Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου Ανατολικής Πάφου ν. Μιχαλάκη Κώστα Ζαμπά κ.α., Αρ. Γεν. Αίτ. 282/11, 27.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτ. 282/11 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου & Ανατολικής Πάφου από την Πάφο Αιτητών Και
- Μιχαλάκη Κώστα Ζαμπά από την Κολώνη
- Γιωργούλλας Στέλιου Ζαμπά από τη Γεροσκήπου
- Στυλλή Χρίστου Γεωργίου από τη Λεμεσό
- Σοφίας Γεωργίου Χρίστου από τη Λεμεσό Καθ΄ ων η Αίτηση ------------------------ Ημερομηνία: 27.3.2012 Για Αιτητές: κα Μ. Κωνσταντινίδου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Ελ. Κωνσταντινίδου) Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Πέτρου για κ. Κορακίδη ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται η έκδοση διατάγματος για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 26.2.
- Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αγγελικής Ασπρομάλλη η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών και αναφέρει ότι στις 26.2.2010 εξεδόθη διαιτητική απόφαση εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση για το ποσό των €568.476,65 πλέον τόκους προς 11% ετησίως από 1.1.2010 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €160 έξοδα διαιτητικής απόφασης (Διαιτητική απόφαση επισυνάπτεται ως Τεκ. Α). Οι καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 έλαβαν γνώση της εν λόγω διαιτητικής απόφασης την 1.6.2010 και οι καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 στις 24.6.2010 και παρ΄ όλα αυτά αρνούνται και αμελούν να πληρώσουν το χρέος τους (αντίγραφα των γνωστοποιήσεων επισυνάπτονται Τεκ. Β). Η προθεσμία των 21 ημερών για τυχόν ένσταση εναντίον της διαιτητικής απόφασης έχει παρέλθει. Οι καθ΄ ων η αίτηση υπέβαλαν ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «(α) Η αίτηση των Αιτητών είναι αντικανονική και παράτυπη. (β) Η αίτηση των Αιτητών δεν αφορά διαιτητική απόφαση δυνάμενη να εγγραφεί. (γ) Η αίτηση των Αιτητών είναι καταχρηστική και στερείται καλής πίστης. (δ) Η δήθεν διαιτητική απόφαση δεν επιδόθηκε στους Καθ΄ ων η αίτηση. (ε) Η αίτηση των Αιτητών στερείται πραγματικού και νομικού υπόβαθρου. (στ) Καμία νόμιμη διαδικασία διαιτησίας δεν έλαβε χώρα. (ζ) Η δήθεν διαιτητική απόφαση συγκρούεται με τους κανόνες δικαίου και τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης.» Ο Μιχαλάκης Κώστα Ζαμπά, καθ΄ ου η αίτηση 1, στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση και γίνεται εκ μέρους και των υπολοίπων καθ΄ ων η αίτηση, αναφέρει ότι η διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να εγγραφεί διότι δεν εκδόθηκε στη βάση οποιουδήποτε συνυποσχετικού. Το δε συμφωνημένο επιτόκιο ήταν πολύ χαμηλότερο από 11% και ουδέποτε αυξήθηκε. Περαιτέρω προβάλλεται η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι καμιά διαιτησία δεν έλαβε χώρα και ότι απλώς ο δήθεν διαιτητής συνέταξε την δήθεν διαιτητική απόφαση ο οποίος κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαίου εξέδωσε την δήθεν διαιτητική απόφαση επιβάλλοντας τόκο 11%. Περαιτέρω η δήθεν διαιτητική απόφαση η οποία εκδόθηκε δεν είναι η ίδια με αυτή που τους επιδόθηκε. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και στερείται καλής πίστης. Η αίτηση βασίζεται επί του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, όπως έχει τροποποιηθεί από τους Ν.68/87, Ν.190/89, Ν22
(1)/92, Ν.140
(1)/99, Ν.140(ι)/2000, 171(Ι)/2000, Ν.8(Ι)/2001και Ν.170(Ι)/2004άρθρο 52
(1),(β) και 52
(2)(β), 3 και 4 επί του Νόμου Περί Διαιτησίας Κεφ. 4, άρθρο 21, επί των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1, 2, 3, 8 και 9 και επί της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις όπου ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους τις οποίες εξέτασα. Θα εξεταστεί πρώτα ένα διαδικαστικό θέμα που εγέρθηκε εκ μέρους των αιτητών. Η κα Κωνσταντινίδου επικαλέστηκε στην αγόρευση της ότι η ένσταση που καταχωρήθηκε στην παρούσα υπόθεση είναι εκπρόθεσμη και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου στις 5.10.2011 η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 23.11.2011 με οδηγίες όπως καταχωριστεί ένσταση εντός 15 ημερών. Η ένσταση καταχωρίστηκε στις 10.11.2011 δηλαδή μετά την εκπνοή του χρόνου που ορίστηκε από το Δικαστήριο. Στις 23.11.2011 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση αυτή αναβλήθηκε για τους λόγους που φαίνονται στο πρακτικό του Δικαστηρίου χωρίς να γίνει καμία αναφορά στο εκπρόθεσμο της καταχώρησης της ένστασης παρά μόνο αναφέρθηκε από την κα Κωνσταντινίδου η πρόθεση των δύο πλευρών να ανταλλάξουν αγορεύσεις. Έχοντας υπόψη τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όπως αναφέρονται πιο πάνω και το γεγονός ότι δεν έχει αναφερθεί οποιοσδήποτε επηρεασμός και δεν κρίνω ότι επηρεάζονται τα δικαιώματα των αιτητών καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, θεωρώ ότι η καταχώρηση της ένστασης μετά την παρέλευση του χρόνου που καθορίστηκε από το Δικαστήριο αποτελεί παρατυπία η οποία έχει θεραπευθεί δια της συμπεριφοράς των ιδίων των αιτητών. Στρεφόμενη στους λόγους ένστασης, σύμφωνα με το δεύτερο λόγο, η παρούσα αίτηση δεν αφορά διαιτητική απόφαση δυνάμενη να εγγραφεί γιατί δεν εκδόθηκε στη βάση οποιουδήποτε συνυποσχετικού. Αντίθετη η θέση των αιτητών οι οποίοι εισηγούνται ότι η παραπομπή σε διαιτησία προβλέπεται από την σχετική νομοθεσία και είναι σε αυτή τη βάση που έγινε και όχι στη βάση συνυποσχετικού. Η θέση των αιτητών είναι ορθή και υποστηρίζεται από το ίδιο τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Νόμος 22/85 όπως έχει τροποποιηθεί, όπου τα άρθρο 52
(1)και
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας- (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντος μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας∙ ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ΄ οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι- (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε∙ (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.» Δυνάμει του Κανονισμό 78 των Κ.Δ.Π. 142/87 που διέπει το θέμα της παραπομπής στον Έφορο αναφέρονται στο εδάφιο 3 τα ακόλουθα: «
(3)Άμα τη λήψει της τοιαύτης παραπομπής ο Έφορος δύναται: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν, ή (β) να παραπέμψη την διαφοράν προς επίλυσιν εις ένα ή τρεις διαιτητές.» Η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις διαφορές που παραπέμπονται σε διαιτησία δυνάμει της πιο πάνω νομοθεσίας και συνεπώς το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου το οποίο προνοεί για διαιτησία βάση συνυποσχετικού, δεν τυγχάνει εφαρμογής. Το άρθρο 52
(4)προνοεί ότι οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητού έχει το δικαίωμα να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της ημερομηνίας γνωστοποιήσεως της απόφασης. Σε περίπτωση δε που οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή δεν έχει εφεσιβληθεί δυνάμει του εδαφίου
(4)τότε η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου όπως αναφέρεται στο εδάφιο
(5). Στην υπόθεση Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας ν. Άντυ Κυριακίδη κά
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 716 στη σελ. 719 αναφέρεται ότι η «διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί», δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄ αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Περαιτέρω στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση της Σωτηρούλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, το Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν είναι αντικείμενο της διαδικασίας εγγραφής διαιτητικής απόφασης κατά πόσο η απόφαση του διαιτητή περιλάμβανε τόκο πέρα του επιτρεπομένου επισημαίνοντας ταυτόχρονα πως το άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85 παρέχει σε όποιο θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Από τη στιγμή που δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πως θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής της απόφασης τέτοιο παράπονο. Υπό το φως των άρθρων 52
(4)και 52
(5)του Νόμου και τις πιο πάνω αποφάσεις είναι πιστεύω καθαρό ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να εξετάσει τους ισχυρισμούς των καθ΄ ων η αίτηση περί των διαδικασιών που τηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαιτησίας καθώς και του επιτοκίου που καθορίστηκε ως οφειλόμενο με βάση την απόφαση του διαιτητή. Προβάλλεται επίσης η θέση από τους καθ΄ ων η αίτηση ότι η διαιτητική απόφαση που επικαλούνται οι αιτητές δεν επιδόθηκε σ΄ αυτούς. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έντυπο αρ. 45 που αποτελεί αντίγραφο της απόφασης καθώς επίσης και το έντυπο αρ. 46 με το οποίο γνωστοποιήθηκε η εν λόγω απόφαση στους καθ΄ ων η αίτηση με ενυπόγραφη δήλωση των καθ΄ ων η αίτηση ότι έλαβαν γνώση της απόφασης. Είναι γεγονός ότι ο τύπος που χρησιμοποιείται είναι διαφορετικός στις δύο περιπτώσεις. Περιλαμβάνονται όμως και στις δύο περιπτώσεις οι ίδιες λεπτομέρειες με εξαίρεση την αναφορά περί εκποίησης υποθήκης που γίνεται στο Τεκμήριο Α. Δηλαδή γίνονται αναφορές στο ποσό της απόφασης του διαιτητή καθώς και αναφορά στο δικαίωμα έφεσης που είχαν οι καθ΄ ων η αίτηση δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Αναφέρθηκε επίσης από το συνήγορο των καθ΄ ων η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση ότι ο διαιτητής δεν έχει δικαίωμα να εκδίδει διατάγματα που αφορούν σύμβαση σε σχέση με γη ή συμφέρον σε γη παραπέμποντας σχετικά στα άρθρο 8 του πρώτου πίνακα του Περί Διαιτησίας Νόμου. Παρά το ότι πρόκειται περί διάταξης που εξυπακούεται σε συνυποσχετικά εντούτοις η θέση είναι ορθή. Ανεξαρτήτως όμως από το λόγο που επικαλούνται οι καθ΄ ων η αίτηση η απόφαση του διαιτητή για εκποίηση της υποθήκης δεν μπορεί να εγγραφεί και να εκτελεστεί και αυτό γιατί καμιά αναφορά δεν γίνεται στη γνωστοποίηση της απόφασης στους καθ΄ ων η αίτηση περί αυτής της πρόνοιας της απόφασης, καμία τέτοια αναφορά δεν γίνεται ούτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ούτε συνάδει με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο. Συνακόλουθα η πρόνοια αυτή της απόφασης δεν αποτελεί απόφαση που δύναται να εγγραφεί δυνάμει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας. Όσον όμως αφορά το ουσιαστικό μέρος της ήτοι για το ποσό των €568.476,65 πλέον τόκους προς 11% ετησίως από 1.1.2010 μέχρι εξόφλησης πλέον €160 έξοδα διαιτητικής απόφασης, αυτή έχει γνωστοποιηθεί δεόντως στους καθ΄ ων η αίτηση. Ανεξαρτήτως του ότι χρησιμοποιήθηκε διαφορετικό έντυπο, στο Τεκμήριο Β περιέχονται όλες οι απαιτούμενες πληροφορίες και δεν μπορεί το γεγονός ότι η γνωστοποίηση της απόφασης έγινε με διαφορετικό έντυπο από αυτό της απόφασης να επηρεάσει τη δυνατότητα εγγραφής της. Πέραν τούτου όσον αφορά τον καθ΄ ου η αίτηση 1, όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια Α και Β, ήταν παρών κατά τη διαιτησία και παραδέχθη το χρέος του. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των καθ΄ ων η αίτηση ότι η απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης και του δικαίου όπως ανέφερα και πιο πάνω το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης με δεδομένο ότι έχει παρέλθει ο χρόνος υποβολής έφεσης δεν υπεισέρχεται να εξετάσει την ορθότητα της απόφασης του διαιτητή. Οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται πως η αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη. Στην αγόρευση τους εισηγήθηκαν πως μια υπόθεση που ξεκινά με εναρκτήρια κλήση όπως στην παρούσα περίπτωση, γίνεται με βάση τη Δ.55 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που δίδει το δικαίωμα στους καθ΄ ων η αίτηση να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης και αργότερα υπεράσπιση. Η δε εκδίκαση της εναρκτήριας κλήσης γίνεται όπως η εκδίκαση της αγωγής. Παρέπεμψαν προς τούτο το Δικαστήριο στη Δ.1 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών που προνοεί ότι «action means a civil proceeding commenced by writ or in such other manner as may be prescribed by any law or rules of court.» Στην παρούσα περίπτωση, συνεχίζει η εισήγηση, η αίτηση είναι αντικανονική και παράνομη και καμία μαρτυρία δεν δόθηκε ώστε να μπορεί να επιτύχει. Η απάντηση στην εισήγηση αυτή δίδεται από την ίδια την νομολογία και συγκεκριμένα από την υπόθεση Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας ν. Άντυ Κυριακίδη κά (πιο πάνω) και δεν χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση έχει καταδειχθεί ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ως προς το χρηματικό μέρος της και κανένας από τους λόγους ένστασης δεν μπορεί να αποτρέψει την εγγραφή αυτής. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της αίτησης σε όση έκταση αφορά την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της Αγγελικής Ασπρομάλλη. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση. (Υπ.) ................. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο