George O/Brien κ.α. ν. Α/ΦΟΙ ΠΑΠΙΡΗΣ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 640/11, 8.12.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A150 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 640/11 Μεταξύ:
- George O´Brien
- Patricia O´Brien Εναγόντων και Α/ΦΟΙ ΠΑΠΙΡΗΣ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΤΔ MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Χαράλαμπου Παπίρη Εναγομένων ----------------- Αίτηση ημερομηνίας 3.3.2011 ----------------- Ημερομηνία: 8.12.2012 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Ν. Γεωργιάδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Μ. Πατσαλίδου) Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση 1: κα Χ. Φιλίππου για κ. Μιχ. Κυπριανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση οι ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση διατάγματος εναντίον των εναγομένων 1 με το οποίο «απαγορεύεται σ΄ αυτούς και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους τους να πωλήσουν, διαθέσουν και/ή δωρίσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν την ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται στην Πέγεια, Πάφος, τοποθεσία Ατσουρπάρκακο, αρ. Εγγραφής 0/48266, Φύλλο/Σχέδιο 44/16, Τεμάχιο 940 μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 που συνοδεύει την αίτηση παρατίθενται τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση, τα οποία θα προσπαθήσω να συνοψίσω. Οι ενάγοντες είναι Βρετανοί υπήκοοι και από το έτος 1996 κατοικούν στην Κύπρο. Στις 18.11.94 υπόγραψαν συμφωνία με τους εναγόμενους 1 για αγορά ενός τεμαχίου γης το οποίο θα αποτελούσε μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας με αρ. εγγραφής 41364, τεμάχιο 66, Φύλλο/Σχέδιο XLIV/16, τοποθεσία «Ατσουπάρκακο», στην Πέγεια, Πάφος (Τεκμ. 1) έναντι του ποσού των Λ.Κ.50.
- Περαιτέρω την ίδια ημερομηνία υπέγραψαν συμφωνία για την ανοικοδόμηση από τους εναγόμενους 1 έπαυλης για το ποσό των Λ.Κ.95.000 επί του εν λόγω τεμαχίου (Τεκμ. 2). Όταν υπογράφηκαν οι εν λόγω συμφωνίες οι εναγόμενοι 1 δεν ήταν ακόμη εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες και για λόγους που οι ενάγοντες δεν γνωρίζουν και δεν αντιλαμβάνονται η πρώτη συμφωνία περιλάμβανε ως πωλητές πέραν των εναγομένων 1 και την εταιρεία Corale Rental Cars Limited και κάποια κυρία Χαρούλα Παπαναστασίου Παπαϊωάννου, παρόλο που υπογράφηκε μόνο από τους ενάγοντες και τον εναγόμενο 3 εκ μέρους της εναγομένης 1 εταιρείας. Κατά ή περί τον Αύγουστο του 1995 οι εναγόμενοι 1 ενεγράφησαν ως ιδιοκτήτες της ακίνητης ιδιοκτησίας. Περαιτέρω υπογράφηκε μία νέα συμφωνία ημερ. 18.11.94 μεταξύ του εναγομένου 3 εκ μέρους των εναγομένων 1 και του δικηγόρου των εναγόντων Νίκου Παπακλεοβούλου (Τεκμ. 3), την αναγκαιότητα της υπογραφής της οποίας ουδέποτε αντιλήφθηκαν οι ενάγοντες χωρίς όμως να έχουν κανένα λόγο να αμφισβητήσουν το δικηγόρο τους για το θέμα αυτό. Η συμφωνία δεν κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο της Πάφου για λόγους που οι ενάγοντες αγνοούν και ουδέποτε τους αποκαλύφθηκαν. Οι ενάγοντες πλήρωσαν στους εναγόμενους 1 σε διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των Λ.Κ.215.579,43 (€368.339,32). Το ποσό αυτό περιλάμβανε επιπρόσθετες εργασίες που εκτελέστηκαν από τους εναγόμενους 1 για την ανέγερση της έπαυλης. Με βάση τη συμφωνία ανέγερσης της έπαυλης αυτή έπρεπε να είχε παραδοθεί όχι αργότερα από τις 10.3.1996 ενώ παραδόθηκε τον Ιούλιο του 1996 (Τεκμ. 4 - έγγραφο αποδοχής παράδοσης). Έκτοτε οι ενάγοντες διαμένουν αδιαλείπτως στην έπαυλη που ανοικοδομήθηκε αναμένοντας έκτοτε την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και μεταβίβαση αυτού στο όνομα τους. Επικοινώνησαν επανειλημμένως με τους εναγομένους 1 και 3 τόσο προσωπικά όσο και διά του δικηγόρου τους κ. Παπακλεοβούλου, αμφότεροι τους διαβεβαίωναν ότι θα μεταβίβαζαν την ιδιοκτησία όταν θα εκδιδόταν ξεχωριστός τίτλος. Επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση 4 επιστολές (Τεκμ. 5-8). Οι ενάγοντες επίσης επικοινώνησαν με το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου αναφορικά με το θέμα αυτό επισυνάπτοντας στην ένορκη δήλωση επιστολή που απεστάλη από αυτούς και απάντηση που πήραν από το Κτηματολόγιο Πάφου (Τεκμ. 9 και 10 αντίστοιχα) Κατά τη διάρκεια του 2007 εξεδόθη τίτλος ιδιοκτησίας για την έπαυλη και οι εναγόμενοι 1 πέτυχαν εγγραφή της στο όνομα τους, αποκρύβοντας το γεγονός αυτό από τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες έμαθαν αυτή την πληροφορία από επιστολή που τους απεστάλη από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στις 3.12.2009 σε απάντηση δικής τους επιστολής (Τεκμ. 11 και 12). Έκτοτε οι εναγόμενοι 1 παραλείπουν να απαντήσουν σε οποιεσδήποτε επιστολές ή τηλεφωνήματα που τους έκαναν και όποτε ο ενάγων 1 επισκέφθηκε τα γραφεία τους η γραμματέας του ανέφερε ότι ο εναγόμενος 3 απουσίαζε. Μετά από διεξαγωγή έρευνας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στις 27.7.2010 ανακάλυψαν ότι στις 24.7.2008 οι εναγόμενοι 1 υποθήκευσαν προς όφελος των εναγομένων 2 την έπαυλη για το ποσό των €710.000, γεγονός που δεν τους το ανέφεραν (Τεκμ. 13 το έγγραφο υποθήκης). Επισυνάπτεται επίσης πιστοποιητικό έρευνας ημερ. 2.11.2010 που διεξήχθη από τους νέους δικηγόρους των εναγόντων ως Τεκμ.
- Η πράξη αυτή έγινε κατά παράβαση των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων και των υποσχέσεων των εναγομένων 1 ότι θα μεταβίβαζαν την κυριότητα του ακινήτου. Οι ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 23.11.2010 η οποία παραδόθηκε διά χειρός στις 24.11.2010 απαίτησε από τους εναγόμενους 1 να μεταβιβάσουν στους ενάγοντες την κυριότητα της έπαυλης καλώντας τους να το πράξουν στις 17.12.
- Παρά το ότι οι ενάγοντες παρευρέθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου κατά την εν λόγω ημερομηνία οι εναγόμενοι δεν προσήλθαν. Αρνήθηκαν επίσης να αποσύρουν την υποθήκη παρά το ότι αυτό τους ζητήθηκε εγγράφως. Επισυνάπτονται επιστολές που ανταλλάγηκαν (Τεκμ. 15-17). Το επίδικο ακίνητο είναι το σπίτι όπου οι ενάγοντες κατοικούν και δεν έχουν οπουδήποτε αλλού να παν σε περίπτωση που το απωλέσουν. Δηλώνουν αμφιβολίες όσον αφορά την φερεγγυότητα των εναγομένων 1 λόγω της ύφεσης και λόγω της όλης συμπεριφοράς τους προς τους ενάγοντες κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών πιστεύοντας ότι δεν θα μπορούν να τους αποζημιώσουν. Η αξία της έπαυλης έχει υπολογιστεί στα €755.000 στις 10.12.2010, στα €820.000 την 1.8.2007 και στα €795.000 την 1.2.2007 (Έκθεση Εκτίμησης επισυνάπτεται Τεκμ. 18). Οι εναγόμενοι 1 - καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «1) Η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη. 2) Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής. 3) Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, δεν πληρούνται και/ή δεν συνυπάρχουν και/ή δεν ικανοποιούνται. 4) Τα γεγονότα που αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα-αιτητή 1 και υποστηρίζουν την αίτηση ημερομηνίας 03/03/2011 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. 5) Οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και δεν προέβησαν σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. 6) Στην αίτηση ημερομηνίας 03/03/2011 και στην Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει επισυνάπτονται ως Τεκμήρια αντίγραφα εγγράφων, αντί των πρωτοτύπων και έγγραφα τα οποία οι αιτητές δεν δικαιολογούνται να έχουν στην κατοχή τους καθώς αποτελούν προσωπικά δεδομένα των καθ΄ ων η αίτηση. 7) Η αίτηση και το διάταγμα που εκδόθηκε δεν αφορούν γεγονότα και περιστατικά για τα οποία απαιτείται η επείγουσα επέμβαση του Δικαστηρίου καθώς αφορούν γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά ή περί το
- 8) Οι ενάγοντες δεν έχουν αιτία αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητα επιτυχίας. 9) Οι αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει οποιαδήποτε βάση αίτησης και/ή αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα. 10) Δεν έχουν ικανοποιηθεί και/ή αποδειχθεί ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι που να ικανοποιούν την προϋπόθεση ότι οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά στην περίπτωση που το διάταγμα ημερομηνίας 03/03/2011 παύσει να ισχύει. Αντιθέτως οι καθ΄ ων η αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία στην περίπτωση που το Διάταγμα παύσει να ισχύει. 11) Δεν υπάρχει πραγματική μαρτυρία που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς των αιτητών. 12) Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση στηρίζεται και/ή περιέχει ψευδείς και/ή αναληθείς και/ή ανακριβείς και/ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς. 13) Δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. 14) Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και δεν είναι δίκαιο η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 15) Η αίτηση είναι αντικανονική και αντιβαίνει προς τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή την σχετική Νομολογία. 16) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου που να δικαιολογούν την συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 03/03/
- Οι ενάγοντες-αιτητές δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία για την ύπαρξη του επείγοντος.» Στην ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος 3, διευθυντής της εναγόμενης 1 εταιρείας, αναφέρει ότι οι ρηθείσες συμφωνίες υπογράφηκαν ενώ αντιπροσωπεύοντο από δικηγόρο της επιλογής τους και συνεπώς οι ισχυρισμοί τους περί άγνοιας του περιεχομένου των εγγράφων και τους λόγους της υπογραφής της τρίτης συμφωνίας δεν ευσταθούν. Είναι αποδεκτό ότι το έτος 2007 εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε η έπαυλη των εναγόντων, κάτι το οποίο όχι μόνο δεν προσπάθησαν να αποκρύψουν από τους ενάγοντες αλλά αντίθετα προέβησαν στις διαδικασίες έκδοσης των ξεχωριστών τίτλων παρά το γεγονός ότι υπάρχει αντικειμενική δυνατότητα μεταβίβασης λόγω παράλειψης των αιτητών να καταθέσουν το αγοραπωλητήριο έγγραφο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτουμένου διατάγματος και επίσης ότι σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος οι εναγόμενοι 1 θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι θα επηρεαστούν οι σχέσεις συνεργασίας με τους εναγόμενους
- Προβάλλεται επίσης η θέση ότι το Τεκμήριο 13 που είναι η σύμβαση υποθήκης αποτελεί προσωπικό δεδομένο των εναγομένων 1 και δεν θα έπρεπε να βρίσκεται στην κατοχή των αιτητών και πως αυτό δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς συνέχισης της ισχύς του διατάγματος που εκδόθηκε. Οι συνήγοροι εξέθεσαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα. Θα αναφερθώ στα σημεία όπου χρειάζεται στην πορεία της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με βάση το άρθρο 4 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει διάταγμα για την προστασία περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της αγωγής ή μέχρι την εκτέλεση της απόφασης. Όπως σημειώνεται στην υπόθεση Κτηματικές Επιχ. Α. Ε. Διογένους Λτδ ν. Ευθυμίου κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234 στη σελ. 240 «.το Άρθρο 4
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η περιουσία, της οποίας ζητείται η δέσμευση με διάταγμα, συνιστά το αντικείμενο της αγωγής και ότι, προσωρινό διάταγμα που αφορά σε περιουσία η οποία είναι το αντικείμενο της αγωγής, μπορεί να εκδοθεί κατ΄ εφαρμογή του Άρθρου 4, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (βλ.Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231»). Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ο ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο (α) ότι έχει καλή βάση αγωγής και (α) ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο είναι πιθανό να παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 Α.Α.Δ. 520, αποφασίστηκε πω διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (πιο πάνω), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 στα πλαίσια εξέτασης της «...δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για την μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του» (βλ.Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121). Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία». (βλ. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου το φέρουν οι αιτητές. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consulats Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Θα εξετάσω τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 μαζί. Σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Γεωργιάδη η απαίτηση εναντίον της εναγομένης 1 στηρίζεται σε περιουσιακό ιδιοκτησιακό κώλυμα (proprietary estoppel) του οποίου τα συστατικά προσδιορίζονται στο σύγγραμμα Wilken - Villiers, Waiver, Variation and Estoppel,
(1998)σελ. 243-244, παράγρ. 11.002: «The criteria for triggering the operation of the doctrine (that is "unconscionability") have, however, crystallized into fairly settled principles. It is essential to demonstrate assurance, reliance and detriment. A claim in proprietary estoppel will only arise where a claimant has acted to his or her detriment in reliance on a belief or expectation that he or she has or will, be granted, rights over an item or property and its owner acquiesces in, encourages, that belief or expectation. Once this is established, the court will take into account "all the circumstances of the case" to ascertain whether it would be unconscionable to deny the claimant a remedy.» Οι ενάγοντες περαιτέρω ισχυρίζονται ότι δυνάμει των πράξεων τους η εναγομένη 1 κατέστη εξ επαγωγής καταπιστευματοδόχος (constructive trustee) της επίδικης οικίας προς όφελος τους. Παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση St. George´s Car Hire Ltd κ.α. ν. Μακεδονίας Γαβριηλίδου κ.α.
(2006)1 A.A.Δ. 47, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι υπό ορισμένες περιστάσεις μπορούσε το δίκαιο της επιείκειας να επιβάλει εξ επαγωγής εμπίστευμα υπέρ του αγοραστή και να εμποδίσει τον ιδιοκτήτη από το να προτάξει τα περιουσιακά του δικαιώματα και να στερήσει με αυτό τον τρόπο τον αγοραστή τα δικαιώματα που απέκτησε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε επιπρόσθετα ότι οι ενάγοντες στηρίζονται και στα άρθρα 16 και 23 του Συντάγματος, ότι δηλαδή η αγορά, χρήση, κατοχή της επίδικης οικίας ως μόνιμης αποκλειστικής τους κατοικίας δημιουργεί αυξημένα δικαιώματα εφαρμογής των αρχών του ιδιοκτησιακού κωλύματος ενώ η μεταγενέστερη συμπεριφορά της εναγομένης 1 (και των άλλων εναγομένων) προσβάλλει αυτά τα δικαιώματα. Στην αγόρευση των αιτητών αναφέρεται επίσης ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής τέθηκε σε εφαρμογή ο περί Πωλήσεως Ακινήτων, Ειδική Εκτέλεση Νόμος του 2011, Ν.81
(1)/2011 ο οποίος έχει αναδρομική ισχύ και περιλαμβάνει πρόνοιες με τις οποίες το Δικαστήριο δύναται να διατάξει ειδική εκτέλεση ακόμη και όταν δεν έχει κατατεθεί πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο. Από την άλλη οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρχε καταχωρημένη έκθεση απαίτηση και από τη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων. Οι αιτητές μέσω της αγωγής τους προσπαθούν να καλύψουν την παράλειψη τους να καταθέσουν το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο, περαιτέρω δε δεν αποκαλύπτουν αντισυμβατική συμπεριφορά από την πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση, το δε γεγονός της αντικειμενικής αδυναμίας όπως ισχυρίζονται μεταβίβασης των τίτλων αποτελεί ευθύνη των ιδίων των αιτητών. Η ύπαρξη των συμφωνιών αγοράς της επίδικης οικίας, η πληρωμή του τιμήματος και η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας δεν αμφισβητούνται ρητά από των καθ΄ ων η αίτηση. Αυτό που επικαλούνται οι καθ΄ ων η αίτηση είναι αδυναμία μεταβίβασης της επίδικης οικίας λόγω μη κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου στο κτηματολόγιο. Παραδεκτή επίσης είναι και η καταχώριση υποθήκης επί του ακινήτου. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας και της νομικής πτυχής της υπόθεσης, κάτι που αποτελεί έργο του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την αγωγή. Έχω εξετάσει το περιεχόμενο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης η οποία έχει στο μεταξύ καταχωρηθεί καθώς και των ενόρκων δηλώσεων και των εγγράφων που επισυνάπτονται σ΄ αυτά με γνώμονα το στάδιο στο οποίο βρισκόμαστε. Εξέτασα επίσης και τις εισηγήσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών και κρίνω ότι με βάση όλα τα πιο πάνω στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου έχει καταδειχθεί η ύπαρξη των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, έχοντας υπόψη ότι το ακίνητο αποτελεί αντικείμενο της αγωγής κρίνω ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Σε περίπτωση κατά την οποία η μόνη θεραπεία που θα μπορούσαν να επιτύχουν οι ενάγοντες είναι οι αποζημιώσεις, πάλιν θεωρώ ότι πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ότι δηλαδή σε περίπτωση αποξένωσης ή επιβάρυνσης του ακινήτου υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση. Και αυτό έχοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση των καθ΄ ων η αίτηση όπως προκύπτει και από την ενέργεια τους να υποθηκεύσουν το συγκεκριμένο ακίνητο. Η ενέργεια των καθ΄ ων η αίτηση να υποθηκεύσουν το ακίνητο ενώ αυτό είχε πωληθεί στους ενάγοντες και είχαν εισπράξει το τίμημα πώλησης σε συνάρτηση με την απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας περί φερεγγυότητας τους υποδηλούν την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου. Εγέρθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση ότι η παρούσα υπόθεση δεν καλύπτετο από το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Το άρθρο 9
(1)του Νόμου το οποίο παρέχει εξουσία για τη χορήγηση μονομερούς θεραπείας προβλέπει ότι «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.» (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Β Α.Α.Δ. 598.) Στην παρούσα περίπτωση οι αιτητές έμαθαν το έτος 2009 ότι εξεδόθη τίτλος ιδιοκτησίας για την έπαυλη και οι εναγόμενοι 1 πέτυχαν εγγραφή της στο όνομα τους, ακολούθως διεξήγαγαν έρευνες στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στις 27.7.2010 οπότε ανακάλυψαν ότι οι εναγόμενοι 1 υποθήκευσαν την έπαυλη προς όφελος των εναγομένων 2, απέστειλαν επιστολή μέσω των δικηγόρων τους στις 23.11.2010 καλώντας τους να μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο στις 17.12.2010 και μετά που αυτή δεν συμμορφώθηκαν καταχώρισαν την παρούσα αγωγή στις 3.3.2011, δηλαδή τρεις σχεδόν μήνες μετά. Έχοντας υπόψη το χρόνο που διέρρευσε από τότε που οι αιτητές ανακάλυψαν ότι οι εναγόμενοι 1 είχαν υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο, ο οποίος δεν κρίνεται να είναι μακρύς, αλλά κυρίως έχοντας υπόψη το γεγονός ότι το ακίνητο αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής κρίνω ότι δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 9 του Κεφ. 6 που να δικαιολογεί ακύρωση του διατάγματος γ΄ αυτό το λόγο. Οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν προέβησαν σε αποκάλυψη όλων των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση παρά το ότι δεν υπήρξε ιδιαίτερη ανάλυση αυτού του λόγου ένστασης κατά το στάδιο της αγόρευσης τους. Έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων υπό το φως των αρχών που διέπουν το θέμα κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι οι αιτητές απέκρυψαν γεγονότα από το Δικαστήριο. Διαφορετική εκτίμηση των γεγονότων δεν συνιστά απόκρυψη η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα του διατάγματος. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα. Έχοντας υπόψη ότι το ακίνητο αποτελεί την οικία των εναγόντων την οποία κατέχουν από το 1996 μετά που σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους έχουν αποπληρώσει το τίμημα πώλησης κρίνω ότι θα πρέπει να διατηρηθεί η κατάσταση πραγμάτων ως έχει (status quo) μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής. Ενόψει όλων των πιο πάνω το διάταγμα καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση-εναγομένων 1. (Υπ.) ................. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο