← Κύπρος

ΧΡ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. ΑΛΕΚΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3670/07, 25.4.2012

ΧΡ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΥΙΟΣ ΛΤΔ ν. ΑΛΕΚΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3670/07, 25.4.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3670/07 Μεταξύ: ΧΡ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ Εναγόντων - και - ΑΛΕΚΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ Εναγόμενου Ημερομηνία: 25.4.

  1. Για Ενάγοντες: κ. Ν. Νεοκλέους με κ. Π. Μιχαηλίδη. Για Εναγόμενο: κα Μ. Ιακώβου για κ. Τσίκκο. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου το ποσό των Λ.Κ.8,406 ή το ισόποσο €14,362.50, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τους οι ενάγοντες καθ' όλον τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών δεόντως εγγεγραμμένη στη Κύπρο, ασχολείτο μεταξύ άλλων με τις επιδιορθώσεις και/ή συντηρήσεις μηχανοκινήτων οχημάτων και διατηρούσαν γκαράζ και/ή συνεργείο στη Πάφο. Ο εναγόμενος καθ' όλον τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν πελάτης των εναγόντων. Κατά/ή περί το έτος 2005 στην Πάφο, οι διάδικοι με προφορική τους συμφωνία, συμφώνησαν όπως οι ενάγοντες από την μια προβαίνουν για λογαριασμό του εναγόμενου σε όλες τις δέουσες ενέργειες και εργασίες για τη συντήρηση και/ή επιδιόρθωση των μηχανοκινήτων οχημάτων που οδηγούνταν και/ή κατέχονταν από τον εναγόμενο, παρέχοντας σε αυτά τα αναγκαία εργαλεία και/ή εξαρτήματα και/ή σύνεργα και/ή αντικείμενα για την συντήρηση και/ή επιδιόρθωση τους και ο εναγόμενος αναλάμβανε να πληρώνει τα εκάστοτε οφειλόμενα ποσά σε πρώτη ζήτηση. Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας κατά ή περί το έτος 2005 μέχρι τον Απρίλιο και/ή Μάιο του 2006 οι ενάγοντες προέβησαν σε διάφορες επιδιορθώσεις και/ή συντηρήσεις των μηχανοκινήτων οχημάτων που οδηγούνταν και/ή κατέχονταν από τον εναγόμενο και που ο τελευταίος υποδείκνυε στους ενάγοντες και ο εναγόμενος πλήρωσε κατά διαστήματα στους ενάγοντες διάφορα ποσά. Κατά ή περί τον Μάιο του 2006 ο εναγόμενος όφειλε στους ενάγοντες και οφείλει μέχρι σήμερα το ποσό των Λ.Κ.8,406 για προσφερθείσες εργασίες και/ή υλικά. Ο εναγόμενος, παρά τις επαλειμμένες εκκλήσεις των εναγόντων όπως τους καταβάλει το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό, αρνήθηκε και/ή παρέλειψε και εξακολουθεί να αρνείται και/ή παραλείπει να το πράξει μέχρι σήμερα. Ο εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισης του αρχικά εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι το όνοµα των εναγόντων είναι λανθασµένο και δεν υφίσταται εγγεγραµµένο το όνοµα τους στον Έφορο Εταιρειών. Ανεξαρτήτως δε της εν λόγω προδικαστικής ενστάσεως ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και υποστηρίζει τα ακόλουθα: Ουδέποτε συνεργάστηκε και/ή ήταν πελάτης των εναγόντων. Ουδέποτε συνήψε οποιαδήποτε συµφωνία µε τους ενάγοντες και ουδέποτε οι ενάγοντες προέβησαν σε επιδιορθώσεις μηχανοκίνητων οχηµάτων που οδηγούνταν και/ή κατέχονταν από τον εναγόµενο. Αναφέρει δε ότι τα µηχανοκίνητα οχήµατα που οδηγούνταν και/ή κατέχονταν από αυτόν επιδιορθώνονταν στην Πάφο από κάποιο Φίλιππο κατόπιν συνεννόησης των και όχι µέσα στα πλαίσια οποιασδήποτε συµφωνίας. Επίσης ο εναγόµενος ισχυρίζεται ότι έχει πληρώσει και έχει εξοφλήσει το εν λόγω πρόσωπο και κανένα ποσό δεν του οφείλει για επιδιόρθωση των οχηµάτων του και ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν επιδείκνυε την δέουσα επιµέλεια κατά το χρόνο που επιδιόρθωνε και/ή συντηρούσε τα μηχανοκίνητα οχήµατα του. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το εν λόγω πρόσωπο παρουσίαζε ψευδώς στον εναγόµενο ότι προέβαινε σε εργασίες και/ή επιδιορθώσεις στα οχήµατα του µε αποτέλεσµα τα μηχανοκίνητα οχήµατα του να υποστούν σοβαρές µηχανικές βλάβες και να αναγκαστεί να απευθυνθεί σε άλλο µηχανικό για να του τα επιδιορθώσει και έτσι να υποστεί τεράστια οικονοµική ζηµία για την οποία επιφυλάττει τα δικαιώµατα του να στραφεί εναντίον του. Τέλος ο εναγόμενος αναφέρει ότι καµία σχέση δεν έχει µε τους ενάγοντες και κανένα ποσό δεν τους οφείλει καθώς και ότι ουδέποτε κλήθηκε από τους ενάγοντες και/ή το δικηγόρο τους να τους καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό. Ως εκ των άνω ο εναγόμενος ζητά την απόρριψη της αγωγής µε έξοδα εις βάρος των εναγόντων. Για την απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων κατέθεσε μόνο ο διευθυντής αυτών. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του ο εναγόμενος κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες. Περαιτέρω κατατέθηκαν συνολικά 26 τεκμήρια. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας θα αρχίσω από τη μαρτυρία του εναγόμενου. Αυτός θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του προσπάθησε να πείσει για τις θέσεις του και να καταρρίψει τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις του Μ.Ε.
  2. Στην προσπάθεια του όμως αυτή περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, αρκετές από τις θέσεις του στερούνται πειστικότητας ή δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική ή ακόμη διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία ενώ η μνήμη του ήταν εμφανώς επιλεκτική εφόσον θυμόταν κάποια γεγονότα που ήταν βολικά για την υπεράσπιση του με κάθε λεπτομέρεια ενώ άλλα ουσιώδη γεγονότα δήλωνε ότι δεν τα θυμόταν λόγω του χρόνου που παρήλθε. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι με τους ενάγοντες ουδέποτε είχε συνάψει οποιαδήποτε συµφωνία για να του επιδιορθώνουν τα µηχανοκίνητα οχήµατα του και ότι δεν γνώριζε καν την ύπαρξη τους παρά μόνο όταν παρέλαβε την παρούσα αγωγή. Ανέφερε δε ότι συνεργασία για να του επιδιορθώνει τα µηχανοκίνητα οχήµατα του είχε με κάποιο µηχανικό ονόματι Φίλιππο στην Πάφο. Αυτός ουδέποτε του ανέφερε οτιδήποτε για την εταιρεία και ούτε ποτέ του έδωσε οποιοδήποτε τιµολόγιο για τις εργασiες και οποιαδήποτε απόδειξη για τις πληρωµές που του έκανε. Στην αντεξέταση του είπε ότι πήγαινε στο γκαράζ του Φίλιππου 1, 2, 3 φορές τον μήνα αλλά εκεί δεν είχε ταμπέλα των εναγόντων. Και ενώ ανέφερε ότι δεν θυμάται να είχε δίπλα από το γκαράζ ταμπέλα με το όνομα των εναγομένων εντούτοις στη συνέχεια είπε ότι δεν νομίζει να είχε. Σε σχέση με τις επιταγές τεκμήρια 10-13 οι οποίες εκδόθηκαν από την εταιρεία Athinodorou Beton Ltd και στις οποίες αναγράφεται ως δικαιούχος «Χρ. Χαραλάμπους» στην αντεξέταση του είπε ουσιαστικά ότι ο ίδιος έδινε οδηγίες για να εκδοθούν οι εν λόγω επιταγές. Συγκεκριμένα είπε ότι όταν τον έπαιρνε τηλέφωνο ο Φίλιππος και του έλεγε ότι χρειάζεται λεφτά ο εναγόμενος έπαιρνε τηλέφωνο στην εταιρεία Αθηνοδώρου και τους έλεγε να βγάλουν Λ.Κ.500, Λ.Κ.1,000 και να πάει ο εναγόμενος να την πάρει στο Φίλιππο. Αλλά δεν τον άφηνε ο Φίλιππος να πάει στο λογιστήριο γιατί μόλις του έλεγε ότι έβγαλε την επιταγή πήγαινε ο Φίλιππος και την έπαιρνε. Προσπαθώντας δε να πείσει ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι συναλλασσόταν με τους ενάγοντες είπε ότι στο Δικαστήριο είδε το όνομα του δικαιούχου στις επιταγές. Η όλη θέση του όμως ότι δεν γνώριζε ότι συνεργαζόταν με τους ενάγοντες δεν είναι πειστική εφόσον δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Αυτό γιατί η εταιρεία Αθηνοδώρου έκδιδε τις εν λόγω επιταγές μετά από οδηγίες του εναγόμενου και κατά συνέπεια εάν ευσταθούσε η θέση αυτού τότε οι επιταγές θα εκδίδονταν φέροντας ως δικαιούχο το όνομα του Φίλιππου και όχι των εναγόντων. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι επειδή γνώριζε το Φίλιππο, ο οποίος εργαζόταν στο γκαράζ της εταιρείας Αθηνοδώρου, όταν έφυγε από την εταιρεία, επειδή ο εναγόμενος είχε δύο οδηγούς από την Πάφο όταν τα αυτοκίνητα ήθελαν αλλαγή λαδιού ή φίλτρα γενικά τα έπαιρναν οι οδηγοί στον Φίλιππο επειδή εκείνοι τον ήξεραν. Στην αντεξέταση του είπε ότι η συνεργασία του με το Φίλιππο ξεκίνησε γύρω στο Μάρτιο, Απρίλιο του 2006 ενώ στη συνέχεια είπε ότι δεν θυμάται αν είναι 2005 ή
  3. Σε άλλο δε σημείο στην αντεξέταση του σε ερώτηση αν το 2004 δεν είχαν συνεργασία είπε ότι μπορεί να είναι και το
  4. Συνεχίζοντας δεν να παρουσιάζει επιλεκτική μνήμη και προφανώς για να μην επιβεβαιώσει τις θέσεις του Μ.Ε.1 δήλωσε ότι δεν θυμόταν πόσα αυτοκίνητα έπαιρνε για επιδιόρθωση ή αλλαγή λαδιού και φίλτρων και μάλιστα διερωτήθηκε αν ήταν 2,
  5. Έδωσε δε ως δικαιολογία για το ότι δεν θυμόταν, η οποία όμως εμφανώς στερείται πειστικότητας, το γεγονός ότι οι οδηγοί των αυτοκινήτων που του έφτιαχνε ο Φίλιππος ήταν Πόντιοι εξ Ελλάδος και κατοικούσαν στα Κούκλια στην Πάφο. Σε ερώτηση δε στην αντεξέταση του πόσο συχνά πήγαιναν τα αυτοκίνητα του είπε ότι περνούσαν από το γκαράζ του Φίλιππου κάθε μέρα και έπιναν καφέ μαζί που ήταν γνωστοί, προφανώς εννοώντας οι οδηγοί του. Σε ερώτηση αν πήγαιναν για καφέ ή για να τους προσφέρει υπηρεσίες προσπαθώντας να δικαιολογήσει την προηγούμενη απάντηση του αλλά και για να πείσει ότι δεν είχαν κάποια συνεννόηση έστω με το Φίλιππο για τις εργασίες που εκείνος έκανε για λογαριασμό του είπε ότι όταν τα φορτηγά ήθελαν αλλαγή λαδιού ή φίλτρα ή τακκάκια στα δισκόφρενα επειδή ήταν εύκολη και γρήγορη δουλειά μέχρι να πιουν τον καφέ τα άλλαζε ο Φίλιππος. Στην γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 25), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση του, είπε ότι σε καµία περίπτωση δεν οφείλει στους ενάγοντες ή στον Φίλιππο το ποσό των Λ.Κ.8,406 για δήθεν εργασίες που πραγµατοποίησε σε µηχανοκίνητα οχήµατα του. Είχε συνεργασiα µε το Φίλιπττο αλλά δεν είχαν κάνει οποιαδήποτε συµφωνία. Όταν κάποιο φορτηγό του εναγόμενου είχε κάποιο πρόβληµα επικοινωνούσαν µαζί, έκανε ο Φιλιππος επιδιορθώσεις, συνήθως αλλαγή λαδιού ή φίλτρων και τον πλήρωνε ο εναγόμενος µετά από λίγες µέρες. Δεν είχαν οποιαδήποτε συµφωνία ότι θα του κάνει πίστωση και ούτε οποιαδήποτε συµφωνία να του επιδιορθώνει τα φορτηγά του. Πάντα ο Φίλιππος ήθελε να πληρώνεται για τις εργασίες που εκτελούσε λίγες µέρες µετά και δεν αποδεχόταν πίστωση. Ο τρόπος που πλήρωνε τον Φίλιππο ήταν να του δίδει µετρητά µετά που τέλειωνε κάποια εργασία ή έδινε εντολή στην εταιρεία Αθηνοδώρου, για την οποία εργαζόταν και η οποία βρίσκεται σχεδόν δίπλα από το μηχανουργείο του Φίλιππου και του όφειλε χρήµατα και εκείνη εξέδιδε επιταγή για το ποσό που όφειλε στον Φίλιππο την οποία ο τελευταίος παραλάµβανε. Σε άλλο όμως σημείο στην κυρίως εξέταση του είπε ότι όταν ο Φίλιππος του έκανε τις εργασίες στα αυτοκίνητα τον ρωτούσε ο εναγόμενος πόσο στοίχισε και εκείνος του έλεγε «Περίμενε να γίνουν τα λεφτά καμιά Λ.Κ.500 διότι θέλει και το άλλο άλλαγμα λαδιών και κάποτε δισκόφρενα και θα τα κανονίσουμε». Μπορούσε να τον πάρει τηλέφωνο ο Φίλιππος και να του πει τα λεφτά πότε θα τα κανονίσει να πιουν και καφέ και ο εναγόμενος του έστελλε με τον οδηγό είτε ερχόταν ο ίδιος και του έφερνε και κάποτε ο Φίλιππος πήγαινε στην εταιρεία Αθηνοδώρου αρχή του μήνα που ήταν κάθε φορά και έπαιρνε λεφτά και τον εξοφλούσε ο εναγόμενος. Στην αντεξέταση του όμως σε ερώτηση πόσο καιρό έκανε να μαζευτεί το ποσό των Λ.Κ.500 που είπε πριν και μετά να πληρώσει είπε ότι μπορούσε να πάει ένας ή ενάμιση μήνας ή και 15 μέρες, δεν θυμάται και σε πλήρη αντίφαση με τη θέση του ότι πλήρωνε το Φίλιππο λίγες μέρες μετά και ότι εκείνος δεν δεχόταν πίστωση, είπε ότι δεν πείραζε το Φίλιππο να περιμένει ενάμιση μήνα. Εδώ να σημειωθεί ότι η θέση του για πληρωμή του Φίλιππου μέσω της εταιρείας Αθηνοδώρου στην αρχή του μήνα διαψεύδεται και από τις επιταγές τεκμήρια 10, 11 και 13 οι οποίες φέρουν ημερομηνίες 27.4.05, 23.5.05 και 22.12.
  6. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι με το Φίλιππο δεν έκαναν ποτέ συµφωνία ότι θα αγόραζε εξαρτήµατα που αφορούσαν τα φορτηγά του. Εάν χρειαζόταν κάποιο εξάρτηµα το πλήρωνε ο εναγόμενος απευθείας στον προµηθευτή. Σε σχέση με το τιμολόγιο τεκμήριο 14 στην αντεξέταση του είπε ότι το αυτοκίνητο ΜΑΝ414 ήταν δικό του αλλά δεν θυμάται να παράγγειλε στις 5.7.05 στην εταιρεία Κ.Α. Χείρας Λτδ εξαρτήματα για το αυτοκίνητο του αυτό. Σε ερώτηση αν ξέρει κάποιον «πυροσβέστη» που αναφέρει το τιμολόγιο είπε ότι ήταν ο μακαρίτης ο πατέρας του. Εδώ να σημειωθεί όμως ότι η θέση του Μ.Ε.1 ότι τα εξαρτήματα που αναφέρονται στο εν λόγω τιμολόγιο τα πήρε ο ίδιος ο εναγόμενος από τον προμηθευτή δεν αμφισβητήθηκε στην αντεξέταση του Μ.Ε.
  7. Στην κυρίως εξέταση του ο εναγόμενος είπε δε ότι στην πιάτσα δεν ήταν γνωστός µε το ψευδώνυµο «πυροσβέστης», χωρίς να πει αν είχε κάποιο άλλο παρατσούκλι και ούτε στα φορτηγά του αναγραφόταν κάτι τέτοιο. Θα πρέπει όμως εδώ να αναφερθεί ότι η θέση του Μ.Ε.1 ότι στα φορτηγά του εναγόμενου αναφραφόταν η λέξη «πυροσβέστης» επίσης δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση αυτού. Περαιτέρω σε υποβολή στην αντεξέταση του εναγόμενου ότι ο κόσμος τον γνωρίζει με το παρατσούκλι «πυροσβέστης» είπε για πρώτη φορά ότι στη Λεμεσό ή οπουδήποτε οι περισσότεροι τον γνωρίζουν με το παρατσούκλι «ελέφαντας» κάτι το οποίο δεν τέθηκε στο Μ.Ε.1, ο οποίος καθόλη τη μαρτυρία του ήταν κατηγορηματικός ότι ο εναγόμενος ήταν γνωστός ως «πυροσβέστης» όπως και ο πατέρας του. Είπε επίσης ότι με την συνεργασία τους με το Φίλιππο δεν είχαν προβλήµατα και για να δικαιολογήσει τη διακοπή στη συνεργασία τους αναφέρθηκε σε κάποιο πρόβλημα που είχε με ένα από τα αυτοκίνητα του. Εδώ να σημειωθεί αρχικά ότι σε αντίθεση με άλλα γεγονότα που η μνήμη του δεν ήταν καλή το συγκεκριμένο γεγονός το θυμόταν πολύ καλά. Έτσι είπε σχετικά ότι το πρόβληµα άρχισε τον Μάρτιο ή Απρίλιο του 2006 όταν κάποιο από το φορτηγά του είχε πρόβληµα µε το κιβώτιο ταχυτήτων του. Το µετέφεραν στο γκαράζ του Φίλιππου και για την επιδιόρθωση του ο εναγόμενος αγόρασε από την Λευκωσία από την αντιπροσωπεία της ΜΑΝ εξαρτήµατα για τα οποία πλήρωσε Λ.Κ.2,500 σε µετρητά και τα πήρε στον Φίλιππο για να επιδιορθώσει το φορτηγό του. Ο Φίλιππος για περίπου 2 µήνες είχε το φορτηγό στο γκαράζ του χωρίς να καταφέρνει να το επιδιορθώσει. Επειδή χρειαζόταν το φορτηγό για την δουλεία του άρχισε να ενοχλεί τον Φίλιππο συνεχώς καθώς είχε πληρώσει και τα εξαρτήµατα µέχρι που ο Φίλιππος του ανέφερε ότι αδυνατεί να το επιδιορθώσει και αναγκάστηκε ο εναγόμενος και πλήρωσε άλλο φορτηγό - πλατφόρµα για να µεταφέρει το φορτηγό του στην Λεµεσό όπου επιδιορθώθηκε από άλλο µηχανικό. Σύμφωνα πάντα με το εναγόμενο μετά από αυτό η συνεργασία τους σταµάτησε καθώς δεν του είχε πλέον καµία εµπιστοσύνη. Προφανώς το πιο πάνω περιστατικό αφορούσε σοβαρό μηχανικό πρόβλημα του αυτοκινήτου. Στην κυρίως εξέταση του πριν όμως ο εναγόμενος ανέφερε ότι όσον αφορά το τι εργασίες έκανε για λογαριασμό του ο Φίλιππος είπε ότι αυτές ήταν αλλαγή λαδιών και φίλτρων ή κάποτε διορθώσεις της ώρας και άρα όχι περιπτώσεις ως την πιο πάνω κάτι που επιβεβαίωσε στην αντεξέταση του όπου είπε ότι για σοβαρές ζημιές το γκαράζ που του έφτιαχνε τα αυτοκίνητα ήταν στη Λεμεσό. Στην κυρίως εξέταση του είπε για το ίδιο θέμα ότι για το εν λόγω αυτοκίνητο ρώτησε τον Φίλιππο τι θα γίνει που το είχε δύο μήνες στο γκαράζ για να το φτιάξει και πλήρωσε και «λόουτερ» να του το πάρει στη Λεμεσό και Λ.Κ.2,500 μετρητά για εξαρτήματα και ανταλλακτικά και εκείνος του είπε «Ο καθένας τη ζημιά του». Και ενώ για το γεγονός αυτό ισχυρίστηκε ότι είχε διακόψει τη συνεργασία τους και είχε πληρώσει και αρκετά χρήματα και ενώ στην αντεξέταση του είπε ότι δεν συμφώνησε με το Φίλιππο σχετικά με το «Ο καθένας τη ζημιά του» εντούτοις δήλωσε ότι δεν είχε καμία σχετική απαίτηση από το Φίλιππο. Σε ερώτηση γιατί δεν έχει απαίτηση εφόσον δεν συμφώνησε κάτι τέτοιο, γεγονός που θα ήταν λογικό να έχει, έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι δεν έχει λόγω της πείρας που είχε ο Φίλιππος για το αυτοκίνητο του και λόγω της ηλικίας του και επειδή τον γνώριζε στο γκαράζ του Αθηνοδώρου και έπιναν καφέ. Σε ερώτηση δε στην αντεξέταση του αν εκτός από το πιο πάνω περιστατικό είχε παράπονα με το Φίλιππο κατά το διάστημα που εκείνος του πρόσφερε τις υπηρεσίες του αναφέρθηκε σε ακόμη ένα περιστατικό με άλλο φορτηγό, το οποίο και πάλι θυμόταν με πάσα λεπτομέρεια. Σε ερώτηση αν ήταν η δεύτερη δηλ. φορά που είχε παράπονο είπε ότι δεν θυμάται γιατί και οι δύο ζημιές νομίζει ήταν ταυτόχρονης χρονολογίας. Ενώ δε στην κυρίως εξέταση του αλλά και σε αρκετά σημεία στην αντεξέταση του αναφέρθηκε σε συνεργασία που είχαν με τον Φίλιππο, σε κάποιο σημείο στην αντεξέταση του είπε ουσιαστικά, προφανώς και πάλι για να διαψεύσει τη θέση του Μ.Ε.1 ότι είχε κάποια συμφωνία με τους ενάγοντες, ότι συνεργασία για πρώτη φορά είχαν όταν είχε τα δύο προαναφερόμενα επεισόδια με τα δύο φορτηγά γιατί ως εξήγησε με το να πάει ο οδηγός και να του πει άλλαξε λάδια και φίλτρα ο ίδιος δεν το έβλεπε σαν συνεργασία αλλά σαν μια αρχή συνεργασίας και γνωριμίας στο μέλλον. Στην κυρίως εξέταση του είπε επίσης ότι όταν σταµάτησε η συνεργασία τους ο εναγόμενος δεν όφειλε στο Φίλιππο οποιοδήποτε ποσό και ούτε ποτέ του ο Φίλιππος του ανέφερε ότι του χρωστεί µέχρι που παρέλαβε την πιο πάνω αγωγή. Στην αντεξέταση του όμως και ενώ πριν αναφέρθηκε στα επεισόδια με τα δύο φορτηγά που είχε παράπονο με το Φίλιππο και για το ένα εκ των οποίων ήταν η θέση του ότι διέκοψε τη συνεργασία τους, είπε ότι μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους ουσιαστικά είχε κάποια επαφή με τον Φίλιππο και συγκεκριμένα ότι κάποτε που ο εναγόμενος ερχόταν στην Πάφο, έπαιρνε αλμυρά και τον έπαιρνε τηλέφωνο, έκανε τον καφέ, έτρωγαν τα αλμυρά και έφευγε ο εναγόμενος για Λεμεσό. Σε ερώτηση όμως αν αυτό έγινε μετά που διέκοψαν τη συνεργασία τους υπεκφεύγοντας είπε ότι συνεργασία μαζί του είχε μόνο για το ΜΑΝ και όχι άλλη και ότι ο Φίλιππος ήταν φίλος του. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται στο σύνολο της. Η απόρριψη της μαρτυρίας όμως του εναγόμενου δεν συνεπάγεται από μόνη της και την επιτυχία των εναγόντων στην παρούσα αγωγή. Οι ενάγοντες με την έκθεση απαίτησης τους αξιώνουν ουσιαστικά χρεωστικό υπόλοιπο εργατικών και υλικών για εργασίες που έκαναν για λογαριασμό του εναγόμενου και συγκεκριμένα για επιδιόρθωση των οχημάτων του για την περίοδο από το 2005 μέχρι τον Απρίλιο και/ή Μάιο του
  8. Προκύπτει επίσης από την έκθεση απαίτησης ότι υπήρχε προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων όπως οι ενάγοντες προβαίνουν σε τέτοιες εργασίες και ο εναγόμενος αναλάμβανε να πληρώνει τα εκάστοτε οφειλόμενα ποσά σε πρώτη ζήτηση. Περαιτέρω ως φαίνεται και από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν υπήρχε ειδική συμφωνία για το κόστος της κάθε εργασίας. Η υπεράσπιση του εναγόμενου είναι ουσιαστικά ότι δεν οφείλει το αξιούμενο ποσό και ότι έχει πληρώσει και εξοφλήσει οποιοδήποτε ποσό για τις εργασίες που έκανε για λογαριασμό του ο Μ.Ε.1 και όχι οι ενάγοντες. Με άλλα λόγια ο εναγόμενος γενικά αρνείται την ύπαρξη χρέους στους ενάγοντες και ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει κάθε εργασία που έκανε για αυτόν ο Μ.Ε.1 χωρίς να μένει υπόλοιπο. Κατ' επέκταση δεν υπάρχει παραδοχή του χρέους και ισχυρισμός εξόφλησης του ώστε να δημιουργείται ειδικό βάρος απόδειξης εξόφλησης του, το οποίο θα έφερε ο εναγόμενος. Το γενικό βάρος απόδειξης της οφειλής ήταν λοιπόν και παρέμεινε πάντοτε στους ώμους των εναγόντων, οι οποίοι οφείλουν να αποδείξουν στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είναι αυτοί που παρείχαν τις εν λόγω εργασίες και υλικά, τις συγκεκριμένες εργασίες που ισχυρίζονται ότι έκαναν για λογαριασμό του εναγόμενου, το κόστος εκάστης των εργασιών, εφόσον αυτό δεν ήταν ειδικά συμφωνημένο, καθώς και το ότι δεν πληρώθηκαν για το σύνολο αυτών αλλά εξακολουθεί να οφείλεται το αξιούμενο ποσό ως υπόλοιπο (βλ. και A.I. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd

(1999)1 Α.Α.Δ. 156 και Χρ. Μαρνέρος & Σια Λτδ ν. Χριστοδούλου
(2000)1Β Α.Α.Δ. 743). Για να διαπιστωθεί λοιπόν το κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποσείσει το εν λόγω βάρος απόδειξης θα πρέπει να εξετασθεί και αξιολογηθεί η μαρτυρία που έχουν προσκομίσει σχετικά. Η εν λόγω μαρτυρία αποτελείται από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και από τα τεκμήρια που αυτός κατέθεσε. Πριν προχωρήσω όμως στην υπό αναφορά εξέταση της μαρτυρίας των εναγόντων θα εξετάσω την προδικαστική ένσταση που αναφέρεται στην έκθεση υπεράσπισης καθώς και τις θέσεις του εναγομένου περί μη δικογράφησης από τους ενάγοντες κάποιων θέσεων. Όσον αφορά λοιπόν την προδικαστική ένσταση του εναγομένου ότι το όνοµα των εναγόντων είναι λανθασµένο και δεν υφίσταται εγγεγραµµένο στον Έφορο Εταιρειών θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Ε.1 κατέθεσε σχετικά τα τεκήρια 2, 3 και 4. Από τα τεκμήρια δε αυτά, τα οποία είναι πιστοποιητικά εκδομένα από τον Έφορο Εταιρειών και το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση του εναγόμενου, φαίνεται ότι οι ενάγοντες συστάθηκαν με βάση των περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στις 25.2.97, έφεραν αρχικά το όνομα V & F SPARE PARTS LIMITED, το οποίο στις 7.1.02, με ειδικό ψήφισμα τους, άλλαξαν σε ΧΡ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ καθώς και ότι ο Μ.Ε.1 είναι ο διευθυντής αυτών. Ως εκ των άνω κρίνω ότι τα πιο πάνω έχουν αποδειχθεί και η εν λόγω προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί. Όσον αφορά το ότι δεν αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ότι ο εναγόμενος ήταν γνωστός στους ενάγοντες με το ψευδώνυμο «πυροσβέστης», το οποίο αναφέρεται και στα τεκμήρια που κατέθεσε σχετικά ο Μ.Ε.1 κρίνω ότι αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει στο να μην ληφθεί υπόψην η εν λόγω μαρτυρία στη βάση του ότι, σύμφωνα με την υπεράσπιση του εναγόμενου, δεν αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγόντων. Αυτό γιατί αποτελεί προφανώς θέση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος ήταν αυτός για λογαριασμό του οποίου έκαναν τις εργασίες που ισχυρίζονται και ότι αυτός οφείλει το αξιούμενο ποσό. Συνεπώς το ότι αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι ο εναγόμενος ήταν γνωστός με το εν λόγω ψευδώνυμο, για αυτό και στο «όνομα» αυτό γίνονταν οι σχετικές σημειώσεις στα τεκμήρια 5 και 6 αλλά και σε αρκετά άλλα τεκμήρια, δεν εκφεύγει της δικογραφημένης θέσης ότι το πρόσωπο αυτό ήταν ο εναγόμενος. Το ότι ο εναγόμενος ήταν το ίδιο πρόσωπο με αυτό που αναφέρουν οι ενάγοντες ως «πυροσβέστη» κρίνω λοιπόν ότι αποτελεί απλά θέμα αξιοπιστίας και έτσι θα πρέπει να εξετασθεί. Όσον αφορά το ότι ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι οι εργασίες για λογαριασμό του εναγόμενου έγιναν και το 2004 πράγματι αυτό δεν δικογραφείται στην έκθεση υπεράσπισης αλλά ήταν σαφής η θέση του μάρτυρα ότι τα ποσά για αυτές τις εργασίες δεν αξιώνονται και ότι αναφέρθηκε από την αρχή της συνεργασίας του εναγόμενου με τους ενάγοντες ήτοι από το 2004 ώστε να καταδείξει τι όφειλε ο εναγόμενος, τι ποσά πλήρωσε και ποιό είναι το αξιούμενο υπόλοιπο. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα μη δικογράφησης. Το κατά πόσο δε το ποσό για τις εργασίες που έγιναν το 2004 αφαιρέθηκε κατά τον υπολογισμό του αξιούμενου υπολοίπου και συνεπώς έχει πράγματι αποδειχθεί ότι τον εν λόγω υπόλοιπο είναι αυτό που οφείλεται από τον εναγόμενο για εργασίες που αφορούν το 2005 και 2006 θα εξετασθεί στη συνέχεια με βάση την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επίσης θέση του εναγόμενου ότι στο αξιούμενο ποσό περιλαμβάνεται και ΦΠΑ το οποίο δεν δικογραφείται και συνεπώς ούτε η σχετική με αυτό μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεκτή. Ούτε όμως αυτή η θέση ευσταθεί. Αυτό γιατί ο ΦΠΑ είναι ειδικός φόρος κατανάλωσης, ο οποίος ενσωματώνεται στη χρέωση που γίνεται στον καταναλωτή. Δεν οφείλεται δηλ. από τον καταναλωτή ξεχωριστά. Συνεπώς αποτελεί μέρος της οφειλής του καταναλωτή προς τον προμηθευτή ή τον παροχέα των υπηρεσιών. Κρίνω λοιπόν ότι από τη στιγμή που αυτός περιλαμβάνεται στο αξιούμενο χρεωστικό υπόλοιπο δεν χρήζει ξεχωριστής δικογράφησης. Το κατά πόσο δε πράγματι ενσωματώθηκε το ΦΠΑ στο κόστος των επίδικων στην παρούσα εργασιών είναι θέμα που θα πρέπει επίσης να αποδειχθεί με την δοθείσα μαρτυρία, η οποία ως λέχθηκε θα εξετασθεί στη συνέχεια. Ερχόμενος τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των εναγόντων θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η μαρτυρία του Μ.Ε.1, Φίλιππου Χαραλάμπους, διευθυντή των εναγόντων, μπορεί να χωρισθεί σε δύο μέρη. Το ένα μέρος αφορά τη μαρτυρία του με την οποία προσπάθησε να πείσει ότι οι ενάγοντες έκαναν για λογαριασμό του εναγόμενου τις συγκεκριμένες εργασίες, ότι έγιναν έναντι αυτών ορισμένες πληρωμές από τον εναγόμενο και ότι υπάρχει ακόμη χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο είναι αυτό που αξιώνουν οι ενάγοντες με την αγωγή τους και το οποίο ο εναγόμενος γνώριζε επακριβώς και δεν αμφισβητούσε. Το άλλο μέρος αφορά την υπόλοιπη μαρτυρία του. Όσον αφορά το τελευταίο αυτό μέρος ο Μ.Ε.1 γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές και συνεπείς, κάποιες εξ αυτών δεν αμφισβητήθηκαν και περαιτέρω δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω το μέρος αυτό γίνεται δεκτό. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ.
  1. Όσον αφορά λοιπόν το ότι οι ενάγοντες ήταν αυτοί που πρόσφεραν τις επίδικες εργασίες στον εναγόμενο και άρα ότι αυτοί είναι οι δικαιούμενοι να εγείρουν και να ικανοποιηθούν για την αξίωση στην παρούσα, ως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη των εναγόντων ως εταιρείας ούτε και το ότι ασχολούνται μεταξύ άλλων με τις επιδιορθώσεις και συντηρήσεις μηχανοκινήτων οχημάτων και διατηρούν προς τούτο συνεργείο στην Πάφο. Δεν αμφισβητήθηκε ούτε το ότι ο Μ.Ε.1 είναι ο διευθυντής αυτών. Σε σχέση με το κατά πόσο ο εναγόμενος γνώριζε ότι συναλλασσόταν με την εταιρεία των εναγόντων ο Μ.Ε.1 με ειλικρίνεια στην αντεξέταση του ανέφερε ουσιαστικά ότι δεν ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι είχε να κάνει με την εταιρεία και όχι με τον ίδιο προσωπικά αλλά ανέφερε ότι έξω από το συνεργείο υπήρχε πινακίδα με το όνομα της εταιρείας και ποτέ δεν ρωτήθηκε γι' αυτό. Δεν του είπε δε ποτέ ότι ο ίδιος είναι διευθυντής της εταιρείας. Ο εναγόμενος όμως στη μαρτυρία του δεν αμφισβήτησε ότι οι εργασίες στα οχήματα του, οι οποίες γίνονταν εν γνώση του γίνονταν στο συγκεκριμένο συνεργείο. Περαιτέρω το ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι ουσιαστικά συναλλασσόταν με τους ενάγοντες και όχι προσωπικά με το Μ.Ε.1 φαίνεται από τις επιταγές τεκμήρια 10-13 για τις οποίες αναφορά έγινε και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εναγόμενου. Ως λοιπόν προαναφέρθηκε στις εν λόγω επιταγές, για την έκδοση των οποίων έδινε εντολές ο ίδιος ο εναγόμενος, ως δικαιούχος αναφέρεται το όνομα των εναγόντων και όχι του Μ.Ε.1, γεγονός που αποδεικνύει την γνώση του εναγόμενου ότι συναλλασσόταν με τους ενάγοντες. Εν πάση δε περιπτώσει από το σύνολο της μαρτυρίας στην παρούσα πουθενά δεν προκύπτει ότι υπήρχε ιδιαίτερη σημασία για τον εναγόμενο, ως προς το έγκυρο των συναλλαγών, για το με ποιο πρόσωπο έκανε αυτές τις συναλλαγές. Όσον αφορά το ότι για τις εργασίες που έγιναν για τον εναγόμενο γίνεται αναφορά σε αυτόν ως «πυροσβέστης» και ιδιαίτερα στα τεκμήρια 5 και 6 ο Μ.Ε.1 είπε στην κυρίως εξέταση του ότι ο εναγόμενος ήταν γνωστός στην πιάτσα του κύκλου των εργασιών του μάρτυρα με το ψευδώνυμο αυτό λόγω του ότι ασκούσε το συγκεκριμένο επάγγελμα ο πατέρας του, Ανδρέας Ιακώβου, τον οποίο γνώριζε ο μάρτυρας από παλιά. Αυτό δε ως είπε διαφαινόταν ξεκάθαρα αφού αναγραφόταν και στα οχήματα του εναγόμενου το ψευδώνυμο πυροσβέστης. Το ότι αναγραφόταν αυτό στα οχήματα του εναγόμενου, ως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.
  2. Όσον αφορά το ότι στο τεκμήριο 7 στη σελ. 9 αναφέρεται «για να εξυπηρετηθεί ο πελάτης Ανδρέας Ιακώβου πυροσβέστης» ο μάρτυρας στην αντεξέταση του έδωσε πειστική δικαιολογία για αυτό λέγοντας ότι προφανώς επειδή στις προηγούμενες σελίδες είχε αναφέρει το όνομα σε τιμολόγιο που εκδόθηκε υπάρχει ορθογραφικό λάθος κάτι που φαίνεται στην περιγραφή του περιστατικού που αναφέρει. Όσον αφορά τα τιμολόγια με αρ. 1203 και 1181 ημερ. 3.12.04 και 1.11.04 (τεκμήριο 23) αυτά κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.
  3. Ο μάρτυρας είπε σχετικά ότι ο εναγόμενος του έδωσε οδηγίες να τα εκδώσει στο όνομα που αυτά φέρουν και εξήγησε ότι ο εναγόμενος του έδωσε δύο επιταγές στις οποίες δικαιούχος ήταν η μητέρα του Μαρία Α. Ιακώβου και του είπε να γράψει στα τιμολόγια το όνομα Ανδρέας Ιακώβου. Ο δε ισχυρισμός του Μ.Ε.1 δεν διαψεύδεται από το ότι σύμφωνα με το πιστοποιητικό θανάτου του εν λόγω προσώπου αυτό απεβίωσε στις 17.7.04 ημερ. προγενέστερη αυτών των δύο τιμολογίων (τεκμήριο 23) γιατί ως ουσιαστικά είπε έμαθε ότι πέθανε ο πατέρας του εναγόμενου κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τον τελευταίο αλλά όχι πότε ακριβώς πέθανε ώστε να το γνωρίζει αυτό κατά το χρόνο έκδοσης των τιμολογίων. Είπε επίσης ότι τις εργασίες που καταγράφονται στα εν λόγω τιμολόγια τις έχει περασμένες και ότι αυτά ο εναγόμενος τα πλήρωσε. Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος και το πρόσωπο που ο Μ.Ε.1 αναφέρει, στα πλαίσια προσωπικής του γνώσης, ως «πυροσβέστη» είναι το ίδιο πρόσωπο. Περαιτέρω έχει αποδειχθεί ότι με προφορική συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου συμφωνήθηκε όπως οι πρώτοι προβαίνουν για λογαριασμό του δεύτερου σε όλες τις δέουσες ενέργειες και εργασίες για την συντήρηση και επιδιόρθωση των μηχανοκινήτων οχημάτων που οδηγούνταν και κατέχονταν από τον εναγόμενο παρέχοντας σε αυτά τα αναγκαία εργαλεία, εξαρτήματα, σύνεργα, αντικείμενα για την συντήρηση και επιδιόρθωση τους και ο εναγόμενος αναλάμβανε να πληρώνει τα εκάστοτε οφειλόμενα ποσά μετά τις γενόμενες εργασίες. Όσον αφορά το άλλο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 σύμφωνα με το οποίο οι ενάγοντες έκαναν για λογαριασμό του εναγόμενου τις συγκεκριμένες εργασίες, ότι έγιναν έναντι αυτών ορισμένες πληρωμές από τον εναγόμενο και ότι υπάρχει ακόμη χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο είναι αυτό που αξιώνουν με την αγωγή τους και το οποίο ο εναγόμενος γνώριζε και δεν αμφισβητούσε, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως έχει προαναφερθεί η αξίωση των εναγόντων στην παρούσα, ως δικογραφείται, είναι για εργασίες που έκαναν για λογαριασμό του εναγόμενου για την περίοδο από το 2005 μέχρι τον Απρίλιο και/ή Μάιο του
  4. Όσον αφορά τις εργασίες αυτές ο Μ.Ε.1 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι ο τρόπος που αναγράφονταν ήταν η μέθοδος των ημερολογίων. Εξήγησε πιο συγκεκριμένα ότι οι εργασίες που γίνονται στα διάφορα μηχανήματα, τα εργατικά και εξαρτήματα για όλους τους πελάτες του συνεργείου καταγράφονταν σε ημερολόγια. Κατέθεσε δε τα ημερολόγια (τεκμήρια 5 και 6), στα οποία, ως είπε, κατέγραφε τις εργασίες που έκαναν οι ενάγοντες και για τον εναγόμενο. Ανέφερε δε ότι στο ένα από τα δύο ημερολόγια υπάρχουν κάποιες από τις δουλειές του εναγόμενου ενώ στο άλλο σχεδόν όλες. Παραδέχθηκε δε κατά την αντεξέταση του ότι χωρίς τα τεκμήρια 5 και 6 δεν θα θυμόταν τις συγκεκριμένες εργασίες. Η όλη κατάσταση σε σχέση με την καταγραφή στα τεκμήρια 5 και 6 των επίδικων εργασιών, θα εκτεθεί πιο κάτω, αλλά φαίνεται και από τα όσα ο ίδιος ο Μ.Ε.1 ανέφερε και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι για να βρει, ως είπε, άκρη για τις εργασίες, τη σειρά αυτών και τις τιμολογήσεις τους και για να μην κάνει λάθος έκανε, μετά την έναρξη της ακρόασης, τις σημειώσεις τεκμήριο 7, όπου ως επίσης είπε, επεξηγείται ο όλος μηχανισμού χρεώσεων και πληρωμών. Είναι λοιπόν δεδομένο ότι τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 7 τα έγραψε ο Μ.Ε.1 με βάση τα τεκμήρια 5 και 6, όπου, ως ανέφερε, περνούσε τις εργασίες μετά που αυτές γίνονταν. Όσον δε αφορά το τεκμήριο 7 οι εν λόγω σημειώσεις αναφέρουν, παραπέμποντας στις σχετικές σελίδες των τεκμηρίων 5 και 6, τη σειρά των εργασιών, χωρίς να αναφέρουν ποια συγκεκριμένη εργασία έγινε, δηλ. τι αφορούσε, ούτε την χρέωση για το κάθε μέρος αυτής αλλά αναφέρουν τη συνολική αξία κάθε εργασίας, στην οποία ως προκύπτει από τα όσα είπε ο Μ.Ε.1 περιλαμβάνεται και ΦΠΑ, τις πληρωμές που έγιναν και με ποιο τρόπο και τη μετάβαση από το τεκμήριο 5 στο τεκμήριο
  5. Έτσι το τεκμήριο 7 καταλήγει με τις σχετικές προσθαφαιρέσεις στο κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο από τον εναγόμενο υπόλοιπο. Αυτό ακούγεται απλό αλλά μια απλή ανάγνωση του τεκμηρίου 7 καταδεικνύει ότι δεν είναι έτσι. Εδώ να λεχθεί ότι στο τεκμήριο 7 ο Μ.Ε.1 κάνει αναφορά σε τιμολόγια, επιταγές κλπ χωρίς να εξηγήσει πως προκύπτει αυτό από τα τεκμήρια 5 και 6 όπου δεν φαίνεται κάτι τέτοιο. Αναφέρεται δε ο μάρτυρας σε διάφορες επιταγές και σε εγγραφές υπολοίπων που έκανε στο πίσω μέρος αυτών, οι οποίες δεν κατατέθηκαν ως τεκμήρια, καθώς και σε εκπτώσεις που έκανε. Στη σελίδα 12 του τεκμηρίου 7 γίνεται αναφορά στο σύνολο των χρεώσεων για εργασίες που έγιναν για τον εναγόμενο (Λ.Κ.16,962.58) για την περίοδο από τον Ιούλιο του 2004 μέχρι τον Μάιο του 2006 και οι οποίες καταγράφονται σύμφωνα με το μάρτυρα στα τεκμήρια 5 και
  6. Στη συνέχεια αναφέρονται ο πληρωμές που έγιναν (Λ.Κ.8,517.87) και μετά από αφαίρεση αυτών από το ποσό των χρεώσεων καταλήγει στο ποσό που αξιώνουν οι ενάγοντες (Λ.Κ.8,406) αφού αναφέρεται ότι η διαφορά των Λ.Κ.38.71 είναι από έκπτωση των τιμολογίων που έχουν εκδοθεί. Ο δε πίνακας στη σελίδα 14 του τεκμηρίου 7 δεν εξήγησε τι απεικονίζει. Ανεξάρτητα λοιπόν με το κατά πόσο τα όσα παρατίθενται στο τεκμήριο 7 ευσταθούν, με το εν λόγω τεκμήριο και τις μαθηματικές πράξεις που αναφέρονται εκεί και συγκεκριμένα με την παράθεση του κόστους-αξίας κάθε εργασίας και την αφαίρεση των ποσών που πληρώθηκαν από τον εναγόμενο απλώς συγκεκριμενοποιείται το ποσό που απαιτούν οι ενάγοντες να πληρωθεί ως υπόλοιπο για το κόστος του συνόλου των εργασιών που έκαναν για λογαριασμό του εναγόμενου. Στο τεκμήριο δε αυτό και με βάση τα όσα ανέφερε ο Μ.Ε.1 παρατίθεται το κόστος όλων των εργασιών που έκαναν οι ενάγοντες για τον εναγόμενο δηλ. από την έναρξη της συνεργασίας τους το
  7. Ως εξήγησε ο Μ.Ε.1 και έχει ήδη αναφερθεί οι εργασίες που αφορούν το 2004 δεν διεκδικούνται αλλά έκανε αναφορά σε αυτές για να δείξει λαμβάνοντας υπόψην και τις πληρωμές που έγιναν από τον εναγόμενο πως κατέληξε στο συγκεκριμένο αξιούμενο ποσό. Ως λέχθηκε όμως στην A.I. Mantovani & Sons Ltd ανωτέρω ακόμη και οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν αλλά τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν με μαρτυρία ώστε να αποδειχθεί και η ύπαρξη οφειλής. Με άλλα λόγια, ως επίσης έχει προαναφερθεί, οι ενάγοντες πρέπει να αποδείξουν τα γεγονότα τα οποία αφορούν κάθε εργασία ξεχωριστά και την ύπαρξη της αξιούμενης οφειλής. Για το σκοπό αυτό ο Μ.Ε.1 κατέθεσε τα τεκμήρια 5 και
  8. Το τεκμήριο 5 είναι ένα ημερολόγιο χρώματος μαύρου του έτους 2003 ενώ το τεκμήριο 6 είναι ημερολόγιο χρώματος μπλε του έτους
  9. Συνεπώς, αλλά ως και ο ίδιος ο Μ.Ε.1 είπε, οι καταγραφές σε συγκεκριμένες ημερομηνίες των εν λόγω ημερολογίων δεν ταυτίζονται ούτε αντιστοιχούνται με οποιοδήποτε τρόπο με τις ημερομηνίες που έγιναν στην πραγματικότητα οι κατ' ισχυρισμό εργασίες. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε επίσης, για σκοπούς καλύτερη επεξήγησης, τα τεκμήρια 8 και 9 τα οποία είναι αντίγραφα από τις σελίδες εκείνες των τεκμηρίων 5 και 6 αντίστοιχα, όπου έβαλε σε πλαίσιο με κίτρινο μαρκαδόρο τις εν λόγω εργασίες - εφόσον σε κάθε τέτοια σελίδα υπήρχαν και άλλες εργασίες που αφορούσαν άλλους πελάτες των εναγόντων. Όσον αφορά τα τεκμήρια 5 και 6 συγκεκριμένα, τα σημεία τα οποία υπέδειξε στα τεκμήρια 8 και 9 ότι αφορούν εργασίες που έγιναν για τον εναγόμενο θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτά είναι χειρόγραφα στα οποία υπάρχουν κάποιες λέξεις και κάποιοι αριθμοί. Αναφέρεται δε σε όλες η λέξη «πυροσβέστης» αλλά κατά τα λοιπά, στις πλείστες των περιπτώσεων, όχι μόνο δεν γίνεται αντιληπτό τι εργασία αφορά αλλά δεν είναι καν αναγνώσιμα από οποιοδήποτε άλλο πλην του ίδιου του Μ.Ε.1, ο οποίος και τα κατέγραφε μετά που γίνονταν οι εργασίες. Με άλλα λόγια δεν φαίνεται καθαρά από τα τεκμήρια 5 και 6 ποια ακριβώς εργασία έγινε και ποια συνολικά ήταν η χρέωση της καθεμίας ξεχωριστά. Αρκετές δε από αυτές είναι διαγραμμένες δηλ. από πάνω τους υπάρχουν γραμμές με μελάνι ως τίθεται όταν διαγράφεται κάτι. Εδώ να σημειωθεί περαιτέρω ότι από τα όσα ο Μ.Ε.1 ανέφερε προκύπτει ότι στα γραφόμενα ποσά στα τεκμήρια 5 και 6 δεν περιλαμβάνεται το ΦΠΑ, το οποίο, ως επίσης προκύπτει, ο Μ.Ε.1 το υπολόγισε προφανώς αργότερα και το ενσωμάτωσε στο κόστος-αξία κάθε εργασίας στο τεκμήριο
  10. Ενώ όμως ως προαναφέρθηκε τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 7 ο Μ.Ε.1 τα έγραψε με βάση τα τεκμήρια 5 και 6, όπου κατέγραφε τις εργασίες μετά που αυτές γίνονταν για να ξέρει τι δουλειές έκανε το συνεργείο, ποιες πληρώθηκαν και ποιες όχι και είπε μάλιστα ότι χωρίς τα τεκμήρια 5 και 6 δεν μπορεί να θυμάται τις εργασίες και τι χρέωσε, όταν του ζητήθηκε ακόμη και στην κυρίως εξέταση του να βρει από τα τεκμήρια 5 και 6 τις εργασίες που έγιναν για τον εναγόμενο ζήτησε να χρησιμοποιήσει το τεκμήριο 7, το οποίο συμφώνησε ότι συνέταξε μετά που άρχισε η ακρόαση στην παρούσα αγωγή. Κατά τον ίδιο τρόπο στην αντεξέταση του είπε ουσιαστικά ότι δεν μπορούσε να ξεχωρίσει από το τεκμήριο 8 (που είναι αντίγραφο από το τεκμήριο 5) τις εργασίες που αφορούσαν το 2004 και το 2005 και ζήτησε και πάλι να δει το τεκμήριο
  11. Αυτό όμως δεν είναι λογικό εφόσον είναι το τεκμήριο 7 που συνέταξε με βάση τα τεκμήρια 5 και 6 και όχι το αντίστροφο. Η στάση δε αυτή του μάρτυρα καταδεικνύει ότι η όλη θέση του για την εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών και την ύπαρξη της αξιούμενης οφειλής στερείται της απαιτούμενης βεβαιότητας αλλά και της απαιτούμενης τεκμηρίωσης στην μαρτυρία την οποία τη στήριξε. Αυτό όμως φαίνεται και από τα πιο κάτω: Μετά που είδε το τεκμήριο 7 είπε ότι στη σελίδα 4 οι εργασίες που αναγράφονται είναι για τα έτη 2005 και
  12. Δέχθηκε ότι οι πρώτες 3 σελίδες του τεκμηρίου 7 αφορούν εργασίες του 2004 που δεν είναι δικογραφημένες. Είπε επίσης ότι στο τεκμήριο 8 οι μόνες εργασίες που αφορούν το 2005 είναι αυτές που αναγράφονται στις ημερομηνίες 31.12.03 και 1.1.
  13. Έτσι ανέφερε ότι η αξία των εργασιών του 2005 στο ημερολόγιο τεκμήριο 5 είναι συνολικά Λ.Κ.231.20 και στη συνέχεια με αναφορά στη σελ. 12 του τεκμηρίου 7 δέχθηκε ότι όταν αφαιρεθεί το πιο πάνω ποσό το υπόλοιπο δηλ. Λ.Κ.2,953.90 είναι αξία εργασιών που έγιναν το
  14. Συμφώνησε δε ότι αν από το άθροισμα των δύο ποσών των τεκμηρίων 5 και 6 δηλ. Λ.Κ.16,962.58 αφαιρεθεί το ποσό των Λ.Κ.2,953.90 παραμένει ως υπόλοιπο για τις εργασίες του 2005 το ποσό Λ.Κ.14,
  15. Δεν ανέφερε δε κατά πόσο το ποσό των Λ.Κ.1,717.87 το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο στο τεκμήριο 7 ήταν πληρωμές που έγιναν αναφορικά με το τεκμήριο 5, αφορούσαν μόνο τις εργασίες του 2004 ή και κάποιες του
  16. Περαιτέρω το αποτέλεσμα της αφαίρεσης των πληρωμών (Λ.Κ.6,800) που έγιναν για τις εργασίες του 2005 δεν μπορούσε να είναι Λ.Κ.8,444.71 ως αναφέρει ο μάρτυρας στη σελίδα 12 του τεκμηρίου 7 αλλά Λ.Κ.7,
  17. Δέχθηκε επίσης ότι στο τεκμήριο 9 η ημερ. 6.1.04 που αφορά τον εναγόμενο είναι σβησμένη (όπως και πολλές άλλες ως προαναφέρθηκε) γιατί είναι πληρωμένη και πρόσθεσε, υποθέτοντας ουσιαστικά, ότι πρέπει να γράφτηκε τιμολόγιο και να αφαιρέθηκε. Πληρωμένη είπε ότι είναι στο ίδιο τεκμήριο και η ημερ 16.1.
  18. Σε ερώτηση αν και οι εργασίες στην ημερ 22.1.04 είναι πληρωμένες αφού είναι σβησμένες είπε ότι οι εργασίες αυτές περάστηκαν στην τελευταία σελίδα του τεκμηρίου στην ημερομηνία 20.12.04 που φαίνεται το υπόλοιπο του πελάτη. Εξήγησε δε ότι όσες εργασίες περάστηκαν στη ημερ 20.12.04 διαγράφηκαν από τις κανονικές σελίδες. Σε ερώτηση τι θέλει να πει στο τεκμήριο 6 όταν στις ημερομηνίες 18 και 19.12.04 από πάνω αναγράφει τη λέξη «έξω» και ενώνει με γραμμή τη ημερομηνία 20.12.04 τις πιο πάνω ημερομηνίες και από κάτω γράφει υπόλοιπο Λ.Κ.197.10 για να απαντήσει κατέφυγε και πάλι στο τεκμήριο 7 και είπε ουσιαστικά ότι πήγαινε πίσω πίσω γιατί δεν τον χωρούσε η κόλλα και για αυτό έβαλε τα τόξα μετά. Ανέφερε δε και πάλι, υποθέτοντας ουσιαστικά, ότι προφανώς το έξω το έγραψε γιατί οι δουλειές που αναφέρονται στις ημερομηνίες 18 και 19.12.04 δεν ήταν μέσα στην ημερ. 20.12.
  19. Σε ερώτηση γιατί ενώ στο τεκμήριο 6 στην ημερ. 6.1.04 το άθροισμα των ποσών είναι Λ.Κ.208 χρεώνει Λ.Κ.240 είπε ουσιαστικά ότι προστέθηκε σε αυτό το ΦΠΑ, χωρίς να εξηγήσει ποιος ήταν ο συντελεστής του ΦΠΑ και πως κατέληξε σε αυτό το ποσό που προφανώς δεν ευσταθεί. Σε επόμενη δε ερώτηση αν έβγαλε τιμολόγιο και ζητούσε ΦΠΑ είπε ότι έβγαζε κάποια τιμολόγια όταν έπαιρνε λεφτά. Όταν του ζητήθηκε να δείξει το συγκεκριμένο τιμολόγιο είπε ότι δεν το έχει για αυτή την εργασία. Σε υποβολή ότι για όλες τις εργασίες στα τεκμήρια 8 και 9 όταν κάνεις την πρόσθεση το άθροισμα είναι μικρότερο από το ποσό που χρεώνει είπε, όντας προφανώς μη σίγουρος, ότι «Υπάρχει γραμμένο το ποσό, να κάνουμε τη μαθηματική πράξη, μπορεί να έκανα λάθος». Σε ερώτηση αν συμφωνεί άρα ότι μπορεί να υπάρχουν λάθη στους υπολογισμούς του είπε «Είπα μπορεί. Να ξανακάνουμε την πράξη». Σε υποβολή ότι ένα από τα λάθη είναι και αυτό στο τεκμήριο 9 στην ημερομηνία 24.3.04 όπου το άθροισμα είναι Λ.Κ.67 και χρεώνει Λ.Κ.169.05 είπε ότι δεν υπάρχει λάθος γιατί από πάνω υπάρχει χρέωση 40 λίτρα λάδι μηχανής που είναι Λ.Κ.2 το λίτρο και άρα Λ.Κ.80 και ότι απλά δεν έγραψε κάτω τις Λ.Κ.
  20. Σε ερώτηση που το λέει ότι είναι Λ.Κ.2 το λίτρο είπε ουσιαστικά ότι αυτό προκύπτει από τις προηγούμενες πράξεις και ότι δεν γράφεται. Εν πάση δε περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και έτσι να ήταν από μια απλή μαθηματική πράξη πρόσθεσης των δύο ποσών δηλ. του Λ.Κ.67 και Λ.Κ.80 φαίνεται ότι το άθροισμα δεν είναι 169 αλλά
  21. Σε άλλη ερώτηση τι είναι το ποσό των Λ.Κ.71.30 που αναγράφεται στο τεκμήριο 9 στις ημερομηνίες 3 και 4.4.04 είπε ότι είναι τα 25 λίτρα λάδι μηχανής για το ένα αυτοκίνητο και τα 2 φίλτρα πετρελαίου για το άλλο αυτοκίνητο και ότι απλά δεν έγραψε για αυτά την τιμή. Σε επόμενη δε ερώτηση αν δηλ. γράφει εργασίες χωρίς ποσά είπε ότι όταν ήλθε και έκανε το σύνολο έγραψε το συνολικό της εργασίας, την αξία των εξαρτημάτων και τα ποσά. Είπε δε ότι το σύνολο το σημείωνε μετά. Σε άλλη ερώτηση αν η δεύτερη εργασία για την ημερομηνία 26.4.04 στο τεκμήριο 9 λέει Λ.Κ.250 + Λ.Κ.80, 40 λίτρα λάδι απάντησε αρχικά αρνητικά λέγοντας ότι ήταν 40 λίτρα λάδι του κιβωτίου ταχυτήτων και ότι είναι διαφορετική η τιμή ενώ στη συνέχεια είπε ότι τώρα διαβάζει την εργασία και τα 40 λίτρα είναι λάδι της μηχανής αφού το κιβώτιο ταχυτήτων δεν χωρεί 40 λίτρα. Σε υποβολή ότι όταν κάνεις το άθροισμα σε κάθε εργασία το αποτέλεσμα είναι άλλο από αυτό που χρεώνει απάντησε, όντας και πάλι μη σίγουρος, «Αν γίνεται να ξανακάνουμε τις πράξεις». Σε ερώτηση που λέει στο τεκμήριο 20 ότι αυτό αφορά τον εναγόμενο αφού και πάλι ζήτησε και συμβουλεύτηκε το τεκμήριο 7 είπε ότι σε αυτό το τιμολόγιο ο προμηθευτής γράφει αρκετά εξαρτήματα αλλά μόνο κάποια από αυτά είναι για το όχημα του εναγόμενου. Στην αντεξέταση του ανέφερε για πρώτη φορά ότι με την παρούσα αγωγή τα ποσά που αξιώνει περιλαμβάνουν το ΦΠΑ. Ως προαναφέρθηκε σε σχέση με την εργασία που φαίνεται στην ημερ. 6.1.04 στο τεκμήριο 6 είπε ότι η χρέωση έχει και ΦΠΑ. Σε ερώτηση αν έβγαλε τιμολόγιο και ζητούσε ΦΠΑ είπε ότι έβγαζε κάποια τιμολόγια όταν έπαιρνε λεφτά. Όταν του ζητήθηκε να δείξει το συγκεκριμένο τιμολόγιο είπε ότι δεν το έχει για αυτή την εργασία. Είπε δε ότι σε όλες τις εργασίες που ζητά ζητά και ΦΠΑ, γιατί ρωτήθηκε για το υπόλοιπο και το πρόσθεσε. Είπε όμως ότι δεν έχει τιμολόγια σε όλα. Σε ερώτηση πως ζητά ΦΠΑ χωρίς τιμολόγιο είπε ότι θα πληρωνόταν και θα έκδιδε τιμολόγιο όπως έκανε ξανά. Όσον αφορά την επιταγή τεκμήριο 10 στην αντεξέταση του σε ερώτηση που στη σελίδα 12 του τεκμηρίου 7 αφαιρεί το εν λόγω ποσό είπε ότι εκεί αναφέρει 6.5.05 Λ.Κ.1,000 από εταιρεία Αθηνοδώρου. Ανέφερε ότι μπορεί η επιταγή να αναγράφει ημερ. 27.4.05 αλλά εκείνη μπορεί, υπέθετε δηλ. και πάλι, να είναι η ημερομηνία που εκδόθηκε. Ο ίδιος τη μέρα που τα πήρε σημείωσε στο ημερολόγιο. Δέχθηκε ότι στην κυρίως εξέταση είπε ότι ο ίδιος πήγε και πήρε αυτή την επιταγή και την έκανε κατάθεση αλλά πρόσθεσε ότι δεν είπε τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μπορεί, είπε, να πήγε μετά από 3 μέρες. Είπε επίσης σχετικά ότι η έκδοση της επιταγής ήταν μέσω υπολογιστή και ότι μετά υπογράφεται από τον διευθυντή της εταιρείας και ότι όταν ήταν έτοιμη τον πήραν τηλέφωνο και πήγε να την παραλάβει. Δέχθηκε όμως στη συνέχεια ότι η επιταγή δεν είναι από τον υπολογιστή κάτι που είναι ξεκάθαρο από το ίδιο το τεκμήριο 10 το οποίο είναι χειρόγραφο. Σε ερώτηση κατ' αντιδιαστολή γιατί οι επιταγές τεκμήρια 11, 12 και 13 στο τεκμήριο 7 αναγράφονται την ίδια μέρα που έχει η επιταγή είπε, υποθέτοντας και πάλι, ότι μπορεί να τα πήρε την ίδια μέρα και να έκανε την αφαίρεση την ίδια μέρα. Τα τιμολόγια τεκμήρια 14-21 κατατέθηκαν επίσης από το Μ.Ε.1, ο οποίος ανέφερε ότι αυτά εκδόθηκαν από προμηθευτές εξαρτημάτων και αφορούν τον εναγόμενο. Όσον αφορά τα εν λόγω τιμολόγια θα πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι αυτά περιέχουν εξ ακοής μαρτυρία. Οι ενάγοντες δεν κάλεσαν στο Δικαστήριο και δεν παρουσίασαν τα πρόσωπα που προέβηκαν στις αρχικές αυτές δηλώσεις χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για αυτό. Η υπεράσπιση έχει αμφισβητήσει ότι τα εν λόγω τιμολόγια αφορούν τον εναγόμενο. Έτσι η απουσία των προσώπων που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να αξιολογήσει τις θέσεις τους οι οποίες εμφαίνονται στα τεκμήρια αυτά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω καθώς και του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στα τεκμήρια 14-
  1. Ανεξάρτητα όμως του πιο πάνω για τα εν λόγω τεκμήρια θα πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα:
  2. Το τεκμήριο 14 είναι τιμολόγιο των K.A. Hiras Parts Ltd με αρ. 009258, φέρει ημερ. 5.7.05, αναφέρει στην περιγραφή «Τούρπο ΜΑΝ 414 (Πυροσβέστης)» και «Παράδοση» Πυροσβέστης» και είναι εκδομένο στο όνομα των εναγόντων. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 εκδόθηκε από τον εν λόγω προμηθευτή των εναγόντων, οι οποίοι και το χρεώθηκαν και είναι σχετικό με την αγορά ανταλλακτικού που τοποθετήθηκε σε όχημα του εναγόμενου. Για αυτό σύμφωνα πάντα με το Μ.Ε.1 γίνεται σχετική αναφορά στη σελ. 9 του τεκμηρίου
  3. Εκεί να σημειωθεί ότι λέει ότι αυτό αναγράφεται στη ημερ. 11.3.04 του τεκμηρίου
  4. Όμως στην εν λόγω ημερομηνία δεν φαίνεται η χρέωση του ποσού των Λ.Κ.517.50 που αναγράφεται στο τιμολόγιο ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά να παραπέμπει σε αυτό.
  5. Το τεκμήριο 15 είναι τιμολόγιο των GCV Spare Parts & Services Ltd με αρ. 10129, φέρει ημερ. 21.10.05, αναφέρει όχημα «Renault» και «CREDIT PYROSVESTIS» και είναι εκδομένο στο όνομα των εναγόντων. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 εκδόθηκε από τον εν λόγω προμηθευτή των εναγόντων, οι οποίοι το χρεώθηκαν και είναι σχετικό με τον εναγόμενο. Για αυτό σύμφωνα πάντα με το Μ.Ε.1 γίνεται σχετική αναφορά στο τέλος της σελ. 9 του τεκμηρίου
  6. Εκεί να σημειωθεί ότι λέει ότι αυτό αναγράφεται στη ημερ. 12.4.04 του τεκμηρίου
  7. Όμως στην εν λόγω ημερομηνία δεν φαίνεται η χρέωση του ποσού των Λ.Κ.339.48 ή του κάθε εξαρτήματος που αναγράφονται στο τιμολόγιο ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά που να παραπέμπει σε αυτό.
  8. Το τεκμήριο 16 είναι τιμολόγιο των GCV Spare Parts & Services Ltd με αρ. 10905, φέρει ημερ. 16.12.05, αναφέρει όχημα «Renault», στη θέση CREDIT είναι κενό και είναι εκδομένο στο όνομα των εναγόντων. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 εκδόθηκε από τον εν λόγω προμηθευτή των εναγόντων και είναι σχετικό με τον εναγόμενο. Για αυτό σύμφωνα πάντα με το Μ.Ε.1 γίνεται σχετική αναφορά στο στην αρχή της σελ. 10 του τεκμηρίου
  9. Εκεί να σημειωθεί ότι παραπέμπει στην ημερ. 11.3.04 του τεκμηρίου 6 όπου υπάρχουν δύο εργασίες που κατ' ισχυρισμό έγιναν για τον εναγόμενο. Όμως και πάλι εκεί δεν φαίνεται η χρέωση του ποσού των Λ.Κ.67.01 ή του κάθε εξαρτήματος που αναγράφονται στο τιμολόγιο ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά που να παραπέμπει σε αυτό.
  10. Το τεκμήριο 17 είναι τιμολόγιο των GCV Spare Parts & Services Ltd με αρ. 8979, φέρει ημερ. 11.7.05, αναφέρει όχημα «ΜΑΝ» και «CREDIT PYROS» και είναι εκδομένο στο όνομα των εναγόντων. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 εκδόθηκε από τον εν λόγω προμηθευτή των εναγόντων και για αυτό γίνεται αναφορά στην σελ. 10 του τεκμηρίου 7 κάτω από το τεκμήριο
  11. Εκεί να σημειωθεί ότι παραπέμπει στην ημερ. 16.3.04 του τεκμηρίου
  12. Όμως και πάλι εκεί δεν φαίνεται η χρέωση του ποσού των Λ.Κ.136.68 ή του εξαρτήματος που αναγράφονται στο τιμολόγιο ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά που να παραπέμπει σε αυτό.
  13. Το τεκμήριο 18 είναι τιμολόγιο των GCV Spare Parts & Services Ltd με αρ. 10350, φέρει ημερ. 21.11.05, αναφέρει όχημα «ΜΑΝ» και «CREDIT PYROSVESTIS» και είναι εκδομένο στο όνομα των εναγόντων. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 εκδόθηκε από τον εν λόγω προμηθευτή των εναγόντων και για αυτό γίνεται αναφορά στη μέση της σελ. 10 του τεκμηρίου
  14. Εκεί να σημειωθεί ότι παραπέμπει στην ημερ. 23.4.04 του τεκμηρίου
  15. Όμως και πάλι εκεί δεν φαίνεται η χρέωση του ποσού των Λ.Κ.164.05 ή των εξαρτημάτων που αναγράφονται το τιμολόγιο.
  16. Το τεκμήριο 19 είναι τιμολόγιο των K.A. Hiras Parts Ltd με αρ. 009717, φέρει ημερ. 21.11.05, αναφέρει στην περιγραφή «ΚΙΤ ΚΕΤΣΙΕΔΕΣ ΕΑΤΟΝ» και είναι εκδομένο στο όνομα των εναγόντων. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 εκδόθηκε από τον εν λόγω προμηθευτή των εναγόντων, έχει σχέση με τον εναγόμενο και για αυτό γίνεται αναφορά στη μέση της σελ. 10 του τεκμηρίου
  17. Εκεί να σημειωθεί ότι παραπέμπει στην ημερ. 26.4.04 του τεκμηρίου
  18. Όμως και πάλι εκεί δεν φαίνεται η χρέωση του ποσού των Λ.Κ.73.60 ή των εξαρτημάτων που αναγράφονται το τιμολόγιο.
  19. Το τεκμήριο 20 είναι τιμολόγιο των AN.FI.PA LTD με αρ. 39463, φέρει ημερ. 15.3.05, είναι εκδομένο στο όνομα των εναγόντων και αναφέρει διάφορα εξαρτήματα. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 εκδόθηκε από τον εν λόγω προμηθευτή των εναγόντων, έχει σχέση με τον εναγόμενο και για αυτό γίνεται αναφορά κάτω από τη μέση της σελ. 10 του τεκμηρίου
  20. Εκεί να σημειωθεί ότι παραπέμπει στην ημερ. 3.2.04 του τεκμηρίου
  21. Όμως και πάλι εκεί δεν φαίνεται πως το εν λόγω τιμολόγιο συνδέεται και αντιστοιχεί με τις εργασίες που αναγράφονται. Σε ερώτηση δε στην αντεξέταση του Μ.Ε.1 που λέει στο εν λόγω τεκμήριο ότι αφορά τον εναγόμενο αφού ζήτησε και πάλι και συμβουλεύτηκε το τεκμήριο 7 είπε ότι σε αυτό το τιμολόγιο ο προμηθευτής γράφει αρκετά εξαρτήματα αλλά μόνο κάποια από αυτά είναι για το όχημα του εναγόμενου, χωρίς να εξηγήσει ποια.
  22. Το τεκμήριο 21 είναι τιμολόγιο των GCV Spare Parts & Services Ltd με αρ. 7727, φέρει ημερ. 24.3.05, αναφέρει όχημα «ΜΑΝ» και «CREDIT GAEAGE» και είναι εκδομένο στο όνομα των εναγόντων. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 εκδόθηκε από τον εν λόγω προμηθευτή των εναγόντων και για αυτό γίνεται αναφορά στη σελ. 10 του τεκμηρίου
  23. Εκεί να σημειωθεί ότι παραπέμπει στην ημερ. 3.2.04 του τεκμηρίου
  24. Όμως και πάλι εκεί δεν φαίνεται η χρέωση του ποσού των Λ.Κ.153.99 και πως αντιστοιχεί με τις εργασίες που αναγράφονται στο τιμολόγιο.
  25. Με δεδομένο δε ότι οι ημερομηνίες στο τεκμήριο 6 δεν αντιστοιχούν στις πραγματικές ο Μ.Ε.1 δεν εξήγησε πως τα εντοπίζει και τα συνδέει σε σχέση με τα τεκμήρια 14-
  26. Τέλος εμφανίζεται και το εξής παράδοξο. Στο τεκμήριο 6 οι ημερομηνίες δεν είναι, ως έχει προαναφερθεί οι πραγματικές, αλλά εφόσον δεν εξηγήθηκε κάτι άλλο προφανώς και λογικά αυτές θα συμπληρώνονταν με τη κανονική τους σειρά. Όμως ενώ τα τεκμήρια 17, 15 και 18 φέρουν ημερομηνίες έκδοσης 11.7.05, 21.10.05 και 21.11.05 αντίστοιχα και είναι κατ' ισχυρισμό γραμμένες στο τεκμήριο 6 στις ημερομηνίες 16.3.04, 12.4.04 και 23.4.04, το τεκμήριο 16 το οποίο φέρει ημερομηνία έκδοσης 16.12.05 δηλ. είναι μεταγενέστερο των τεκμηρίων 17, 15 και 18 είναι γραμμένο στο τεκμήριο 6 στην ημερ. 11.3.04 δηλ. σε προγενέστερη ημερομηνία. Όσον αφορά το κατά πόσο ο εναγόμενος γνώριζε το αξιούμενο υπόλοιπο και το είχε αποδεχθεί στην κυρίως εξέταση του είπε ότι ο εναγόμενος το γνώριζε. Στη συνέχεια όμως είπε ότι σε κάποιο στάδιο ο μάρτυρας του τηλεφώνησε και του είπε ότι το ποσό ξέφυγε από τα όρια του, χωρίς να πει αν του ανέφερε και το συγκεκριμένο ποσό, και ο εναγόμενος του υποσχέθηκε ότι θα περάσει να τον πληρώνει κατά διαστήματα αλλά μάταια. Στην αντεξέταση του σε ερώτηση αν ο εναγόμενος δέχτηκε ποτέ ότι του χρωστά Λ.Κ.8,406 είπε ότι όταν το υπόλοιπο είχε ξεπεράσει το όριο του μίλησαν τηλεφωνικά, ο μάρτυρας έκανε το άθροισμα και ανέφερε στον εναγόμενο ποιο είναι το οφειλόμενο ποσό, εκείνος του είπε ότι θα περάσει από το συνεργείο να το τακτοποιήσει, περίμενε και ξαναείχαν τηλεφωνική επικοινωνία μέχρι που σταμάτησε η επικοινωνία και απ' ότι θυμάται ο εναγόμενος είχε περάσει από το συνεργείο για να δουν την υπόθεση και μετά που έγινε η αγωγή αλλά δεν δέχτηκε να σταματήσει (η αγωγή) και έτσι συνέχισαν. Ενώ όμως από τη μια δεν δέχθηκε ότι ο εναγόμενος ποτέ δεν αποδέχτηκε ότι του οφείλει αυτό ή άλλο ποσό όταν ουσιαστικά του επαναλήφθηκε η ερώτηση είπε ότι ο εναγόμενος δεν ήθελε συμβιβασμό και ήθελε να προχωρήσει στο Δικαστήριο η υπόθεση γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν αποδέχθηκε το αξιούμενο ποσό. Ως εκ των άνω κρίνω ότι το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 δεν μπορεί να γίνει δεκτό εφόσον ο μάρτυρας δεν ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του και η μαρτυρία του δεν ήταν πειστική εφόσον στηρίχθηκε σε δεδομένα που δεν τεκμηρίωναν λογικά τα όσα υποστήριζε για τις εργασίες, τις πληρωμές και το αξιούμενο υπόλοιπο ενώ ακόμη και ο ίδιος προφανώς δεν ήταν σίγουρος για αρκετά από αυτά. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι ακόμη και αν το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 γινόταν δεκτό και πάλι η μαρτυρία των εναγόντων δεν θα ήταν ικανοποιητική για να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την υπόθεση τους εφόσον με αυτή δεν έχει αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες έκαναν για λογαριασμό του εναγόμενου συγκεκριμένες εργασίες, ποιό ήταν το κόστος εκάστης των εργασιών, εφόσον αυτό δεν ήταν ειδικά συμφωνημένο, καθώς και το ότι δεν πληρώθηκαν για το σύνολο αυτών αλλά εξακολουθεί να οφείλεται το αξιούμενο ποσό ως υπόλοιπο Συνεπώς κρίνω ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου και εναντίον των εναγόντων, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αστικό/Τελική Απόφαση/Οφειλή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.