← Κύπρος

Vassili Mikeilov ν. Εργοληπτική Εταιρεία Αμφιάραος Λτδ, Αρ. Αγωγής :- 971/2004, 29η Φεβρουαρίου 2012

Vassili Mikeilov ν. Εργοληπτική Εταιρεία Αμφιάραος Λτδ, Αρ. Αγωγής :- 971/2004, 29η Φεβρουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A23 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 971/2004 Μεταξύ :- Vassili Mikeilov Ενάγοντας Και Εργοληπτική Εταιρεία Αμφιάραος Λτδ Εναγόμενη Ημερομηνία :- Τετάρτη 29η Φεβρουαρίου 2012 Για τον Ενάγοντα :- κος. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Για την Εναγόμενη :- κος. Μιχάλης Βασιλειάδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Τελική Απόφαση ΕΙΣΑΓΩΓΗ

  1. Απορρίπτει η εναγόμενη τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ως προς το ότι κατά τη διάρκεια εκτέλεσης από τον ίδιο εργασιών σοβατίσματος σε υπό ανέγερση οικοδομικό της έργο επισυνέβη εργατικό ατύχημα[1]. Επιπλέον όμως η εναγόμενη αρνείται ότι κατά το χρονικό σημείο του επίδικου ατυχήματος ο ίδιος εκτελούσε καθήκοντα τα οποία η εναγόμενη του είχε αναθέσει ως εργοδότρια του.
  2. Αμφισβητήθηκε έντονα η ύπαρξη σχέσης εργοδοσίας μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης. Ως αποτέλεσμα αρκετός χρόνος κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αναλώθηκε επί αυτού του θέματος.
  3. Βασική θέση της εναγομένης όπως αυτή προκύπτει από το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης της (η οποία τροποποιήθηκε σχεδόν 4 ½ χρόνια μετά από τη καταχώρηση και επίδοση της αγωγής) είναι ότι η ίδια είχε συμφωνήσει με κάποιο υπεργολάβο ο οποίος έφερε τον ενάγοντα να τον βοηθά και τον οποίο θα πλήρωνε ο ίδιος. Δηλαδή, ότι η οποιαδήποτε σχέση εργοδοσίας υπήρχε ήταν αυτή μεταξύ του υπεργολάβου και του ενάγοντα και όχι μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντα. Ανεξάρτητα και από την κατονομασία του κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, εντός των δικογράφων της η εναγόμενη δεν αναφέρει το όνομα του συγκεκριμένου υπεργολάβου.
  4. Παρατηρείται απλά ότι με το αρχικό της δικόγραφο η εναγόμενη είχε ισχυριστεί ότι η ίδια είχε συμφωνήσει με τον ενάγοντα ως ανεξάρτητο εργολάβο για συγκεκριμένες εργασίες. Ασφαλώς δεν είναι επί της βάσης του αρχικού δικογράφου που εκδικάστηκε η αγωγή ή επί της οποίας με αυτή την απόφαση θα κριθεί η βασιμότητα της εκδοχής της εναγομένης.
  5. Όμως δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο η σημασία των ισχυρισμών με τους οποίους ο ένας εκ των διευθυντών της εναγομένης, δηλαδή ο Παναγιώτης Παναγιώτου, ενόρκως υποστήριξε το αίτημα τροποποίησης το οποίο οδήγησε στη τελική διαμόρφωση της έκθεσης υπεράσπισης της εναγομένης. Ορισμένοι εκ των ισχυρισμών αυτών τέθηκαν υπόψη του Μ. Υ. 1 κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Υπενθυμίζω ότι ο Μ. Υ. 1 ήταν ο άλλος διευθυντής της εναγομένης, Αργύρης Παναγιώτου. Καθώς τέθηκαν υπόψη του Μ. Υ. 1 οι πρώτες δύο παράγραφοι από τη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη του αιτήματος τροποποίησης ήταν εμφανής η διαφορά η οποία προέκυπτε μεταξύ των όσων ισχυριζόταν ο Μ. Υ. 1 και των όσων ισχυριζόταν ο ενόρκως δηλών. Διαφορά είτε ως προς το ίδιο το περιεχόμενο των ισχυρισμών αυτών είτε ως προς τη δυνατότητα του Μ. Υ. 1 να ήταν σε θέση να ισχυριζόταν τα όσα στη συνέχεια ισχυρίστηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του.
  6. Όπως, παραδείγματος χάριν, ο ισχυρισμός ότι ο Μ. Υ. 1 εκ παραδρομής ενημέρωσε την ασφαλιστική εταιρεία ότι ο ενάγων ήταν ανεξάρτητος εργολάβος. Βεβαίως ο ίδιος ο Μ. Υ. 1 δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο είτε εντός της γραπτής δήλωσης του είτε προφορικά. Ενώ ο ενόρκως δηλών, προς υποστήριξη της αίτησης τροποποίησης, ισχυρίζεται ότι ο Μ. Υ. 1 «.δεν ήταν γνώστης των ακριβών γεγονότων και τελούσε υπό πλήρη άγνοια και σύγχυση για το θέμα (δηλαδή, όπως αναφέρεται στη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης, «.ως προς την ιδιότητα του ενάγοντος κατά το χρόνο του δυστυχήματος και την σχέση του με τηςν (sic) εναγόμενη εταιρεία.»). Ενώ στη παράγραφο 4 αναφέρεται και πάλι στη «.πλήρη σύγχυση του αδελφού μου που χειρίστηκε το θέμα». Επί του ιδίου θέματος, αναφορικά γενικότερα με τη παρουσίαση της εκδοχής της εναγομένης, αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ενώ ο ενόρκως δηλών, προς υποστήριξη της αίτησης τροποποίησης, αναφέρει ότι είναι «.ενήμερος των γεγονότων της υπόθεσης.» ο Μ. Υ. 1 ισχυρίζεται στη γραπτή δήλωση του ότι ο «.άλλος μέτοχος και Διευθυντής της Εναγομένης Εταιρείας απουσίαζε στο εξωτερικό αρκετό χρόνο πριν και μετά το ισχυριζόμενο ατύχημα.». Επομένως, εντός του πλαισίου των ισχυρισμών της ένορκης δήλωσης, η επιλογή του Μ. Υ. 1 να καταθέσει ως μάρτυρας, εξαρχής δημιουργούσε ερωτήματα ως προς τη δυνατότητα οι ισχυρισμοί του να γίνουν δεκτοί ως αξιόπιστοι. Εφόσον δηλαδή αυτός θα βρισκόταν αντιμέτωπος, όπως και βρέθηκε, με τους ισχυρισμούς του άλλου διευθυντή της εναγομένης όπως αυτοί προβλήθηκαν εντός της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης.
  7. Βεβαίως αυτά τα δεδομένα δεν αποτελούν τους κύριους λόγους με βάση τα οποία κρίθηκε η αξιοπιστία είτε του Μ. Υ. 1 είτε της εκδοχής της εναγομένης. Αναπόφευκτα όμως και αυτά συντείνουν, έστω και μερικώς, στην εν τέλει αρνητική αξιολόγηση τόσο της αξιοπιστίας του Μ. Υ. 1 όσο και γενικότερα της εκδοχής της εναγομένης.
  8. Αμφισβητήθηκαν επίσης από την εναγόμενη οι συνέπειες του επίδικου ατυχήματος υπό την έννοια των σωματικών βλαβών και άλλων ζημιών τις οποίες ο ενάγων κατ΄ ισχυρισμό υπέστη από αυτό. Βεβαίως δεν εμποδίζονταν οι διάδικοι προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων από το να είχαν επιλύσει ορισμένα επίδικα θέματα με συμφωνία επί αυτών υπό την αίρεση απόδειξης από τον ενάγοντα ότι όντως υπήρχε σχέση εργοδοσίας μεταξύ του και της εναγομένης και ότι όντως το επίδικο ατύχημα είχε συμβεί.
  9. Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα δικονομικά δεδομένα, τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής συμπεριλαμβάνουν όχι μόνο τα συνήθη σε παρόμοιες περιπτώσεις εκδίκασης αξιώσεων οι οποίες πηγάζουν από εργατικό ατύχημα. Δηλαδή, τον καθορισμό της ευθύνης και των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων. Αλλά επιπλέον, σε περίπτωση κατά την οποία πρώτα κριθεί ότι όντως το εργατικό ατύχημα συνέβη, και την επιδίωξη απάντησης στο εξής ερώτημα. Κατά πόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ενάγων εκτελούσε εργασία η οποία του είχε ανατεθεί από την εναγόμενη ως εργοδότρια του. Σύμφωνα δηλαδή με τη δική του εκδοχή σε αντίθεση με τη γενικότερη εκδοχή της εναγομένης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ
  10. Πέραν από τον ίδιο τον ενάγοντα και ένα εκ των διευθυντών της εναγομένης κατέθεσαν και άλλοι 9 μάρτυρες, 7 προς απόδειξη της αξίωσης και 2 προς υποστήριξη της υπεράσπισης. Παρατίθεται πιο κάτω η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων αυτών όπως αυτή προκύπτει ως αποτέλεσμα τόσο της ζωντανής εντύπωσης την οποία προκάλεσε ο τρόπος κατάθεσης του κάθε μάρτυρα όσο και του περιεχομένου της προφορικής κατάθεσης του καθενός και τη διαπίστωση είτε ύπαρξης είτε έλλειψης συνοχής αυτού του περιεχομένου ιδωμένο από μόνο του αλλά και σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία.
  11. Κατ΄ αρχάς δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο Μ. Ε. 1, δηλαδή ο Επιθεωρητής Εργασίας, Γιώργος Κατσονούρης κατέθεσε με ειλικρίνεια αλλά και περισσή επάρκεια εντός του πλαισίου της επαγγελματικής του ιδιότητας και των δικών του γνώσεων. Οι διαπιστώσεις του όπως αυτές ήταν δυνατό να εξαχθούν πέραν του ενός μηνός μετά από την ημερομηνία κατά την οποία συνέβη το εργατικό ατύχημα κρίνονται αξιόπιστες στο σύνολο τους.
  12. Ως προς τη μαρτυρία του Μ. Ε. 2, δηλαδή του ίδιου του ενάγοντα, παρά και τη μακρά αντεξέταση του δεν διαπιστώνω να προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος με βάση τον οποίο να μην γίνει δεκτή στο σύνολο της η μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Κατέθεσε με απλό και σταθερά πηγαίο τρόπο ο ενάγων πείθοντας δίχως ιδιαίτερη δυσκολία το Δικαστήριο αναφορικά με την αξιοπιστία του. Απέρριψε δε με πειστικό τρόπο την εισήγηση ότι ο ίδιος θα έπρεπε να πληρωνόταν από κάποιο υπεργολάβο και όχι από την εναγόμενη. Ασφαλώς η κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία του ενάγοντα ως μάρτυρας ενισχύεται και από την όλη αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Έχοντας ως βάση και αυτή την αξιολόγηση η όλη εκδοχή του ενάγοντα όπως ο ίδιος την προέβαλε κρίνεται αξιόπιστη. Σε αντίθεση με την εκδοχή της εναγομένης η οποία, όπως επεξηγείται πιο κάτω, κρίνεται αναξιόπιστη.
  13. Αναφορικά με τη μαρτυρία της Μ. Ε. 3, δηλαδή της Άννας Ευσταθίου, κρίνω ότι αυτή κατέθεσε με ειλικρίνεια εντός του πλαισίου των δικών της γνώσεων ως ασφαλιστικός λειτουργός στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σε σχέση με τη μαρτυρία τόσο του Μ. Ε. 4, Δρ. Μάριου Φιλίππου όσο και του Μ. Ε. 5, Δρ. Μιχαήλ Κωνσταντινίδη, δηλαδή των γιατρών οι οποίοι συμμετείχαν στα ιατρικά συμβούλια από τα οποία εξετάστηκε ο ενάγων, κρίνω ότι αμφότεροι οι μάρτυρες κατέθεσαν με ειλικρίνεια αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως μέλη των συγκεκριμένων συμβουλίων.
  14. Επίσης κρίνω ότι ο Μ. Ε. 6, δηλαδή ο Δρ. Γιώργος Νικάνδρου, κατέθεσε με ειλικρίνεια με βάση τα όσα ο ίδιος γνώριζε σε σχέση με τη περίθαλψη του ενάγοντα δίχως παράλληλα να διαπιστώνω ότι ο ίδιος υπερέβαλλε με οποιοδήποτε τρόπο σε σχέση με τις εκτιμήσεις του αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντα. Εντούτοις ως προς ένα άλλο θέμα το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία του παρατηρώ τα ακόλουθα. 14.
  15. Ο μάρτυρας αυτός ήταν πραγματικά αόριστος ως προς την οικονομική πτυχή του όλου θέματος τόσο των δικών του εξόδων ως γιατρός όσο και της κλινικής στην οποία αρχικά νοσηλεύτηκε ο ενάγων. Η οποία κλινική, σύμφωνα με το μάρτυρα αυτό, θα πρέπει να πληρώθηκε ένα σεβαστό ποσό για έξοδα εισαγωγής, φάρμακα, χειρουργικών επεμβάσεων και απεικονιστικών εξετάσεων. Δίχως όμως ο ίδιος να είναι σε θέση να αναφέρει αυτό το ποσό. Αόριστος επίσης ήταν ο μάρτυρας και ως προς τα έξοδα της άλλης κλινικής στην οποία εργαζόταν κατά τις ημερομηνίες της προφορικής κατάθεσης του και κατά τη παρακολούθηση για σειρά ετών του ενάγοντα ως εξωτερικού ασθενή. 14.
  16. Αξιοσημείωτο είναι το δεδομένο ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από το λογιστήριο είτε της μίας είτε της άλλης κλινικής ή άλλη ισάξια μαρτυρία παρά και την εμφανή σημασία η οποία αναδείχτηκε στο θέμα της οικονομικής πτυχής τόσο της ιατρικής αμοιβής όσο και άλλων ιατρικών εξόδων (παραδείγματος χάριν, παραμονής εντός της πρώτης κλινικής) κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού. 14.
  17. Ασφαλώς, απαιτείται αυστηρή απόδειξη των ειδικών ζημιών του οποιουδήποτε διαδίκου διαφορετικά ένα Δικαστήριο δεν δύναται να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό με μία γενική και αόριστη εκτίμηση. Όπως, παραδείγματος χάριν, η γενική και μη εξειδικευμένη χρέωση η οποία αναφέρεται επί του τεκμηρίου 17 για το ποσό των €9.500,00 η οποία καθόλου δεν αναλύθηκε ή επεξηγήθηκε από τον συγκεκριμένο μάρτυρα. Υπέθεσε απλά ο μάρτυρας αυτός ότι ένα μεγάλο μέρος αυτού του ποσού (περίπου τα ¾) θα πρέπει να έχει πληρωθεί αλλά και πάλι προς την κλινική. Όσο και να ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι η κλινική έχει πληρωθεί μέχρι το τελευταίο σεντ ομολόγησε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει ποια ποσά χρεώθηκαν και ποια εισπράχθηκαν. 14.
  18. Ελλείπει η απαραίτητη βεβαιότητα από τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα επί αυτού του θέματος. Τονίζω την αυστηρότητα με την οποία όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί θα πρέπει να αποδεικνύονται οι ειδικές ζημιές. Όφειλε ουσιαστικά ο ενάγων, είτε μέσω αυτού είτε άλλου μάρτυρα, προς απόδειξη της οποιασδήποτε πληρωμής, να είχε παρουσιάσει σχετική μαρτυρία.
  19. Κρίνω επίσης ότι ο Μ. Ε. 7, ο ακτινολόγος Δρ. Όμηρος Διαμαντή, κατέθεσε με ειλικρίνεια περιορισμένος στα όσα ο ίδιος ήταν σε θέση να γνωρίζει εντός του πλαισίου της ειδικότητας του.
  20. Ως προς τη μαρτυρία του Μ. Ε. 8, του Δρ. Παντελή Έλληνα, κρίνω ότι και αυτός ο μάρτυρας κατέθεσε με ειλικρίνεια σε σχέση με την εξέταση του ενάγοντα εντός του πλαισίου της δικής του ειδικότητας ως οφθαλμίατρος. Ιδιαίτερα υποβοηθητικές ήταν οι επεξηγήσεις οι οποίες δόθηκαν από αυτό τον μάρτυρα αναφορικά με τη χρήση και εφαρμογή ιατρικών όρων σε σχέση με τον επηρεασμό της αίσθησης της όρασης γενικά. Όπως, παραδείγματος χάριν, αναφορικά με τον όρο ατροφία του οπτικού νεύρου. Διευκρινίζω απλά ότι οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σε σχέση με τις επιπτώσεις στην όραση του ενάγοντα βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στα όσα ο Μ. Ε. 8 κατέθεσε προφορικά εφόσον δηλαδή ο ίδιος δεν ετοίμασε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο να είχε κατατεθεί ως τεκμήριο.
  21. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία πως σε ότι αφορά τα επίμαχα επίδικα θέματα ο Μ. Υ. 1, Αργύρης Παναγιώτου, ένας από τους δύο διευθυντές της εναγομένης, κατέθεσε με ανειλικρίνεια με μοναδικό στόχο την αποφυγή οποιασδήποτε επιβάρυνσης της εναγομένης με ευθύνη η οποία να προκύπτει από το επίδικο ατύχημα. Από τη μαρτυρία της προφορικής κατάθεσης αυτού του μάρτυρα (μέρος της οποίας αποτελείται από γραπτή δήλωση την οποία υιοθέτησε) προκύπτουν οι ακόλουθες βασικές διαπιστώσεις ως προς την αξιολόγηση της ενώ στη συνέχεια, κατά την εξέταση των αντίθετων εκδοχών των διαδίκων, το Δικαστήριο επανέρχεται σε αυτή τη μαρτυρία. 17.
  22. Η ύπαρξη αντιφάσεων η οποία διαπιστώνεται τόσο εντός της προφορικής κατάθεσης του όσο και σε συνάρτηση είτε με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία είτε τα όσα ο άλλος διευθυντής της εναγομένης προγενέστερα είχε δηλώσει ενόρκως είναι εμφανής ενώ η αναλλοίωτη προδιάθεση του προς το ψεύδος με αποκλειστικό σκοπό την επίτευξη παρουσίασης μίας όσο το δυνατό πιο θετικής εικόνας για την εναγόμενη προκύπτει αβίαστα από τα όσα ο ίδιος ανέφερε σε σχέση με τις δηλώσεις του τόσο προς την ασφαλιστική εταιρεία της εναγομένης όσο και προς το Γραφείο Εργασίας ή το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 17.
  23. Ως επιτηδευμένοι, υπερβολικοί και καθόλου πειστικοί κρίνονται οι ισχυρισμοί του αναφορικά με τις υποδείξεις του ιδίου προς τον κατ΄ ισχυρισμό υπεργολάβο, Φιόδωρο Στεφανίδη. Ότι δηλαδή εξήγησε τα μέτρα ασφάλειας, ότι υπήρχε σκαλωσιά στο ισόγειο την οποία ο ίδιος έστησε και χρησιμοποιήθηκε από δικούς του υπαλλήλους για το σοβάτισμα του ισογείου, ότι υπέδειξε σε αυτόν πώς να εργάζεται σωστά, ότι σε κάθε σημείο του σπιτιού του έδειχνε πώς να στήνει σκαλωσιά και ότι αν και ο Φιόδωρος τον ρώτησε γιατί του τα έλεγε όλα αυτά εφόσον ήταν για χρόνια κτίστες του απάντησε ότι ο ίδιος όφειλε να του πει τους κανόνες ασφαλείας και αυτός να τις ακούσει. Πρόσθεσε μάλιστα ότι στο «συγκεκριμένο» σημείο όπου ισχυριζόταν ο ενάγων ότι έγινε το επίδικο ατύχημα του υπέδειξε «συγκεκριμένα» πως θα στήσει τη σκαλωσιά. 17.
  24. Ούτε και διατηρώντας υπόψη τη γενικότερη ζωντανή εντύπωση αυτού του μάρτυρα κρίνονται πειστικοί οι ισχυρισμοί του ως προς το ότι οι ανοιχτοί χώροι στην υπό ανέγερση οικοδομή, δηλαδή σκάλες και ανοίγματα, ήταν περιφραγμένοι.
  25. Διαπιστώνεται ότι η Μ. Υ. 2, Πόπη Αϊφωτίτη, ασφαλιστική λειτουργός του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πάφου, κατέθεσε με ειλικρίνεια και στο βαθμό της ιδίας γνώσης και εμπειρίας της αναφορικά με τα θέματα τα οποία ενέπιπταν εντός της αρμοδιότητας της ενώ αναφορικά με τη μαρτυρία του Μ. Υ. 3 δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου με βάση τον οποίο ο μάρτυρας αυτός να κριθεί αναξιόπιστος.
  26. Παράλληλα όμως δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη της σημασίας την οποία η εναγόμενη επεδίωξε όπως αποδοθεί από το Δικαστήριο στη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα. Άλλωστε ο ίδιος ο ενάγων δήλωσε από μόνος του ότι είχε δουλέψει στην εταιρεία του Μ. Υ. 3 ως «μάστρος» δίχως παράλληλα όμως να του είχε υποβληθεί κατά την αντεξέταση του ότι δούλεψε εκεί ως αυτοργοεδοτούμενος ή ως ανεξάρτητος εργολάβος ή υπεργολάβος. Αντιθέτως μάλιστα, υποβλήθηκε στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ότι πριν από το επίδικο ατύχημα στην Κύπρο μόνο ως «εργάτης» εργάστηκε. Συνεπώς, ποια θα μπορούσε να ήταν η σημασία της μαρτυρίας του Μ. Υ. 3 δίχως ο ίδιος ο ενάγων να είχε βρεθεί αντιμέτωπος κατά την αντεξέταση του από την εκδοχή την οποία η εναγόμενη προσπάθησε να προβάλει με τη παρουσίαση της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα; Επιπλέον, όπως εμφανώς προκύπτει από τη μαρτυρία του ενάγοντα ο ίδιος όταν αναφερόταν στη λέξη «μάστρος» και πάλι εννοούσε υπάλληλος αλλά ουσιαστικά υπό την έννοια του πιο εξειδικευμένου κτίστη ο οποίος να ασχολείται και με σοβατίσματα και κτίσιμο σε αντίθεση με ένα άπειρο εργάτη.
  27. Βεβαίως υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου ατυχήματος εργαζόταν ως υπάλληλος άλλου υπεργολάβου θέση όμως την οποία με πειστικό τρόπο απέρριψε ως αναληθή. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι εντός της έκθεσης υπεράσπισης ο ενάγων περιγράφεται αόριστα ουσιαστικά είτε ως υπάλληλος είτε ως «ανεξάρτητος εργολάβος» άλλου υπεργολάβου. Δηλαδή η θέση της εναγομένης όπως αυτή προβάλλεται εντός της έκθεσης υπεράσπισης - ανεξάρτητα και από το πώς προωθήθηκε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας - είναι ότι ο ενάγων ήταν είτε ανεξάρτητος εργολάβος είτε υπάλληλος ή ακόμη και εργολάβος άλλου υπεργολάβου. Βεβαίως όπως και να έχει προβληθεί η θέση της εναγομένης σταθερή προσπάθεια τόσο εντός της έκθεσης υπεράσπισης της όσο και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ήταν πολύ απλά η προβολή της θέσης ότι οποιοσδήποτε άλλος και να φέρει ευθύνη είτε ο ενάγων είτε κάποιο τρίτο άτομο ο μόνος ο οποίος δεν θα πρέπει να κριθεί ότι φέρει ευθύνη είναι η ίδια η εναγόμενη. Εντούτοις όμως όπως τα γεγονότα διαμορφώθηκαν με τη παρουσίαση μαρτυρίας καθόλου πειστική δεν κρίνεται αυτή η θέση.
  28. Τέλος, σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ. Υ. 3, διευκρινίζεται ότι ασφαλώς ο τρόπος λειτουργίας της δικής του εταιρείας ή της συνεργασίας ουσιαστικά αυτής της εταιρείας με άτομα τα οποία κατονομάζονται ως υπεργολάβοι δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι προκαθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο η εναγόμενη λειτουργούσε ως εργοληπτική εταιρεία με τα άτομα τα οποία συνεργαζόταν ή εργοδοτούσε. Μάλιστα ο ίδιος ο μάρτυρας αυτός με αναφορά στον Θεόδωρο Στεφανίδη εξήγησε ότι ήταν υπάλληλος του για αρκετά χρόνια και ότι κάποτε δούλευε ως μισθωτός και άλλες φορές ως υπεργολάβος. Ενώ όπως φαίνεται από τις σχετικές καταστάσεις κατά το έτος 2002 ο ενάγων δούλεψε για την εταιρεία του ως υπεργολάβος για περίπου 2 μήνες συνολικά (τεκμήριο 19) ενώ ο Θεόδωρος Στεφανίδης επίσης δούλεψε ως υπεργολάβος για περίοδο 5 μηνών (τεκμήριο 23).
  29. Ουσιαστικά τίποτε το σημαντικό σε σχέση με τα επίδικα θέματα δεν αποδεικνύεται από την όση μαρτυρία η εναγόμενη παρουσίασε δια μέσω του Μ. Υ. 3 ανεξάρτητα και από την αξιολόγηση αυτής ως αξιόπιστης. Αν και όπως διαπιστώνεται η μαρτυρία η οποία έχει ως πηγή την εταιρεία αυτού του μάρτυρα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ένα επιπρόσθετο μέσο ελέγχου της εισοδηματικής ικανότητας του ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο προ του επίδικου ατυχήματος. Μέθοδος υπολογισμού όμως η οποία παρά την ύπαρξη αυτής της μαρτυρίας εν τέλει δεν εφαρμόζεται από το Δικαστήριο. ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΤΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ
  30. Διατηρώντας υπόψη τη συνοπτικότητα της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων θεωρώ ότι χρήσιμο μέρος της αιτιολόγησης αυτής της απόφασης θα ήταν και μία επεξήγηση της επιλογής ουσιαστικά της εκδοχής του ενάγοντα ως αξιόπιστης αντί αυτής της εναγομένης. Αναμφίβολα ο ενάγων έχει το βάρος απόδειξης της αξίωσης του. Προτάθηκαν όμως παράλληλα με τη παρουσίαση της μαρτυρίας δύο αντίθετες εκδοχές. Δηλαδή, ακόμη και κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της μαρτυρίας από τον ενάγοντα προς απόδειξη της αξίωσης, η εναγόμενη δια μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων του ενάγοντα προέβαλε ουσιαστικά τη δική της εκδοχή ως προς τη πραγματικότητα αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Εκδοχή την οποία στη συνέχεια προσπάθησε να υποστηρίξει με τη δική της μαρτυρία στο βαθμό στον οποίο όντως αυτή υποστηρίχθηκε. Παραδείγματος χάριν, η εναγόμενη δεν παρουσίασε οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία προς αντιπαραβολή με αυτή την οποία ο ενάγων παρουσίασε.
  31. Εν τέλει ο ενάγων έχει πετύχει να αποσείσει το αναγκαίο βάρος απόδειξης και να πείσει το Δικαστήριο τόσο ως προς την αξιοπιστία της δικής του εκδοχής όσο και ως προς την αναξιοπιστία της εκδοχής της εναγομένης. Ενώ η εναγόμενη έχει αποτύχει εντελώς να υποστηρίξει τη δική της εκδοχή με αξιόπιστη μαρτυρία. Διευκρινίζω ότι ανεξάρτητα και από τη θετική αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων υπεράσπισης 2 και 3, η μαρτυρία αυτών των μαρτύρων δεν ανατρέπει βεβαίως με οποιοδήποτε τρόπο την αρνητική αξιολόγηση είτε της αξιοπιστίας του Μ. Υ. 1 είτε γενικότερα της εκδοχής της εναγομένης.
  32. Διευκρινίζω επίσης ότι ανεξάρτητα από το δεδομένο ότι η ίδια η εναγόμενη επέλεξε όπως επικεντρώσει τις προσπάθειες της σε αντίκρουση κυρίως του μέρους εκείνου της εκδοχής του ενάγοντα σύμφωνα με το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε καθήκοντα τα οποία προέκυπταν από εργοδοσία της εναγομένης ασφαλώς το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο και οι ισχυρισμοί του ενάγοντα επί όλων των υπόλοιπων επίδικων θεμάτων είναι δυνατό να κριθούν αξιόπιστοι έτσι ώστε να καταλήξει ότι ο ενάγων έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης και αυτών των υπόλοιπων ισχυρισμών. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο η αποδοχή αυτών των ισχυρισμών καταγράφεται ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου διατηρώντας υπόψη και την αποτυχία απόδειξης οποιουδήποτε μέρους της αξίωσης του ενάγοντα.
  33. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία του ενάγοντα επί του θέματος της εργοδοσίας του από την εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο επηρεάζει θετικά την αξιολόγηση του και επί των υπόλοιπων επίδικων θεμάτων. Ενώ η εκδοχή της εναγομένης αναπόφευκτα επηρεάζεται αρνητικά από τη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αναξιοπιστία της επί του ιδίου θέματος. Το θέμα αυτό αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της προβολής της όλης εκδοχής της εναγομένης και γενικότερα του τρόπου με τον οποίο αυτή ανεπιτυχώς προωθήθηκε κατά τη δίκη με αντεξέταση των μαρτύρων του ενάγοντα και με τη παρουσίαση των μαρτύρων υπεράσπισης.
  34. Προς υποβοήθηση της καλύτερης αντίληψης της κατάληξης του Δικαστηρίου παραθέτω ορισμένα καθοριστικά στοιχεία αναφορικά με την επιλογή της εκδοχής του ενάγοντα ως αξιόπιστης σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ενάγων βρισκόταν στην υπηρεσία της εναγομένης. 27.
  35. Πρώτο, το δεδομένο ότι η ίδια η εναγόμενη με τη γνωστοποίηση ατυχήματος (τεκμήριο 1) δήλωσε ότι ήταν η εργοδότρια του ενάγοντα. Η σημασία αυτής της δήλωσης της εναγομένης εξετάζεται πιο κάτω σε σχέση με τη μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε από τον Μ. Υ. 1 προς αντίκρουση του περιεχομένου αυτής της δήλωσης. Αξίζει να σημειωθεί όμως σε αυτό το σημείο της απόφασης τόσο η διστακτικότητα την οποία επέδειξε ο Μ. Υ. 1 όσο και η απάντηση την οποία έδωσε όταν ερωτήθηκε εάν με αυτή τη δήλωση είχαν δηλώσει ότι ο ενάγων ήταν υπάλληλος της εναγομένης. Απάντησε ως εξής. Ότι στο σημείο όπου αναφέρεται ο εργοδότης ο ίδιος εννοούσε ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο εργολάβος της οικοδομής και ότι εννοούσε ότι ήταν εργολάβος της οικοδομής και όχι εργοδότης του ενάγοντα. Πραγματικά μόνο θυμηδία μπορεί να προκαλέσει μία τέτοια απάντηση. Συνέχισε προσθέτοντας ότι είχε 4 έως 5 άτομα τα οποία έκτιζαν πέτρα και ότι αυτούς ανέφερε, ότι δεν ήξερε πόσα άτομα είχε ο υπεργολάβος και ότι ο ίδιος δήλωνε μόνο τους «δικούς» του. Αντεξετάστηκε εκτενώς επί της επιλογής του ορισμού της λέξης εργοδότη. Απάντησε αρχικά ότι ο εργολάβος ονομάζεται και εργοδότης. Όταν πιέστηκε περισσότερο άλλαξε πλέον άρδην τη θέση του αναφέροντας ότι το έντυπο «ήλθε» συμπληρωμένο και ότι το όνομα της εταιρείας ήταν ήδη συμπληρωμένο από υπάλληλο του προσθέτοντας ότι δεν έδωσε σημασία αν έγραφε εργοδότης ή εργολάβος. 27.
  36. Δεύτερο, το δεδομένο ότι η ίδια η εναγόμενη επεδίωξε την είσπραξη ασφαλιστικής κάλυψης για το επίδικο εργατικό ατύχημα. Έστω και εάν αυτή η επιδίωξη καταβλήθηκε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Μ. Υ. 1 με σκοπό να βοηθηθεί ο ενάγων αυτό δεν έχει σημασία αναφορικά με το ενδεχόμενο αποδοχής της γενικότερης εκδοχής της εναγομένης ως αξιόπιστης. Μάλιστα διατηρώντας υπόψη γενικότερα την όλη προσέγγιση της εναγομένης καθόλου πειστική δεν κρίνεται η θέση του Μ. Υ. 1 ως προς την ανιδιοτέλεια των ενεργειών της εναγομένης. Αντιθέτως ακόμη και να γίνει δεκτό ότι οι προσπάθειες της εναγομένης θα μπορούσαν να απέληγαν σε καταβολή κάποιου χρηματικού ποσού προς τον ενάγοντα από την ασφαλιστική εταιρεία εντούτοις με αυτές θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παράλληλα σκοπός της εναγομένης ήταν και η αποφυγή οποιασδήποτε χρηματικής επιβάρυνσης για την ίδια ως αποτέλεσμα του επίδικου ατυχήματος ή ακόμη και του ενδεχομένου να βρεθεί αντιμέτωπη με διαδικασία όπου θα κρινόταν κατά πόσο αυτή έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Όπως δηλαδή και η διαδικασία αυτής της αγωγής. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ίδιας της εναγομένης, όπως βεβαίως αυτοί προβάλλονται με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε, αναληθώς ο Μ. Υ. 1 ανέφερε στον υπεύθυνο της ασφαλιστικής εταιρείας ότι ο ενάγων είχε έλθει στη δουλειά του πριν 2 μέρες και ότι δεν τον είχε ακόμη καταχωρημένο ως υπάλληλο και ούτε τον είχε δηλώσει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Βεβαίως στη συνέχεια ο Μ. Υ. 1 προσπάθησε να δικαιολογήσει αυτή την αναφορά με ισχυρισμό ότι άφηνε με αυτό τον τρόπο ανοιχτό το ενδεχόμενο να δήλωνε τον ενάγοντα ως υπάλληλο δίχως όμως ταυτόχρονα όντως να τον δήλωνε ως υπάλληλο της εναγομένης. Αυτό το οποίο προκύπτει με σαφήνεια όμως, ακόμη και έχοντας ως βάση τη δική του εκδοχή, είναι το δεδομένο ότι ο ίδιος ο Μ. Υ. 1 δεν θα είχε οποιοδήποτε δισταγμό όπως δηλώσει ψευδώς στην ασφαλιστική εταιρεία τον ενάγοντα ως υπάλληλο της εναγομένης. Αυτό σε αντίθεση με το βασικό ισχυρισμό του ότι η εναγόμενη ουδέποτε εργοδότησε τον ενάγοντα και ούτε μάλιστα ο ίδιος τον είδε να εργάζεται σε οποιοδήποτε οικοδομικό έργο της εναγομένης (βλ. σχετικά τη παράγραφο 3 της γραπτής δήλωσης του). Μάλιστα εμπεριέχει και θράσος η δήλωση του ότι ο ίδιος απλά είπε τα γεγονότα και περίμενε καθοδήγηση και ας έψαχνε ο υπεύθυνος της ασφαλιστικής εταιρείας αν ο ενάγων ήταν υπάλληλος και ας ζητούσε περισσότερες λεπτομέρειες προσθέτοντας ότι ο ίδιος δεν προσπαθούσε ούτε να παραπλανήσει ούτε να πει ψέματα. Αγνοεί βεβαίως αυτή η θέση του Μ. Υ. 1 τα όσα ο ίδιος ανέφερε ως γεγονότα στον υπεύθυνο της ασφαλιστικής εταιρείας. 27.
  37. Τρίτο, το δεδομένο ότι η εναγόμενη παρουσίασε μία εκδοχή σύμφωνα με την οποία καλεί το Δικαστήριο, αφού πρώτα αποδεχτεί ως δεδομένο ότι η ίδια είχε κατ΄ ισχυρισμό προβεί σε αναληθείς δηλώσεις τόσο προς την ασφαλιστική της εταιρεία όσο και προς το Γραφείο Εργασίας (βλ. σχετικά το τεκμήριο 1) αλλά παράλληλα στη συνέχεια και προς το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (βλ. σχετικά τα τεκμήρια 12, τεκμήριο 20 -στη ξεχωριστή σελίδα με ημερομηνία 29/11/2010 - και τεκμήριο 22), να κρίνει την εκδοχή την οποία πλέον παρουσίαζε στο Δικαστήριο ως αληθή. Ουσιαστικά καλεί το Δικαστήριο να δεχτεί ότι τα όσα δήλωσε ήταν ψέματα έτσι ώστε επί αυτής της βάσης να κρίνει ότι τα όσα πλέον δήλωνε στο Δικαστήριο δεν ήταν ψέματα. Θέση της εναγομένης είναι ότι η δήλωση της προς το Γραφείο Εργασίας έγινε προς όφελος του ενάγοντα έτσι ώστε να βοηθηθεί ως προς την είσπραξη χρηματικού ποσού ως αποζημίωση από την ασφαλιστική της εταιρεία. Θέση η οποία, όπως έχει παρουσιαστεί, δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Αυτό το οποίο παραδόξως επιδιώκει η εναγόμενη είναι να επωφεληθεί από τις προγενέστερες ψευδείς δηλώσεις της έτσι ώστε να απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη σε αυτή τη διαδικασία. Όμως τα προγενέστερα κατ΄ ισχυρισμό ψεύδη της εναγομένης δεν είναι δυνατό να γίνουν δεκτά ως ενισχυτικά της επιλογής της - όπως η ίδια ισχυρίζεται - να βασιστεί στην αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης. 27.
  38. Τέταρτο, διαδικαστικό στοιχείο, είναι το γεγονός ότι η εναγόμενη δεν επεδίωξε είτε να ενεργοποιήσει τη δικονομική δυνατότητα έκδοσης ειδοποίησης τριτοδιαδίκου είτε έστω και να κλητεύσει ως μάρτυρα τον κατ΄ ισχυρισμό υπεργολάβο για τον οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης ο ενάγων εργαζόταν. Ανεξάρτητα και κατά πόσο η δυνατότητα εντοπισμού αυτού του ατόμου όντως υπήρχε. Διατηρώντας υπόψη δηλαδή και τα όσα ο ίδιος ο ενάγων ανέφερε επί αυτού του θέματος. Σημασία όμως έχει και η παράλειψη οποιασδήποτε προσπάθειας συνένωσης του ως διάδικου ή κλήτευσης του ως μάρτυρα ή έστω και παρουσίασης αξιόπιστης μαρτυρίας ως προς τη καταβολή προσπάθειας και αποτυχίας εντοπισμού του. Η δε παράλειψη αναφοράς του ονόματος αυτού του ατόμου εντός του δικογράφου της εναγομένης δεν παρείχε ούτε και στον ενάγοντα τη δικονομική δυνατότητα να γνωρίζει με βεβαιότητα εκ των προτέρων σε ποιο άτομο η εναγόμενη αναφερόταν έτσι ώστε ενδεχομένως ο ίδιος να εντόπιζε και ακόμη και να κλήτευε αυτό το άτομο ως μάρτυρα. 27.
  39. Τέλος, ένα επιπρόσθετο στοιχείο υπό την έννοια της δυνατότητας παρουσίασης μαρτυρίας η οποία όμως εν τέλει δεν παρουσιάστηκε αποτελούν τα ακόλουθα δύο δεδομένα. Πρώτο, το γεγονός ότι η εναγόμενη παρουσίασε ως μοναδικό μάρτυρα ένα μόνο εκ των δύο διευθυντών της παρά και τη σύνδεση η οποία προέκυπτε από το περιεχόμενο του ίδιου του φακέλου της αγωγής αναφορικά με τις οποιεσδήποτε ενέργειες ή γνώση του άλλου διευθυντή ή η σύνδεση η οποία προκύπτει στο βαθμό στον οποίο όντως αυτή προκύπτει από τη προφορική κατάθεση του Μ. Υ.
  40. Δεύτερο, το γεγονός ότι δεν παρουσίασε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα ο οποίος να ήταν παρών στο επίδικο εργοτάξιο όχι συγκεκριμένα κατά την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος αλλά έστω και κατά τη διάρκεια της επίδικης ολιγοήμερης περιόδου προ του ατυχήματος ή ακόμη και μετά από αυτό. Βεβαίως και ο ίδιος ο ενάγων σε σχέση με τον Θεόδωρο (δηλαδή, ο Φιόδωρος Στεφανίδης) ανέφερε ότι αυτός βρισκόταν στην Ρωσία διότι δεν είχε τα κατάλληλα έγγραφα για να παραμείνει στην Κύπρο. Επίσης, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Μ. Υ. 1 ισχυρίστηκε ότι στο χώρο του επίδικου ατυχήματος βρισκόταν μόνο ο κατ΄ ισχυρισμό υπεργολάβος και ο ενάγων (παράγραφος 9 της γραπτής δήλωσης του). Όμως η παρατήρηση του Δικαστηρίου δεν έχει σχέση μόνο με τη συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά με όλη τη σχετική περίοδο η οποία προηγήθηκε του επίδικου ατυχήματος όσο σύντομη και να ήταν αυτή. Ο ίδιος ο ενάγων αναφέρθηκε και σε άλλα άτομα τα οποία δούλευαν στον ίδιο χώρο εκτός από τον Θεόδωρο και κάποιο Αρτούρο. Επιπλέον, κάλλιστα θα μπορούσε η εναγόμενη εφόσον ισχυρίστηκε συγκεκριμένο αριθμό υπαλλήλων κατά τη συγκεκριμένη περίοδο να είχε παρουσιάσει αυτή τη μαρτυρία έστω ακόμη και για να διαψεύσει τον ενάγοντα ως προς το ότι όντως υπήρχαν άλλα άτομα στον ίδιο χώρο κατά την επίδικη ημερομηνία. Επέλεξε όμως η εναγόμενη και επί αυτού του θέματος να περιοριστεί στην ανεπαρκή και εν τέλει κρινόμενη ως αναξιόπιστη μαρτυρία του Μ. Υ.
  41. Επί αυτού του θέματος προκύπτει και ένα άλλο σημείο το οποίο δεν θα ήταν δυνατό να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία γινόταν δεκτή η εκδοχή της εναγομένης ως προς το ότι η ίδια δεν ήταν η εργοδότρια του ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτό είναι η ευθύνη την οποία η εναγόμενη θα έφερε εν πάση περιπτώσει ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο ενάγων βρισκόταν στην υπηρεσία της αλλά εργαζόταν ως υπάλληλος άλλου υπεργολάβου. Καθότι το επίδικο εργατικό ατύχημα συνέβη σε χώρο όπου την ευθύνη για τη γενική εγκαθίδρυση συνθηκών ασφάλειας εργασίας έφερε η εναγόμενη. Υπό την έννοια βεβαίως του νομολογιακά επιβαλλόμενου καθήκοντος ενός εργοδότη ως προς τη δημιουργία ενός ασφαλές συστήματος εργασίας στο χώρο εργασίας για τον οποίο είναι υπεύθυνος. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εναγόμενη δεν αμφισβήτησε ότι ο χώρος του επίδικου εργατικού ατυχήματος ήταν δικό της οικοδομικό έργο. Ανεξάρτητα και από την αναφορά εντός του δικογράφου της ως προς το ότι ο κατ΄ ισχυρισμό υπεργολάβος είχε τον έλεγχο στο χώρο στον οποίο εργαζόταν ο ενάγων δίχως όμως αυτή να είχε υποστηριχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία.
  42. Πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και η σαφής προφορική δήλωση του Μ. Υ. 1 ότι σε ένα εργοτάξιο όσοι υπεργολάβοι και να εργάζονται την ευθύνη και γενικό έλεγχο την έχει ο εργολάβος. Συμφωνεί πλήρως αυτή η δήλωση αποδοχής ευθύνης με τη δήλωση του Μ. Ε. 1, Γιώργου Κατσονούρη, ότι την ευθύνη για τα μέτρα ασφάλειας τη φέρει ο εργολάβος του έργου ανεξάρτητα αν αυτό εκτελείται από υπεργολάβο τονίζοντας ταυτόχρονα ότι σε περιπτώσεις οικοδομικών έργων ξεκάθαρα υπάρχει η ευθύνη του εργολάβου καθ΄ όλη τη διάρκεια εκτέλεσης ενός έργου. Η διορθωτική απόπειρα απόσυρσης αυτής της δήλωσης σαφής παραδοχής ευθύνης της εναγομένης (η οποία δήλωση έγινε κατά την αντεξέταση του Μ. Υ. 1) δεν κρίνεται ειλικρινής. Ερωτήθηκε κατά την επανεξέταση του τι εννοούσε ότι την ευθύνη για ένα εργοτάξιο την έχει ο εργολάβος. Απάντησε ο Μ. Υ. 1 ότι εννοούσε την ευθύνη να δηλωθεί το ατύχημα. Όντως η απάντηση κατά την αντεξέταση του προέκυψε μετά από ερώτηση αν θα έπρεπε το επίδικο ατύχημα να δηλωθεί από την εναγόμενη όμως δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η απάντηση αυτή θα πρέπει να περιοριστεί με αυτό τον τρόπο εφόσον δηλαδή αυτή εμπεριέχει και αναφορά σε γενικό έλεγχο.
  43. Διευκρινίζεται ότι παρά την αναφορά σε αυτή τη παραδοχή του Μ. Υ. 1 το Δικαστήριο δεν βασίζεται επί αυτής είτε αποκλειστικά είτε σε οποιοδήποτε καθοριστικό βαθμό έτσι ώστε να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι όντως η εναγόμενη είχε παραβιάσει το καθήκον της να παρέχει ένα ασφαλές σύστημα εργασίας προς τον ενάγοντα. Ασφαλώς σημασία έχουν οι όλες περιστάσεις αυτής της αγωγής παρά η οποιαδήποτε δήλωση του Μ. Υ.
  44. Αναμφίβολα η συγκεκριμένη δήλωση αποτελεί επίσης μία επιπρόσθετη απέλπιδα προσπάθεια να δικαιολογηθεί η δήλωση (τεκμήριο 1) η οποία έγινε προς το Γραφείο Εργασίας. Ότι δηλαδή αυτή έγινε, όπως ουσιαστικά ισχυρίστηκε ο Μ. Υ. 1, όχι διότι ο ενάγων ήταν υπάλληλος της εναγομένης αλλά επειδή η εναγόμενη ως ο εργολάβος είχε την ευθύνη και γενικό έλεγχο στο συγκεκριμένο εργοτάξιο και γι΄ αυτό όφειλε να προβεί σε αυτή τη δήλωση.
  45. Επιπλέον ως προς τη θέση ότι είναι ο εργολάβος και όχι ο υπεργολάβος ο οποίος θα πρέπει να προβεί σε αυτή τη δήλωση ποιος πραγματικά θα ήταν ο λόγος το επίδικο ατύχημα να μην είχε δηλωθεί από τον κατ΄ ισχυρισμό υπεργολάβο εάν όντως αυτός ήταν ο εργοδότης του ενάγοντα; Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 στο μέρος όπου αναφέρονται οι πληροφορίες του εργοδότη σύμφωνα με τον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο και υπάρχουν και αναφορές σε απολαβές του τραυματισμένου προσώπου. Ή γιατί δεν υποβλήθηκε στον Μ. Ε. 1, Γιώργο Κατσονούρη, ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι ο υπεργολάβος ο οποίος προβαίνει σε αυτή τη δήλωση αλλά ο εργολάβος; Ή γιατί δεν διευκρινίζεται σε οποιοδήποτε σημείο της ίδιας της δήλωσης αυτό το κατ΄ ισχυρισμό γεγονός; Ο Μ. Ε. 1, Γιώργος Κατσονούρης, ήταν σαφής κατά την κύρια εξέταση του ως προς το ότι είναι ο εργοδότης του ατόμου πού είχε το ατύχημα ο οποίος συμπληρώνει αυτό το έντυπο. Η εύλογη άποψη η οποία δημιουργείται είναι απλά ότι με μία εκ των υστέρων σκέψη ο Μ. Υ. 1 προσπαθούσε με κάθε δυνατό τρόπο να δικαιολογήσει το γεγονός ότι η εναγόμενη είχε προβεί στη συγκεκριμένη δήλωση έτσι ώστε αυτή να μην επιβαρυνθεί με οποιεσδήποτε συνέπειες από αυτή τη δήλωση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
  46. Έχοντας αξιολογήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων και παραθέσει μία εξέταση των αντίθετων εκδοχών το Δικαστήριο στη συνέχεια αξιολογεί τη σημασία της μαρτυρίας στο σύνολο της σε σχέση βεβαίως με τα επίδικα θέματα.
  47. Κατ΄ αρχάς (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 27.1 αυτής της απόφασης) αξίζει να αναφερθεί το Δικαστήριο στη δήλωση της εναγομένης (τεκμήριο 1) σε σχέση και με τη μαρτυρία η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του Μ. Υ. 1, Αργύρη Παναγιώτου. Ο μάρτυρας αυτός προσπάθησε να δικαιολογήσει την ύπαρξη αυτής της δήλωσης με διάφορες προφάσεις. Ο Μ. Ε. 1, Γιώργος Κατσονούρης, ανέφερε ότι παρέλαβε προσωπικά από τον Μ. Υ. 1 το τεκμήριο
  48. Όντως ο Μ. Ε. 1, Γιώργος Κατσονούρης, ανέφερε ότι το έντυπο αυτό ήταν ήδη συμπληρωμένο όταν το παρέλαβε. Αυτό από μόνο του όμως δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Μ. Υ. 1 ότι δεν συμπλήρωσε ο ίδιος το όνομα του εργοδότη επί αυτού (βλ. σχετικά τη παράγραφο 19 της γραπτής δήλωσης του). Μάλιστα ο ισχυρισμός αυτός καθόλου δεν συνάδει με την αναντίλεκτη αναφορά του Μ. Ε. 1, Γιώργου Κατσονούρη, ότι όταν ο ίδιος παρέλαβε το τεκμήριο 1 υπήρχε επί αυτού τόσο η σφραγίδα της εναγομένης εταιρείας όσο και υπογραφή στο σημείο όπου προβλέπεται η εναπόθεση της υπογραφής του εργοδότη. Αλλά ακόμη και να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ως προς το ότι ο Μ. Υ. 1 δεν συμπλήρωσε το όνομα του εργοδότη πως είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι αυτό έχει οποιαδήποτε σημασία όταν επί του ίδιου εντύπου υπάρχει σε ανάλογο χώρο όχι μόνο σχετική υπογραφή αλλά και η σφραγίδα της εναγομένης; Δηλαδή ακόμη και να γίνει δεκτό ότι το οποιοδήποτε άλλο άτομο είναι δυνατό να είχε συμπληρώσει ένα έντυπο με το όνομα της εναγομένης ο Μ. Υ. 1 δεν ισχυρίστηκε ότι το οποιοδήποτε αναρμόδιο άτομο θα μπορούσε να έχει στη κατοχή του και να χρησιμοποιεί ετσιθελικά τη σφραγίδα της εναγομένης ως εταιρεία. Παράλληλα δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί και η εμφανής ομοιότητα η οποία παρατηρείται μεταξύ της υπογραφής επί της γραπτής δήλωσης του Μ. Υ. 1 και της υπογραφής επί του τεκμηρίου 1 στο σημείο της σφραγίδας. Επιπλέον ο Μ. Ε. 1, Γιώργος Κατσονούρης, ανέφερε ότι ο Μ. Υ. 1 τον επισκέφτηκε έχοντας στη κατοχή του το τεκμήριο 1 προσθέτοντας στη συνέχεια ότι ουδέποτε κατά τη διάρκεια της διερεύνησης του επίδικου ατυχήματος του τέθηκε ότι ο ενάγων δεν ήταν εργοδοτούμενος της εναγομένης. Ενώ, όπως επίσης ο Μ. Ε. 1 δήλωσε, ο ίδιος δεν διερεύνησε το θέμα κατά πόσο ο εργοδότης του ενάγοντα ήταν υπεργολάβος διότι αυτό δεν προέκυψε και εφόσον είχε τη δήλωση της εναγομένης όχι μόνο γραπτώς αλλά και προφορικά ότι ο ενάγων ήταν εργοδοτούμενος της.
  49. Επί ενός άλλου σημαντικού θέματος σε σχέση με την έκβαση αυτής της αγωγής υπενθυμίζω το εξής βασικό στοιχείο. Το δεδομένο ότι ενώ ο ενάγων, πέραν από τους δικούς του ισχυρισμούς ως προς τη κατάσταση της υγείας του παρουσίασε και σχετική μαρτυρία 5 συνολικά άλλων μαρτύρων, σε πλήρη αντίθεση η εναγόμενη επέλεξε όχι μόνο να μην ζητήσει την ιατρική εξέταση του ενάγοντα από δικό της γιατρό ή γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων (παραδείγματος χάριν, αντίστοιχες με τη σύνθεση των δύο ιατρικών συμβουλίων) προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας - κάτι το οποίο συνηθίζεται σε αγωγές αυτού του είδους - αλλά επιπλέον και μάλλον λόγω αυτής της επιλογής, εν τέλει η ίδια δεν παρουσίασε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία. Δηλαδή μαρτυρία με την οποία να τίθεται υπό αμφισβήτηση η ιατρική μαρτυρία την οποία ο ενάγων παρουσίασε.
  50. Προφανώς η εναγόμενη θεώρησε ότι αυτό δεν ήταν αναγκαίο. Βεβαίως αυτό δεν εμπόδισε τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης από το να αναλώνει χρόνο του Δικαστηρίου υποβάλλοντας διάφορες θέσεις αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντα τόσο προς τον ίδιο όσο και προς τους υπόλοιπους μάρτυρες οι οποίοι παρουσιάστηκαν σε σχέση με αυτό το θέμα. Υποβολές όμως οι οποίες από άποψης μαρτυρίας παρέμειναν μετέωρες εξαιτίας της έλλειψης μαρτυρικού υπόβαθρου επί του οποίου αυτές στη συνέχεια να βασιστούν.
  51. Αυτός ο παράγοντας σε συνδυασμό με τη θετική αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα και των μαρτύρων προς απόδειξη της κατάστασης της υγείας του δεν αφήνουν πραγματικά οποιοδήποτε περιθώριο προς το Δικαστήριο έτσι ώστε να καταλήξει σε οποιοδήποτε διαφορετικό συμπέρασμα αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του από αυτή την οποία υποστήριξε με επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία. Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
  52. Διατηρώντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τους όσους ισχυρισμούς του έχει πετύχει να αποδείξει ο ενάγων το Δικαστήριο καταλήγει στις εξής βασικές διαπιστώσεις ως προς τα πραγματικά γεγονότα αυτής της αγωγής και τις σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές τις οποίες ο ενάγων υπέστη. 37.
  53. Είτε στις 2/7/2002 είτε στις 3/7/2002[2] ο ενάγων προσελήφθηκε από τον Μ. Υ. 1 ως υπάλληλος της εναγομένης εταιρείας. 37.
  54. Σύμφωνα με τους όρους εργοδοσίας του ο ενάγων θα λάμβανε ως ημερήσια αμοιβή το ποσό των £35,00[3]. 37.
  55. Ο ενάγων άρχισε αυθημερόν εργασία σε υπό ανέγερση οικοδομικό έργο της εναγομένης στο Αναβαργός στην επαρχία Πάφου (στο εξής θα καλείται η «οικοδομή»). 37.
  56. Κατά τον ουσιώδη χρόνο κάτοχος της οικοδομής ως εργολάβος του συγκεκριμένου οικοδομικού έργου ήταν η εναγόμενη. 37.
  57. Ο ενάγων συνέχισε να εργάζεται μέχρι και τις 5/7/2002 ως εργοδοτούμενος της εναγομένης. 37.
  58. Κατά τις 5/7/2002 ο ενάγων μετά από υπόδειξη του Μ. Υ. 1 ως προς το είδος των εργασιών τις οποίες θα εκτελούσε κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης ημερομηνίας άρχισε και συνέχισε να εκτελεί εργασίες σοβατίσματος σε ανώφλι πόρτας στον πρώτο όροφο. 37.
  59. Η πόρτα αυτή οδηγούσε, από το διάδρομο ο οποίος ένωνε το κλιμακοστάσιο με τον πρώτο όροφο, εντός ενός δωματίου. 37.
  60. Λόγω του ύψους του ανωφλιού ο ενάγων χρειαζόταν όπως σταθεί πάνω σε μία βάση με ανάλογη διαφορά ύψους από το πάτωμα έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτελέσει αυτές τις εργασίες. 37.
  61. Εντός της οικοδομής δεν υπήρχε διαθέσιμη σκαλωσιά ή σκάλα ή τρίποδο και αφού ο ενάγων ζήτησε από κάποιο εργάτη να του φέρει σκαλωσιά για να πατήσει πάνω, ο ίδιος εργάτης τον προμήθευσε με ένα μεταλλικό κουβά έτσι ώστε αυτός να χρησιμοποιηθεί κατά την εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών. 37.
  62. Ο ενάγων έκανε χρήση του συγκεκριμένου κουβά για τον προαναφερόμενο σκοπό. 37.
  63. Καθώς ο ενάγων εκτελούσε τις συγκεκριμένες εργασίες, βρισκόμενος στον διάδρομο του κλιμακοστασίου και έξω από το δωμάτιο της πόρτας του οποίου σοβάτιζε το ανώφλι, σε κάποια στιγμή, μάλλον λόγω του σωματικού βάρους του ιδίου, ο μεταλλικός κουβάς επί του οποίου στεκόταν υποχώρησε. 37.
  64. Ως αποτέλεσμα αυτής της υποχώρησης ο ενάγων έχασε την ισορροπία του και έπεσε κάτω στο κενό δίπλα από το κλιμακοστάσιο καταλήγοντας τελικά στο ισόγειο. 37.
  65. Ούτε στο διάδρομο όπου εργαζόταν ο ενάγων αλλά ούτε και στο κλιμακοστάσιο υπήρχε οποιαδήποτε ξύλινη περίφραξη ή χειρολησθήρες (δηλαδή, χειρολαβές) ως μέτρο προστασίας και συγκράτησης από πτώση κάτω στο ισόγειο κάποιου εργαζόμενου είτε από τον πρώτο όροφο είτε από το κλιμακοστάσιο. 37.
  66. Όταν συνέβη το επίδικο εργατικό ατύχημα ο Μ. Υ. 1 δεν βρισκόταν στην οικοδομή. 37.
  67. Μετά από την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος ο ενάγων δεν εργάστηκε ξανά ως οικοδόμος. 37.
  68. Ως αποτέλεσμα του επίδικου ατυχήματος ο ενάγων κατέστη ανίκανος για να εκτελεί το επάγγελμα του οικοδόμου. 37.
  69. Επιπλέον, μετά από την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος ο ενάγων δεν εργάστηκε σε οποιαδήποτε άλλη εργασία. 37.
  70. Μετά από τη λήξη της αναρρωτικής του άδειας ο ενάγων θα μπορούσε να ασκήσει ελαφριά εργασία η οποία να μην απαιτεί ευκαμψία της σπονδυλικής στήλης (παραδείγματος χάριν, όπου να απαιτείται σκύψιμο) ή χρήση διοφθαλμικής στερεοσκοπικής όρασης η οποία να του παρέχει τη δυνατότητα αντίληψης του βάθους και της απόστασης και αντικειμένων στις τρεις τους διαστάσεις (όπως, παραδείγματος χάριν, αυτή είναι αναγκαία κατά την οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος). 37.
  71. Ως αποτέλεσμα της πτώσης του ο ενάγων υπέστη κυρίως τις ακόλουθες σωματικές βλάβες[4]. 37.19.
  72. Κάκωση κεφαλής με εγκεφαλική διάσειση μέσης βαρύτητας. 37.19.
  73. Κάταγμα βάσης κρανίου δια της πρόσθιας κρανιακής κοιλότητας με τραυματισμό του δεξιού οφθαλμικού καναλιού. 37.19.
  74. Κάταγμα έξω τοιχώματος του οφθαλμικού κόγχου. 37.19.
  75. Ατροφία δεξιού οπτικού νεύρου. 37.19.
  76. Τύφλωση δεξιού οφθαλμού. 37.19.
  77. Κάκωση αυχένα. 37.19.
  78. Συμπιεστικό κάταγμα θωρακικού σπονδύλου
  79. 37.19.
  80. Ρωγμώδες κάταγμα δεξιάς κνήμης. 37.19.
  81. Κακοήθη υπέρταση. 37.19.
  82. Βαρηκοΐα. 37.
  83. Ως αποτέλεσμα των προαναφερόμενων σωματικών βλαβών ο ενάγων αντιμετώπισε τις ακόλουθες βασικές συνέπειες. 37.20.
  84. Λήψη φαρμακευτικής αγωγής. 37.20.
  85. Χρήση περιλαιμίου τύπου Φιλαδέλφεια για ένα μήνα. 37.20.
  86. Κλινοστατισμός για περίοδο ενός μηνός. 37.20.
  87. Χορήγηση αναρρωτικής άδειας για περίοδο τριών μηνών. 37.20.
  88. Χειρουργική επέμβαση στις 23/8/2002 επαναγγείωσης και αποσυμπίεσης των οπτικών νεύρων στη Ρωσία. 37.
  89. Ως αποτέλεσμα των προαναφερόμενων σωματικών βλαβών ο ενάγων υπέστη επίσης τις ακόλουθες ειδικές ζημιές. 37.21.
  90. Ποσό €3.847,50 ως αρχική απώλεια απολαβών κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής του άδειας (βλ. σχετικά τη παράγραφο 58 αυτής της απόφασης). 37.21.
  91. Σε σχέση με τα ιατρικά έξοδα ή οποιαδήποτε άλλα σχετικά έξοδα (παραδείγματος χάριν, φαρμακευτική αγωγή, μεταφορικά κλ.π.) διευκρινίζω απλά, σε αυτό το σημείο της απόφασης, ότι ο ενάγων έχει αποτύχει να αποδείξει με την αυστηρότητα η οποία απαιτείται σε περίπτωση αναγκαιότητας απόδειξης ύπαρξης ειδικών ζημιών, το οποιοδήποτε ποσό έτσι ώστε αυτό να επιδικαστεί προς όφελος του. 37.
  92. Ούτε και όπως διαπιστώνεται έχει πετύχει ο ενάγων να αποδείξει τις ειδικές ζημιές τις οποίες θα υποστεί μελλοντικά ως αποτέλεσμα των προαναφερόμενων σωματικών βλαβών.
  93. Έχοντας καταλήξει στα ευρήματα του το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εφαρμογή της σχετικής νομικής πτυχής επί αυτών των δεδομένων. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΤΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - ΕΥΘΥΝΗ ΕΡΓΟΔΟΤΗ Ή ΚΑΤΟΧΟΥ - ΤΗΡΗΣΗ ΑΣΦΑΛΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
  94. Ως προς τη νομική πτυχή της αγωγής σε σχέση με το θέμα της ευθύνης ενός εργοδότη ή ακόμη και ενός κατόχου ενός υπό ανέγερση οικοδομικού έργου και με αναφορά στα ιδιαίτερα περιστατικά αυτής της αγωγής παρατηρώ τα ακόλουθα.
  95. Αναφορικά με το θέμα της συμμόρφωσης του καθήκοντος ενός εργοδότη ως προς τη δημιουργία ενός ασφαλές συστήματος εργασίας ο Νικολάτος Δ. αναφέρει σχετικά τα ακόλουθα στη σελίδα 25 της απόφασης Χαράλαμπος Μιχαήλ ν. Ττουνιά κ. ά.

(2005)1Α Α. Α. Δ 19, :- «Σύμφωνα με το κοινό δίκαιο κάθε εργοδότης οφείλει στους εργοδοτουμένους του καθήκον να λαμβάνει κάθε εύλογη φροντίδα για την ασφάλεια τους. Το καθήκον του εργοδότη περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την εξασφάλιση ασφαλούς μέρους εργασίας, την εξασφάλιση και συντήρηση ικανοποιητικού εξοπλισμού και την εξασφάλιση ασφαλούς συστήματος εργασίας.» Επίσης γενικά επί του θέματος αναφέρει σχετικά ο Νικολάτος Δ. τα ακόλουθα στη σελίδα 313 της απόφασης L. P. Transbeton Ltd. ν. Σταύρου ν. Fysanco Development Ltd.
(2009)1A Α. Α. Δ.304,:- «Η υποχρέωση επιμέλειας ενός εργοδότη προς τους εργοδοτουμένους του πηγάζει από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο βασίζεται στις αρχές του κοινού δικαίου. Ο εργοδότης έχει βασική υποχρέωση να μην εκθέτει τους εργοδοτούμενους του σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους, να εργοδοτεί ικανό προσωπικό, να παρέχει ασφαλή εξοπλισμό, ασφαλές σύστημα εργασίας και ασφαλή χώρο εργασίας (Δέστε: Χριστοφή κ.ά. v. Θεοδούλου κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 512).. . Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ' ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1953] A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας.»
  1. Αναφορικά με το θέμα της γενικής ευθύνης ενός εργολάβου διατήρησης ενός ασφαλές συστήματος εργασίας σε ένα έργο ανεξάρτητα από το κατά πόσο το έργο εκτελείται από ένα ή περισσότερους υπεργολάβους θεωρώ ότι αυτό καλύπτεται από τις αναφορές οι οποίες ακολουθούν σε σχετική νομολογία.
  2. Ενώ αναφορικά με το θέμα της συμμόρφωσης του καθήκοντος ενός εργοδότη ως κατόχου ενός οικοδομικού έργου υπό ανέγερση ως προς τη δημιουργία ενός ασφαλές προς χρήση χώρου εργασίας γενικότερα δηλαδή όχι απλώς έναντι ενός εργοδοτούμενου αλλά ακόμη και ενός αδειούχου επισκέπτη εντός μίας τέτοιας οικοδομής αναφέρει σχετικά ο Νικολάτος Δ. στη σελίδα 26 της απόφασης Χαράλαμπος Μιχαήλ ν. Ττουνιά κ. ά. (βλ. σχετικά πιο πάνω) τα ακόλουθα,:- «Όσον αφορά την ευθύνη του κατόχου, είναι θεμελιωμένο ότι ένας κάτοχος υποστατικού έχει, προς όλους τους νόμιμα ευρισκομένους στο υποστατικό του, το κοινό καθήκον φροντίδας το οποίο εξυπακούει ότι ο κάτοχος θα πρέπει να επιδεικνύει τέτοια φροντίδα όση υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης είναι εύλογη, ώστε να διασφαλίζει ότι το οποιοδήποτε νόμιμα ευρισκόμενο στα υποστατικά πρόσωπο θα είναι εύλογα ασφαλές κατά τη χρήση των υποστατικών, για τους σκοπούς για τους οποίους ευρίσκεται νόμιμα στο χώρο.»
  3. Ουσιαστικά αυτό το οποίο προκύπτει βάσει αυτής της αρχής ύπαρξης καθήκοντος εύλογης φροντίδας είναι ότι υπό τις περιστάσεις του επίδικου ατυχήματος η εναγόμενη ως η κάτοχος της οικοδομής υπό ανέγερση θα έφερε ευθύνη ή ποσοστό ευθύνης ως κάτοχος ανεξάρτητα και από το κατά πόσο κρινόταν ότι αυτή ήταν όντως εργοδότρια του ενάγοντα. Διατηρώντας υπόψη δηλαδή ότι δεν υπήρχαν στο χώρο όπου εργαζόταν ο ενάγων οι απαραίτητες περιφράξεις πάνω από κενούς χώρους προς προστασία και αποτροπή πτώσης του κατά τη διάρκεια εκτέλεσης οποιασδήποτε εργασίας στον πρώτο όροφο της οικοδομής. Το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί σε σχέση και με την ανυπαρξία διαθέσιμης σκαλωσιάς ανάλογα και με το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ της εναγομένης και του οποιουδήποτε υπεργολάβου.
  4. Βεβαίως εάν γινόταν δεκτό ότι ο εργοδότης του ενάγοντα δεν ήταν η εναγόμενη αλλά άλλος υπεργολάβος τότε αυτός θα είχε το γενικό καθήκον να λάμβανε κάθε εύλογη φροντίδα για την ασφάλεια του ενάγοντα δίχως αυτό το καθήκον να τερματίζεται όταν ο ενάγων ως εργοδοτούμενος του εργαζόταν σε χώρο που δεν βρισκόταν στην κατοχή και έλεγχο του. Όμως διατηρώντας υπόψη ότι η στατική κατάσταση και δομή μίας οικοδομής υπό ανέγερση είναι εκτός του ελέγχου του σε σχέση με οποιαδήποτε ελαττώματα είναι πέραν της εξουσίας του να διορθώσει, τότε η ευθύνη του περιορίζεται ανάλογα έστω και εάν αυτός θα παρέμενε κάτω από το καθήκον άσκησης εύλογης φροντίδας για τη περιφρούρηση του ενάγοντα από κινδύνους τους οποίους μπορούσε να προβλέψει και τους οποίους θα είχε εξουσία να αποτρέψει (βλ. σχετικά τις σελίδες 25 έως και 26 της απόφασης Χαράλαμπος Μιχαήλ ν. Ττουνιά κ. ά.).
  5. Όμως πραγματικά αυτό το οποίο έχει σημασία, ανεξάρτητα και από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς τα δεδομένα αυτής της αγωγής, είναι ότι η όλη προσέγγιση της εναγομένης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ήταν απόλυτη υπό την έννοια ότι αυτή εμφανώς δεν έδειχνε να ήταν σε θέση νομικά να αντιληφθεί και εκτιμήσει στις ορθές του διαστάσεις το ενδεχόμενο ύπαρξης και άλλης ευθύνης η οποία να πηγάζει όχι από την οποιαδήποτε συμβατική σχέση της ιδίας με τον ενάγοντα αλλά απλά και μόνο από το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η υπό ανέγερση οικοδομή βρισκόταν υπό την κατοχή και έλεγχο της.
  6. Αναφορικά με το ερώτημα κατά πόσο η εναγόμενη είχε συμμορφωθεί με τη τήρηση του επιβαλλόμενου καθήκοντος τήρησης ασφαλές συστήματος εργασίας διαπιστώνω τα ακόλουθα. 46.
  7. Πρώτο, διατηρώντας υπόψη την έλλειψη περίφραξης σε ανοιχτούς χώρους και στο κλιμακοστάσιο της οικοδομής ως επίσης και την απουσία διαθέσιμων και κατάλληλων σκαλωσιών για την εκτέλεση του είδους εργασίας την οποία ο Μ. Υ. 1 ανέθεσε στον ενάγοντα διαπιστώνεται ότι η εναγόμενη δεν παρείχε ασφαλές σύστημα εργασίας στον ενάγοντα έτσι ώστε παράλληλα να του παρείχε εύλογη προστασία. Ο κίνδυνος πτώσης του ενάγοντα υπό τις περιστάσεις ενυπήρχε στην ίδια τη φύση της εργασίας η οποία ανατέθηκε στον ενάγοντα σε χώρο στον οποίο δεν υπήρχαν οι απαραίτητες προφυλάξεις όχι μόνο πτώσης του από το οποιοδήποτε βοήθημα ο ίδιος θα χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση αυτών των εργασιών (δηλαδή ακόμη και εάν υπήρχε διαθέσιμη και κατάλληλη σκαλωσιά) αλλά και ακόμη πιο επικίνδυνης πτώσης του από τον πρώτο όροφο της οικοδομής στο ισόγειο μετά από οποιαδήποτε μερική πτώση από το ακατάλληλο στήριγμα επί του οποίου στάθηκε έτσι ώστε να εκτελέσει τις εργασίες οι οποίες του ανατέθηκαν. 46.
  8. Δεύτερο, ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία η εναγόμενη όντως παρείχε ένα μερικώς ασφαλές σύστημα εργασίας (με τη παροχή δηλαδή κατάλληλης και διαθέσιμης σκαλωσιάς) όφειλε να είχε λάβει εύλογα μέτρα επίβλεψης και επιτήρησης της εκτέλεσης των ανατεθειμένων εργασιών στον ενάγοντα έτσι ώστε να διασφάλιζε ότι όντως αυτό το σύστημα εργασίας εφαρμοζόταν. Δηλαδή, η εναγόμενη όχι μόνο παρέλειψε να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας αλλά επιπλέον δεν υπήρχε στην οικοδομή η οποιαδήποτε μορφή εποπτείας και επίβλεψης του οποιουδήποτε συστήματος εργασίας όντως εφαρμοζόταν υπό τις περιστάσεις σύμφωνα δηλαδή με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΤΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΣΑ ΑΜΕΛΕΙΑ - ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΥΘΥΝΗΣ
  9. Αναφορικά με το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας αντλώ καθοδήγηση από σχετική επί του θέματος νομολογία. Αναφέρω ως παράδειγμα την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 76/2008, ημερομηνίας 14/7/2011, Λαζάρου ν. 1) Nemesis Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ., όπου εξετάζεται σε μεγάλο βαθμό το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας με αναφορά στις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Αναφέρεται σε αυτή την απόφαση ότι η «.συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που ο ενάγων έχει απέναντι στον εναγόμενο, ή κατ΄ ανάγκην σε παράβαση νομοθετικών προνοιών, αλλά στην επίδειξη αμέλειας από πλευράς του να προφυλάξει επαρκώς τον εαυτό του». Ουσιαστικά, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε άλλο σημείο της ίδιας απόφασης, αυτό το οποίο εναποτίθεται σε ένα ενάγοντα είναι ένα «.λογικό καθήκον αυτοπροστασίας». Επίσης, όπως αναφέρεται στην ίδια απόφαση το «.βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας το φέρει ο εναγόμενος και δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να το αποσείσει».
  10. Επίσης σχετική αναφορά υπάρχει και στη σελίδα 1130 της απόφασης Χριστοδούλου ν. Περικλέους
(1998)1Β Α. Α. Δ. 1122 όπου ο Κραμβής Δ. αναφέρει τα ακόλουθα, :- «Η συντρέχουσα αμέλεια έχει ως λόγο την συμβολή του θύματος με πράξεις ή παραλείψεις του ιδίου στην πρόκληση της βλάβης την οποία υπέστη ή τη σοβαρότητά της. Από τη στιγμή που θα αποδειχθεί συντρέχουσα αμέλεια η ευθύνη επιμερίζεται μεταξύ του ενάγοντα και του αμελούς εναγομένου ανάλογα με την υπαιτιότητα ενός εκάστου και την αιτιώδη σχέση μεταξύ των υπαίτιων πράξεων ή παραλείψεων ενός εκάστου και της επελθούσας βλάβης. Η συντρέχουσα αμέλεια επενεργεί ως παράγων μείωσης των αποζημιώσεων τις οποίες είναι δυνατό να κληθεί να καταβάλει το πρόσωπο το οποίο ευθύνεται για αμελή πράξη ή παράλειψη.»
  1. Βεβαίως στην αγωγή υπό εξέταση με αυτή την απόφαση ουσιαστικά ο ίδιος ο ενάγων με την ειλικρίνεια του διευκόλυνε την εναγόμενη καθώς ευθέως αποδέχτηκε την ύπαρξη της δικής του ευθύνης και παράλειψης να λάβει τα κατάλληλα μέτρα αυτοπροστασίας υπό τις περιστάσεις.
  2. Επιπλέον, πέραν δηλαδή και από την αποδοχή του ίδιου του ενάγοντα αποτελεί και διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς το θέμα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα ότι όντως η ύπαρξη αυτή προκύπτει από τα γεγονότα όπως αυτά έχουν καθοριστεί εντός αυτής της απόφασης. Αξίζει να σημειωθεί σε σχέση με αυτό το θέμα ότι ο ίδιος ο ενάγων προέβαλε τη θέση ότι είχε πείρα εργασίας σε οικοδομικές εργασίες. Επιπλέον, συμφώνησε όταν του υποβλήθηκε ότι με το βάρος που ο ίδιος είχε δεν θα έπρεπε να είχε βγει πάνω στον μεταλλικό κουβά. Επίσης, όταν του υποβλήθηκε ότι δεν ενήργησε όταν δούλευε όπως ένας συνετός εργαζόμενος απάντησε κάνοντας χρήση της λέξης «μπορεί». Με τον ίδιο τρόπο απάντησε και στην υποβολή ότι εργαζόταν με επικίνδυνο τρόπο. Ενώ όταν αμέσως προηγουμένως του υποβλήθηκε ότι επειδή ισχυρίστηκε ότι ήταν πεπειραμένος παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη προστασία του, απάντησε και πάλι με τον ίδιο τρόπο προσθέτοντας και τη φράση ότι «δεν το σκέφτηκα».
  3. Αξίζει, έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης, να παρατηρηθεί ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνύεται από τις προαναφερόμενες απαντήσεις του ενάγοντα η ειλικρίνεια του ως προς τα γεγονότα αυτής της αγωγής.
  4. Βεβαίως, πέραν και από αυτές τις ειλικρινείς παραδοχές του ενάγοντα ή ακόμη και αυτές να μην υπήρχαν, επί τη βάσει των ίδιων γεγονότων το Δικαστήριο και πάλι θα κατέληγε, διατηρώντας υπόψη τη προβαλλόμενη πείρα του ενάγοντα και τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε, ότι και ο ίδιος είχε συνεισφέρει με δική του συντρέχουσα αμέλεια στη πρόκληση του επίδικου εργατικού ατυχήματος.
  5. Αναφορικά με τον επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης ανάλογα με το βαθμό στον οποίο με τις πράξεις ή παραλείψεις του ο κάθε διάδικος ήταν υπεύθυνος για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, κρίνω ότι το μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης το φέρει η εναγόμενη καθότι οι δικές της παραλείψεις ως προς τη δημιουργία και καθιέρωση ενός ασφαλές συστήματος εργασίας στην οικοδομή αποτελούν τον κυριότερο λόγο με βάση τον οποίο ο ενάγων αμελώς επέλεξε να αποδεχτεί το μεταλλικό κουβά ο οποίος του προσφέρθηκε ως στήριγμα για την εκτέλεση των εργασιών οι οποίες του ανατέθηκαν. Ενώ ως προς τις βλάβες οι οποίες προέκυψαν αυτές θα μπορούσαν να είχαν μειωθεί σημαντικά εάν η εναγόμενη είχε λάβει τα απαιτούμενα μέτρα περίφραξης του ανοιχτού χώρου πλησίον του σημείου όπου ο ενάγων εργαζόταν. Καθότι με τη λήψη αυτών των μέτρων η πτώση του ενάγοντα θα περιοριζόταν στον πρώτο όροφο δίχως να είχε οποιαδήποτε συνέχεια με αποτέλεσμα την επαύξηση και επιδείνωση των τραυμάτων του. Ενώ εάν η εναγόμενη είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα επίβλεψης με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό επιτήρησης των εργασιών τότε θα μπορούσε να είχε γίνει αντιληπτός ο λανθασμένος τρόπος εργασίας του ενάγοντα και η αποτροπή του με ενδεχόμενο ακόμη και την αποφυγή του επίδικου ατυχήματος. Με αυτά τα δεδομένα υπόψη μου καταλογίζω σημαντικά περισσότερη ευθύνη στην εναγόμενη με επιμερισμό του δικού της ποσοστού ευθύνης σε 70% ενώ το ποσοστό ευθύνης για τη συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα καθορίζεται σε ποσοστό ευθύνης 30%. ΑΠΩΛΕΙΑ ΑΠΟΛΑΒΩΝ
  6. Αναφορικά με το θέμα της απώλειας απολαβών του ενάγοντα παρατηρώ τα εξής.
  7. Κατ΄ αρχάς ο ίδιος ο ενάγων με την έκθεση απαίτησης του απαιτεί το ποσό των £33.750,00 ως απώλεια απολαβών για περίοδο 45 μηνών (δηλαδή, 45 χ £750,00) από την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης του. Θεωρώ ότι η όλη προσέγγιση του ενάγοντος επί αυτού του θέματος δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως μια ορθή βάση υπολογισμού της απώλειας των απολαβών του εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος.
  8. Καθότι η περίπτωση του ενάγοντα σαφώς δεν εμπίπτει σε εκείνη την κατηγορία αξιώσεων όπου ο παθών έχει υποστεί ορισμένες σωματικές βλάβες οι οποίες τον καθιστούν ανίκανο για εργασία, όπως αυτή την οποία ασκούσε προηγουμένως, για μία συγκεκριμένη περίοδο μετά από τη λήξη της οποίας όμως ο ίδιος θα είναι σε θέση να επανέλθει στην άσκηση της ίδιας εργασίας. Αναφέρω ως παράδειγμα την περίπτωση στην απόφαση Χήρα ν. Παπαϊωάννου
(1995)1 Α. Α. Δ. 665 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιδίκαση αποζημιώσεων για τη χρονική περίοδο των τριών μηνών της αναρρωτικής άδειας του εφεσείοντος επί τη βάσει του αποδεδειγμένου μηνιαίου εισοδήματος του.
  1. Ο ενάγων παρουσίασε μαρτυρία (αυτή του Μ. Ε. 6, Δρ. Γεώργιου Νικάνδρου) για την ύπαρξη αναρρωτικής άδειας τριών μηνών (τεκμήριο 18). Θεωρώ ότι επί αυτής της βάσης θα ήταν ορθό όπως επιδικαστεί ένα αρχικό ποσό απώλειας απολαβών για τους πρώτους τρεις μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων ούτως ή άλλως ο ενάγων αδυνατούσε να ασκήσει οποιαδήποτε εργασία ουσιαστικά λόγω του ότι βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια. Δηλαδή, ποσό €3.847,50 το οποίο αντιστοιχεί σε μηνιαίο μισθό £750,00 για περίοδο τριών μηνών.
  2. Εντούτοις αυτό το οποίο διαπιστώνεται, διατηρώντας υπόψη στο σύνολο την ιατρική μαρτυρία την οποία ο ενάγων προσκόμισε, είναι το εξής. Η επιστροφή του στην εργασία την οποία ασκούσε πριν από το επίδικο ατύχημα ουδέποτε κατέστη εφικτή. Ακριβώς λόγω των τραυμάτων των οποίων είχε υποστεί και των συνεπειών αυτών ως προς τη δυνατότητα του πλέον να ασκεί το ίδιο επάγγελμα. Συνεπώς, μετά από μία αρχική περίοδο τριών μηνών της διάρκειας της αναρρωτικής του άδειας, θεωρώ ότι η ορθότερη προσέγγιση αναφορικά με το θέμα της απώλειας των απολαβών του ενάγοντα είναι όπως αυτή η απώλεια ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων οι οποίες θα επιδικαστούν προς όφελος του.
  3. Δεν ανήκει η περίπτωση του ενάγοντα σε εκείνη τη συνήθη κατηγορία όπου υπάρχει μία προσωρινή διακοπή της εισοδηματικής ικανότητας με επιστροφή στην εκτέλεση εργασίας όπως αυτή ασκείτο προ της ημερομηνίας πρόκλησης της προσωρινής αυτής αδυναμίας. Κρίνω δηλαδή ότι η εισοδηματική ικανότητα του ενάγοντα μετά από το επίδικο ατύχημα δεν είχε διακοπεί προσωρινά με δυνατότητα επανάκτησης της μετά από ένα χρονικό διάστημα ανάρρωσης του αλλά είχε ανατραπεί καθοριστικά για το υπόλοιπο της ζωής του. Επομένως, η οποιαδήποτε υπολογιζόμενη απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντα θα πρέπει να συμπεριληφθεί στο ποσό των γενικών αποζημιώσεων υπό την έννοια της μόνιμης μερικής μείωσης της εισοδηματικής του ικανότητας (βλ. σχετικά την απόφαση Telemachou v. Papakyriacou
(1986)1 C. L. R. 705). 60. Διευκρινίζω περαιτέρω ότι η περίπτωση του ενάγοντα δεν ανήκει στη κατηγορία των αξιώσεων όπου ο παθών μετά και από διακοπή από την εργασία του για συγκεκριμένη χρονική περίοδο εντούτοις εξακολουθεί να ασκεί την ίδια εργασία αλλά υπάρχει ο κίνδυνος σε κάποιο χρόνο πριν από το υπολογιζόμενο τέλος της εργατικής του ζωής να χάσει την παρούσα εργοδότηση του (βλ. σχετικά την απόφαση Moeliker v. A. Reyrolle and Co Ltd. [1977] 1 All E. R. ως επίσης και την απόφαση Χρίστου ν. Χριστοφή κ. ά.
(1998)1Α Α. Α. Δ. 503).
  1. Όπως το έχει θέσει χαρακτηριστικά ο Lord Denning M. R. Fairley v. John Thompson (Design and Contracting Division) Ltd. [1973] 2 Lloyd's Rep. 40 at 42[5] είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ επιδίκασης ενός ποσού για απώλεια εισοδημάτων και αποζημίωσης για απώλεια εισοδηματικής ικανότητας καθότι η αποζημίωση για απώλεια μελλοντικών απολαβών επιδικάζεται για πραγματική υπολογίσιμη απώλεια η οποία αποδεικνύεται με μαρτυρία ενώ η αποζημίωση για μείωση εισοδηματικής ικανότητας επιδικάζεται ως μέρος των γενικών αποζημιώσεων.
  2. Βεβαίως θεωρώ ότι η ορθή εκτίμηση της μείωσης της εισοδηματικής ικανότητας του ενάγοντα λογικά θα πρέπει να έχει ως βάση το ύψος αυτής προ της ημερομηνίας του επίδικου ατυχήματος. Όπως αναφέρει σχετικά ο Κωνσταντινίδης Δ. στις σελίδες 490 έως και 491 της απόφασης Φοινικαρίδης κ. ά. ν. Γεωργίου κ. ά.
(1991)1 Α. Α. Δ. 475, «.το ορθό είναι στις περιπτώσεις που επιδικάζεται ποσό σε σχέση με τη μείωση της ικανότητας για επικερδή εργασία, αυτό το ποσό αντί να αποτελεί απροσδιόριστο μέρος της συνολικής αποζημίωσης για πόνους, ταλαιπωρία και απώλεια των απολαύσεων της ζωής, να υπολογίζεται χωριστά».
  1. Ως προς το ίδιο το ποσό των εισοδημάτων του ενάγοντα προ του επίδικου ατυχήματος πέραν και από το εύρημα του Δικαστηρίου ως προς το ποσό το οποίο είχε συμφωνηθεί ως η ημερήσια αμοιβή του από την εναγόμενη (δηλαδή, £35,00 ημερησίως) θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και η μαρτυρία την οποία η ίδια η εναγόμενη προσκόμισε ως προς την εισοδηματική ικανότητα του ενάγοντα ως αυτοεργοδοτούμενου σε κοντινή μάλιστα χρονική περίοδο προ του επίδικου ατυχήματος (βλ. σχετικά το τεκμήριο 19 ως επίσης και τη μαρτυρία του Μ. Υ. 3). Σύμφωνα με την οποία η εισοδηματική ικανότητα ήταν κατά πολύ περισσότερη μέχρι και περίπου το 65% του ποσού το οποίο ο ίδιος πρότεινε ως η μηνιαία απώλεια εισοδημάτων του.
  2. Εντούτοις, παρά και την ύπαρξη αυτής της μαρτυρίας θεωρώ ότι θα ήταν πιο δίκαιο και ορθότερο όπως το Δικαστήριο περιοριστεί στα όσα ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίστηκε αναφορικά με αυτό το θέμα. Ιδιαίτερα δε λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η χρονική περίοδος αποτελεί μόνο ένα μέρος του συνόλου της εργασίας του ενάγοντα από την ημερομηνία άφιξης του στην Κύπρο. Συνεπώς ως ενδεικτικό ουσιαστικά αλλά παράλληλα και βασικό στοιχείο της εισοδηματικής ικανότητας του ενάγοντα το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμφωνία στην οποία ο ενάγων είχε καταλήξει με την εναγόμενη σε χρονικό σημείο αμέσως προ του επίδικου ατυχήματος.
  3. Προκύπτει με σαφήνεια από τη μαρτυρία της Μ. Ε. 3, Άννας Ευσταθίου, ότι μετά από την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ο ενάγων να είχε εργαστεί. Λόγω δηλαδή της απουσίας οποιασδήποτε εισφοράς προς το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ενώ η ίδια μάρτυρας κατέθεσε επίσης και την αίτηση του ενάγοντα για παροχή λόγω αναπηρίας ημερομηνίας 17/11/2003 (τεκμήριο 13). Στη συνέχεια η παραπομπή του ενάγοντα σε ιατροσυμβούλια οδήγησε μέχρι περίπου το τέλος του έτους 2004 σε αποκρυστάλλωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντα αναγνωρισμένης πλέον και από το κράτος με δεδομένο συνολικό βαθμό αναπηρίας 40%. Όπως προέκυψε και από την αντεξέταση της Μ. Ε. 3 η σύνταξη του ενάγοντα άρχισε από τις 17/8/2003, δηλαδή περίπου ένα χρόνο μετά από το επίδικο ατύχημα. Αναφορικά με αυτή την ημερομηνία υπάρχει και σχετική σημείωση με κόκκινο μελάνι επί του τεκμηρίου
  4. Αξίζει να σημειωθούν αναφορικά με τις εκθέσεις των ιατρικών συμβουλίων (τεκμήρια 15 και 16) οι οποίες κατατέθηκαν από τη Μ. Ε. 3 και αναφορικά με το περιεχόμενο των οποίων επίσης έδωσαν προφορικά μαρτυρία οι Μ. Ε. 4 και 5, τα εξής. 66.
  5. Το ιατρικό συμβούλιο για το οφθαλμολογικό πρόβλημα υγείας του ενάγοντα καταλήγει σε συμπέρασμα ότι προέκυψε μόνο μερική απώλεια ικανότητας λόγω του επίδικου ατυχήματος και ως προς το ερώτημα κατά πόσο ο ενάγων ήταν ανίκανος για άσκηση του επαγγέλματος του οικοδόμου ότι υπήρχε μερική απώλεια ικανότητας. 66.
  6. Ενώ το ιατρικό συμβούλιο για το ορθοπεδικό πρόβλημα υγείας του ενάγοντα καταλήγει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Ότι δηλαδή προέκυψε απώλεια ικανότητας λόγω του επίδικου ατυχήματος καθότι ο ενάγων δεν μπορεί να σκύψει και να σηκώσει βάρος ενώ η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο ο ενάγων ήταν ανίκανος για άσκηση του επαγγέλματος του οικοδόμου είναι καταφατική. Με έκφραση επίσης της γνώμης ότι η ανικανότητα για άσκηση του επαγγέλματος του οικοδόμου οφείλεται κατά κύριο λόγο στο ατύχημα και πρόβλεψη ότι ο ενάγων θα παραμείνει μόνιμα ανίκανος για άσκηση του επαγγέλματος. 66.
  7. Διευκρινίζω ότι το Δικαστήριο επί αυτού του θέματος αποδίδει περισσότερη σημασία στα συμπεράσματα του ιατρικού συμβουλίου για το ορθοπεδικό πρόβλημα υγείας του ενάγοντα καθότι αυτή η πτυχή της υγείας του ενάγοντα έχει περισσότερη άμεση σχέση με τη δυνατότητα άσκησης του επαγγέλματος του οικοδόμου. 66.
  8. Παράλληλα σημειώνεται ότι το ιατρικό συμβούλιο για το οφθαλμολογικό πρόβλημα υγείας του ενάγοντα αναφέρεται σε μερική απώλεια ικανότητας δίχως να λαμβάνεται υπόψη οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα υγείας του ενάγοντα ενώ το ιατρικό συμβούλιο για το ορθοπεδικό πρόβλημα υγείας, παρά και την κατάληξη του ως προς την ολική ανικανότητα του ενάγοντα να ασκήσει το επάγγελμα του οικοδόμου, εντούτοις στην αναφορά του ως προς το ότι θα μπορούσε ο ενάγων να ασκήσει οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα εκτός του συνήθους επαγγέλματος του αναγνωρίζει και την συνύπαρξη του προβλήματος με την όραση του ενάγοντα. Καθώς συμπεραίνει ότι θα μπορούσε να ασκήσει πολύ ελαφριά εργασία προσθέτοντας αναφορά και ως λόγο το πρόβλημα της απώλειας της όρασης από το δεξιό οφθαλμό. 66.
  9. Επιπλέον, διευκρίνισε ουσιαστικά ο Μ. Ε. 5, ο οποίος συμμετείχε στο συμβούλιο για το οφθαλμολογικό πρόβλημα υγείας του ενάγοντα, σε σχέση με τη μερική απώλεια ικανότητας, τα εξής. Ότι δηλαδή, επειδή υπήρχε απώλεια της διοφθαλμικής στερεοσκοπικής όρασης, η συμβουλή τους θα ήταν οπωσδήποτε ο ενάγων να μην ανεβαίνει ψηλές σκαλωσιές και ιδιαίτερα να μην εργάζεται σε ύψη αλλά θα μπορούσε να εργάζεται χαμηλά στο ισόγειο δεδομένου ότι δεν έχει οτιδήποτε άλλο (δηλαδή, άλλο πρόβλημα) και να κάνει κουγκρί ή να κάνει τον εργάτη. Ερωτήθηκε αμέσως μετά κατά την κύρια εξέταση του και διευκρίνισε ότι οπωσδήποτε εννοούσε ότι αυτό θα ήταν εφικτό εάν δεν είχε και οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα υγείας. 66.
  10. Σαφώς δηλαδή διαφάνηκε από τη προφορική κατάθεση αυτού του μάρτυρα ότι το συμπέρασμα αναφορικά με τη μερική απώλεια ικανότητας του ενάγοντα δεν λάμβανε υπόψη την ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου προβλήματος υγείας. Όπως δηλαδή και αυτό το οποίο αναγνωρίστηκε από το ιατρικό συμβούλιο το οποίο εξέτασε το ορθοπεδικό πρόβλημα υγείας του ενάγοντα.
  11. Προχωρώντας πλέον σε εξέταση της μείωσης της εισοδηματικής ικανότητας με βάση τα δεδομένα τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντα (δηλαδή, 40%) σε συνδυασμό με τις οποιεσδήποτε μειωμένες προοπτικές εργοδότησης του ενάγοντα σε ελαφρότερη εργασία με χαμηλότερη αμοιβή κρίνω ότι η εισοδηματική του ικανότητα έχει μειωθεί κατά τουλάχιστον 50%. Συνεπώς ως αποτέλεσμα αυτής της μείωσης, έχοντας ως βάση υπολογισμού ποσό £750,00 (δηλαδή, €1.282,50) ο ενάγων θα έχει απώλεια περίπου €640,00 τον μήνα ή €7.680,00 ετησίως.
  12. Η ημερομηνία γέννησης του ενάγοντα είναι 29/6/
  13. Δηλαδή κατά την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος ο ενάγων ήταν ηλικίας 46 χρονών. Δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος με βάση τον οποίο ο ενάγων να μην απόβλεπε σε τουλάχιστον άλλα 15 έως ακόμη και 19 παραγωγικά χρόνια εργασίας ως οικοδόμος ενώ θεωρώ ορθότερο όπως ληφθεί υπόψη ένας μέσος όρος μεταξύ αυτών των δύο περιόδων καθορίζοντας με αυτό τον τρόπο την ηλικία των 63 ετών ως το χρονικό όριο λήξης της οικονομικής δραστηριότητας του ενάγοντα. Ήδη ο ενάγων σήμερα είναι σχεδόν ηλικίας 56 ετών. Ενόψει και της αβεβαιότητας γενικά της ζωής ενός ανθρώπου, διατηρώντας υπόψη και το είδος της εργασίας την οποία ο ενάγων ασκούσε, τις προοπτικές εργοδότησης του, τη χειρονακτική φύση αυτής της εργασίας και την απρόβλεπτη κατάσταση της υγείας του οποιουδήποτε ανθρώπου καθώς αυξάνεται η ηλικία του, ακόμη δηλαδή και να μην είχε συμβεί το επίδικο ατύχημα, αλλά και του δεδομένου ότι με την επιδίκαση των αποζημιώσεων μελλοντικά εισοδήματα καθίστανται άμεσα πληρωτέα με την έκδοση αυτής της απόφασης, θεωρώ ότι θα ήταν πιο δίκαιο όπως καθοριστεί ένας συντελεστής μικρότερος από τον προαναφερόμενο αριθμό ετών (δηλαδή, 17). Με αυτό το σκεπτικό καθορίζω τον αριθμό 12 ως συντελεστή με αποτέλεσμα αφού ληφθεί υπόψη ο ετήσιος πολλαπλασιαστέος των €7.680,00 το μέρος αυτός των γενικών αποζημιώσεων υπό μορφή απώλειας απολαβών να καθορίζεται σε ποσό €92.160,
  14. Διευκρινίζω απλά ότι διατηρώντας υπόψη το ύψος των απολαβών του ενάγοντα δεν θεωρώ ότι αυτές θα υπόκειντο σε οποιοδήποτε φόρο εισοδήματος έτσι ώστε να αφαιρεθεί ένα ποσοστό κατά τον υπολογισμό της απώλειας των απολαβών του. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ ΣΤΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ
  15. Γενικά ως προς τη νομική πτυχή της αγωγής σε σχέση με το θέμα των αποζημιώσεων διατηρώ υπόψη μου σχετική νομολογία. Όπως, παραδείγματος χάριν, την απόφαση Tziellas v. The Ship "Nadalena H"
(1982)1 C. L. R. 807, όπου στις σελίδες 820 έως 821 αναφέρει σχετικά ο Πικής Δ. (όπως ήταν τότε), ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να καταλήγει σε ένα ποσό το οποίο να είναι δίκαιο σε σχέση με την απώλεια του τραυματισθέντος διαδίκου αλλά να είναι παράλληλα και δίκαιο προς τον εναγόμενο υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει να επιβάλλει επί αυτού ένα κοινωνικά απαράδεκτο βάρος. Επίσης αναφέρει σχετικά ο Πικής Π. στη σελίδα 1061 της απόφασης Μιχαήλ ν. Φίλιου Γ. Συκοπετρίτη Λτδ.
(2000)1Β Α. Α. Δ. 1049, τα ακόλουθα,:- «Ο σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος του αστικού αδικήματος στη θέση, στην οποία εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα ευρισκόταν, εάν δεν τραυματιζόταν. Αυτή είναι η βασική αρχή, η οποία διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων υπό τον όρο πάντα ότι η ζημία, η οποία αποδίδεται, είναι εύλογη μεταξύ των διαδίκων.»
  1. Ουσιαστικά στόχος του Δικαστηρίου σε αυτή την αγωγή είναι να καταλήξει σε μία δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Αναμφίβολα σχετικοί και βασικοί παράγοντες είναι η φύση των τραυμάτων τα οποία υπέστη ο ενάγων ως επίσης και ο πόνος και ταλαιπωρία ο οποίος προκλήθηκε από αυτά τα τραύματα και οι γενικότερες συνέπειες αυτών των σωματικών βλαβών σε σχέση με την ποιότητα ζωής του ενάγοντα.
  2. Ασφαλώς βοηθητική αν και όχι δεσμευτική καθοδήγηση αντλείται από αποζημιώσεις οι οποίες επιδικάστηκαν σε παρόμοιες περιπτώσεις όπως αυτές προκύπτουν από τη νομολογία μας. Παραδείγματος χάριν, στην απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 9641, ημερομηνίας 25/5/1998, Χριστοδούλου ν. Περικλέους
(1998)1Β Α. Α. Δ. 1122, για την απώλεια ενός οφθαλμού επιδικάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στις 8/2/1996 σε αγωγή η οποία καταχωρήθηκε το 1991 για ατύχημα το οποίο συνέβη στις αρχές του ίδιου έτους, ποσό £25.000,00 (το οποίο αντιστοιχεί σε €42.750,00). Στην απόφαση των Πολιτικών Εφέσεων Αρ. 10500 και 10502, ημερομηνίας 18/7/2000, Τρύφωνος ν. Σωτηρίου
(2000)1Β Α. Α. Δ. 1305 σε αγωγές οι οποίες καταχωρήθηκαν το 1990 ο ενάγων, λόγω σοβαρού τραυματισμού του στο πρόσωπο, υπέστη πλήρη τύφλωση σε ένα μάτι και μόνο μερική ασθενή αντίληψη του φωτός στο άλλο μάτι. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε ποσό γενικών αποζημιώσεων ύψους £100.000,00 το οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε σε ποσό £150.000,00 (το οποίο αντιστοιχεί σε ποσό €256.500,00). Παρατηρείται σχετικά από τον Χατζηχαμπή Δ. στη σελίδα 1312 της απόφασης ότι η «πλήρης τύφλωση ενός νεότατου ανθρώπου δεν μπορεί παρά να έχει τραγικές, σαρωτικές, και καταλυτικές συνέπειες σε κάθε πτυχή της ζωής του» και ότι δεν «.μπορεί να προσφέρουν βάση σύγκρισης οι υποθέσεις που αφορούν απώλεια ενός ματιού . αφού η διαφορά δεν είναι θέμα βαθμού αλλά ουσιαστικά μεταξύ όρασης και μη όρασης, εκτός για να καταδείξουν . ότι οι αποζημιώσεις για απώλεια και των δύο ματιών πρέπει να είναι πλειστάκις υψηλότερες εκείνων για απώλεια ενός ματιού». Υπάρχει επίσης αναφορά στη σελίδα 1313 σε «.στέρηση της πιο σημαντικής από τις αισθήσεις η οποία και διέπει την όλη δημιουργικότητα, αξία και δυνατότητα ευτυχίας στη ζωή». Τονίζεται παράλληλα, στην ίδια σελίδα, ότι με την αύξηση του ποσού των γενικών αποζημιώσεων αποδίδεται η πρέπουσα σημασία όσο είναι δυνατό από απόψεως χρηματικής αποζημίωσης γι΄ αυτή τη στέρηση και ότι αυτό «.συνάδει με την αναγνώριση στη νομολογία της ανάγκης ουσιαστικής και όχι μόνο φραστικής αποκατάστασης, διά του πάντα ατελούς μέσου των χρημάτων, της ανεπανόρθωτα πληγείσας σωματικής ακεραιότητας ως ύψιστης αξίας στη ζωή όσο και στο νόμο . χωρίς να παραγνωρίζεται και η παράλληλη παράμετρος ότι οι αποζημιώσεις, αν και πάντοτε παραμένουν υποκατάστατο, πρέπει να έχουν κάποιο όριο που συναρτάται προς το σύνολο των οικονομικών δεδομένων του χώρου και του χρόνου.».
  1. Αναφορικά με τον ίδιο τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων διευκρινίζω ότι αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στη κυριότερη και μόνιμη σωματική βλάβη την οποία ο ενάγων υπέστη ως προς την απώλεια της όρασης του από τον δεξιό του οφθαλμό δίχως παράλληλα να αγνοούνται και οι υπόλοιπες σωματικές βλάβες τις οποίες ο ίδιος υπέστη ως αποτέλεσμα του επίδικου ατυχήματος. Ενώ διατηρώντας υπόψη όλους τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες όπως αυτοί προκύπτουν από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με την πραγματική πτυχή της αγωγής, όπως τον πόνο και ταλαιπωρία την οποία υπέστη ο ενάγων και τις συνέπειες των σωματικών βλαβών του υπό την έννοια της απώλειας της προσωπικής του άνεσης και δίχως σε αυτό το σημείο της απόφασης να λαμβάνω υπόψη το ποσό για απώλεια απολαβών καθορίζω το ποσό των γενικών αποζημιώσεων στο ποσό των €165.000,
  2. Προσθέτοντας σε αυτό το ποσό την απώλεια απολαβών το σύνολο των γενικών αποζημιώσεων όπως αυτές υπολογίζονται από το Δικαστήριο είναι €257.160,
  3. ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ
  4. Αναφορικά με τον καθορισμό των ειδικών αποζημιώσεων διευκρινίζω τα ακόλουθα.
  5. Παρέλειψε ουσιαστικά ο ενάγων να αποδείξει όπως αυστηρώς απαιτείται σύμφωνα με τη νομολογία μας (βλ. σχετικά την απόφαση Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α. Α. Δ. 239) το ύψος οποιουδήποτε κονδυλίου ειδικών αποζημιώσεων πέραν από το ποσό της συμφωνημένης με την εναγόμενη ημερήσιας αμοιβής του το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιδίκαση του αρχικού ποσού απώλειας απολαβών (βλ. σχετικά τη παράγραφο 57 αυτής της απόφασης). Εναπόκειται στον ενάγοντα σε μία αγωγή αυτού του είδους όπως σε κάθε περίπτωση αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά και τα οποία έχει προηγουμένως συμπεριλάβει στο δικόγραφο του (βλ. σχετικά τη σελίδα 243 της απόφασης Ηρακλέους ν. Πίτρου).
  1. Η αποτυχία του ενάγοντα αναφορικά με αυτό το θέμα είναι εμφανής. Παραδείγματος χάριν, ερωτήθηκε κατά την κύρια εξέταση του ως προς το κόστος της παραμονής του στη Ρωσία και της χειρουργικής επέμβασης (βλ. σχετικά το τεκμήριο 7) κατά τον Αύγουστο του
  2. Απάντησε γενικά και αόριστα αναφέροντας το ποσό των €5.000,00 περίπου για τη παραμονή και θεραπεία του στο ιατρικό κέντρο. Σημειωτέον ότι στην έκθεση απαίτησης του αναφέρεται, επίσης γενικά και αόριστα, ποσό ύψους £15.000,00 ως ιατρικά έξοδα, φάρμακα, οδοιπορικά και ιατρική παρακολούθηση στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Καμία σχετική απόδειξη πληρωμής δεν παρουσιάστηκε αναφορικά με οποιοδήποτε ποσό ειδικής ζημιάς την οποία ο ενάγων αξιώνει με την αγωγή του. Υπενθυμίζω επίσης τα όσα σχετικά αναφέρονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ. Ε. Δρ. Γιώργου Νικάνδρου (βλ. σχετικά τις υποπαραγράφους της παραγράφου 14 αυτής της απόφασης). Πραγματικά δεν είναι δυνατό με γενική μαρτυρία αυτού του είδους και ισχυρισμούς όπως αυτοί διατυπώνονται στις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών εντός της έκθεσης απαίτησης να στοιχειοθετηθεί η απαραίτητη μαρτυρική βάση προς απόδειξη του μέρους της αξίωσης του ενάγοντα το οποίο έχει σχέση γενικά με ειδικές ζημιές τις οποίες, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, είτε υπέστη είτε θα υποστεί μελλοντικά. ΤΟΚΟΣ - Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  3. Αναφορικά με τη νομική πτυχή επί του θέματος του τόκου επί των επιδικαζόμενων ποσών σε μία δικαστική απόφαση σε σχέση με αστικό αδίκημα διατηρώ υπόψη μου τα ακόλουθα.
  4. Σύμφωνα με το άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 149 όπως αυτό τροποποιήθηκε), στο βαθμό στον οποίο αυτό κρίνεται σχετικό με τα περιστατικά αυτής της αγωγής, σε «.οποιαδήποτε ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου διαδικασία για την είσπραξη αποζημιώσεων για σωματική βλάβη . συνεπεία αστικού αδικήματος το Δικαστήριο επιδικάζει, εκτός αν είναι ικανοποιημένο ότι συντρέχουν ειδικοί περί του αντιθέτου λόγοι, ετήσιο τόκο ύψους ίσου με το ύψος του τόκου που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, αναφορικά με ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί, για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου).
  1. Επίσης, όπως προνοείται με την επιφύλαξη του άρθρου 58, σε σχέση με αυτή την αγωγή, το επιτόκιο ανέρχεται σε 8% από την έναρξη της ισχύος του περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιιητικού) Νόμου του 1996 μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιιητικού) Νόμου του 2008 και από την ημερομηνία αυτή μέχρι την τελική αποπληρωμή του ποσού της απόφασης το επιτόκιο καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58Α.
  2. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου ((Ν. 14/60όπως αυτός τροποποιήθηκε) κάθε απόφαση «.περιλαμβανομένου του μέρους αυτής το οποίον αφορά εις τα δικηγορικά έξοδα, εκτός εάν άλλη πρόβλεψις εγένετο εν τη αποφάσει δυνάμει του εδαφίου
(1), θα φέρει . τόκο προς 5.5% ετησίως από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής ή εν σχέσει με εκκρεμούσες αγωγές, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2008, μέχρι τελικής αποπληρωμής, του χρέους». Υπάρχει σχετική επιφύλαξη στο εδάφιο
(2)του άρθρου 33 σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δύναται, όταν συντρέχουν λόγοι, να επιδικάσει τόκο σε ολόκληρο το επιδικαζόμενο με την απόφαση ποσό, για μέρος μόνο της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης ή σε μέρος μόνο του επιδικαζόμενου με την απόφαση ποσού, για ολόκληρη ή μέρος μόνο της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης. Υπενθυμίζω απλά ότι μέχρι την τροποποίηση του 2008 το προβλεπόμενο επιτόκιο ήταν 8%.
  1. Αναφέρεται επίσης σχετικά με το θέμα του τόκου στη σελίδα 496 της απόφασης Φοινικαρίδης κ. ά. ν. Γεωργίου κ. ά. (βλ. πιο πάνω στη παράγραφο 62) ότι ως προς το θέμα του τόκου είναι δυνατό να διαδραματίσει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η αγωγή προς εκδίκαση. Παραδείγματος χάριν, όπως σημειώνεται σχετικά, σε περιπτώσεις όπου παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Προσθέτοντας ότι για όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο ενάγων στερείται τα χρήματα στα οποία δικαιούται από δικό του σφάλμα. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΤΟΚΟΥ
  2. Έχοντας παραθέσει σχετικές αναφορές στη νομική πτυχή του θέματος του τόκου το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε αναφορά στα σχετικά δεδομένα αναφορικά με το θέμα του τόκου επί των επιδικαζόμενων ποσών των αποζημιώσεων και εξόδων σε αυτή την αγωγή.
  3. Ασφαλώς το πρώτο και βασικό χρονικό δεδομένο είναι η ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος, δηλαδή η ημερομηνία 5/7/
  4. Η ημερομηνία αυτή αποτελεί αφετηρία για όλες τις υπόλοιπες σχετικές ημερομηνίες. Ενώ οι υπόλοιπες ημερομηνίες καθορίζουν σε συνδυασμό μεταξύ τους ανάλογες χρονικές περιόδους η καθεμία εκ των οποίων έχει τη δική της σημασία σε σχέση με το θέμα υπό εξέταση. Έχει σημασία επίσης το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα ήταν δυνατό να κριθεί ότι η κατάσταση της υγείας του ενάγοντα είχε πλέον σταθεροποιηθεί επαρκώς έτσι ώστε να του προσφερόταν η δυνατότητα ή ουσιαστικά η ευχέρεια καταχώρησης αυτής της αγωγής. Ασφαλώς θα μπορούσε ο ενάγων να καταχωρούσε την αγωγή του με τη πρώτη ευκαιρία μετά από το επίδικο ατύχημα και στη συνέχεια να καθυστερούσε στη καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης του μέχρι και τη σχετική σταθεροποίηση της κατάστασης της υγείας του. Αυτό το οποίο παρατηρείται όμως σε σχέση με τα δεδομένα αυτής της αγωγής είναι ότι ενώ ουσιαστικά η κατάσταση της υγείας του ενάγοντα είχε σταθεροποιηθεί τουλάχιστον έτσι ώστε να προκύπτει μία σχετικά σαφής αρχική εικόνα ακόμη και εντός χρονικής περιόδου περίπου δύο μηνών από την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος εντούτοις η αγωγή δεν καταχωρήθηκε μέχρι και τις 22/4/2004, δηλαδή μετά από πάροδο περίπου 21 μηνών από την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος. Θεωρώ ότι αυτή είναι μία σημαντική καθυστέρηση η οποία δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο σε σχέση με το θέμα υπό εξέταση.
  5. Όμως ο ενάγων δεν καθυστέρησε μόνο στη καταχώρηση της αγωγής του. Καθυστέρησε επίσης και στη καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης του. Μάλιστα χρειάστηκε να σταλεί και σχετική ειδοποίηση από τον Πρωτοκολλητή προτού αυτή καταχωρηθεί. Συγκεκριμένα το κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε στην εναγόμενη εταιρεία εντός 12 ημερών από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, δηλαδή στις 3/5/2004 ενώ η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης εντός 22 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή στις 24/5/
  6. Καθυστέρησε ο ενάγων στη καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης πέραν της προβλεπόμενης προθεσμίας των 10 ημερών (βλ. σχετικά τη Δ.20 θ. 1 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας). Βεβαίως υπό αυτές τις περιστάσεις η εναγόμενη σύμφωνα με τη Δ.26 θ. 1 είχε το δικαίωμα να καταχωρήσει αίτηση για απόρριψη της αγωγής δίχως όμως να το είχε πράξει αυτό. Λαμβάνεται μερικώς υπόψη και αυτό το δεδομένο ως προς τον υπολογισμό του χρόνου καθυστέρησης στη καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Μάλιστα εν τέλει στις 16/2/2006 ετοιμάστηκε σχετική ειδοποίηση από τον Πρωτοκολλητή σύμφωνα με τη Δ.26 θ. 13
(1)η οποία λήφθηκε από τον ενάγοντα στις 8/3/
  1. Με αποτέλεσμα τελικά η έκθεση απαίτησης του ενάγοντα να καταχωρηθεί εντός μίας εβδομάδας στις 15/3/2006, δηλαδή σχεδόν δύο χρόνια[6] μετά από τη καταχώρηση της αγωγής.
  2. Με αυτά τα δεδομένα υπόψη μου κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο, όπως επιδικαστεί τόκος σε ολόκληρο το ποσό των αποζημιώσεων για ολόκληρη τη περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος, δηλαδή της ημερομηνίας του επίδικου ατυχήματος, και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής αλλά και για μία επιπρόσθετη περίοδο μετά από αυτή τη καταχώρηση. Βάσει των ίδιων δεδομένων εκτιμώ ότι θα πρέπει να αφαιρεθεί μία περίοδος τουλάχιστον 2 ετών ως η περίοδος η οποία καλύτερα αντικατοπτρίζει στο σύνολο της την καθυστέρηση η οποία παρατηρείται είτε στη καταχώρηση της αγωγής είτε στη καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, διατηρώντας όμως υπόψη και τη παράλειψη της εναγομένης να πράξει οτιδήποτε σε σχέση με τη δεύτερη παράμετρο καθυστέρησης στη προώθηση της αγωγής. Δηλαδή αυτό το οποίο κρίνεται είναι ότι ο τόκος που θα επιδικαστεί θα υπολογίζεται έχοντας ως αφετηρία όχι την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος αλλά τις 5/7/
  3. Τέλος, αναφορικά με το ύψος του επιδικαζόμενου τόκου επί του ποσού αυτής της απόφασης μέχρι και μετά από τις 15/10/2008, ασφαλώς διατηρώ υπόψη μου τα όσα προνοούνται σχετικά από το άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2008 (Ν. 82 (Ι) του 2008) ως επίσης και το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2008 (Ν. 81 (Ι) του 2008). ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΟ ΘΕΜΑ - ΧΩΡΟΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΕΝΑΓΟΝΤΑ
  4. Τέθηκε και ένα επιπρόσθετο θέμα κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας το οποίο έχει ως βάση το δικόγραφο της εναγομένης. Αυτό είναι το θέμα του καθορισμού των αποζημιώσεων με αναφορά σε εισήγηση ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως σχετικός παρονομαστής ο χώρος της νόμιμης μόνιμης διαμονής του ενάγοντα (δηλαδή, η Ρωσία).
  5. Διαπιστώνεται ότι η εισήγηση αυτή δεν έχει προωθηθεί είτε με οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία είτε με αναφορά σε σχετική νομοθεσία ή νομολογία. Ο ίδιος ο ενάγων έχει παρουσιάσει μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο ίδιος βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο από τις 15/5/1999 (όπως ισχυρίστηκε προφορικά) ενώ στο διαβατήριο του (τεκμήριο 6) όντως η πρώτη σχετική σφραγίδα άφιξης του στην Κύπρο φέρει την ίδια ημερομηνία. Στο ίδιο τεκμήριο αναφέρεται ως επόμενη ημερομηνία αναχώρησης η 3/5/2000 με ημερομηνία επιστροφής (δηλαδή, άφιξης στην Κύπρο) 12/5/
  6. Η επόμενη ημερομηνία αναχώρησης από την Κύπρο είναι 27/5/2001 με ημερομηνία επιστροφής 23/6/2001 και άλλη μία ημερομηνία αναχώρησης στις 6/10/2001 δίχως να εντοπίζεται επί του ιδίου διαβατηρίου ημερομηνία επιστροφής. Επίσης όμως με το τεκμήριο 9 με ημερομηνία έκδοσης 22/6/2000 παρέχεται προσωρινή άδεια κατοίκησης στην Κύπρο. Η εναγόμενη είχε την ευκαιρία να αντεξετάσει τον ενάγοντα αναφορικά με το καθεστώς διαμονής του στην Κύπρο.
  7. Αυτό το οποίο προκύπτει αβίαστα από την όση μαρτυρία ο ενάγων προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου και δίχως αυτή να αμφισβητηθεί με αντίθετη μαρτυρία από την εναγόμενη είναι ότι ουσιαστικά ο ενάγων είναι κάτοικος Κύπρου για περίοδο πέραν των 10 ετών μέχρι και την ημερομηνία επιφύλαξης αυτής της απόφασης ενώ δεν έχει καν τεθεί θέμα αναφορικά με τη μη πρόθεση του ενάγοντα να συνεχίσει να διαμένει στην Κύπρο. Πραγματικά τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση το οποίο να είναι δυνατό να κριθεί ότι ευσταθεί η συγκεκριμένη εισήγηση η οποία συνεπώς απορρίπτεται ως αβάσιμη. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
  8. Διατηρώντας υπόψη το όλο σκεπτικό της απόφασης και λαμβάνοντας υπόψη αφαίρεση του ποσοστού ευθύνης του ενάγοντα εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εις βάρος της εναγομένης για το ποσό των €180.012,00 ως γενικές αποζημιώσεις και το ποσό των €2.693,25 ως ειδικές αποζημιώσεις. Το ποσό των γενικών αποζημιώσεων θα φέρει τόκο 8% ετησίως από τις 5/7/2004 μέχρι και τις 14/10/2008 ενώ από τις 15/10/2008 θα φέρει τόκο 5.5% ετησίως μέχρι εξόφλησης. Ενώ το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων, εφόσον αυτό είχε διασαφηνιστεί και χρονικά καθοριστεί σε μία ημερομηνία τριών μηνών μετά από την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος επίσης θα φέρει τόκο στο σύνολο του 8% ετησίως από τις 5/7/2004 μέχρι και τις 14/10/2008 ενώ από τις 15/10/2008 θα φέρει τόκο 5.5% ετησίως μέχρι εξόφλησης. ΤΑ ΕΞΟΔΑ
  9. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αγωγής τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εις βάρος της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα υπάρχει τόκος επί αυτού του ποσού 8% ετησίως από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, δηλαδή 22/4/2004 μέχρι και τις 14/10/2008 ενώ από τις 15/10/2008 θα φέρει τόκο 5.5% ετησίως μέχρι εξόφλησης. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι το γεγονός του επίδικου εργατικού ατυχήματος αμφισβητείται από την εναγόμενη χάριν συντομίας στο εξής αυτό θα αναφέρεται ως το επίδικο ατύχημα αντί ως το κατ΄ ισχυρισμό ή υπό αμφισβήτηση εργατικό ατύχημα. [2] Αν και ο ενάγων ισχυρίστηκε στη παράγραφο 3 της γραπτής δήλωσης του ότι άρχισε εργασία στις 2/7/2002 εντούτοις στην αντεξέταση του σαφώς ανέφερε κατ΄ επανάληψη την 3/7/2002 ως την ημερομηνία έναρξης της εργασίας του ανατρέποντας καθοριστικά με αυτό τον τρόπο τον ισχυρισμό του ως προς την ημερομηνία την οποία είχε αρχικά αναφέρει γραπτώς και υιοθετήσει σχετικά. Έστω και εάν ακολούθως σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης του αναφερόταν στη διάρκεια της εργασίας του ως 3 ½ ημέρες συνολικά. [3] Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσό των £35,00 αντιστοιχεί σε περίπου £750,00 τον μήνα εάν ληφθεί υπόψη ένας μέσος αριθμός 22 εργάσιμων ημερών ανά μήνα (αφαιρώντας δηλαδή τα Σαββατοκύριακα). [4] Διευκρινίζω απλά ότι οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα ασφαλώς βασίζονται στο σύνολο της μαρτυρίας την οποία παρουσίασε προς απόδειξη τους διατηρώντας υπόψη όχι μόνο την ιατρική μαρτυρία αλλά και τα όσα ο ίδιος ανέφερε σχετικά αναφορικά με τις επιπτώσεις των τραυμάτων τα οποία υπέστη από τη πτώση του. [5] "It is important to realize that there is a difference between an award for loss of earnings as distinct from compensation for loss of earning capacity. Compensation for loss of future earnings is awarded for real assessable loss proved by evidence. Compensation for diminution of earning capacity is awarded as part of general damages." [6] Επακριβώς η συγκεκριμένη περίοδος υπολογίζεται ως περίοδος περίπου 22 μηνών και 3 εβδομάδων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.