Αναφορικά με την Αίτηση της Ανδρούλλας Μ. Παναγιώτου, Αρ. Γενικής Αίτησης: 77/08, 28.2.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 77/08 Αναφορικά με την Διαιτησία μεταξύ της Ανδρούλλας Μ. Παναγιώτου και της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κουκλιών και Αναφορικά με την Απόφαση ημερ. 15 Απριλίου 2008 και Αναφορικά με τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 και Αναφορικά με την Αίτηση της Ανδρούλλας Μ. Παναγιώτου Αίτηση παραμερισμού της απόφασης Διαιτητού ημερ. 15.4.08 Ημερομηνία: 28.2.2012. Για Αιτήτρια: κα Ευριπίδου για Ρίκκο Ν. Ερωτοκρίτου & Σία. Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Μιλτιάδους. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια ζητά τον παραμερισμό της απόφασης του διαιτητή κ. Ανδρέα Κωνσταντινίδη, ο οποίος εκδίκασε την Διαιτησία ημερ. 15.4.08, μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η Αίτηση και εξέδωσε την απόφαση ημερ. 15.4.08, δια της οποίας αποφασίσθηκε όπως η Αιτήτρια καταβάλει στους Καθ' ων η Αίτηση ποσό ύψους Λ.Κ.3,596.41, που αντιστοιχεί σε €6,144.83, το οποίο όφειλε ως πρωτοφειλέτιδα για το λογαριασμό υπ' αριθμό 4000038-7 που διατηρούσε στους Καθ' ων η αίτηση, πλέον τόκο 9% επί του ποσού αυτού από 1.7.07, πλέον €58 έξοδα. Εδώ να σημειωθεί ότι με την ίδια αίτηση η Αιτήτρια ζητούσε αρχικά και απόφαση με την οποία να διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω Διαιτητικής απόφασης μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Το μέρος όμως αυτό της αίτησης δεν προωθήθηκε και ως συνάγεται, από το γεγονός ότι η συνήγορος της Αιτήτριας στις τελικές τις αγορεύσεις δεν αναφέρθηκε σε αυτό αλλά ζήτησε μόνο διάταγμα για παραμερισμό της απόφασης, τελικά εγκαταλείφθηκε. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 6.6.08 και βασίζεται στις Δ.40 Κ.1-18 και Δ.48 Κ.1 και 2
(1),
(2)και Δ.64 Κ.1 και 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 52 (1-4) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, στο άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στους Κανόνες της Επιείκειας, στην πρακτική και στη σύμφυτο εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ημερ. 6.6.08, στην οποία υποστηρίζει βασικά τα ακόλουθα: Κατά ή περί το 1999 η Αιτήτρια συνεργάστηκε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουκλιών (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση), με συμφωνία που συνήψαν κατά τον ίδιο χρόνο για να της παρέχουν υπηρεσίες με το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 4000038-7, τον οποίο χρειαζόταν για τις εμπορικές της δοσοληψίες, λόγω του ότι τότε ασχολείτο με λιανικό εμπόριο υφασμάτων. Κατά την χρονική περίοδο 2000-2001 μετά από σχετικό αίτημα της Αιτήτριας προς το εν λόγω Χρηματοπιστωτικό ίδρυμα η Αιτήτρια τερμάτισε τη συνεργασία της με τους Καθ' ων η αίτηση και έκλεισε τον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό. Στις 15.4.08 η Αιτήτρια παρουσιάστηκε, μετά από γραπτή κλήση που έλαβε από τον διαιτητή κ. Ανδρέα Κωνσταντινίδη, στην Διαιτησία μεταξύ αυτής και των Καθ' ων η αίτηση, στα γραφεία των Καθ' ων η αίτηση. Εκεί έμαθε για πρώτη φορά ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν απαίτηση εναντίον της για το ποσό των Λ.Κ.3,596.41, που αντιστοιχεί σε €6,144.83, το οποίο η Αιτήτρια όφειλε για δήθεν παρατράβηγμα που έκανε από τον λογαριασμό υπ' αριθμό 4000038-7 που διατηρούσε εκεί, πλέον τόκο 9% επί του ποσού αυτού από 1.7.
- Η Αιτήτρια ανέφερε στον εν λόγω διαιτητή ότι ουδέν ποσό όφειλε στους Καθ' ων η αίτηση και ότι είχε κλείσει τον προαναφερόμενο τρεχούμενο λογαριασμό από το 2000-
- Τότε ο κ. Κωνσταντινίδης, αντί να ορίσει την υπόθεση για ακρόαση ή να της ζητήσει να τον πληροφορήσει εάν θα χειριζόταν μόνη της την υπόθεση ή εάν θα διόριζε δικηγόρο για να την εκπροσωπήσει στην εν λόγω Διαιτησία, της είπε ότι θα εξετάσει τους ισχυρισμούς της και θα την ειδοποιούσε ανάλογα για το τι μέλλει γενέσθαι. Σαν αποτέλεσμα των δηλώσεων του διαιτητή η Αιτήτρια δεν διόρισε δικηγόρο γιατί ανέμενε να την ειδοποιήσει ο διαιτητής για τα αποτελέσματα των ερευνών του, εφόσον ήταν σίγουρη για την αλήθεια των ισχυρισμών που του ανέφερε. Αντί άλλης ειδοποίησης όμως η Αιτήτρια ειδοποιήθηκε μέσω ιδιώτη επιδότη στις 16.5.08, οπόταν και της επιδόθηκε η απόφαση του διαιτητή, ότι είχε εκδοθεί εναντίον της, από τον εν λόγω διαιτητή, απόφαση ημερ. 15.4.08, για το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. Με βάση τα πιο πάνω η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο διαιτητής κ. Ανδρέας Κωνσταντινίδης χειρίστηκε κακώς την εν λόγω υπόθεση Διαιτησίας και χωρίς να ζητήσει και να λάβει υπόψην του από τους Καθ' ων η αίτηση και από την Αιτήτρια, όλα τα αναγκαία στοιχεία που να υποστηρίξουν την υπόθεση τους και χωρίς περαιτέρω να ακούσει αμφότερους τους διάδικους εξέδωσε την πιο πάνω απόφαση κατά παράβαση των θέσμιων και νομοθετημένων καθηκόντων του, διαπράττοντας έτσι λάθος προφανέστατο τόσο από άποψη δικονομική όσο και από άποψη ουσιαστική αφού η συμπεριφορά του συνιστά παρεκτροπή από τα θεσμοθετημένα καθήκοντα του (misconduct). Ως εκ τούτου η Αιτήτρια ζητά διάταγμα παραμερισμού της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 15.4.
- Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση καταχωρήθηκε στις 21.10.08 και στηρίζεται στις Δ.48 Κ.1-4 και Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 52 (1-4) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, στο άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στους Κανόνες της Επιείκειας, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από τις ένορκες δηλώσεις της κας Χρύσως Μιχαήλ, γραμματέα των Καθ' ων η αίτηση και του κ. Χριστάκη Στεφάνου, γραμματέα των Καθ' ων η αίτηση μέχρι το
- Οι λόγοι ένστασης των καθ' ων η αίτηση είναι οι ακόλουθοι:
- Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελαττωματική.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή ελαττωματική.
- Η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε την αλήθεια στο Δικαστήριο, απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα τα οποία δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση της και δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
- Τα στoιχεία και γεγονότα που αναφέρει η Αιτήτρια είναι γενικά και αόριστα.
- Τα γεγονότα της υπόθεσης διαψεύδουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας.
- Ο διαιτητής είναι ανεξάρτητο πρόσωπο και δεν υπέχουν ευθύνη οι Καθ' ων η αίτηση για τις πράξεις και ενέργειες του αλλά πιστεύουν ότι ενήργησε στα πλαίσια της εξουσίας που του παρέχει ο νόμος. Η κα Μιχαήλ στην ένορκη δήλωση της επαναλαμβάνει τους λόγους της έντασης και υποστηρίζει βασικά τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση παραδέχονται την ύπαρξη του τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 4000038-7 επ' ονόματι της Αιτήτριας, ο οποίος αρχικά είχε αρ. 057 και με την μηχανογράφηση του συστήματος εδόθη ο νέος αριθμός, αλλά ισxυρίζoνται ότι αυτός έγινε στις 20.11.
- Ήταν δε σχεδόν πάντοτε πιστωτικός μέχρι τις 18.8.99 οπότε άρχισε να γίνεται χρεωστικός, με την Αιτήτρια κατόπιν ενημέρωσης από τον προηγούμενο γραμματέα των Καθ' ων η αίτηση να παρακαλεί αυτόν όπως της περάσει τις επιταγές που είχε εκδώσει και θα τα κανόνιζε, πράγμα το οποίο έγινε αρκετές φορές από την 18.9.99 μέχρι την 17.9.99 οπότε επειδή δεν συμμορφώθηκε με τις υποσχέσεις που είχε δώσει στο γραμματέα επεστράφη απλήρωτη η επιταγή 01003432 για το ποσόν Λ.Κ.
- Ο τρόπος λειτoυργείας αυτού του λογαριασμού (παράκληση εκ μέρoυς της Αιτήτριας για πληρωμή των εκδοθεισών επιταγών εκ μέρους της και υπόσχεση της για κατάθεση των ποσών αυτών μεταγενέστερα) συνεχίστηκε μέχρι την 7.5.01, οπότε εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση πληρώθηκαν οι επιταγές 1007159, 1007164 παρουσιάζοντας χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.1,996.
- Έκτοτε μέχρι την 17.10.02 επεστράφησαν όλες οι επιταγές που είχε εκδώσει η Αιτήτρια σε τρίτα πρόσωπα, στους κατόχους των επιταγών της ΣΠΕ Κουκλιών. Ήταν περίπου 23 επιταγές για το συνολικό ποσό Λ.Κ.3,903 και ο λογαριασμός της παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.2,167.
- Έκτοτε ο εν λόγω λογαριασμός δεν είχε άλλη κίνηση εκ μέρους της Αιτήτριας πλην των διαφόρων χρεώσεων και τόκων εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση. Η Αιτήτρια ουδέποτε έδωσε oδηγίες για κλείσιμο του λογαριασμού της όπως αόριστα ισχυρίζεται για την περίοδο 2000-
- Λόγω της ασχολίας της με το εμπόριο, λόγω παρακλήσεων της για κάλυψη των εκδιδομένων απ' αυτήν επιταγών και λόγω παράλειψης της να συμμορφωθεί με όσα υποσχόταν της είχαν επιστραφεί αρκετές επιταγές. Η δε Αιτήτρια συνέχιζε την έκδοση των επιταγών με αποτέλεσμα πάλι οι Καθ' ων η αίτηση στις 27.2.01 να επιστρέψουν απλήρωτες 6 επιταγές της. Στις 6.3.01 κατόπιν παράκλησης της Αιτήτριας οι Καθ' ων η αίτηση πλήρωσαν μία επιταγή αυτής ύψους Λ.Κ.1,000 με την υπόσχεση εκ μέρους της όπως καλύψει αυτήν εντός των προσεχών ημερών ως και όπως καλύψει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της ύψους Λ.Κ.2,292.23, πράγμα το οποίο ουδέποτε έπραξε. Τουναντίον από τις 11.5.01 μέχρι την 17.10.02 έκδωσε πέραν των 23 επιταγών, οι oπoίες αφού είχαν κατατεθεί προς είσπραξη από τους κατόχους των, επιστράφηκαν απλήρωτες. Διερωτάται δε η κα Μιχαήλ πως ενώ η Αιτήτρια είχε δώσει οδηγίες να κλείσει ο λογαριασμός της ως ισχυρίζεται συνέχισε να εκδίδει επιταγές προς τρίτους. Οι Καθ' ων η αίτηση επίσης αρνούνται ότι η Αιτήτρια έλαβε γνώση του λογαριασμού της στις 15.4.08 και ισχυρίζovται ότι ήταν εν γνώσει της αυτός ο λογαριασμός από τις 30.3.99 όταν ο προηγούμενος γραμματέας των Καθ' ων η αίτηση, την είχε ενημερώσει για το χρεωστικό υπόλοιπο και εκείνη του υποσχέθηκε ότι θα το καλύψει, πράγμα που έπραξε και κατά την 19.5.99 ,1.9.99 και 13.9.99 όταν έρχονταν επιταγές με τις οποίες το ποσό του λογαριασμού θα ήταν χρεωστικό. Επίσης η Αιτήτρια όταν παρακαλούσε να πληρωθούν επιταγές της πάντοτε ενημερώνετο για το υπόλοιπο της. Περαιτέρω κατά τις 30.6.06, 1.1.07 και 30.6.07 η Αιτήτρια έλαβε γνωστοποίηση της ύπαρξης του υπολοίπου ποσού της οφειλής της (κατάσταση λογαριασμού) όπως και με επιστολή των Καθ' ων η αίτηση ημ. 18.7.06 (αντίγραφο της οποίας κατατίθεται ως τεκμ. Β), την οποία όταν έλαβε ήλθε σε επαφή με την κα Μιχαήλ, η οποία της έδωσε την κατάσταση λογαριασμού της από την δημιουργία του μέχρι την ημέρα εκείνη, αναφέροντας ότι θα τον ελέγξει και θα επανέλθει. Επίσης η Αιτήτρια έλαβε γνώση και με συστημένη επιστολή ημ. 28.1.08 (αντίγραφο της οποίας κατατίθεται ως τεκμ. Γ). Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Αιτήτρας για δήθεν παρατράβηγμα αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αλλά είναι αλήθεια ότι κατά την 30.6.07 όφειλε στους Καθ' ων η αίτηση Λ.Κ.3,596.41 ισάξιο σε €6,144.83 (κατάσταση λογαριασμού της κατά την εν λόγω περίοδο κατατίθεται ως τεκμ. Δ). Οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Αιτήτρια προέβαλε μεν τον ισχυρισμό της κατά την 15.4.08 ότι δεν όφειλε στους Καθ' ων η αίτηση οιονδήποτε ποσόν αλλά της δόθηκε πλήρης κατάσταση του λογαριασμού της και της δόθηκε χρόνος να επανέλθει με στοιχεία εάν είχε την ίδια ημέρα διαφορετικά θα εκδιδόταν απόφαση εναντίον της. Η Αιτήτρια δεν επανήλθε εκείνη τη μέρα. Η κα Μιχαήλ προσωπικά την πήρε τηλέφωνο εκείνη τη μέρα και την ρώτησε εάν βρήκε στοιχεία. Εκείνη απάντησε ότι δεν βρήκε τίποτε και η κα Μιχαήλ γνωστοποίησε την απάντηση της Αιτήτριας στο διαιτητή. Όσον αφορά τα περί δικηγόρου ουδέν ζήτησε η Αιτήτρια ή ζήτησε να της δοθεί άλλη ημέρα για να διορίσει δικηγόρο ή να χειριστεί την υπόθεση της διαφορετικά. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση παραδέχονται την ύπαρξη και επίδοση της διαιτητικής απόφασης. Ο κ. Στεφάνου στην ένορκη δήλωση του υποστηρίζει τα ακόλουθα: Διετέλεσε γραμματέας των Καθ' ων η αίτηση μέχρι το
- Ήταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση κατά την 20.11.98 όταν ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αρ. 4000038-7 επ' ονόματι της Αιτήτριας, ο οποίος αρχικά είχε αρ. 057 και με την μηχανογράφηση του συστήματος εδόθη ο νέος αριθμός. Ο πιο πάνω λογαριασμός ήταν σχεδόν πάντοτε πιστωτικός μέχρι την 18.8.99, οπότε άρχισε να γίνεται xρεωστικός, με την Αιτήτρια να τον παρακαλεί όπως της περάσει τις επιταγές που είχε εκδώσει και δεν μπορούσαν να καλυφθούν από το λογαριασμό της και θα τα κανόνιζε. Αυτό έγινε αρκετές φορές από την 18.9.99 μέχρι την 17.9.99 οπότε επειδή δεν συμμορφώθηκε με τις υποσχέσεις που είχε δώσει η Αιτήτρια ο κ. Στεφάνου επέστρεψε απλήρωτη την επιταγή 01003432 για το ποσόν Λ.Κ.
- Ο τρόπος λειτoυργίας αυτού του λογαριασμού (παράκληση εκ μέρους της Αιτήτριας για πληρωμή των εκδοθεισών επιταγών εκ μέρους της και υπόσχεση της για κατάθεση των ποσών αυτών μεταγενέστερα) συνεχίστηκε μέχρι την 7.5.01, οπότε εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση πληρώθηκαν οι επιταγές 1007159, 1007164 και ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.1,996.
- Έκτότε μέχρι την 17.10.02 επεστράφησαν όλες οι επιταγές που είχε εκδώσει η Αιτήτρια σε τρίτα πρόσωπα, στους κατόχους των επιταγών της ΣΠΕ Κουκλιών. Ήταν περίπου 23 επιταγές για το συνολικό ποσόν Λ.Κ.3,903 και ο λογαριασμός της παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.2,167.
- Έκτοτε ο λογαριασμός της δεν είχε άλλη κίνηση εκ μέρους της Αιτήτριας πλην των διαφόρων χρεώσεων και τόκων εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση. Στις 30.3.99 ο κ. Στεφάνου είχε ενημερώσει την Αιτήτρια για το χρεωστικό υπόλοιπο και εκείνη του υποσχέθηκε ότι θα το καλύψει πράγμα που έπραξε και κατά την 19.5.99 ,1.9.99 και 13.9.99 όταν έρχονταν επιταγές, με τις οποίες το ποσόν του λογαριασμού θα ήταν χρεωστικό. Επίσης όταν παρακαλούσε η ίδια να πληρωθούν επιταγές της πάντοτε ενημερώνετο για το υπόλοιπο της. Ουδέποτε κατά την περίοδο που αναφέρει η Αιτήτρια έδωσε οδηγίες να κλείσει ο λογαριασμός της. Εάν είχε τέτοιες οδηγίες ο κ. Στεφάνου δεν είχε λόγο να μην τον κλείσει αφού η Αιτήτρια κατέβαλλε βέβαια το ανάλογο οφειλόμενο ποσό. Αυτό φαίνεται και από το ότι η Αιτήτρια συνέχισε να εκδίδει επιταγές μέχρι τις 15.10.
- Επιπλέον ο λογαριασμό της ήταν χρεωστικός και για να κλείσει έπρεπε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Ως εκ των άνω οι Καθ' ων η αίτηση ζητούν απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Νομική Πτυχή. Ως προκύπτει από τις θέσεις των διαδίκων στην παρούσα η διαφορά που υπήρχε μεταξύ τους είχε παραπεμφθεί σε διαιτησία δυνάμει του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/
- Σύμφωνα με την παράγραφο 2 (β) του εν λόγω άρθρου σε τέτοια περίπτωση η διαιτησία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας περί Διαιτησίας νομοθεσίας. Ως εκ των άνω η διαιτησία στην υπό εξέταση περίπτωση έπρεπε να διεξαχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
- Περαιτέρω σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 52 του Νόμου 22/85 οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία της προς αυτόν γνωστοποίησης της απόφασης του διαιτητή. Η διάταξη δε του περί Διαιτησίας Νόμου στην οποία η Αιτήτρια στηρίζει την παρούσα, ως φαίνεται από τη νομική της βάση, είναι αυτή του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4, η οποία έχει ως ακολούθως: «2. Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Σολωμού ν. LAIKI CYPRIALIFE LTD, Πολ. Έφεση 193/08, ημερ. 19.5.10, είναι ενδεικτικό του πως προσεγγίζεται ερμηνευτικά η εν λόγω διάταξη: «Ενδιαφέρει εδώ το εδάφιο
(2), εφόσον είχε επιδιωχθεί πρωτοδίκως η ακύρωση ή παραμερισμός της διαιτητικής απόφασης. Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 απ΄ όπου λήφθηκε το Κεφ. 4, είναι «misconduct», και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας («.. has misconducted himself or the proceedings ....». Στον Russell on Arbitration 16η έκδ. σελ. 307, θεωρείται λανθασμένη συμπεριφορά η εκ μέρους του διαιτητή ακρόαση μαρτύρων ή εξέταση εγγράφων στην απουσία των διαδίκων, η απόδοση στον εαυτόν του ενός συνολικού ποσού για τα έξοδα του, ώστε να αποκλείει τους διαδίκους από του να ενστούν στις χρεώσεις του, (δέστε την απόφαση K/S Norjarl A/S v. Hyundai Heavy Industries Co. Ltd
(1991)3 W.L.R. 1025 για κατεύθυνση ως προς τον τρόπο χρέωσης αμοιβής από ένα διαιτητή), η εκ μέρους του παράλειψη να εξασκήσει όλες τις εξουσίες του ή η λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Στη δε σελ. 309, αναφέρεται σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ότι οι κύριοι άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό, είναι η εκ μέρους του διαιτητή διεξαγωγή της διαιτησίας ex parte χωρίς ουσιώδη λόγο, ο αποκλεισμός ατόμων που έχουν δικαίωμα να είναι παρόντα, η λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας και η λανθασμένη μετακύλιση καθηκόντων. Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15 σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στην ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ ν. Lakis Georghiou Constructions Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 240/07, ημερ. 19.2.2010), ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett
(1953)1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «.. παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα .. κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας» (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο). Πουθενά, όμως, η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του άρθρου 20
(2), δεν έχει συμπεριλάβει, (στην απουσία βεβαίως παραβιάσεων των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης), και, την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία ενός εγγράφου. Η παραδοσιακή αντίληψη περί του σκοπού της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία, είναι ακριβώς η ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της. Όπως εξηγείται στο Russell - πιο πάνω - σελ. 289, υπήρχε στο κοινοδίκαιο σύμφυτη εξουσία παραμερισμού απόφασης, η δε νομοθετική χρήση της λέξης «misconduct» γενικά, που ήταν νέα στο Arbitration Act 1889 και η μετέπειτα χρήση του «misconduct of the proceedings» στο μεταγενέστερο Arbitration Act 1934, που διατηρήθηκε και στο Arbitration Act 1950, είχε στην ουσία χαρακτήρα δηλωτικό της προηγούμενης νομολογίας. Όπως δε εξηγείται και στη μεταγενέστερη 23η έκδοση του Russel on Arbitration
(2007), σελ. 375 παρ. 7-056, τα Δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία παρείχε ειδικά τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικώς δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. ........................................................... Τα αποφασισθέντα ανωτέρω ως προς το ότι η νομική εμβέλεια της έννοιας της ανάρμοστης συμπεριφοράς δεν περιλαμβάνει και τη νομική ερμηνεία εγγράφου, σφραγίζει και την τύχη της έφεσης». Περαιτέρω στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 717 αναφέρθηκε ότι στον όρο "misconduct", ανάρμοστη συμπεριφορά του διαιτητή, αποδίδεται ευρεία ερμηνεία, όπως προκύπτει από τις αγγλικές αποφάσεις ερμηνευτικές του άρθρου 23
(1)του περί Διαιτησίας Νόμου του 1950. Περιλαμβάνει «κάθε μορφή συμπεριφοράς, η οποία τείνει να διασαλεύσει και να καταστρέψει την εμπιστοσύνη την οποία οι διάδικοι ή εκάτερος από αυτούς πρέπει να έχει στους διαιτητές, ότι θα προέλθουν σε δίκαιη απόφαση». Παρατέθηκε δε ως διαφωτιστική της σημασίας του όρου misconduct η υπόθεση "Catalina" Owners ν. "Norma" Owners 61 Ll.L. Rep. 360 στην οποία κρίθηκε ότι παρατήρηση κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης μειωτική για τη ροπή προς την αλήθεια μαρτύρων της εθνικής προέλευσης εκείνων που κατέθεσαν, θεωρήθηκε ανάρμοστη συμπεριφορά και αποκαλυπτική προκατάληψης ασυμβίβαστης με την αμεροληψία από την οποία πρέπει να διαπνέεται ο διαιτητής. Περαιτέρω αποφασίσθηκε ότι το έργο των διαιτητών είναι οιονεί δικαστικό και ότι δικαστική είναι και η αποστολή τους. Ως παράδειγμα χαρακτηριστικό δε του κλονισμού που μπορεί να επιφέρει δόθηκε η ανεπίτρεπτη επαφή διαδίκου με το δικαστήριο. Στην Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σταύρος Α. Σταύρου Λτδ ν. Τύλλη κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ 1172 έγινε δε αναφορά στο πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Law and Practice of International Commercial Arbitration, 2η έκδοση, σελ. 269: «The English court of appeal has held that a breach of natural justice and misconduct for the purposes of the Arbitration Act 1950 for an arbitrator to make an award against a party without having heard representations on its behalf. The court ruled that not only must the award be set aside, but that the arbitrator ought to be removed from further conduct of the proceedings. Lord Denning said:«The courts, I feel, must show an example and see that arbitrations are properly conducted so as to earn and deserve the confidence of those who appear before them. I am afraid that the conduct of this arbitrator was such as to lose the confidence of at least one of the parties.» Στην Galatis v. Savvides and another
(1966)1 C.L.R. 87 λέχθηκαν επίσης σχετικά τα ακόλουθα: «The first principle in arbitration is that the arbitrator must act fairly to both parties, and that he must observe in this the ordinary well-understood rules for the administration of justice. The arbitrator must not hear one party or his witnesses in the absence of the other party or his representative except in few cases, where exceptions are unavoidable, both sides must be heard and each in the presence of the other: see Harvey v. Shelton
(1844), supra, to which we shall revert later. The principles of universal justice require that the person who is to be prejudiced by the evidence ought to be present to hear it taken, to suggest cross-examination or himself to cross-examine, and to be able to find evidence, if he can, that shall meet and answer it; in short, to deal with it as in the ordinary course of legal proceedings: Drew v. Drew
(1855)2 Macq. 1, at page 3, per Lord Cranworth, L.C. ................................................................. It will he observed that one of the fundamental principles laid down by Lord Goddard is the observance of the rules of natural justice, that is to say, that a skilled arbitrator must not hear one party or his witnesses in the absence of the other party or his representative and that each party must be given an opportunity of presenting his case». Η Αιτήτρια στην παρούσα ζητά τον παραμερισμό της απόφαση του διαιτητή ημερ. 15.4.08, ουσιαστικά λόγο κακής συμπεριφοράς και κακού χειρισμού του διαιτητή. Στην ένορκη της δήλωση, ως προαναφέρθηκε, λέει ότι μετά από γραπτή κλήση που έλαβε από τον διαιτητή παρουσιάστηκε στις 15.4.08 στην Διαιτησία μεταξύ αυτής και των Καθ' ων η αίτηση, στα γραφεία των Καθ' ων η αίτηση. Εκεί έμαθε για πρώτη φορά ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν απαίτηση εναντίον της. Ανέφερε στον διαιτητή ότι ουδέν ποσό όφειλε στους Καθ' ων η αίτηση και ότι είχε κλείσει τον σχετικό λογαριασμό από το 2000-2001. Τότε ο διαιτητής της είπε ότι θα εξετάσει τους ισχυρισμούς της και θα την ειδοποιούσε ανάλογα με το τι μέλλει γενέσθαι και δεν όρισε την υπόθεση για ακρόαση ή να της ζητήσει να τον πληροφορήσει εάν θα την χειριζόταν μόνη της ή εάν θα διόριζε δικηγόρο για να την εκπροσωπήσει. Ενόψει της εν λόγω δήλωσης του διαιτητή η Αιτήτρια δεν διόρισε δικηγόρο γιατί ανέμενε να την ειδοποιήσει ο διαιτητής για τα αποτελέσματα των ερευνών του. Αντί ειδοποίησης τον διαιτητή για τα πιο πάνω στις στις 16.5.08 της επιδόθηκε η απόφαση του διαιτητή οπόταν η Αιτήτρια έμαθε ότι στις 15.4.08 είχε εκδοθεί εναντίον της απόφαση από τον εν λόγω διαιτητή. Είναι ως εκ των άνω η θέση της ότι ο διαιτητής χειρίστηκε κακώς την εν λόγω υπόθεση Διαιτησίας εφόσον, χωρίς να ζητήσει και να λάβει υπόψην του από τους Καθ' ων η αίτηση και από την Αιτήτρια, όλα τα αναγκαία στοιχεία που να υποστηρίξουν την υπόθεση τους και χωρίς περαιτέρω να ακούσει αμφότερους τους διάδικους, εξέδωσε την πιο πάνω απόφαση. Αντίθετη όμως είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση, ως προς τα πιο πάνω. Στην ένορκη δήλωση της κας Μιχαήλ δέχονται ότι η Αιτήτρια στις 15.4.08 προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν όφειλε στους Καθ' ων η αίτηση οιονδήποτε ποσόν αλλά αναφέρουν περαιτέρω ότι της δόθηκε πλήρης κατάσταση του λογαριασμού της και της δόθηκε χρόνος να επανέλθει με στοιχεία εάν είχε την ίδια ημέρα διαφορετικά θα εκδιδόταν απόφαση εναντίον της. Η Αιτήτρια δεν ζήτησε κάτι σε σχέση με δικηγόρο ούτε να της δοθεί άλλη ημέρα για να διορίσει δικηγόρο ή να χειριστεί την υπόθεση της διαφορετικά. Η Αιτήτρια δεν επανήλθε εκείνη την ημέρα. Η κα Μιχαήλ τηλεφώνησε προσωπικά στην Αιτήτρια την ίδια μέρα και την ρώτησε εάν βρήκε στοιχεία. Η Αιτήτρια της απάντησε ότι δεν βρήκε τίποτε. Έτσι στη συνέχεια η κα Μιχαήλ γνωστοποίησε την απάντηση της Αιτήτριας στο διαιτητή. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι οι κάποιοι από τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως προς τα γεγονότα αμφισβητούνται από τους Καθ' ων η αίτηση. Η Αιτήτρια ως προαναφέρθηκε στηρίζει την εν λόγω αίτηση στη Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD v. FASHIONWISE LTD
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377 σε σχέση με την προσέγγιση στην περίπτωση που υπάρχουν ισχυρισμοί που αμφισβητούνται λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier K.G.
(1989)1(E) A.A.Δ. 750 και Louis Vuitton v. Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ'ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια όχι μόνο δεν παρουσίασε προφορική μαρτυρία για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι αμφισβητούν κάποιους από τους δικούς της, αλλά δεν προέβη καν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων προς υποστήριξη της ένστασης των Καθ' ων η αίτηση. Συνεπώς δεν έχει αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης των εν λόγω ισχυρισμών. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι ενόψει της μη προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας εκ μέρους της Αιτήτριας το ότι απέτυχε να αποδείξει τους αμφισβητούμενους ισχυρισμούς της ισχύει ακόμη και αν η υπό εξέταση Αίτηση δεν εμπίπτει στις αιτήσεις που ρυθμίζει η Δ.
- Αυτό γιατί το βάρος απόδειξης το φέρει εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια. Από την άλλη όλοι οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση, συμπεριλαμβανομένων αυτών οι οποίοι αμφισβητούν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, έμειναν ουσιαστικά αναμφισβήτητοι και συνεπώς το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί σε αυτούς για την κρίση του στην παρούσα. Από τα γεγονότα τα οποία παρέμειναν λοιπόν αναμφισβήτητα στην παρούσα φαίνονται τα ακόλουθα: Μετά από γραπτή κλήση που έλαβε από τον διαιτητή κ. Ανδρέα Κωνσταντινίδη η Αιτήτρια παρουσιάστηκε στις 15.4.08 στην Διαιτησία μεταξύ αυτής και των Καθ' ων η αίτηση, στα γραφεία των Καθ' ων η αίτηση. Ανέφερε στον διαιτητή ότι ουδέν ποσό όφειλε στους Καθ' ων η αίτηση. Της δόθηκε πλήρης κατάσταση του λογαριασμού της και της δόθηκε χρόνος να επανέλθει με στοιχεία εάν είχε την ίδια ημέρα διαφορετικά θα εκδιδόταν απόφαση εναντίον της. Η Αιτήτρια δεν ζήτησε κάτι σε σχέση με δικηγόρο ούτε να της δοθεί άλλη ημέρα για να διορίσει δικηγόρο ή να χειριστεί την υπόθεση της διαφορετικά. Η Αιτήτρια δεν επανήλθε εκείνη την ημέρα. Η γραμματέας των Καθ' ων η αίτηση κα Μιχαήλ τηλεφώνησε προσωπικά στην Αιτήτρια την ίδια μέρα και την ρώτησε εάν βρήκε στοιχεία. Η Αιτήτρια της απάντησε ότι δεν βρήκε τίποτε. Έτσι στη συνέχεια η κα Μιχαήλ γνωστοποίησε την απάντηση της Αιτήτριας στο διαιτητή, ο οποίος την ίδια μέρα προχώρησε στην έκδοση της υπό εξέταση διαιτητικής απόφασης. Από τα πιο πάνω λοιπόν προκύπτει ότι ο διαιτητής κάλεσε γραπτώς την Αιτήτρια να παραστεί στη διαδικασία και αφού αυτή εμφανίσθηκε της έδωσε την ευκαιρία να προσκομίσει τα στοιχεία που στήριζαν τη θέση της. Ο διαιτητής όρισε μάλιστα στην Αιτήτρια τόπο και χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου θα έπρεπε να προσκομίσει τα εν λόγω στοιχεία και περαιτέρω την πληροφόρησε ως προς τις συνέπειες της μη εμφάνισης της, που θα ήταν η έκδοση απόφασης εναντίον της. Η Αιτήτρια δεν ζήτησε περαιτέρω ή άλλο χρόνο, ούτε να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο αλλά έφυγε από το χώρο. Στη συνέχεια η Αιτήτρια όχι μόνο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία στο διαιτητή αλλά δεν εμφανίσθηκε καν ενώπιον του αργότερα την ίδια μέρα δηλ. εντός της προθεσμίας που της δόθηκε, χωρίς να ζητήσει περαιτέρω χρόνο ή να υποβάλει οποιοδήποτε άλλο αίτημα. Η μη εμφάνιση της εκ νέου ενώπιον του διαιτητή έγινε μάλιστα ενώ γνώριζε τις συνέπειες αυτού που ήταν η έκδοση απόφασης εναντίον της. Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω ότι ο διαιτητής κινήθηκε εντός των πλαισίων των καθηκόντων και εξουσιών του εφόσον έδωσε την ευκαιρία στην Αιτήτρια να παραστεί στη διαδικασία της διαιτησίας, να ακουσθεί αλλά και να παραθέσει ενώπιον του τα στοιχεία που ισχυρίσθηκε ότι είχε ενώ περαιτέρω την ενημέρωσε για τις συνέπειες της μη εμφάνισης της. Η Αιτήτρια όμως επέλεξε να μην εμφανισθεί εκ νέου ενώπιον του και να του παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω ο διαιτητής προχώρησε στη βάση των στοιχείων που είχε ενώπιον του και εξέδωσε την επίδικη απόφαση εναντίον της Αιτήτριας. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω ότι η θέση της Αιτήτριας ότι ουδέν ποσό όφειλε στους Καθ' ων η αίτηση και ότι είχε κλείσει τον σχετικό λογαριασμό από το 2000-2001 έχει επίσης αμφισβητηθεί από τους Καθ' ων η αίτηση. Συγκεκριμένα στην ένορκη δήλωση της κας Μιχαήλ αναφέρεται ότι ο εν λόγω λογαριασμός δεν έκλεισε και ότι στις 30.6.07 παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο Λ.Κ.3,596.41 ισάξιο σε €6,144.
- Το ότι δεν έκλεισε ο εν λόγω λογαριασμός φαίνεται και από το γεγονός, το οποίο επίσης παρέμεινε αναντίλεκτο από την Αιτήτρια, ότι αυτή από τις 11.5.01 μέχρι την 15.10.02 συνέχιζε να εκδίδει επιταγές, οι oπoίες αφού είχαν κατατεθεί προς είσπραξη από τους κατόχους των, επιστράφηκαν απλήρωτες. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω και λαμβανομένης υπόψην της προαναφερόμενης νομολογίας κρίνω ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι ο διαιτητής επέδειξε οποιαδήποτε κακή συμπεριφορά ή κακό χειρισμό στη διαιτητική διαδικασία ή ότι η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, ως ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Φ. Τιμοθέου Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αίτηση παραμερισμού διαιτητικής απόφασης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο