Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρούλλα Οδυσσέως κ.α., Αρ. Αγωγής: 3417/98, 29.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3417/98 Μεταξύ: Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ Εναγόντων - και -
- Ανδρούλλα Οδυσσέως
- Ανδρέα Θεολόγου
- Μαρία Θεολόγου Εναγομένων -------------------------------------------------------------------------------------------------- (Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 6.10.11) Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων - και -
- Ανδρούλλα Οδυσσέως
- Ανδρέα Θεολόγου
- Μαρία Θεολόγου Εναγομένων Αίτηση για παραμερισμό διατάγματος ημερ. 6.10.11 Ημερομηνία: 29.3.
- Για αιτήτρια - εναγόμενη 1: κα Δημοσθένους για κ. Α. Χρ. Δημητριάδη. Για καθ' ων η αίτηση - ενάγοντες: κα Στ. Τιμοθέου. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από μονομερή αίτηση ημερ. 29.9.11 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ εξασφάλισε στις 6.10.11 τα ακόλουθα διατάγματα: (Α) Διάταγμα για τροποποίηση του τίτλου της υπό τον ως άνω αριθμό υπόθεσης με την αντικατάσταση του ονόματος του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ με το όνομα Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, (Β) Διάταγμα επιτρέπον τη συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υφισταμένων διαδίκων και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, και (Γ) Διάταγμα με το οποίο παρέχεται άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 9.12.99 εναντίον των εναγομένων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη 1 (στο εξής η αιτήτρια) ζητά διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 6.10.11 για την παροχή άδειας εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 9.12.99 δηλ. το υπό (Γ) ανωτέρω. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 21.11.11 και βασίζεται, όπως αναφέρει, στις Δ.40 Θ.8, Δ.48 Θ.8
(1)(κκ)
(4), Θ.9 και Θ.13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερ. 21.11.11 στην οποία αναφέρει βασικά τα ακόλουθα: Κατά ή περί την 9.12.99 εξεδόθη, χωρίς την εξουσιοδότηση και γνώση της, εκ συµφώνου απόφαση προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγοµένων για το ποσό των Λ.Κ.34,047.68 (€58,173.92) πλέον τόκους και έξοδα Λ.Κ.598 (€1,021.74). Περαιτέρω διατάχθηκε η εκποίηση της υποθήκης Υ.2396/95 που εγγράφηκε επί ακίνητης περιουσίας της αιτήτριας, που εξασφάλιζε το πιο πάνω χρέος. Επιπρόσθετα οι ενάγοντες για εξασφάλιση της απαίτησης τους εναντίον της κατάθεσαν τρία ΜΕΜΟ σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της και συγκεκριμένα:
(1)ΜΕΜΟ µε αρ. 1317/08 ηµερ. 24.10.08 στο Επαρχιακό Κτηµατολόγιο Πάφου,
(2)ΜΕΜΟ µε αρ. ΕΒ2454/08 ηµερ. 26.11.08 στο Επαρχιακό Κτηµατολόγιο Λευκωσίας και
(3)ΜΕΜΟ µε αρ. EB1551/10 ηµερ. 30.6.10 στο Επαρχιακό Κτηµατολόγιο Λευκωσίας. Μόλις έλαβε ειδοποίηση πτώχευσης στις 9.11.11 η αιτήτρια ανάθεσε στους δικηγόρους της να προβούν σε έρευνα του φακέλου της παρούσας υπόθεσης και από την έρευνα πληροφορήθηκε ότι η προαναφερθείσα απόφαση ανανεώθηκε δύο φορές δηλ. στις 29.9.08 και στις 6.10.11 µε µονοµερή αίτηση των εναγόντων. Αναφέρει δε περαιτέρω η αιτήτρια ότι παρόλο που οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση τους ηµερ. 29.9.11 ότι η απόφαση ηµερ. 9.12.99 «έχει εκτελεστεί µερικώς και εξακολουθεί να εκκρεµεί απλήρωτο το εξ αποφάσεως χρέος» δεν αναφέρουν το ποσό ή τα ποσά που εισέπραξαν ή το ακριβές ποσό που παραµένει οφειλόµενο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, κάτι που ως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της είναι επιτακτική υποχρέωση των εναγόντων. Τα µόνα διαβήµατα εκτέλεσης της απόφασης που έλαβαν οι ενάγοντες εναντίον της μετά την έκδοση της απόφασης ημερ. 9.12.99 είναι στις 20.11.02 αίτηση εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, η εγγραφή των τριών προαναφερόμενων ΜΕΜΟ και στις στις 27.1.11 καταχωρήθηκε ένταλµα κινητών. Η ανανέωση της απόφασης ηµερ. 9.12.99 μονομερώς και ερήµην της, της στέρησε, πάντα σύμφωνα με την αιτήτρια, το δικαίωµα να εµφανισθεί στο Δικαστήριο και να προβάλει τη θέση της. Υποστηρίζει δε ότι οι καθ' ων η αίτηση θα έπρεπε να καταχωρήσουν αίτηση δια κλήσεως γιατί αφορά ανανέωση απόφασης για εκτέλεση λόγω παρέλευσης έξι ετών και ιδιαιτέρα γιατί στην παρούσα υπόθεση παρήλθαν περίπου 12 χρόνια από την έκδοσης της. Το Δικαστήριο που εξέδωσε την διαταγή για ανανέωση της απόφασης δεν έλαβε υπόψη του ή αγνόησε το γεγονός ότι οι ενάγοντες στην αίτηση τους µε ηµερ. 29.9.11 δεν προσκόµισαν κανένα στοιχείο και δεν έδειξαν κανένα λόγο για να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι δεν ήταν πρακτικά δυνατό να εκδώσουν ή να επιδώσουν κλήση στους εναγόμενους και επιπρόσθετα απέκρυψαν τις πληρωµές που έγιναν. Ο τόπος διαµονής και η διεύθυνση της κατοικίας της αιτήτριας ήταν και είναι για χρόνια σταθερός και γνωστός στους καθ' ων η αίτηση και η επίδοση της αίτησης θα της γινόταν χωρίς καµιά δυσκολία. Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι αντικανονική και παραβιάζει το συνταγµατικό δικαίωµα της αιτήτριας να τύχει δίκαιης δίκης, να προβάλει τους ισχυρισµούς και την υπεράσπιση της. Η έκδοση δε του διατάγµατος εκτέλεσης δεν είναι εµφανώς δίκαιη (demonstrably just) και οι καθ' ων η αίτηση δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης που είχαν στους ώµους τους. Ως τη συµβουλεύουν οι δικηγόροι της µε την έκδοση του αιτούµενου διατάγµατος θα της παρασχεθεί η δυνατότητα και το δικαίωµα να εκθέσει την υπεράσπιση της για να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα για σκοπούς απονοµής της δικαιοσύνης και δεν θα δηµιουργηθεί οιαδήποτε αδικία, βλάβη ή προσβολή των δικαιωµάτων των καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω ως τη συµβουλεύουν οι δικηγόροι της ο τίτλος στην παρούσα αίτηση δεν έχει τροποποιηθεί ως το διάταγµα του Δικαστηρίου και κατά συνέπεια το διάταγµα τροποποίησης έχει καταστεί άκυρο. Κατά συνέπεια, η αίτηση για ανανέωση της απόφασης φέρει ως αιτητή ανύπαρκτο διάδικο και είναι εξ υπαρχής άκυρη και τυχόν αποδοχή της θα οδηγούσε σε δικαίωση ανύπαρκτου διαδίκου που εξισώνεται µε την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στο κενό. Σε βάρος των εναγοµένων 2 και 3 έχουν εκδοθεί διατάγµατα παραλαβής και δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου οι αναγκαίοι διάδικοι. Τέλος η αιτήτριας αναφέρει ότι η απόφαση ηµερ. 9.12.99 είναι το προϊόν και/ή το αποτέλεσµα δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων που άσκησαν οι καθ' ων η αίτηση ή οι αντιπρόσωποι τους σε βάρος του Δικαστηρίου και στην αιτήτρια και η όλη δοσοληψία της ενοικιαγοράς είναι εικονική. Έχει, με σκοπό την ακύρωση της εν λόγω απόφασης για τους πιο πάνω λόγους, καταχωρήσει την αγωγή υπ' αρ. 2967/2011. Η ένσταση των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση) καταχωρήθηκε στις 12.1.12 και στηρίζεται, ως αναφέρει, στις Δ.39 Θ.1-21, Δ.40 Θ.8, Δ.48 Θ.4 και Θ.8
(1)(κκ) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στη διακριτική εξουσία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες καθώς και στην πρακτική του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Χλόης Στυλιανού, υπαλλήλου των καθ' ων η αίτηση, η οποία ως δηλώνει γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Οι λόγοι λοιπόν της ένστασης των καθ' ων η αίτηση είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή στερείται πραγµατικής και/ή νοµικής βάσης και/ή είναι ανεδαφική και/ή αστήρικτη στο Νόµο και/ή τους Περί Πολιτικής Δικονοµίας Διαδικαστικούς Κανονισµούς και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούµενου διατάγµατος.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν υποστηρίζει και/ή δεν στοιχειοθετεί και/ή δεν υιοθετεί µε οποιοδήποτε τρόπο και/ή επαρκώς την αίτηση και τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται σε αυτή δεν ανταποκρίνονται στην πραγµατικότητα.
- Η έκδοση του διατάγµατος ηµερ. 6.10.11 για άδεια εκτέλεσης της απόφασης έγινε καθόλα νόµιµα και σύµφωνα µε τους Θεσµούς της Πολιτικής Δικονοµίας και το Δικαστήριο είχε ενώπιον του το φάκελο της διαδικασίας τον οποίο έλεγξε πριν δώσει το σχετικό διάταγµα.
- Κανένα δικαίωµα της αιτήτριας δεν έχει παραβιαστεί και/ή στερηθεί µε την εν λόγω διαδικασία.
- Η αιτήτρια δεν προβάλλει σοβαρό ή/και οποιοδήποτε λόγο ακύρωσης του διατάγµατος ηµερ. 6.10.11 και/ή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως ότι υπήρχαν σοβαροί και/ή οποιοιδήποτε λόγοι ακύρωσης και/ή παραµερισµού του.
- Η αιτήτρια κάνει κατάχρηση των Θεσµών και Κανονισµών για ακύρωση του διατάγµατος ηµερ. 6.10.11 χωρίς να υπάρχει πραγµατικός λόγος, καταχώρησε δε την αίτηση µε σκοπό την αποφυγή και καθυστέρηση της εξόφλησης του υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους της.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή παραπλανητική και αποσκοπεί στην παρακώλυση της ορθής απονοµής της δικαιοσύνης και/ή στην καθυστέρηση της διαδικασίας εις βάρος των συµφερόντων και/ή των δικαιωµάτων των εναγόντων.
- Η αιτήτρια µε την αίτηση της ουσιαστικά ζητεί την προσθήκη νέων ισχυρισµών και/ή γεγονότων και/ή κατ' ισχυρισµό υπαρχόντων αγώγιµων δικαιωµάτων τα οποία είναι ανύπαρκτα.
- Καµία αδικία δεν έχει προκληθεί στην αιτήτρια και/ή κανένα πλεονέκτηµα δεν έχει δοθεί στους ενάγοντες εις βάρος της από το διάταγµα ηµεροµηνίας 6.10.
- Σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούµενο διάταγµα σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας αυτό θα παρεµποδίσει την εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου και των δικαιωµάτων των εναγόντων που πηγάζουν από την απόφαση του Δικαστηρίου υπέρ των και/ή θα επηρεάσει δυσµενώς τα κεκτηµένα δικαιώµατα (Vested rights) των σε βαθµό που είναι αντίθετα µε την υφιστάµενη νοµοθεσία και νοµολογία και περαιτέρω θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης και στην εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους της αιτήτριας κατά παράβαση των δικαιωµάτων των εναγόντων.
- Δεν είναι µε οποιοδήποτε τρόπο εύλογο και/ή προς το συµφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούµενο διάταγµα στο παρόν στάδιο της διαδικασίας.
- Οι ισχυρισµοί της αιτήτριας είναι παντελώς ανυπόστατοι, αδικαιολόγητοι και ουδεµία πιθανότητα επιτυχίας έχουν. Η κα Στυλιανού στην ένορκη της δήλωση επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους έντασης, αναφέρει ότι διαφωνεί με τα όσα αναφέρονται στην αίτηση, εκτός των όσων γίνονται ρητά παραδεκτά στη δική της ένορκη δήλωση και δηλώνει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Στις 9.12.99 εκδόθηκε εκ συµφώνου απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό αγωγή σύµφωνα µε την οποία το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου διέταξε και επιδίκασε όπως η οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 πληρώσουν αλληλέγγυα ή/και κεχωρισµένα στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ το ποσό των Λ.Κ.34,047.68.(€58,173.91) πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ.45.98 (€78.56) 16.7.97 µέχρι τελικής εξόφλησης, και επί του ποσού των Λ.Κ.1,133.39 (€1,936.51) από την 16η ηµέρα κάθε επόµενου µήνα µέχρι εξόφλησης αρχίζοντας από 16.8.97 µέχρι 16.8.98 συµπεριλαµβανοµένων, πλέον Λ.Κ.598 (€1,021.74) έξοδα της αγωγής περιλαµβανοµένων των εξόδων της απόφασης, µε νόµιµο τόκο επ' αυτού 8% το χρόνο από 10.9.98 µέχρι εξοφλήσεως. Η πιο πάνω απόφαση είχε περίοδο αναστολής µέχρι 20.4.
- Διατάχθηκε δε η εναγόµενη 1 - αιτήτρια να παραδώσει στους ενάγοντες τα επίδικα αντικείµενα της ενοικιαγοράς καθώς και η εκποίηση της Υποθήκης Υ2396/95 ηµερ. 23.11.95 του Κτηµατολογίου Πάφου. Στη συνέχεια η κα Στυλιανού υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκτέλεση της εκδοθείσας αποφάσεως. Προς απόδειξη αυτού παραθέτει με λεπτομέρεια σωρεία μέτρων, τα οποία ως λέει, φαίνονται και στον φάκελο της υπόθεση, που λήφθηκαν εναντίον όλων των εναγομένων προς το σκοπό αυτό, από τις 21.4.00 μέχρι και τις 2.6.11, καθώς και τα ποσά που εισπράχθηκαν. Αναφέρει δε τέλος ότι σήµερα η αιτήτρια εξακολουθεί να οφείλει στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ το ποσό των €122,290.
- Παρόλες τις προσπάθειες των εναγόντων για να εξασφαλίσουν την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τούτο κατέστη αδύνατο λόγω του ότι οι εναγόµενοι δεν προώθησαν την εξόφληση. Η αιτήτρια δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό άλλο από αυτά που ανεφέρθηκαν πιο πάνω και δεν έκανε οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια ώστε να συµµορφωθεί µε την εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Όσον δε αφορά την άδεια εκτέλεσης η κα Στυλιανού αναφέρει ότι τέτοιο διάταγμα εκδόθηκε για πρώτη φορά στις 29.9.08 λόγω παρέλευσης έξι ετών από της ηµεροµηνίας που εκδόθηκε η απόφαση. Σύμφωνα πάντα με την κα Στυλιανού η αιτήτρια λανθασµένα και/ή σκόπιµα απέκρυψε τα άλλα µέτρα εκτέλεσης της απόφασης, τα οποία αναφέρονται πιο πάνω και φαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης και τα οποία επιµελώς αποκρύβει. Περαιτέρω η αιτήτρια παραλείπει να αναφέρει εάν και πώς έχει επηρεαστεί δυσµενώς από την έκδοση του διατάγµατος ηµερ. 6.10.
- Το Δικαστήριο πολύ ορθά και σύµφωνα µε τους περί Πολιτικής Δικονοµίας Διαδικαστικούς Κανονισµούς και τη συνήθη πρακτική και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια έχει εκδώσει το επίδικο διάταγµα βασιζόµενο στην ένορκη δήλωση της ιδίας ηµερ. 29.9.11, η οποία συνόδευε την αίτηση των εναγόντων. Υποστηρίζει δε ότι το γεγονός ότι αναφέρεται στην ένορκη δήλωση ότι η απόφαση έχει εκτελεστεί µερικώς και εξακολουθεί να εκκρεµεί απλήρωτο το εξ αποφάσεως χρέος καλύπτει την προϋπόθεση ότι η απόφαση δεν έχει εκτελεστεί πλήρως. Εφόσον εξακολουθεί να εκκρεµεί χρέος για το οποίο δικαιούνται οι ενάγοντες να εισπράξουν τότε έχουν την δυνατότητα να το διεκδικήσουν. Περαιτέρω η κα Στυλιανού αρνείται ότι η απόφαση ημερ. 9.12.99 εκδόθηκε χωρίς την εξουσιοδότηση και γνώση της αιτήτριας και ότι ήταν αποτέλεσμα δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων από µέρους των καθ' ών η αίτηση και προσθέτει ότι η απόφαση εκδόθηκε εκ συµφώνου δια δηλώσεων του δικηγόρου της και της δικηγόρου των εναγόντων. Κατά την έκδοση της απόφασης εναντίον της και σε όλες τις εµφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου η αιτήτρια εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο και σε κανένα στάδιο δεν προέβαλε τον ισχυρισµό ότι η δοσοληψία ήταν εικονική και ότι τα αντικείµενα της ενοικιαγοράς ήταν ανύπαρκτα. Λέει επίσης ότι η αιτήτρια αναληθώς αναφέρει ότι ο τόπος διαµονής της ήταν και είναι για χρόνια σταθερός και γνωστός στους ενάγοντες και ότι η διεύθυνση της κατοικίας της είναι γνωστή σε αυτούς καθότι από τον φάκελο της υπόθεσης φαίνεται ότι το ένταλµα κινητών µε αρ.397/11 που εκδόθηκε την 27.1.11 δεν είχε εκτελεστεί στην δοθείσα διεύθυνση, όπου της επιδόθηκε και το κλητήριο ένταλµα αλλά ζητήθηκε από τους ενάγοντες να προσκοµίσουν άλλη διεύθυνση, πράγµα που έπραξαν µετά από µεγάλη προσπάθεια για ανεύρεση της πραγµατικής της διεύθυνσης. Η αιτήτρια άλλαξε διεύθυνση και η νέα της διεύθυνση ανεβρέθηκε κατά ή περί τον Μάιο του
- Τέλος είναι η θέση της κας Στυλιανόυ ότι δεν παραβλάπτονται καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώµατα των εναγοµένων από τη µη ακύρωση του διατάγµατος ηµερ. 6.10.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι καθ' ων η αίτηση ζητούν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, με παραπομπή στη σχετική νομολογία, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Νομική Πτυχή. Σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.8
(4)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών οποιοδήποτε πρόσωπο, πλην του αιτητή, το οποίο επηρεάζεται από ένα διάταγμα που δόθηκε μονομερώς δύναται να αποταθεί δια κλήσεως για παραμερισμό ή διαφοροποίησή του, και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή να το διαφοροποιήσει με τέτοιους όρους που θα θεωρήσει δίκαιους. Όπως έχει νομολογηθεί η εν λόγω Διαταγή παρέχει τη δυνατότητα στην άλλη πλευρά να προχωρήσει με αίτηση δια κλήσεως για παραμερισμό ή μεταβολή ενός διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς και η δυνατότητα αυτή παρέχεται και εκεί όπου το διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγόμενη έξω από τη σφαίρα της Δ.48 Θ. 8
(1)(βλ. Έλληνας ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438, Αναφορικά με την αίτηση της Βασούλας Τάσου (Κακουρή)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1372 και Αναφορικά με την αίτηση του Πέτρου Αυξεντίου
(2002)1Β Α.Α.Δ. 783). Η διαδικασία δε για προσβολή του διατάγματος δεν συναρτάται με το πρόσωπο του Δικαστή, ο οποίος είχε προηγουμένως επιληφθεί του ζητήματος και εκδώσει μονομερώς το διάταγμα, εφόσον πρόκειται για δύο ξεχωριστά εγχειρήματα, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση των μονομερώς εκδοθέντων και ακολούθως επιστρεπτέων συντηρητικών διαταγμάτων (βλ. Χριστοδούλου κ.α. ανωτέρω). Η Διαταγή 40 Θ.8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών μέχρι και τις 9.9.11 προέβλεπε μεταξύ άλλων ότι όπου έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την απόφαση ή όπου έχει επέλθει οιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια εκτέλεσης της απόφασης και το Δικαστήριο, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αποτείνεται δικαιούται σε εκτέλεση, μπορεί να εκδώσει διάταγμα για αυτόν τον σκοπό ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα αναγκαίο για να προσδιορίσει τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί. Με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2011, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 9.9.11 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η Δ.40 Θ.8 έχει καταργηθεί και έχει αντικατασταθεί από τον ακόλουθο νέο Κανονισμό: «8. Όταν παρέλθουν δέκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι.» Ο εν λόγω Κανονισμός, ως προβλέπεται στο κείμενο του, τίθεται σε ισχύ από τη δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με την πάγια νομολογία νομοθετήματα που είναι σχετικά με τη δικονομία και την πρακτική των Δικαστηρίων έχουν αναδρομική ισχύ (βλ. DATAMEDIA A.E. v K.S.N. (BUSINESS AIDS) LTD
(1990)1 Α.Α.Δ.13). Αποτελεί επίσης γενική αρχή του δικονομικού δικαίου ότι οι τροποποιήσεις των Διαδικαστικών Κανονισμών έχουν αναδρομική ισχύ (βλ. Panayiotis Georgiou (Catering) Ltd κ.α. ν Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 323). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα ανωτέρω καθώς και το ότι το θέμα εκτέλεσης μιας απόφασης αποτελεί αναμφίβολα θέμα δικονομικής φύσης, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι και ο προαναφερόμενος Διαδικαστικός Κανονισμός, ο οποίος αντικατέστησε την Δ.40 Θ.8, έχει αναδρομική ισχύ. Ως φαίνεται από το λεκτικό του νέου Κανονισμού η ουσιαστική διαφορά του με την προγενέστερα ισχύουσα Δ.40 Θ.8 είναι η μεταβολή από έξι σε δέκα χρόνια, της χρονικής περιόδου μετά την παρέλευση της οποίας - από την έκδοση της απόφασης - χρειάζεται πλέον άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης. Είναι νομολογημένο ότι η εκτέλεση οποιασδήποτε Δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα που υπάγεται στην εποπτεία και τον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ. Panaou ν. Hadjichristofi
(1963)2 C.L.R. 19). Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι πουθενά δεν αναγράφεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς ότι μια νομότυπα εκδοθείσα απόφαση λήγει ή είναι άκυρη ή παύει να ισχύει μετά την παρέλευση 6 ή 10 χρόνων. Το τι προνοείται ρητά από την παλαιά και τώρα την καινούργια Δ.40 Θ.8 είναι ότι όταν παρέλθουν έξι ή δέκα χρόνια από την απόφαση ο διάδικος, ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Mε βάση λοιπόν τη νέα Δ.40 Θ.8 η εκτέλεση δικαστικής απόφασης είναι δυνατή χωρίς να απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου εφόσον τα οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης λαμβάνονται εντός δέκα ετών από την έκδοση της προς εκτέλεση απόφασης. Είναι αναγκαία η λήψη της άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση αν έχει παρέλθει η εν λόγω χρονική περίοδος ή όταν έχει επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους, οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση. Ως θέμα γενικής αρχής δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να παρατείνει το χρόνο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, εκτός εάν ικανοποιηθεί από τους αιτητές ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δίκαιο βάσει των στοιχείων που παρουσιάζει και η κάθε περίπτωση για άδεια εκτέλεσης θα πρέπει να εξετάζεται στη βάση των δικών της γεγονότων και περιστάσεων. Εναπόκειται λοιπόν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα εγκρίνει αίτημα για παροχή άδειας εκτέλεσης μιας απόφαση ή όχι. Σκοπός της Δ.40 Θ.8 είναι μια απόφαση να μην είναι επ' άπειρον εκτελεστή. Εξ ου και το βάρος απόδειξης βρίσκεται ασφαλώς στους ώμους του εξ αποφάσεως πιστωτή, ο οποίος θα πρέπει να προσφέρει ικανοποιητική και επαρκή μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Θα πρέπει δηλαδή η πλευρά των αιτητών - εξ αποφάσεως πιστωτών, ουσιαστικά να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνα τα στοιχεία που αξιολογούμενα θα επιτρέψουν στο Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να εγκρίνει το αίτημα και να εκδώσει το διάταγμα. Σύμφωνα δε με την πολύχρονη πρακτική των Δικαστηρίων τα Δικαστήρια παραχωρούν, στα πλαίσια μονομερών αιτήσεων, άδεια εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων, όταν αυτό κρίνεται δικαιολογημένο βάσει της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και στα πλαίσια αυτά μπορούν να λάβουν υπόψην και το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. Η Δ.48 Θ.8
(1)(kk), στην οποία η αιτήτρια ουσιαστικά εδράζει τη βασική θέση της για ακύρωση του επίδικου διατάγματος, προνοεί ότι αίτηση δυνάμει της Δ.40 Θ.8 μπορεί να γίνει μονομερώς. Συγκεκριμένα η εν λόγω Διαταγή προβλέπει τα εξής: «8.-
(1)The following applications may be made ex parte- ................................... (kk) under Order 40, Rule 8, for leave to issue execution after six years have elapsed since the judgment or order, or where any change has taken place in the parties entitled or liable to execution if the Court or Judge is satisfied that it is impracticable to serve a summons or give notice thereof and the property on which it is desired to levy execution has devolved by death;» Τόσο το θέμα της επίδοσης αιτήσεων τέτοιας φύσεως όσο και το θέμα των στοιχείων στα οποία αυτές θα πρέπει να αναφέρονται ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος για άδεια εκτέλεσης απόφασης έχει εξετασθεί στις πολύ πρόσφατες υποθέσεις Αναφορικά με την αίτηση της Ελένης Μιχαήλ, Πολ. Αίτηση αρ. 7/2012, ημερ. 8.2.12 και Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Μιχαήλ, Πολ. Αίτηση αρ. 8/2012, ημερ. 8.2.12. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι αν και οι εν λόγω υποθέσεις κρίθηκαν στη βάση της Δ.40 Θ.8, πριν την προαναφερόμενη τροποποίηση της, ασφαλώς ισχύουν και για τη διάταξη ως έχει πλέον τροποποιηθεί εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, η μόνη ουσιαστική μεταβολή είναι ο χρόνος μετά τον οποίο χρειάζεται πλέον να εξασφαλισθεί η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση. Το όλο θέμα το οποίο περιλάμβανε και το κατά πόσο έχουν παραβιασθεί οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και το άρθρο 30 του Συντάγματος, έχει λοιπόν εξετασθεί και κριθεί στις προαναφερόμενες υποθέσεις ως ακολούθως: «Σύμφωνα με τη Δ.40 θ.8, όπως ίσχυε πριν αυτή τροποποιηθεί, όταν παρέλθουν έξι έτη από την ημερομηνία έκδοσης οποιασδήποτε απόφασης ή όταν υπάρξει αλλαγή στα μέρη, ο διάδικος ο οποίος δικαιούται σε εκτέλεση, μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο και αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει σχετικό διάταγμα. Η Δ.48 θ.8
(1)(λθ) ή (kk), προβλέπει ότι η αίτηση μπορεί να υποβληθεί μονομερώς. Μάλιστα, η Δ.48 θ.8
(2)δίδει το δικαίωμα στον Αιτητή να μη συνοδεύσει τη μονομερή αίτηση του με ένορκη δήλωση, εκτός αν κάτι τέτοιο ζητηθεί από το Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, ούτε εκ πρώτη όψεως δεν διαπιστώνεται ότι υπήρξε παραβίαση των πιο πάνω δικονομικών προνοιών. Σύμφωνα με τη συνδυασμένη ανάγνωση της Δ.40 θ.8 και Δ.48 θ.8
(1), δεν υπάρχει υποχρέωση επίδοσης μιας τέτοιας αίτησης και στην προκειμένη περίπτωση δεν φαίνεται να υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος για να διατάξει το Δικαστήριο επίδοση. Ούτε έχω πειστεί ότι υπήρχε υποχρέωση για να επιδοθεί το σχετικό διάταγμα που εξασφαλίστηκε από το Δικαστήριο. Πέραν τούτου, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, φαίνεται ότι τηρήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.40 θ.8, όπως αυτή ίσχυε προτού τροποποιηθεί, ήτοι είχαν παρέλθει 6 χρόνια από την απόφαση και ο διάδικος έθεσε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου στοιχεία που αποδείκνυαν ότι εδικαιούτο σε εκτέλεση. Τα στοιχεία αυτά φαίνονται στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση και από τα οποία προέκυπτε ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν είχε ακόμη εξοφληθεί, παρά την πληρωμή κάποιων ποσών. Δεν συμφωνώ με το δικηγόρο του Αιτητή ότι θα έπρεπε να τεθούν ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου πρόσθετα στοιχεία που να εξειδικεύουν τα μέτρα εκτέλεσης που είχαν ληφθεί μέχρι τότε. Το γεγονός ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν είχε ακόμα εξοφληθεί, κατά την άποψή μου, ήταν αρκετό για να επιτρέψει στο Δικαστήριο να εκδώσει το διάταγμα, δίδοντας άδεια για τη λήψη μέτρων εκτέλεσης. Δεν βλέπω γιατί ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση, θα έπρεπε να επισυνάψει στην αίτηση του κατάσταση λογαριασμού, όπως εισηγήθηκε ο κ. Πολυχρόνης. Το γεγονός ότι ενόρκως δηλωνόταν ότι το χρέος δεν είχε εξοφληθεί, ήταν κατά την κρίση μου αρκετό. Δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε παραβίαση των προϋποθέσεων της Δ.40 θ.8 ή οποιαδήποτε πλάνη περί το νόμο ή άλλη παρανομία. Ούτε βέβαια διαπιστώνεται οποιαδήποτε παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης ή του Συντάγματος, όπως ισχυρίζεται ο δικηγόρος του Αιτητή». Στην παρούσα η αιτήτρια ζητά την ακύρωση του υπό εξέταση διατάγματος, μεταξύ άλλων, επειδή οι αιτητές υπέβαλαν τη σχετική αίτηση ημερ. 29.9.11 μονομερώς, δεν ανέφεραν κανένα λόγο γιατί να µην γίνει επίδοση στην αιτήτρια και στους άλλους εναγόµενους και κατ' επέκταση το ότι δεν της έγινε επίδοση είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί ουσιαστικά του δικαιώματος της να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να ακουσθεί. Ως έχει όμως αναφερθεί ρητά στις πιο πάνω υποθέσεις τέτοια αίτηση μπορεί να γίνει μονομερώς και δεν υπάρχει υποχρέωση επίδοσης αυτής αλλά ούτε και του σχετικού διατάγματος που εξασφαλίζεται στη συνέχεια από το Δικαστήριο. Συνεπώς συνάγεται ότι δεν απαιτείται από τους αιτητές - εξ αποφάσεως πιστωτές να κάνουν την αίτηση δια κλήσεως ή να δώσουν λόγο γιατί να μην γίνει η επίδοση στους εξ αποφάσεως οφειλέτες. Η έκδοση δε τέτοιου διατάγματος μονομερώς δεν αποτελεί παραβίαση ούτε των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης αλλά ούτε και του άρθρου 30 του Συντάγματος. Αυτό απαντά και στη θέση της αιτήτριας ότι δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Πέραν όμως και ανεξάρτητα από τα όσα λέχθηκαν στις πιο πάνω υποθέσεις, από το λεκτικό της Δ.40 Θ.8
(1)(kk), συνάγεται ότι η πρόνοια ότι το Δικαστήριο εξετάζει το κατά πόσο είναι πρακτικό να επιδοθεί κλήση ή να δοθεί ειδοποίηση, αφορά το μέρος της διάταξης που αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου ζητείται άδεια για εκτέλεση λόγω αλλαγής στους διαδίκους και περαιτέρω μόνο στην περίπτωση όπου η περιουσία που υπόκειται σε εκτέλεση έχει μεταβιβασθεί λόγω θανάτου. Δεν αφορά λοιπόν την περίπτωση που ζητείται άδεια για εκτέλεση λόγο της παρόδου του προβλεπόμενου χρόνου από την απόφαση ή κάθε άλλη (εκτός της πιο πάνω) περίπτωση αλλαγής των διαδίκων. Στην παρούσα δεν υπάρχει θέμα μεταβίβασης της υποκείμενης σε εκτέλεση περιουσίας λόγω θανάτου και συνεπώς εν πάση περιπτώσει δεν ετίθετο το πιο πάνω θέμα προς εξέταση από το Δικαστήριο. Ως εκ των άνω το γεγονός ότι η αίτηση για άδεια εκτέλεσης έγινε στην παρούσα μονομερώς χωρίς να δοθεί λόγος γιατί να μην γίνει επίδοση της στους εξ αποφάσεως οφειλέτες και δεν επιδόθηκε, δεν αποτελεί λόγο για ακύρωση του σχετικού διατάγματος ως ουσιαστικά υποστηρίζει η αιτήτρια. Όσον δε αφορά τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση τα οποία εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, αυτά τέθηκαν στην ένορκη δήλωση ημερ. 29.9.11, η οποία στήριξε τη σχετική αίτηση. Σύμφωνα με την εν λόγω ένορκη δήλωση στις 29.9.08 δόθηκε άδεια για εκτέλεση της απόφασης ημερ. 9.12.99 λόγω παρέλευσης 6 ετών αλλά το διάταγμα δεν καθόριζε τη χρονική ισχύ του. Περαιτέρω το επίδικο διάταγμα δεν ήταν το μόνο που ζητείτο με την σχετική αίτηση αλλά αυτό ζητήθηκε και εκδόθηκε μαζί με διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της υπόθεσης με την αντικατάσταση του ονόματος του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ με το όνομα Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ καθώς και με διάταγμα επιτρέπον τη συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υφισταμένων διαδίκων και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Τα εν λόγω διατάγματα ζητήθηκαν, ως φαίνεται και από την ένορκη δήλωση ημερ. 29.9.11 και το επισυνημμένο σε αυτή τεκμήριο 1, με δεδομένο ότι προηγήθηκαν μεταξύ άλλων διατάγματα επικύρωσης Σχεδίου Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης, παραχώρησης, ανάθεσης και μεταβίβασης ολόκληρης της επιχείρησης, ιδιοκτησίας και υποχρεώσεων του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, συνέχισης από και ή εναντίον της τελευταίας πάντων των νομικών διαδικασιών που εκκρεμούν από και ή εναντίον της πρώτης και διάλυσης της πρώτης χωρίς εκκαθάριση. Με άλλα λόγια η αίτηση έγινε και ενόψει αλλαγής στα μέρη της υπόθεσης. Περαιτέρω στην ένορκη δήλωση ημερ. 29.9.11 αναφέρθηκε ότι η απόφαση ημερ. 9.12.99 έχει εκτελεσθεί μερικώς και ότι εξακολουθεί να εκκρεμεί απλήρωτο το εξ αποφάσεως χρέος. Πέραν δε αυτού στην ίδια ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι έγιναν προσπάθειες για εκτέλεση της απόφασης αλλά δεν κατέστη δυνατή η είσπραξη του οφειλοµένου ποσού. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «Την 24.5.00 εκδόθηκε διάταγµα µε το οποίο επιτρεπόταν η έκδοση εντάλµατος παραδόσεως των αντικειµένων σύµφωνα την εκδοθείσα απόφαση. Το ένταλμα επεστράφηκε ανεκτέλεστο για τον λόγο ότι δεν ανεβρέθηκαν τα αντικείµενα. Την 26.6.02 εκδόθηκε διάταγµα εναντίον της εναγοµένης 3 να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος της µε µηνιαίες δόσεις εκ ποσού Λ.Κ.40 από 1.8.02 µέχρι εξόφλησης. Την 20.11.02 έγινε αίτηση στο Κτηµατολόγιο Πάφου για εκποίηση του ενυπόθηκου κτήµατος. Την 2.9.03 εκδόθηκε φυλακιστήριο µε αρ.7177/03 εναντίον της εναγόµενης 3 για το ποσό των Λ.Κ.80,50 το οποίο εισπράχθηκε στις 4.5.
- Την 24.10.08 καταχωρήθηκε ΜΕΜΟ στο Κτηµατολόγιο Πάφου µε αρ. 1317/08 και την 26.11.08 καταχωρήθηκε το ΜΕΜΟ στο Κτηµατολόγιο Λευκωσίας µε αρ. ΕΒ2454/08 εναντίον της εναγόµενης
- Την 30.6.10 κατατέθηκε το ΜΕΜΟ στο Κτηµατολόγιο Λευκωσίας µε αρ. ΕΒ1551/10 εναντίον της εναγόµενης
- Την 27.1.11 καταχωρήθηκε ένταλµα κινητών εναντίον της εναγόµενης 1 το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο για τον λόγο ότι εστερείτο κινητής περιουσίας». Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω ότι οι αιτητές προς υποστήριξη της αίτησης βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα παρέθεσαν τέτοια στοιχεία με βάση τα οποία φαινόταν ότι υπήρχε αλλαγή στα μέρη, ότι λήφθηκαν αρκετά μέτρα προς εκτέλεση της απόφασης ημερ. 9.12.99 και ότι παρά την πληρωμή κάποιων ποσών το εξ αποφάσεως χρέος δεν είχε ακόμη εξοφληθεί. Τούτου δεδομένου και λαμβάνοντας υπόψην τα όσα λέχθηκαν σχετικά στις υποθέσεις Αναφορικά με την αίτηση της Ελένης Μιχαή και Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Μιχαήλ ανωτέρω κρίνω ότι παρά το ότι οι αιτητές στην αίτηση ημερ. 29.9.11 δεν ανέφεραν το ακριβές ποσό που παραµένει οφειλόµενο, έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι δικαιούνταν σε εκτέλεση και δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης και της έκδοσης του επίδικου διατάγματος. Αποτελεί επίσης θέση της αιτήτριας ότι ο τίτλος στην παρούσα αίτηση δεν έχει τροποποιηθεί ως το διάταγµα του Δικαστηρίου και κατά συνέπεια το διάταγµα τροποποίησης έχει καταστεί άκυρο. Η θέση αυτή θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι παράδοξη γιατί από τη μια ουσιαστικά στρέφεται κατά της ίδιας της αίτηση που κατέθεσε η αιτήτρια - εναγόμενη 1 (δηλ. της παρούσας), όπου εν πάση περιπτώσει ο τίτλος, όπως φαίνεται τόσο από το σώμα της αλλά και από το σώμα της ένορκης δήλωσης φέρει και την τροποποίηση, η οποία εγκρίθηκε στις 6.10.11 με έκδοση σχετικού διατάγματος πέραν του επίδικου ενώ από την άλλη το εν λόγω διάταγμα τροποποίησης δεν προσβάλλεται με την παρούσα. Επίσης δεν ευσταθεί ούτε η περαιτέρω θέση της αιτήτριας, η οποία είναι προφανώς αβάσιμη και επίσης παράδοξη, ότι ως συνέπεια της μη τροποποίησης του τίτλου στην παρούσα αίτηση, η αίτηση για ανανέωση της απόφασης (προφανώς εννοεί την αίτηση ημερ. 29.9.11) «φέρει ως αιτητή ανύπαρκτο διάδικο και είναι εξ υπαρχής άκυρη και τυχόν αποδοχή της θα οδηγούσε σε δικαίωση ανύπαρκτου διαδίκου που εξισώνεται µε την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στο κενό». Να υπομνησθεί ότι η αίτηση για τροποποίηση ήταν ένα από τα ζητούμενα με την αίτηση ημερ. 29.9.11, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα για άδεια εκτέλεσης, και συνεπώς η εν λόγω αίτηση δεν μπορούσε να φέρει την τροποποίηση πριν την έγκριση του σχετικού διατάγματος από το Δικαστήριο. Ως φαίνεται δε από το σώμα της αίτησης αιτητές ήταν η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία, ως προαναφέρθηκε, με βάση τα πιο πάνω αναφερόμενα διατάγματα ανέλαβε όλη την επιχείρηση, ιδιοκτησία και υποχρεώσεις του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ καθώς και τη συνέχιση από και ή εναντίον της τελευταίας πάντων των νομικών διαδικασιών που εκκρεμούν. Όσον αφορά τώρα τη θέση της αιτήτριας ότι η απόφαση ημερ. 9.12.99 είναι το προϊόν και/ή το αποτέλεσµα δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων που άσκησαν οι καθ' ων η αίτηση ή οι αντιπρόσωποι τους σε βάρος του Δικαστηρίου και στην αιτήτρια, αυτή δεν μπορεί να εξετασθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αλλά θα εξετασθεί στα πλαίσια της αγωγής που η αιτήτρια, ως αναφέρει, άσκησε με σκοπό την ακύρωση της εν λόγω απόφασης. Η ύπαρξη δε του ισχυρισμού αυτού της αιτήτριας καθώς και η ύπαρξη της σχετικής αγωγής θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι δεν επηρεάζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την κρίση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αλλά ούτε και συνιστά λόγο για μη έκδοση διατάγματος άδειας εκτέλεσης της απόφασης εφόσον η απόφαση παραμένει έγκυρη και εν ισχύ και κατ' επέκταση παράγει τα έννομα αποτελέσματα της μεταξύ των οποίων είναι και το δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή προς λήψη μέτρων εκτέλεσης της. Για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω κρίνω ότι η αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας οποιονδήποτε λόγο για ακύρωση ή παραμερισμό του επίδικου διατάγματος ημερ. 6.10.
- Ενόψει της κατάληξης μου αυτής θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ με τις λοιπές θέσεις των καθ' ων η αίτηση, οι οποίες περιέχονται στην ένσταση τους. Καταληκτικά η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας - εναγόμενης 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία-Αίτηση ακύρωσης διατάγματος για άδεια εκτέλεσης απόφασης- Δ.40 Θ.8) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο