ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΟΛΕΜΙΟΥ ν. ΙΕΖΕΚΗΛ ΙΕΖΕΚΗΛ, Αρ. Αγωγής: 3814/2007, 20/3/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3814/2007 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΟΛΕΜΙΟΥ Εναγόντων και ΙΕΖΕΚΗΛ ΙΕΖΕΚΗΛ Εναγόμενου Ημερομηνία:20/3/2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Για να ακούσει την απόφαση η κα Χ. Χατζηγεωργίου, για κον Χριστάκη Λουκά Για Εναγόμενο: Για να ακούσει την απόφαση η κα Πέτρου, για κον Επαμεινώνδα Κορακίδη Α Π Ο Φ Α Σ Η Επί τη βάση των όσων εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα υπόθεση από τούς Ενάγοντες, αυτοί είναι Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία (στο εξής «οι Ενάγοντες») σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, αποδέχονται καταθέσεις, προβαίνουν σε παροχές δανείων, ανοίγματα και διατήρησης λογαριασμών και άλλων συναφών λογαριασμών σε μέλη και μη μέλη τους και περαιτέρω εκδίδουν τραπεζικές επιταγές (banker's drafts). Οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους ισχυρίζονται περαιτέρω: Ότι o Εναγόμενος είναι πελάτης τους και ότι Γραμματέας τους κατά τον επίδικο χρόνο ήταν κάποιος κ. Χριστάκης Ιωάννου, ο οποίος καταδικάστηκε σε φυλάκιση λόγω καταχρήσεων που διέπραξε σε βάρος των συμφερόντων των Εναγόντων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο πιο πάνω Γραμματέας των Εναγόντων και/ή μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από τους Ενάγοντες, αλλά σε γνώση του Εναγόμενου, περί τον Αύγουστο του 2003 παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή έγκριση από τους Ενάγοντες, παραχώρησε εικονικό δάνειο και/ή πίστωση, και/ή άνοιξε εικονικό λογαριασμό σε ονόματα ανυπάρκτων προσώπων τα οποία ουδέποτε υπέγραψαν οποιαδήποτε έγγραφα ή δάνειο. Επίσης τον Αύγουστο του 2003 ο εν λόγω Γραμματέας και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, εν γνώσει όμως του Εναγόμενου, δόλια και παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε αιτία ή αντιπαροχή εκ μέρους του Εναγομένου, εξέδωσε και παρέδωσε στο όνομα του τελευταίου, την τραπεζική επιταγή (banker's draft) με αριθμό 02540902 η οποία χρεώθηκε σε ανύπαρκτο και/ή εικονικό λογαριασμό με αριθμό 7210528-
- Η πιο πάνω επιταγή κατατέθηκε στο λογαριασμό του Εναγομένου στην Λαική Τράπεζα Κύπρου, και εισπράχθηκε χωρίς αυτός να έχει δώσει στους Ενάγοντες οποιαδήποτε αντιπαροχή για την εξασφάλιση της και/ή χωρίς να είναι κάτοχος για αξία η νομιμοποιημένος κομιστής. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός τους ότι ουδέποτε εξουσιοδότησαν ή ενέκριναν ή έδωσαν εντολή στο Γραμματέα τους ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να συμπληρώσει, εκδώσει, και παραδώσει την αναφερόμενη επιταγή στον Εναγόμενο, διότι δεν είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση, οφειλή ή ευθύνη απέναντί του. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω ο Εναγόμενος εξασφάλισε με δόλιο και απατηλό τρόπο και/ή με κακή πίστη και/ή ήταν γνωστό σ΄ αυτόν ότι ο τίτλος επί της επιταγής ήταν ελαττωματικός. Στην έκθεση απαίτησης δίνονται λεπτομέρειες των πιο πάνω αποδιδόμενων συμπεριφορών στον Εναγόμενο. Ακόμη ισχυρίζονται πως με την επίδικη επιταγή έχει εξοφληθεί χρέος τρίτου προσώπου έναντι του οποίου οι Ενάγοντες ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση ή ευθύνη, κυρίως όμως ότι οι Ενάγοντες δεν εισέπραξαν οποιοδήποτε αντάλλαγμα, συνεπώς η επιταγή είναι εξ΄ αρχής άκυρη και μη δεσμευτική. Συνακόλουθα οι Ενάγοντες διεκδικούν το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1,600,00, ήτοι €2,733.76, πλέον τόκους 9% από 1/8/2002 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα καθ' ότι ως ιχσυρίζονται ο Εναγόμενος προσεπορίστηκε το πιο πάνω ποσό χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή σαν ληφθέν και εισπραχθέν και/ή πληρωθέν εκ λάθους. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αποδέχεται ότι παρέλαβε μια τραπεζική επιταγή των Εναγόντων από κάποιον κ. Τσιανάκκα, έναντι όμως καλού και νόμιμου ανταλλάγματος, ήτοι για την αμοιβή του από προσφορά υπηρεσιών προς τούτον. Επίσης ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε τις αναφερόμενες από τους Ενάγοντες σχέσεις τους με τον πρώην Γραμματέα τους. Είναι επίσης η θέση του ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική και επιπόλαια, ότι στην απουσία σαν εναγομένου του Τσιανάκκα δεν μπορεί να προχωρήσει και συναφώς πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων. Στην απάντησή στην Υπεράσπιση του Εναγομένου, οι Ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του που είναι ασυμβίβαστοι με την Έκθεση Απαίτησης τους, τους οποίους και επαναλαμβάνουν, αιτούνται δε την έκδοση απόφασης ως η αξίωση τους. Οι Ενάγοντες για να αποδείξουν την υπόθεση τους κάλεσαν δύο μάρτυρες ήτοι σαν Μ.Ε.1 την κα Χριστιάνα Ηλιάδου και σαν Μ.Ε.2 τον κ. Λεωνίδα Λεωνίδου. Ο Εναγόμενος έδωσε ο ίδιος μαρτυρία σαν Μ.Υ.
- Οι μάρτυρες των Εναγόντων κατέθεσαν στο Δικαστήριο η Μ.Ε.1 το Τεκμήριο Έγγραφο Α και τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7, ο δε Μ.Ε.2 το Τεκμήριο Έγγραφο Β και το Τεκμήριο
- Μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Η γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόντων κατατέθηκε και σημειώθηκε σαν έγγραφο Γ.Α.(α), αντίγραφο έδωσε στο συνήγορο του Εναγομένου, την οποία ανέγνωσε και με δηλώσεις από αμφότερους τους συνηγόρους αυτή κατέστη ως αναγνωσθείσα και ενώπιον του Δικαστηρίου. Η γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του Εναγόμενου κατατέθηκε και σημειώθηκε σαν έγγραφο Γ.Α.(β), αντίγραφο έδωσε στο συνήγορο των Ενάγοντων, την οποία ανέγνωσε και με δηλώσεις από αμφότερους τους συνηγόρους αυτή κατέστη ως αναγνωσθείσα και ενώπιον του Δικαστηρίου. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων των δύο συνηγόρων έχει ληφθεί υπόψη στο σύνολο του και δεν κρίνω σκόπιμο να παρατεθεί αυτολεξεί για τους σκοπούς της παρούσας. Ο συνήγορος των Εναγόντων στη δική του αγόρευση επικαλούμενος τη μαρτυρία που εδόθη από τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 αλλά και κενά και αντιφάσεις, ως η θέση του, στη μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Εναγόμενος, εισηγείται ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν την αξίωση τους και σε συνάρτηση με τη νομική πτυχή που την καλύπτει αλλά επικαλούμενος προς τούτο και σχετική νομολογία και αυθεντίες ζητά την έκδοση απόφασης ως η απαίτηση. Επικέντρωσε δε την επιχειρηματολογία του στην έλλειψη αντιπαροχής από τον Εναγόμενο προς τους εκδότες της επίδικης επιταγής, ήτοι τους Ενάγοντες. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε αριθμό συγγραμμάτων στα οποία οι έγκριτοι συγγραφείς τους δίδουν την ερμηνεία της τραπεζικής επιταγής (banker's draft), και σε ποίες περιπτώσεις εκδίδεται αλλά και τον σκοπό που εξυπηρετεί. Ακόμη στα εν λόγω συγγράμματα και στα αποσπάσματα στα οποία έκανε αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων, αναπτύσσεται και επεξηγείται γιατί μία τραπεζική επιταγή δεν εμπίπτει στην έννοια της συνήθους επιταγής η συναλλαγματικής δυνάμει του Περί Συναλλαγματικών Νόμου της Αγγλίας, 1882, από τον οποίο έλκει τις ρίζες του και ο Περί Συναλλαγματικών Νόμος που ισχύει στην Κύπρο, ήτοι του Κεφαλαίου
- Ακόμη στην πολυσέλιδη γραπτή του αγόρευση (50 σελίδες) ο συνήγορος των Εναγόντων παραθέτει νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα της μη πληρωμής συνήθους επιταγής, όχι τραπεζικής, στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει νόμιμη αντιπαροχή. Ως εκ τούτου είναι η θέση του ότι ο Εναγόμενος θα πρέπει να επιστρέψει το ποσό της επίδικης επιταγής, αφού με αυτήν εξοφλήθηκε χρέος τρίτου προσώπου. Ειδικότερα ο συνήγορος των Εναγόντων ανέπτυξε τη θέση πως στην παρούσα υπόθεση, παρά τα όσα ισχύουν περί της αδυναμίας ενστάσεων ενός εκδότη έναντι ενός καλόπιστου κομιστή επιταγής, ο Εναγόμενος δεν κατέστηκε κομιστής αλλά ήταν ο αρχικός δικαιούχος, συνεπώς οι Ενάγοντες, ως εκδότες έχουν δικαίωμα να εγείρουν ενστάσεις έναντι του. Προς τούτο προβαίνει σε εκτενή ανάλυση των ζητημάτων που εγείρονται και εισηγείται πώς έστω και αν πρόκειται για τραπεζική επιταγή (banker´s draft) και όχι συνήθη επιταγή, πάλι ισχύουν οι κανόνες που τέθηκαν προς όφελος των εκδοτών. Εφ΄ όσον διαφάνηκε κατά τη δίκη ότι ο Eναγόμενος δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τους Eνάγοντες, και οι τελευταίοι δεν του όφειλαν οτιδήποτε ώστε να του δώσουν ως αντάλλαγμα οφειλής ή υποχρέωσης, η επίδικη επιταγή είναι άκυρη λόγω έλλειψης αντιπαροχής. Ως εκ τούτου ο Eναγόμενος θα πρέπει να επιστρέψει το ποσό της επίδικης επιταγής, αφού με αυτήν εξοφλήθηκε χρέος τρίτου προσώπου. Προς επίρρωση δε των όσων υποστηρίζει παρέπεμψε το Δικαστήριο και στην αγγλική απόφαση Oliver v. Davis
(1949)2 K.B. 727 με την οποία διακηρύχθηκε η αρχή ότι επιταγή που εκδίδεται για πληρωμή χρέους τρίτου δεν γεννά αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη. Από την άλλη ο συνήγορος του Εναγομένου στη δική του αγόρευση επικαλούμενος τις λανθασμένες διαδικασίες και μη επαρκή έλεγχο από πλευράς Εναγόντων στους υπαλλήλους τους και ιδιαίτερα του Γραμματέα που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν το πρόσωπο το οποίο διηύθυνε το κατάστημα τους στο Πολέμι, εισηγείται ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων. Ακόμη προέβαλε τη θέση πως, λανθασμένα οι Ενάγοντες διεκδικούν αποζημίωση από τον Εναγόμενο για χρέωση λογαριασμού ανύπαρκτων προσώπων, αφού γι΄ αυτό το αποτέλεσμα ευθύνεται ο πρώην Γραμματέας τους και το πρόσωπο πού ζήτησε την έκδοση της επίδικης επιταγής και που με αυτήν εξόφλησε τον Εναγόμενο. Θα έπρεπε ως εκ τούτου να στραφούν εναντίον του εν λόγω προσώπου και όχι να στρέφονται εναντίον του καλόπιστου Εναγόμενου. Όσον αφορά τις εσωτερικές διαδικασίες των Εναγόντων είναι η θέση του συνηγόρου του Εναγομένου ότι δυνάμει του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όλες οι ενέργειες του τέως Γραμματέα των Εναγόντων ήταν εντός των πλαισίων των καθηκόντων του και ότι μέσα στις συνήθεις εργασίες τους ήταν και η έκδοση τραπεζικών επιταγών, κάτι πού και οι ίδιοι αναφέρουν στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης τους. Συνακόλουθα δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το δόγμα του ultra vires με επακόλουθο όλες οι ενέργειες του τέως Γραμματέα των Εναγόντων κατά τον επίδικο χρόνο να τους δεσμεύουν. Αναφορικά με τη θέση των Εναγόντων ότι, το ποσό της επίδικης επιταγής θα πρέπει να επιστραφεί στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού η της καταβολής αχρεωστήτως η εκ λάθους στον Εναγόμενο από τους Ενάγοντες, η εισήγηση του ήταν πως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των εν λόγω αρχών καθ΄ ότι υπήρξε σαφής παράκληση για καταβολή χρημάτων για καλό και νόμιμο αντάλλαγμα. Τούτο διότι επί τη βάση των προνοιών της νομοθεσίας, άρθρα 72 και 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, σε συνάρτηση με την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να ικανοποιούν την παροχή των αιτουμένων θεραπειών. Από δε την μαρτυρία του Εναγόμενου, η οποία πάντοτε κατά την θέση του παρέμεινε ακλόνητη, αυτός έλαβε την επίδικη τραπεζική επιταγή έναντι νομίμου ανταλλάγματος, ήτοι προς εξόφληση της αμοιβής του για εργασία πού είχε προσφέρει σε τρίτο πρόσωπο. Τέλος σε σχέση με αυτό το ζήτημα, είναι η θέση του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η πληρωμή έγινε εκ λάθους. Ακόμη είναι εισήγηση του ότι σε καμία απολύτως περίπτωση μπορεί από την μαρτυρία που παρέθεσαν οι Ενάγοντες, να συναχθεί ότι ο Εναγόμενος υπήρξε υπαίτιος δόλιας συμπεριφοράς είτε από μόνος είτε σε συνέργεια με τον τέως Γραμματέα των Εναγόντων στις όποιες δόλιες δικές του ενέργειες. Eπικαλούμενος δε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες και κάνοντας αναφορά στις διαφορές της συνήθους επιταγής από την τραπεζική επιταγή (Bankers Draft), εισηγείται ότι και στην περίπτωση που η επίδικη επιταγή εθεωρείτο ως συνήθης επιταγή η συναλλαγματική και ότι ο Εναγόμενος αξίωνε την πληρωμή της, που δεν είναι εν πάση περιπτώσει τέτοια η επίδικη διαφορά και πάλιν αυτός θα πετύχαινε στην αξίωση του αφού και νόμιμη αντιπαροχή υπήρξε και καμία δόλια ενέργεια από μέρους του αποδείχθηκε. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά, ή και να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, γι΄ αυτό θα προχωρήσω να εκθέσω όσον είναι δυνατό περιεκτικά την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, όμως κατά την αξιολόγηση θα έχω υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας ως είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και όχι ως θα εκτεθεί περιληπτικά (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Η Μ.Ε.1 στην κυρίως εξέτασή της κατέθεσε σαν μέρος αυτής γραπτή ενυπόγραφη δήλωσή της, την οποία κατέθεσε και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Έγγραφο Α, το περιεχόμενο του οποίου ανέγνωσε και υιοθέτησε πλήρως. Στην γραπτή της δήλωση Τ. Έγγραφο Α, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: Είναι η Γραμματεάς/Διευθύντρια της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμίου («η Συνεργατική») και μέσα στα καθήκοντα της είναι και η εφαρμογή των αποφάσεων της Επιτροπής και ο έλεγχος και η παρακολούθηση όλων των λογαριασμών των πελατών της εταιρείας και λόγω της θέσης και των καθηκόντων της κατέχει και φυλάττει όλα τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση έγγραφα και αποδείξεις και έχει γνώση των γεγονότων αυτής. Ανέλαβε καθήκοντα Γραμματέα της Συνεργατικής μετά την παύση του τέως Γραμματέα κ. Χριστάκη Ιωάννου. Η Συνεργατική είναι εταιρεία εγγεγραμμένη σύμφωνα με το σχετικό περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο με έδρα το Πολέμι και παρέχει στα μέλη της δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις, δέχεται καταθέσεις από μέλη και μη μέλη και γενικά ασκεί τραπεζικές εργασίες ως Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία. Κατά ή περί τον Αύγουστο του 2003 Γραμματέας της Συνεργατικής ήταν ο κ. Χριστάκης Ιωάννου, ο οποίος καταδικάστηκε σε φυλάκιση λόγω καταχρήσεων και/ή απάτης που διέπραξε σε βάρος των συμφερόντων της Συνεργατικής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Κατά ή περί τον Αύγουστο του 2003 ο τέως Γραμματέας και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο από τη Συνεργατική πρόσωπο παράνομα και δόλια και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή έγκριση από τη Συνεργατική παραχώρησε δυνάμει πλαστής και/ή εικονικής συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 26/8/2003, εικονικό δάνειο και/ή πίστωση και/ή άνοιξε εικονικό λογαριασμό με αριθμό 7210528-3, στα ονόματα των ανύπαρκτων και/ή εικονικών προσώπων, Κωνσταντίνου Νικολάου και Μαρίας Κωνσταντίνου και/ή προσώπων τα οποία ουδέποτε υπόγραψαν οποιαδήποτε έγγραφα ή συμφωνίες δανείου ή άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις και με εγγυητές πρόσωπα τα οποία ουδέποτε επίσης υπόγραψαν και/ή τα οποία είναι πρόσωπα ανύπαρκτα ή φανταστικά. Κατά ή περί τις 1/8/2003 ο τότε Γραμματέας της Συνεργατικής και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο από τη Συνεργατική πρόσωπο και/ή εν γνώσει του Εναγόμενου δόλια και παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε αιτία ή αντιπαροχή εκ μέρους του Εναγόμενου και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και/ή έγκριση από τη Συνεργατική εξέδωσε και παρέδωσε στο όνομα του Εναγόμενου την τραπεζική επιταγή (banker´s draft) με αριθμό 02540902 για το ποσό των Λ.Κ.1,600, ισάξιο σε ευρώ €2,733.
- Η πιο πάνω τραπεζική επιταγή χρεώθηκε στον ανωτέρω ανύπαρκτο και/ή εικονικό λογαριασμό ως φαίνεται στη σχετική κατάσταση λογαριασμού και από την απόδειξη που δείχνει τη σχετική χρέωση στο λογαριασμό αυτό. Τα πιο πάνω στοιχεία διαφαίνονται και μέσα από το πόρισμα της έρευνας του κ. Λεωνίδα Λεωνίδου ανώτερου λειτουργού της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών (ΥΕΑΣΕ). Η Συνεργατική ουδέποτε εξουσιοδότησε ή ενέκρινε ή έδωσε εντολή στο Γραμματέα ή σε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο να συμπληρώσει, εκδώσει και παραδώσει την ανωτέρω αναφερόμενη επιταγή στον Εναγόμενο και/ή στο πρόσωπο που κατονομάζεται στην επιταγή ως δικαιούχος και να τον καταστήσει νόμιμο κάτοχο της επιταγής διότι δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση, οφειλή ή ευθύνη απέναντι του. Για να εκδοθεί μια τραπεζική επιταγή, με βάση την ακολουθούμενη τραπεζική πρακτική, πρέπει, μεταξύ άλλων, ο πελάτης, ο οποίος ζητάει την έκδοση τραπεζικής επιταγής, είτε να διαθέτει χρήματα σε λογαριασμό του στη Συνεργατική, η οποία χρεώνει το λογαριασμό του στη Συνεργατική με την αξία της επιταγής, είτε να καταθέσει το αντίστοιχο ποσό της επιταγής στο λογαριασμό της Συνεργατικής ή να δανειστεί τα χρήματα από τη Συνεργατική με σχετική συμφωνία δανείου. Μπορεί επίσης η Συνεργατική να εκδώσει τραπεζική επιταγή είτε για να εξοφλήσει γραμμάτιο εμπροθέσμου καταθέσεως του πελάτη είτε για να πληρώσει το πιστωτικό υπόλοιπο οποιουδήποτε άλλου λογαριασμού του πελάτη. Δεν συνέτρεχε καμία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις στην περίπτωση του Εναγόμενου και, επομένως, δεν υπήρχε νόμιμη αιτία ή αντάλλαγμα για την έκδοση της τραπεζικής επιταγής. Ο Εναγόμενος κατάθεσε και/η παρουσίασε την επίδικη επιταγή στην Λαϊκή Τράπεζα, στην Λεμεσό και εισέπραξε την αξία της όχι καλόπιστα και χωρίς ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο να έχει δώσει αντάλλαγμα για την εξασφάλιση της επιταγής. Ο Εναγόμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι επιταγές της Συνεργατικής εταιρείας εκδίδονται σε πελάτες ή άλλα πρόσωπα στα οποία η εταιρεία οφείλει ή έχουν δώσει αντάλλαγμα στην Συνεργατική. Με την επίδικη τραπεζική επιταγή έχει ξοφληθεί χρέος τρίτου προσώπου και η Συνεργατική δεν είχε έναντι του Εναγόμενου οποιαδήποτε υποχρέωση ή ευθύνη και ούτε η Συνεργατική εισέπραξε οποιοδήποτε αντάλλαγμα και επομένως ο Εναγόμενος οφείλει να επιστρέψει το ποσό που εισέπραξε. Επίσης ο Εναγόμενος με την είσπραξη της επιταγής, χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη αιτία ή αντιπαροχή, κατέστη εις βάρος της Συνεργατικής αδικαιολόγητα πλουσιότερος και/ή εισέπραξε χρήματα που δεν δικαιούταν να εισπράξει και, επομένως, οφείλει να επιστρέψει το ποσό της επιταγής στην Συνεργατική και να αποκαταστήσει τη ζημιά. Η Συνεργατική μέσω του Δικηγόρου της απέστειλε στον Εναγόμενο συστημένη επιστολή, ημερομηνίας 23/11/2007, την οποία αρνήθηκε να παραλάβει, και με την οποία τον καλούσε να επιστρέψει το ποσό το οποίο εισέπραξε χωρίς ο ίδιος να δώσει προς τη Συνεργατική οποιαδήποτε αντιπαροχή. Η άρνηση του Εναγομένου να παραλάβει την εν λόγω επιστολή αποδεικνύεται από την σημείωση του ταχυδρόμου στο φάκελο που περιέχει την επιστολή. Η Συνεργατική έχει στερηθεί να επενδύσει το ως άνω ποσό και/ή να παραχωρήσει τούτο σε δάνειο ή πίστωση με επιτόκιο 9% και συνεπώς έχει υποστεί ζημιά και αξιώνει ισόποσο ποσό ως τόκο και/ή αποζημίωση. Από τις πράξεις και παραλείψεις του Εναγόμενου που έγιναν χωρίς οποιαδήποτε έγκριση της Επιτροπής της Συνεργατικής, η Συνεργατική έχει υποστεί ζημιά και απώλεια την οποία η Συνεργατική αξιώνει όπως είναι η έκθεση απαιτήσεως. Στη συνέχεια η Μ.Ε.1 κατέθεσε σαν τεκμήρια χωρίς ένσταση από την υπεράσπιση, τα πιο κάτω έγγραφα: · Σαν Τεκμήριο 1 ανυπόγραφη συμφωνία δανείου που φέρει ημερομηνία 26.8.
- · Σαν Τεκμήριο 2 την επίδικη τραπεζική επιταγή με αρ.
- · Σαν Τεκμήριο 3 κατάσταση λογαριασμού με αρ.
- · Σαν Τεκμήριο 4 απόδειξη πληρωμής υπ. Αρ. 6419 με ημερομηνία 26.8.
- · Σαν Τεκμήριο 5 πόρισμα του Ερευνώντος Λειτουργού ΥΕΑΣΕ, κ. Λεωνίδα Λεωνίδου. · Σαν Τεκμήριο 6 επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο, η οποία στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο, ημερομηνίας 23.10.
- · Σαν Τεκμήριο 7 ταχυδρομικό φάκελο με τον οποίο αποστάληκε η επιστολή-Τεκμήριο 6 με σημείωση του αρμόδιου ταχυδρομικού υπαλλήλου, με την οποία βεβαιούται ότι ο παραλήπτης αρνήθηκε να την παραλάβει. Στην αντεξέτασή της απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου του Εναγομένου, ανέφερε μεταξύ άλλων τα πιο κάτω: Ότι προσελήφθηκε στους Ενάγοντες στις 20.1.2004, πριν δε την πρόσληψή της δεν εργαζόταν στους Ενάγοντες και δεν είχε καμιά σχέση μαζί τους. Ότι ο πρώην γραμματέας των Εναγόντων εξέτισε ποινή φυλάκισης, όπως αναφέρει στη γραπτή της δήλωση, για κατάχρηση και απάτη που διέπραξε σε βάρος των Εναγόντων για ποσό £1,000,000.00, όμως δεν γνωρίζει για ποιες ενέργειες είχε καταδικαστεί, αφού ούτε μάρτυρας ήταν, ούτε και είχε ασχοληθεί η ίδια με την εν λόγω υπόθεση. Το ποσό που αξιώνεται με την παρούσα υπόθεση δε, παραδέχθηκε ότι είναι μέρος του ποσού που αφορούσε η υπόθεση που καταδικάστηκε ο πρώην γραμματέας των Εναγόντων και είναι μία από πολλές άλλες υποθέσεις. Εναντίον δε του πρώην γραμματέα των Εναγόντων και μετά από τους ελέγχους που έγιναν στα βιβλία τους έχουν συλλεχθεί μετά από καταγγελίες πελατών και γραφολόγων διάφορα στοιχεία για να εγερθούν αγωγές εναντίον του προσώπου αυτού. Για την παρούσα όμως υπόθεση και στο κατά πόσο θα εγερθεί αγωγή εναντίον ανυπάρκτων προσώπων που αναφέρονται στο εικονικό δάνειο, θα ζητηθεί συμβουλή από τον νομικό σύμβουλο των Εναγόντων. Για το εικονικό δάνειο τηρήθηκε κατάσταση χρεωστικού λογαριασμού, ήτοι, το Τεκμήριο 3, λογαριασμός ο οποίος αφορά ανύπαρκτα πρόσωπα. Παράπονα δε για τις ενέργειες του πρώην γραμματέα των Εναγόντων δεν έχουν γίνει από καταθέτες των Εναγόντων, έχουν όμως γίνει από χρεώστες των Εναγόντων, οι οποίοι κατήγγειλαν ότι έγιναν αναλήψεις από λογαριασμούς τους τις οποίες δεν έκαναν οι ίδιοι. Για το ζήτημα αυτό και για την υπόθεση του δανείου της αγωγής αυτής θα ζητηθεί νομική συμβουλή για τον τρόπο χειρισμού. Η ίδια δεν γνώριζε τι ενέργειες έκανε ο πρώην Γραμματέας των Εναγόντων γι αυτό και δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αν ο πρώην Γραμματέας για να δικαιολογήσει τα χρήματα που ο ίδιος έπαιρνε προέβαινε σε χρεώσεις λογαριασμών άλλων πελατών των Εναγόντων. Αυτό δε προκύπτει από καταγγελίες που έγιναν από πελάτες των Εναγόντων οι οποίοι διαπίστωσαν χρεώσεις στους λογαριασμούς τους οι οποίες έγιναν εν αγνοία τους. Όμως για το όλο θέμα θα αποφασίσουν οι νομικοί σύμβουλοι σε συνεννόηση με την επιτροπεία των Εναγόντων. Ο τρόπος δε που ενεργούσε ο πρώην Γραμματέας των Εναγόντων ήταν να παίρνει χρήματα των Εναγόντων τα οποία στη συνέχεια τα χρέωνε παράνομα σε λογαριασμούς πελατών τους. Όσον αφορά τις υπογραφές επί του Τεκμηρίου 2 (ήτοι της επίδικης επιταγής) διευκρίνισε ότι εξ αυτών η μία είναι του τότε Προέδρου της Επιτροπείας, κ. Ανδρέα Γεωργίου και η άλλη του τότε Γραμματέα των Εναγόντων. Η εν λόγω επιταγή έχει ημερομηνία έκδοσης 1.8.2003, ήτοι είχε εκδοθεί πριν την ημερομηνία που φέρει το Τεκμήριο 1, ήτοι η εικονική συμφωνία δανείου, αφού αυτή έχει ημερομηνία 26.8.
- Περαιτέρω όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 5, ήτοι το πόρισμα του κ. Λεωνίδου, τα πρόσωπα τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στη συμφωνία δανείου Τεκμήριο 1, έγιναν μέλη των Εναγόντων στις 9.9.2003, η δε έγκριση για να γίνουν μέλη έχει ημερομηνία 2.8.
- Διευκρίνισε δε ότι η συμφωνία δανείου φαίνεται ότι έγινε προγενέστερα της τοιαύτης έγκρισης αφού έχει ημερομηνία 26.8.
- Σε σχετική δε ερώτηση απάντησε ότι υπό κανονικές συνθήκες η εγγραφή μελών στο μητρώο των Εναγόντων γίνεται ταυτόχρονα με την έκδοση του δανείου. Σε υποβολή ότι για να εγκριθεί δάνειο από τους Ενάγοντες σε κάποιο πρόσωπο αυτό πρέπει να είχε γίνει μέλος πριν από την έγκριση δανείου, απάντησε ότι στην πράξη αυτά γίνονται ταυτόχρονα. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εικονικό δάνειο (Τεκμήριο 1) εγκρίθηκαν σαν μέλη από την Επιτροπεία των Εναγόντων, το όνομα δε που αναγράφεται στο Τεκμήριο 5 στο σημείο Β ότι έκανε την εγγραφή των μελών, είναι η Άντρη Χριστοδούλου, υπάλληλος των Εναγόντων. Το όνομα δε Έλενα Μιχαήλ που αναγράφεται στην παράγραφο 8 του Τεκμηρίου 5, είναι το όνομα μίας πρώην υπαλλήλου των Εναγόντων. Η αναφορά δε στην ίδια παράγραφο του Τεκμηρίου 5, κάτω από τον τίτλο «έκδοση από» σημαίνει ότι αναφέρεται στο άτομο που έκδωσε την απόδειξη για το κάθε ποσό της επιταγής και όχι στα άτομα που εξέδωσαν την επιταγή, αφού η Έλενα Μιχαήλ δεν δέσμευε με την υπογραφή της κατά τον επίδικο χρόνο τις επιταγές των Εναγόντων. Τούτο διότι δυνάμει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας που αφορά Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες οι επιταγές υπογράφονται από τον Πρόεδρο της Επιτροπείας και τον Γραμματέα ή από δύο υπάλληλους ήτοι των Γραμματέα και τον Ταμία της Πιστωτικής Εταιρείας σύμφωνα πάντα με απόφαση της Επιτροπείας. Όσον αφορά για το πότε εκδίδεται μια τραπεζική επιταγή (bankers draft) η Μ.Ε.1 επανέλαβε ότι αυτές εκδίδονται επ΄ ονόματι πελατών των πιστωτικών εταιρειών που διατηρούν πιστωτικούς λογαριασμούς, σε πελάτες προς τους οποίους παραχωρείται δάνειο και σε τρίτους οι οποίοι έχουν προσφέρει υπηρεσίες προς την Πιστωτική Εταιρεία προς εξόφληση τους. Ακόμα εκδίδονται τέτοιες επιταγές στο όνομα πελατών της εταιρείας οι οποίοι μπορούν να τις οπισθογραφούν και να τις παραδίδουν σε τρίτα πρόσωπα είτε επ΄ ονόματι τρίτων προσώπων σε περιπτώσεις που δίνονται στοιχεία από πελάτη της εταιρείας για συνεργασία με το τρίτο πρόσωπο έτσι ώστε να εκδοθεί η επιταγή στο όνομα του τρίτου προσώπου. Σε υποβολή ότι τα Τραπεζικά Ιδρύματα και οι Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες εκδίδουν τραπεζικές επιταγές (bankers draft) επ΄ ονόματι τρίτων προσώπων κατόπιν οδηγιών δικών τους πελατών και τούτο για βεβαιότητα πληρωμής της επιταγής, απάντησε ότι η ίδια από τον καιρό που είναι στη θέση του Γραμματέα των Εναγόντων δεν διαπίστωσε να γίνεται κάτι τέτοιο. Συμφώνησε όμως ότι τέτοιες επιταγές εκδίδονται για την βεβαιότητα πληρωμής τους, όμως επέμεινε πως στην πλειοψηφία τους οι τραπεζικές επιταγές εκδίδονται στο όνομα των πελατών των Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών. Σε τρίτα πρόσωπα ανέφερε ότι εκδίδονται τέτοιες επιταγές για πληρωμή από τις Πιστωτικές Εταιρείες πιστωτών της από διάφορους λόγους. Σε υποβολή δε ότι ο Εναγόμενος δεν γνώριζε τον τρόπο και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για να εκδοθεί η επίδικη τραπεζική επιταγή, ανέφερε ότι επειδή τέτοιες επιταγές εκδίδονται μόνο σε πελάτες των Εναγόντων ή επ΄ ονόματι τρίτων προσώπων που προσέφεραν υπηρεσίες προς εξόφληση τους και επειδή ο Εναγόμενος από τα στοιχεία που έχει δεν προσέφερε τέτοιες υπηρεσίες στους Ενάγοντες, κάτι που γνώριζε και ο ίδιος. Όμως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πώς περιήλθε στα χέρια του η επίδικη επιταγή και πως ο Εναγόμενος συνδεόταν με τους Ενάγοντες. Σε υποβολή δε ότι ο Εναγόμενος ενήργησε καλόπιστα και έντιμα και όχι με δόλο απάντησε ότι δεν πιστεύει κάτι τέτοιο αφού αυτός δεν είχε άμεση σχέση με τους Ενάγοντες. Όσον αφορά στο κατά πόσο η πρακτική να εκδίδονται τραπεζικές επιταγές (bankers draft) από τους Ενάγοντες μόνο στο όνομα του πελάτη που τη ζητά ή στο όνομα κάποιου πιστωτή των Εναγόντων, είχε κοινοποιηθεί τον Αύγουστο του 2003 και στους πελάτες τους ή στο κοινό και κατά πόσο αυτή η πρακτική εφαρμόζετο σε όλες τις πιστωτικές εταιρείες, απάντησε ότι δεν το γνωρίζει αυτό. Διευκρίνισε δε ότι κατά την πρόσληψη της, της είχε δοθεί ένα εγχειρίδιο τραπεζικής πρακτικής στο οποίο περιέχονται οι οδηγίες για την έκδοση των τραπεζικών επιταγών (bankers draft) που είναι αυτές τις οποίες ανέφερε και εφαρμόζει. Σε ερώτηση αν έχει το εγχειρίδιο αυτό στην κατοχή της απάντησε ότι κατά το χρόνο που έδιδε μαρτυρία δεν το είχε. Απαντώντας για πολλοστή φορά τι είναι τραπεζική επιταγή (bankers draft) απάντησε ότι για την ίδια είναι μία επιταγή η οποία έχει εκδότη, στην περίπτωση των Εναγόντων τους Ενάγοντες, δεσμεύεται από τις υπογραφές εξουσιοδοτημένων αξιωματούχων των Εναγόντων και με αυτή χρεώνεται ο τρεχούμενος λογαριασμός των Εναγόντων που διατηρούν στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Στην επανεξέταση της απαντώντας σε ερώτηση του συνηγόρου των Εναγόντων απάντησε ότι την επίδικη επιταγή την ονομάζει τραπεζική επιταγή. Σε διευκρινιστική ερώτηση από το Δικαστήριο απάντησε ότι είτε έκανε αναφορά σε bankers draft είτε σε τραπεζική επιταγή στη μαρτυρία της, αυτό που εννοούσε είναι την επίδικη επιταγή. Ο Μ.Ε.2 για την κυρίως εξέταση του ετοίμασε και κατέθεσε γραπτή ενυπόγραφη δήλωση του η οποία σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Έγγραφο Β. Την διάβασε δε και υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. Περιληπτικά σε αυτήν αναφέρει τα εξής: Κατά το επίδικο χρόνο με τον οποίο σχετίζεται η αγωγή ήταν Πρώτος Συνεργατικός Λειτουργός της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών (στο εξής η ΥΕΑΣΕ). Υπηρέτησε στην ΥΕΑΣΕ σε διάφορες θέσεις για περίοδο 41 χρόνων και το έτος 2010 αφυπηρέτησε ως Πρώτος Συνεργατικός Λειτουργός. Τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα (ΣΠΙ) κατά την άσκηση των εργασιών τους, ακολουθούν και υιοθετούν, σε μεγάλο βαθμό, τις συνήθεις τραπεζικές πρακτικές και διαδικασίες. Η έγκριση ενός δανείου, σύμφωνα με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και τους Θεσμούς, είναι αποκλειστική εξουσία και αρμοδιότητα της Επιτροπείας του κάθε Συνεργατικού Πιστωτικού Ιδρύματος (ΣΠΙ), η οποία πρέπει να εφαρμόσει και να ακολουθήσει τους εσωτερικούς κανονισμούς της εταιρείας. Δηλαδή πρέπει το κάθε δάνειο που θα εγκριθεί και θα παραχωρηθεί σε πελάτη να είναι μέσα στο όριο που καθορίζουν οι εσωτερικοί κανονισμοί του κάθε ΣΠΙ και να διασφαλίζεται επαρκώς όπως καθορίζουν οι κανονισμοί αλλά και οι σχετικές οδηγίες που κατά καιρούς εκδίδει η υπηρεσία ΥΕΑΣΕ. Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου («η Συνεργατική») είναι εγγεγραμμένη σύμφωνα με το σχετικό περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο με έδρα το Πολέμι και παρέχει στα μέλη της δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις και δέχεται καταθέσεις από μέλη και μη μέλη και γενικά ασκεί χρηματοπιστωτικές εργασίες ως Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία. Κατά ή περί τον Αύγουστο του 2003 Γραμματέας της Συνεργατικής ήταν ο κ. Χριστάκης Ιωάννου. Κατά η περί το έτος 2003 αποκαλύφθηκε σοβαρότατη κατάχρηση στην Συνεργατική την οποία διέπραξε ο τέως Γραμματέας της Συνεργατικής, ο οποίος στη συνέχεια καταδικάστηκε σε φυλάκιση λόγω καταχρήσεων που διέπραξε σε βάρος των συμφερόντων της Συνεργατικής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Με την αποκάλυψη της κατάχρησης ο Έφορος ΥΕΑΣΕ, μέσα στα πλαίσια των νομοθετικών εξουσιών του, διάταξε έρευνα των υποθέσεων της Συνεργατικής και του έδωσε οδηγίες να ερευνήσει τις υποθέσεις της Συνεργατικής. Μέσα στις εξουσίες του και τους όρους εντολής του ήταν, μεταξύ άλλων, να παραλάβει, να ερευνήσει και αν ελέγξει έγγραφα, συμβόλαια, αποδείξεις, να επικοινωνήσει με πελάτες και με άλλα πρόσωπα τα ονόματα των οποίων φαίνονται ότι εμπλέκονται σε συμβόλαια, αποδείξεις, επιταγές και να ζητήσει αναγνώριση υπογραφών και επιβεβαίωση υπολοίπων. Διεξήγαγε έρευνα και έλεγχο σε ένα μεγάλο αριθμό υποθέσεων μεταξύ των οποίων και ζητήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση προέβηκε σε διάφορα ευρήματα τα οποία κατέγραψε συνοπτικά σε έγγραφο που ετοίμασε ο ίδιος το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 5 και το οποίο υιοθετά πλήρως. Από το Τεκμήριο 5 φαίνεται ότι έγινε αίτηση δανείου από κάποια πρόσωπα και συγκεκριμένα από κάποιους Κωνσταντίνο Νικολάου και Μαρία Κωνσταντίνου για παραχώρηση σε αυτούς δανείου ύψους £12,000 (€20,503.22) και συμπληρώθηκε και υπογράφηκε συμφωνία δανείου η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 και την οποία αναγνώρισε. Επίπλέον φάνηκε ότι ανοίχθηκε και ο λογαριασμός με συγκεκριμένο αριθμό 7210528-3, κατάσταση του οποίου κατατέθηκε στο δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 και την οποία αναγνώρισε. Το δάνειο φαινόταν να είχε εξασφαλιστεί με εγγυητές από δύο άτομα, τους κ.κ Χρίστο Ανδρέου και Κώστα Ανδρέου με συγκεκριμένους αριθμούς ταυτότητας και τα οποία φαίνονται να είχαν υπογράψει σύμβαση εγγύησης, την οποία έχει στην κατοχή του. Με βάση τα στοιχεία που είχε διαπιστώσει, τόσο η Συμφωνία δανείου όσο και το άνοιγμα του λογαριασμού έγιναν από τον τέως Γραμματέα της Συνεργατικής κ. Χριστάκη Ιωάννου και το ποσό του εικονικού δανείου καταβλήθηκε με τον εξής τρόπο: Ποσόν £243,13 πληρώθηκε σε μετρητά στις 26/08/
- Το υπόλοιπο πληρώθηκε με επιταγές της Συνεργατικής σε διάφορα άτομα ένα από τα οποία είναι ο Εναγόμενος Ιεζεκήλ Ιεζεκήλ. Συγκεκριμένα εκδόθηκε επ' ονόματι του εναγομένου τραπεζική επιταγή (banker´s draft) με αριθμό 02540902 για ποσό ΛΚ 1,600, ισάξιο σε ευρώ €2,733.76 η οποία, κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 και την οποία αναγνώρισε. Αναζήτησε και βρήκε την εν λόγω τραπεζική επιταγή στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και φάνηκε ότι η επιταγή είχε εξαργυρωθεί από τον Εναγόμενο μέσω της Λαϊκής Τράπεζας. Η εν λόγω τραπεζική επιταγή χρεώθηκε στον ανύπαρκτο και/ή εικονικό λογαριασμό. Επίσης εκδόθηκε και απόδειξη που δείχνει τη σχετική χρέωση της επιταγής στο λογαριασμό αυτό. Η απόδειξη είναι κατατεθειμένη ως Τεκμήριο
- Μετά την ανακάλυψη των εν λόγω εγγράφων, επεδίωξε να επαληθεύσει τη γνησιότητα τους. Συγκεκριμένα προσπάθησε να έρθει σε επικοινωνία και επαφή με τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στα διάφορα έγγραφα ως πρωτοφειλέτες και ως εγγυητές και ζήτησε πληροφορίες από διάφορα πρόσωπα αλλά δυστυχώς δεν γνώριζε κανένας τέτοια πρόσωπα και οι αναγραφόμενοι αριθμοί ταυτότητας τους ήταν εικονικοί και ανύπαρκτοι. Περαιτέρω, κατόπιν έρευνας και συνεργασίας του με διάφορες Αρχές και Υπηρεσίες καθώς και τις Αστυνομικές Αρχές, διασταύρωσε και επαλήθευσε τα εν λόγω ευρήματα του. Δεν υπήρχαν δηλαδή ούτε πραγματικοί οφειλέτες ούτε πραγματικοί εγγυητές και όλα τα έγγραφα, ο λογαριασμός και οι αποδείξεις ήταν πλαστά. Τα πρόσωπα που εισέπραξαν το πλαστό δάνειο που εκδόθηκε, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Εναγόμενος, είναι πραγματικά και υπαρκτά πρόσωπα. Από τα στοιχεία που ανάφερε φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο Εναγόμενος εισέπραξε την τραπεζική επιταγή παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε αιτία ή αντιπαροχή εκ μέρους του και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και/ή έγκριση από τη Συνεργατική. Από την έρευνα του επαλήθευσε ότι ουδέποτε η Συνεργατική εξουσιοδότησε ή ενέκρινε ή έδωσε εντολή στο Γραμματέα ή σε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο να συμπληρώσει, εκδώσει και παραδώσει την ανωτέρω αναφερόμενη επιταγή στον Εναγόμενο κα/ή στο πρόσωπο που κατονομάζεται στην επιταγή ως δικαιούχος και να τον καταστήσει νόμιμο κάτοχο της επιταγής διότι δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση, οφειλή η ευθύνη απέναντι του. Επίσης δεν διαπίστωσε και ούτε βρήκε οποιοδήποτε γνήσιο έγγραφο, απόδειξη ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να δείχνει ότι η Συνεργατική όφειλε στον Εναγόμενο και/ή σε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο δυνάμει νομίμου χρέους το ποσό της επίδικης επιταγής ούτε καταβλήθηκε είτε από τον Εναγόμενο ούτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το αντάλλαγμα της έκδοσης της τραπεζικής επιταγής. Με βάση τις οδηγίες και συμβουλές που συνεχώς δίδει η Υπηρεσία ΥΕΑΣΕ σ' όλες τις συνεργατικές, αναφορικά με την έκδοση και την πληρωμή τραπεζικών επιταγών, για να εκδοθεί μια επιταγή από τη Συνεργατική πρέπει να συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις, όπως είναι η τραπεζική πρακτική που ακολουθείται. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές για να εκδώσει η Συνεργατική επιταγή δική της, πρέπει ο πελάτης, ο οποίος ζητάει την έκδοση τραπεζικής επιταγής: (α) Να έχει κατατεθειμένα χρήματα σε λογαριασμό του στη Συνεργατική, η οποία, για να εκδώσει την τραπεζική επιταγή, θα χρεώσει το λογαριασμό του με την αξία της επιταγής. Από την έρευνα την οποία έχει κάνει δεν προέκυψε ότι χρεώθηκε οποιοσδήποτε λογαριασμός του Εναγομένου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου με το ποσό της επίδικης επιταγής. Αντίθετα από την έρευνα προέκυψε ότι η επιταγή χρεώθηκε στον πλαστό λογαριασμό και το πλαστό δάνειο που ανέφερε, η (β) Να έχει εγκριθεί δάνειο και μετά τη σύναψη σχετικής συμφωνίας δανείου να δοθεί τραπεζική επιταγή για την παραλαβή του προϊόντος του δανείου ή για την πληρωμή οποιαδήποτε υπηρεσίας προς την Συνεργατική ή για την αγορά οποιουδήποτε προϊόντος. Δεν έχει προκύψει από την έρευνα του ότι ο Εναγόμενος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο συνήψε οποιοδήποτε γνήσιο δάνειο ή πρόσφερε οποιαδήποτε υπηρεσία στην Συνεργατική ώστε να πάρει την συγκεκριμένη επιταγή αλλά αντίθετα το ποσό της επιταγής χρεώθηκε στον πλαστό λογαριασμό και στο πλαστό δάνειο, ή (γ) Μπορεί επίσης η Συνεργατική να εκδώσει τραπεζική επιταγή είτε για να εξοφλήσει γραμμάτιο εμπροθέσμου καταθέσεως οποιουδήποτε πελάτη είτε για να πληρώσει το πιστωτικό υπόλοιπο οποιουδήποτε άλλου λογαριασμού οποιουδήποτε πελάτη. Ούτε κάτι τέτοιο έχει προκύψει από την έρευνα του. Δεν συνέτρεχε επομένως καμιά από τις πιο πάνω προϋποθέσεις στην περίπτωση του Εναγομένου. Από την έρευνα επίσης προέκυψε ότι ο τέως γραμματέας της Συνεργατικής δεν είχε οποιαδήποτε εξουσία να πληρώνει με επιταγές της Συνεργατικής χρέη δικά του και αν θα εξέδιδε τέτοια επιταγή είχε υποχρέωση να καταβάλει το αντάλλαγμα της τραπεζικής επιταγής που εξέδιδε. Δεν διαπιστώθηκε ούτε ανευρέθη οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο Γραμματέας της Συνεργατικής είχε πληρώσει ο ίδιος το αντάλλαγμα της επίδικης επιταγής ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Αντίθετα φαίνεται ότι η χρέωση της επιταγής έγινε στον πλαστό λογαριασμό και δάνειο. Με βάση τα ευρήματα του και τα συμπεράσματα του θεωρεί ότι: Ο Εναγόμενος εξασφάλισε και εισέπραξε την επίδικη επιταγή όχι καλόπιστα και εν γνώσει του ότι δεν έδωσε οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την είσπραξη της τραπεζικής επιταγής. Ο Εναγόμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι επιταγές της Συνεργατικής εταιρείας εκδίδονται σε πελάτες ή άλλα πρόσωπα στα οποία η εταιρεία οφείλει ή έχουν δώσει αντάλλαγμα στην Συνεργατική. Ο Εναγόμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η Συνεργατική δεν όφειλε σ' αυτόν οποιοδήποτε ποσό και/ή δεν είχε απέναντι του οποιαδήποτε υποχρέωση ώστε να εξασφαλίσει την επιταγή. Ο Εναγόμενος με την είσπραξη της επιταγής, χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη αιτία ή αντιπαροχή, κατέστη εις βάρος της Συνεργατικής αδικαιολόγητα πλουσιότερος και/ή εισέπραξε χρήματα που δεν δικαιούταν να εισπράξει και, επομένως, αυτός οφείλει να επιστρέψει το ποσό της επιταγής πλέον τους σχετικούς τόκους προς 9% από την ημερομηνία εξαργύρωσης της επιταγής μέχρι την επιστροφή του ποσού της επιταγής στην Συνεργατική και να αποκαταστήσει τη ζημιά. Περαιτέρω απαντώντας σε ερώτηση του συνηγόρου των Εναγόντων ανέφερε ότι έχει στην κατοχή του μία σύμβαση εγγύησης του λογαριασμού υπ. Αριθμό 7210528-3 την οποία χωρίς ένσταση κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε Τεκμήριο
- Όπως δε διευκρίνισε η εν λόγω σύμβαση είναι ανυπόγραφη από τα πρόσωπα το όνομα των οποίων αναγράφονται σε αυτήν. Στην αντεξέταση του η οποία ήταν μακρά, ανέφερε ότι ενώ υπάρχουν κάποιοι κανονισμοί εσωτερικοί των Εναγόντων δεν τους είχε στην κατοχή του για να τους καταθέσει στο Δικαστήριο. Επίσης ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις τραπεζικές επιταγές που εκδίδουν οι Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες με αυτές που εκδίδουν οι τράπεζες. Επέμενε ότι για να εκδοθεί μια τραπεζική επιταγή (bankers draft) θα πρέπει είτε αυτή να εκδίδεται δυνάμει κάποιου δανείου που εγκρίθηκε από την Πιστωτική Εταιρεία ή εκδίδεται προς όφελος προσώπου στο οποίο η εκδότρια εταιρεία οφείλει το συγκεκριμένο ποσό της επιταγής για υπηρεσίες που της έχουν προσφερθεί. Όταν δε εκδίδεται τέτοια επιταγή θα πρέπει να εκδοθεί και σχετική απόδειξη για το ποσό που αναφέρεται σε αυτήν έτσι ώστε η πράξη έκδοσης της επιταγής να είναι νόμιμη. Σε ερώτηση κατά πόσο σε περίπτωση που κάποιο πρόσωπο διατηρεί λογαριασμό σε Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να ζητηθεί η έκδοση τραπεζικής επιταγής (bankers draft) απάντησε ότι για να γίνει αυτό πρέπει να υπάρχει αποδεικτικό στοιχείο της κατάθεσης του ποσού σε λογαριασμό, κάτι που στην συγκεκριμένη περίπτωση που αφορά η παρούσα αγωγή δεν υπήρχε. Ούτε και εντόπισε από την έρευνα του οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογούσε την έκδοση της επίδικης επιταγής για Λ.Κ.1.600 προς όφελος του Εναγόμενου. Όσον αφορά την έρευνα που διεξήγαγε αυτή στόχευε στο να εντοπίσει με ποιο τρόπο ο πρώην Γραμματέας των Εναγόντων καταχράστηκε ποσό πέριξ των Λ.Κ.2.500.000 και πού είχαν διοχετευθεί τα λεφτά αυτά. Στα πλαίσια της έρευνας του εντόπισε και την περίπτωση της επίδικης επιταγής για την οποία δεν εντόπισε στοιχείο που να δικαιολογεί την έκδοση της. Ενώ αρχικά απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να πεί κατά πόσο η έκδοση της επίδικης επιταγής είχε προηγηθεί της κατάρτισης του εικονικού δανείου, στη συνέχεια και όταν εξέτασε το Τεκμήριο 5 αποδέχθηκε ότι η έκδοση της επιταγής που ήταν την 1.8.2003, όντως είχε προηγηθεί του ανοίγματος του λογαριασμού που έγινε στις 6.8.2003, με βάση το εικονικό δάνειο αλλά και των πρακτικών της επιτροπείας της εταιρείας για έγκριση του δανείου ημερ. 2.8.
- Σε ερώτηση κατά πόσο ο πρώην Γραμματέας των Εναγόντων προέβη στην κατάρτιση των εικονικών δανείων για να καλύψει ελλείμματα απάντησε ότι αυτό φαίνεται να προκύπτει σαν συμπέρασμα από την έρευνα του αλλά επίσης και για να δικαιολογήσει την έκδοση της επίδικης επιταγής. Σε ερώτηση δε πώς δικαιολογείται η έκδοση της επίδικης επιταγής με βάση τα όσα ισχυρίζεται αφού η κατάρτιση του εικονικού δανείου ήταν μεταγενέστερη, απάντησε ότι τούτο ίσως να έγινε γιατί τα ελλείμματα του Γραμματέα να εγίνοντο προηγουμένως και προσπαθούσε να τα καλύψει εκ των υστέρων. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εικονικό δάνειο είχαν εγκριθεί ως μέλη από την επιτροπεία της Ενάγουσας και προς τούτο παρουσίαζε το αίτημα για εγγραφή ο πρώην Γραμματέας. Επίσης τις εγκρίσεις για τα εικονικά δάνεια τις έθετε ενώπιον της επιτροπείας ο πρώην Γραμματέας της ΣΠΕ τα δε μέλη της επιτροπείας ενέκριναν αυτά τα δάνεια χωρίς να ζητούν οποιεσδήποτε διευκρινήσεις, γι' αυτές δε τις εγκρίσεις καταδικάστηκε ο πρώην πρόεδρος της επιτροπείας των Εναγόντων από ποινικό Δικαστήριο, ο οποίος επίσης είχε λάβει χρήματα από εικονικό δάνειο. Όσον αφορά τα γεγονότα που έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει διότι δεν γνώριζε, αν καταδικάστηκε οποιοδήποτε πρόσωπο. Ακόμα ο μάρτυρας ανέφερε ότι ένα ερώτημα που δεν μπόρεσε να απαντήσει κατά την διάρκεια της έρευνας του, είναι ότι δεν γνωρίζει με ποίο σκεπτικό η επιτροπεία των Εναγόντων ενέκρινε τα εικονικά δάνεια χωρίς να γνωρίζει τα πρόσωπα που αναφέροντο σε αυτά. Όσον αφορά την επιταγή τεκμήριο 2 αναγνώρισε και αποδέχτηκε ότι δεν είναι πλαστή και φέρει τις υπογραφές του Ανδρέα Γεωργίου, πρώην προέδρου της επιτροπείας και του Χριστάκη Γεωργίου, πρώην γραμματέα των Εναγόντων. Σε υποβολή ότι ο Εναγόμενος δεν γνώριζε το τι έκανε ο πρώην γραμματέας των Εναγόντων και ο πρόεδρος της επιτροπείας ή τα μέλη της, αποφεύγοντας να απαντήσει ευθέως, ανέφερε ότι αυτός έπρεπε να γνωρίζει ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν καμία δοσοληψία μαζί του ούτε και είχε εγκριθεί γι' αυτόν δάνειο και ούτε είχε προσφέρει οποιαδήποτε υπηρεσία προς αυτούς, για να δικαιολογείται η έκδοση της επίδικης επιταγής για την οποία δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογούσε την έκδοση της. Σε υποβολή ότι την επίδικη επιταγή την παρέδωσε στον Εναγόμενο τρίτο πρόσωπο για εξόφληση ποσού που χρωστούσε στον Εναγόμενο για υπηρεσίες που του είχε προσφέρει, ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο. Σε άλλη υποβολή ότι ο Εναγόμενος δεν είχε κανένα λόγο να υποψιαστεί ή να γνωρίζει σε τι παράνομες πράξεις προέβαινε ο πρώην Γραμματέας ή η επιτροπεία εις βάρος των Εναγόντων, απάντησε ότι αυτό το οποίο ο ίδιος γνωρίζει είναι πως αυτό δεν έχει καμία σχέση διότι το θέμα ήταν πως πήρε την επίδικη επιταγή γνωρίζοντας ότι δεν είχε καμία σχέση με τους Ενάγοντες και γι' αυτό έπρεπε να ζητήσει την πληρωμή του ποσού που του χρωστούσε από το συγκεκριμένο άτομο και να μην αποδεχτεί προς εξόφληση την επίδικη επιταγή. Σε υποβολή ότι αυτός ο συλλογισμός είναι λανθασμένος διαφώνησε διευκρινίζοντας ότι κατά την έρευνα των γεγονότων που έκανε για να διαπιστώσει πως δημιουργήθηκε το έλλειμμα στους Ενάγοντες ανεξάρτητα από το τι ενέργειες έκανε ο πρώην Γραμματέας και η επιτροπεία των Εναγόντων, ο Εναγόμενος έπρεπε να γνωρίζει πως κατά τον έλεγχο θα εντοπιζόταν η σχετική δοσοληψία από τους Ενάγοντες και με το δίκαιο τους θα ζητούσαν τα λεφτά που δόθηκαν. Σε σχετική δε ερώτηση απάντησε ότι περί τον Αύγουστο 2003 δεν εδόθη οποιαδήποτε πληροφορία ή ένδειξη προς το κοινό ότι συνέβαιναν τα όσα ανέφερε στους Ενάγοντες σχετικά με τις παράνομες πράξεις και ενέργειες του πρώην Γραμματέα και της επιτροπείας. Σε άλλη υποβολή ότι ενδεχόμενα το ποσό της επίδικης επιταγής ήτοι Λ.Κ. 1600 να είχε καταβληθεί στους Ενάγοντες με σκοπό να εκδοθεί η επίδικη επιταγή το οποίο όμως οικειοποιήθηκε ο πρώην Γραμματέας και για να το δικαιολογήσει κατάρτισε το εικονικό δάνειο στο οποίο έκανε αναφορά, απάντησε ότι ο ίδιος δεν έχει οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον του που να δικαιολογεί ένα τέτοιο ισχυρισμό. Σε υποβολή τέλος ότι ο Εναγόμενος ενήργησε καλόπιστα και καλόπιστα φρόντισε να εξασφαλίσει το ποσό της επίδικης επιταγής απάντησε ότι δεν έχει κανένα στοιχείο με το οποίο να μπορεί να επικροτήσει την θέση αυτή. Στην επανεξέταση του σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι από την έρευνα που διεξήγε δεν εντόπισε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο πλην του Εναγομένου το οποίο να συνδέεται με την επίδικη επιταγή. Σε ερώτηση υπό του Δικαστηρίου να διευκρινίσει ποίος ήταν ο εκδότης της επίδικης επιταγής και τούτο διότι στο τεκμήριο 5 αναφέρεται σαν εκδότης ο Χριστάκης Ιωάννου ενώ στην αντεξέταση του ανέφερε ο Χριστάκης Ιωάννου και ο Ανδρέας Γεωργίου απάντησε ότι οι υπογραφές στην επίδικη επιταγή είναι των προσώπων που έχει αναφέρει στην αντεξέταση του, το πρόσωπο δε που συμπλήρωσε την επιταγή είναι η τότε υπάλληλος των Εναγόντων, Έλενα Μιχαήλ αφού είναι τα γράμματα της, την πράξη δε στο ταμείο την έκανε ο Χριστάκης Ιωάννου. Σαν μάρτυρας υπεράσπισης 1 (Μ.Υ.1) κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε τα εξής: Ότι είναι αγρονόμος και τοπογράφος μηχανικός αλλά και αρμόδιος εγγεγραμμένος χωρομέτρης, έχει δε αποφοιτήσει από την Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Αναγνώρισε το Τ.2 , επίδικη τραπεζική επιταγή, η οποία του παραδόθηκε από τον κ. Παναγιώτη Ιωάννου, άλλως «Τσιανάκκα», από το Πολέμι, (στο εξής καλουμένου «ο Τσιανάκκας») προς εξόφληση της αμοιβής του για υπηρεσίες που του είχε προσφέρει. Συγκεκριμένα γύρω στον Ιούλιο 2003 πήγε στο γραφείο του ο «Τσιανάκκας» ο οποίος του ανέθεσε την διενέργεια δυο μελετών για τον διαχωρισμό δυο δικών του τεμαχίων γης, την οριοθέτηση τους και στη συνέχεια την κατάθεση της αίτησης διαχωρισμού στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Για τη συγκεκριμένη εργασία συμφωνήθηκε μεταξύ τους το ύψος της αμοιβής του στην οποία αμοιβή συμπεριλαμβάνετο και η κατάθεση της αίτησης διαχωρισμού στο Κτηματολόγιο καθώς επίσης και τα έξοδα κατάθεσης. Η εν λόγω εργασία αποπερατώθηκε από τον Εναγόμενο την 1/8/2003 και στη συνέχεια ζήτησε από τον «Τσιανάκκα» να του καταβάλει το ποσό της αμοιβής του οπόταν αυτός του παρέδωσε την επίδικη επιταγή. Ο ίδιος ο Εναγόμενος δεν γνώριζε τον γραμματέα των Εναγόντων κατά τον επίδικο χρόνο και ούτε εξ όψεως τον γνωρίζει. Στην αντεξέταση του απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου των Εναγόντων, η οποία επισημαίνω ότι ήταν ιδιαίτερα μακρά, ανέφερε όσον το δυνατόν πιο περιληπτικά τα πιο κάτω: Η συμφωνία που έκανε με τον «Τσιανάκκα» ήταν προφορική έγινε εντός του Ιουλίου του 2003 και εκτέλεσε την εργασία που ανέλαβε δουλεύοντας γι' αυτήν από τον Ιούλιο του 2003 μέχρι και την 1/8/
- Η πρώτη δουλειά που έκανε για τον «Τσιανάκκα» ενόψει των όσων είχαν συμφωνηθεί, ήταν ο διαχωρισμός του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 205 Φ/Σχ XLV/14 στο Πολέμι και η άλλη ο διαχωρισμός του τεμαχίου 365 του Φ/Σχ XLV/
- Η εργασία αυτή συμπεριλάμβανε την μελέτη για τον διαχωρισμό και οριοθέτηση ολόκληρων των τεμαχίων καθώς επίσης και των υπό διαχωρισμό τεμαχίων και την κατάθεση της αίτησης στο Κτηματολόγιο. Οι αιτήσεις κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο και έλαβαν αριθμούς ΑΧ 1446/2003 και ΑΧ 1447/2003 τα τέλη δε που πληρώθηκαν για τις αιτήσεις αυτές ήταν από το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1,600.00 που ήταν η συμφωνηθείσα αμοιβή του, Λ.Κ.25,60 για την μια αίτηση και Λ.Κ.111.00 για την άλλη αίτηση. Και οι δύο υποθέσεις έχουν αποπερατωθεί και ήδη έχουν εκδοθεί από το Κτηματολόγιο νέοι τίτλοι ιδιοκτησίας. Στον δικηγόρο του όταν του ανέθεσε την υπεράσπιση του για την αγωγή αυτή ανέφερε το όνομα «Τσιανάκκας» γιατί αυτό ήταν το όνομα που έδωσε σε αυτόν ο κ. Παναγιώτης Ιωάννου. Το ότι το όνομα Τσιανάκκας ήταν του Παναγιώτη Ιωάννου το γνώριζε αφού όταν του προσκόμισε τους τίτλους ιδιοκτησίας των τεμαχίων για τα οποία θα προέβαινε στον διαχωρισμό, αναγραφόταν σε αυτούς το όνομα του, όμως στο δικηγόρο του έδωσε το όνομα «Τσιανάκκας» που ήταν το παρατσούκλι του κ. Ιωάννου αφού αυτό είχε μείνει στη μνήμη του. Αυτός είναι και ο λόγος που στην Έκθεση Υπεράσπισης του αναφέρεται σαν όνομα του προσώπου που του παρέδωσε την επιταγή το όνομα «Τσιανάκκας». Σε υποβολή δε ότι δεν λέει την αλήθεια και τούτο διότι δεν είχε να λαμβάνει οποιοδήποτε ποσό, απάντησε ότι Παναγιώτης Ιωάννου και «Τσιανάκκας» είναι το ίδιο πρόσωπο και όσα είπε είναι η αλήθεια. Για το πότε τον επισκέφθηκε «ο Τσιανάκκας» ακριβώς δεν ήταν σε θέση να απαντήσει όμως θυμάται ότι ήταν Ιούλιος αφού όταν «ο Τσιανάκκας» τον επισκέφθηκε στο γραφείο του ήταν αφόρητη ζέστη, ήταν δηλαδή καλοκαίρι και αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή Τ.2, έχει ημερομηνία 1/8/
- Ο ίδιος δε ανέγραψε στο φάκελο της υπόθεσης τον αριθμό 2003 και μέσα στα πλαίσια της εργασίας του και για τις απαιτούμενες μελέτες επισκέφθηκε επιτόπια τα ακίνητα δυο φορές για την κάθε υπόθεση. Η συμφωνηθείσα δε αμοιβή του ήταν Λ.Κ.1,600.00 στο οποίο ποσό συμπεριλαμβάνετο και το ποσό για τα δικαιώματα του Κτηματολογίου. Αυτό δε το ποσό είχε συμφωνηθεί μαζί με τον «Τσιανάκκα» πριν την έναρξη των εργασιών. Ο ίδιος ζήτησε από τον «Τσιανάκκα» να του πληρώσει το ποσό που είχε συμφωνηθεί για την αμοιβή του αφού τελείωσε τις μελέτες της οριοθέτησης και εκκρεμούσε η κατάθεση των σχετικών αιτήσεων διαχωρισμού στο Κτηματολόγιο, περί την 1/8/
- Σε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια αφού η επίδικη επιταγή είχε ημερομηνία 1/8/2003 και ήταν αδύνατο να εκδοθεί την ίδια ημέρα, απάντησε ότι μετά που ολοκλήρωσε τις εργασίες επισκέφθηκαν με τον «Τσιανάκκα» τα αγροτεμάχια όπου του υποδείχθηκαν τα ορόσημα που είχαν τοποθετηθεί και στη συνέχεια πήγαν στο σπίτι του όπου υπέγραψε τις αιτήσεις του Κτηματολογίου. Εκεί του ανέφερε πως η πάγια πρακτική του γραφείου του ήταν να πληρώνετο για τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει και μετά να καταθέτονται οι αιτήσεις στο Κτηματολόγιο, οπόταν ο «Τσιανάκκας» του είπε να πιει ένα καφέ και σε δέκα λεπτά θα του έφερνε επιταγή με το ποσό που είχαν συμφωνήσει για τις υπηρεσίες του και τα έξοδα του Κτηματολογίου. Αυτό ακριβώς έγινε, επέστρεψε ο «Τσιανάκκας» σε δέκα λεπτά, του έδωσε την επίδικη επιταγή την οποία εξαργύρωσε στις 3/8/2003 στο υποκατάστημα 133 της Λαϊκής Τράπεζας και ακολούθως στις 5/8/2003 κατέθεσε στο Κτηματολόγιο τις αιτήσεις με αριθμούς ΑΧ1446/03 και ΑΧ1447/
- Σε υποβολή ότι δεν είπε την αλήθεια για την ημέρα που εξαργύρωσε την επίδικη επιταγή διότι 3/8/2003 ήταν Κυριακή, απάντησε ότι είναι απόλυτα σίγουρος για την ημερομηνία που κατέθεσε τις αιτήσεις στο Κτηματολόγιο, για δε την ημέρα που εξαργύρωσε την επιταγή μπορεί να μην είναι 3/8/2003 αλλά σίγουρα ήταν μεταξύ 1/8/2003 και 5/8/
- Σε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια καθότι ήταν μικρό το χρονικό διάστημα για να ολοκλήρωνε όλη αυτή την εργασία εντός του Ιουλίου του 2003, απάντησε ότι η αλήθεια των λεγομένων του αποδεικνύεται από τα έγγραφα του Κτηματολογίου και προς τούτο μπορεί να καταθέσει ο αρμόδιος λειτουργός, η εμπειρία δε του γραφείου του είναι τέτοια που μπορεί να κάμνει μέχρι και 200 μελέτες το μήνα. Τούτο διότι με τα σύγχρονα δορυφορικά συστήματα και την χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι πολύ εύκολο πλέον να διεκπεραιώνονται τέτοιας φύσεως εργασίες. Σε υποβολή ότι η επίδικη επιταγή και αν ακόμα είχε οποιαδήποτε συνεργασία με το «Τσιανάκκα» δεν είχε καμία σχέση με αυτή τη συνεργασία, απάντησε ότι το ποσό της εν λόγω επιταγής και την επιταγή την πήρε για εξόφληση των υπηρεσιών προς τον «Τσιανάκκα» στις οποίες έκαμε αναφορά. Ο ίδιος κατάγεται από την Παναγιά, είναι κοινοτάρχης της Παναγιάς και είναι διευθυντής και υπάλληλος στην εταιρεία Iezekil Trade and Services Co Ltd και στην εταιρεία Πελεκανιάς. Τον γραμματέα της ΣΠΕ (Εναγόντων) δεν τον γνώριζε, έμαθε όμως για τις ατασθαλίες που αυτός είχε κάμει στους Ενάγοντες μετά που έγιναν αυτές. Κατά τον χρόνο δε που είχε κάμει τις εργασίες για τον «Τσιανάκκα», Παναγιώτη Ιωάννου, δεν γνώριζε ποια σχέση είχε αυτός με τον τότε Γραμματέα των Εναγόντων, όμως αντιλήφθηκε και έμαθε μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου και των ατασθαλιών ότι αυτός είχε κάποια σχέση μαζί του. Επίσης ο ίδιος δεν γνώριζε ποιος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κοινοτάρχης της ΣΠΕ Πολεμίου αφού ο ίδιος εκλέγηκε κοινοτάρχης της Παναγιάς το
- Με τους Ενάγοντες δεν είχε ποτέ καμία επαγγελματική σχέση, δεν του χρωστούσαν οποιοδήποτε ποσό και ουδέποτε είχε προσφέρει υπηρεσίες προς αυτούς που να έπρεπε για αυτές να του πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό. Όπου δε έκανε αναφορά στο γραφείο του στη μαρτυρία του, διευκρίνισε ότι ο ίδιος ήταν υπάλληλος και διευθυντής της εταιρείας Iezekil Trade and Services Co Ltd η οποία δραστηριοποιείται στην επιστήμη της τοπογραφίας από το
- Όσον αφορά για το τι έκανε την επίδικη επιταγή όταν του παραδόθηκε δηλαδή αν την εξαργύρωσε ή αν την έκανε κατάθεση, διευκρίνισε ότι μπορεί και να την εξαργύρωσε είτε να την κατέθεσε σε κάποιο λογαριασμό της εταιρείας που εργαζόταν ή ακόμα και προσωπικό του. Ο λόγος δε που εκδόθηκε η επιταγή επ΄ ονόματι του και όχι επ΄ ονόματι της εταιρείας ήταν διότι πολλές φορές οι πελάτες εκδίδουν τις επιταγές προσωπικά στο όνομα του έτσι ώστε να εξαργυρωθεί από τον ίδιο και να πληρωθούν από το ποσό τα τέλη του Κτηματολογίου και το υπόλοιπο να καταβληθεί στην εταιρεία. Έτσι με αυτό τον τρόπο εκδίδεται απόδειξη από την εταιρεία για το ποσό της αμοιβής της και δίδονται οι αποδείξεις για το υπόλοιπο ποσό των τελών του Κτηματολογίου. Απορρίπτοντας υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια απάντησε ότι είπε αυτό έγινε και ακόμα υπάρχουν πελάτες οι οποίοι του δίνουν λεφτά της μετρητοίς. Σε υποβολή ότι ο λόγος που η επίδικη επιταγή ήταν στο όνομα του ιδίου προσωπικά είναι γιατί η εν λόγω επιταγή δεν είχε καμία σχέση με οποιαδήποτε εργασία που είχε προσφερθεί προς τον εκδότη της που ήταν οι Ενάγοντες, απάντησε ότι το ποσό της επιταγής εκ Λ.Κ.1,600.00 το εισέπραξε για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στον «Τσιανάκκα» για τον διαχωρισμό των δύο αγροτεμαχίων. Σε ερώτηση αν εξέδωσε απόδειξη είσπραξης για το ποσό σε οποιοδήποτε πρόσωπο απάντησε ότι λογικά πρέπει να είχε εκδοθεί απόδειξη είσπραξης του ποσού από την εταιρεία Iezekil Trading Services Co Ltd και να δόθηκαν στον «Τσιανάκκα» όπως και οι αποδείξεις του Κτηματολογίου. Σε άλλη υποβολή ότι δεν εκδόθηκε τέτοια απόδειξη και γι΄ αυτό δεν την έφερε μαζί του για να την καταθέσει στο Δικαστήριο απάντησε ότι δεν του είχε ζητηθεί από το δικηγόρο του να προσκομίσει τέτοια απόδειξη. Ο ίδιος δεν ζήτησε από το Τσιανάκκα να του φέρει τραπεζική επιταγή και δεν διερωτήθηκε για ποιο λόγο του έφερε τέτοια επιταγή διότι ο «Τσιανάκκας» είναι άνθρωπος μεγάλης ηλικίας, γύρω στα 80 χρόνια και ως συνήθως αυτής της ηλικίας άνθρωποι δεν έχουν cheque book (βιβλιάριο επιταγών), ή τραπεζική επιταγή θα του έφερνε ή λεφτά της μετρητοίς. Σήμερα για τους συγκεκριμένους διαχωρισμούς όπως και τότε χρεώνουν γύρω στις Λ.Κ.150.00 για κάθε νέο τεμάχιο το οποίο προκύπτει από το διαχωρισμό όμως υπάρχει ενδεχόμενο να γίνει διαπραγμάτευση της αμοιβής τους από τους πελάτες. Για το διαχωρισμό δε που έκαμε του «Τσιανάκκα» και έχοντας δεδομένο την οικονομική κρίση που υπάρχει σήμερα, η χρέωση και σήμερα θα ήταν η ίδια. Σε υποβολή δε ότι η χρέωση του ποσού των Λ.Κ.1,600.00 που έκανε για τη συγκεκριμένη εργασία στον «Τσιανάκκα» είναι εξωπραγματική και κανένας άλλος με το ίδιο επάγγελμα με αυτόν δεν θα χρέωνε αυτό το ποσό, απάντησε ότι με το διαχωρισμό που έγινε στο ένα τεμάχιο θα προέκυπταν δύο νέα τεμάχια και στο άλλο από 8 έως 10 και αυτό δικαιολογεί την χρέωση που έγινε. Σε υποβολή και πάλι ότι με τέτοιες χρεώσεις θα έπρεπε να εισπράττει πέρα των €500.000 το μήνα απάντησε ότι τις χρεώσεις που έκανε ο ίδιος για όλη την εργασία τα εισπράττει σήμερα το Κτηματολόγιο για την κατάθεση μιας τέτοιας αίτησης. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη συμπεριφορά και στάση τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καθώς επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με το περιεχόμενο των τεκμηρίων της υπόθεσης, ακολουθεί η αξιολόγηση τους. Η Μ.Ε.1 νυν γραμματέας της Σ.Π.Ε. Πολεμίου, μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν πρόθυμη και θετική κατά τις απαντήσεις της μεταφέροντας με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο όσα περιήλθαν σε γνώση της μέσα βέβαια από διάφορα έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή της μετά την πρόσληψη της στην υπηρεσία των Εναγόντων. Αυτό μέσα στα πλαίσια της έρευνας που διεξήχθηκε γύρω από την επίδικη επιταγή και των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά στα γεγονότα που αναφέρθηκε η Μ.Ε.1 και τα οποία προκύπτουν από εξ΄ ακοής μαρτυρία, ήτοι τις διάφορες αναφορές που έχουν σχέση με έγγραφα τα οποία περιήλθαν σε γνώση της αποδέχομαι ότι μεταφέρθηκαν με ειλικρίνεια, άλλωστε μέρος αυτών προκύπτει και από τα τεκμήρια που έχει παρουσιάσει. Όμως δεν αποδέχομαι οτιδήποτε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα όπως αυτά κατ' ισχυρισμό της εξελίχθησαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τούτο διότι ότι ανέφερε η Μ.Ε.1 αποτελεί εξ ολοκλήρου εξ ακοής μαρτυρία αφού όπως ή ίδια είπε κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν εργαζόταν στους Ενάγοντες και δεν γνώριζε όπως ευθαρσώς παραδέχτηκε, τι ενέργειες έκανε ο τότε Γραμματέας των Εναγόντων και η Επιτροπεία τους. Όσα κατέθεσε για να ενισχύσει την θέση των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος γνώριζε τις παράνομες κατ' ισχυρισμό ενέργειες του πρώην Γραμματέα των Εναγόντων, είναι δικές της εκτιμήσεις και συμπεράσματα στα οποία κατέληξε όχι επειδή είχε γνώση των γεγονότων αλλά με διάφορες υποθέσεις επί τη βάση των όσων κατά την ίδια ισχύουν στις περιπτώσεις έκδοσης τραπεζικών επιταγών. Συνακόλουθα δεν γίνεται αποδεκτή η θέση της, η οποία άλλωστε δεν πηγάζει από προσωπική γνώση αλλά εκτίμηση, πως ο Εναγόμενος γνώριζε περί των πράξεων του πρώην γραμματέα των Εναγόντων επειδή ως ανέφερε, ο Εναγόμενος παρέλαβε την επίδικη επιταγή χωρίς να είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με τους Ενάγοντες. Συνεπώς δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο μέρος εκείνο που έκανε αναφορά σε επίδικα γεγονότα που δεν είχε προσωπική γνώση και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε. Τούτο βεβαίως παρά το γεγονός ότι αυτή κρίνεται αξιόπιστη. Αποδέχομαι όμως από το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρία της το περιεχόμενο των τεκμηρίων, τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και δεί χωρίς ένσταση η αμφισβήτηση από την υπεράσπιση. Σε σχέση με την ύπαρξη κανονισμών δυνάμει των οποίων τραπεζικές επιταγές εκδίδονται από Πιστωτικά Ιδρύματα μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, επισημαίνω ότι παρά το ότι τόσο αυτή όσο και ο Μ.Ε.2 που έδωσε μεταγενέστερα μαρτυρία δεν παρουσίασαν το εγχειρίδιο και κανονισμούς που και οι δύο έκαναν αναφορά. Ακόμη τα όσα ανέφερε περί των περιπτώσεων έκδοσης τραπεζικών επιταγών δεν υποστηρίζονται από τα συγγράμματα και αυθεντίες που επικαλέστηκε ο συνήγορος των Εναγόντων αφού πουθενά σε αυτά δεν διατυπώνεται η θέση ότι τραπεζικές επιταγές εκδίδονται μόνο στις περιπτώσεις που έκανε μνεία η Μ.Ε.
- Συνακόλουθα τα όσα ανέφερε ότι ισχύουν σήμερα και το πότε εκδίδεται και τι είναι τραπεζική επιταγή για τους Ενάγοντες παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί οι οποίοι όμως δεν τεκμηριώθηκαν με την απόδειξη των σχετικών προς τούτο κανονισμών. Ακόμα ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να αποδεικνύει την ύπαρξη των εν λόγω κανονισμών κατά τον επίδικο χρόνο που εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα υπήρχαν, όπως και η ίδια παραδέχθηκε δεν γνώριζε αν είχαν γνωστοποιηθεί ή κοινοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο στο κοινό και ειδικότερα, και αυτό είναι που ενδιαφέρει στην παρούσα, στον Εναγόμενο. Ακόμη εντοπίζεται σοβαρή αντίφαση στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο οι Ενάγοντες ισχυρίζονται στην Έκθεση Απαίτησης τους, κατάρτισης των εγγράφων του εικονικού δανείου αφού όπως προκύπτει από τα τεκμήρια 3, 4 και 5 για το ποσό του εικονικού δανείου εξεδόθησαν 4 τραπεζικές επιταγές για διάφορα ποσά επ' ονόματι διαφορετικών προσώπων εκ των οποίων τα τρία δεν ήταν καν τα πρόσωπα προς τα οποία παραχωρήθηκε το κατ' ισχυρισμό εικονικό δάνειο. Επίσης τα όσα ανέφερε για το εικονικό δάνειο δεν συνάδουν με τα ίδια τα γεγονότα όπως ή ίδια τα παρέθεσε, που όπως και πιο πάνω επισημαίνω είναι και αποτελούνται από εξ ακοής μαρτυρία, αφού οι ημερομηνίες που αφορούν την παραχώρηση του δανείου ουδεμία σχέση έχουν με την επίδικη τραπεζική επιταγή η οποία εξεδόθη προγενέστερα, πρίν ακόμη και την κατ' ισχυρισμό υποβολή της αίτησης και της έγκρισης των μελών και τού ιδίου του δανείου. Επισημαίνω τέλος από την μαρτυρία της Μ.Ε.1 ότι ενώ αρχικά ήταν κατηγορηματική για το πότε εκδίδεται μία τραπεζική επιταγή από τους Ενάγοντες, αποκλείοντας την περίπτωση να εκδοθεί επ' ονόματι τρίτου προσώπου εκτός αν υπάρχει οφειλή των Εναγόντων προς το τρίτο πρόσωπο, σε σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι εκδίδονται τέτοιες όταν πελάτης τους έχει συνεργασία με το τρίτο πρόσωπο και δίδει στοιχεία για την τοιαύτη συνεργασία έτσι ώστε να εκδοθεί η επιταγή στο όνομα του τρίτου προσώπου. Ήτοι όχι μόνο δεν απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο αλλά στο τέλος το αποδέχτηκε. Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με την Μ.Ε.1 ισχύουν και για τον Μ.Ε.2 αφού έχω ικανοποιηθεί ότι και αυτός μετέφερε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια όσα περιήλθαν σε γνώση του στα πλαίσια της έρευνας που διενήργησε πάντοτε όμως με βάση την μελέτη των διαφόρων εγγράφων που περιήλθαν στην κατοχή του. Στη μακρά εξέταση και αντεξέταση του ήταν σταθερός στις θέσεις του πλην όμως τα όσα ανέφερε σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον επίδικο χρόνο αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι οτιδήποτε έχει αναφέρει σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμό ενέργειες του Εναγόμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο και στους λοιπούς ισχυρισμούς και συμπεράσματα του αναφορικά με γεγονότα που ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση. Όπως και στην περίπτωση της Μ.Ε.1 επισημαίνω ότι ενώ έκανε και αυτός αναφορά και ανέπτυξε σε μάκρος και με περιττή λεπτομέρεια σε ποιες περιπτώσεις, πάντοτε κατά τους ισχυρισμούς του, τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα εκδίδουν τραπεζικές επιταγές επικαλούμενος προς τούτο σχετικούς κανονισμούς που εφαρμόζουν οι Ενάγοντες, δεν παρουσίασε τους εν λόγω κανονισμούς και εγκυκλίους με επακόλουθο να παραμείνουν αυτοί όπως και στην περίπτωση της Μ.Ε.1, ατεκμηρίωτοι. Επίσης τα όσα ανέφερε σε σχέση με το ζήτημα για το πότε και κάτω υπό ποίες προϋποθέσεις τα πιστωτικά ιδρύματα και οι τράπεζες εκδίδουν τραπεζικές επιταγές, δεν υποστηρίζονται, όπως και στην περίπτωση της Μ.Ε.1 από τα συγγράμματα και αυθεντίες που επικαλείται ο συνήγορος των Εναγόντων. Κατά τα λοιπά αποδέχομαι τη μαρτυρία του ιδιαίτερα όπου αυτή ενισχύεται και από το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ενώπιον μου σαν Τεκμήρια. Ακόμα ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να αποδεικνύει την ύπαρξη σχετικών κανονισμών κατά τον επίδικο χρόνο που εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα υπήρχαν, δεν αποδείχθηκε ότι είχαν γνωστοποιηθεί ή κοινοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο στο κοινό και ειδικότερα, και αυτό είναι που ενδιαφέρει στην παρούσα, στον Εναγόμενο ο οποίος δεν ήταν κάν πελάτης των Εναγόντων. Ο ίδιος δε ο Μ.Ε.2 παραδέχτηκε ότι τον Αύγουστο του 2003 δεν υπήρξε καμία ανακοίνωση η γνωστοποίηση προς το κοινό για τα όσα συνέβαιναν στους Ενάγοντες και για τις ενέργειες του Γραμματέα τους. Ακόμη παρουσιάζεται σοβαρή αντίφαση και στην θέση του Μ.Ε.2 με τα ίδια τα έγγραφα - τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τον δικογραφημένο ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος σε συνεργασία με τον πρώην Γραμματέα των Εναγόντων κατήρτισε το εικονικό δάνειο για το ποσό της επίδικης επιταγής. Τούτο διότι όπως προκύπτει από τα τεκμήρια 3, 4 και 5 για το ποσό του εικονικού δανείου εξεδόθησαν 4 τραπεζικές επιταγές για διάφορα ποσά επ' ονόματι διαφορετικών προσώπων εκ των οποίων τα τρία δεν ήταν κάν τα πρόσωπα προς τα οποία παραχωρήθηκε το κατ' ισχυρισμό εικονικό δάνειο. Επίσης τα όσα ανέφερε για το εικονικό δάνειο δεν συνάδουν με τα ίδια τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα παρέθεσε, που όπως και πιο πάνω επισημαίνω είναι και αποτελούνται από εξ ακοής μαρτυρία, αφού οι ημερομηνίες που αφορούν την παραχώρηση του δανείου ουδεμία σχέση έχουν με την επίδικη τραπεζική επιταγή η οποία εξεδόθη προγενέστερα, πρίν ακόμη υποβληθεί η αίτηση και η έγκριση των μελών και τού ιδίου του δανείου. Ούτε επίσης ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί παρουσιάζεται αυτή η ανακολουθία. Αντίθετα και όπως ο ίδιος παραδέχτηκε δεν γνωρίζει το γιατί και για ποίο λόγο η Επιτροπεία των Εναγόντων κατά τον επίδικο χρόνο ενεργούσε με τον τρόπο που ο ίδιος διεπίστωσε, παραχωρώντας τα δάνεια, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου, χωρίς να ακολουθούνται οι νενομισμένες διεργασίες πρίν, κατά την έγκριση και σύναψη του. Αναφορικά με τη μαρτυρία του Εναγόμενου έχω ικανοποιηθεί ότι είναι μάρτυρας της αλήθειας, ήταν συνεπής και σταθερός στη μαρτυρία του και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις η ανακρίβειες. Επισημαίνω δε ότι είναι ο μόνος μάρτυρας ο οποίος είχε προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία έκανε αναφορά καθιστώντας έτσι τα όσα είπε και αναντίλεκτα. Έδωσε δε μαρτυρία με απόλυτα φυσιολογικό τρόπο, ήταν αυθόρμητος και εξήγησε χωρίς κενά η ασάφειες τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δέχθηκε καλόπιστα την επιταγή που του παρέδωσε ο Παναγιώτης Ιωάννου, άλλως «Τσιανάκκας». Επίσης επεξήγησε με απόλυτα σαφή και κατηγορηματικό τρόπο τι είδους εργασία προσέφερε στον «Τσιανάκκα», τον χρόνο που την προσέφερε, το ύψος της αμοιβής του και τους όρους πληρωμής του. Κάποια μικρή αβεβαιότητα σε ημερομηνίες δεν μπορεί να κλονίσει την μαρτυρία του αλλά ούτε και την αξιοπιστία του, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από τον χρόνο που έλαβαν χώραν τα επίδικα γεγονότα και του χρόνου πού έδωσε την μαρτυρία του, ήτοι χρονικό διάστημα πέραν των επτά ετών. Περαιτέρω ο Εναγόμενος κρίνω ότι δεν είχε κανένα κίνητρο αφού δεν συνάγεται τέτοιο από την ενώπιον μου μαρτυρία των Εναγόντων, για την συμμετοχή σε όποιες ενέργειες του Γραμματέα των Εναγόντων κατά τον επίδικο χρόνο για την κατάρτιση του εικονικού δανείου, Τ.1, για ποσό ύψους Λ.Κ.12,000.00 το οποίο να διαμοιραστεί σε αριθμό άλλων ατόμων αφού ό ίδιος θα ελάμβανε μόνο Λ.Κ.1.600.
- Μία τέτοια θέση αντιστρατεύεται την κοινή λογική και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθιστώντας έτσι την δική του εκδοχή που παρέμεινε ουσιαστικά και ακλόνητη, πιο λογικοφανή. Η μόνη αμφισβήτηση χωρίς όμως οποιαδήποτε υποστηρικτική μαρτυρία των όσων είπε ο Εναγόμενος, ήταν η με την μορφή υποβολής ότι γνώριζε η έπρεπε να γνωρίζει πώς οι τραπεζικές επιταγές απ΄ ευθείας από τράπεζες εκδίδονται μόνο όπου το πρόσωπο που δέχεται την επιταγή έχει πιστωτικό λογαριασμό στην τράπεζα η έχει προσφέρει υπηρεσίες σε αυτήν η κατόπιν συμφωνίας δανείου. Ουδεμία όμως μαρτυρία προσκομίστηκε από τους Ενάγοντες η οποία να καταδεικνύει ότι ο Εναγόμενος γνώριζε η μπορούσε έστω να γνωρίζει τις όποιες διαδικασίες η κανονισμούς επικαλέστηκαν οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 που εφάρμοζαν στην έκδοση τραπεζικών επιταγών οι Ενάγοντες. Επίσης δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία πως οι εν λόγω κανονισμοί, αν υπήρχαν, είχαν δημοσιευθεί η κοινοποιηθεί η ευρίσκοντο στη διάθεση του κοινού η των πελατών των Εναγόντων κατά τον επίδικο χρόνο. Συνακόλουθα η θέση αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και συναφώς δεν κλονίζει και την θέση του Εναγομένου ότι ούτε γνώριζε αλλά ούτε και ήταν σε θέση να γνωρίζει τα των εσωτερικών διαδικασιών των Εναγομένων για το συγκεκριμένο ζήτημα. Το αληθές των όσων ισχυρίστηκε σε σχέση με την οφειλή του «Τσιανάκκα» προκύπτει αβίαστα και από την παραδοχή των ιδίων των Εναγόντων ότι η επίδικη τραπεζική επιταγή είχε δοθεί σε αυτόν για εξόφληση χρέους τρίτου προσώπου προς τούτον. Αυτό αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγόντων και παραδέχτηκε και η ίδια η Μ.Ε.
- Ακόμα ένα άλλο στοιχείο το οποίο συνηγορεί στο ότι ο Εναγόμενος είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο είναι και η εν τέλει παραδοχή της Μ.Ε.1 ότι εκδίδονται τραπεζικές επιταγές και απευθείας στο όνομα τρίτων προσώπων νοουμένου ότι πελάτης των Εναγόντων δίνει στοιχεία για συνεργασία με το τρίτο πρόσωπο έτσι ώστε να εκδοθεί η επιταγή στο όνομα του τρίτου προσώπου. Αυτή η παραδοχή της Μ.Ε.1 και εφόσον για τα γεγονότα που οδήγησαν στη έκδοση της επίδικης τραπεζικής επιταγής μόνο από τον Εναγόμενο δόθηκε αποδεκτή μαρτυρία, αν μη τι άλλο δεν αποκλείει την καθ' όλα νομότυπη και μέσα στα πλαίσια και των όσων εφάρμοζαν οι Ενάγοντες, με εκφραστή της πολιτικής και πρακτικής τους κατά τον επίδικο χρόνο τον τέως Γραμματέα τους, έκδοση της εν λόγω επιταγής. Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και αποδεκτή μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση, και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου επί των γεγονότων, έχουν ως ακολούθως: Ο Εναγόμενος ο οποίος είναι αγρονόμος και τοπογράφος μηχανικός αλλά και αρμόδιος εγγεγραμμένος χωρομέτρης, απόφοιτος από την Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργαζόταν και εξακολουθεί να εργάζεται στην εταιρεία του με την επωνυμία Iezekil Trading Services Co Ltd. Τον Ιούλιο 2003 τον επισκέφτηκε στο γραφείο του ο κ. Παναγιώτης Ιωάννου «Τσιανάκκας» (από τώρα και στο εξής καλουμένου «οΤσιανάκκας») ο οποίος του ανέθεσε την διενέργεια δυο μελετών για τον διαχωρισμό δυο δικών του αγροτεμαχίων γης, την οριοθέτηση τους και στη συνέχεια την κατάθεση της αίτησης διαχωρισμού στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Για τη συγκεκριμένη εργασία συμφωνήθηκε μεταξύ τους το ύψος της αμοιβής στην οποία αμοιβή συμπεριλαμβάνετο και η κατάθεση της αίτησης διαχωρισμού στο Κτηματολόγιο καθώς επίσης και τα έξοδα κατάθεσης. Η εν λόγω εργασία αποπερατώθηκε από τον Εναγόμενο μέχρι το τέλος Ιουλίου του 2003 και την 1/8/2003 αφού επισκέφθηκαν τα αγροτεμάχια και επέδειξε στον «Τσιανάκκα» επί τόπου τα όσα επί χάρτου είχαν ετοιμαστεί, μετέβηκαν στο σπίτι του τελευταίου για να διευθετηθεί η εξόφληση του λογαριασμού για την εκτελεσθείσαν εργασία που είχε συμφωνηθεί στο ποσό των Λ.Κ.1,600.
- Αυτό διότι ήταν πάγια τακτική της εταιρείας του να εισπράττουν το ποσό της αμοιβής τους πρίν την κατάθεση των αιτήσεων διαχωρισμού στο Κτηματολόγιο. Στο σπίτι του «Τσιανάκκα» που ήταν στο Πολέμι, ο «Τσιανάκκας» του ζήτησε να περιμένει για λίγα λεπτά καθ΄ ότι θα μετέβαινε στο κατάστημα των Εναγόντων που ήταν δίπλα για να του φέρει τα λεφτά της αμοιβής τους. Έτσι και έγινε, πλήν όμως αντί μετρητά ο «Τσιανάκκας» παρέδωσε στον Εναγόμενο την επίδικη τραπεζική επιταγή που έφερε ημερομηνία 1/8/
- Ο Εναγόμενος στην συνέχεια και αφού εξαργύρωσε την επίδικη τραπεζική επιταγή σε υποκατάστημα της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας στην Λεμεσό, στις 5/8/2003 κατέβαλε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου τα απαιτούμενα τέλη για τον διαχωρισμό των αγροτεμαχίων και καταχώρησε τις σχετικές αιτήσεις που έλαβαν τους αριθμούς ΑΧ 1446/2003 και ΑΧ 1447/2003, τα τέλη δε που πληρώθηκαν για τις αιτήσεις αυτές ήταν από το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1,600.00 που ήταν η συμφωνηθείσα αμοιβή, Λ.Κ.25,60 για την μια αίτηση και Λ.Κ.111.00 για την άλλη αίτηση. Το υπόλοιπο ποσό από το σύνολο των Λ.Κ.1,600.00 το παρέδωσε στην εταιρεία του. Η όλη εργασία πραγματοποιήθηκε μέσα στα πλαίσια της εργασίας του στην εταιρεία του εντός του Ιουλίου
- Ο ίδιος ο Εναγόμενος κατά την επίσκεψη του στο σπίτι του «Τσιανάκκα» στο Πολέμι δεν συνάντησε τον Γραμματέα των Εναγόντων αλλά ούτε και τον γνώριζε κατά τον επίδικο χρόνο. Είναι επίσης εύρημα μου ότι η επίδικη επιταγή των Λ.Κ.1,600.00 (Τ.2) εκδόθηκε από τους Ενάγοντες και έφερε τις υπογραφές των δεόντως εξουσιοδοτημένων προς τούτο προσώπων ήτοι των κ.κ. Χριστάκη Ιωάννου, τέως Γραμματέα και Ανδρέα Γεωργίου τέως Προέδρου της Επιτροπείας των Εναγόντων. Το ποσό της εν λόγω τραπεζικής επιταγής χρεώθηκε την 26/8/2003 στο λογαριασμό του εικονικού δανείου με αριθμό 7210528-3 ανύπαρκτων προσώπων και/ή πελατών των Εναγόντων ( βλέπε Τ.3 και Τ.4) για το οποίο είχε ετοιμαστεί και έγγραφη συμφωνίας εγγύησης (βλέπε Τ.8). Τόσο το Τ.1 όσο και το Τ.8 ουδέποτε υπογράφηκαν από τα πρόσωπα τα ονόματα των οποίων αναφέρονται σε αυτά και τα οποία αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ήταν ανύπαρκτα η από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Όμως από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα και αποδεκτή μαρτυρία δεν προκύπτει ότι ο Εναγόμενος γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη τραπεζική επιταγή των Λ.Κ.1.600,00 η οποία του παραδόθηκε ή ακόμη ότι γνώριζε περί κατάρτισης του εικονικού δανείου (Τ.1) η ακόμη οτιδήποτε που είχε σχέση με τις όποιες ενέργειες του τέως Γραμματέα των Εναγόντων. Επίσης ότι αυτή εκδόθηκε μέσα στα πλαίσια της καθ' όλα νόμιμης σύμβασης και της συνεργασίας που είχε ο Εναγόμενος με τον «Τσιανάκκα». Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι η αίτηση για να εγγραφούν σαν μέλη των Εναγόντων τα ανύπαρκτα πρόσωπα του δανείου (2/8/2003), η έγκριση τους (9/9/2003), το άνοιγμα του λογαριασμού (6/8/2003), η ετοιμασία της συμφωνίας δανείου (26/8/2003) και η κατανομή των πληρωμών (26/8/2003) έγιναν μεταγενέστερα της έκδοσης και παράδοσης της επίδικης τραπεζικής επιταγής (1/8/2003) στον Εναγόμενο από τον «Τσιανάκκα». Ακόμη έχοντας υπόψη μου την αποδεκτή μαρτυρία αποτελεί εύρημα μου ότι η έκδοση και παράδοση της επίδικης τραπεζικής επιταγής στον Εναγόμενο από τον «Τσιανάκκα» ουδεμία σχέση είχε με το εικονικό δάνειο Τ.1 και συνακόλουθα η παρουσιαζόμενη πληρωμή του ποσού αυτής από το ποσό του εικονικού δανείου έγινε από τον τέως Γραμματέα των Εναγόντων όπως και η κατάρτιση του εικονικού δανείου, για κάλυψη ελλειμμάτων που προέκυψαν κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στους Ενάγοντες που ουδεμία σχέση είχαν η αφορούσαν τον Εναγόμενο. Επίσης με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, Τ.4, ο τέως Γραμματέα της Συνεργατικής κατένειμε το ποσό του εικονικού δανείου εκ Λ.Κ.12,000.00, για αποκλειστικά δικούς του σκοπούς που εν πάση περιπτώσει ουδεμία σχέση είχαν με τον Εναγόμενο, με τον εξής τρόπο: · Ποσόν £243,13 παρουσιάζεται ότι πληρώθηκε σε μετρητά στις 26/08/
- · Το υπόλοιπο δε ποσό παρουσιάζεται ότι πληρώθηκε με επιταγές της Συνεργατικής σε διάφορα άτομα ένα από τα οποία είναι ο Εναγόμενος Ιεζεκήλ Ιεζεκήλ. Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι ο πρώην Γραμματέας των Εναγόντων, κ. Χριστάκης Ιωάννου, αντικαταστάθηκε με την Μ.Ε. 1 κα Χριστιάνα Ηλιάδου από τα καθήκοντα του λόγω ατασθαλιών και παρατυπιών, και τούτο μετά την πραγματοποίηση σχετικής έρευνας από την Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών (ΥΕΑΣΕ), την οποία διενήργησε ο Μ.Ε.
- Μέρος δε της έρευνας του Μ.Ε.2 κάλυψε και το εικονικό δάνειο Τ.1, για την οποία ετοίμασε σχετική έκθεση (βλέπε Τ.5). Όμως αποτελεί συν τω χρόνω εύρημα μου, πως από την τοιαύτην έρευνα του Μ.Ε.2 δεν προκύπτουν στοιχεία ότι για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καταδικάστηκε οποιοδήποτε πρόσωπο για την διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος. Νομική πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι αστική και η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Επιπλέον, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους Ενάγοντες, να αποδείξουν δηλαδή τους ισχυρισμούς τους οι οποίοι περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης. Η απόσειση δε του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της αποδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά δε αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Όπως αναφέρεται στα διάφορα συγγράμματα που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έχουν παραπέμψει το Δικαστήριο μια τραπεζική επιταγή (bankers draft) δεν είναι συνήθης επιταγή και τούτο διότι δεν υπάρχει διαφορά στο πρόσωπο του εκδότη και του αποδέκτη. Η τραπεζική επιταγή είναι ισάξια με γραπτή υπόσχεση χρέους και ο κάτοχος της δύναται με δική του επιλογή να την μεταχειριστεί είτε ως μία συναλλαγματική ή ως μία γραπτή αναγνώριση χρέους. Βλέπε σύγγραμμα Paget´s Law of Banking 13th Edition, σελ. 341, παράγραφος 15.
- Επίσης βλέπε τα συγγράμματα στα οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος των Εναγόντων Banker and Customer Relationship and the Accounts of Personal Customers του L. C. Mather, σελ. 187-189 και Sheldon and Fidler´s Practice and Law of Banking του P.J.M. Fidler, σελ.
- Στον δε Περί Συναλλαγματικών Νόμο Κεφ. 262 άρθρο 27
(1)αναφέρονται τα εξής: «27
(1). Αντιπαροχή που έχει αξία για συναλλαγματική δύναται να συνίσταται (α) από οποιαδήποτε αντιπαροχή επαρκή να στηρίξει σύμβαση, (β) από προηγούμενο χρέος ή υποχρέωση.» Συνακόλουθα λαμβάνοντας υπόψη την δικογραφημένη βάση και αιτία αγωγής κρίνω ότι τα πλείστα εκ των όσων αναφέρει ο συνήγορος των Εναγόντων για τη νομική πτυχή και νομολογιακές αρχές που έχουν καθιερωθεί αναφορικά με αντάλλαγμα και νόμιμη αντιπαροχή σε συνήθη επιταγή, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Τούτο διότι η επίδικη επιταγή είναι τραπεζική επιταγή και με βάση τις αρχές που και ο ίδιος ο συνήγορος των Εναγόντων έχει επικαλεστεί και την ερμηνεία που δίδεται από τους έγκριτους συγγραφείς στα συγγράμματα στα οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο, δεν τυγχάνει της ίδιας μεταχείρισης και αντιμετώπισης με την συνήθη επιταγή. Το αντάλλαγμα για την έκδοση μίας τραπεζικής επιταγής εισπράττεται και /η χρεώνεται αμά τη εκδώσει της από τον αιτούντα την έκδοση της και συνακόλουθα στην περίπτωση που δικαιούχος είναι καλόπιστος τρίτος, αυτός δεν έχει καμία σχέση η ανάμιξη στις διαδικασίες που προηγηθήκαν. Επίσης διότι ακόμη και στην περίπτωση που η επίδικη επιταγή μπορούσε να εκκλειφθεί σαν μία συνήθης επιταγή και πάλιν τα όσα ισχύουν στις περιπτώσεις μη πληρωμής ελλείψει νομίμου και καλού ανταλλάγματος, δεν θα εφαρμόζοντο διότι ο Εναγόμενος έχει ήδη εισπράξει την αξία της επίδικης επιταγής. Συνακόλουθα η ιδιαίτερη αναφορά στην απόφαση της Αγγλικής υπόθεσης Oliver v.Davis, ανωτέρω, από τον συνήγορο των Εναγόντων, εν όψει των γεγονότων της που και εκεί αφορούσαν την ανάκληση πληρωμής συνήθους επιταγής, ουδεμία αντιστοιχία έχουν με αυτά της παρούσας υπόθεσης και συναφώς ούτε και τα όσα με αυτήν έχουν καθιερωθεί στις περιπτώσεις έκδοσης συνήθους επιταγής για χρέος τρίτου προσώπου κι όχι του εκδότη. Όσον αφορά το ζήτημα της απόδειξης του δόλου όπου γίνεται επίκληση του σε αστικές υποθέσεις αρκετά διαφωτιστική επί του ζητήματος αυτού είναι η υπόθεση στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο και ο συνήγορος του Εναγομένου, Τσιάρτας κ.ά. ν. Alocay Holdings Ltd, Πολ. Έφ. 20/2008, ημερ. 24.9.2010. Συγκεκριμένα στη τρίτη πρίν από τέλος παράγραφο, της απόφασης ο Δικαστής Κραμβής αναφέρει τα εξής: «Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol. 18, p. 189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. (Βλ. επίσης Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2004)1(Β) ΑΑΔ 992). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ΄ ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 CLR 547. Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσίβλητη απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό αυστηρότητας που απαιτείται δόλο των εφεσειόντων με βάση τις λεπτομέρειες της αγωγής.» Ακόμη και έχοντας κατά νου τη φύση που έχει η απαίτηση των Εναγόντων αλλά και τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης, τόσο μέσα από τα δικόγραφα αλλά και μέσα από τη μαρτυρία και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κεφ. 149 προκειμένου να στοιχειοθετηθεί απάτη προϋποτίθεται η σύναψη σύμβασης με σκοπό την εξαπάτηση του αντισυμβαλλόμενου. Στην ενώπιον μου υπόθεση οι ίδιοι οι Ενάγοντες μέσα από την μαρτυρία που παρουσίασαν και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, σε καμία περίπτωση αναφέρονται σε ύπαρξη η κατάρτιση σύμβασης μεταξύ τούτων και του Εναγομένου. Ακριβώς το αντίθετο ισχυρίζονται και συνακόλουθα τα όποια νομικά ζητήματα η αρχές σε σχέση με ισχυρισμούς περί επίδειξης συμπεριφοράς από τον Εναγόμενο που ανάγεται σε απάτη η προσπάθειας εξαπάτησης των Εναγόντων δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ότι η επίδικη τραπεζική επιταγή εξεδόθη καθ' υπέρβαση εξουσίας από τον τέως Γραμματέα τους η από άλλο μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και γι αυτό ο Εναγόμενος δεν κατέστη νόμιμος κάτοχος αυτής, χρήσιμα και πλήρως διαφωτιστικά είναι τα όσα έχουν αναφερθεί από τον αείμνηστο Δικαστή Ηλιάδη, στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co LTD v. Λώρη Ηρακλέους,
(2003)1 Β, Α.Α.Δ σελ 722 και επόμενες. Ειδικότερα παραπέμπω στις σελ. 731 - 733 όπου αναφέρονται τα εξής: «(ii) Η εγγυητική εκδόθηκε από το Γραμματέα της εταιρείας καθ' υπέρβαση εσωτερικών κανονισμών. Τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του Γραμματέα της εφεσείουσας περιγράφονται στο σχέδιο υπηρεσίας, που καθορίζει ότι ο Γραμματέας, "είναι το εκτελεστικό όργανο της εταιρείας και ενεργεί σύμφωνα με τις εκάστοτε οδηγίες/αποφάσεις της Επιτροπείας και τις πρόνοιες της περί Συνεργατικών Εταιρειών Νομοθεσίας. Προϊσταται του προσωπικού της εταιρείας και είναι υπεύθυνος για την οργάνωση, διοίκηση, συντονισμό και προγραμματισμό των δραστηριοτήτων της εταιρείας." ........................................ Η εφεσείουσα εισηγείται ότι η σχετική εγγύηση δεν είναι έγκυρη γιατί δόθηκε κατ' αντίθεση προς τους Ειδικούς Κανονισμούς της ΣΠΕ Παλλουριώτισσας. Είναι η θέση της εφεσείουσας ότι η εφεσίβλητη θα έπρεπε να εξετάσει αν η σχετική εγγύηση είχε εκδοθεί νόμιμα, αφού θα μπορούσε να λάβει γνώση του περιεχομένου των Ειδικών Κανονισμών σύμφωνα με το Άρθρο 18 του Νόμου 22/85 που προνοεί ότι, "Εκάστη εγγεγραμμένη εταιρεία θα τηρή εις την εγγεγραμένην διεύθυνσιν της αντίγραφο του παρόντος Νόμου, των θεσμών, των ειδικών κανονισμών της και του καταλόγου των μελών της ελεύθερα προς εξέτασιν, αντί πληρωμής δικαιωμάτων κατά πάντα εύλογον χρόνον." Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η εφεσίβλητη είχε την υποχρέωση να εξετάσει πριν την έκδοση της εγγύησης κατά πόσο η εφεσείουσα έχει συμμορφωθεί προς τις διατάξεις των εσωτερικών κανονισμών της. Η απάντηση είναι ότι όταν ένας διευθυντής ή αξιωματούχος μιας εταιρείας που διορίζεται νόμιμα ενεργεί καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχονται, η εταιρεία δεσμεύεται από τις πράξεις του, σύμφωνα με την απόφαση Royal British Bank v. Turquand [1856] E and B 327 [1843-1860] All E.R. Rep. 435). Στην πιο πάνω υπόθεση μια εταιρεία υπέγραψε μια εγγύηση που έφερε τη σφραγίδα της εταιρείας και την υπογραφή δύο διευθυντών. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του καταχωρημένου εγγράφου (registered deed of settlement) που αντιστοιχούσε προς το περιεχόμενο του καταστατικού (articles of association), οι διευθυντές θα μπορούσαν να δανεισθούν με εγγύηση τέτοια ποσά που θα εγκρίνονταν σε συνεδρία με σύνηθες ψήφισμα (ordinary resolution). Ουδεμία συνεδρία συγκλήθηκε και ουδεμία απόφαση λήφθηκε για τη σύναψη οποιουδήποτε δανείου. Αποφασίστηκε ότι η εγγύηση ήταν δεσμευτική για την εταιρεία, αφού οι δανειστές είχαν το δικαίωμα να συμπεράνουν ότι είχε ληφθεί σχετική απόφαση για τη σύναψη του δανείου. ........................................ Η υιοθέτηση του δόγματος βασίζεται στην κοινή λογική που στοχεύει στην προώθηση των εμπορικών συναλλαγών. Η ανάπτυξη των εμπορικών δοσοληψιών με εταιρείες θα ήταν τρομερά δύσκολη αν ένα πρόσωπο που είχε πρόθεση να συμβληθεί με μια εταιρεία θα έπρεπε να βεβαιώνεται ότι οι αξιωματούχοι της εταιρείας με τους οποίους συναλλαττόταν είχαν πραγματική εξουσία προς τούτο. Το δόγμα δεν είναι μόνο πρακτικό αλλά και δίκαιο. Ο μεγάλος αριθμός των πιστωτών μιας εταιρείας δεν πρέπει να χάνει το δικαίωμα να εισπράξει το λαβείν του, γιατί μια εταιρεία ισχυρίζεται ότι ένας συγκεκριμένος αξιωματούχος ενήργησε κατά παράβαση εξουσίας ενεργώντας σε αντίθεση με κάποιο εσωτερικό κανονισμό. Ο πιο πάνω κανόνας που αποτελεί μια βασική πτυχή του εταιρικού δικαίου, δεν εφαρμόζεται όταν
(1)Το πρόσωπο που συναλλάττεται με την εταιρεία γνωρίζει ότι οι εσωτερικοί κανονισμοί έχουν καταστρατηγηθεί (Howard v. Patent Ivory Co. [1888] 38 Ch. D. 156),
(2)Το έγγραφο είναι προϊόν πλαστογραφίας (Ruben v. Great Fingall Consolidated [1906] A.C. 439),
(3)Το πρόσωπο που συναλλάττεται με την εταιρεία είχε κάποια προειδοποίηση να προβεί στις δέουσες ενέργειες και παρέλειψε να το πράξει (Underwood (A.L.) Ltd v. Bank of Liverpool and Martins Ltd [1924] 1 K.B. 775), και
(4)Το πρόσωπο που συναλλάττεται με την εταιρεία δεν έχει επιθεωρήσει τα δημόσια έγγραφα της εταιρείας (που συμπεριλαμβάνουν το ιδρυτικό έγγραφο και το καταστατικό της εταιρείας (memorandum and articles of association), τα συνήθη και έκτακτα ψηφίσματα (special and extraordinary resolutions), τον κατάλογο των διευθυντών (particulars of directors) και τον κατάλογο επιβαρύνσεων (register of charges). Στην παρούσα περίπτωση η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι η σχετική ανάληψη της εγγυητικής υποχρέωσης εκ μέρους της είναι άκυρη, γιατί κατά τον ουσιώδη χρόνο το πρόσωπο προς όφελος του οποίου δόθηκε η σχετική εγγύηση δεν είχε κατατεθειμένο στο όνομα του ανάλογο ποσό ή εξασφάλιση. Η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο τότε Γραμματέας της εφεσίβλητης εξέδωσε την επίδικη εγγυητική επιστολή κατά παράβαση του Ειδικού άρθρου 2
(1)των Ειδικών Κανονισμών της εφεσίβλητης, είναι ορθό. Όμως η ενέργεια αυτή του Γραμματέα δεσμεύει την εφεσείουσα αφού εμπίπτει μέσα στα συνήθη πλαίσια των εργασιών της εφεσείουσας και μέσα στη σφαίρα της εκτέλεσης των καθηκόντων του Γραμματέα που οδηγούν στην εφαρμογή του κανόνα όπως αυτός έχει διαμορφωθεί με την απόφαση Royal British Bank v. Turquand. Ένα πρόσωπο που συναλλάττεται με μια εταιρεία δεν έχει υποχρέωση να διερευνά και να βεβαιώνεται ότι οι εσωτερικές διαδικασίες έχουν ακολουθηθεί κανονικά. Αντίθετα μπορεί να βασισθεί στον κανόνα ότι όλα έγιναν σωστά και νομότυπα. (Omnia praesumuntur rite et solemniter esse acta). (Βλ.Palmers "Company Law" 21η Έκδοση, σελ. 245). Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Lord Simons στην υπόθεση Morris v. Kanssen [1946] 1 All E.R. 586
(592), ". . persons contracting with a company and dealing in good faith may assume that acts within its constitution and powers have been properly and duly performed and are not bound to inquire whether acts of internal management have been regular." (Βλ. επίσης Garrand v. James [1925] 1 Ch. 616). Σε ελεύθερη μετάφραση, "... πρόσωπα που συμβάλλονται με μια εταιρεία που ενεργούν με καλή πίστη μπορούν να υποθέσουν ότι πράξεις που τυγχάνουν εξουσιοδότησης από τους κανονισμούς και τις εξουσίες της εταιρείας έχουν εκτελεσθεί σωστά και δεν είναι υπόχρεοι να εξετάσουν κατά πόσο πράξεις εσωτερικής διοίκησης είναι κανονικές." Η εφεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι η σχετική εγγύηση δόθηκε σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς της εφεσείουσας. Η υιοθέτηση μιας τέτοιας ενέργειας θα ανέτρεπε το ισοζύγιο των εμπορικών δραστηριοτήτων. Όπως έχει πει ο Δικαστής Lord Simons στην υπόθεση Morris v. Kanssen [1946] 1 All E.R. 586
(592), ....................................... Η δυνατότητα που είχε δοθεί στο Γραμματέα να προβαίνει στην έκδοση τέτοιων εγγυήσεων, παρείχε το δικαίωμα στην εφεσίβλητη να υποθέσει ότι η εγγύηση είχε δοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες των εσωτερικών κανονισμών. Δεν έχει προσφερθεί οποιουδήποτε είδους μαρτυρία που δεν θα επέτρεπε την εφαρμογή του κανόνα σύμφωνα με τις εξαιρέσεις που έχουν καθιερωθεί νομολογιακά.» Τέλος σε σχέση με το ζήτημα του ισχυρισμού από πλευράς Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος τους οφείλει το ποσό της επιταγής επί τη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή διότι καταβλήθηκε σε αυτόν το εν λόγω ποσό εκ λάθους ή άνευ ανταλλάγματος, η νομική πτυχή για το συγκεκριμένο ζήτημα καλύπτεται από το άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Όπως αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο: «
- Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου η παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε η να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε.» Για το συγκεκριμένο ζήτημα χρήσιμα και πλήρως διαφωτιστικά είναι τα όσα έχουν αναφερθεί από τον Δικαστή Νικολαΐδη στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ειρήνη Πιτζιόλη ν. 1.Ανδρέα Κωνσταντίνου
- Ελένης Κωνσταντίνου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1432, όπου στις σελίδες 1436 και 1439 αναφέρονται τα εξής: «Ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι δεν υπήρχε μαρτυρία που να δείχνει ότι ο εφεσίβλητος γνώριζε πως τα χρήματα εκείνα ανήκαν στην εφεσείουσα. Περαιτέρω, ακόμα κι' αν ο εφεσίβλητος γνώριζε το παράνομο των πράξεων του εναγόμενου, η παρουσία του και μόνο, όταν γίνονταν οι διάφορες συναλλαγές, δεν τον καθιστά βέβαια συναδικοπραγήσαντα μέσα στην έννοια των άρθρων 11 και 12
(1)(α) του Κεφ.148. Δεν αποδεικνύεται δηλαδή ότι συνήργησε και παρείχε συνδρομή, συμβουλή ή έγκριση των πράξεων του εναγόμενου. ....................................... Ο αθέμιτος πλουτισμός είναι μια ιδιόρρυθμη νομική έννοια. Η γενική αρχή που τίθεται προβλέπει ότι όπου ο εναγόμενος έχει αθέμιτα πλουτίσει εις βάρος του ενάγοντα, θα πρέπει να τον αποκαταστήσει (Hanbury & Martin, "Modern Equity" 14η έκδοση, σελ. 641). Η αρχή εφαρμόζεται κυρίως στα θέματα οιωνεί συμβάσεων, αλλά περιλαμβάνεται και στις συμβάσεις, τις αδικοπραξίες και πολλές περιοχές του δικαίου της επιείκειας. Το δικαίωμα αποκατάστασης δεν υπάρχει βέβαια, σε κάθε περίπτωση αθέμιτου πλουτισμού. Στην παρούσα υπόθεση η εφεσίβλητη δεν είχε άμεση επαφή ή οποιαδήποτε νομική σχέση με την εφεσείουσα. Η εξόφληση του δανείου στη ΣΠΕ Κλήρου έγινε από χρήματα τα οποία ο εναγόμενος κατέθεσε, εν αγνοία της. Τα χρήματα αυτά μπορεί να προέρχονταν από χρήματα της εφεσείουσας, χρειάζεται όμως κάτι περισσότερο για να θεωρηθεί ότι η εφεσίβλητη κατέστη αθεμίτως πλουσιότερη εις βάρος της.» Στην δε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του Εναγομένου, Minerva Finance & Investment Limited v. Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1Δ Α.Α.Δ 2173, ο Δικαστής Κωνσταντινίδης στις σελίδες 2180, 2181 και 2182 αναφέρει τα εξής: «Ουδέποτε ο εφεσίβλητος, με τη μαρτυρία του, επικαλέστηκε οποιοδήποτε λάθος. Ούτε ήταν δικαιολογημένο τέτοιο συμπέρασμα από τα γεγονότα στο σύνολό τους. Αντίθετα, η μαρτυρία του εφεσίβλητου σύμφωνα με την οποία πλήρωσε υπό διαμαρτυρία και επιφύλαξη για επαναδιεκδίκηση του ποσού ήταν ασυμβίβαστη προς λάθος. Δεν ήταν ποτέ ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου πως κατέβαλε το ποσό επειδή για οποιοδήποτε λόγο νόμισε ότι όφειλε ή έστω ότι οι εφεσείοντες δικαιούνταν στην είσπραξη του. Ο ισχυρισμός του ήταν πως το πλήρωσε γιατί μόνο έτσι θα αποκτούσε το έντυπο. Με δηλωμένη, κατά την εκδοχή του, πρόθεση επαναδιεκδίκησης του, ακριβώς επειδή δεν θεωρούσε ότι υπήρχε νόμιμη αιτία πληρωμής του. (βλ. σχετικά Pollock and Mulla India Contract and Specific Relief Acts 9 έκδοση σελ. 519). ....................................... Θα προσθέταμε εδώ πως αρκετά πρόσφατα, στην υπόθεση Woolwich Building Society v. IR.C. (H.L.(E)) [1993] A.C. 167 αποφασίστηκε πως όπου έχει πληρωθεί ποσό χρημάτων αχρεωστήτως αλλά ο πληρώσας δεν μπορεί να θεμελιώσει κάποια βάση για επιστροφή του, το ποσό δεν μπορεί να επιστραφεί. Τέτοια βάση θα μπορούσε να είναι το λάθος, ως πτυχή της ευρύτερης έννοιας που συνοπτικά αποδίδεται με τον όρο "money had and received ". (Χρήματα του ενάγοντα που λήφθηκαν από τον εναγόμενο). Όρος που στην Κύπρο, στο πλαίσιο του Άρθρου 72 του Κεφ.149 καλύπτει και το νομικό λάθος (βλ. George William Portsmouth v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1967)1 C.L.R. 87 και συναφώς C.T.C. Consultants ν. Grindlays Bank
(1988)1 C.L.R. 294). ........................................ Όπως έχει τονισθεί, δεν εφαρμόζεται το άρθρο στις περιπτώσεις στις οποίες η πράξη για την οποία επιδιώκεται αποκατάσταση, που περιλαμβάνει και την πληρωμή χρημάτων, τελείται μετά από ρητή απαίτηση (express request) του εναγομένου.» Συμπεράσματα - τελική κατάληξη του Δικαστηρίου Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και υπαγάγοντας τα ευρήματα μου στην νομική πτυχή που καλύπτει την παρούσα υπόθεση, καταλήγω στα εξής: Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προαναφερθέντα και ειδικότερα στην αδυναμία κατάληξης σε ασφαλή ευρήματα ελλείψει μαρτυρίας, αναφορικά με το πώς και με ποίον τρόπο ο «Τσιανάκκας» εξασφάλισε και κατάφερε να του εκδόσουν οι Ενάγοντες δια του τέως Γραμματέα τους, την επίδικη τραπεζική επιταγή αλλά και της κατάληξης υπό του Δικαστηρίου σε εύρημα ότι ο Εναγόμενος δε γνώριζε οτιδήποτε ως προς τον τρόπο ή τις συνθήκες που ο τέως Γραμματέας των Εναγόντων κ. Χριστάκης Ιωάννου εξέδωσε την επίδικη επιταγή, κρίνεται ότι αυτός την παρέλαβε καλή τη πίστη και έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος για την αξία της προσφερθείσας υπηρεσίας για τον διαχωρισμό δύο αγροτεμαχίων από την εταιρεία του, προς τον «Τσιανάκκα». Επίσης η επίδικη τραπεζική επιταγή εκδόθηκε από πρόσωπο που δέσμευε με τις ενέργειες του τους Ενάγοντες κατά τον επίδικο χρόνο και η έκδοση της βρισκόταν μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του. Συνακόλουθα κρίνεται ότι η αγωγή των Εναγόντων στη βάση της αξίωσης τους για επίδειξη δόλου, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία καθ΄ ότι καθίσταται σαφές ότι καμία λεπτομέρεια δόλου ή απάτης από τις προβαλλόμενες στην Έκθεση Απαίτησης έχει αποδειχθεί εις βάρος του Εναγομένου. Ούτε και έχει αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος ενήργησε σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή είτε ανέντιμα είτε ανήθικα η με τρόπο που να αντίκειται στα συναλλακτικά ήθη και έθιμα κατά την διεξαγωγή και τέλεση εμπορικών συναλλαγών η συμβάσεων (βλέπε Τσιάρτας κ.ά. ν. Alocay Holdings Ltd, ανωτέρω), για να καταστεί δυνατή η απόδοση σε αυτόν των όσων του αποδίδουν οι Ενάγοντες περί δόλιας συμπεριφοράς η εξαπάτησης τους. Ακόμη κρίνεται πως δεν είναι δικαιολογημένο με βάση τα ευρήματα της υπόθεσης, να καταλογιστεί οποιαδήποτε νομική ευθύνη στον Εναγόμενο για όποια λάθη ή ατασθαλίες έχουν συμβεί ενδοϋπηρεσιακά κατά την διάρκεια των συνήθων εργασιών των Εναγόντων ή από συμπεριφορές των υπαλλήλων ή εκπροσώπων τους και ιδιαίτερα του τέως Γραμματέα τους και της Επιτροπείας τους. Δεν γνώριζε αλλά ούτε και ήταν δυνατό αλλά ούτε και αναμενόμενο να γνωρίζει ο Εναγόμενος τις διαδικασίες έκδοσης τραπεζικής επιταγής από τους Ενάγοντες. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που εξάγετο το συμπέρασμα πως ο Εναγόμενος γνώριζε για ταύτες, ουδεμία ευθύνη δύναται να του αποδοθεί, εκτός βεβαίως αν αποδεικνύετο ότι ενήργησε δόλια είτε από μόνος του είτε σε συνέργεια με τον τέως Γραμματέα των Εναγόντων η άλλο πρόσωπο, στην έκδοση της. Επί τη βάση δε των όσων αναφέρονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co LTD v. Λώρη Ηρακλέους, ανωτέρω, οι Ενάγοντες εδεσμεύοντο κατά τον ουσιώδη χρόνο από τις πράξεις, παραλείψεις και ενέργειες του τέως Γραμματέα τους που αυτός προέβαινε μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, όπως βεβαίως ήταν και η διαδικασία της έκδοσης της επίδικής τραπεζικής επιταγής. Συνακόλουθα δεν νομιμοποιούνται έστω κι αν αυτός ενήργησε καθ' υπέρβαση των εξουσιών η καθηκόντων του η δόλια, να αξιώνουν από τον Εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό που κατ' ισχυρισμό ζημιώθηκαν συνεπεία των τοιούτων ενεργειών η και παραλείψεων του πρώην Γραμματέα τους. Ούτε και έχει προσφερθεί οποιουδήποτε είδους μαρτυρία που δεν θα επέτρεπε την εφαρμογή του κανόνα σύμφωνα με τις εξαιρέσεις που έχουν καθιερωθεί νομολογιακά. Όσον αφορά στη αξίωση τους επί τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού που εγείρουν οι Ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης τους, αλλά και τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος εισέπραξε χρήματα που δεν δικαιούταν ή κατά λάθος, κρίνεται πως εφ΄ όσον ο Εναγόμενος εισέπραξε τα χρήματα της επίδικης τραπεζικής επιταγής καλή τη πίστη και στη βάση καλού και νόμιμου ανταλλάγματος που έδωσε στον «Τσιανάκκα», ως τα ευρήματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο ανωτέρω, ούτε αυτές οι βάσεις αγωγής δύνανται να επιτύχουν. Επιπρόσθετα σημειώνονται τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Ειρήνη Πιτζιολή ν. Α. Κωνσταντίνου κ.ά. ανωτέρω μέσα από τα οποία προκύπτει ότι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δικαιολογεί αποκατάσταση κυρίως στα θέματα οιονεί συμβάσεων, αλλά περιλαμβάνει και τις περιπτώσεις συμβάσεων, αδικοπραξιών και περιπτώσεων δικαίου επιείκειας. Στην παρούσα υπόθεση όπως έχει διαφανεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά και από τα όσα επικαλούνται και οι ίδιοι οι Ενάγοντες, ο Εναγόμενος δεν είχε άμεση επαφή ή νομική η άλλη συμβατική σχέση μαζί τους. Περαιτέρω επί τη βάση των όσων αναφέρονται στην υπόθεση Minerva Finance & Investment Limited v. Γεώργιου Γεωργιάδη, ανωτέρω, λόγω του ότι ο Εναγόμενος έλαβε την επίδικη τραπεζική επιταγή κατόπιν νόμιμης απαίτησης δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για εφαρμογή της εν λόγω αρχής και των όσων προνοούνται στο άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Τέλος σε σχέση με την επίκληση στην Έκθεση Απαίτησης υπό των Εναγόντων της εκ λάθους καταβολής του ποσού της επίδικης τραπεζικής επιταγής, επισημαίνω ότι ουδεμία μαρτυρία εδόθη από μέρους τους που να συνάδει με τον ισχυρισμό αυτόν και επί τη βάση των γεγονότων όπως αυτά διατυπώνονται ανωτέρω στα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν δικαιολογείται ούτε αυτό το συμπέρασμα. Εν΄ όψει όλων των πιο πάνω η αγωγή των Εναγόντων δεν δύναται να επιτύχει, και συνακόλουθα αυτή απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο