CYDIVE LTD ν. ΑΡΧΗΣ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αγωγή 963/09, 29.03.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αγωγή 963/09 CYDIVE LTD Ενάγοντες V ΑΡΧΗΣ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων _____________________ 29.03.2012 Για τους Ενάγοντες: κ. Αγις Γεωργιάδης Για τους Εναγόμενους: κ. Παναγιώτης Μακρίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 18.03.2009 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με την οποία, στην έκθεση απαίτησής τους την οποία καταχώρησαν στις 22.04.2009, ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων για: «(α) €10.000,00.- πλέον ποσό ίσο με τους τόκους προς 7% ετήσια από 04/04/2008 μέχρι την εξόφληση επί €10.000,00.- λόγω δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, λόγω αμέλειας και/ή περαιτέρω επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ή διαδοχικά, γιατί δεν πραγματοποιήθηκε το αντάλλαγμα για το οποίο δόθηκε η επιστολή και/ή διαφορετικά. (β) Χωρίς βλάβη των παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση και/ή Διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους να δώσουν λογαριασμό για την πραγματική ζημιά που δυνατόν να υπέστησαν από τη μη υπογραφή συμφωνίας. (γ) Χωρίς βλάβη του (α) παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, €10.000,00.- πλέον ποσό ίσο με τους τόκους προς 7% ετήσια από 04/04/08 ή 28/11/08 μέχρι την εξόφληση επί €10.000,00.- και/ή διαδοχικά επί οποιοδήποτε ποσό βρεθεί ότι οφείλεται στους ενάγοντες μετά την παράδοση του λογαριασμού που ζητείται με το (β), παραπάνω, δυνάμει σύμβασης και/ή ως αποζημιώσεις για αθέτηση σύμβασης και/ή καταπιστεύματος και/ή δυνάμει σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή του δικαίου της αποκατάστασης και/ή διαφορετικά. (δ) Νόμιμους τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α. (ε) Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία». Δικόγραφα Οπως προκύπτει από τη συνδυασμένη επισκόπηση των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων (εκθέσεις απαίτησης και υπεράσπισης) τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής έχουν ως ακολούθως: Στις 14.03.2008 προκηρύχθηκε από τους Εναγόμενους, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ο διαγωνισμός με αρ. 11/2008, με αντικείμενο την επιλογή αδειούχων στους οποίους θα παραχωρείτο άδεια χρήσης χώρων στο εμπορικό κέντρο που βρίσκεται στο λιμανάκι της Κάτω Πάφου για τη δημιουργία καταστημάτων/γραφείων. Οι Ενάγοντες, που είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, υπέβαλαν, μαζί με άλλους προσφοροδότες, προσφορά για άδεια χρήσης του καταστήματος με αρ. 9, καταθέτοντας και τη σχετική τραπεζική εγγύηση για το ποσό των €10.000,00.-, σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού. Στις 24.04.2008 η Επιτροπή Οικονομικών/Προσφορών του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων, υπέβαλε εισήγηση στο Συμβούλιο για κατακύρωση του καταστήματος με αρ. 9 στους Ενάγοντες, εισήγηση την οποία υιοθέτησε στις 08.05.2008 το Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγομένων και η σχετική προσφορά κατακυρώθηκε στους Ενάγοντες. Στις 24.07.2008, με επιστολή τους, οι Εναγόμενοι πληροφόρησαν τους Ενάγοντες για την αποδοχή της προσφοράς τους και τους κάλεσαν να προσκομίσουν συγκεκριμένα έγγραφα και πιστοποιητικά, ώστε να οριστεί στη συνέχεια ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας, την οποία οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν. Σε αυτό το χρονικό σημείο εντοπίζεται δικογραφικά η έναρξη της διαφοράς των διαδίκων, καθώς οι δικογραφημένοι δρόμοι τους χωρίζουν. Οι μεν Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τότε αντιλήφθηκαν ότι εξαπατήθηκαν από τους Εναγόμενους, κατά το χρόνο υποβολής της προσφοράς τους, εντοπίζοντας την εξαπάτησή τους στην ψευδή, δόλια και αναληθή παράσταση των Εναγομένων, ότι θα παραχωρούνταν στους επιτυχόντες προσφοροδότες και δη στους ίδιους, όχι μόνο οι εσωτερικοί, αλλά και οι εξωτερικοί χώροι των καταστημάτων, με αποτέλεσμα, αφενός μεν να μην προσκομίσουν τα έγγραφα και πιστοποιητικά που τους ζητήθηκαν, σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού, αφετέρου δε να απαιτήσουν την επιστροφή του ποσού της τραπεζικής εγγύησης ή μέρους της ανάλογα με το ύψος της πραγματικής ζημιάς που θα τους αποδείκνυαν ότι υπέστησαν οι Εναγόμενοι από τη μη υπογραφή της συμφωνίας. Αντίθετα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι σε καμιά ψευδή παράσταση δεν προέβησαν σε βάρος των Εναγόντων, ότι ήταν ευθύς εξαρχής ξεκάθαρο από τους όρους του διαγωνισμού και τα επισυνημμένα σχέδια των καταστημάτων, που είχαν προμηθευτεί οι Ενάγοντες, ότι αντικείμενο του διαγωνισμού ήταν μόνο οι εσωτερικοί χώροι των καταστημάτων και ότι στις 03.10.2008 και αφού οι Ενάγοντες είχαν παραλείψει να συμμορφωθούν με τους όρους της προσφοράς, προχώρησαν στη ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής των €10.000,00.-. Οσον αφορά τη νομική πτυχή της διαφοράς τους με τους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, κάτι που όπως φαίνεται, τόσο από την έκθεση υπεράσπισης, όσο και από την αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου τους, ότι είναι η αιχμή του δόρατος της υπεράσπισής τους, ότι το παρόν δικαστήριο δεν έχει εξουσία και αρμοδιότητα να επιληφθεί της παρούσας αγωγής και ότι το μόνο αρμόδιο δικαστήριο να επιλύσει τα εγειρόμενα επίδικα ζητήματα είναι το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα Από το περιεχόμενο των γραπτών δηλώσεων του Φώτιου Σωκράτους (Μ.Ε.1) και του Ανδρέα Παρμακλή (Μ.Υ.1), σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των δικογράφων και των κατατεθέντων τεκμηρίων και με αναφορά στις γραπτές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων των διαδίκων, προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με την Κυπριακή Νομοθεσία. Οι Εναγόμενοι είναι Νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου το οποίο έχει εγκαθιδρυθεί με τον Περί Αρχής Λιμένων Νόμο Ν. 38/73και έχει αναλάβει την ιδιοκτησία, διαχείριση και εκμετάλλευση των λιμανιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και ασκεί εξουσία και δραστηριότητα δυνάμει του πιο πάνω Νόμου. Στις 14.03.2008 προκηρύχθηκε από τους Εναγόμενους ο Διαγωνισμός με αρ. 11/2008 με αντικείμενο την επιλογή αδειούχων στους οποίους θα παραχωρείτο άδεια χρήσης χώρων στο εμπορικό κέντρο που βρίσκεται στο λιμανάκι Πάφου για τη δημιουργία καταστημάτων/γραφείων. Οι Ενάγοντες αφού παρέλαβαν τα έγγραφα του Διαγωνισμού (Τεκ. 2) καταβάλλοντας το νενομισμένο τέλος υπέβαλαν προσφορά για το κατάστημα με αρ. 9 παραδίδοντας στους Εναγόμενους δεόντως συμπληρωμένα τα απαιτούμενα έγγραφα του Διαγωνισμού μαζί με συμπληρωμένο το έντυπο προσφοράς (Τεκ. 13), την υπεύθυνη δήλωση (Τεκ. 14) και την εγγυητική επιστολή για το ποσό των €10.000,00.- ως εγγύησης συμμετοχής στο Διαγωνισμό (Τεκ. 3). Οι Εναγόμενοι με επιστολή, ημερ. 24.07.2008 (Τεκ. 15) ενημέρωσαν τους Ενάγοντες ότι η προσφορά τους είχε γίνει αποδεκτή και τους ζήτησαν να τους εφοδιάσουν με συγκεκριμένα έγγραφα και πιστοποιητικά προκειμένου να προχωρήσουν στην υπογραφή της σχετικής συμφωνίας. Οι Ενάγοντες δεν εφοδίασαν τους Εναγόμενους με τα έγγραφα που τους ζήτησαν και οι Εναγόμενοι τους έστειλαν εκ νέου την επιστολή στις 03.09.2008 (Τεκ. 16) με την υπενθύμιση να τους προσκομίσουν την εγγυητική, τα πιστοποιητικά και τις ασφάλειες. Οι Ενάγοντες και πάλι δεν εφοδίασαν τους Εναγόμενους με τα έγγραφα που τους ζήτησαν και οι Εναγόμενοι στις 03.10.2008 προχώρησαν στη ρευστοποίηση της εγγυητικής των Εναγόντων ύψους €10.000,00.-. Κατά το χρόνο ρευστοποίησης της εγγυητικής δεν είχε υπογραφεί από τους διαδίκους η συμφωνία για την παραχώρηση της άδειας χρήσης του καταστήματος με αρ. 9. Οι Ενάγοντες προκειμένου να επιτύχουν την ακύρωση της απόφασης των Εναγομένων να ρευστοποιήσουν την εγγυητική και την επιστροφή των €10.000,00.- δεν άσκησαν προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, αλλά καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Επίδικα θέματα Είναι προφανές από τα όσα έχουν προαναφερθεί ότι τα επίδικα θέματα της υπόθεσης που παραμένουν προς επίλυση είναι τα ακόλουθα: Εχει το παρόν Δικαστήριο δικαιοδοσία να επιληφθεί και να επιλύσει τα επίδικα θέματα αυτής της υπόθεσης; Εάν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική κατά πόσο έγινε η ψευδής παράσταση που αναφέρεται στην παρ. 5 της έκθεσης απαίτησης, ο σκοπός που έγινε και κατά πόσο οι Ενάγοντες βασίσθηκαν σε αυτή την παράσταση για να υποβάλουν την προσφορά τους Κατά πόσο οι Εναγόμενοι, οι υπηρέτες ή οι αντιπρόσωποί τους γνώριζαν ότι οι Ενάγοντες θα βασίζονταν σε αυτή την παράσταση για να υποβάλουν την προσφορά τους Ποιος ευθύνεται για τη μη υπογραφή της συμφωνίας για την παραχώρηση της άδειας χρήσης του καταστήματος με αρ. 9 Η ερμηνεία των όρων της εγγυητικής και ειδικά το πόσο και σε ποιο βαθμό οι Εναγόμενοι είχαν δικαίωμα να τη ρευστοποιήσουν Κατά πόσο νομιμοποιείται η απαίτηση των Εναγόντων για την επιστροφή του ποσού της εγγυητικής και σε ποια νομική βάση μπορεί να θεμελιωθεί αυτή τους η αξίωση. Μαρτυρικό υλικό Για τους Ενάγοντες κλήθηκε και έδωσε προφορική μαρτυρία μόνο ο διοικητικός τους σύμβουλος κ. Φώτιος Σωκράτους (Μ.Ε.1). Για τους Εναγόμενους έδωσε ένορκη μαρτυρία μόνο ο κ. Ανδρέας Παρμακλής, διοικητικός λειτουργός στα κεντρικά γραφεία τους στη Λευκωσία (Μ.Υ.1). Πέραν των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν συνολικά και δεκαεπτά
(17)τεκμήρια, τα οποία έκτοτε αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης. Όλα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία και σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και με σχετική νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία υποστήριξαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Αισθάνομαι την ανάγκη στο σημείο αυτό να εκφράσω την ευαρέσκεια του Δικαστηρίου και προς τους δυο ευπαιδεύτους δικηγόρους, τόσο για το υψηλό επίπεδο στο οποίο διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία, όσο και κυρίως για τις άκρως εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους, οι οποίες βοήθησαν το Δικαστήριο όχι μόνο να κατανοήσει τα επίδικα ζητήματα, αλλά και να καταλήξει στην τελική του απόφαση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την ολοκλήρωση της ακρόασης. Δικαιοδοσία Δικαστηρίου Είναι προφανές ότι η απάντηση στο πρώτο επίδικο ζήτημα, όπως αυτό έχει προσδιοριστεί ανωτέρω, είναι κομβικής σημασίας για την εξέταση των υπόλοιπων επίδικων ζητημάτων αυτής της υπόθεσης. Και αυτό γιατί εάν το παρόν δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας αποκλείεται από την ενασχόληση και επίλυση οποιουδήποτε άλλου επίδικου ζητήματος. Οι θέσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων των διαδίκων Οι θέσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων επί αυτού του ζητήματος είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εναγόντων, την οποία θα προσπαθήσω να εκθέσω συνοπτικά στη συνέχεια είναι η ακόλουθη: Τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής ρυθμίζονται από το δίκαιο των συμβάσεων και των αστικών αδικημάτων. Η απόφαση των Εναγομένων για ρευστοποίηση της εγγυητικής (που στο εξής για σκοπούς αναφοράς θα αναφέρεται μόνο ως «απόφαση») συνιστά πράξη διαχείρισης της ιδιωτικής περιουσίας των Εναγομένων που δεν σχετίζεται με την εκπλήρωση των δημόσιων σκοπών που εναποτέθηκαν σε αυτούς. Πράξεις διαχείρισης κατά κανόνα εμπίπτουν στο ιδιωτικό δίκαιο, εκτός εάν αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού. Η απόφαση δεν αποσκοπούσε πρώτιστα στην προώθηση, εκπλήρωση ή πραγμάτωση των δημόσιων σκοπών που εναποτέθηκαν στους Εναγόμενους και κατά συνέπεια εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο θα αποφασισθεί η ερμηνεία των όρων της εγγυητικής και θα καθοριστούν τα συνεπαγόμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων. Η απόφαση δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη αφού δεν είναι δημοσίου δικαίου, δεν αποτελεί εκδήλωση δημόσιας εξουσίας και δεν χαρακτηρίζεται από κυριαρχική μονομέρεια. Επομένως δεν αποτελεί διοικητική πράξη . Περαιτέρω η απόφαση δεν συνιστά εκτελεστή πράξη, αφού δεν δημιουργεί, τροποποιεί ή καταργεί μια νομική κατάσταση διοικητικού χαρακτήρα. Μόνη σχετική με την παρούσα αγωγή διοικητική πράξη είναι η απόφαση των Εναγομένων να επικυρώσουν την προσφορά των Εναγόντων. Με την αγωγή δεν ζητείται η εξέταση της νομιμότητας της απόφασης επικύρωσης ούτε οποιωνδήποτε προπαρασκευαστικών πράξεων ή πράξεων που συνιστούσαν αναπόσπαστο μέρος της έρευνας για την έκδοσή της. Έπεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να εξετάσει τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή. Η θέση των Εναγομένων ότι με την αγωγή επιδιώκεται η αναθεώρηση απόφασης που εκδόθηκε δυνάμει του Κανονισμού 22
(3)της Κ.Δ.Π. 487/2004 είναι λανθασμένη. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε εξέδωσαν τέτοια απόφαση. Από το Τεκμήριο 9 φαίνεται ότι για τη ρευστοποίηση της εγγυητικής οι Εναγόμενοι βασίστηκαν αποκλειστικά στους όρους της εγγυητικής και όχι σε διοικητική πράξη ή νόμο ή κανονισμό. Από την πλευρά του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγομένων εισηγείται στη δική του αγόρευση ότι, τόσο η ανάκληση της κατακύρωσης του δημόσιου διαγωνισμού, όσο και η απόφαση για κατάσχεση της εγγύησης συμμετοχής από τους Εναγόμενους αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, αφού είναι παραδεκτό ότι η δημόσια σύμβαση αντικείμενο του διαγωνισμού δεν έχει υπογραφεί, οι οποίες έγιναν νόμιμα και νομότυπα, στη βάση ξεκάθαρων νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, οι οποίες ξεκάθαρα επέβαλαν στους Εναγόμενους να κηρύξουν τους Ενάγοντες έκπτωτους, αφού δεν προσκόμισαν τα απαιτούμενα έγγραφα και να προχωρήσουν στην κατάσχεση της εγγύησης συμμετοχής τους, πράξεις οι οποίες ανάγονται ξεκάθαρα στα πλαίσια της εκτελεστικής τους εξουσίας και ως τέτοιες μπορούν να προσβληθούν αποκλειστικά και μόνο με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον κ. Μακρίδη ζητείται από το Επαρχιακό Δικαστήριο να ελέγξει δικαστικά τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση της διοικητικής πράξης κατάσχεσης της εγγύησης συμμετοχής και να ανατρέψει το τεκμήριο νομιμότητάς της, υποκαθιστώντας με αυτό τον τρόπο όχι μόνο την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, αλλά και το Ανώτατο Δικαστήριο και αποκτώντας παράνομα και αντισυνταγματικά αναθεωρητική δικαιοδοσία. Ζητείται δηλαδή ο έλεγχος της διοικητικής πράξης η οποία εκδόθηκε δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας στα πλαίσια της διοικητικής ενέργειας των Εναγομένων. Κατά την εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εναγομένων από τη στιγμή που δεν έχει υπογραφεί η δημόσια σύμβαση, η οποία ήταν το αντικείμενο του διαγωνισμού, η αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν έχει ενεργοποιηθεί ποτέ και οι ενέργειες των Εναγομένων, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο ασκεί εξουσία, κατ΄ εφαρμογή ρητών νομοθετικών διατάξεων, παρέμειναν και παραμένουν μέχρι σήμερα αλώβητες, εφόσον δεν προσβλήθηκαν, είτε με ιεραρχική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, είτε με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να εξακολουθούν να περιβάλλονται από το τεκμήριο της νομιμότητας, το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία να ανατρέψει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Η απόφαση του Δικαστηρίου Στην παρ. 11.1 του εγγράφου με τίτλο «Οδηγίες στους Προσφοροδότες», που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των εγγράφων του Διαγωνισμού (Τεκ. 2) διευκρινίζεται ότι «Η διαδικασία των προσφορών υπόκειται στους Νόμους, Κανονισμούς και Διαδικασίες της Αρχής». Πιστεύω επομένως ότι το πρώτο που πρέπει να διερευνήσουμε είναι τους Νόμους και Κανονισμούς που ίσχυαν κατά το χρόνο προκήρυξης του διαγωνισμού, καθώς οι διατάξεις τους θα είναι σίγουρα βοηθητικές στην απόφαση του δικαστηρίου. Κατά την ημερομηνία προκήρυξης του διαγωνισμού, που ήταν η 14.03.2008, βρισκόταν σε ισχύ ο Περί Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Προμηθειών, Εργων και Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Ν.12(Ι)/2006, καθώς επίσης και οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί, που εκδόθηκαν, δυνάμει του άρθρου 89 του εν λόγω νόμου (Κ.Δ.Π. 201/2007, ΕΕ Παρ. ΙΙΙ(Ι) Αρ. 4195, ημερ. 04.05.2007). Κατά την ίδια ημερομηνία εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ισχύ Διαδικαστικοί Κανονισμοί οι οποίοι είχαν εκδοθεί, δυνάμει του άρθρου 57 του Περί Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες Εργα και Υπηρεσίες) στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών Ν. 100(Ι)/2003(Κ.Δ.Π. 487/2004, ΕΕ Παρ. ΙΙΙ(Ι) Αρ. 3852, ημερ. 30.04.2004). Αυτό προκύπτει από το άρθρο 79
(2)του Ν. 11(Ι)/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 57 του Ν. 100(Ι)/2003. Εφόσον δε αυτοί οι Κανονισμοί ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο προκήρυξης του διαγωνισμού, έπεται ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται από τις πρόνοιές τους εξακολουθούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο να υφίστανται και παράγουν έννομα αποτελέσματα. Το άρθρο 90 του Ν.12(Ι)/2006 προβλέπει τη δυνατότητα ενδιαφερόμενου προσφοροδότη να προσφύγει στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών εναντίον της απόφασης αναθέτουσας αρχής η οποία θίγει τα συμφέροντά του. Ομως το άρθρο 90, κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης δεν είχε τεθεί σε ισχύ, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 93
(2)θα ετίθετο σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Περί Συντονισμού των Διαδικασιών Προσφυγής στον Τομέα των Δημοσίων Συμβάσεων Νόμου, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 19.11.
- Στις 14.03.2008 εξακολουθούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 94 του ίδιου νόμου, να είναι σε ισχύ οι διατάξεις του Μέρους IV του Περί Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες, Εργα και Υπηρεσίες) Ν. 101(Ι)/
- Με το Μέρος IV του Ν. 101(Ι)/2003 καθιδρύθηκε η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, με αρμοδιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 55
(1), «την εξέταση ιεραρχικών προσφυγών εναντίον πράξεων ή αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής που παραβιάζουν οποιαδήποτε διάταξη του ισχύοντος δικαίου και προηγούνται της σύναψης συμβάσεων δημόσιων προμηθειών και έργων και δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών» (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας της και μετά την εξέταση της ιεραρχικής προσφυγής η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 56
(10)(α)-(γ) του ίδιου νόμου να εκδώσει τις ακόλουθες αποφάσεις: «(α)Να επικυρώσει την πράξη ή απόφαση της αναθέτουσας αρχής- (β) Να ακυρώσει την πράξη ή απόφαση της αναθέτουσας αρχής αν αυτή παραβιάζει οποιαδήποτε διάταξη του ισχύοντος δικαίου και προηγείται της σύναψης της σύναψης της σύμβασης και (γ) Να ακυρώσει ή τροποποιήσει, λόγω παραβιάσεως οποιασδήποτε διάταξης του ισχύοντος δικαίου, οποιοδήποτε όρο, που περιέχεται στην προκήρυξη ή στα έγγραφα του διαγωνισμού ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο σχετικό με τη διαδικασία του διαγωνισμού και αναφέρεται σε τεχνικές, οικονομικές και χρηματοοικονομικές προδιαγραφές». Στη συνέχεια στα άρθρα 59 και 60 του ίδιου νόμου προνοούνται τα ακόλουθα: «59.Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 56 η ακύρωση από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών της πράξης ή απόφασης της αναθέτουσας αρχής δημιουργεί δικαίωμα στον ενδιαφερόμενο σε περίπτωση που έχει υποστεί από τέτοια πράξη ή απόφαση να αξιώσει αποζημίωση από την αναθέτουσα αρχή με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο». 60.Αν ο ενδιαφερόμενος θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών δικαιούται να ασκήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος δικαιούται να ασκήσει και η αναθέτουσα αρχή, εάν η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Θεωρηθεί, με κατάλληλη τεκμηρίωση, ότι είναι άδικη για την αρχή αυτή». Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες του Κανονισμού 37
(3)της ΚΔΠ 201/2007 και του Κανονισμού 22
(3)της ΚΔΠ 487/2004, το λεκτικό των οποίων είναι σχεδόν πανομοιότυπο, εάν ο προσφοροδότης στον οποίο έχει ανατεθεί η σύμβαση δεν προσέλθει εντός τακτής προθεσμίας για την υπογραφή της σύμβασης, τότε αυτός κηρύσσεται έκπτωτος και κατάσχεται η κατατεθείσα από αυτόν εγγύηση συμμετοχής. Είναι προφανές από το λεκτικό των πιο πάνω Κανονισμών ότι από τη στιγμή που ο προσφοροδότης δεν υπογράφει την κατακυρωθείσα σε αυτόν δημόσια σύμβαση, ανεξαρτήτως του λόγου που αυτό συμβαίνει, η κήρυξή του σε έκπτωτο και η κατάσχεση της εγγύησης συμμετοχής καθίσταται υποχρεωτική για την αναθέτουσα αρχή. Οφείλω να διευκρινίσω στο σημείο αυτό ότι δεν προτίθεμαι να αποφασίσω, στο παρόν τουλάχιστο στάδιο, εάν τελικώς οι Εναγόμενοι προχώρησαν στη ρευστοποίηση βασιζόμενοι στους ανωτέρω Κανονισμούς, όπως εισηγείται ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγομένων, ή βασιζόμενοι αποκλειστικά στους όρους της εγγυητικής, όπως εισηγείται ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγόντων, καθώς το ζητούμενο για το παρόν δικαστήριο εξακολουθεί να παραμένει το εάν και κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να ελέγξει καταρχήν τη νομιμότητα της συγκεκριμένης πράξης των Εναγομένων. Στη βάση των προαναφερόμενων διατάξεων είναι προφανές ότι το παράπονο των Εναγόντων για την απόφαση των Εναγομένων να προχωρήσουν στην κατάσχεση της εγγυητικής μπορούσε να προβληθεί μόνο με ιεραρχική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών και σε περίπτωση που δεν ικανοποιούνταν από την Απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Είναι ξεκάθαρα εκτελεστή διοικητική πράξη και σε καμιά περίπτωση δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, ούτε, κατά την κρίση μου, είναι δυνατή η υπαγωγή των όρων της, στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου και ειδικότερα του δικαίου των συμβάσεων και των αστικών αδικημάτων, προκειμένου να τύχουν ερμηνείας και να καθοριστούν τα συνεπαγόμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων, όπως εισηγείται ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγόντων. Πέραν τούτων, όπως ορθά εισηγείται ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγομένων, πράξεις, αποφάσεις ή παραλείψεις αρχών, προσώπων ή οργάνων που ασκούν εκτελεστική εξουσία στα πλαίσια ακριβώς ενάσκησης της δημόσιας εξουσίας τους, εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Οταν όμως η πράξη ή παράλειψη του διοικητικού οργάνου ασκείται στα πλαίσια συμβατικής σχέσης με ιδιώτη ή εμπορικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας, τότε αποκλειστική αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Μια πολύ βοηθητική για το επίδικο ζήτημα απόφαση είναι αναμφίβολα η Γεωργίου V Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1995)3 ΑΑΔ 424 , στην οποία κάνουν αναφορά αμφότεροι οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων στις αγορεύσεις τους, όπου στις σελ. 432 έως 437, επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Το Ανώτατο Δικαστήριο ασκεί αποκλειστικά και μόνο τις αρμοδιότητες που καθορίζονται και οριοθετούνται από το Σύνταγμα. Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας εκτελεστών διοικητικών πράξεων. Πράξη για να είναι εκτελεστή θα πρέπει: (α) Να είναι προϊόν άσκησης εκτελεστικής ή διοκητικής λειτουργίας από όργανο, αρχή ή πρόσωπο, (β) το όργανο να ενεργεί στη σφαίρα του δημόσιου και όχι του ιδιωτικού δικαίου· και (γ) να υπάρχει παραγωγή νομικών αποτελεσμάτων με άμεση νομική ισχύ. .............................................................................................................................................................. To κύριο στοιχείο της έννοιας της εκτελεστής πράξης είναι η άμεση παραγωγή εννόμου αποτελέσματος συνισταμένου στη δημιουργία, τροποποίηση ή κατάλυση νομικής κατάστασης, ήτοι δικαιωμάτων και υποχρεώσεων διοικητικού χαρακτήρα των διοικουμένων (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929.- 1959, σελ. 237). Στην υπόθεση Tamasos Tobaco Supplies and Co. ν. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 407 αποφασίστηκε ότι το πεδίο του δημοσίου δικαίου διακρίνεται από το ιδιωτικό δίκαιο ανάλογα με το σκοπό τον οποίο η νομοθεσία αποβλέπει να προάξει και το ενδιαφέρον του κοινού στη συγκεκριμένη λειτουργία και αποφάσεις. .............................................................................................................................................................. To κύριο κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ πράξεων δημοσίου δικαίου και πράξεων ιδιωτικού δικαίου είναι η φύση της ίδιας της πράξης και ο επιδιωκόμενος με την πράξη αυτή σκοπός. Πράξη ή απόφαση μπορεί να εκδοθεί από διοικητικό όργανο κατά την άσκηση της εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας του και εν τούτοις να εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου κάτω από το Άρθρο 146 του Συντάγματος, για τον αποκλειστικό λόγο ότι ο κύριος σκοπός που επιδιώκεται με την πράξη ή την απόφαση αυτή δεν είναι δημοσίου συμφέροντος, αλλά ο καθορισμός των αστικών δικαιωμάτων των πολιτών (βλ. Ερωτοκρίτου ν. Γενικού Εισαγγελέα Υπόθεση αρ. 439/90, ημερ. 3.9.1992. Βλ. επίσης The Greek Registrar of the Co - Operative Societies v. Nicos Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164, Poyadjis v. The Republic
(1975)3 C.L.R. 378, και Charalambides v. The Republic
(1982)3 C.L.R. 403). Εξάλλου στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 959 και στις σελ. 232 και 233, αναφέρεται ότι οι πράξεις οι οποίες δεν αποτελούν προϊόντα άσκησης της δημόσιας εξουσίας, αλλά ενεργούνται από την Πολιτεία σαν υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αναγομένων στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, δεν είναι προσβλητές δι' αιτήσεως ακυρώσεως και υπόκεινται, όπως οι πράξεις οποιουδήποτε ιδιώτη, στην αρμοδιότητα των κοινών Δικαστηρίων. Της προσβολής δι' αιτήσεως ακυρώσεως διαφεύγουν όχι μόνο οι πράξεις διαχείρισης του κράτους, αλλά και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Στην Ελλάδα έχει σταθερά νομολογηθεί ότι η κύρωση δια νόμου ή διατάγματος σύμβασης με το Δημόσιο ή με νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν αίρει το συμβατικό χαρακτήρα διαφορών που προκύπτουν από αυτή και συνεπώς αποκλείεται η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα κρίθηκε ότι δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας πράξεις διοικητικής αρχής που εκδίδονται κατ' εφαρμογήν συμβατικών όρων τεθειμένων στη σύμβαση, έστω και αν οι όροι αυτοί αποτελούν επανάληψη κανονιστικής διάταξης. Το ίδιο ισχύει και για πράξεις διοικητικής αρχής που επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση από τον αντισυμβαλλόμενο όρου της σύμβασης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δέκτηκε ακόμα ότι άνκαι από μη συμβληθέντα τρίτο παραδεκτώς ασκείται αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεως διοικητικής αρχής που εκδόθηκε πριν από την κατάρτιση της σύμβασης, για τον συμβληθέντα που αποδέκτηκε διά της υπογραφής της σύμβασης τις προηγηθείσες αυτής διοικητικές πράξεις, δεν είναι δυνατή η προσβολή των πράξεων αυτών (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 177-178). .............................................................................................................................................................. To γεγονός ότι εγείρονται ζητήματα που προσελκύουν το ενδιαφέρον του κοινού δεν θεωρήθηκε αρκετό για να θεωρηθεί ότι η πράξη κείται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου (βλ. Machlouzarides v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 2342). Ακόμα και όταν η απόφαση επηρεάζει παρεμπιπτόντως δικαιώματα του ευρύτερου κοινού, ο χαρακτήρας της παραμένει αναλλοίωτος, εφόσον ο πρωταρχικός σκοπός της απόφασης είναι η ρύθμιση δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου. Αποφάσεις του ίδιου οργανισμού ή αρχής σε διαφορετικές περιοχές διοικητικής δράσης μπορούν να ανήκουν είτε στον τομέα του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα με την ειδική φύση της απόφασης και του δημόσιου ενδιαφέροντος στο θέμα. Το κριτήριο δεν είναι κατά πόσο η νομοθεσία σύμφωνα με την οποία ελήφθη η επίδικη απόφαση εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, αλλά κατά πόσο η συγκεκριμένη απόφαση εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό (Hellenic Bank Limited ν. The Republic
(1986)3 C.L.R. 481, 486). Η ρύθμιση αστικών περιουσιακών δικαιωμάτων είναι θέμα ιδιωτικού δικαίου και δεν αποτελεί πράξη ή απόφαση εντός της εννοίας του Άρθρου 146.1. Επίσης πράξεις διαχείρισης της κρατικής περιουσίας εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημόσιου δικαίου και ως εκ τούτου δεν μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή κάτω από το Άρθρο 146 του Συντάγματος (Tekkis ν. The Republic
(1982)3 C.L.R. 680). Ακόμα αποφασίστηκε ότι άν και η διαδικασία που οδηγεί στην κατακύρωση σχετικού συμβολαίου προσφορών στο ενδιαφερόμενο μέρος είναι σύνθετη διοικητική πράξη που ανήκει στον τομέα του δημόσιου δικαίου, οποιαδήποτε ενέργεια που πραγματοποιείται μετά την υπογραφή της σύμβασης, ανήκει στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το Άρθρο 146 του Συντάγματος (βλ. George P. Zachariades Ltd ν. The Republic
(1987)3 C.L.R. 68). ». (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Νομίζω ότι είναι ξεκάθαρο ότι σε περιπτώσεις δημοσίων διαγωνισμών, όπως στην παρούσα υπόθεση, η διαδικασία που οδηγεί στην κατακύρωση σχετικού συμβολαίου, στην προκείμενη περίπτωση της συμφωνίας για την παραχώρηση της άδειας χρήσης του καταστήματος με αρ. 9, είναι σύνθετη διοικητική πράξη και ανήκει στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Οσον αφορά τώρα το δικαστικό έλεγχο ενδεχόμενων πράξεων ή παραλείψεων της διοίκησης είναι προφανές ότι: Α) Εάν η πράξη ή παράλειψη προηγείται της υπογραφής της σύμβασης αποκλειστική αρμοδιότητα έχει είτε η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών είτε το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας ενώ Β) Εάν η πράξη ή παράλειψη έπεται της υπογραφής της σύμβασης αποκλειστική αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Συμφωνώ και στο ζήτημα αυτό με τον ευπαίδευτο δικηγόρο των Εναγομένων ότι το κριτήριο καθορισμού του αρμοδίου δικαστηρίου είναι κατά πόσο έχει υπογραφεί ή όχι η δημόσια σύμβαση. Εάν δεν έχει υπογραφεί η δημόσια σύμβαση, τότε οι οποιεσδήποτε πράξεις ή αποφάσεις της αναθέτουσας αρχής, είτε πρόκειται για απόφαση ανάκλησης της κατακύρωσης του διαγωνισμού, είτε πρόκειται για απόφαση για κατάσχεση και ρευστοποίηση της εγγύησης συμμετοχής, όπως στην προκείμενη περίπτωση, αποτελούν πράξεις εκτελεστικής εξουσίας, οι οποίες μπορεί να προσβληθούν αποκλειστικά και μόνο με προσφυγή είτε στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών είτε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Απόλυτα σχετική και διαφωτιστική για το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι αναμφίβολα και η απόφαση στην προσφυγή με αρ. 1376/2006 A. Panayides Contracting Ltd V Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, ημερ. 18.01.2008, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγομένων. Στην προσφυγή αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε επί της ουσίας ισχυρισμό των Αιτητών ότι η απόφαση της αναθέτουσας αρχής, η οποία επικυρώθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, για ανάκληση της κατακύρωσης της προσφοράς τους και κατάσχεσης της εγγύησης συμμετοχής τους ήταν παράνομη, απορρίπτοντας τον εν λόγω ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι δεν στοιχειοθετείτο λόγος ακύρωσης, αφού οι Αιτητές είχαν παραβεί ουσιώδη όρο του διαγωνισμού. Είναι προφανές ότι με την εξέταση του πιο πάνω αναφερόμενου λόγου ακύρωσης το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την απόφαση για ανάκληση της κατακύρωσης της προσφοράς και κατάσχεσης της εγγύησης συμμετοχής, αναγνωρίζοντας σαφώς ότι οι εν λόγω πράξεις, ανάκληση της κατακύρωσης και κατάσχεση της εγγυητικής συμμετοχής, είναι εκτελεστές διοικητικές πράξεις υποκείμενες στον αποκλειστικό έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας. Το επιχείρημα του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εναγόντων ότι οι αναφορές των Εναγομένων σε αυτή την υπόθεση είναι obiter και ότι σε κάθε περίπτωση στην εν λόγω υπόθεση δεν ηγέρθηκε ζήτημα δικαιοδοσίας δεν είναι δυνατό να επιτύχει, καθώς το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι γνωστό ότι είναι ζήτημα που μπορεί να εξετασθεί αυτεπάγγελτα και σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Αναντίρρητα το Ανώτατο Δικαστήριο εάν είχε οποιαδήποτε αμφιβολία για το εάν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την προσφυγή θα το είχε εξετάσει και αποφασίσει και μάλιστα κατά προτεραιότητα όλων των υπόλοιπων επίδικων θεμάτων. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι η απόφαση των Εναγομένων για κατάσχεση και ρευστοποίηση της εγγύησης συμμετοχής των Εναγόντων αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και κατά συνέπεια ο έλεγχός της νομιμότητάς της εμπίπτει αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Κατάληξη Καταληκτικά και με βάση το πιο πάνω σκεπτικό η αγωγή απορρίπτεται. Οσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: προκήρυξη δημόσιου διαγωνισμού - κατακύρωση προσφοράς τους ενάγοντες - απόφαση εναγομένων για κατάσχεση και ρευστοποίηση της εγγύησης συμμετοχής τους πριν την υπογραφή της σύμβασης - σχετικοί νόμοι και κανονισμοί για την προκήρυξη δημοσίων συμβάσεων - η σχετική απόφαση αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη - ο έλεγχος της νομιμότητάς της εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο