← Κύπρος

Θεόδουλου Μόντη ν. Ελπίδας Γεωργίου Χ¨Αλεξάνδρου (άλλως Παπαλοίζου), Αρ. Αγωγής 2983/2006, 2 Μαρτίου 2012

Θεόδουλου Μόντη ν. Ελπίδας Γεωργίου Χ¨Αλεξάνδρου (άλλως Παπαλοίζου), Αρ. Αγωγής 2983/2006, 2 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 2983/2006 Μεταξύ: Θεόδουλου Μόντη, από την Λευκωσία Ενάγοντα Και Ελπίδας Γεωργίου Χ¨Αλεξάνδρου (άλλως Παπαλοίζου), από την Λευκωσία Εναγόμενης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2 Μαρτίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Ενάγοντας o οποίος είναι Δικηγόρος εμφανίζεται προσωπικά (για κα ακούσει απόφαση εκ μέρους του εμφανίζεται η κα Χρ. Φιλίππου) Για την εναγόμενη: κ. Ν. Κορακίδης (για να ακούσει απόφαση κα Μ. Χριστοφόρου) Α Π Ο Φ Α Σ H Είναι παραδεκτό ότι ο ενάγοντας δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 5.5.1980 την οποία συνήψε με την μητέρα της εναγόμενης Αναστασία Ζαχαρία Σάββα, η οποία απεβίωσε το 2000, αγόρασε το ακίνητο με αρ. εγγραφής 12267, Φ/Σχ 26/49, τεμάχιο 245, τοποθεσία Γιαλλούρες της Περίπετρας, Νέο Χωριό, Πάφος, συμφέρον 14/420 για το ποσό των Λ.Κ.700.-. Ο ενάγοντας πλήρωσε ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.100.- με την υπογραφή της συμφωνίας, ενώ το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος θα καταβάλλετο με βάση τη συμφωνία μέσα σε 75 ημέρες από την σύναψη της. Οι λοιποί όροι της πιο πάνω συμφωνίας καταγράφονται αυτούσιοι: Μεταβίβασις

  1. Ο Πωλητής υποχρεούται όπως άμα τη αποπληρωμή του άνω τιμήματος πωλήσεως να μεταβιβάση τα άνωθι κτήματα επ΄ονόματι του Αγοραστού ή ουδήποτε προσωπου υποδειχθησαμένου υπ΄αυτού. Όροι
  2. Ο Αγοραστής άμα τη υπογραφή του παρόντος δικαιούται όπως λάβη κατοχήν και εκμεταλλεύεται τα ως άνω κτήματα άνευ της επεμβάσεως του Πωλητού.
  3. Η παρούσα συμφωνία δεσμεύει τους Συμβαλλόμενους, τους κληρονόμους, διαδόχους και εκδοχείς των.
  4. Οιοσδήποτε εκ των συμβαλλομένων ακυρώσει την συμφωνίαν ταύτην υποχρεούται εις την πληρωμήν νομίμου αποζημιώσεως εκατόν λιρών. Στην πιο πάνω συμφωνία η εναγόμενη υπόγραψε ως μάρτυρας. Η συμφωνία δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και το μερίδιο που πωλήθηκε στον ενάγοντα ουδέποτε μεταβιβάστηκε και ενεγράφη επ΄ονόματι του. Κατά ή περί το 1998 το αναφερόμενο μερίδιο, μεταβιβάστηκε δυνάμει δωρεάς από την Αναστασία Ζαχαρία Σάββα, στην εναγόμενη. Κατά ή περί την 20.8.2006 ολόκληρο το πιο πάνω πιο τεμάχιο πωλήθηκε με δημόσιο πλειστηριασμό και το αγόρασε ο ενάγοντας για το ποσό των Λ.Κ.470.500.- ο οποίος ήταν ήδη ένας εκ των συνιδιοκτητών με μερίδιο 1/6 στο σύνολο. Το πιο πάνω ποσό κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου και από αυτό το ποσό των Λ.Κ. 15,672.45 αναλογεί στο μερίδιο της εναγόμενης εφόσον μερίδιο του πιο πάνω ακινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της. Το ποσό αυτό ήδη εισπράχθηκε από την εναγόμενη. Όλα τα πιο πάνω, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, ενόψει της μη αμφισβήτησης τους από τα μέρη κατά την ακροαματική διαδικασία αλλά και των παραδοχών που έχουν γίνει στα δικόγραφα. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται με την έκθεση απαίτησης του, ότι το τίμημα πώλησης του ακινήτου πληρώθηκε στην Αναστασία Ζαχαρία Σάββα κατά ή περί την 17.10.1980 και την γραπτή απόδειξη για την πληρωμή του ποσού υπόγραψε ο σύζυγος της ο οποίος ενεργούσε ενίοτε γι΄αυτήν. Η μεταβίβαση του επίδικου κτήματος, όπως ισχυρίζεται, από την Αναστασία Ζαχαρία Σάββα στη εναγόμενη δια δωρεάς έγινε δόλια και με πρόθεση καταδολίευσης του και ότι η εναγόμενη γνώριζε κάτω από τις περιστάσεις ότι το επίδικο ακίνητο είχε πωληθεί σε αυτόν. Η εναγόμενη, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, με την αποδοχή της δωρεάς του επίδικου ακινήτου και με ενέργειες της προξένησε παράβαση της συναφθείσας συμφωνίας πώλησης και/ή παρότρυνε την μητέρα της να της το μεταβιβάσει και/ή την παρότρυνε να παραβεί τη συμφωνία πώλησης. Επίσης είναι ισχυρισμός του, ότι τόσο η Αναστασία Ζαχαρία Σάββα από της ημερομηνίας πώλησης του επίδικου ακινήτου, όσο και η εναγόμενη από της μεταβιβάσεως σ΄αυτήν δια δωρεάς του εν λόγω ακινήτου, κατέστησαν εμπιστευματοδόχοι ως προς το πωληθέν ακίνητο προς όφελος του και κατείχαν αυτό ως τέτοιοι προς όφελος του , συνεπώς όπως ισχυρίζεται, εδικαιούτο σε μεταβίβαση και εγγραφή επ' ονόματι του επίδικου ακινήτου. Η εναγόμενη, σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα, ουδέποτε αποκάλυψε στον ενάγοντα ότι η μητέρα της επεβίωσε ενώ σε οχλήσεις του για μεταβίβαση του επίδικου κτήματος αυτή προφασιζόταν διάφορους λόγους και ανέβαλλε την μεταβίβαση του σε μεταγενέστερο χρόνο χωρίς όμως ποτέ να αρνηθεί να του το μεταβιβάσει. Με την αγωγή του ο ενάγοντας, ζητά τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου η οποία έγινε από την Αναστασία Ζαχαρία Σάββα προς την εναγόμενη, ως γενόμενη δολίως και/ή με πρόθεση καταδολίευσης του ενάγοντα, στον οποίο είχε πωληθεί από την Αναστασία Ζαχαρία Σάββα δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 5.5.1980, το τίμημα του οποίου εξοφλήθηκε. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως το ποσό των Λ.Κ.15,672.45 το οποίο καταβλήθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου κατόπιν πώλησης του εν λόγω ακινήτου σε δημόσιο πλειστηριασμό, όπως μη καταβληθεί στην εναγόμενη αλλά στον ενάγοντα, ως αποκλειστικό δικαιούχο. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη από τη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου δυνάμει δωρεάς από την Αναστασία Ζαχαρία Σάββα και η τελευταία από την πώληση του επίδικου ακινήτου στον ενάγοντα κατέχουν το εν λόγω ακίνητο ως εμπιστευματοδόχοι προς όφελος του ενάγοντα. Δ. Αποζημιώσεις και δη παραδειγματικές λόγω δόλου, υπό τις περιστάσεις της εναγόμενης η οποία ήταν πάντοτε ενήμερη για την πώληση του εν λόγω ακινήτου στον ενάγοντα όπως επίσης και για παρότρυνση της Αναστασίας Ζαχαρία Σάββα να της μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο αντί στον ενάγοντα και/ή να παραβεί τη συμφωνία πώλησης μεταξύ της Αναστασίας Ζαχαρία Σάββα και του Ενάγοντα. Αναφορικά με την αξίωση του ενάγοντα υπό στοιχείο Β της έκθεσης απαίτησης, ακόμα και αν ήθελε φανεί στην συνέχεια ότι αυτός είναι ο αποκλειστικός δικαιούχος του ποσού των Λ.Κ.15,672.45.-, δεν μπορεί να επιτύχει, καθότι όπως είναι παραδεκτό το ποσό αυτό έχει ήδη καταβληθεί στην εναγόμενη και συνεπώς δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται το ποσό να μην καταβληθεί από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου στην εναγόμενη αλλά στον ενάγοντα. Υπό τις περιστάσεις η αξίωση του αυτή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Το πιο πάνω ποσό, σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί στη συνέχεια ότι η εναγόμενη, διάπραξε το αδίκημα της παράνομης πρόκλησης παράβασης της συμφωνίας ημερ. 5.5.1980 κατά παράβαση του άρθρου 34 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, θα εξεταστεί αν ο ενάγων το δικαιούται υπό μορφή αποζημιώσεων ως η αξίωση του υπό στοιχείο Δ. Η εναγόμενη με την έκθεση υπεράσπισης της ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ενώ με βάση τα συμφωνηθέντα θα έπρεπε να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό εντός 75 ημερών από την υπογραφή της συμφωνίας, μερικούς μήνες μετά την υπογραφή της, επειδή παρέλειψε να πληρώσει το υπόλοιπο του τιμήματος, η συμφωνία ακυρώθηκε και ο ενάγων έλαβε πίσω το ποσό της προκαταβολής που έδωσε καθώς και το ποσό των Λ.Κ.100.- ως νόμιμες αποζημιώσεις σύμφωνα με την πιο πάνω συμφωνία. Ισχυρίζεται επίσης ότι, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, ο ενάγων δεν είχε δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας και σε περίπτωση παράβασης της από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη, το ποσό των αποζημιώσεων περιοριζόταν στο ποσό των Λ.Κ.100.- Είναι επίσης ισχυρισμός της, ότι ο ενάγων κωλύεται να προωθεί την αγωγή λόγω της προηγούμενης διαγωγής και περαιτέρω της αδράνειας του για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, επίσης ότι η αγωγή δεν μπορεί να προωθηθεί στην απουσία ως διαδίκου της περιουσίας της αποβιώσας Αναστασίας Ζαχαρία Σάββα καθώς και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από την κατάρτιση της συμφωνίας και της αδικίας που δημιουργείται σε βάρος της, η οποία δεν μπορεί να έχει την μαρτυρία την οποία θα μπορούσε να είχε αν η αγωγή καταχωρείτο 20 χρόνια προηγουμένως. Αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί δόλου, περί πρόκλησης παράβασης της συμφωνίας, περί προτροπής της μητέρας της να παραβεί την εν λόγω συμφωνία καθώς και τους ισχυρισμούς του περί ύπαρξης καταπιστεύματος. Αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην παρ. 12 της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζεται ότι η έκθεση απαίτησης φανερώνει την προσπάθεια του ενάγοντα δημιουργίας υπόθεσης σε βάρος της και ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του ενάγοντα, ένορκη μαρτυρία έδωσε η σύζυγος του Πόλα Μόντη (Μ.Ε.1), ο ενάγοντας (Μ.Ε.2) και ο Ανδρέας Παναγιώτου (Μ.Ε.3). Για την υπόθεση της εναγόμενης, μαρτυρία έδωσε η εναγόμενη (Μ.Υ.1) και ο Παύλος Γ. Κήπουρα (Μ.Υ.2). Ως τεκμήρια στην υπόθεση κατατέθηκαν τα ακόλουθα: 1) Γραπτή δήλωση της Μ.Ε.1 η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της (Τεκμήριο 1). 2) Πιστοποιητικά έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Τεκμήρια 2 και 3). 3) Γραπτή δήλωση του Μ.Ε2 η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 4). 4) Πωλητήριο έγγραφο ημερ. 5.5.1980 (Τεκμήριο 5). 5) Φωτοαντίγραφο χειρόγραφης απόδειξης (Τεκμήριο 6). 6) Έκθεση του Μ.Ε.3 (Τεκμήριο 7). 7) Πωλητήριο έγγραφο ημερ. 26.4.1980 (Τεκμήριο 8). 8) Φωτογραφίες (Τεκμήρια 9Α, 9Β και 9Γ). 9) Φωτοτεχνικός πίνακας (Τεκμήριο 10). 10) Γραπτή δήλωση της εναγόμενης η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της (Τεκμήριο 11). 11) Έκθεση του Μ.Υ.2 ημερ. 13.2.2011 (Τεκμήριο 12). 12) Συμπληρωματική έκθεση του Μ.Υ.
  5. ημερ. 14.2.
  6. Για σκοπούς συνοχής και δομής της απόφασης μου, παραθέτω πολύ συνοπτικά την μαρτυρία. Η σύζυγος του ενάγοντα (Μ.Ε.1), πληροφορήθηκε από τον σύζυγο της τα σχετικά με την αγορά του ακινήτου και όπως ανέφερε, ήταν παρούσα στον δημόσιο πλειστηριασμό που έγινε στις 20.8.2006 κατά τον οποίο ο σύζυγος της αγόρασε ολόκληρο το ακίνητο. Κατά την διάρκεια του πλειστηριασμού ανάφερε πως πληροφορήθηκαν ότι ιδιοκτήτρια του μεριδίου, το οποίο η Αναστασία Ζαχαρία Σάββα πώλησε στον σύζυγο της, ήταν η εναγόμενη. Σύμφωνα με την Μ.Ε.1, κατόπιν έρευνας ανακάλυψαν με τον σύζυγο της ότι η μητέρα της εναγόμενης Αναστασία Ζαχαρία Σάββα, απεβίωσε το έτος
  7. Υποστηρίξε ότι, η μεταβίβαση του επίδικου κτήματος από την Αναστασία Ζαχαρία Σάββα στην εναγόμενη δια δωρεάς έγινε εν γνώσει της εναγόμενης κάτω από περιστάσεις, ότι το επίδικο ακίνητο είχε πωληθεί στον σύζυγο της και ότι με την αποδοχή της δωρεάς του επίδικου ακινήτου και με ενέργειες της η εναγόμενη προξένησε την παράβαση της συμφωνίας πώλησης του επίδικου ακινήτου. Η εναγόμενη, σύμφωνα με την Μ.Ε.1, παρότρυνε την μητέρα της να μεταβιβάσει σ΄ αυτήν το επίδικο ακίνητο και επίσης παρότρυνε την μητέρα της να παραβεί την συμφωνία πώλησης του επίδικου ακινήτου προς τον σύζυγο της. Υποστήριξε ότι τηλεφώνησε την εναγόμενη τουλάχιστον τέσσερεις φορές για να μεταβιβάσει το επίδικο κτήμα η μητέρα της και ότι η εναγόμενη ουδέποτε αρνήθηκε, ζητούσε όμως χρόνο προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες χωρίς επίσης να της αναφέρει ότι η μητέρα της πέθανε. Ο ενάγοντας (Μ.Ε.1), αναφέρθηκε επίσης στην συμφωνία πώλησης και στον πλειστηριασμό του ακινήτου. Το τίμημα της πώλησης, ισχυρίστηκε ότι εξοφλήθηκε και κατάθεσε αντίγραφο γραπτής απόδειξης για τη πληρωμή του ποσού την οποία, σύμφωνα με τον ενάγοντα, υπέγραψε ο σύζυγος της κατά την 17.10.1980, ο οποίος ενεργούσε ενίοτε γι΄αυτήν. Μετά τον πλειστηριασμό προέβηκε, αναφέρει , σε έρευνα στο Κτηματολόγιο Πάφου και βρήκε ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε από την Αναστασία Ζαχαρία Σάββα κατά ή περί την 21.8.1998 δια δωρεάς στην εναγόμενη. Επίσης κατόπιν έρευνας, υποστήριξε πως ανακάλυψε ότι η μητέρα της εναγόμενης απεβίωσε το έτος 2000 και δεν άφησε καμία περιουσία κατά τον θάνατο της ούτε και διαχείριση της περιουσίας της έγινε. Είναι ισχυρισμός του M.E.2 ότι με την αποδοχή της δωρεάς του επίδικου ακινήτου κάτω από τις περιστάσεις και με ενέργειες της η εναγόμενη προξένησε την παράβαση της συναφθείσας συμφωνίας πώλησης του επίδικου ακινήτου προς αυτόν. Η εναγόμενη, σύμφωνα με την Μ.Ε.2, παρότρυνε την μητέρα της να μεταβιβάσει σ΄ αυτήν το επίδικο ακίνητο και επίσης παρότρυνε την μητέρα της να παραβεί την συμφωνία πώληση του επίδικου ακινήτου. Είναι η θέση του ότι τόσο η Αναστασία Ζαχαρία Σάββα από της ημερομηνίας πώλησης του επίδικου ακινήτου σε αυτόν και η εναγόμενη από της μεταβιβάσεως σε αυτή δια δωρεάς του εν λόγω ακινήτου κατέστησαν εμπιστευματοδόχοι ως προς το πωληθέν ακίνητο προς όφελος του και κατείχαν το εν λόγω ακίνητο ως τέτοιοι προς όφελος του . Η εναγόμενη, σύμφωνα με τον ενάγοντα, ουδέποτε του αποκάλυψε ότι η μητέρα της απεβίωσε και πάντοτε σε οχλήσεις του για μεταβίβαση του επίδικου κτήματος, προφασιζόταν διάφορους ψευδείς λόγους και δικαιολογίες και ανάβαλε την μεταβίβαση σε μεταγενέστερο χρόνο, ποτέ όμως δεν αρνήθηκε να του το μεταβιβάσει. Υποστήριξε επίσης, ότι η σύζυγος του τηλεφώνησε μερικές φορές στη εναγόμενη και η εναγόμενη της ανάφερε ότι με την πρώτη ευκαιρία θα μεταβιβάσει το ακίνητο. Η εναγόμενη υποστήριξε ότι η συμφωνία ακυρώθηκε πράγμα πολύ καλά γνωστό στον ενάγοντα, καθότι ο ενάγοντας παρέλειψε να εξοφλήσει το τίμημα με βάση τους όρους της συμφωνίας, ενώ κατά την ακύρωση της συμφωνίας, απαίτησε την πληρωμή επιπλέον ποσού Λ.Κ.100.- επικαλούμενος την παρ. 6 της συμφωνίας ποσό το οποίο ο πατέρας της του το έδωσε και έσκισε θυμωμένα το έγγραφο που είχε στην κατοχή του. Η ίδια ήταν παρούσα στην πιο πάνω συνάντηση καθότι αυτή είχε μεταφέρει τους γονείς της στο γραφείο του ενάγοντα. Ενώ μετά από την πιο πάνω συνάντηση δεν ξανά συνάντησε τον ενάγοντα και ούτε μίλησε μαζί του τηλεφωνικώς αλλά ούτε και με την σύζυγο του. Τόνισε δε κατά την μαρτυρία της, ότι λόγω του ότι οι γονείς της δεν βρίσκονται εν ζωή για να δώσουν μαρτυρία αλλά και η καθυστέρηση στην έγερση αγωγής από τον ενάγοντα δημιούργησε τεράστια αδικία εις βάρος της. Τις πιο πάνω θέσεις επανέλαβε και κατά το στάδιο της αντεξέτασης της και αμφισβήτησε ότι η υπογραφή που είναι στο Τεκμήριο 6 ανήκει στον πατέρα της. Επειδή κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ενάγοντα από τον συνήγορο της εναγόμενης, έγιναν υποβολές σχετικές με την γνησιότητα του Τεκμηρίου 6, που είναι σύμφωνα με τον ενάγοντα η απόδειξη είσπραξης του υπόλοιπου ποσού του τιμήματος και το οποίο έκδωσε ο πατέρας της εναγόμενης, ο ενάγοντας κάλεσε ως μάρτυρα τον Μ.Υ.1 Ανδρέα Παναγιώτου πρώην μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, ο οποίος από το 2008 διατηρεί γραφολογικό εργαστήριο και ασχολείται μεταξύ άλλων και με γραφολογικές εξετάσεις, του οποίου η μαρτυρία έτεινε να καταδείξει την γνησιότητα της υπογραφής του πατέρα της εναγόμενης. Από την αντίπερα όχθη, η εναγόμενη κάλεσε ως Μ.Υ.2, δικηγόρο και δικαστικό γραφολόγο εξ Ελλάδος, για να αποδείξει ότι η υπογραφή που υπάρχει στο Τεκμήριο 6 δεν είναι γνήσια υπογραφή του X" Αλεξάνδρου. Ο ενάγοντας στην γραπτή του αγόρευση τόνισε με αναφορά και σε νομολογία επί του θέματος, ότι η μαρτυρία που δόθηκε προς ενίσχυση ισχυρισμού που δεν περιλαμβάνεται στην υπεράσπιση και σχετίζεται με την πλαστογραφία της απόδειξης είσπραξης θα πρέπει να αγνοηθεί, παρά το ότι επιτράπηκε από το Δικαστήριο να εισαχθεί κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, καθότι τέτοια θέση δεν προβάλλεται από την εναγόμενη με την έκθεση υπεράσπισης της. Ο συνήγορος της εναγόμενης σχολιάζει στην αγόρευση του την μαρτυρία του Μ.Ε.3 και του Μ.Υ.2, με την εισήγηση ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.2 σε αντίθεση με αυτή του Μ.Ε.3 θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, χωρίς όμως να απαντά στις πιο πάνω θέσεις του ενάγοντα. Η εναγόμενη με την έκθεση υπεράσπισης της αρνείται γενικά την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα (βλ. παρ. 1 της έκθεσης υπεράσπισης) και στη συνέχεια απαντά ειδικά σε κάποιους από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του ενάγοντα χωρίς να προβάλλει όμως οποιοδήποτε ισχυρισμό περί πλαστογραφίας της απόδειξης ημερομηνίας 17.10.80 (τεκμήριο 6). Παρά το γεγονός ότι επιτράπηκε κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας μαρτυρία σχετική με την γνησιότητα της υπογραφής επί του Τεκμηρίου 6, η εναγόμενη μετά την εισαγωγή της μαρτυρίας αυτής, δεν επιδίωξε την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης της ούτως ώστε η μαρτυρία να καλύπτεται από τα δικόγραφα (Κουφτερού ν. Παναγίδη

(1999)1Γ ΑΑΔ 2147) υπό τις περιστάσεις η μαρτυρία αυτή θα πρέπει με βάση τη νομολογία (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24, Latifundia v. Α. Ψακή κ.α
(2003)1 ΑΑΔ 670, Charalambous v. Metalco Ltd
(1982)1 AAΔ 636, Παπακοκκίνου ν. Θεοδοσίου
(1991)1 ΑΑΔ 379 και Λυσιώτης ν. Αχιλλέως
(1998)1 ΑΑΔ 1567 ), να αγνοηθεί και αγνοείται, εφόσον αυτή επιδίωκε την επίλυση θέματος που δεν είναι επίδικο. Σχετικά με τον ισχυρισμό του για δημιουργία εμπιστεύματος ο ενάγοντας παρέπεμψε στο σύγγραμμα Shell' s Principles of Equity, 26η έκδοση, σελ 204, καθώς και σε νομολογία επί του θέματος. Τα όσα αναφέρονται στην σελίδα 204 του πιο πάνω συγγράμματος εισηγήθηκε ότι εφαρμόζονται απόλυτα στην παρούσα περίπτωση. Η εναγόμενη αναφέρει όχι μόνο γνώριζε την πώληση, αλλά υπέγραψε και ως μάρτυρας στο πωλητήριο έγγραφο και περαιτέρω με αυτή επικοινωνούσε και της ζητούσε να μεταβιβάσει το κτήμα. Πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί, αναφέρει, το γεγονός ότι όλες οι συζητήσεις γίνονταν με την εναγόμενη, η οποία ήταν αυτή που έδινε υποσχέσεις για μεταβίβαση του ακινήτου ενώ ουδέποτε παρέπεμψε τον ενάγοντα στην μητέρα της ή οιονδήποτε άλλον τρίτον και ο ενάγων αγνοούσε τελείως τον θάνατο της μητέρας της εναγόμενης, όπως και του πατέρα της. Από την άλλη, όπως επίσης αναφέρει, η εναγόμενη δεν μπορεί να θεωρηθεί τρίτος καθότι δεν είναι αγοραστής και έγινε ιδιοκτήρια πείθοντας την μητέρα της να της το μεταβιβάσει ενώ εφόσον είναι δωρεοδόχος με δωρεά από την μητέρα της δεν χρειάζεται να γίνει επίδικο μέρος η μητέρα της ή η περιουσία της. Επίσης εισηγείται υπό τις περιστάσεις, ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία για να χαρακτηριστεί δόλια η μεταβίβαση. Στην παρούσα περίπτωση όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, χωρίς την συνεργασία της εναγόμενης δεν θα προκαλείτο παράβαση αφού η εναγόμενη σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν ισχυρίστηκε ότι η δωρεά έγινε εν αγνοία της ή ενάντια στη θέληση της. Είναι πρόδηλο, σύμφωνα με τον ενάγοντα, ότι η εναγόμενη με την αποδοχή της δωρεάς προκάλεσε παράβαση και εφόσον διάπραξε το αδίκημα του άρθρου 34 του Κεφ. 148 θα πρέπει να του καταβάλει αποζημιώσεις. Τέλος αναφέρθηκε και σχολίασε την μαρτυρία των Μ.Ε.3 και Μ.Υ.2, καθώς και τους ισχυρισμούς και την μαρτυρία της εναγόμενης αναφορικά με την πλαστογραφία του Τεκμηρίου 6 και την ακύρωση της συμφωνίας. O συνήγορος της εναγόμενης στην γραπτή του αγόρευση, με αναφορά στο άρθρο 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, στο οποίο και παρέπεμψε, ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση, ελλείπει η απαραίτητη προϋπόθεση της πρόκλησης της παράβασης για τη διάπραξη του αδικήματος, αφού δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι η εναγόμενη προκάλεσε την παράβαση της συμφωνίας. Η εναγόμενη δεν έκανε οποιαδήποτε συμφωνία αγοράς για τη απόκτηση του κτήματος από τη μητέρα της αλλά κατέστη ιδιοκτήτρια του κτήματος δυνάμει δωρεάς. Μαρτυρία για υποκίνηση ή ενθάρρυνση μιας τέτοιας δωρεάς δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκτός από κάποια μετέωρα επιχειρήματα, αναφέρει ο κ. Κορακίδης, χωρίς πραγματικό έρεισμα. Θα ήταν αυθαίρετο, αναφέρει, να δεχτούμε το επιχείρημα του ενάγοντα ότι επειδή η μητέρα της εναγόμενης ήταν ηλικιωμένη πρέπει να υποκινήθηκε από την εναγόμενη για τη διενέργεια της δωρεάς. Επίσης, σύμφωνα με τον κ. Κορακίδη, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η δωρεά δεν απαιτεί αντισυμβαλλόμενο, δηλαδή δεν απαιτεί αποδοχή ενώ και αν ακόμα μια τέτοια αποδοχή ήταν απαραίτητη δεν θα μπορούσε να αποτελεί πρόκληση εκτός εάν συνοδευόταν με ενθάρρυνση ή υποκίνηση που όχι μόνο έγινε αλλά και που ήταν και η αιτία της απόφασης για την παράβαση της συμφωνίας. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, όπως αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση ο κ. Κορακιδης, η ουσία της αγωγής επιλύεται. Και αν ακόμα ο ενάγων, εισηγείται ο κ. Κορακίδης, πετύχαινε στην αγωγή του, δεν θα δικαιούτο αποζημιώσεις πέραν των συμφωνημένων Λ.Κ.100.- δυνάμει της έγγραφης συμφωνίας και παρέπεμψε στην υπόθεση Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου ν. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού
(2002)1 Α ΑΑΔ 518. Είναι η θέση του κ. Κορακίδη, με αναφορά και στην μαρτυρία του ενάγοντα και επισημαίνοντας σημεία αυτής και των θέσεων του ενάγοντα και της Μ.Ε.1 ότι θα πρέπει η μαρτυρία τους να απορριφθεί ως αναξιόπιστη σε αντίθεση με την μαρτυρία της εναγόμενης η οποία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό για δημιουργία καταπιστεύματος, τα γεγονότα της υπόθεσης ανάφερε δεν μπορούν να στηρίξουν κάτι τέτοιο αφού ο περιορισμός του δικαιώματος του αθώου μέρους σε αποζημιώσεις Λ.Κ.100.- και η απουσία δικαιώματος για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας καταρρίπτει οποιοδήποτε ενδεχόμενο δημιουργίας καταπιστεύματος. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, παρέπεμψε στην υπόθεση St. Georges Car Hire Ltd κ.α ν. Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ.α
(2006)1 ΑΑΔ 47, στην οποία όπως ανάφερε καταδεικνύεται πότε μπορεί να δημιουργηθεί καταπίστευμα και την τεράστια διαφορά στα γεγονότα από την υπό εξέταση υπόθεση. Η υπερβολική καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής προσθέτει, δημιουργεί κώλυμα στην χορήγηση θεραπείας του δικαίου της επιείκειας (Χριστοφίδου ν. Παπαχρυστοστόμου Πολ. Εφεση Αρ. 217/2006 ημερ. 11.11.2009). Τέλος αναφέρθηκε στο ζήτημα της καθυστέρησης της έγερσης της αγωγής, υποστηρίζοντας ότι αυτό το γεγονός δημιούργησε αδικία στην εναγόμενη καθότι λόγω του θανάτου των γονέων της αδυνατούσε να παρουσιάσει υποστηρικτική μαρτυρία. Ουσιώδες γεγονός κατά την άποψη μου για την επίλυση των επίδικων θεμάτων, αποτελεί το κατά πόσο η συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 5.5.1980 βρισκόταν σε ισχύ ως είναι η θέση του ενάγοντα κατά τον χρόνο μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στην εναγόμενη ή ακυρώθηκε πριν το πιο πάνω γεγονός, ως είναι η θέση της εναγόμενης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις τους, την συμπεριφορά και αντίδραση τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Λόγω του αποκλεισμού της μαρτυρίας του Μ.Ε.3 και του Μ.Υ2, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, η αξιολόγηση που ακολουθεί αφορά τους υπόλοιπους μάρτυρες. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους και τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Έχοντας υπόψη μου τα γεγονότα της υπόθεσης, στο μέγεθος που αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί και με δεδομένο ότι η αξίωση του ενάγοντα στηρίζεται σε μια έγγραφη συμφωνία του 1980 και η αγωγή καταχωρήθηκε το έτος 2006, δηλαδή 26 ολόκληρα χρόνια μετά την σύναψη της, δεν μπορώ παρά να αντικρύσω την μαρτυρία που ο ενάγοντας προσκόμισε και τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του κατά το στάδιο της αξιολόγησης, από μια ιδιαίτερη σκοπιά αλλά και καχυποψία ως προς την γνησιότητα της απαίτησης του. Κρίνω λοιπόν, πως το ζήτημα της καθυστέρησης, στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί παρά να είναι απόλυτα συνηφασμένο με την γνησιότητα της απαίτησης του ενάγοντα. Mε ιδιαίτερη προσοχή έχω μελετήσει τη μαρτυρία στην ολότητα της και έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες με προσοχή δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο ενάγοντας (Μ.Ε.2) και η σύζυγος του (Μ.Ε.1), δεν έχουν καταθέσει την αλήθεια ενώπιον του δικαστηρίου σε αντίθεση με την εναγόμενη. Δεν παραγνωρίζω επίσης και την σχέση του ενάγοντα με την Μ.Ε.1 και το συμφέρον της Μ.Ε.1 για την έκβαση της υπόθεσης του συζύγου της. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι εξόφλησε το τίμημα της συμφωνίας από στις 17.10.1980 και προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού αυτού παρουσίασε το Τεκμήριο
  1. Η συμφωνία είναι παραδεκτό ότι έγινε στις 5.5.
  2. Δηλαδή μετά 5 μήνες από σύναψη της συμφωνίας, με την εξόφληση του τιμήματος, που όπως ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έγινε, ο ενάγοντας απέκτησε δικαίωμα να απαιτήσει την μεταβίβαση και εγγραφή του μεριδίου του ακινήτου που αγόρασε επ΄ονόματι του και η μητέρα της εναγόμενης την αντίστοιχη υποχρέωση, τούτο προβλέπεται και στην παρ. 3 της συμφωνίας, Τεκμήριο
  3. Ο ενάγοντας και η σύζυγος του εμφανίζονται και παρουσιάζουν τους εαυτούς τους να έχουν πλήρη άγνοια για το τι συνέβη με το ακίνητο που ο ενάγοντας αγόρασε από το έτος 1980 με την συμφωνία ημερ. 5.5.1980, συμφωνία η οποία κατά τους ισχυρισμούς τους ουδέποτε ακυρώθηκε και το υπόλοιπο του τιμήματος ξοφλήθηκε σε σύντομο χρόνο μετά την υπογραφή της και με έκπληξη να πληροφορούνται το έτος 2006 κατά την διενέργεια του πλειστηριασμού ότι το μερίδιο στο ακίνητο που αγόρασε από την μητέρα της εναγόμενης, μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη ενώ μετά από έρευνα στο Κτηματολόγιο να μαθαίνουν ότι αυτό μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη από το έτος 1998 δυνάμει δωρεάς. Ο ενάγοντας ήταν ήδη συνιδιοκτήτης ως προς το 1/6 μερίδιο στο επίδικο ακίνητο, συνεπώς δεν ήταν καθόλου δύσκολο να διαπιστώσει σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο τι απέγινε το μερίδιο που είχε αγοράσει. Τα γεγονότα είναι τέτοια, και το χρονικό διάστημα όχι απλά μεγάλο, αλλά υπερβολικό μεγάλο, που δεν μπορώ να πειστώ ότι ο ενάγοντας τελούσε σε πλήρη άγνοια μέχρι το 2006 όπου τότε αποκαλυφτήκαν όλα, σύμφωνα με τον ίδιο και την σύζυγο του, συνεπεία του πλειστηριασμού. Ο ενάγοντας, ως συνιδιοκτήτης, θα μπορούσε να διαπιστώσει απλά και μόνο από τον τίτλο ιδιοκτησίας του ποιοι ήταν ή ποιοι έγιναν συνιδιοκτήτες στο ακίνητο. Ήταν για αυτό κατά την άποψη μου που ανάφερε ότι δεν είχε λάβει ούτε ειδοποίηση για τον πλειστηριασμό, αφού μια τέτοια ειδοποίηση θα αναφερόταν σε όλους τους συνιδιοκτήτες του ακινήτου και έτσι θα μπορούσε πιο εύκολα να προβάλει την θέση περί άγνοιας της μεταβίβασης του ακινήτου στην εναγόμενη μέχρι την ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού. Ο ενάγοντας και η σύζυγος του (Μ.Ε.1), προβάλλουν μια εκδοχή κατά την ένορκη μαρτυρία τους επιτηδευμένη και στοχευμένη για να δείξουν εμπλοκή της εναγόμενης σε συγκεκριμένο χρόνο, τα έτη 1998 - 2006, σε σχέση με την συμφωνία, ειδικότερα ότι αυτό το χρονικό διάστημα ζητούσαν από την εναγόμενη μεταβίβαση του ακινήτου ώστε να πείσουν για την εκδοχή τους περί ενεργειών της για παράβαση της συμφωνία πώλησης και ότι αυτή απέκρυβε επιμελώς την μεταβίβαση στο όνομα της για να μην αποκαλυφθεί η δική της συμμετοχή για παράβαση της συμφωνίας. Για να πείσουν, ότι η εναγόμενη απέκρυψε επιμελώς το γεγονός της μεταβίβασης στο όνομα της και συνεπώς η συμπεριφορά της αυτή να θεωρηθεί ύποπτη και να αποδοθεί σε αυτή συμμετοχή και παρότρυνση για την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της από την μητέρα της, προβάλλουν την εκδοχή ότι επικοινώνησαν αμφότεροι με την εναγόμενη και ότι η εναγόμενη πάντοτε τους υποσχόταν ότι θα μεταβιβάσει το ακίνητο προβάλλοντας όμως διάφορες δικαιολογίες χωρίς ποτέ να τους αποκαλύψει ότι το ακίνητο μεταβιβάστηκε στο όνομα της ή τον θάνατο της μητέρας της. Ως προς το τελευταίο θα ανάμενε τουλάχιστον κανείς να είχαν διερωτηθεί λόγω της ηλικίας της μητέρας της εναγόμενης και να ρωτήσουν, αν πράγματι επικοινωνούσαν μαζί της, τι απέγινε στη ζωή η Αναστασία Ζαχαρία Σάββα. Ο ενάγοντας και η σύζυγος του δεν υποστήριξαν ότι ρώτησαν την εναγόμενη για την μητέρα της και η εναγόμενη τους είπε κάτι διαφορετικό, δηλαδή ψέματα ότι ζει. Η εναγόμενη, εφόσον η θέση του ενάγοντα και της Μ.E.1, είναι ότι η συμφωνία ουδέποτε ακυρώθηκε και δεν γνώριζαν για την μεταβίβαση στο όνομα της, καμία υποχρέωση δεν είχε προς τον ενάγοντα και είναι άξιο απορίας γιατί ο ενάγοντας αλλά και η σύζυγος του ζητούσαν και απαιτούσαν από την εναγόμενη να τους το μεταβιβάσει και δεν έψαξαν την μητέρα της ή έστω τον πατέρα της με τον οποίο ο ενάγοντας είχε και προηγούμενες επαφές όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Η Μ.Ε.1, προβάλλει κατά την μαρτυρία της, ότι οι τηλεφωνικές οχλήσεις για μεταβίβαση του ακινήτου άρχισαν να γίνονται από την ίδια προς την εναγόμενη το έτος 1998, δηλαδή 18 χρόνια μετά την σύναψη της συμφωνίας. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε επίσης στην κυρίως εξέταση του ότι και ο ίδιος ζητούσε από την εναγόμενη την μεταβίβαση του ακινήτου (βλέπε παρ. 14 του Τεκμηρίου 14) χωρίς να προσδιορίζει χρόνο αλλά και λόγο. Το ότι ο ενάγοντας και η σύζυγος του επικοινωνούσαν με την εναγόμενη και ζητούσαν την μεταβίβαση του ακινήτου, εκ των πραγμάτων, δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει πιστευτό για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, ενώ οι αναφορές τους σε ένα τέτοιο γεγονός είναι εμφανές για το που αποσκοπούσαν, επίσης για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρω. Η σύζυγος του ενάγοντα (Μ.Ε.1) στην αντεξέταση της, ερωτηθείσα σχετικά με το τέταρτο τηλεφώνημα προς την εναγόμενη το οποίο ισχυρίστηκε ότι έκανε και πότε αυτό έγινε, απάντησε «αμέσως μετά που αγοράστηκε το κτήμα στον πλειστηριασμό και ήθελα να το διευκρινίσω ότι ήθελα μεταβίβαση ..». Υποστηρίζει δηλαδή, ότι ενώ γνώριζε κατά τον χρόνο που έγινε το τέταρτο τηλεφώνημα, ότι το ακίνητο είχε μεταβιβαστεί στο όνομα της εναγόμενης, αφού για την μεταβίβαση το είχαν πληροφορηθεί από στον πλειστηριασμό, εξακολουθούσε να απαιτεί την μεταβίβαση του, χωρίς να αναφέρει στην εναγόμενη, ως θα ήταν λογικό, αγανακτισμένη πλέον, ότι ανακάλυψαν το πώς ενήργησε και ότι τους κορόιδευε για τόσα χρόνια. Ενώ ο ενάγοντας εμπλέκει τον πατέρα της εναγόμενης, ως το πρόσωπο το οποίο διαχειριζόταν τις υποθέσεις της συζύγου του, πωλήτριας του ακινήτου, και ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε για τον θάνατο του αλλά ούτε και για τον θάνατο της συζύγου Αναστασίας Ζαχαρία Σάββα, δεν εξηγεί για πιο λόγο πλέον στρέφεται προς την εναγόμενη, επικοινωνεί μαζί της και απαιτεί από αυτή να μεριμνήσει για την μεταβίβαση του ακινήτου. Υποστήριξε για να δικαιολογήσει τον χρόνο που διέρρευσε, ότι δεν ανησυχούσε για την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του και έδιδε πίστη στις προβαλλόμενες δικαιολογίες, που του δίνονταν, όπως ισχυρίστηκε, από τον Χ¨ Αλεξάνδρου, όπως ότι βωβόσε το μωρό τους, ότι ήταν πολλά τα κτήματα που είχαν και θα έπρεπε να τα δηλώσουν στον Φόρο κ.α. Προβάλλει επίσης ότι τότε σαν νέος δικηγόρος είχε ανοίξει γραφείο και δεν είχε καιρό να ασχοληθεί με το θέμα, επίσης ότι είχε αγοράσει άλλα κτήματα εκείνη την περίοδο με μεγαλύτερη προοπτική και έλεγε στον εαυτό του «θα μου το κοτσινιάσουν οι άνθρωποι» και ότι ποτέ δε πίστεψε ότι θα τον κοροϊδευόσουν. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι ο ενάγοντας ως δικηγόρος στο επάγγελμα, με όλες τις απανωτές δικαιολογίες που του δίνονταν, με το δεδομένο ότι ο χρόνος κυλούσε χωρίς να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για προοπτική μεταβίβασης, να μην απαιτούσε με πιο δυναμικό τρόπο και σε έγκαιρο χρόνο την μεταβίβαση του ακινήτου. Θα ανάμενε κανείς ένας δικηγόρος με όλα τα μέσα και γνώσεις που διαθέτει να έπραττε αναλόγως για να επισπεύσει και να απαιτήσει την μεταβίβαση του μεριδίου που είχε αγοράσει. Το λιγότερο που θα ανάμενε κανείς να είχε πράξει ο ενάγοντας ήταν να απέστελλε επιστολή ή επιστολές προς την πωλήτρια με την οποία ή τις οποίες να της υπενθυμίζει τις υποχρεώσεις της όπως αυτές προέκυπταν από την μεταξύ τους συμφωνία εάν φυσικά αυτός είχε εξοφλήσει το τίμημα. Περαιτέρω, κανένα γραπτό στοιχείο δεν έχει παρουσιάσει ο ενάγοντας που να ενισχύει τους ισχυρισμούς του, ότι πάντα ζητούσε και απαιτούσε την μεταβίβαση του ακινήτου. Στην αντεξέταση του ο ενάγοντας υποστήριξε ότι, η υπόσχεση που του δόθηκε μετά την εξόφληση του τιμήματος ήταν η μεταβίβαση να γίνει στο σύντομο μέλλον χωρίς όμως να κλείσουν ραντεβού. Το σύντομο μέλλον, ως ήταν η υπόσχεση που του δόθηκε, σύμφωνα με τους ισχυρισμού του, με την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος χωρίς να ανησυχεί, ως ήταν και πάλι ο ισχυρισμός του, δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική. Ο ενάγοντας σε καμία περίπτωση δεν μου έδωσε την εντύπωση ανθρώπου αφελή και ευκολόπιστου αλλά και ανθρώπου που δεν θα διεκδικούσε αυτό που του άνηκε. Οποία σοβαρή, αληθινή και πιστευτή δικαιολογία και αν είχε δοθεί αρχικά, η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από μόνη της, χωρίς καμία ανταπόκριση από το πρόσωπο που ήταν υπόχρεο για την μεταβίβαση ή τα πρόσωπα που θα πρέπει να μεριμνούσαν για αυτή, ο Χ¨Αλεξάνδρου όπως υποστηρίξε, φανερώνει αν μη τι άλλο κοροϊδία και ο ενάγοντας δεν μου φάνηκε σε καμία περίπτωση ως άτομο που δεν θα μπορούσε να το αντιληφθεί, να δεχτεί και να ανεχτεί την κοροϊδία τους. Ο ενάγοντας σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του ανάφερε ότι, τα πρώτα χρόνια, εννοώντας μετά την σύναψη της συμφωνίας, ήταν κρίσιμα διότι τα κτήματα ήταν σε χαμηλές τιμές και θα μπορούσαν να του είχαν δώσει πίσω τα χρήματα του και να πήγαινε να αγοράσει άλλο κτήμα. Αν ο ενάγοντας είχε μια τέτοια ανησυχία, γιατί τότε δεν αποτάθηκε να ζητήσει πίσω τα χρήματα του και παρουσιάζει τον εαυτό του να είναι ιδιαίτερα υπομονετικός και ανεκτικός ως προς την συμπεριφορά που επέδειξαν σε αυτόν όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του. Ο ενάγοντας ανάφερε ότι, το 1980 ο Χ¨Αλεξάνδρου ήταν περίπου 50 ετών και η γυναίκα του κάπου κοντά, όπως είπε φαινόταν πιο γερασμένη. Είναι εμφανές ότι ο ενάγοντας για περίοδο 26 ετών, μέχρι να κινήσει την αγωγή αυτή, θα έπρεπε να είχε προβλέψει, να σκεφτεί, να ρωτήσει και να μάθει και προφανώς να διερωτηθεί ποια ήταν η τύχη αυτών των ανθρώπων ενόψει της ηλικίας τους σε συνδυασμό με τα χρόνια που περνούσαν. Αν καθ΄ολο το χρονικό αυτό διάστημα, κατά διαστήματα όπως υποστήριξε έκανε προσπάθειες και επικοινωνούσε με τον Χ¨Αλεξάνδρου για την μεταβίβαση, θα ήταν απόλυτα λογικό και φυσιολογικό, να μεριμνήσει και να μάθει τι απέγιναν αυτοί οι άνθρωποι, ειδικότερα η σύζυγος Χ¨Αλεξάνδρου του η οποία ήταν υπόχρεα με βάση την μεταξύ τους συμφωνία να του μεταβιβάσει το ακίνητο. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί άγνοιας του θανάτου τους δεν γίνεται πιστευτός για τους λόγους που ήδη έχω εξηγήσει πιο πάνω. Είναι εμφανές ότι ο ενάγοντας, εκμεταλλεύτηκε την απουσία από την ζωή πλέον του Χ¨ Αλεξάνδρου και της συζύγου του, η ακόμα από την όλη συμπεριφορά του μπορώ να πω ότι ανέμενε την εξέλιξη αυτή, ώστε πλέον στη απουσία τους να προωθήσει την αγωγή αυτή εναντίον της θυγατέρας τους. Ακόμα μπορώ να συμπεράνω πως το ότι δεν ήταν πλέον εν ζωή οι πιο πάνω και το ακίνητο είχε μεταβιβαστεί στην θυγατέρα τους έπλασε την ιστορία αυτή για να στηρίξει μια αξίωση εναντίον της εναγόμενης. Η αδράνεια του ενάγοντα, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, την οποία ανεπιτυχώς προσπάθησε να εξηγήσει, στιγματίζει την απαίτηση του αλλά και τους ισχυρισμούς του. Οδηγώντας στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι η συμφωνία είχε ακυρωθεί ως ήταν και η θέση της εναγόμενης. Σε αντίθεση με τον ενάγοντα και την Μ.Ε.1, η εναγόμενη, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η απλότητα με την οποία κατέθετε και η ειλικρίνεια η οποία παρουσιάζετο ως έμφυτο στοιχείο του χαρακτήρα της δείχνουν άτομο που έλεγε την αλήθεια. Αποδέχομαι την θέση της εναγόμενης, ότι ο ενάγοντας και η Μ.Ε1 δεν επικοινώνησαν ποτέ μαζί της και ότι η παρούσα αγωγή ήταν το πρώτο διάβημα εναντίον της και η πρώτη πληροφόρηση που έλαβε για τις απαιτήσεις του ενάγοντα εναντίον της σε σχέση με το ακίνητο μετά από δηλαδή 26 χρόνια από την σύναψη της συμφωνίας. Δεν μπορώ να παραγνωρίζω την δεινή κατάσταση και θέση της εναγόμενης, όπως και η ίδια την εξήγησε, λόγω της παρέλευσης 26 χρόνων από την υπογραφή της συμφωνίας, ειδικότερα στο να έχει στοιχεία και την μαρτυρία των άμεσα εμπλεκόμενων προσώπων, των γονέων της, προς αντίκρουση των θέσεων του ενάγοντα. Η ίδια στο μέγεθος που μπορούσε να θυμηθεί, έχοντας πάντα κατά νου ότι μαρτυρούσε για γεγονότα που επισυνέβηκαν πριν από 26 χρόνια, με έχει πείσει με την όλη συμπεριφορά της, ότι τα πράγματα είχαν γίνει όπως η ίδια εξήγησε, ότι δηλαδή η συμφωνία ακυρώθηκε με τον τρόπο που εξήγησε και περιγράφει και στην παρ. . της έκθεσης υπεράσπισης της. Όπως και πιο πάνω αναφέρω, η όλη συμπεριφορά του ενάγοντα, η αδράνεια του και η μη προβολή οποιαδήποτε αξίωσης με βάση την συμφωνία του 1980 για 26 χρόνια, οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η συμφωνία είχε ακυρωθεί. Η ύπαρξη της απόδειξης (Τεκμήριο 6), από μόνη της, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η συμφωνία δεν ακυρώθηκε. Το πρόσωπο που σύμφωνα με τον ενάγοντα του έδωσε την απόδειξη δεν βρίσκεται εν ζωή για να εξηγήσει τι αυτή αφορά και η εναγόμενη αδυνατούσε υπό τις περιστάσεις να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία, ο Χ¨Αλεξάνδρου έχει αποβιώσει προ πολλού. Από την άλλη, το όνομα του ενάγοντα στην εν λόγω απόδειξη φαίνεται να έχει προστεθεί ενώ οι σημειώσεις στο κάτω μέρος έχουν προστεθεί από τον ίδιο ενάγοντα. Η απόδειξη δεν αναφέρεται και δεν παραπέμπει στην ημερομηνία της συγκεκριμένης συμφωνίας (συμφωνία ημερ. 5.5.1980), ενώ αυτή δεν δόθηκε αλλά ούτε και υπογράφηκε από την Αναστασία Ζαχαρίου Σάββα δηλαδή την πωλήτρια. Η εναγόμενη είναι εμφανές, ότι στερήθηκε της ευχέρειας να προσκομίσει υπό τις περιστάσεις μαρτυρία πέραν της δικής της και επίσης να είναι σε θέση να θυμάται με ακρίβεια κάποια από τα γεγονότα λόγω του χρόνου που διέρρευσε. Συνεπώς με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, αποτελεί εύρημα μου ότι η συμφωνία ημερομηνίας 5.5.1980 ακυρώθηκε και δεν βρισκόταν σε ισχύ κατά τον χρόνο που το μερίδιο της Αναστασίας Ζαχαρία Σάββα στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 12267, Φ/Σχ 26/49, τεμάχιο 245, τοποθεσία Γιαλλούρες της Περίπετρας, Νέο Χωριό, Πάφος, μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη το έτος
  4. Το άρθρο 34 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 προνοεί ότι «πρόσωπο το οποίο, για λόγους άλλους από την προώθηση απεργίας ή ανταπεργίας σε σχέση με εργατική διαφορά που δημιουργήθηκε στην εργασία ή τη βιομηχανία στην οποία απασχολούνται οι απεργοί ή ανταπεργοί, εν γνώσει του και χωρίς επαρκή δικαιολογία προκαλεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να παραβεί κατά νόμο δεσμευτική συμφωνία με τρίτο, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά τρίτου» Τα αναγκαία στοιχεία του αδικήματος, όπως προκύπτουν από τις πρόνοιες του πιο άνω άρθρου, είναι τα ακόλουθα: (α) Πρέπει να αποδειχτεί ότι ο εναγόμενος προκάλεσε παράβαση σύμβασης μεταξύ δύο άλλων μερών απαιτείται αυστηρή απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγωγής του και της παράβασης της σύμβασης. Η σύμβαση πρέπει να είναι δεσμευτική σύμφωνα με τον Νόμο. Στην υπόθεση Xenophondos v. Anastasiadou
(1974)4 J.S.C 578, κρίθηκε ότι δεν υπήρξε παρανομία γιατί η επίδικη διαγωγή εκδηλώθηκε μετά που η σύμβαση είχε ήδη τερματιστεί. (β) Ο ενάγων πρέπει να αποδείξει ότι υπέστη ζημιά από την προκληθείσα παράβαση της σύμβασης, (γ) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει ενεργήσει γνωρίζοντας την ύπαρξη της σύμβασης Ο τρόπος πρόκλησης σύμβασης μπορεί να έχει τρεις μορφές, άμεση πειθώ, άμεση επέμβαση, ή έμμεση επέμβαση. (α) Άμεση πειθώ. Η μορφή αυτή περιλαμβάνει τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος παροτρύνει και πείθει κάποιο να παραβεί τη σύμβαση του με τρίτο (βλ. Lymley v. Gye
(1853)2 E.& B.
  1. (β) Άμεση επέμβαση. Η μορφή αυτή συνίσταται στην άμεση επέμβαση στο πρόσωπο ή στην περιουσία προσώπου με τέτοιο τρόπο που τον εμποδίζει να εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις με τρίτο. (γ) Έμμεση επέμβαση. Η μορφή αυτή συνίσταται στην πρόκληση της παράβασης της σύμβασης μεταξύ δύο προσώπων με ενέργεια μέσω τρίτου προσώπου. Πέραν του πραγματικού γεγονότος ότι η εναγόμενη υπέγραψε ως μάρτυρας στην συμφωνία πώλησης και γνώριζε πράγματι για την ύπαρξη της, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία από μέρος του ενάγοντα που να στηρίζεται σε γεγονότα για απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η εναγόμενη με τις πράξεις της ή τα λόγια της ή με πιο τρόπο παρότρυνε την μητέρα της να της μεταβιβάσει το ακίνητο και να παραβεί την συμφωνία της με τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας, αλλά και η Μ.Κ.1, αρκέστηκαν σε αόριστες αναφορές κατά την μαρτυρία τους και πιθανολογήσεις για την συμπεριφορά της εναγόμενης έναντι της μητέρα της, που σύμφωνα με τους ιδίους, οδήγησαν στην μεταβίβαση του ακινήτου, χωρίς όμως να παραθέσουν γεγονότα που να αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς τους. Ενώ η μαρτυρία τους περί επικοινωνίας με την εναγόμενη και απόκρυψη από την εναγόμενη του γεγονότος αυτού, δηλαδή της μεταβίβασης, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω δεν έγινε πιστευτή. Ο ισχυρισμός τέθηκε με σκοπό να πείσουν ότι η εναγόμενη ήταν άτομο ύπουλο και ενήργησε με τέτοιο τρόπο έναντι του ενάγοντα. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η συμφωνία τερματίστηκε στην παρουσία της, όπως πιο πάνω αναφέρω λόγω της πολύ καλής εντύπωσης που μου έκανε ως μάρτυρας σε αντίθεση με τον εναγόμενο και την Μ.Ε.1, έγινε πιστευτός. Συνεπώς εφόσον είναι εύρημα μου ότι η συμφωνία τερματίστηκε και αυτό έγινε πριν από την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα στης εναγόμενης, στη ανυπαρξία δεσμευτικής σύμβασης, δεν μπορούν τα πιο πάνω να τύχουν εφαρμογής προβλεπόμενα στο άρθρο 34 του Κεφ.
  2. Υπό το φως των πιο πάνω, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής ούτε και οι πρόνοιες του Κεφ. 62 καθώς επίσης και τα περί δημιουργίας εξ απαγωγής καταπιστεύματος ή εμπιστεύματος με βάση το δίκαιο της επιεικείας προς όφελος του ενάγοντα (βλ. Rochefoucould v. Boustead
(1987)1 Ch. 196, Bannister Bannister
(1948)2 All E.R. 133 Hodgson v. Marks
(1971)2 All E.R. 684). Επιπρόσθετα τα προβλεπόμενα στο Κεφ. 62 Ακύρωση Δόλιων Μεταβιβάσεων, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση, εφόσον ο ενάγοντας δεν μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου να θεωρηθεί πιστωτής της μητέρας της εναγόμενης. Συνεπώς με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την αξίωση του εναντίον της εναγόμενης και ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθώντας το αποτέλεσμα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εναντίον του ενάγοντα τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν στο Δικαστήριο για έγκριση. Στα έξοδα που θα δικαιούται η εναγόμενη δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα της διαδικασίας που σχετίζονται με τους Μ.Ε.3 και τον Μ.Υ.2. (Υπ.) .......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.