένδειξη της οικονομικής κατάστασης του εναγομένου
- Δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον της αίτησης, εισηγήθηκε ο κ. Κορακίδης. Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου το οποίο παρέχει εξουσία για τη χορήγηση μονομερούς θεραπείας προβλέπει ότι «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.» Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Αυτά τονίστηκαν στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Β Α.Α.Δ.
- Με βάση τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον μου γίνονταν προσπάθειες διευθέτησης των μεταξύ των διαδίκων διαφορών μέχρι τον Ιούλιο του 2010 οπόταν οι προσπάθειες δεν τελεσφόρησαν και υπήρξε ρήξη στις σχέσεις τους. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 10.9.
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δικαιολογείται ο χρόνος που διέρρευσε στο ότι έπρεπε να συλλεχθούν στοιχεία και επίσης ότι ο Αύγουστος είναι μήνας διακοπών. Έχοντας υπόψη τα στοιχεία που έπρεπε να περισυλλεγούν και που αναφέρονται στις ενόρκους δηλώσεις καθώς και τη φύση της υπόθεσης θεωρώ ότι η καθυστέρηση αυτή του ενός μηνός ήτοι του Αυγούστου που είναι όντως μήνας διακοπών δεν καθιστά το διάταγμα ακυρωτέο για αυτό το λόγο. Το Δικαστήριο θα πρέπει επίσης να αποφασίσει κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα. Έχοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι το ισοζύγιο κλείνει υπέρ της οριστικοποίησης του διατάγματος. Σχετικές με το θέμα είναι οι αναφορές του Lord Hoffman στην υπόθεση Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα σε μετάφραση: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα.» Ένας παράγοντας που επηρεάζει το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι και η διατήρηση του status quo. Στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι η οριστικοποίηση του διατάγματος οδηγεί σε λιγότερους κινδύνους αδικίας εφόσον διατηρείται η κατάσταση πραγμάτων ως έχει. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι το εν λόγω διάταγμα έχει εκδοθεί πριν από ενάμιση χρόνο. Ενόψει των πιο πάνω το διάταγμα καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι στην πορεία της αγωγής αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον του ενάγοντα-αιτητή. (Υπ.) ............... Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο