← Κύπρος

Δημήτρη Ευσταθίου ν. Ανδρέα Μιχαήλ κ.α., Αγωγή 2591/09, 23/5/2012

Δημήτρη Ευσταθίου ν. Ανδρέα Μιχαήλ κ.α., Αγωγή 2591/09, 23/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αγωγή 2591/09 Δημήτρη Ευσταθίου Ενάγοντα V

  1. Ανδρέα Μιχαήλ
  2. Ζωούλας Νικολαϊδου Εναγομένων _____________________ 23.05.2012 Για τον Ενάγοντα: κ. Νικόλας Αγγελίδης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση κα Μ. Γερμανού) Για τον Εναγόμενο 1: κ. Στεφανία Φλωράκη για Χλωρακιώτης & Φλωράκη ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή του ο Ενάγοντας αξιώνει την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου 1 για το ποσό των €20.000.-, ως οφειλόμενο, δυνάμει μιας επιταγής της Τράπεζας Κύπρου. Η αγωγή στρεφόταν αρχικά και εναντίον της συζύγου του Ενάγοντα, Εναγόμενης 2, η οποία δεν καταχώρησε εμφάνιση, με αποτέλεσμα στις 11.06.2010, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης για απόφαση, να εκδοθεί απόφαση εναντίον της για το ποσό των €20.000.- πλέον νόμιμο τόκο και δικηγορικά έξοδα. Όπως προκύπτει δε από το φάκελο της υπόθεσης ο Ενάγοντας μέχρι σήμερα δεν έχει ζητήσει τη σύνταξή της, ούτε έχει προχωρήσει σε οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσής της. Δικόγραφα Στην έκθεση απαίτησής του ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι στις 16.02.2009 ο Εναγόμενος 1 εξέδωσε, υπέγραψε και παρέδωσε προς όφελος της Εναγόμενης 2 (που στο εξής για σκοπούς της παρούσας αγωγής, εν όψει και της έκδοσης της εναντίον της απόφασης θα καλείται "εξ' αποφάσεως πιστωτής") μια επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 80408803 για το ποσό των €20.000.-. Την ίδια ημερομηνία η εξ' αποφάσεως πιστωτής οπισθογράφησε και παρέδωσε αυτή την επιταγή στον Ενάγοντα. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα η επιταγή παρουσιάσθηκε από τον ίδιο για εξαργύρωση, χωρίς επιτυχία, γεγονός που ο Ενάγοντας γνωστοποίησε στον Εναγόμενο 1 και στην εξ' αποφάσεως πιστωτή προφορικά και αυθημερόν, χωρίς αυτοί να ανταποκριθούν μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. Ο Εναγόμενος, στην υπεράσπισή του, ισχυρίζεται ότι την 13.02.2009, ημέρα Παρασκευή, εξέδωσε μια επιταγή για το ποσό των €20.000.- επ' ονόματι της εξ' αποφάσεως πιστωτή πληρωτέα στις 16.02.2009, ημέρα Δευτέρα. Η επιταγή αυτή εκδόθηκε υπό μορφή δανεισμού, λόγω της φιλικής σχέσης που διατηρούσαν και της συνεργασίας τους. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1, η εξ' αποφάσεως πιστωτής του ζήτησε την έκδοση της επιταγής, καθότι ισχυρίστηκε ότι ήταν απαραίτητο να καταβάλει η ίδια για λογαριασμό της μητέρας της το ποσό των €20.000.- στο "Απολλώνιο Νοσοκομείο" στη Λευκωσία το Σάββατο 14.02.2009, έτσι ώστε η μητέρα της να πάρει εξιτήριο, αφού νοσηλευόταν και έπρεπε να πληρώσει αυτό το ποσό ως έξοδα νοσηλείας. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1 δέχθηκε να τη βοηθήσει και εξέδωσε την επιταγή, με αντάλλαγμα η εξ' αποφάσεως πιστωτής να υπογράψει στις 16.02.2009, ημερομηνία κατά την οποία ήταν πληρωτέα η επιταγή και θα εξαργυρωνόταν από το Απολλώνιο, γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €20.000.- με δικαιούχο τον Εναγόμενο
  3. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι στις 13.02.2009 και αφού εξέδωσε την επιταγή τηλεφώνησε στη μητέρα της εξ' αποφάσεως πιστωτή, με την οποία επίσης διατηρούσε φιλικές σχέσεις, για να τη ρωτήσει για την υγεία της και για να την καθησυχάσει για το οικονομικό ζήτημα καταβολής των νοσηλίων της, ενημερώνοντάς τη για τη διευθέτηση στην οποία είχε προβεί με την κόρη της, για να ενημερωθεί από αυτή, ότι το ζήτημα εξόφλησης των νοσηλίων της το είχε ήδη διευθετήσει η ίδια και ότι δεν ζήτησε ποτέ τη συμβολή της κόρης της. Αμέσως ο Εναγόμενος 1 επικοινώνησε με την εξ' αποφάσεως πιστωτή και της ζήτησε εξηγήσεις. Τότε αυτή του αποκάλυψε ότι χρειαζόταν το ποσό των €20.000.- για να εξοφλήσει το ½ μερίδιο ενός αυτοκινήτου το οποίο ήθελε να αγοράσει από το σύζυγό της και Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή. Ο Εναγόμενος 1 αντιλήφθηκε τότε ότι εξαπατήθηκε από την εξ' αποφάσεως πιστωτή, η οποία του είχε πει ψέματα με σκοπό να του αποσπάσει χρήματα και διαπίστωσε ότι αυτή δεν είχε πρόθεση να υπογράψει το γραμμάτιο συνήθους τύπου όπως του είχε υποσχεθεί. Για τους πιο πάνω λόγους στις 13.02.2009 ο Εναγόμενος 1 ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής, καθώς, σύμφωνα πάντα με τα όσα ισχυρίζεται είχε εύλογη αιτία να προχωρήσει στην ανάκλησή της, ενόψει του ότι αυτή εκδόθηκε χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και εκδόθηκε με το δόλο και τις ψευδείς παραστάσεις της εξ' αποφάσεως πιστωτή. Τέλος ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε φιλική ή επαγγελματική σχέση ή συνεργασία με τον Ενάγοντα, καθώς και ότι ο Ενάγοντας δεν προσέφερε οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα στον Εναγόμενο 1, που θα δικαιολογούσε την καταβολή σε αυτόν του ποσού της επιταγής. Μαρτυρικό υλικό Για την πλευρά του Ενάγοντα έδωσαν ένορκη προφορική μαρτυρία η Γεωργία Κυπριανού Κασιουλή (Μ.Ε.1), ο Ενάγοντας Δημήτρης Ευσταθίου (Μ.Ε.2) και η εξ' αποφάσεως πιστωτής και σύζυγος του Ενάγοντα Ζωή Νικολαϊδου (Μ.Ε.3). Για την πλευρά του Εναγομένου 1 έδωσε ένορκη μαρτυρία μόνο ο ίδιος (Μ.Υ.1). Πέραν των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν συνολικά και έντεκα

(11)τεκμήρια, τα οποία βρίσκονται έκτοτε στο φάκελο της δικογραφίας. Επιπρόσθετα κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης της Μ.Ε.1 οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ως κοινά αποδεκτό το γεγονός ότι στις 13.02.2009 έγινε η ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Ολα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία και με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία υποστήριξαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιόν μου, παρακολούθησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και κατά συνέπεια είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους, αντιπαραβάλλοντας τις μαρτυρίες τους, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιόν μου. Η μόνη ουσιαστική συμβολή της Μ.Ε.1 στην παρουσίαση της υπόθεσης του Ενάγοντα είναι η κατάθεση των Τεκ. 1 και 2 και η αναφορά της ότι ο λόγος που δεν εξαργυρώθηκε η επίδικη επιταγή ήταν η ανάκληση της πληρωμής της από τον Εναγόμενο
  1. Πέραν τούτων η συγκεκριμένη μάρτυρας είπε, κάτι που προκύπτει και από τις απαντήσεις της, τόσο κατά την κυρίως εξέταση, όσο και κατά την αντεξέτασή της, ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε άλλο για τη συγκεκριμένη επιταγή. Νομίζω ότι το πιο σημαντικό από τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο η Μ.Ε.1, είναι ότι, κατά τη διάρκειά της προέκυψαν δυο επί της ουσίας αναντίλεκτα γεγονότα. Το πρώτο είναι, σύμφωνα και με το κοινά αποδεκτό γεγονός, ότι η εντολή για ανάκληση της επίδικης επιταγής δόθηκε στις 13.02.2009 και το δεύτερο, όπως προαναφέρθηκε, ότι η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε όχι λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά λόγω της ανάκλησής της από τον εκδότη της. Ο ίδιος ο Ενάγοντας (Μ.Ε.2) ανέφερε στη μαρτυρία του ότι γνωρίζει τον Εναγόμενο 1, ότι η εξ' αποφάσεως πιστωτής είναι η σύζυγός του και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και πιο συγκεκριμένα από τα μέσα του 2007 μέχρι τα τέλη του 2009 ήταν σε διάσταση. Ισχυρίστηκε επίσης στις 31.12.2008 η σύζυγός του, στην προσπάθειά της να τον εκφοβίσει για να επιστρέψει στην οικία τους, χτύπησε με το αυτοκίνητό της το δικό του, με αποτέλεσμα να το καταστρέψει. Σε αντικατάστασή του ο ίδιος αγόρασε άλλο αυτοκίνητο για το ποσό των €40.000.- και η εξ' αποφάσεως πιστωτής του ζήτησε να πληρώσει τις €20.000.- για να καταστεί συνιδιοκτήτρια, προσφορά την οποία αποδέχθηκε. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα στις 13.02.2009 τον ενημέρωσαν ότι είχε κατατεθεί στο λογαριασμό του η επίδικη επιταγή. Μετά από κάποιες ημέρες τον ενημέρωσαν ότι η επιταγή δεν είχε τιμηθεί. Τότε πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο για επιταγή άνευ αντικρίσματος. Ζήτησε αντίγραφο της επιταγής μπρος και πίσω και πήρε τηλέφωνο τον Εναγόμενο 1 και την εξ' αποφάσεως πιστωτή και τους είπε ότι θα κινηθεί εναντίον τους νομικά γιατί τον εξαπάτησαν. Κατά την αντεξέτασή του τέλος ανέφερε ότι δεν έχει λάβει μέτρα εκτέλεσης εναντίον της εξ΄ αποφάσεως πιστωτή και ότι δεν είχε οποιαδήποτε άμεση δοσοληψία με τον Εναγόμενο
  2. Αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα με τους δικογραφημένους στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς του προκύπτει ότι:
  3. Ο ισχυρισμός του στην ένορκη μαρτυρία του ότι στις 13.02.2009 τον ενημέρωσαν ότι είχε κατατεθεί στο λογαριασμό του η επίδικη επιταγή, έρχεται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους στις παρ. 1 και 2 της έκθεσης απαίτησης ισχυρισμούς του ότι ο Εναγόμενος 1 εξέδωσε, υπέγραψε και παρέδωσε στην εξ' αποφάσεως πιστωτή την επίδικη επιταγή στις 16.02.2009 και ότι την ίδια ημερομηνία η εξ' αποφάσεως πιστωτής την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στον ίδιο. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο και απορρίπτεται.
  4. Πέραν τούτου ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όπως αποδεικνύεται από το σώμα της επιταγής (Τεκ. 1), στο οποίο αναγράφεται ως ημερομηνία κατάθεσης της επιταγής στη ΣΟΕΔΥΚ ΛΤΔ η 16.02.
  5. Αλλωστε το ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα φαίνεται και από το γεγονός ότι η επιταγή ήταν πληρωτέα στις 16.02.2009, άρα δεν θα μπορούσε να κατατεθεί πριν από την ημερομηνία αυτή στο λογαριασμό του Ενάγοντα.
  6. Οι ισχυρισμοί του ότι μετά από κάποιες ημέρες τον ενημέρωσαν ότι η επιταγή δεν είχε τιμηθεί, καθώς και ότι τότε πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο για επιταγή άνευ αντικρίσματος επίσης δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς από το κοινά αποδεκτό γεγονός και τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 αποδεικνύεται ότι η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε διότι ανακλήθηκε η πληρωμή της από τον Εναγόμενο
  7. Οσον αφορά τους ισχυρισμούς του σχετικά με το λόγο που περιήλθε στην κατοχή του η επίδικη επιταγή και το αντάλλαγμα για το οποίο την οπισθογράφησε προς όφελός του η εξ' αποφάσεως πιστωτής κρίνω ότι η αξιολόγησή τους θα πρέπει να γίνει ταυτόχρονα με την αξιολόγηση των αντίστοιχων για αυτά τα ζητήματα ισχυρισμών της εξ' αποφάσεως πιστωτή (Μ.Ε.3). Και αυτό γιατί η Μ.Ε.3 είναι, όπως προαναφέρθηκε η σύζυγος του Ενάγοντα και εξ' αποφάσεως πιστωτής του για το ποσό των €20.000.- της επίδικης επιταγής, δυνάμει σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, ημερ 11.06.
  8. Είναι προφανές ότι η μαρτυρία, τόσο του Ενάγοντα, όσο και της Μ.Ε.3, πρέπει να προσεγγισθεί, λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα δυο αναντίλεκτα γεγονότα, συνυπολογίζοντας βεβαίως και το γεγονός ότι, όπως προέκυψε, τόσο από τη μαρτυρία του Ενάγοντα, αλλά και φαίνεται και από το φάκελο της υπόθεσης, ο Ενάγοντας δεν έχει λάβει εναντίον της Μ.Ε.3 μέχρι σήμερα κανένα μέτρο εκτέλεσης της απόφασης. Στη γραπτή της δήλωση (Τεκ. 3), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, η Μ.Ε.3 ισχυρίζεται (παρ. 10), σε πλήρη ταύτιση με τον Ενάγοντα, ότι την επίδικη επιταγή την κατέθεσε προς όφελός του, αφού του κατέστρεψε το αυτοκίνητο και αυτός αναγκάστηκε να αγοράσει άλλο σε αντικατάστασή του για €40.000.-, ως συνεισφορά της κατά το ήμισυ. Την ίδια εκδοχή υποστήριξε και στην ένορκη μαρτυρία της. Προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών της η Μ.Ε.3 κατέθεσε και δέσμη εγγράφων, που σημειώθηκαν ως Τεκ.
  9. Κατ' ουσία, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί του Ενάγοντα και της Μ.Ε.3, στοχεύουν να αποδείξουν ότι δόθηκε αντάλλαγμα στην επιταγή από τη Μ.Ε.3 στο στάδιο της οπισθογράφησής της προς όφελος του Ενάγοντα. Παρενθετικά στο σημείο αυτό οφείλω να καταγράψω και τη θέση του δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας δεν είχε καμιά δικονομική υποχρέωση να περιλάβει αυτούς τους ισχυρισμούς στην έκθεση απαίτησής του. Συναφώς δεν τίθεται ζήτημα να μη ληφθούν υπόψη, ως μη δικογραφημένοι, είτε οι σχετικοί ισχυρισμοί του Ενάγοντα και της Μ.Ε.3, είτε το περιεχόμενο του Τεκ. 8, ως εισηγείται στην αγόρευσή της η ευπαίδευτη δικηγόρος του Εναγόμενου
  10. Από τη μελέτη του Τεκ. 8 προκύπτει ότι το τιμολόγιο αγοράς του αυτοκινήτου έχει ημερομηνία 05.02.2009 και είναι για το συνολικό ποσό των €39.000.-, ότι στις 04.02.2009 εκδόθηκε επιταγή για το ποσό των €5.000.- προφανώς ως προκαταβολή, ότι στις 10.02.2009 εκδόθηκε επιταγή για το ποσό των €34.000.- για εξόφληση του τιμήματος αγοράς του και ότι στις 11.02.2009 εγγράφηκε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών με συνιδιοκτήτες τον Ενάγοντα και τη Μ.Ε.
  11. Το ερώτημα που δημιουργείται είναι πως θα μπορούσε να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι η Μ.Ε.3 του έδωσε την επιταγή για να καταστεί συνιδιοκτήτρια, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ήδη από τις 11.02.2009, δηλ. πριν την έκδοση της επιταγής, ήταν ήδη συνιδιοκτήτρια. Περαιτέρω για ποια συνεισφορά της Μ.Ε.3 στην αγορά του αυτοκινήτου από τον Ενάγοντα είναι δυνατό να γίνεται λόγος, όπως είναι ο ισχυρισμός της, όταν, με δεδομένη τη συνιδιοκτησία, θα μπορούσε να γίνει λόγος μόνο για αγορά από κοινού του συγκεκριμένου αυτοκινήτου. Και με ποια λογική ο Ενάγοντας, έχοντας στο μυαλό του ότι το προηγούμενο αυτοκίνητό του το είχε καταστρέψει η Μ.Ε.3 και σε μια περίοδο που οι σχέσεις τους ήταν τεταμένες για να μην πω εχθρικές, όπως προκύπτει από τα όσα ισχυρίσθηκαν, όχι μόνο θα προχωρούσε στην αγορά του αυτοκινήτου με δικά του χρήματα, αλλά και θα το ενέγραφε στο όνομα το δικό του και της εν διαστάσει συζύγου του και μάλιστα, χωρίς να γνωρίζει ότι η Μ.Ε.3 δυο ημέρες μετά θα ζητούσε από τον Εναγόμενο 1 να εκδώσει την επίδικη επιταγή, ότι ο τελευταίος θα την εξέδιδε και ότι η Μ.Ε.3 στις 16.03.2009 θα την οπισθογραφούσε και θα την κατέθετε στο λογαριασμό του. Κανείς συνετός άνθρωπος δεν θα ενεργούσε με αυτό τον τρόπο. Με βάση δε την κοινή λογική είναι πρόδηλο να σκεφτεί κάποιος ότι είναι πιθανό η πληρωμή του τιμήματος για την αγορά του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KVC805 να μην είχε καμιά σχέση με την έκδοση της επίδικης επιταγής και να συνδέθηκε εκ των υστέρων με αυτή, καλυπτόμενη με το μανδύα της συνεισφοράς της Μ.Ε.3, δηλ. του ανταλλάγματος στη βάση του οποίου η Μ.Ε.3 την οπισθογράφησε προς όφελος του Ενάγοντα. Νομίζω ότι αυτά τα ερωτήματα είναι και εύλογα και υπαρκτά. Το κρίσιμο βεβαίως ερώτημα που απασχολεί το δικαστήριο είναι εάν αυτοί οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα και της Μ.Ε.3 μπορούν να γίνουν πιστευτοί και αποδεκτοί από το δικαστήριο. Το πρόβλημα για την εκδοχή του Ενάγοντα είναι ότι για να γίνουν πιστευτοί οι ισχυρισμοί του θα πρέπει όχι μόνο να αγνοηθούν αυτά τα ερωτήματα και συνακόλουθα η κοινή λογική, αλλά και να υπερκερασθεί ταυτόχρονα το γεγονός ότι η μόνη απόδειξη αυτών των ισχυρισμών είναι ο λόγος του ίδιου και της Μ.Ε.3, δηλ. δυο συζύγων, που τότε, σύμφωνα με όσα είπαν, ήταν σε διάσταση, αλλά σήμερα συζούν και πάλι και που, έστω και αν βάλουμε στην άκρη την εναντίον της Μ.Ε.3 εκδοθείσα δικαστική απόφαση και τη μη λήψη μέτρων εκτέλεσής της μέχρι σήμερα, έχουν κάθε συμφέρον να υποστηρίξουν ο ένας την εκδοχή του άλλου. Ενισχυτική αυτής της αντίληψης του δικαστηρίου, σε σχέση ιδιαίτερα με την αξιοπιστία της Μ.Ε.3, νομίζω ότι είναι και η αξιολόγηση ενός άλλου εξίσου κρίσιμου ισχυρισμού της που είναι απόλυτα σχετικός με το έτερο επίδικο ζήτημα της υπόθεσης, δηλ. την ύπαρξη ή όχι ανταλλάγματος στην έκδοση της επιταγής από τον Εναγόμενο
  12. Και αυτό, γιατί σε σχέση με το θέμα αυτό η απάντηση της Μ.Ε.3, κατά την αντεξέτασή της, σε ερώτηση της ευπαίδευτης δικηγόρου του Εναγόμενου 1, εάν αυτός της χρωστά λεφτά ή όχι, ήταν «θα πω και ναι και όχι από τη στιγμή που είναι το θέμα του χωραφιού από τη στιγμή που θα το έπαιρνα πίσω άρα ούτε μου χρωστά ούτε του χρωστώ» και σε επόμενη ερώτηση εάν έδωσε οποιοδήποτε αντάλλαγμα στον Εναγόμενο 1 για να της δώσει τις €20.000.- απάντησε κατηγορηματικά «όχι» επιβεβαιώνοντας επί της ουσίας τους σχετικούς υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του Εναγόμενου
  13. Για να είμαι δίκαιος με τη Μ.Ε.3 σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα στην παρ. 9 του Τεκ. 3 ισχυρίζεται ότι η επίδικη επιταγή (και μια ακόμη για το ποσό των €22.500.-) της δόθηκε από τον Εναγόμενο 1 ως εξασφάλιση για την επαναμεταβίβαση ακίνητης περιουσίας της μητέρας της στην Επισκοπή της Πάφου (σχετικό με αυτό το ζήτημα είναι το περιεχόμενο του Τεκ. 6) . Το ίδιο υποστήριξε και κατά την κυρίως εξέταση και την αντεξέτασή της. Το πρόβλημα είναι ότι με τις προαναφερόμενες απαντήσεις της η Μ.Ε.3 έχει καταστήσει, εκ των πραγμάτων, εξαιρετικά δύσκολη την αποδοχή της ανωτέρω εκδοχής της, καθώς πρόκειται για εξαιρετικής σημασίας ζήτημα για την παρούσα υπόθεση. Η θέση του δικαστηρίου είναι ότι οι συγκεκριμένες διιστάμενες και ξεκάθαρα αντιφατικές θέσεις της Μ.Ε.3 σε σχέση με την ύπαρξη ή μη του ανταλλάγματος για την έκδοση της επίδικης επιταγής καθιστούν επισφαλή και συνακόλουθα απαγορευτική για το δικαστήριο την υιοθέτηση της εκδοχής της για την ύπαρξή του. Αλλωστε το περιεχόμενο του Τεκ. 6 δεν αποδεικνύει τίποτε περισσότερο από την υποβολή κάποιων δηλώσεων στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων για προτιθέμενες μεταβιβάσεις το 2004 και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά απόδειξη της ισχυριζόμενης συμφωνίας για επαναμεταβίβασή τους στη Μ.Ε.
  14. Επιπρόσθετα των πιο πάνω παρατηρήσεων η μαρτυρία της Μ.Ε.3 βρίθει γενικόλογων και αόριστων ισχυρισμών, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ότι ούτε για την ημερομηνία που της έδωσε την επιταγή ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να δώσει μια ακριβή και ξεκάθαρη απάντηση. Λαμβάνοντας δε πάντοτε υπόψη τη συζυγική της σχέση με τον Ενάγοντα και τη δικαστική απόφαση που εκκρεμεί εναντίον της, είναι ξεκάθαρο στη δική μου αντίληψη ότι προσήλθε στο δικαστήριο για να τον βοηθήσει στην έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου
  15. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η μαρτυρία του Ενάγοντα (Μ.Ε.2) απορρίπτεται στο σύνολό της, εκτός από τον ισχυρισμό του ότι δεν είχε άμεση δοσοληψία με τον Εναγόμενο 1, καθώς αυτός συνάδει και με τη μαρτυρία του Εναγόμενου
  16. Συνακόλουθα απορρίπτω τη μαρτυρία της Μ.Ε.3, εκτός από τον ισχυρισμό της ότι δεν έδωσε οποιοδήποτε αντάλλαγμα στον Εναγόμενο 1 για την επίδικη επιταγή, καθώς έχω πεισθεί, τόσο από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας του Ενάγοντα, όσο και από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 με την οποία στο ζήτημα αυτό συμπίπτει, ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οσον αφορά τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 παρατηρείται η διατύπωση ισχυρισμών στη γραπτή του δήλωση (Τεκ. 9), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με δικογραφημένους στην έκθεση υπεράσπισης ισχυρισμούς του και οι οποίοι κατά συνέπεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Πιο συγκεκριμένα:
  17. Στην παρ. 3 της έκθεσης υπεράσπισης δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 εξέδωσε την επιταγή υπό μορφή δανεισμού για την πληρωμή νοσηλίων της μητέρας της Μ.Ε.3 στο «Απολλώνιο Νοσοκομείο», με αντάλλαγμα (εξασφάλιση επί της ουσίας) (παρ. 4 Ε/Υ) την υπογραφή από τη Μ.Ε.3 γραμματίου συνήθους τύπου για ισόποσο ποσό με δικαιούχο τον Εναγόμενο
  18. Σε πλήρη αντίθεση με τους πιο πάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς στην παρ. 9 του Τεκ 3 ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι το οφειλόμενο ποσό των νοσηλίων ήταν €40.000.- και ότι είναι για αυτό το ποσό που του ζήτησε δάνειο η Μ.Ε.
  19. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις παρ. 4, 5 και 6 του Τεκ. 9 το αντάλλαγμα δεν ήταν η υπογραφή γραμματίου, αλλά η πώληση του αυτοκινήτου της Μ.Ε.3 μάρκας BMW X5 για το ποσό των €40.000.-, που απέτυχε διότι η Ελληνική Τράπεζα αρνήθηκε τη χρηματοδότηση της αγοράς του για αυτό το ποσό από τον Εναγόμενο 1 (παρ. 4). Η αποτυχία του συγκεκριμένου ανταλλάγματος οδήγησε στην αντικατάστασή του με εξασφάλιση της πληρωμής του ποσού της επιταγής με την υπόσχεση ότι η μητέρα της Μ.Ε.3 θα έσπαγε γραμμάτιο που είχε σε τραπεζικό ίδρυμα και θα το εξοφλούσε (παρ. 5) και ότι σε περίπτωση που αυτό δεν γινόταν, με την υπογραφή συμφωνίας πώλησης ακίνητης περιουσίας της Μ.Ε.3 στο Πωμό για ποσό του δανείου, πλέον κάποια ακίνητη περιουσία που είχε ο Εναγόμενος 1 στη Βουλγαρία και την οποία συμφώνησε με τη Μ.Ε.3 να ανταλλάξει με τα δικά της ακίνητα. Είναι προφανές ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, ως μη δικογραφημένοι. Είναι επίσης προφανές ότι οι προαναφερόμενοι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1 για το αντάλλαγμα για την έκδοση της επίδικης επιταγής παραμένουν αναπόδεικτοι.
  20. Η ίδια δικονομική αδυναμία παρατηρείται και στο πως και με ποιο τρόπο έμαθε ο Εναγόμενος 1 ότι εξαπατήθηκε από τη Μ.Ε.3 για το ζήτημα των νοσηλίων. Στην παρ. 7 της έκθεσης υπεράσπισης ο Εναγόμενος 1 δικογραφεί τον ισχυρισμό ότι αυτό το έμαθε σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη μητέρα της Μ.Ε.3, η οποία νοσηλευόταν στο Απολλώνιο. Σε πλήρη αντίθεση με τον ισχυρισμό αυτό ο Εναγόμενος 1 στην παρ. 8 του Τεκ. 9 ισχυρίζεται ότι την επισκέφθηκε στο Απολλώνιο ο ίδιος προσωπικά και μάλιστα περιγράφει με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο θα έλεγα, τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ τους Είναι κατανοητό πιστεύω ότι για τους ίδιους λόγους που εξήγησα ανωτέρω η μεν παρ. 8 του Τεκ. 9 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως μη δικογραφημένη, η δε παρ. 7 της Ε/Υ παραμένει αναπόδεικτη. Με το ίδιο σκεπτικό, στη βάση δηλ. της μη δικογράφησής τους, δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου και τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1 που περιέχονται στις παρ. 9, 10, 11, 12, 13, 17, 18, 19 και 20 του Τεκ.
  21. Κοντολογίς από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι η Μ.Ε.3 δεν του έδωσε οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την επίδικη επιταγή και κατά λογική συνέπεια αποδέχομαι και το συναφή ισχυρισμό του ότι εξαπατήθηκε από αυτή στην έκδοση της επιταγής, παρόλο που λόγω της διάστασης μεταξύ των ενόρκως προβαλλόμενων με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα για το ουσιαστικό περιεχόμενο της εξαπάτησης. Πέραν τούτου από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1, σε συνδυασμό με το κοινά αποδεκτό γεγονός, ότι η ανάκληση της επίδικης επιταγής έγινε στις 13.02.2009, μπορώ να αποδεχθώ, νομίζω με ασφάλεια, και τον ισχυρισμό του ότι η έκδοση της επίδικης επιταγής έγινε στις 13.02.2009 και όχι στις 16.02.2009 που διατείνεται ο Ενάγοντας στην έκθεση απαίτησής του. Τέλος αποδέχομαι τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 1, που συνάδει και με σχετικό ισχυρισμό του Ενάγοντα, τον οποίο έχω ήδη αποδεχθεί, ότι προσωπικά δεν είχε οποιαδήποτε δοσοληψία με τον Ενάγοντα ώστε να του οφείλει οποιαδήποτε χρήματα. Πραγματικά γεγονότα Τα αδιαμφισβήτητα συμπεράσματα που εξάγονται από τα όσα έχουν προαναφερθεί σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, λαμβανομένης υπόψη της προαναφερθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας κάθε πλευράς, είναι τα ακόλουθα: Στις 13.02.2009 ο Εναγόμενος 1 εξέδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 80408803 για το ποσό των €20.000.- με δικαιούχο την εξ' αποφάσεως πιστωτή (Μ.Ε.3) πληρωτέα στις 16.02.
  22. Την ίδια ημέρα, δηλ. στις 13.02.2009, ο Εναγόμενος 1 ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής. Η εξ' αποφάσεως πιστωτής, στη βάση ψευδών παραστάσεων, που δεν κατέστη δυνατό να διευκρινισθούν από την προσκομισθείσα μαρτυρία, εξαπάτησε τον Εναγόμενο 1 για να της εκδώσει την επιταγή και δεν του έδωσε οποιοδήποτε αντάλλαγμα για το ποσό της επιταγής. Στη συνέχεια οπισθογράφησε την επιταγή και στις 16.02.2009 την κατάθεσε σε λογαριασμό του Ενάγοντα στη ΣΟΕΔΥΚ ΛΤΔ, χωρίς να της δοθεί αντάλλαγμα από τον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος 1 δεν είχε οποιαδήποτε δοσοληψία με τον Ενάγοντα ώστε να του οφείλει οποιαδήποτε χρήματα. Εφαρμογή νομικών αρχών στα γεγονότα της υπόθεσης Ο δικαιούχος (payee) επιταγής τεκμαίρεται ως κάτοχος για αξία (holder for value), παρόλο που δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής (holder in due course). (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 3, σελ. 177, παρ. 294). Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ο κάθε κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως νομιμοποιημένος κομιστής, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η αποδοχή, έκδοση ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της επιταγής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία και φόβο, ή παρανομία, οπότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον κάτοχο να αποδείξει ότι είναι νομιμοποιημένος κομιστής, εκτός εάν και μέχρις ότου ο κάτοχος αποδείξει ότι, μετά από τον ισχυριζόμενο δόλο ή την παρανομία, έχει δοθεί με καλή πίστη αξία στην επιταγή. Στην Damalona Limited V Αχιλλέα Φεραίου Εισαγωγές-Εξαγωγές Λτδ, Πολ. Εφεση 342/08, ημερ. 17.06.2011 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «..Σε σχέση δε με πλέον απομακρυσμένα μέρη στη συναλλαγή (όχι δηλαδή μεταξύ των αμέσως ενδιαφερομένων - εκδότη («drawer») και κομιστή - («payee»), προς τον οποίο θα πληρωθεί η επιταγή, ή συναλλαγματική, χρειάζεται διπλή αντιπαροχή. Αυτή που ο εναγόμενος πήρε για την υποχρέωση που ανέλαβε και εκείνη που ο ενάγων έδωσε για τον τίτλο του. (Byles on Bills of Exchange and Cheques, 28η έκδοση, σελ. 226, παρ. 18 - 016)». Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα πραγματικά γεγονότα, ο Εναγόμενος 1 εξέδωσε την επιταγή επ' ονόματι της εξ' αποφάσεως πιστωτή στη βάση ψευδών παραστάσεων και χωρίς να πάρει κανένα αντάλλαγμα. Συνεπώς η επιταγή δεν λήφθηκε από την εξ' αποφάσεως πιστωτή για αξία (for value). Επομένως το τεκμήριο του άρθρου 30
(2)έχει ανατραπεί επιτυχώς από τον Εναγόμενο 1 και το βάρος απόδειξης έχει μετατοπισθεί στους ώμους του Ενάγοντα. Εφόσον δε ο Ενάγοντας δεν έχει αποδείξει, με αξιόπιστη μαρτυρία, ότι έδωσε αξία στην επιταγή μετά που κατέστη κομιστής της, με άλλα λόγια δεν έχει αποδείξει ότι έδωσε αντιπαροχή για τον τίτλο του, σημαίνει ότι δεν έχει επιτύχει να αποδείξει ότι είναι νομιμοποιημένος κομιστής της ή αλλιώς ότι την κατείχε για αξία. Ούτως ή άλλως στη βάση της Damalona (ανωτέρω), αφ' ης η στιγμής η επιταγή εκδόθηκε από τον Εναγόμενο 1 στην εξ' αποφάσεως πιστωτή χωρίς αντιπαροχή και εάν ακόμη ο Ενάγοντας αποδείκνυε ότι είχε δώσει αντάλλαγμα στην εξ' αποφάσεως πιστωτή η αγωγή του δεν είχε πιθανότητα επιτυχίας εναντίον του Εναγόμενου 1. Κατάληξη Καταληκτικά και με βάση το πιο πάνω σκεπτικό η αγωγή εναντίον του Εναγομένου 1 απορρίπτεται. Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται σε βάρος του Ενάγοντα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: έκδοση επιταγής - ανάκληση της πληρωμής της από τον εκδότη της - οπισθογράφηση - εκδότης - δικαιούχος - κομιστής και νομιμοποιημένος κομιστής - πότε ο κάτοχος επιταγής θεωρείται νομιμοποιημένος κομιστής της - μαχητό τεκμήριο άρθρου 30 του Κεφ. 262 - σε ποιες περιπτώσεις ανατρέπεται - πότε είναι αναγκαία η ύπαρξη διπλής αντιπαροχής για τη στοιχειοθέτηση αγώγιμου δικαιώματος) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.