← Κύπρος

Α/ΦΟΙ ΚΟΚΟΥ ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. Κωστάκη Κωνσταντίνου , Αρ. Αγωγής: 1645/2007, 3/4/2012

Α/ΦΟΙ ΚΟΚΟΥ ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. Κωστάκη Κωνσταντίνου , Αρ. Αγωγής: 1645/2007, 3/4/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ.Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1645/2007 Μεταξύ: Α/ΦΟΙ ΚΟΚΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ από τη Πάφο Εναγόντων και Κωστάκη Κωνσταντίνου από την Πάφο Εναγόμενου ------------------- Ημερομηνία: 3 Aπριλίου 2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: Για να ακούσει την απόφαση κα Πέτρου για κ. Κορακίδη Για Εναγόμενους: Για να ακούσει την απόφαση κος Ιωάννου για κ. Αλεξάνδρου ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση οι Ενάγοντες όπως εκτίθεται στην τροποποιημένη με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 22.2.2011 Έκθεση Απαίτησης τους, αξιώνουν από τον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.729.00 ήτοι €1.245,57, δυνάμει αξίας ελαστικών οχημάτων τα οποία επώλησαν και παρέδωσαν στον Εναγόμενο δυνάμει δύο τιμολογίων, ήτοι του τιμολογίου με αριθμό 0915 ημερ. 17.9.1999 για το ποσό των Λ.Κ.383,40, ήτοι €655,08 και του τιμολογίου με αριθμό 0955 ημερ. 29.11.1999 για το ποσό των Λ.Κ.345,60, ήτοι €590,49, τα οποία ο Εναγόμενος αναγνωρίζοντας το χρέος του υπέγραψε. Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων ότι όχλησαν επανειλημμένως τον Εναγόμενο για να εξοφλήσει την οφειλή του δυνάμει των εν λόγω τιμολογίων, πλην όμως αυτός αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να πράξει τούτο με επακόλουθο την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση του παραδέχεται ότι οι Ενάγοντες του πώλησαν και του παρέδωσαν τα ελαστικά οχημάτων και την αξία των τιμολογίων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και ότι υπέγραψε τα εν λόγω τιμολόγια, πλην όμως ισχυρίζεται ότι λόγω του ότι αυτά ήταν ελαττωματικά και/ή ακατάλληλα για χρήση για τον σκοπό που είχαν αγοραστεί, οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην διεκδίκηση του εις την τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης αξιούμενου ποσού. Περαιτέρω είναι ισχυρισμός του Εναγομένου ότι είναι ο ίδιος που κάλεσε επανειλημμένως τους Ενάγοντες να του αντικαταστήσουν τα ελαττωματικά ελαστικά πλην όμως αυτοί παρά τις δοθείσες υποσχέσεις δεν έπραξαν κάτι τέτοιο. Εν κατακλείδι ο Εναγόμενος ζητεί την απόρριψη της αγωγής ως νόμω και ουσία αβασίμου. Οι Ενάγοντες προς απόδειξη της υπόθεσης τους κάλεσαν ένα μάρτυρα τον κ. Χριστάκη Κόκου (Μ.Ε.1), ο δε Εναγόμενος έδωσε μαρτυρία ο ίδιος προσωπικά σαν Μ.Υ.

  1. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε σαν Τεκμήριο 1 το τιμολόγιο υπ΄ αριθμό 0915 ημερ. 17.9.1999 και σαν Τεκμήριο 2 το τιμολόγιο υπ΄ αριθμό 0955 ημερ. 29.11.1999 καθώς επίσης και την γραπτή ενυπόγραφη δήλωση του σαν Τεκμήριο Γ.Δ.
  2. Ο Εναγόμενος, Μ.Υ.1, κατέθεσε σαν Τεκμήριο την γραπτή ενυπόγραφη δήλωση του Τεκμήριο Γ.Δ.
  3. Επίσης κατόπιν σχετικών δηλώσεων έγιναν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο σαν παραδεκτά γεγονότα και μαρτυρία για τους σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας τα πιο κάτω: (α) Στις 28.1.2011 το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου σαν Τεκμήριο Τ. Έγγραφο Α ήτοι: «ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ:
  4. Η εταιρεία Α/ΦΟΙ ΚΟΚΟΥ & YIOI ΛΙΜΙΤΕΔ (Ενάγουσα εταιρεία) με αριθμό HE58751 με ημερ. σύστασης 7/12/1993, είναι νομότυπα εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών.
  5. Ο κ. Χριστάκης Κόκου είναι ένας εκ των Διευθυντών της ενάγουσας εταιρείας.
  6. Το τιμολόγιο υπ΄ αριθμό 0915 ημερ. 17.9.99 το οποίο εκδόθηκε από την Ενάγουσα εταιρεία προς τον Εναγόμενο για το ποσό των ΛΚ383,40 ισόποσο σε €655,
  7. Το τιμολόγιο υπ΄ αριθμό 0955 ημερ. 29.11.99 το οποίο εκδόθηκε από την Ενάγουσα εταιρεία προς τον Εναγόμενο για το ποσό των ΛΚ345,60 ισόποσο σε €590,49». (β) Με δήλωση που έγινε από τους δύο συνηγόρους, Εναγόντων και Εναγομένου, στις 5.4.2011, έγινε παραδεκτό γεγονός και μαρτυρία για τους σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας η πιο κάτω δήλωση: «Η ημερομηνία πώλησης των ελαστικών και η έκδοσης του σχετικού τιμολογίου 0955 έγιναν στις 29.11.1999.» Μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Η γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του Εναγομένου κατατέθηκε και σημειώθηκε σαν έγγραφο Γ.Α.2, αντίγραφο έδωσε στο συνήγορο των Εναγόντων, την οποία ανέγνωσε και με δηλώσεις από αμφότερους τους συνηγόρους αυτή κατέστη ως αναγνωσθείσα και ενώπιον του Δικαστηρίου. Η γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόντων κατατέθηκε και σημειώθηκε σαν έγγραφο Γ.Α.1, αντίγραφο έδωσε στο συνήγορο του Εναγομένου, την οποία ανέγνωσε και με δηλώσεις από αμφότερους τους συνηγόρους αυτή κατέστη ως αναγνωσθείσα και ενώπιον του Δικαστηρίου. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων των δύο συνηγόρων έχει ληφθεί υπόψη στο σύνολο του και δεν κρίνω σκόπιμο να παρατεθεί αυτολεξεί για τους σκοπούς της παρούσας. Η συνήγορος του Εναγομένου στη δική της αγόρευση επικαλούμενη την αμεσότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια του Εναγομένου κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, εισηγείται ότι οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν για την ελαττωματικότητα των πωληθέντων ελαστικών και ενόψει των προνοιών του άρθρου 16

(2)του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου του 1994, λόγω του ότι τα πωληθέντα ελαστικά θα έπρεπε να ήταν αποδεκτής ποιότητας και δεν ήταν, δυνάμει σιωπηρού ουσιώδη όρου σε κάθε σύμβαση πώλησης η αξίωση των Εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος τους. Όλες τις θέσεις της βασικά στηρίζει στην αξιοπιστία του Εναγόμενου σε αντίθεση, ως η εισήγηση της, με την από μέρους του μάρτυρος των Εναγόντων μη ικανοποιητική μαρτυρία και στο αναξιόπιστο αυτής. Επισημαίνω ότι η συνήγορος του Εναγομένου δεν έχει δικαιολογήσει με σχετικές αναφορές ή επισημάνσεις γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει σαν αξιόπιστο τον Εναγόμενο και να αποδεκτεί στην ολότητα τη μαρτυρία του, ενώ από την άλλη θα πρέπει να απορρίψει τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, διευθυντή των Εναγόντων. Καμία παραπομπή σε αντίφαση, κενό ή ασάφεια δεν έχει επισημανθεί στη μαρτυρία του Μ.Ε.
  1. Ο συνήγορος των Εναγόντων στη δική του αγόρευση επικαλούμενος τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, την οποία χαρακτήρισε ως απόλυτα φυσική και αναντίλεκτη εισηγείται ότι αυτοί απέδειξαν την υπόθεση τους. Αντίθετα, εισηγείται, ο Εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αφού η μαρτυρία του ήταν επιπόλαια και σε αρκετά σημεία οι ισχυρισμοί του συγκρούοντο με την εκδοχή την οποία προβάλλει στην υπεράσπιση του. Ακόμα εισηγείται ότι οι ισχυρισμοί του Εναγομένου είναι αλληλοσυγκρουόμενοι και δεν έχουν έρεισμα στη λογική, επισημαίνοντας ειδικότερα πως η θέση του Εναγομένου ότι οι Ενάγοντες αποδεχόμενοι ότι τα ελαστικά που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια ήταν ελαττωματικά, αντικατέστησαν δύο εξ αυτών και εξέδωσαν τιμολόγιο με μηδενικό υπόλοιπο, δεν μπορεί να ευσταθήσει. Αυτό διότι και αν ακόμα ο ισχυρισμός αυτός ανταποκρίνετο στην αλήθεια τότε η λογική υπαγορεύει πως θα έπρεπε τουλάχιστον να πληρωθούν τα δύο ελαστικά που είχαν αντικατασταθεί και επίσης αυτά να χρησιμοποιηθούν και όχι να τα αφήσει ο Εναγόμενος στο γραφείο του. Περαιτέρω ο συνήγορος των Εναγόντων παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, εισηγείται ότι από τη μαρτυρία του Εναγομένου δεν μπορεί να υποστηριχθεί ο ισχυρισμός περί ελαττωματικότητας των πωληθέντων ελαστικών και ακόμα ότι στην απουσία ισχυρισμού από πλευράς του περί τερματισμού της συμφωνίας αγοράς, αυτός δεν δύναται να αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση της εν λόγω συμφωνίας. Εν κατακλείδι είναι η θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να αποδεικνύει ή να δικαιολογεί τους ισχυρισμούς του Εναγομένου περί ελαττωματικότητας των ελαστικών αλλά ούτε και μαρτυρία που να στηρίζει αξίωση για μείωση ή εξάλειψη του τιμήματος ως προνοείται στα άρθρα 16 και 60 του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου του
  2. Εισηγείται δε ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν την αξίωση τους και γι΄ αυτό δικαιολογείται η έκδοση απόφασης προς όφελος τους ως η Έκθεση Απαίτησης. Μαρτυρία: Σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά, ή και να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, γι΄ αυτό θα προχωρήσω να εκθέσω όσον είναι δυνατό περιεκτικά την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, όμως κατά την αξιολόγηση θα έχω υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας ως είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και όχι ως θα εκτεθεί περιληπτικά (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο Μ.Ε.1 στην κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε σαν μέρος αυτής γραπτή ενυπόγραφη δήλωσή του, την οποία κατέθεσε και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Γ.Δ.1, το περιεχόμενο του οποίου ανέγνωσε. Στην γραπτή του δήλωση Τεκμήριο Γ.Δ.1, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: Είναι ένας εκ των διευθυντών των εναγόντων και γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Κατά η περί την 17/9/99 και 29/11/09 στην Πάφο οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στον Εναγόμενο διάφορα είδη ελαστικών έναντι του συνολικού ποσού των £729,00 ισόποσο σε €1245,57 σ. Για τα πιο πάνω οι Ενάγοντες εξέδωσαν το τιμολόγιο ημερομηνίας 17/9/99 με αριθμό 0915 για το ποσό των £383,40 ισόποσο σε €655,08 και το τιμολόγιο ημερομηνίας 29/11/2009 με αριθμό 0955 για το ποσό των £345,60 ισόποσο σε €590,49σ, που αφορούσαν τις πιο πάνω αγορές. Τα πιο πάνω τιμολόγια υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο ο οποίος αναγνώρισε το χρέος του προς τους Ενάγοντες. Παρά τις επανειλημμένες του οχλήσεις προς τον Εναγόμενο για πληρωμή του χρέους του και παρά τις συνεχείς υποσχέσεις του για εξόφληση των πιο πάνω τιμολογίων, ο Εναγόμενος παρέλειψε να το εξοφλήσει. Ο Εναγόμενος ουδέποτε παραπονέθηκε για τα ελαστικά ότι ήταν ελαττωματικά και/ή προβληματικά και/ή ακατάλληλα για χρήση και ουδέποτε ο εναγόμενος επέστρεψε τα ελαστικά στους Ενάγοντες με την πιο πάνω δικαιολογία. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου στην υπεράσπιση του περί ελαττωματικότητας ή ακαταλληλότητας των ελαστικών είναι ψευδής. Περαιτέρω διευκρίνισε ότι στις παραγράφους 2 και 3 του Τεκμηρίου Γ.Δ.1 αναφορά στην ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου 0955 σε 29.11.09, οφείλετο σε τυπογραφικό λάθος αφού η ημερομηνία του εν λόγω τιμολογίου είναι η 29.11.
  1. Ακόμα απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήσεις του συνηγόρου των Εναγόντων ανέφερε ότι είχε στην κατοχή του τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση τιμολόγια με αριθμό 0915 ημερ. 17.9.1999 και 0955 ημερ. 29.11.1999 τα οποία κατέθεσε σαν Τεκμήρια Τ.1 και Τ.2 αντίστοιχα. Ο Μ.Ε.1 στην αντεξέταση του απαντώντας σε υποβολές και ερωτήσεις ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: Ότι ουδέποτε του αναφέρθηκε είτε τηλεφωνικά, είτε προφορικά, είτε γραπτώς από τον Εναγόμενο ότι τα πωληθέντα και παραδοθέντα ελαστικά ήταν ελαττωματικά ή ακατάλληλα και εν πάση περιπτώσει ουδέποτε του επιστράφηκε ή παραδόθηκε ακατάλληλο ελαστικό. Επίσης σε καμία περίπτωση δεν έδωσε δωρεάν στον Εναγόμενο δύο ελαστικά αφού αν εγίνετο κάτι τέτοιο οι Ενάγοντες θα εξέδιδαν τιμολόγιο παραχώρησης δωρεάν των ελαστικών έτσι ώστε να τους επιστρεφόταν τουλάχιστον ο Φ.Π.Α. Συνεπώς ήταν αδύνατο να του επέστρεφαν οι Ενάγοντες ελαστικά χωρίς την έκδοση τιμολογίου. Οδηγίες δε για καταχώρηση της παρούσας αγωγής έδωσαν προς το δικηγόρο τους λίγες μέρες πριν να καταχωρηθεί, ήτοι μετά από μεσολάβηση 8 χρόνων από τον χρόνο που πωλήθηκαν τα ελαστικά και τούτο διότι επικοινωνούσε συνέχεια μαζί με τον Εναγόμενο για να εξοφλήσει, πλην όμως αυτός του έλεγε ότι θα φρόντιζε να πωλήσει την εταιρεία του και στη συνέχεια θα τους εξοφλούσε. Διευκρίνισε δε ότι όταν έμαθε πως όντως πώλησε την εταιρεία του ο Εναγόμενος και εξακολουθούσε να μην πληρώνει το οφειλόμενο ποσό, τον ενόχλησε και πάλι και η απάντηση του ήταν πως θα πωλούσε ένα ακίνητο η μητέρα του και με τα λεφτά που θα εισπράττοντο θα τον εξοφλούσε. Παρά το ότι είχε πωληθεί το εν λόγω ακίνητο και πάλι ο Εναγόμενος δεν εξόφλησε το χρέος του προς τους Ενάγοντες και ενόψει αυτών των γεγονότων παρατηρήθηκε η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής. Σε ερώτηση για το αν προς εξόφληση του ποσού των €1.245,57 που του χρωστούσε ο Εναγόμενος έπρεπε να πωληθεί η εταιρεία του και το ακίνητο της μητέρας του, απάντησε ότι αυτό δεν το γνωρίζει ο ίδιος αφού έτσι του έλεγε ο Εναγόμενος. Σε υποβολή ότι είναι ο Εναγόμενος που τον όχλησε και όχι αντίστροφα και αυτό για να τους πει ότι τα ελαστικά ήταν ελαττωματικά διαφώνησε. Σε ερώτηση γιατί οι Ενάγοντες πώλησαν και άλλα ελαστικά στον Εναγόμενο αφού δεν είχαν πληρωθεί αυτά που αναγράφοντο στο τιμολόγιο ημερ. 17.9.1999, Τεκμήριο 1, ήτοι τα ελαστικά του Τεκμηρίου 2, απάντησε ότι τα ελαστικά των δύο τιμολογίων δεν ήταν τα μοναδικά που είχαν πωλήσει στον Εναγόμενο διότι είχαν συνεργασία μαζί του με τήρηση σχετικού λογαριασμού και κατά καιρούς εξοφλούσε τιμολόγια ή άλλοτε πλήρωνε έναντι του λογαριασμού. Τα ελαστικά που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια ήταν τα τελευταία που του είχαν πωλήσει και ο Εναγόμενος τα άφησε απλήρωτα. Σε υποβολή ότι τα ελαστικά των δύο τιμολογίων ήταν ελαττωματικά, απάντησε ότι αν όντως τα ελαστικά αυτά ήταν ελαττωματικά ή και ακατάλληλα ο Εναγόμενος όφειλε να του τα επιστρέψει ή να στείλει μία επιστολή με την οποία να αναφέρει ότι ήταν ακατάλληλα οπόταν σε τέτοια περίπτωση ερχόταν ο τεχνικός του εργοστασίου κατασκευής τους κάθε 1 ½ - 2 μήνες και έκανε επιθεωρήσεις, οπότε αν υπήρχαν προβληματικά ελαστικά θα εξετάζοντο. Όμως αυτό δεν έγινε και ούτε ο Εναγόμενος του επέστρεψε οποιαδήποτε ελαστικά που να αποδεικνύουν ότι ήταν ακατάλληλα. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι τα χιλιόμετρα που μπορούσαν να διανύσουν τα ελαστικά που πώλησαν οι Ενάγοντες στον Εναγόμενο ήταν συνάρτηση διαφόρων παραγόντων ήτοι εάν το ελαστικό τοποθετηθεί σε ένα λεωφορείο το οποίο κάνει δρομολόγια μέσα στην πόλη θα διανύσει πολύ περισσότερα χιλιόμετρα παρά ένα ελαστικό που τοποθετείται σε φορτηγό αυτοκίνητο που μεταφέρει βαρύ φορτίο σε μεγάλες αποστάσεις. Γι΄ αυτό δεν μπορούσε να πει πόσα ακριβώς χιλιόμετρα μπορούσαν να διανύσουν τα πωληθέντα προς τον Εναγόμενο ελαστικά αφού τούτο εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Τα συγκεκριμένα δε ελαστικά ήταν μάρκας: (α) Tου τιμολογίου 0955 δύο ελαστικά μάρκας COMET. (β) Του δε τιμολογίου 0915 δύο ελαστικά μάρκας COMET και ένα ελαστικό μάρκας TREΝTA. Ο Εναγόμενος, Μ.Υ.1, στην κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε σαν μέρος αυτής γραπτή ενυπόγραφη δήλωσή του, την οποία κατέθεσε και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Γ.Δ.2, το περιεχόμενο του οποίου ανέγνωσε. Στην γραπτή του δήλωση Τεκμήριο Γ.Δ.2, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: Γύρω στις 17/9/1999 και 29/11/1999 αγόρασε από τους Ενάγοντες διάφορα είδη ελαστικών έναντι του συνολικού ποσού των ΛΚ 729,00, ήτοι το αντίστοιχο ποσό σε €1.245,
  2. Τα ελαστικά τα οποία του παρέδωσαν οι Ενάγοντες ήταν ελαττωματικά και προβληματικά πράγμα το οποίο οι Ενάγοντες γνώριζαν και είχαν αναλάβει και του είχαν υποσχεθεί ότι θα τα αντικαθιστούσαν. Για τα πιο πάνω ελαστικά οι Ενάγοντες εξέδωσαν το τιμολόγιο ημερομηνίας 17/9/1999 με αριθμό 0915 για το ποσό των ΛΚ 383,40 το αντίστοιχο ποσό σε €655,08 και το τιμολόγιο ημερομηνίας 29/11/1999 με αριθμό 0955 για το ποσό των ΛΚ 345,60 το αντίστοιχο ποσό σε €590,49 τα οποία και υπέγραψε, όμως τα ελαστικά ήταν ελαττωματικά και προβληματικά και ακατάλληλα για χρήση και για τον σκοπό που τα αγόρασε. Κάλεσε κατ' επανάληψη τους Ενάγοντες να αντικαταστήσουν τα ελαστικά που του πώλησαν και του παρέδωσαν και παρά τις υποσχέσεις που του είχαν δώσει δεν το έχουν πράξει μέχρι σήμερα. Ο Διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας όταν τον ενημέρωσε ότι τα ελαστικά που του πώλησαν ήταν ελαττωματικά και ακατάλληλα για χρήση πήγε στο γραφείο που διατηρούσε και του άφησε εις αντικατάσταση δύο ελαστικά τα οποία δεν αποδέχτηκε και ούτε χρησιμοποίησε. Περαιτέρω οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην διεκδίκηση του ποσού που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης καθ' ότι τα σχετικά τιμολόγια τα υπέγραψε για εμπορεύματα που ήταν ελαττωματικά και προβληματικά και ακατάλληλα για χρήση. Η αγωγή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και ζητά από το Σεβαστό Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή και να καταδικάσει τους Ενάγοντες στα έξοδα. Απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήσεις του συνηγόρου του ανέφερε ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι τα ελαστικά που του είχαν πωλήσει ήταν ελαττωματικά διότι τους ενημέρωσε τηλεφωνικά και γι΄ αυτό τον επισκέφθηκε στο γραφείο του ο διευθυντής τους, Μ.Ε.1, στον οποίο εξήγησε τα προβλήματα που είχαν. Συγκεκριμένα το πρόβλημα που παρουσιάστηκε στα πωληθέντα ελαστικά ήταν όχι στο πέλμα τους αλλά στο σκελετό τους. Συγκεκριμένα «ετσάκραν» ο σκελετός κοντά στο ριμς και τούτο διότι πιστεύει πως ήταν σκουριασμένο το ελαστικό διότι η ποιότητα τους δεν ήταν καλή αφού κατασκευάζοντο στη Γιουγκοσλαβία και πρέπει να εισήχθηκαν στην Κύπρο μετά από αρκετό χρονικό διάστημα από την κατασκευή τους. Ο Μ.Υ.1 στην αντεξέταση του απαντώντας σε υποβολές και ερωτήσεις του συνηγόρου των Εναγόντων, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: Σε ερώτηση γιατί δεν αναφέρει στην Έκθεση Υπεράσπισης του τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 5 της γραπτής του δήλωσης, Τεκμήριο Γ.Δ.2, απάντησε ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης του αναφέρει πως οι Ενάγοντες του έφεραν δύο ελαστικά για αντικατάσταση των ελαττωματικών αλλά δεν τα αποδέχτηκε αυτός αφού ήταν της ίδιας μάρκας και θα είχαν τα ίδια προβλήματα. Σε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια για το συγκεκριμένο ζήτημα, απάντησε ότι αυτή ήταν η θέση του από την αρχή. Τους Ενάγοντες τους ενημέρωσε και τους κάλεσε να αντικαταστήσουν τα ελαστικά που του παρέδωσαν γιατί ήταν ελαττωματικά μέσω του διευθυντή τους του κ. Χριστάκη Κόκου (Μ.Ε.1), ο οποίος τότε ήταν κυβερνητικός υπάλληλος στο Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου που ήταν σχεδόν απέναντι από το δικό του το γραφείο. Όσον αφορά για το πότε διαπίστωσε ότι τα ελαστικά που του παρεδόθησαν ήταν ελαττωματικά, ανέφερε ότι τούτο έγινε όταν είχε περάσει περίοδος 4-6 μηνών από την παραλαβή τους. Συγκεκριμένα το αντιλήφθηκε και το συνειδητοποίησε από τις ζημιές που είχαν υποστεί τα ελαστικά με επακόλουθο τα αυτοκίνητα τους να μένουν στο δρόμο λόγω αυτών των ελαττωμάτων. Τούτο έγινε όχι μία ή δύο φορές αλλά αρκετές φορές. Όταν δε το συνειδητοποίησε το ανέφερε στον κ. Χριστάκη Κόκου και του είπε πως δεν θα του πληρώσει άλλα τιμολόγια πέραν από αυτά που του είχε ήδη πληρώσει και πρόσθετα τον ενημέρωσε πως είχε πρόθεση να του κινήσει και αγωγή, όμως δεν το έπραξε διότι δεν τον άφησε ο πατέρας του που ήταν θείος του κ. Κόκου και ο οποίος θεωρούσε ντροπή να προχωρήσει με αγωγή. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα με αποτέλεσμα να περάσουν 7 χρόνια και να καταστραφούν τα Τεκμήρια και στη συνέχεια να κινήσουν οι Ενάγοντες την αγωγή. Διευκρίνισε δε πως όταν ανέφερε ότι καταστράφηκαν τα Τεκμήρια εκείνο το οποίο εννοούσε ήταν ότι είχαν «κρεπάρει» (σκάσει) τα ελαστικά και γι΄ αυτό όταν ο κ. Κόκου του έφερε δύο άλλα ελαστικά για ανταλλαγή του παρουσίασε ένα δεύτερο τιμολόγιο στο οποίο ανέγραφε σαν τιμή «00». Όταν δε ρώτησε το Φόρο Εισοδήματος για πόσο χρονικό διάστημα πρέπει να φυλάττει τις αποδείξεις εξόδων, του είχαν πει ότι αυτό έπρεπε να γίνεται για εφτά χρόνια και μετά να τις καταστρέφει, αυτός δε είναι και ο λόγος που δεν έχει στην κατοχή του το τιμολόγιο αντικατάστασης των ελαττωματικών ελαστικών. Σε υποβολή ότι δεν λέει την αλήθεια και ότι τα ελαστικά που του πώλησαν οι Ενάγοντες δεν είχαν οποιοδήποτε ελάττωμα ή πρόβλημα, απάντησε ότι λέει την αλήθεια και ότι εάν τα ελαστικά ήταν καλής ποιότητας τότε θα συνέχιζε να χρησιμοποιά την ίδια μάρκα. Σε υποβολή ότι οι Ενάγοντες ούτε γνώριζαν ούτε και είχαν αναλάβει τη δέσμευση να αντικαταστήσουν τα εν λόγω ελαστικά, απάντησε ότι το εγνώριζαν, κάτι που προκύπτει και από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ο οποίος ανέφερε ότι επανειλημμένως τον ενοχλούσε. Σε άλλη υποβολή ότι ο διευθυντής των Εναγόντων ουδέποτε τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του άφησε δύο ελαστικά σε αντικατάσταση των κατ΄ ισχυρισμό ελαττωματικών τα οποία ο ίδιος όπως ισχυρίστηκε δεν τα αποδέχτηκε και ούτε τα χρησιμοποίησε, απάντησε ότι αυτό που είπε έτσι είχε γίνει. Σε διευκρινιστική ερώτηση από το Δικαστήριο αν το τιμολόγιο στο οποίο αναγραφόταν «00» του είχε δοθεί για τα δύο ελαστικά που κατ΄ ισχυρισμό του είχε δώσει ο διευθυντής των Εναγόντων σε αντικατάσταση των ελαττωματικών, απάντησε ότι πήρε τα δύο ελαστικά δωρεάν και το τιμολόγιο, πλην όμως δεν τα χρησιμοποίησε. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα αλλα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας αυτά κατά νού και με κριτήριο την όλη συμπεριφορά και στάση των ενώπιον μου κληθέντων μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καθώς επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με το περιεχόμενο των τεκμηρίων της υπόθεσης, θα ακολουθήσει η αξιολόγηση τους. Προτού όμως προχωρήσω στην αξιολόγηση των μαρτύρων της παρούσας υπόθεσης και ανοίγοντας μία μικρή παρένθεση, επισημαίνω ότι όπως πλειστάκις έχει αναφερθεί, μαρτυρία η οποία εδόθη ενώπιον Δικαστηρίου η οποία εκφεύγει και δεν καλύπτεται από τις έγγραφες προτάσεις, ήτοι δεν είναι δικογραφημένη, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Βλέπε υποθέσεις Ανδρέας Φεττάς v. Ελίνας Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 288 και επόμενες και ειδικότερα στις σελίδες 290 και 291, στις οποίες αναφέρονται τα εξής: «Στη διάρκεια της ακρόασης οι διάδικοι όχι μόνο δεν περιορίστηκαν στην απόδειξη των ισχυρισμών τους, όπως προβάλλονταν στα δικόγραφα, αλλά και η μαρτυρία τους επετράπη από το δικαστήριο να είναι αντίθετη προς αυτά. Τούτο οδήγησε το δικαστήριο πάνω σε εσφαλμένη διαδικαστικά πορεία και αναπόφευκτα σε σύγχυση των επίδικων ζητημάτων. Δεν προτιθέμεθα να παραθέσουμε σε έκταση τη μαρτυρία, γιατί το συνακόλουθο αποτέλεσμα της έφεσης είναι να διαταχθεί η επανεκδίκαση της υπόθεσης. Περιοριζόμαστε μόνο να αναφερθούμε στο βασικό στοιχείο που διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου δικαστηρίου, που όφειλε να περιορίσει τα επίδικα ενώπιον του ζητήματα όπως αυτά είχαν εκτεθεί στα δικόγραφα.» Επί του ιδίου ζητήματος σχετική είναι και η απόφαση που δόθηκε στην Πολιτική Έφεση αρ. 369/2008, ημερομηνίας 17.6.2011, Λούης Κωνσταντίνου v. APOLLO INVESTMENT FUND LTD και η απόφαση στην υπόθεση Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 Β Α.Α.Δ. 826. Στην τελευταία υπόθεση, στις σελίδες 835 και 836, όπου επαναλαμβάνονται οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας αποσπάσματα από παλαιότερές του αποφάσεις, επισημαίνει τα εξής: «Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική μέσα στα πιο κάτω πλαίσια. "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." ..................................... "Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134, HjiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82)." .................................... Στην παρούσα περίπτωση έχουμε διαπιστώσει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν περιορίστηκε στην εξέταση των επίδικων θεμάτων όπως αυτά καθορίζονταν από τη σχετική δικογραφία, αλλά προχώρησε στην εξέταση και θεμάτων που δεν καλύπτονταν από το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης κατά παράβαση των πιο πάνω αρχών που έχουμε αναφέρει. Στην πραγματικότητα δόθηκε η ευκαιρία στον εφεσίβλητο να προβάλει τους λόγους της υπεράσπισης του χωρίς να τους έχει προβάλει στην Έκθεση Υπεράσπισης του, πράγμα ανεπίτρεπτο στο αντιπαραθετικό μας σύστημα διεξαγωγής της δίκης. (Βλ. Christodoulou v. Sofroniou
(1987)1 C.L.R. 441). Άνκαι στην παρούσα περίπτωση η μαρτυρία εκτός δικογράφων φαίνεται ότι είχε δοθεί χωρίς να εγερθεί ένσταση και ο εφεσείων θα μπορούσε να ζητήσει περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, κρίνουμε ότι τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου βασίστηκαν πάνω σε μαρτυρία που δεν έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή.» Συνακόλουθα μαρτυρία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση η οποία δεν καλύπτεται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα ανωτέρω προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας. Ο Μ.Ε.1, διευθυντής των Εναγόντων, μου έκανε εξαιρετική εντύπωση σαν μάρτυρας. Ήταν σαφής, κατηγορηματικός και θετικός κατά τις απαντήσεις του μεταφέροντας κρίνω με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο τα γεγονότα που έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση και τα οποία ο ίδιος βίωσε και είχε προσωπική γνώση. Δεν περιέπεσε σε καμία αντίφαση και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης αφού δεν διαφοροποίησε σε κανένα σημείο όσα έχει αναφέρει στην κυρίως εξέταση του. Περαιτέρω τα όσα ανέφερε συνάδουν και ταυτίζονται πλήρως με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων, με τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθέντα Τεκμήρια από τον ίδιο, Τεκμήρια 1 και 2, αλλά και με τα αποδεκτά γεγονότα. Ακόμη εδωσε μία απόλυτα λογική εξήγηση γιατί δεν ήταν δυνατό να γίνει αποδεκτή η θέση και η υποβολή της συνηγόρου του Εναγομένου ότι αποδεχόμενος την ελαττωματικότητα των πωληθέντων ελαστικών αντικατέστησε δύο εξ αυτών δωρεάν εκδίδοντας προς τούτο και σχετικό τιμολόγιο με ένδειξη «00». Όπως εξήγησε αυτό ήταν αδύνατο να γίνει αφού οι Ενάγοντες σαν εταιρεία εγγεγραμμένη στον έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 1 και 2, για να προβούν σε μια τέτοια ενέργεια θα έπρεπε τουλάχιστον να διεκδικούσαν επιστροφή του Φ.Π.Α., θέση για την οποία δεν αμφισβητήθηκε. Ακόμη με μια απόλυτα λογική θέση επεξήγησε πως αν του γινόταν παράπονο από τον Εναγόμενο για την ποιότητα των πωληθέντων ελαστικών δυνάμει των επιδίκων τιμολογίων τότε δεν θα είχε κανένα πρόβλημα εφόσον του παραδίδοντο να τα θέσει προς εξέταση της ποιότητας τους στον τεχνικό που επισκεπτόταν την Κύπρο από το εργοστάσιο κατασκευής τους κάθε 1 ½ με 2 μήνες. Επίσης με αρκετά σαφή και κατηγορηματικό τρόπο επεξήγησε ότι το πόσα χιλιόμετρα μπορεί να διανύσει ένα ελαστικό οχήματος εξαρτάται από διάφορους παράγοντες που έχουν πρώτιστα σχέση με την χρήση τους, το είδος του οχήματος, το φορτίο που φέρει το όχημα αλλά και τις αποστάσεις που το όχημα διανύει με βαρύ φορτίο. Μια εξήγηση απόλυτα εύλογη την οποία αποδέχομαι και σαν θέμα κοινής λογικής. Ακόμη σε σχέση με την μεγάλη καθυστέρηση στην λήψη δικαστικών μέτρων για διεκδίκηση της αξίας των πωληθέντων ελαστικών εναντίον του Εναγομένου, αποδέχομαι τον λόγο της τοιαύτης καθυστέρησης που έδωσε ο Μ.Ε.1 αφού τα όσα είπε περί υποσχέσεων εξόφλησης του οφειλομένου ποσού ουσιαστικά δεν έχουν αμφισβητηθεί από την αντεξέταση. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω τον Μ.Ε.1 σαν μάρτυρα της αλήθειας και αποδέχομαι στην ολότητα τους τα όσα έχει αναφέρει. Ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας αφού η όλη του προσπάθεια επικεντρώθηκε όχι στο να αποδείξει, αφού δεν προσκόμισε καθόλου προς τούτο μαρτυρία, τι είδους ελάττωμα είχαν τα πωληθέντα ελαστικά αλλά στο να αποδείξει την αποδοχή της ελαττωματικότητας τους και την αντικατάσταση από τους Ενάγοντες δύο εξ αυτών με την έκδοση μάλιστα τιμολογίου που όπως χαρακτηριστικά ανέφερε σημειώθηκε σε αυτό η ένδειξη σαν τιμή πώλησης «00». Ακόμα απέδωσε την μη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων από πλευράς του εναντίον των Εναγόντων στη συγγένεια που είχε ο πατέρας του με το διευθυντή των Εναγόντων, θείος του, που απετέλεσε παράγοντα ανασταλτικό καθότι ήταν «ντροπή», όπως του είπε ο πατέρας του, να οδηγηθούν στα Δικαστήρια με αυτή τη συγγένεια. Τα όσα όμως ο Εναγόμενος ανέφερε έχουν παραμείνει ατεκμηρίωτα αφού όπως σαφώς προκύπτει και από τα παραδεκτά γεγονότα αυτός παρέλαβε τα πωληθέντα ελαστικά στη συμφωνηθείσα τιμή ανεπιφύλακτα και ο ίδιος σε ουδεμία ενέργεια προέβει, μετά που διαπίστωσε όπως ισχυρίστηκε για το πρόβλημα της ελαττωματικότητας τους, για να τερματίσει την συμφωνία. Αυτό το οποίο προέβαλε στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του, ήταν ότι έκανε παράπονα στους Ενάγοντες μετά από 4-6 μήνες από την παραλαβή των ελαστικών και ότι επί τη βάση αυτών των παραπόνων οι Ενάγοντες του αντικατέστησαν δύο εκ των πέντε από αυτά. Στο σημείο δε αυτό και έχοντας κατά νού τα όσα ανωτέρω αναφέρονται σε σχέση με μη δικογραφημένους ισχυρισμούς, επισημαίνω ότι αυτός ο ισχυρισμός του Εναγομένου δεν καλύπτεται από την υπεράσπιση του. Εκείνο το οποίο ισχυρίζεται και προβάλλει στην παράγραφο 1 της υπεράσπισης του δεν είναι ότι επήλθε συμφωνία και του αντικατέστησαν δύο από τα έλαστικά, αλλά ότι θα του τα αντικαθιστούσαν. Ακόμη στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης του, σε πλήρη διάσταση με την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε του αντικατέστησαν τα ελαστικά παρά τις προς τούτο υποσχέσεις τους. Συνακόλουθα και παρά το ότι δόθηκε η εν λόγω μαρτυρία χωρίς ένσταση από την πλευρά των Εναγόντων, ακολουθώντας τις αρχές τις νομολογίας, η τοιαύτη μαρυρία δεν μπορεί και δεν θα ληφθεί υπόψη. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω κατάληξη μου ακόμη και στην περίπτωση που η εν λόγω μαρτυρία καλυπτόταν από την Υπεράσπιση του Εναγομένου και πάλιν δεν θα την αποδεχόμουν. Τούτο διότι ο Εναγόμενος κρίνω πώς κατασκεύασε μεταγενέστερα την εν λόγω μαρτυρία αφού τίποτα από όσα είπε δεν το έχει τεκμηριώσει. Καμίαν απόδειξη δεν παρουσίασε αφού δεν μερίμνησε να φυλάξει το κατ΄ ισχυρισμό εκδοθέν τιμολόγιο αντικατάστασης δύο εκ των πέντε ελαστικών των επιδίκων τιμολογίων, Τεκμήρια 1 και
  1. Σε μία προσπάθεια του δε να δικαιολογήσει γιατί δεν είχε φυλάξει το εν λόγω τιμολόγιο το απέδωσε στα όσα του αναφέρθηκαν από την Υπηρεσία Φόρου Εισοδήματος οι οποίοι του είπαν, όπως ισχυρίστηκε, πως αποδείξεις εξόδων θα πρέπει να φυλάττει για 7 χρόνια και μετά να τις καταστρέφει. Αυτό βεβαίως ουδεμία σχέση έχει με τη φύλαξη τιμολογίων για σκοπούς απόδειξης ενός ισχυρισμού όπως είναι αυτός που προβάλλει ο Εναγόμενος, αλλά και επίσης με τιμολόγιο που δεν αποτελεί απόδειξη εξόδων. Και αν ακόμα ο Εναγόμενος όντως ενημερώθηκε από την Υπηρεσία του Φόρου Εισοδήματος για πόσο χρονικό διάστημα θα πρέπει να φυλάττει αποδείξεις εξόδων, το τιμολόγιο στο οποίο έκανε αναφορά σίγουρα δεν επρόκειτο περί απόδειξης εξόδων, αφού όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε είχε ένδειξη τιμής «00» και ακόμη η Υπηρεσία του Φόρου Εισοδήματος προφανώς επικαλείται το χρονικό διάστημα των 7 χρόνων για ζητήματα που αφορούν καθαρά την συγκεκριμένη υπηρεσία. Ούτε και αποτελεί υποχρέωση οποιουδήποτε προσώπου κατά την κοινή λογική, να καταστρέφει έγγραφα μόλις περάσουν τα 7 χρόνια. Πόσο μάλλον όταν εύλογα, συγκεκριμένο έγγραφο είναι δυνατό να αποτελέσει αποδεικτικό στοιχείο σε διαφορά που προκύπτει στα πλαίσια εμπορικής συναλλαγής. Επισημαίνω δε ότι η κατ' ισχυρισμό διαπίστωση της ελαττωματικότητας των επιδίκων ελαστικών έγινε σύμφωνα πάντα με τον εναγόμενο 4 - 6 μήνες αφότου τα παρέλαβε, συνεπώς είχε την δυνατότητα αλλά και το κίνητρο, να φύλαττε το συγκεκριμένο τιμολόγιο προς απόδειξη των ισχυρισμών του και όχι να το καταστρέψει. Μία άλλη σοβαρή αντίφαση των όσων ισχυρίστηκε σε σχέση με την εκδοχή του ότι ο Μ.Ε.1 του άφησε σε αντικατάσταση δύο ελαστικά στο γραφείο του τα οποία όμως δεν αποδέχτηκε και ούτε χρησιμοποίησε, είναι ότι αν όντως έτσι είχε συμβεί τότε το πιο απλό και ευλόγως αναμενόμενο, από την στιγμή που δεν είχε δεχτεί αυτή την διευθέτηση, ήταν να μην επιτρέψει κάν την παράδοση των εν λόγω δύο ελαστικών. Αυτός όχι μόνο τα παρέλαβε σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του, αλλά παρέλαβε και το σχετικό τιμολόγιο με την ένδειξη πάντοτε όπως ισχυρίστηκε «00» στη τιμή πώλησης. Όσον αφορά τον δικογραφημένο γενικό και αόριστο ισχυρισμό του περί της ελαττωματικότητας των ελαστικών επισημαίνω τα εξής: Ιδιαίτερα σημαντικός για το αβάσιμο και απορριπτέο ούτως η άλλως της τοιαύτης θέσης του Εναγόμενου, αποτελεί ο παντελώς ανεδαφικός ισχυρισμός του ότι παρά την διαπίστωση της ελαττωματικότητας των ελαστικών και τούτο μετά την πάροδο 4-5 μηνών από την παραλαβή τους και παρά τη μακρόχρονη συνεργασία που είχε με τους Ενάγοντες, δεν μερίμνησε έτσι ώστε τα συγκεκριμένα ελαστικά ή τα υπολείμματα τους να δοθούν προς τους Ενάγοντες προς απόδειξη και έλεγχο των όσων ισχυριζόταν. Η τοιαύτη συμπεριφορά του Εναγομένου αντιστρατεύεται κάθε λογική λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της προϊστορίας των εμπορικών συναλλαγών που είχαν μεταξύ τους οι δύο πλευρές αφού αγοραπωλησίες ελαστικών αποτελεί κοινό έδαφος, εγίνοντο για πάρα πολλά χρόνια προηγουμένως. Ακόμα η θέση του ότι οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν την ελαττωματικότητα των ελαστικών που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια, Τεκμήρια 1 και 2, και πάλι δεν βρίσκει έρεισμα στη κοινή λογική αφού με μια τέτοια παραδοχή το ευλόγως αναμενόμενο θα ήταν η αντικατάσταση όλων των πωληθέντων ελαστικών, πέντε στον αριθμό, και όχι μόνο δύο εξ αυτών χωρίς μάλιστα να δοθεί και κάποια δικαιολογία γιατί μόνο δύο η για τι δεν διεκδίκησε τα υπόλοιπα η την εξάλειψη του χρέους του. Ακόμα εάν ο Εναγόμενος έλεγε την αλήθεια ότι τα πωληθέντα ελαστικά ήταν ελαττωματικά γιατί παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά που εισήχθησαν στην Κύπρο στις αποθήκες των Εναγόντων, με αποτέλεσμα να σκουριάσει το ελαστικό τους, δεν έδωσε καμία λογική εξήγηση γιατί αποδέχθηκε αντί να του εξαλειφθεί το χρέος, να του τα αντικαταστήσουν. Τέλος αν η θέση αυτή του Εναγομένου ανταποκρίνετο στην αλήθεια αυτό το οποίο θα ανέμενε κάποιος με βάση τη λογική ήταν να λάμβανε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο με το οποίο να απαλλασσόταν από το χρέος των επιδίκων τιμολογίων, Τεκμήρια 1 και
  2. Επίσης καμία μαρτυρία προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι τα ελαστικά είχαν «σκουριάσει» λόγω του μακρού χρόνου που μεσολάβησε από την ημέρα κατασκευής τους, εισαγωγής τους στην Κύπρο, φύλαξης τους από τους Ενάγοντες και του χρόνου πώλησης τους προς αυτόν. Ούτε βεβαίως και τι είδους συνέπειες είχε αυτό το λεγόμενο χωρίς καμία άλλη απολύτως εξήγηση, «σκούριασμα». Συνακόλουθα ο Εναγόμενος κρίνεται σαν αναξιόπιστος και η μαρτυρία του σαν ένα μεταγενέστερο κατασκεύασμα που απώτερο στόχο και σκοπό έχει την αποφυγή της πληρωμής του ποσού και την αξία των πωληθέντων και παραδοθέντων σε αυτόν ελαστικών από τους Ενάγοντες. Επισημαίνω ακόμα ότι ο Εναγόμενος ενώ θα μπορούσε μέσα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής να προβάλει ανταξίωση για την όποια ζημιά έχει υποστεί, δεν το έπραξε αφήνοντας έτσι και ατεκμηρίωτους τους ισχυρισμούς του ότι δεν έλαβε μέτρα δικαστικά εναντίον των Εναγόντων λόγω της στενής συγγένειας που είχε ο πατέρας του με τον Μ.Ε.
  3. Τούτο διότι με την έγερση της παρούσας αγωγής ο συγκεκριμένος λόγος δεν θα μπορούσε λογικά να συνεχίσει να αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. Ευρήματα: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, αποδεκτά γεγονότα και αποδεκτή μαρτυρία διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των γεγονότων έχουν ως ακολούθως: Οι Ενάγοντες είναι και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήτα δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία με αριθμό HE58751 με ημερ. σύστασης 7/12/1993, στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, ο δε Μ.Ε.1 είναι και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ένας εκ των Διευθυντών των. Κατά η περί την 17/9/99 και 29/11/09 στην Πάφο δυνάμει συμφωνίας πώλησης, οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στον Εναγόμενο τα ελαστικά αυτοκινήτων που αναφέρονται στο τιμολόγιο 0915 ημερ. 17/9/1999 και στο τιμολόγιο με αριθμό 0955 ημερ. 29/11/
  4. Η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων δεν περιείχε οποιοδήποτε όρο, ρήτρα η εγγυητική διαβεβαίωση αλλά ούτε και ήταν σύμβαση πώλησης κατά περιγραφή η δείγμα. Η αξία των εν λόγω ελαστικών ήταν του μεν τιμολογίου με αριθμό 0915 για το ποσό των £383,40 ισόποσο σε €655,08 και του τιμολογίου με αριθμό 0955 για το ποσό των £345,60 ισόποσο σε €590,49σ (βλέπε Τεκμήρια 1 και 2). Τα εν λόγω τιμολόγια υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο ο οποίος αναγνώρισε το χρέος του προς τους Ενάγοντες. Η κυριότητα δε των πωληθέντων ελαστικών αποτελεί εύρημα μου ότι μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο όπως και ο κίνδυνος, αμά τη παραδώσει τους σε αυτόν στι 17/91999 και 29/11/
  5. Μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου υπήρχε μακρόχρονη συνεργασία και για το σκοπό αυτό οι Ενάγοντες διατηρούσαν κατάσταση λογαριασμού στον οποίο εγίνοντο οι διάφορες χρεοπιστώσεις που είχαν σχέση με τις πωλήσεις ελαστικών στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος κατέβαλλε έναντι του λογαριασμού διάφορα ποσά είτε εξοφλώντας αμέσως το κάθε τιμολόγιο είτε έναντι του συνολικού οφειλομένου ποσού που δείκνυε ο λογαριασμός του. Τα επίδικα ελαστικά που αναφέρονται στα Τεκμήρια 1 και 2 παραλήφθησαν από τον Εναγόμενο χωρίς καμία απολύτως επιφύλαξη ή διαμαρτυρία και προωθήθηκαν και τοποθετήθηκαν για χρήση σε οχήματα του Εναγομένου. Ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε άμεσα το τίμημα πώλησης των επιδίκων ελαστικών με επακόλουθο οι Ενάγοντες διά του Μ.Ε.1 να προβούν επανειλημμένως σε παραστάσεις και οχλήσεις προς τούτον για διευθέτηση του χρέους του. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος ζητούσε συνεχώς παρατάσεις επικαλούμενος την οικονομική του στενότητα και την αναμενόμενη είσπραξη λεφτών αρχικά από την πώληση της εταιρείας του και ακολούθως από πώληση ενός ακινήτου που ανήκε στη μητέρα του, οι Ενάγοντες εμπιστευόμενοι τούτον δεν προχώρησαν στη λήψη άμεσων δικαστικών μέτρων. Οι διάφορες υποσχέσεις από τον Εναγόμενο επέφεραν σοβαρή καθυστέρηση αφού οι Ενάγοντες δεν προχώρησαν στη λήψη δικαστικών μέτρων παρά μόνο μετά την πάροδο 8 σχεδόν χρόνων από την ημερομηνία έκδοσης των τιμολογίων και την παράδοση των ελαστικών με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Αποτελεί εύρημα μου ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε μέχρι και την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης του στην παρούσα αγωγή διαμαρτυρήθηκε για την καταλληλότητα των επιδίκων ελαστικών αλλά ούτε και προέβη σε οποιονδήποτε χρόνο στον τερματισμό της σύμβασης πώλησης για τα εν λόγω ελαστικά. Αποτελεί συνακόλουθα εύρημα μου ότι τα πωληθέντα και παραδοθέντα επίδικα ελαστικά από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο που περιγράφονται στα τιμολόγια, Τεκμήρια 1 και 2, δεν είχαν οποιοδήποτε ελάττωμα και συνακόλουθα ήταν της αναμενόμενης και αποδεκτής ποιότητας. Το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης των επιδίκων ελαστικών εκ €1.245,57 δεν έχει εξοφληθεί με επακόλουθο τούτο να εξακολουθεί να παραμένει μέχρι και σήμερα απλήρωτο και οφειλόμενο. Νομική Πτυχή: Η απαίτηση των Εναγόντων, όπως διατυπώνεται στην Έκθεση Απαίτησης, βασίζεται στον ισχυρισμό για υπόλοιπο χρέους δυνάμει τιμολογίων, για εμπορεύματα τα οποία δυνάμει σύμβασης πώλησης, πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στον Εναγομένο από τους Ενάγοντες και αυτός αρνήθηκε να εξοφλήσει το συμφωνηθέν τίμημα. Θα πρέπει κατ' αρχάς να επισημάνω ότι όπως προκύπτει από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία και ευρήματα, η επίδικη συμφωνία πώλησης δεν αποτελεί σύμβαση πώλησης αγαθών δυνάμει περιγραφής η δείγματος. Ούτε και τέθηκε ενώπιον μου με αποδεκτή μαρτυρία πως οι Ενάγοντες είχαν δώσει προδιαγραφές στον Εναγόμενο για τα επίδικα ελαστικά. Επακόλουθο τούτου είναι ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 15 του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου (Ν.10(Ι)/1994). Συνακόλουθα η επίδικη σύμβαση πώλησης εμπίπτει στις πρόνοιες του Περί πωλήσεως Αγαθών Νόμου Ν.10(Ι)/1994, που καλύπτονται από το άρθρο
  6. Το άρθρο 16
(1)
(2)και
(3)του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου (Ν.10(Ι)/1994)προβλέπει τα ακόλουθα: «16.-
(1)Εκτός όπως προνοείται στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 17 και τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου, δεν υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ή σιωπηρή εγγυητική διαβεβαίωση αναφορικά με την ποιότητα ή την καταλληλότητα, για οποιοδήποτε ειδικό σκοπό, των αγαθών που προμηθεύονται δυνάμει σύμβασης πώλησης.
(2)Όταν ο πωλητής πωλεί αγαθά κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του, υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά τα οποία προμηθεύει δυνάμει της σύμβασης είναι αποδεκτής ποιότητας.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, αγαθά είναι αποδεκτής ποιότητας, αν ανταποκρίνονται στο επίπεδο το οποίο κάποιο λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε ως αποδεκτό, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε περιγραφή των αγαθών, η τιμή (εφόσο είναι σχετική) και κάθε άλλη συναφής περίσταση.» Στο δε άρθρο 24 του Ν.10(Ι)/1994 αναφορικά με την μεταβίβαση της κυριότητας σε πωληθέντα αγαθά προβλέποντα τα αξής: «24.Όταν αγαθά αποστέλλονται στον αγοραστή για έγκριση, ή «για σκοπούς πώλησης ή επιστροφής» ή για άλλους παρόμοιους όρους, η κυριότητα τους μεταβιβάζεται στον αγοραστή» (α) Όταν αυτός εκδηλώσει την έγκριση ή την αποδοχή του στον πωλητή ή προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που υιοθετεί τη συναλλαγή (β) αν αυτός δεν εκδηλώσει την έγκριση ή την αποδοχή του στον πωλητή, αλλά κρατήσει τα αγαθά, χωρίς να δώσει ειδοποίηση απόρριψης, τότε, αν ορίστηκε χρόνος για την επιστροφή των αγαθών, με την παρέλευση του χρόνου αυτού, και αν δεν ορίστηκε χρόνος, με την παρέλευση εύλογου χρόνου. Ακόμη σε σχέση με τον κίνδυνο των αγαθών στο άρθρο 26 προβλέπονται τα εξής: «26.Εκτός αν διαφορετικά συμφωνήθηκε, ο κίνδυνος των αγαθών παραμένει στον πωλητή, μέχρις ότου μεταβιβαστεί η κυριότητα τους στον αγοραστή, αλλά, όταν η κυριότητα τους μεταβιβαστεί στον αγοραστή, ο κίνδυνος των αγαθών μετατίθεται στον αγοραστή είτε έγινε παράδοση είτε όχι: Νοείται ότι, όταν η παράδοση καθυστέρησε λόγω σφάλματος είτε του αγοραστή είτε του πωλητή, ο κίνδυνος των αγαθών βαρύνει το υπαίτιο μέρος σχετικά με οποιαδήποτε ζημιά η οποία δεν θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχε τέτοιο σφάλμα: Νοείται επίσης ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν επηρεάζουν με κανένα τρόπο τα καθήκοντα ή τις ευθύνες είτε του πωλητή είτε του αγοραστή ως θεματοφύλακα των αγαθών του άλλου μέρους.» Ακόμη ο αγοραστής θα θεωρείται ότι αποδέχτηκε τα αγαθά, αν δηλώσει στον πωλητή ότι τα αποδέχεται ή προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που αντίκειται προς το δικαίωμα κυριότητας του πωλητή, άρθρο 42
(1)και 42
(2)του Ν.10(Ι)/1994. Επίσης, αν μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου κρατήσει τα αγαθά και δεν δηλώσει στον πωλητή ότι τα απέρριψε, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 42
(6), θεωρείται ότι τα αποδέχθηκε. Στην περίπτωση που ο πωλητής παραβαίνει ουσιώδη όρο της σύμβασης, σύμφωνα με τις πρόνοιες των προαναφερθέντων άρθρων, τότε ο αγοραστής έχει δικαίωμα να απορρίψει τα αγαθά, να τερματίσει τη συμφωνία και να αξιώσει αποζημιώσεις. Στην περίπτωση δε που ο αγοραστής επικαλείται ελαττωματικότητα των αγαθών ή ότι δεν ανταποκρίνονται στη σύμβαση, τότε το βάρος απόδειξης του τοιούτου ισχυρισμού μετατίθεται σε αυτόν. Καθοδηγητικό επί του συγκεκριμένου θέματος είναι το σκεπτικό της απόφασης Κώστας Στρατής v. Πεντέλης Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1708, στην οποία τονίστηκε ότι το βάρος απόδειξης της ελαττωματικότητας των εμπορευμάτων βρίσκεται στους ώμους του αγοραστή. Όπως αναφέρεται από τον Πρόεδρο Αρτέμη στην εν λόγω απόφαση στη σελίδα 1712: «Η ουσία της όλης υπόθεσης ήταν κατά πόσο τα εμπορεύματα ήσαν ελαττωματικά ή όχι. Επί του προκειμένου το Δικαστήριο, όπως αναφέραμε και πιο πάνω, έκρινε ότι δεν ικανοποιήθηκε από τον εφεσείοντα, ότι πράγματι ήταν ελαττωματικά, αποδεχόμενο επί του προκειμένου τη μαρτυρία των εφεσιβλήτων σε συνάρτηση με τις δικές του παρατηρήσεις, που ήταν αποτέλεσμα της επιθεώρησης του τεκμηρίου που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Εν όψει των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τα οποία επικυρώνουμε, δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου 10(Ι)/1994. Το βάρος απόδειξης της ελαττωματικότητας των εμπορευμάτων βρισκόταν στους ώμους του εφεσείοντα και ευλόγως υπό τις περιστάσεις το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν απεσείσθη.» Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, καθώς και το γεγονός ότι σε αστικές υποθέσεις η απόδειξη της αξίωσης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα (βλ. Κυριάκος Σοφοκλέους v. Γιώτα Κυριάκου Πολ. Έφ.7/2008,ημερ.18/05/2010 και Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.α. Πολ. Εφ. 1/2008 ημερ.11/11/2010), για να επιτύχουν οι Ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση έφεραν το βάρος να αποδείξουν ότι παρεδόθησαν τα επίδικα ελαστικά τα οποία πώλησαν στον Εναγόμενο στην επι των τιμολογίων αναφερομενη τιμή και στο υπό τας περιστάσεις επίπεδο αποδεκτής ποιότητας. Επίσης ότι η συμφωνηθείσα τιμή πώλησης τους παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Από την αξιολόγηση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι Ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρουν και ειδικότερα έχουν αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία, ότι όλα τα πωληθέντα ελαστικά παραδόθηκαν στον Εναγόμενο ο οποίος τα παρέλαβε χωρίς καμία απολύτως επιφύλαξη η όρο. Ακόμη εφόσον ο Εναγόμενος έχει παραλάβει τα ελαστικά αποδεχόμενος ταύτα χωρίς όρους και χρησιμοποιώντας τα, συνάγεται ότι αποδέχθηκε την συναλλαγή με επακόλουθο να μεταβιβαστεί σε αυτόν και η κυριότητα αλλά και ο κίνδυνος σε αυτά. Επίσης είναι αποδεκτό ότι ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει έναντι της συμφωνηθείσας αξίας οποιοδήποτε ποσό με επακόλουθο το συνολικό τίμημα εκ €1.245,57 να παραμένει απλήρωτο. Συναφώς το επόμενο ερώτημα που προκύπτει στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με την νομική πτυχή, όπως παρατίθεται ανωτέρω, είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος απόδειξης που πλέον τον βαρύνει, ότι τα πωληθέντα και παραδοθέντα σε αυτόν ελαστικά αυτοκινήτων δυνάμει των επιδίκων τιμολογίων, δεν ήταν της απαιτούμενης ποιότητας και κατ' επέκταση δεν ανταποκρίνοντο στον σιωπηρό όρο που κάθε συμφωνία πώλησης περιέχει δυνάμει του άρθρου 16 του Περί πωλήσεως Αγαθών Νόμου, Ν.10(Ι)/1994, περί αποδεκτής ποιότητας. Συμπεράσματα - τελική κατάληξη του Δικαστηρίου Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και υπαγάγοντας τα ευρήματα μου στην νομική πτυχή που καλύπτει την παρούσα υπόθεση, καταλήγω στα εξής: Για το θέμα της αξιοπιστίας η οποία συναρτάται άμεσα με την απόσειση του αποδεικτικού βάρους, σχετική είναι και η υπόθεση 1.Μπούλος Μαρσέλ κ. ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ΛΤΔ
(2001)1Γ, Α.Α.Δ. 1858, όπου στη σελίδα 1861 αναφέρονται τα εξής «Το πιο πάνω απόσπασμα συνιστά εσφαλμένη καθοδήγηση ως προς το τι συνιστά «απόδειξη (proof) στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).» Στην ενώπιον μου υπόθεση δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι τα συγκεκριμένα αγαθά-εμπορεύματα, δηλαδή τα ελαστικά αυτοκινήτων που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια, παραδόθηκαν στον Εναγόμενον για την συμφωνηθεισαν και αναφερόμενη σε αυτά τιμή. Επίσης ουδεμία αμφιβολία υπάρχει για το ότι ο Εναγόμενος δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι η προς εξόφληση του συνολικού ποσού των εν λόγω τιμολογιών. Αυτά τα γεγονότα έγιναν αποδεκτά και από τις δύο πλευρές όπως αποδεκτή έγινε και η έκδοση των τιμολογίων, Τεκμήρια 1 και
  1. Ο Εναγόμενος από την άλλη, δεν έχει αποδείξει ότι τα ελαστικά που αναφέρονται στα Τεκμήρια 1 και 2 τα οποία οι Ενάγοντες του πώλησαν και παρέδωσαν, έφεραν οποιοδήποτε ελάττωμα η ότι δεν ανταποκρίνοντο στο αποδεκτό επίπεδο ποιότητας και καταλληλότητας που απαιτείται από την νομοθεσία και των όσων έχουν καθιερωθεί από την νομολογία. Τούτο διότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει με ασφάλεια αφού ουδεμία προς τούτο μαρτυρία προσκομίστηκε, ότι τα επίδικα ελαστικά δεν ήταν της απαιτούμενης αποδεκτής ποιότητας. Ο Εναγόμενος επίσης από την αποδεκτή ενώπιον μου μαρτυρία μετά την πιο πάνω αξιολόγηση, προκύπτει ότι δεν προέβει σε καμία ενέργεια μετά που κατ' ισχυρισμό ανακάλυψε την ελαττωματικότητα των ελαστικών για να προασπίσει τα συμφέροντα και δικαιώματα του. Δεν προέβει σε τερματισμό της συμφωνίας και δεν διεκδίκησε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο για μεγάλο χρονικό διάστημα τα όσα με την Υπεράσπιση του προβάλλει. Πρόσθετα όχι μόνο δεν απέρριψε τα ελαστικά αλλά τα χρησιμοποίησε για τον σκοπό που τα αγόρασε για χρονικό διάστημα 4 - 6 μηνών. Για το συγκεκριμένο ζήτημα και την εν γένει συμπεριφορά του Εναγομένου διαφωτιστική είναι η απόφαση του Δικαστή Κραμβή στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρίνα Γιαννάκη Κωμοδρόμου ν.
  2. Α.ΤΗ. SHIKKIS MOTORS LTD,
  3. Ανδρέα Θ. Σιήκη,
(2004)1B A.A.Δ σελ.481, στην οποία στις σελίδες 486 και 487 αναφέρονται τα εξής: «Η έφεση δεν θα μπορούσε να ευσταθήσει έστω και αν γινόταν ακόμα αποδεκτή η εκδοχή της εφεσείουσας για ύπαρξη ουσιώδους ελαττώματος, πράγμα που ενδεχομένως θα ισοδυναμούσε προς παράβαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας. Αν αυτή ήταν η περίπτωση, η εφεσείουσα διατηρούσε το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας γεγονός το οποίο θα επέφερε την ακύρωση της και συνακόλουθα θα ανοιγόταν ο δρόμος για αξίωση αποζημιώσεων για τη ζημιά που υπέστη λόγω της συγκεκριμένης παράβασης που οδήγησε στην ακύρωση της συμφωνίας. Βλ. άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, Johnson and Another v. Agnew [1979] 1 All E.R. 883 (HL). ..................................... Η ακύρωση (rescission) μιας συμφωνίας επιφέρει τον παραμερισμό της. Η συμφωνία παύει να αποτελεί πηγή συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Το άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 διαφυλάσσει το δικαίωμα του συμβαλλόμενου που ακυρώνει τη σύμβαση για βάσιμο λόγο να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημιά που έχει υποστεί λόγω ανακοπής ή μη εκπλήρωσης του συμβολαίου. Βλ. Κώστας Καλησπέρας ν. Δάφνου Δρυάδη κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 867. Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσείουσα δεν προέβη σε κανένα διάβημα για τον τερματισμό της συμφωνίας ούτε και επικαλέσθηκε δικαιώματα απορρέονται από τη συμφωνία γι' αυτό ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η αγωγή της εφεσείουσας ήταν νομικά αβάσιμη.» Εν όψει όλων των πιο πάνω είναι τελική κατάληξη μου ότι ο Εναγόμενος δεν έχει αποσείσει το βάρος που τον βάρυνε προς απόδειξη των ισχυρισμών του. Συνακόλουθα και επειδή αντιθέτως κρίνω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος που τους εβάρυνε και έχουν αποδείξει πλήρως την υπόθεση τους, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εις βάρος του Εναγομένου δια το ποσό των €1.245,57 πλέον Νόμιμο Τόκο επί του ποσού αυτού, πλέον τα δικηγορικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.