← Κύπρος

Γεώργιου Χριστοδούλου Επιφανείου ν. BLOOM DAY DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1667/06, 16.3.2012

Γεώργιου Χριστοδούλου Επιφανείου ν. BLOOM DAY DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1667/06, 16.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A29 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1667/06 Μεταξύ: Γεώργιου Χριστοδούλου Επιφανείου από την Πάφο Ενάγοντος Και

  1. BLOOM DAY DEVELOPMENTS LTD από τη Λευκωσία
  2. Τίτου Πιτσιλλίδη από τη Λευκωσία
  3. Γεώργιου Σπυρίδωνος από τον Κάτω Πύργο
  4. Σκεύης Ματθαίου από τη Πάφο
  5. Γεώργιου Τζιακούρα από τη Πάφο Εναγομένων ---------------------- Ημερομηνία: 16.3.2012 Για Ενάγοντα: κ. Τιμοθέου (κα Θεοχάρους για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενους 1, 2, 4 και 5: κ. Ευθυμίου (κα Χριστοδουλίδου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο 3: κ. Κνέκνα ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή του ο Ενάγων απαιτεί την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να ακυρώνεται η επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 1 (πιο κάτω θα αναφέρεται σαν η εταιρεία) μεταβίβαση των ακινήτων του με αριθμούς εγγραφής 6605 και 5231 στο χωριό Θελέτρα και των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 8269 και 6704 στο χωριό Π. Στρουμπί σαν αποτέλεσμα και/ή προϊόν ψυχικής πίεσης (υπαρκτής και τεκμαρτής) και/ή ανεπίτρεπτης επιρροής και/ή ανοίκειας επιρροής και/ή αθέμιτου επηρεασμού και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή προσπορισμού αθέμιτου οφέλους εκ μέρους της Εναγόμενης 1 με την ενέργεια και/ή άλλως πως των Εναγομένων 2, 3, 4 και
  6. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο Ενάγων ο οποίος είναι ηλικίας 42 ετών πάσχει από σχιζοφρενική διαταραχή και παρακολουθείται από το Τμήμα Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημοσίας Υγείας από το
  7. Παρά το ότι λαμβάνει αντιψυχωτική θεραπεία, παρουσιάζει υποτροπές και η ενεργή ψυχοπαθολογία του είναι πάντοτε παρούσα στη κλινική του εικόνα και έχει νοσηλευτεί αρκετές φορές στη ψυχιατρική κλινική του Νοσοκομείου Λεμεσού. Πέραν της ψυχικής του διαταραχής ο Ενάγων κάνει χρήση αλκοόλ και εξ αιτίας της κατάχρησης επηρεάζεται αρνητικά η ψυχική του υγεία και είναι ανίκανος να εργαστεί. Η σύζυγος του Ενάγοντα στον ουσιαστικό χρόνο έπασχε από συναισθηματική ψύχωση και επίσης επαρακολουθείτο από το Τμήμα Ιατρικών Υπηρεσιών. Εξαιτίας της ψύχωσης λάμβανε σύνταξη ανικανότητας. Στον ουσιαστικό χρόνο για την αγωγή ο Ενάγων και η σύζυγος του δεν είχαν τα απαραίτητα για να αντεπεξέλθουν και βοηθούντο από την αδελφή του Ενάγοντα και για τους λόγους αυτούς ο Ενάγων και η σύζυγος του αποφάσισαν να πωλήσουν κάποιο από τα κτήματα του Ενάγοντα. Κατά ή περί τις αρχές του 2005 τους επισκέφτηκε ο Εναγόμενος 3 και τους πληροφόρησε ότι ο Εναγόμενος 2 ενδιαφέρεται να αγοράσει κτήματα. Στις 15.4.2005 ο Εναγόμενος 2 μαζί με τον Εναγόμενο 3 τους επισκέφτηκαν και τους πρόσφεραν το ποσό των Λ.Κ.75.000 διαβεβαιώνοντας τους ότι η αγοραία αξία των κτημάτων δεν ήταν πέραν των Λ.Κ.75.
  8. Ο Ενάγων ο οποίος δεν είναι σε θέση να συγκεντρωθεί και να διαβάσει εμπιστεύτηκε τόσο τον Εναγόμενο 2 όσο και τον Εναγόμενο 3 και υπέγραψε το έγγραφο ημερομηνίας 15.4.
  9. Στο έγγραφο που κατατέθηκε σαν Τεκμήριο 7 φαίνεται σαν τιμή πώλησης το ποσό των Λ.Κ.54.
  10. Ο Εναγόμενος 2 και/ή η εταιρεία έδωσαν στον Ενάγοντα σαν προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.14.000 και μετά από λίγες μέρες το ποσό των Λ.Κ.1.
  11. Ο Εναγόμενος 3 ζήτησε από τον Ενάγοντα ως δάνειο το ποσό των Λ.Κ. 4.000 το οποίο και του έδωσε στις 21.4.
  12. Στις 4.5.2005 ο Εναγόμενος 3 ζήτησε άλλες Λ.Κ.4.000 ως δάνειο τις οποίες ο Ενάγων του έδωσε. Για εξασφάλιση του ποσού αυτού ο Εναγόμενος 3 έδωσε στον Ενάγοντα επιταγή η οποία όταν παρουσιάστηκε στις 20.9.2005 επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε από το ΚΑΠ. Ο Eναγόμενος 2 ζήτησε από τον Ενάγοντα να υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο προς την Εναγόμενη 4 για να γίνει η μεταβίβαση την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Ο Εναγόμενος 5 κατά ή περί την 28.4.2006 πιστοποίησε την υπογραφή του Ενάγοντα κατά παράβαση των Περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμων και Κανονισμών. Στις 2.5.2006 η Εναγόμενη 4 εμφανίστηκε στο Κτηματολόγιο και μεταβίβασε στην εταιρεία τα επίδικα κτήματα του Ενάγοντα, δηλώνοντας ότι δεν συνήφθηκε αγοραπωλητήριο έγγραφο και ότι ο Ενάγων έλαβε όλα τα χρήματα πώλησης ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν έγινε η πληρωμή από την εταιρεία και/ή τον Εναγόμενο 2 προς τον Ενάγοντα. Σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης η πραγματική αξία των επίδικων κτημάτων κατά τον Ιούνιο 2006 ήταν Λ.Κ.136.016 και ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι δεν συναίνεσε ελεύθερα στην πώληση τους αλλά αυτή επιτεύχθηκε κατόπιν ψυχικής πίεσης και ανοίκειου επιρροής επί της θέλησης του και/ή λόγω απάτης, δόλου και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του Εναγόμενου 2 και του Εναγόμενου
  13. Στην έκθεση απαίτησης παρατίθονται λεπτομέρειες άσκησης ψυχικής πίεσης και/ή ανεπίτρεπτης και/ή ανοίκειας επιρροής εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2 και 3 όπως επίσης λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων, δόλου και απάτης. Στην έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 ισχυρίζονται ότι ενώ υπάρχουν ρητοί ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης ότι ο Ενάγων είναι ψυχικά ασθενής η αγωγή δεν καταχωρήθηκε μέσω του νόμιμου αντιπροσώπου και/ή επιτρόπου του αλλά προσωπικά κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 αρνούνται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και αναφέρουν ότι νομότυπα η εταιρεία προέβη στην αγορά και μεταβίβαση των ακινήτων και πλήρωσε το συμφωνηθέν τίμημα και τους φόρους του Ενάγοντα. Η αξία των αγορασθέντων κτημάτων εκτιμήθηκε από το Κτηματολόγιο Πάφου στο ποσό των Λ.Κ.84.000 και αρνούνται ότι η αξία τους ανέρχεται στο ποσό που ισχυρίζεται ο Ενάγων. Αρνούνται επίσης ότι επιδείχθηκε οποιαδήποτε δόλια συμπεριφορά και ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη 4 προέβη στη μεταβίβαση μετά από ρητή εντολή του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος 5 ισχυρίζεται ότι νόμιμα πιστοποίησε την υπογραφή του Ενάγοντα με τον οποίο είχε προσωπική επαφή και συνομιλία και δεν μπορούσε να συμπεράνει ότι ο Ενάγων ήταν άτομο με ψυχική ασθένεια. Στη δική του έκθεση υπεράσπισης ο Εναγόμενος 3 εγείρει την ίδια προδικαστική ένσταση όπως οι υπόλοιποι Εναγόμενοι και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε επισκέφτηκε τον Ενάγοντα και τη σύζυγο του και ουδέποτε ήρθε σε συμφωνία ή συνδιαλλαγή με τον Ενάγοντα. Πρώτη μάρτυρας για τον Ενάγοντα (Μ.Ε.1) ήταν η δικηγόρος Ευαγγελία Πουλλά η οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης, Τεκμήριο Α. Στην δήλωση της αναφέρει τόσο το ιστορικό της γνωριμίας της με τον Ενάγοντα όσο και την εμπλοκή της στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Επικοινώνησαν όπως αναφέρει μαζί της τόσο ο εργοθεραπευτής Δημήτρης Μπόκαρης όσο και η ψυχίατρος Μαρία Πίττα που παρακολουθούσε τον Ενάγοντα ζητώντας τη συμβουλή της. Στις 15.5.2006 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στην παρουσία και Λειτουργών του Γραφείου Ευημερίας μαζί με τον Ενάγοντα και τη σύζυγο του όπου αποφασίστηκε η λήψη δικαστικών μέτρων για την προστασία των συμφερόντων του Ενάγοντα. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι ο Ενάγων υπέγραψε διοριστήριο δικηγόρου και σε ερώτηση του κ. Ευθυμίου αν αντιλαμβανόταν τι υπέγραφε η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό έγινε στην παρουσία της ψυχιάτρου Μαρίας Πίττα και των Λειτουργών του Γραφείου Ευημερίας. Ανέφερε επίσης στην αντεξέταση της περιστατικά σε σχέση με τον Ενάγοντα και την συμπεριφορά του για να καταλήξει ότι είναι γνωστό ότι έχει ψυχολογικά προβλήματα και είναι εμφανές το πρόβλημα του. Η ψυχίατρος Μαρία Πίττα (Μ.Ε.2) ανέφερε ότι εργάζεται στο Νοσοκομείο Πάφου σαν υπεύθυνη του Τμήματος. Γνωρίζει τον Ενάγοντα, τον οποίο παρακολουθεί από τις 20.10.1998 που τον εξέτασε για πρώτη φορά. Ο Ενάγοντας παρακολουθείται από τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας από τις 21.6.
  14. Κατέθεσε σαν Τεκμήρια 21 και 22 ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία ετοίμασε τόσο για τον Ενάγοντα όσο και για την σύζυγο του η οποία στο μεταξύ απεβίωσε. Όπως ανέφερε η μάρτυρας κατά το 2006 η κατάσταση του Ενάγοντα ήταν μεταβαλλόμενη. Δεν είναι συνεργάσιμος στη λήψη θεραπείας και κάνει κατάχρηση αλκοόλ. Παρουσιάζει σχιζοφρένεια, διωκτικό παραλυρισμό και διακυμάνσεις στο συναίσθημα. Δεν αντιλαμβάνεται τις εξηγήσεις που του δίδονται και χρειάζεται συνεχή στήριξη και βοήθεια. Είναι υποβόλιμος, δηλαδή μπορεί κάποιος να του υποβάλει οτιδήποτε και μπορεί να προβεί σε πράξεις που δεν είναι προς όφελος του γιατί είναι πολύ εύπιστος. Μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της και για προστασία των συμφερόντων του τόσο η ίδια όσο και το Γραφείο Ευημερίας κάλεσαν την κα Πουλλά για την λήψη δικαστικών μέτρων όταν αντιλήφθηκαν ότι ο Ενάγων πώλησε την περιουσία του χωρίς να έχει αντίληψη της αξίας της. Στην αντεξέταση της η μάρτυρας ανέφερε ότι ο Ενάγων μεταξύ των ετών 1989 και 2006 νοσηλεύτηκε τουλάχιστον 20 φορές για την κατάσταση της σχιζοφρένειας του και εξήλθε από την κλινική στις 21.12.
  15. Σε ερώτηση του κ. Ευθυμίου αν στο χρόνο που δεν νοσηλεύεται αλλά λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή φαίνεται το πρόβλημα του, η μάρτυρας ανέφερε ότι εμφανισιακά δεν φαίνεται, δεν έχει κάποιο στοιχείο που να δείχνει. Ο λόγος του είναι αυτός που φανερώνει το πρόβλημα. Σε ερώτηση επίσης του κ. Ευθυμίου αν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα ο Ενάγων να είχε αντίληψη στο χρόνο υπογραφής της συμφωνίας και του πληρεξουσίου η μάρτυρας ανέφερε ότι αφού βασικό χαρακτηριστικό του είναι η υποβολιμότητα, ο Ενάγων δεν μπορεί να αντιληφθεί την ουσία. Όποιος του πει να κάνει κάτι θα το κάνει, δεν μπορεί να αντιληφθεί τα πραγματικά δεδομένα και δεν μπορεί να αντιληφθεί αν είναι σε βάρος ή προς όφελος του. Σε ερώτηση επίσης εάν υπάρχει κάποια περίοδος που ο Ενάγων παρουσιάζει ομαλή ψυχική υγεία η μάρτυρας απάντησε καμία. Η κατάσταση του όπως είπε είναι μέτρια είτε νοσηλεύεται είτε όχι και δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί την ουσία έστω και αν έπαιρνε τα φάρμακα του στον ουσιαστικό χρόνο. Ο Μ.Ε.3 Γεώργιος Γεωργιάδης ετοίμασε εκθέσεις εκτίμησης των επίδικων κτημάτων οι οποίες κατατέθηκαν σαν Τεκμήρια 20(Α)-20(Δ). Ο υπολογισμός της αξίας τους έγινε όπως είπε με την συγκριτική μέθοδο και έλαβε υπόψη του ότι βρίσκονται σε γεωργική ζώνη. Στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού θα επανέλθω στη συνέχεια. Η Σοφία Χαριλάου (Μ.Ε.4) ανέφερε ότι είναι Κτηματολογικός Γραφέας στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Σε ερώτηση της κ. Τιμοθέου αν είχε ρωτήσει τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Ενάγοντα αν ο Ενάγων πήρε όλα τα χρήματα από την πώληση η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν θυμόταν την συγκεκριμένη περίπτωση. Όμως πάντα και ανελλιπώς ρωτούν τον πωλητή αν πήρε τα χρήματα του. Χωρίς να πάρει τα χρήματα ο πωλητής δεν γίνεται αποδεκτή η πράξη πώλησης. Όπως ανέφερε στην αντεξέταση της για να ολοκληρωθεί η πράξη σημαίνει ότι σίγουρα η πληρεξούσια αντιπρόσωπος τους είπε ότι πήρε τα χρήματα ο πωλητής. Η αδελφή του Ενάγοντα Αντρούλλα Επιφανίου (Μ.Ε.5) ανέφερε στη δική της μαρτυρία ότι η ίδια έμαθε εκ των υστέρων ότι ο αδελφός της υπέγραψε και μεταβίβασε τα κτήματα. Δεν γνωρίζει πόσα χρήματα πήρε ή πόσα του οφείλουν. Ο αδελφός της, της ανέφερε ότι δεν πήρε όλα τα χρήματα. Η κ. Χρύσω Κάιζερ, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου (Μ.Ε.6), κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου από το φάκελο της διαχείρισης 150/08 πιστοποιητικό θανάτου που αφορά τη σύζυγο του Ενάγοντα. Ο Μ.Ε.7 Δημήτρης Μπόκαρης ανέφερε ότι είναι εργοθεραπευτής στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας στο Νοσοκομείο Πάφου. Γνωρίζει τον Ενάγοντα που είναι άτομο με σχιζοφρενική διαταραχή από το
  16. Παρουσιάζει ελλείψεις κριτικής ικανότητας και επικοινωνίας. Είναι πρόσωπο υποβόλιμο και ευκολόπιστο. Όταν ο Ενάγων και η σύζυγος του, του ανέφεραν για το θέμα των κτημάτων αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγε καλά και το είπε στην κα Πίττα. Έγινε μια σύσκεψη για την ακύρωση της πώλησης αφού η σύζυγος του Ενάγοντα του ανέφερε ότι προχώρησαν στην πώληση αλλά δεν πήραν όλα τα χρήματα και δεν είχε στην κατοχή της κανένα έγγραφο από την πώληση. Του ανέφερε επίσης ότι δάνεισαν και σε ένα μεσάζων το ποσό των Λ.Κ.8.
  17. Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Ενάγων είναι πολύ υποβόλιμος, εύπιστος και με μειωμένη κρίση. Δεν μπορεί να αντιληφθεί τους κινδύνους από τις πράξεις του και εκείνη την εποχή η κατάσταση της οικογένειας του Ενάγοντα ήταν τραγική. Στη δική του μαρτυρία ο Μ.Υ.1 Γεώργιος Τζιακούρας, Εναγόμενος 5 στην αγωγή, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης, Τεκμήριο Β στην οποία αναφέρει ότι είναι διορισμένος Κοινοτάρχης της ενορίας Σταυρού Αμμοχώστου και διαμένει στην Πάφο. Στις 28.4.2006 πιστοποίησε πληρεξούσιο με το οποίο ο Ενάγων εξουσιοδοτούσε την Εναγόμενη 4 «να κάνει κάποιες νομικές πράξεις που αφορούσαν κάποια ακίνητα». Η πιστοποίηση έγινε στην παρουσία του Ενάγοντα και σε καμία περίπτωση δεν του έδωσε την εντύπωση ότι έπασχε από οποιαδήποτε ψυχική πάθηση. Αρνείται ότι συνέπραξε με οποιοδήποτε παράνομο ή αντιδεοντολογικό τρόπο στη διάπραξη οποιασδήποτε παρανομίας και όπως περαιτέρω αναφέρει δεν είχε οποιαδήποτε συγγενική ή επαγγελματική σχέση με τους Εναγόμενους 1, 2 και
  18. Την Εναγόμενη 4 την γνωρίζει «αφού είναι στην αγορά της Πάφου για αρκετά χρόνια». Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ο Ενάγων πήγε στο γραφείο του και του ζήτησε να του πιστοποιήσει το πληρεξούσιο με τον πιο ευγενικό τρόπο. Με τις ερωτήσεις του διαπίστωσε την γνησιότητα αυτών που έλεγε. Ο μάρτυρας δεν θυμόταν αν ο ενάγων πήγε μαζί με την Εναγόμενη
  19. Σε σχέση με την αναφορά του στις παραγράφους 6 και 7 της δήλωσης του ότι κατά τον χρόνο της πιστοποίησης της υπογραφής του Ενάγοντα έκανε ότι σε κάθε παρόμοια περίπτωση, βεβαιώθηκε δηλαδή για την ταυτότητα του και ότι ο Ενάγων είχε πραγματική βούληση να το πράξει, στην αντεξέταση του ανέφερε ότι «δεν έχω να απαντήσω τίποτε σε σχέση με τις παραγράφους 6 και 7». Η Εναγόμενη 4 κατέθεσε σαν μάρτυρας υπεράσπισης 2, (Μ.Υ.2) και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης, Τεκμήριο Γ. Στη δήλωση της αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 2 είναι γνωστός της και έκαμε και στο παρελθόν διάφορες εργασίες για αυτόν και τις εταιρείες του που έχουν σχέση με το Κτηματολόγιο. Γνωρίζει επίσης τον Εναγόμενο 5 από την επαγγελματική του δραστηριότητα αφού ασχολείται με πιστοποιήσεις. Κατά τις 28.4.2006 της ζητήθηκε από τον Εναγόμενο 2 και τον Ενάγοντα όπως προβεί για λογαριασμό του Ενάγοντα σε μεταβίβαση κάποιων ακινήτων από τον Ενάγοντα στην εταιρεία του Εναγόμενου
  20. Τόσο ο Ενάγοντας όσο και ο Εναγόμενος 2 της εξήγησαν ότι τα χρήματα για την πώληση, περιλαμβανομένου και του ποσού του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών είχαν ήδη καταβληθεί από την εταιρεία και αυτό που παρέμεινε ήταν η μεταβίβαση των τίτλων ιδιοκτησίας. Ο Ενάγοντας ήταν πολύ ευγενικός και σε καμία περίπτωση δεν της έδωσε την εντύπωση ότι έπασχε από οιανδήποτε ψυχική ή άλλη πάθηση. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι είναι η ίδια που έγγραψε στα έντυπα μεταβίβασης ότι δεν υπήρχε πωλητήριο έγγραφο αφού γνώριζε ότι δεν υπήρχε. Σε ερώτηση της κ. Τιμοθέου πώς γνωρίζει ότι πληρώθηκε όλο το τίμημα αγοράς η μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν παρόντες στο γραφείο της ο Ενάγων και ο Εναγόμενος
  21. Αν δεν της το έλεγαν δεν θα δεχόταν το πληρεξούσιο. Ρώτησε τον Ενάγοντα και της είπε ότι δεν μεσολάβησε κτηματομεσίτης. Σε υποβολή επίσης της κ. Τιμοθέου ότι οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν όλο το ποσό στον Ενάγοντα η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν το δέχεται γιατί η ίδια ρώτησε τον Ενάγοντα και της είπε ότι πήρε τα χρήματα. Ο Εναγόμενος 2 Τίτος Πιτσιλλίδης, (Μ.Υ.3) ανέφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρείας και ασχολείται με αγοραπωλησίες κτημάτων. Γνώρισε τον Ενάγοντα μέσω του Γεώργιου Σπυρίδωνος ο οποίος του είπε ότι ενδιαφερόταν να πωλήσει τα κτήματα του. Επειδή τους ενδιέφεραν έκαναν συμφωνία και έκαναν επίσης ξεχωριστή συμφωνία για να αγοράσει το πέρασμα που ήταν αναγκαίο για τα κτήματα στη συνολική τιμή των Λ.Κ.74.
  22. Οι φόροι δεν ήταν επιπλέον. Επειδή ο Ενάγων δεν είχε χρήματα συμφώνησαν ότι θα πλήρωναν τους φόρους και θα τους αφαιρούσαν από το ποσό όπως και έγινε. Σε ερώτηση του κ. Ευθυμίου πως υπογράφτηκε το πληρεξούσιο ο μάρτυρας ανέφερε ότι επειδή οι Λ.Κ.20.000 που δεν αναφέρονται στο συμβόλαιο πιθανόν να θεωρούνται σαν «μαύρα» λεφτά ήρθαν σε συνεννόηση με τον Ενάγοντα και συμφώνησαν ότι θα έπρεπε να δηλωθούν και οι Λ.Κ.20.
  23. Για να μην χρειαστεί να γίνει νέο συμβόλαιο συμφώνησαν να δηλωθεί στο Κτηματολόγιο ότι δεν υπήρχε συμβόλαιο. Επειδή δεν προλάβαιναν να ολοκληρώσουν την πράξη εκείνη την ημέρα σκέφτηκαν να κάνουν πληρεξούσιο για να μην χρειαστεί να φέρουν ξανά τον Ενάγοντα, έτσι πήγαν στην Εναγόμενη 4 η οποία αφού τον ρώτησε του εξήγησε τι θα γινόταν και υπέγραψε το πληρεξούσιο. Με τον Ενάγοντα βρέθηκαν όπως είπε 3-4 φορές. Έπιναν καφέ και μιλούσαν για το θέμα. Ο ενάγων του έλεγε ότι δεν ήθελε να γνωρίζουν οι συγγενείς του για αυτή την πράξη γιατί φοβόταν ότι θα του πάρουν τα χρήματα. Δεν αντιλήφθηκε ότι ο Ενάγων δεν ήταν καλά. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι δεν ήθελε ο Ενάγων να ξέρουν οι συγγενείς του το ποσό που θα έπαιρνε. Σε ερώτηση του κ. Ευθυμίου σε σχέση με τους όρους του Τεκμηρίου 7 και στην αναφορά ότι θα ήταν η μισή τιμή πώλησης αν δεν εξασφάλιζε δίοδο ο Ενάγων ο μάρτυρας ανέφερε ότι τελικά δεν εξασφαλίστηκε διάβαση και την εξασφάλισε ο ίδιος από συγγενικά πρόσωπα τα Ενάγοντα. Σε υποβολή της κ. Τιμοθέου κατά την αντεξέταση του μάρτυρα ότι η κ. Πουλλά ενημέρωσε τον δικηγόρο του ότι ο Ενάγων ήταν ψυχικά ασθενής πριν την μεταβίβαση ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν του είπε ότι ήταν ψυχικά ασθενής. Θυμάται μόνο ότι του πρότειναν συμβιβαστική λύση. Σε ερώτηση της κ. Τιμοθέου τι ποσό πλήρωσε στον Ενάγοντα ο μάρτυρας ανέφερε ότι τον πλήρωσε Λ.Κ.74.000 και «του έκανε δώρο το ποσό που πλήρωσε στο Λεωνίδου». Σε υποβολή επίσης της κ. Τιμοθέου ότι ο Ενάγων ήταν υποβόλιμος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν πιστεύει ότι ήταν ευκολόπιστος. Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Εναγόμενος 3 Γεώργιος Σπυρίδωνος ο οποίος ανέφερε ότι γνωρίζει τον Ενάγοντα από την εποχή που υπηρετούσε σαν στρατιώτης στον Κάτω Πύργο. Ήταν γνωστό ότι ο Ενάγων ενδιαφερόταν να πωλήσει τα κτήματα και έτσι πήγε στο σπίτι του μαζί με κάποιο Χρίστο Χ"Παναγή για να μιλήσουν. Έστειλε τους τίτλους ιδιοκτησίας στον Εναγόμενο 2 και κατόπιν πολλών πιέσεων ο Εναγόμενος 2 ήρθε στην Πάφο για να δει τα κτήματα. Ο ίδιος δεχόταν πιέσεις από τον Ενάγοντα και πίεζε τον Εναγόμενο
  24. Ήταν ο Ενάγων που πίεζε να «κλείσει» η συμφωνία. Όταν ο Εναγόμενος 2 ήρθε στην Πάφο επισκέφθηκαν μαζί τον Ενάγοντα και την σύζυγο του και συζήτησαν τα προβλήματα πρόσβασης που υπήρχαν. Αφού κατέληξαν τους επισκέφτηκαν ξανά για να ετοιμάσουν τις συμφωνίες. Ο Ενάγων σε καμία περίπτωση δεν του έδωσε την εντύπωση ότι πάσχει από σχιζοφρενική διαταραχή. Μιλούσαν, αστειεύονταν μεταξύ τους και τον πήρε μάλιστα να αγοράσει φυσίγγια για το κυνήγι. Η συμπεριφορά του Ενάγοντα ήταν «κανονικότατη», τόσο ο Ενάγων όσο και η σύζυγος του ήταν «κανονικά άτομα στην κοινωνία». Δεν ξεγελάστηκαν από τους Εναγόμενους, αντίθετα όπως είπε ανησύχησαν μήπως ακυρωθεί η πράξη από την μη εξασφάλιση διάβασης. Ανέφερε επίσης στην κύρια εξέταση του ότι στον Ενάγοντα επέστρεψε σε μετρητά το ποσό που του έδωσε, ισχυρισμός που δεν υπάρχει στα δικόγραφα αλλά ούτε και υποβλήθηκε στην πλευρά του Ενάγοντα. Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι πήρε το ποσό των Λ.Κ.4.000 από τον Ενάγοντα για να εξασφαλίσουν διάβαση στα κτήματα και Λ.Κ.4.000 σαν δάνειο. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της μαρτυρίας θα εξετάσω τις προδικαστικές ενστάσεις που ο Εναγόμενος 3 προβάλλει στην έκθεση υπεράσπισης του, όπως και τις προδικαστικές ενστάσεις των εναγομένων 1 , 2, 4 και 5 που προβάλλουν στη δική τους έκθεση υπεράσπισης και είναι οι εξής: Α) Η οπισθογράφηση της απαίτησης είναι λανθασμένη αφού ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι πάσχει από σχιζοφρενική διαταραχή και παρακολουθείται από το Τμήμα Ιατρικών Υπηρεσιών, εντούτοις δεν φαίνεται να υπάρχει διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ορίζεται ότι πάσχει από σχιζοφρενική διαταραχή σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν.23

(1)/
  1. Β) Και αν ακόμα αποδειχτεί ότι ο Ενάγων πάσχει από σχιζοφρενική διαταραχή δεν νομιμοποιείται από μόνος του να ενάγει, παρά μόνο είτε υπό την παρουσία κηδεμόνα είτε διά μέσου του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας. Γ) Η έκθεση απαίτησης περιέχει σε πολλά σημεία μαρτυρία και όχι τα ουσιώδη γεγονότα σύμφωνα με τους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας. Δ) Υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή του αιτητικού της έκθεσης απαίτησης από την αρχική απαίτηση χωρίς να έχει προηγηθεί η αναγκαία τροποποίηση με άδεια του Δικαστηρίου. Ε) Ενώ υπάρχουν ρητοί ισχυρισμοί εις την έκθεση απαίτησης ότι ο Ενάγοντας είναι ψυχικά ασθενής η αγωγή δεν κινήθηκε μέσω του νόμιμου αντιπροσώπου και/ή επιτρόπου του αλλά προσωπικά κατά παράβαση των ρητών προβλέψεων των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. ΣΤ) Δεν υπάρχει έγκυρο κλητήριο ένταλμα και/ή λανθασμένα το πρωτοκολλητείο αποδέχθηκε την καταχώρηση της αγωγής αφού δεν συνοδεύεται από τον αναγκαίο διορισμό δικηγόρου. Σε σχέση με την τελευταία προδικαστική ένσταση είναι φανερό από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι δεν ευσταθεί αφού το κλητήριο ένταλμα συνοδεύει έντυπο τύπου διορισμού δικηγόρου από τον Ενάγοντα. Εάν η έκθεση απαίτησης περιέχει μαρτυρία η διαδικασία διαγραφής της σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι η αίτηση για διαγραφή η οποία φαίνεται ότι δεν προωθήθηκε από τους Εναγόμενους και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τεθεί ως προδικαστική ένσταση. Στην έκθεση απαίτησης μπορεί να εξειδικευθούν και να προστεθούν απαιτήσεις που δεν περιλαμβάνονται στο κλητήριο ένταλμα εφ΄ όσον βέβαια δεν εισάγουν νέα βάση αγωγής. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε αξίωση της έκθεσης απαίτησης που αφορά πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι. Η ουσιαστική προδικαστική ένσταση που προβάλλουν οι Eναγόμενοι αφορά το κατά πόσο ο Ενάγων ως άτομο που πάσχει από σχιζοφρενική διαταραχή μπορεί να καταχωρήσει προσωπικά την παρούσα αγωγή ή είναι αναγκαίος ο διορισμός διαχειριστή. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 21) ο Ενάγων είναι ανίκανος να εργαστεί και σύμφωνα επίσης με την μαρτυρία της Μ.Ε.2 είναι υποβόλιμος και μπορεί να προβεί σε πράξεις που δεν είναι προς όφελος του γιατί είναι πολύ εύπιστος. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι είναι ανίκανος για δικαιοπραξία και ζήτησαν σαν υπηρεσία να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του Ενάγοντα και κατά συνέπεια αφού δεν υπάρχει διαχειριστής δεν τίθεται θέμα καταχώρησης της αγωγής εκ μέρους του. Το ερώτημα που παραμένει είναι κατά πόσο ο Ενάγων μπορεί να εξουσιοδοτήσει τους δικηγόρους του να καταχωρήσουν εκ μέρους του προσωπικά την παρούσα αγωγή. Η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι μέσα στα πλαίσια της προστασίας του Ενάγοντα, η διεπαγγελματική ομάδα που ασχολείται μαζί του και αποτελείται τόσο από την ίδια όσο και από τον Μ.Ε.7 και άλλους λειτουργούς όταν αντιλήφθηκε από τα λεγόμενα του Ενάγοντα ότι πώλησε τα κτήματα του και θεώρησαν ότι τον ξεγέλασαν επικοινώνησαν με την κ. Πουλλά τόσο η ίδια όσο και ο Μ.Ε.4 και την κάλεσαν σε κοινή συνάντηση στην παρουσία του Ενάγοντα και της συζύγου του για να ληφθούν δικαστικά μέτρα για ακύρωση των μεταβιβάσεων. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι η υπογραφή του τύπου διορισμού δικηγόρου από τον Ενάγοντα έγινε μέσα στα πλαίσια των υποχρεώσεων της διεπαγγελματικής ομάδας στήριξης του Ενάγοντα στην παρουσία της συζύγου του και για σκοπούς προστασίας των συμφερόντων του. Η απόφαση πάρθηκε και η εξουσιοδότηση δόθηκε ουσιαστικά από την ομάδα στήριξης όπως είχε δικαίωμα να πράξει και η υπογραφή του εντύπου από τον ενάγοντα έγινε μέσα στο πλαίσιο αυτό. Ως εκ τούτου κρίνω ότι και αυτή η προδικαστική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί. Από την ιατρική μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του Ενάγοντα και παραμένει αναντίλεκτη αλλά ταυτόχρονα απόλυτα τεκμηριωμένη και σαφής αφού τόσο η Μ.Ε.2 όσο και ο Μ.Ε.7 ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου όσα περιήλθαν σε γνώση τους μέσα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων παρακολουθείται από τις ψυχιατρικές υπηρεσίες από το 1989 και πάσχει από σχιζοφρενική διαταραχή. Παρουσιάζει συχνές υποτροπές και η ενεργός ψυχοπαθολογία είναι πάντοτε παρούσα στην κλινική του εικόνα. Σαν αποτέλεσμα της διαταραχής αυτής δεν αντιλαμβάνεται τις εξηγήσεις που του δίδονται και είναι υποβόλιμος. Δεν μπορεί να αντιληφθεί την ουσία των γεγονότων και τα πραγματικά δεδομένα. Δέχομαι περαιτέρω τη μαρτυρία της ψυχιάτρου Μαρίας Πίττα (Μ.Ε.2) η οποία όπως ανέφερα παραμένει αναντίλεκτη ότι ο Ενάγων εμφανισιακά δεν παρουσιάζει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει. Εκείνο που το φανερώνει είναι ο λόγος του. Αυτή τη θέση της κ. Πίττα υποστηρίζει και η μαρτυρία του εργοθεραπευτή (Μ.Ε.7) Δημήτρη Μπόκαρη ο οποίος αναφέρει ότι ο Ενάγων παρουσιάζει έλλειψη κριτικής ικανότητας και επικοινωνίας αλλά συνάδει και με την μαρτυρία της κ. Πουλλά (Μ.Ε.1) η οποία σε διάφορες συναντήσεις με τον Ενάγοντα αντιλήφθηκε το πρόβλημα του και την αδυναμία του να κάμει οποιαδήποτε συζήτηση. Αντίθετα με την πιο πάνω μαρτυρία η θέση των Εναγομένων είναι ότι ο Ενάγων δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε πρόβλημα. Όλοι οι εναγόμενοι συζήτησαν μαζί του και δεν αντιλήφθηκαν οτιδήποτε. Ήταν ευγενικός όπως είπαν και εξήγησε σε κάθε περίπτωση που ο καθένας συζήτησε μαζί του τι ακριβώς ήθελε. Στην Εναγόμενη 4 εξήγησε ότι πήρε όλα τα χρήματα από την πώληση και της είπε ότι δεν μεσολάβησε κτηματομεσίτης. Από τον Εναγόμενο 5 ζήτησε με τον πιο ευγενικό τρόπο να πιστοποιήσει το πληρεξούσιο που υπέγραψε και ο Εναγόμενος 5 με τις ερωτήσεις του διαπίστωσε την γνησιότητα των όσων έλεγε ο Ενάγων. Με τον Εναγόμενο 2 έπινε καφέ και συζητούσαν για το θέμα τους. Του έλεγε μάλιστα ότι δεν επιθυμούσε να γνωρίζουν οι συγγενείς του για αυτή την πράξη γιατί φοβόταν ότι θα του έπαιρναν τα χρήματα. Για ποιο λόγο βέβαια οι συγγενείς να μπορούν να πάρουν τα χρήματα ενός φυσιολογικού ανθρώπου δεν προβλημάτισε τον Εναγόμενο
  2. Ο Εναγόμενος 2 αμφισβητώντας κάθε ιατρική μαρτυρία ανέφερε ότι δεν πιστεύει ότι ο Ενάγων ήταν ευκολόπιστος και «δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι ο Ενάγων δεν ήταν καλά». Ο Εναγόμενος 3 «που σε καμιά περίπτωση» ο Ενάγων του έδωσε την εντύπωση ότι πάσχει από σχιζοφρενική διαταραχή τον πήρε να αγοράσει φυσίγγια για το κυνήγι. Οι Εναγόμενοι για τους λόγους που θα αναφέρω πιο κάτω κρίνω ότι είπαν ψέματα στο Δικαστήριο για τις πράξεις και τις ενέργειες τους και σαν τελική κατάληξη δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Ο Εναγόμενος 5 πιστοποίησε την υπογραφή του Ενάγοντα χωρίς να γνωρίζει τον Ενάγοντα αλλά ιδιαίτερα χωρίς να βεβαιώσει ότι ο Ενάγων είχε πραγματική βούληση να υπογράψει το πληρεξούσιο και είχε αντίληψη της σημασίας του. Αυτό με ευκολία θα το διαπίστωνε αν πραγματικά συζητούσε μαζί του. Στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει την παραβίαση του καθήκοντος του δήλωσε ότι ο Ενάγων με τον πιο ευγενικό τρόπο του ζήτησε να πιστοποιήσει το πληρεξούσιο και με τις ερωτήσεις του διαπίστωσε τη γνησιότητα αυτών που ο Ενάγων έλεγε. Η ιατρική μαρτυρία διαψεύδει τον Εναγόμενο 5 όπως και την Εναγόμενη 4 που επίσης στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει τη δική της αμέλεια και τα ψέματα που είπε ενώπιον του Κτηματολογικού Λειτουργού ισχυρίζεται ότι είναι ο Ενάγων που της είπε ότι πληρώθηκε το ποσό. Η Εναγόμενη 4 πέραν από την διάψευση των ισχυρισμών της από την ιατρική μαρτυρία διαψεύδεται και από την πλευρά του Ενάγοντα αφού όπως είναι η μαρτυρία της Μ.Ε.1, την οποία αποδέχομαι, όπως και της Μ.Ε.5, είναι ο Ενάγοντας που τους είπε ότι δεν πήρε όλο το ποσό του τιμήματος πώλησης. Αυτός ο ισχυρισμός όμως προκύπτει και από τα όσα η σύζυγος του Ενάγοντα ανέφερε στον Μ.Ε.
  3. Ο Εναγόμενος 3 ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε σε μετρητά στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.8.000 που πήρε από αυτόν. Ισχυρισμός βέβαια που παραμένει μετέωρος αφού όχι μόνο δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες του Ενάγοντα αλλά ούτε και περιέχεται στην έκθεση υπεράσπισης του. Ο Εναγόμενος 2 αμφισβητώντας κάθε ιατρική μαρτυρία ισχυρίστηκε ότι δεν πιστεύει ότι ο Ενάγων ήταν ευκολόπιστος. Δεν μπορεί όμως να μην προβλημάτισε τον Εναγόμενο 2 αν ήταν ειλικρινής το γεγονός ότι ο Ενάγων δέκτηκε αδιαμαρτύρητα όλους τους πρόσθετους όρους της συμφωνίας πώλησης οι οποίοι μειώνουν στο μισό το τίμημα πώλησης ενώ δεν μπορούσε όπως ο Εναγόμενος 2 ανέφερε, να εξασφαλίσει τελικά δικαίωμα πρόσβασης, κάτι που ο Εναγόμενος 2 εξασφάλισε εύκολα από συγγενικό πρόσωπο του Ενάγοντα. Εξετάζοντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 δημιουργούνται περαιτέρω ερωτηματικά για τις ενέργειες και την ειλικρίνεια του Εναγόμενου
  4. Γιατί στην απουσία του Ενάγοντα δήλωσε στο Τεκμήριο 14 σαν τιμή αγοράς το ποσό των Λ.Κ.74.000 ενώ στο πωλητήριο έγγραφο αναφέρεται τιμή πώλησης το ποσό των Λ.Κ.54.000 και ταυτόχρονα η Εναγόμενη 4 δήλωσε στη Λειτουργό του Κτηματολογίου ότι το τίμημα πώλησης καταβλήθηκε στον πωλητή και δεν υπάρχει αγοραπωλητήριο έγγραφο. Ποιο ήταν το τίμημα πώληση όμως; Η μαρτυρία του Ενάγοντα καταδεικνύει ότι σ΄ αυτόν καταβλήθηκε μόνο το ποσό των Λ.Κ.64.
  5. Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 ότι το πληρεξούσιο έγινε για να μην χρειαστεί να γίνει νέο συμβόλαιο δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Αφού η συμφωνία όπως ισχυρίστηκε, ήταν να δηλωθεί ολόκληρο το ποσό αγοράς στο Κτηματολόγιο ώστε να μην θεωρηθεί το ποσό των Λ.Κ.20.000 σαν «μαύρα» χρήματα τι πιο απλό και λογικό να παρουσιαστεί ο ίδιος ο Ενάγων στο Κτηματολόγιο να πάρει τα χρήματα και να δηλώσει σαν τιμή πώλησης το ποσό των Λ.Κ.74.
  6. Αυτό όμως δεν μπορούσε να γίνει όχι γιατί θα ταλαιπωρούσαν τον Ενάγοντα όπως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος 2 αλλά γιατί στο Κτηματολόγιο θα γινόταν αντιληπτή η κατάσταση του Ενάγοντα. Όπως ανέφερε η γιατρός Πίττα ο λόγος φανερώνει το πρόβλημα του Ενάγοντα και στο Κτηματολόγιο θα έπρεπε να μιλήσει αφού η Λειτουργός του Κτηματολογίου θα ρωτούσε τον Ενάγοντα αν πήρε όλα τα χρήματα της πώλησης. Στα γεγονότα της υπόθεσης η ιατρική μαρτυρία καταδεικνύει ότι ο Ενάγων παρουσιάζει και παρουσίαζε στον ουσιαστικό χρόνο διανοητική έκπτωση που δεν του επέτρεπε να έχει δικαιοπρακτική ικανότητα. Την κατάσταση του αυτή και ιδιαίτερα το υποβόλιμο του εκμεταλλεύτηκε ο Εναγόμενος 2 για να υπογράψει με τον Ενάγοντα το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 8). Περαιτέρω όμως ο Εναγόμενος 2 γνωρίζοντας ότι το πρόβλημα του Ενάγοντα μπορούσε να γίνει αντιληπτό κατά τον χρόνο της μεταβίβασης στο Κτηματολόγιο χρησιμοποίησε τον Εναγόμενο 5 ο οποίος κατά παράβαση των υποχρεώσεων του επιπόλαια και ανεύθυνα προέβηκε σε πιστοποίηση του πληρεξουσίου για τη διενέργεια των μεταβιβάσεων. Χρησιμοποίησε επίσης τις υπηρεσίες της Εναγόμενης 4 η οποία με την ίδια επιπολαιότητα και χωρίς να ερευνήσει για την αλήθεια των γεγονότων παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο προβαίνοντας σε ψευδείς δηλώσεις. Τα ψέματα που οι Εναγόμενοι 4 και 5 είπαν στο Δικαστήριο για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους καταδεικνύουν ότι οι ενέργειες του Εναγόμενου 2 δεν ήταν ειλικρινείς και είχαν ως σκοπό να αποκρύψουν την αλήθεια, ότι δηλαδή ο ενάγων δεν μπορούσε να αντιληφθεί την πραγματική έννοια της συμφωνίας και η τιμή πώλησης δεν ανταποκρίνετο στην αξία των κτημάτων. Σε σχέση με την αξία τους η πλευρά του Ενάγοντα κάλεσε σαν μάρτυρα τον Γιώργο Γεωργιάδη, εκτιμητή ακινήτων, ο οποίος ετοίμασε σχετικές εκθέσεις που κατατέθηκαν σαν Τεκμήρια 20Α-20Δ. Με βάση συγκριτικές πωλήσεις τις οποίες έλαβε υπόψη του κατέληξε ότι η συνολική αξία των κτημάτων ήταν Λ.Κ.136.
  7. Σε υποβολή του κ. Ευθυμίου ότι από το Κτηματολόγιο εκτιμήθηκαν Λ.Κ.84.000 που δεν διαφέρει σε αξία από την τιμή πώλησης ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν Διευθυντής του Κτηματολογίου Πάφου και γνωρίζει ότι το Κτηματολόγιο δεν κάνει αυτοψία. Σκοπός της εκτίμησης από το Κτηματολόγιο για να αποφεύγεται καταχρηστική πληρωμή για σκοπούς φόρου. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού παρέμεινε αναντίλεκτη. Αποδέχομαι το περιεχόμενο των εκθέσεων του σαν τεκμηριωμένο και σαφές και αποδέχομαι τη μαρτυρία του και την κατάληξη του ότι η αξία των επίδικων κτημάτων ήταν Λ.Κ.136.016, πολύ μεγαλύτερη δηλαδή της τιμής πώλησης. Θα πρέπει να επισημανθεί η διαφοροποίηση της δικαιοπρακτικής ανικανότητας ως ξεχωριστής με την έννοια της ψυχικής πίεσης. Στο σύγγραμμα Pullock and Mulla, Indian Contract and Sp. Relief Act, 9th Ed., στη σελίδα 119 αναφέρονται τα εξής: «Questions of undue influence and of incapacity by reason of unsoundness of mind must not be mixed up, involving as they do totally different issues." Από την ιατρική μαρτυρία προκύπτει ότι ο Ενάγων είναι ανίκανος για δικαιοπραξία. Ταυτόχρονα όμως η κατάσταση του αυτή τον καθιστά υποβόλιμο, ενεργεί δηλαδή καθ΄ υπόδειξη άλλου και δεν προκύπτει η πράξη του ελεύθερα και ανεπηρέαστα (βλέπε Γ. Μπαμπινιώτη Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας). Είναι πολύ εύπιστος και μπορεί να προβεί σε πράξεις που δεν είναι προς όφελος του. Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις όποιες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη περίπτωση η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Ο Εναγόμενος 2 ενεργώντας εκ μέρους της Εναγόμενης 1 ήταν σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του Ενάγοντα και να επωφεληθεί από αυτή εξασφαλίζοντας την αγορά των τεσσάρων ακινήτων σε τιμή πολύ κατώτερη της αξίας τους αλλά και με περαιτέρω επαχθείς όρους όπως η μείωση της τιμής στο μισό σε περίπτωση που δεν εξασφάλιζε δίοδο. Οι ενέργειες και η συμπεριφορά του Εναγόμενου 2 εμπίπτουν κατά την κρίση μου στις πρόνοιες του άρθρου 16
(1)
(2)(β) και
(3)του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149 που στοιχειοθετούν την έννοια της ψυχικής πίεσης. Την ίδια ψυχολογική και πνευματική κατάσταση του Ενάγοντα εκμεταλλεύτηκε ο Εναγόμενος 3 ο οποίος ενώ ισχυρίζεται ότι είναι ο Ενάγων που πίεζε για την ολοκλήρωση της συμφωνίας γιατί είχε οικονομική ανάγκη, η κατάσταση της οικογένειας ήταν τραγική, ζήτησε από τον Ενάγοντα δάνειο Λ.Κ.8.000 το οποίο με πολύ μεγάλη ευκολία ο Ενάγων του το έδωσε και το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει στον Ενάγοντα. Οι ισχυρισμοί του ότι πλήρωσε στον Ενάγοντα σε μετρητά το ποσό παραμένουν μετέωροι και εκ των υστέρων σκέψεις. Είναι λοιπόν σαφές κατά την κρίση μου με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ότι τόσο το πωλητήριο έγγραφο όσο και το πληρεξούσιο έγγραφο είναι άκυρα και οι μεταβιβάσεις των ακινήτων επίσης άκυρες. Παρά την κατάληξη του Δικαστηρίου για τις ενέργειες των Εναγομένων 4 και 5 δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι εσκεμμένα και σε συνεργεία με τους Εναγόμενους 1 και 2 προέβησαν στις πράξεις αυτές. Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω κρίνω ότι ο Ενάγων έχει αποδείξει την αξίωση του εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με την παράγραφο Α του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης και εναντίον του Εναγόμενου 3 σε σχέση με την παράγραφο 4 του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 όπως η παράγραφος Α του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης και απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 3 ως η παράγραφος Η. Οι υπόλοιπες αξιώσεις απορρίπτονται όπως επίσης και οι αξιώσεις εναντίον των Εναγομένων 4 και 5 για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με τους Εναγόμενους 4 και 5 παρά την απόρριψη των αξιώσεων εναντίον τους δεν επιδικάζονται έξοδα γιατί δικαιολογημένα προστέθηκαν στην αγωγή. Παραμένει όμως το ποσό των Λ.Κ.64.000 που η εταιρεία κατέβαλε στον Ενάγοντα το οποίο με την ακύρωση των μεταβιβάσεων εξακολουθεί να είναι στην κατοχή του Ενάγοντα. Η εταιρεία - Εναγόμενοι 1 δεν ανταπαιτούν οτιδήποτε εναντίον του Ενάγοντα ώστε να τεθούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί για το κατά πόσο ο Ενάγων δικαιούται το ποσό αυτό ή θα πρέπει να επιστραφεί στους Εναγόμενους 1 και έτσι το θέμα αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί. (Υπ.) .................. Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.