← Κύπρος

SOCIETE GENERALE CYPRUS LTD ν. ΝEOFYTOS MICHAELIDES INFORMATION CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2464/08, 30.3.2012

SOCIETE GENERALE CYPRUS LTD ν. ΝEOFYTOS MICHAELIDES INFORMATION CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2464/08, 30.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2464/08 Μεταξύ: SOCIETE GENERALE CYPRUS LTD από τη Λευκωσία Ενάγουσα Και

  1. ΝEOFYTOS MICHAELIDES INFORMATION CO LTD από την Πάφο
  2. Νεόφυτος Μιχαηλίδης από την Πάφο
  3. Δήμητρα Μιχαηλίδου από την Πάφο (Α.Δ.Τ. 524699)
  4. Φίλιππος Μιχαηλίδης από την Πάφο
  5. Neofytos Michaelides Family Food Ltd από την Πάφο Εναγομένων ------------------------ Ημερομηνία: 30.3.2012 Αίτηση τροποποίησης ημερ. 7.10.2011 Για Εναγόμενους-Αιτητές: κα Δημοσθένους για Α. Χρ. Δημητριάδη ΔΕΠΕ Για Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Μ. Μιλτιάδους με κα Μ. Πάσιη για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδη & Σία ΔΕΠΕ (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Κ. Μιχαήλ) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται η τροποποίηση της υπεράσπισης και προσθήκη ανταπαίτησης. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Νεόφυτου Μιχαηλίδη, εναγόμενου 2 και διευθυντή των εναγομένων 1 και 5 που συνοδεύει την αίτηση, στις 9.2.2011 οι εναγόμενοι άλλαξαν δικηγόρο και οι νέοι δικηγόροι μετά από διεξοδική μελέτη των γεγονότων, της διαθέσιμης μαρτυρίας και των δικογράφων της υπόθεσης συμβούλευσαν τους εναγομένους όπως σημαντικές υπερασπίσεις και/ή ανταπαιτήσεις που έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα και των οποίων η απόδειξη δεν θα απαιτήσει επιπρόσθετο χρόνο του Δικαστηρίου γιατί καλύπτεται από την ίδια μαρτυρία που θα προσκομιστεί για απόδειξη των υφιστάμενων ισχυρισμών τους, είναι αναγκαίες για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις, αναφέρεται, αφορούν την εισαγωγή πρόσθετων θεραπειών και δεν συνιστούν προσθήκη νέας βάσης αγωγής ούτε αποτελούν παρέκκλιση από την καθορισθείσα πορεία των πραγμάτων. Απλά συνιστούν διεύρυνση της υφιστάμενης αξίωσης και καταχώρηση ανταξίωσης. Περαιτέρω αναφέρεται ότι η υπόθεση δεν είναι ορισμένη για ακρόαση και πως δόθηκε από το Δικαστήριο παράταση χρόνου για καταχώρηση της παρούσας αίτησης λόγω σοβαρής ασθένειας του δικηγόρου και παραμονής του στην πνευμονολογική κλινική του Νοσοκομείου Πάφου. Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
  6. Η αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση δεν πληρεί τις νόμιμες προϋποθέσεις και/ή δεν είναι σε συμμόρφωση με το Νόμο και/ή τους Κανονισμούς και/ή την πρακτική του Δικαστηρίου.
  7. Η αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης και την έγερση ανταπαίτησης υποβάλλεται σε προκεχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, με προφανή αδικαιολόγητη καθυστέρηση η οποία δεν αιτιολογείται ή εν πάση περιπτώσει η αναφερόμενη αιτιολογία δεν αποτελεί νόμιμο λόγο αιτιολόγησης της καθυστέρησης.
  8. Η παρούσα αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται κατά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και/ή η επιδιωκόμενη τροποποίηση της υπεράσπισης δεν μπορεί να εγκριθεί.
  9. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των Εναγομένων/Αιτητών.
  10. Οι επιπτώσεις στην Ενάγουσα/Καθ΄ ης η Αίτηση από την τυχόν χορήγηση της αιτούμενης τροποποίησης θα είναι δυσμενείς και/ή επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Ενάγουσας/Καθ΄ ης η Αίτηση.
  11. Η αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά. Οι Εναγόμενοι/Αιτητές με την υπό εξέταση αίτηση τους προσπαθούν να εισάξουν εντελώς νέα γεγονότα και νέους ισχυρισμούς, που θα διαφοροποιήσουν και θα δημιουργήσουν εντελώς νέα υπεράσπισης, πράγμα που θα ανατρέψει το πλαίσιο της διαδικασίας και θα οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, με αποτέλεσμα να προκληθεί δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων της Ενάγουσας/Καθ΄ ης η Αίτηση, των εν γένει συμφερόντων της δικαιοσύνης και ειδικά του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως αυτό καθιερώνεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας. Η βάση της υπεράσπισης, από την άποψη των γεγονότων που τη συνθέτουν, θα είναι εντελώς διαφορετική σε σχέση με την υφιστάμενη υπεράσπιση.» Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Γεωργίας Γεωργίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας. Στην ένορκη δήλωση γίνεται καταγραφή του ιστορικού της υπόθεσης και αναφέρεται ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί 31 μήνες μετά την υπεράσπιση και 20 μήνες μετά την αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων, κάτι που φανερώνει ότι οι αιτητές επέδειξαν μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης με αποτέλεσμα να επηρεάζεται το δικαίωμα της ενάγουσας για διεξαγωγή δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αλλαγή των δικηγόρων των αιτητών δεν αποτελεί λόγο για τροποποίηση των δικογράφων όταν μάλιστα αυτή ζητείται 20 μήνες μετά την εν λόγω αλλαγή. Αποτελεί θέση των εναγόντων, ότι οι αιτητές προσπαθούν με την αίτηση τους να εισάξουν εντελώς νέους ισχυρισμούς που θα δημιουργήσουν μία εντελώς νέα βάση υπεράσπισης, πράγμα που θα ανατρέψει το πλαίσιο της διαδικασίας και θα οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων, με αποτέλεσμα να προκληθεί δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων των εναγόντων και της δικαιοσύνης γενικότερα. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα. Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους, με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη είναι η Δ.28 Θ.
  12. Στο Annual Practice του 1957, στη σελ. 453 αναφέρεται: « As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent.. Βut if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου

(1991)1 Α.Α.Δ. 934, τέθηκε η σύγχρονη τάση της νομολογίας ως εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Η αρχή ταυτίζεται με την Αγγλική αρχή όπως διατυπώθηκε από τον Λόρδο Denning στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. ". Το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων κατέληξε αφού παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700 ότι ίσχυε η ίδια αρχή. ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 συνοψίζοντας τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστήριο αναφέρθηκε στις σελ. 36 -37: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Cο.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο [βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)].» Στην υπόθεση SABA & CO (T.M.P.) v. T.P.M. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426 το Δικαστήριο σταθμίζοντας τον παράγοντα καθυστέρηση ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 432: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ΄ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 εξετάστηκε το θέμα της καθυστέρησης και επιβεβαιώθηκε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλ΄ αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Η δε έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 επαναλήφθηκε η θέση της νομολογίας πως, «όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης». Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδου και άλλων
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1009: «Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιοδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Ως προς τη σημασία της καλής πίστης σε αιτήματα τροποποίησης δικογράφων σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen and Leake and Javob´s "Procedents of Pleading", 12η έκδοση, στη σελίδα 130, όπου ο όρος «καλή πίστη» επεξηγείται ως ακολούθως: «The first and in a way the paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For this purpose, good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising "the real question in controversy between the parties" and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused." Αναφορικά με το θέμα της ισχυριζόμενης κατάχρησης της διαδικασίας σχετική είναι η υπόθεση που με παρέπεμψαν οι δικηγόροι των καθ΄ ων η αίτηση Μιχάλης Παπόρης ν. Maskinfabriken "SIO" A/S
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 1037, όπου στη σελίδα 1040 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθιά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της ». Από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 17.12.2008 και με αυτήν η ενάγουσα που είναι τραπεζικός οργανισμός αξιώνει συνολικό ποσό €942.712,43 πλέον τόκους ως υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου που παραχώρησε στην εναγομένη 1 με τις εγγυήσεις των υπολοίπων εναγομένων. Περαιτέρω ζητείται εκποίηση υποθήκης που επίσης δόθηκε ως εγγύηση. Στις 16.3.2009 καταχωρίστηκε υπεράσπιση εκ μέρους όλων των εναγομένων από τον προηγούμενο δικηγόρο τους με την οποία απορρίπτεται η αξίωση θέτοντας την ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η τράπεζα προέβη σε ανατοκισμούς και παράνομες χρεώσεις και ότι η συμφωνία δανείου τακτής προθεσμίας που επικαλείται η τράπεζα είναι άκυρη, καθότι περιλαμβάνει όρους που αντίκεινται στο νόμο και είναι καταφανώς εις βάρος των εναγομένων. Όσον αφορά την πορεία της υπόθεσης, από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 17.2.2010, 6.7.2010 και 16.2.
  1. Στις 9.2.2011 έγινε η αλλαγή δικηγόρου, υπεβλήθη αίτημα για αναβολή της ακρόασης η οποία ορίστηκε στις 7.10.
  2. Την ημέρα εκείνη ζητήθηκε αναβολή από πλευράς εναγομένων έτσι ώστε να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης των δικογράφων και η υπόθεση αναβλήθηκε για ακρόαση στις 7.3.
  3. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης Με την παρούσα αίτηση ζητείται η τροποποίηση της υπεράσπισης έτσι ώστε να προστεθούν 11 επιπλέον παράγραφοι υπεράσπισης καθώς και ανταπαίτηση. Ειδικότερα ζητείται η προσθήκη των ακόλουθων ισχυρισμών οι οποίοι παρατίθενται σε συντομία: Ότι η ενάγουσα είναι εξειδικευμένος τραπεζικός επενδυτικός και συμβουλευτικός οργανισμός ο οποίος παρείχε στους εναγομένους εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες που χρειάζονταν οι εναγόμενοι για τις δραστηριότητες τους. Ότι οι συμφωνίες που επικαλούνται οι ενάγοντες είναι προϊόν επαγγελματικής αμέλειας, απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων και παράβασης εμπιστευτικής σχέσης που άσκησε η ενάγουσα σε βάρος των εναγομένων. Ότι οι εναγόμενοι δεν έτυχαν ανεξάρτητης νομικής συμβουλής σε συνάρτηση με τη συνομολόγηση των ισχυριζομένων συμφωνιών. Ότι ήταν σε γνώση της ενάγουσας πως οι εναγόμενοι δεν ήταν σε θέση από μόνοι τους χωρίς επαγγελματική συμβουλή να αξιολογήσουν τους κινδύνους που ενείχε η λήξη των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων και πως αυτοί στηρίζονταν στις συμβουλές της ενάγουσας. Ότι οι όροι που αναφέρονται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης είναι αντίθετοι με τις παράλληλες παραστάσεις (collateral warranties) και συμβουλές της ενάγουσας προς τους εναγόμενους. Προβάλλεται άρνηση ότι η ενάγουσα έχει νομότυπα καταστήσει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κάθε ισχυριζόμενο ποσό τερματίζοντας την αντίστοιχη συμφωνία. Ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται τα αξιούμενα ποσά για τον λόγο ότι σε αυτά περιλαμβάνονται τόκοι και χρεώσεις που αντιβαίνουν στη νομοθεσία, ενέχουν στοιχείο ποινικής ρήτρας και αντιβαίνουν τις παράλληλες παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της ενάγουσας προς τους εναγόμενους. Ότι η ενάγουσα συμβούλευσε τους εναγόμενους να μεταφέρουν τους λογαριασμούς τους από την Τράπεζα Κύπρου και να επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους υποσχόμενη ότι θα παρείχε στην εναγόμενη 1 σημαντικές παραγγελίες διαφημίσεων που θα ξεπερνούσαν τις €300.000 ετησίως και ότι η ενάγουσα τους συμβούλευσε να λάβουν πιστωτικές διευκολύνσεις για προώθηση του σκοπού αυτού με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιά και απώλεια. Ότι κατά τη διάρκεια της παροχής των συμβουλών η ενάγουσα ενήργησε με τρόπο που παρέβηκε τις υποχρεώσεις και καθήκοντα που είχε έναντι των εναγομένων. Συνεπεία των ενεργειών της ενάγουσας οι εναγόμενοι έχουν υποστεί ζημιές και απώλεια ποσού €942.712,43 πλέον τόκο προς 11% το χρόνο από 01/07/2008 μέχρι τελικής εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον έξοδα τα οποία οι εναγόμενοι απαιτούν πιο κάτω υπό μορφή ανταπαίτησης. Με την ανταξίωση ζητείται δήλωση ότι οι συμφωνίες που υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρες και επίσης ζητείται το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. Εξέτασα τις αιτούμενες τροποποιήσεις και θεωρώ ότι σ΄ αυτές περιλαμβάνονται και νέες υπερασπίσεις. Βέβαια η προβολή με την τροποποίηση μιας νέας υπόθεσης για τους εναγομένους από μόνη της δεν αποτελεί εμπόδιο στην έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση. Σχετικό με το θέμα είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το Annual Practice του 1958 στη σελίδα 627 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoc), 1 Ch. D. 42 Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action." Έχει τεθεί θέμα καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος και έλλειψη δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Αναφέρθηκα πιο πάνω στη πορεία της υπόθεσης όπου φαίνεται ότι η υποβολή του αιτήματος έγινε 3 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής καθώς και το γεγονός ότι η αίτηση έγινε μετά που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Βέβαια λαμβάνεται υπόψη ότι υπήρξε αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων το 2011 και το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Ως προς την αιτιολόγηση της καθυστέρησης αυτό που μπορεί να εξαχθεί ως συμπέρασμα από την ένορκη δήλωση είναι ότι εγέρθηκε θέμα τροποποίησης των δικογράφων μετά που οι εναγόμενοι άλλαξαν δικηγόρο και αυτός μελετώντας την υπόθεση κατέληξε στην υποβολή της αίτησης. Είναι γεγονός ότι δεν αναφέρεται άλλος λόγος γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν περιλήφθηκαν στο αρχικό δικόγραφο ωστόσο ακόμα και μη συμπερίληψη τους λόγω αμέλειας ή καθυστέρησης το αίτημα μπορεί να εγκριθεί έτσι ώστε ο διάδικος να μην αποστερηθεί του δικαιώματος να αποφασιστούν όλα τα εγειρόμενα από αυτό θέματα, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά η οποία να μη μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Εγέρθηκε θέμα κακοπιστίας των αιτητών στην υποβολή του αιτήματος και κατάχρησης της διαδικασίας. Είναι γεγονός ότι με την αιτούμενη τροποποίηση προβάλλονται νέα θέματα και η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα. Έχοντας όμως υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης όπως αναλύθηκαν πιο πάνω θεωρώ ότι παρά το ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ή ακόμα και αμέλεια εκ μέρους των εναγομένων δεν έχει καταδειχθεί κακοπιστία σε βαθμό που να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην πορεία της αίτησης. Ακόμα έχοντας εξετάσει τη πορεία της υπόθεσης όπως διαφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, δεν κρίνω ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Θεωρώ επίσης ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης σαφώς διαφοροποιούνται από αυτά των υποθέσεων Anna Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Βασίλη Παπαδόπουλου ν. Euroinvestment & Finance Ltd Πολ. Έφεση 49/08 ημερ. 16.12.2011. Σε ότι αφορά τις επιπτώσεις των αιτούμενων τροποποιήσεων αυτές καθορίζονται από τους καθ΄ ων η αίτηση στο ότι με την τροποποίηση εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης πράγμα που θα ανατρέψει το πλαίσιο της διαδικασίας, θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων των εναγόντων, των εν γένει συμφερόντων της δικαιοσύνης και ειδικά του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Είναι εμφανές ότι με τις τροποποιήσεις εισάγονται νέοι ισχυρισμοί και πως θα απαιτηθεί να απαντηθούν αυτοί οι νέοι ισχυρισμοί από τους ενάγοντες με καταχώρηση τροποποιημένης απάντησης και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση που θα οδηγήσει σε κάποια καθυστέρηση στη διαδικασία της αγωγής. Όμως από την άλλη έχοντας υπόψη ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα ξεκινήσει και πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν στην πλήρη εξέταση των θέσεων των εναγομένων που έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής και κρίνοντας παράλληλα ότι δεν υπάρχει κακοπιστία στην υποβολή της αίτηση και πως ο δυσμενώς επηρεασμός στα δικαιώματα των εναγόντων δεν είναι τέτοιος που δε μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, αποφασίζω να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης ως η αίτηση. Τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και τροποποιημένη απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 30 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης και όλα τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), επιδικάζονται εναντίον των αιτητών- εναγομένων. (Υπ.) ............... Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.