← Κύπρος

Μαρούλλας Χριστοδούλου Μιχαήλ ν. Χριστόδουλος Μιχαήλ Χατζηδαυίδ, Αρ. Αγωγής :- 918/2006, 24/10/2012

Μαρούλλας Χριστοδούλου Μιχαήλ ν. Χριστόδουλος Μιχαήλ Χατζηδαυίδ, Αρ. Αγωγής :- 918/2006, 24/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A127 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 918/2006 Μεταξύ :- Μαρούλλας Χριστοδούλου Μιχαήλ Ενάγουσα Και Χριστόδουλος Μιχαήλ Χατζηδαυίδ Εναγόμενος Ημερομηνία :- Τετάρτη 24η Οκτωβρίου 2012 Για την ενάγουσα :- κος. Κυριάκος Πρωτοπαπάς (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / .......... ) Για τον εναγόμενο :- κος. Επαμεινώνδας Κορακίδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Μαρία Κορακίδου ) Τελική Απόφαση ΕΙΣΑΓΩΓΗ

  1. Ενάγει η ενάγουσα τον ηλικιωμένο της πατέρα αξιώνοντας κληρονομικό μερίδιο από την περιουσία της αποβιώσασας μητέρας της. Ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι με δόλο, ψευδείς παραστάσεις και πλαστογραφία ο πατέρας της την αδίκησε σε σχέση με το κληρονομικό της μερίδιο όπως αυτό προέκυπτε από τον θάνατο της μητέρας της.
  2. Εντός των δικογράφων υπάρχει παραδοχή της σχέσης συγγένειας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου ενώ τα ακόλουθα γεγονότα επίσης γίνονται παραδεκτά με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. 2.1.Πρώτο, ότι κατά ή περί τις 13/11/1997 απεβίωσε άνευ διαθήκης η μητέρα της ενάγουσας και σύζυγος του εναγομένου, Τερψιθέα Αγγελή Ανδρέα άλλως Κυπρή (στο εξής θα καλείται η «αποβιώσασα»). Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 14/3/2006, περίπου 8 χρόνια και 4 μήνες μετά από την ημερομηνία θανάτου της αποβιώσασας. Το γεγονός του θανάτου αποτελεί τη βάση επί της οποίας η ενάγουσα θεμελιώνει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου. 2.2.Δεύτερο, ότι η αποβιώσασα άφησε ως μόνους νόμιμους κληρονόμους της τους διάδικους, τον Ευστάθιο Χριστοδούλου Χατζηδαυίδ, τον Ανδρέα Χριστοδούλου Χατζηδαυίδ και την Παναγιώτα Χριστοδούλου Χατζηδαυίδ. Κοινά αποδεκτή είναι η συγγενική σχέση μεταξύ αυτών των ατόμων και των διαδίκων ως τέκνα του εναγομένου και αδέλφια της ενάγουσας. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ
  3. Ως προς το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης σημειώνονται τα ακόλουθα. 3.1.Παρατίθεται η ακίνητη περιουσία της αποβιώσασας σε σχέση με την οποία η ενάγουσα αξιώνει θεραπείες (παράγραφος 4). 3.2.Η αξία αυτής της περιουσίας υπολογίζεται να είναι πέραν των £500.000,00 (παράγραφος 5). 3.3.Προβάλλεται ισχυρισμός (παράγραφος 7) ότι ο εναγόμενος κατάρτισε πλαστό έγγραφο διανομής επί του οποίου πλαστογράφησε την υπογραφή της και ότι κατόπιν συνομωσίας με πιστοποιούντα υπάλληλο με εξασφάλιση ψεύτικης πιστοποίησης υπογραφής προχώρησε στη μεταβίβαση στο όνομα του όλης της αναφερόμενης στη παράγραφο 4 περιουσίας. 3.4.Με αυτή τη πλαστογράφηση και ψευδείς παραστάσεις ο εναγόμενος απέσπασε περιουσία αξίας πέραν των £250.000,00, δηλαδή το κληρονομικό μερίδιο της ενάγουσας (παράγραφος 9). 3.5.Αξιώνει η ενάγουσα πρώτο, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η μεταβίβαση στο όνομα του εναγομένου ημερομηνίας 6/12/99 αποτελεί, μεταξύ άλλων, προϊόν δόλου και δεύτερο, διάταγμα ακύρωσης αυτής της μεταβίβασης. 3.6.Ως αποζημίωση αξιώνεται ποσό £250.000,
  4. Επιπλέον διεκδικείται και η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων.
  5. Η εκδοχή του εναγομένου διατυπώνεται εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης του αφού πρώτα προβάλλονται ορισμένα θέματα ως προς τη νομική πτυχή της αγωγής τα οποία εξετάζονται σε άλλο μέρος της απόφασης. 4.1.Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή όλοι οι κληρονόμοι της αποβιώσασας πλην της αδελφής της ενάγουσας, Παναγιώτας Χριστοδούλου Χατζηδαυίδ, αλλά συμπεριλαμβανομένης και της ενάγουσας συμφώνησαν όπως η περιουσία της αποβιώσασας εγγραφεί στο όνομα του εναγομένου και ότι προς το σκοπό αυτό υπέγραψαν και σχετική συγκατάθεση. Ως αποτέλεσμα η περιουσία αυτή εγγράφηκε κατά 4/5 στο όνομα του εναγομένου και κατά 1/5 στο όνομα της Παναγιώτας Χριστοδούλου Χατζηδαυίδ. 4.2.Κατ΄ επέκταση αποτελεί θέση του εναγομένου ότι η ενάγουσα εμποδίζεται από το να προωθεί την αγωγή της καθότι η εγγραφή της περιουσίας στο όνομα του έγινε με τη συγκατάθεση, συμφωνία και κατ΄ εντολή της ενάγουσας. Ισχυρίζεται δηλαδή ο εναγόμενος ότι ενήργησε σύμφωνα με την επιθυμία των κληρονόμων. 4.3.Ισχυρίζεται επίσης ο εναγόμενος ότι κατά το 2005 η ενάγουσα μαζί με το σύζυγο της με σκοπό να τον πιέσουν να τους δωρίσει άλλη περιουσία εφηύραν το ζήτημα το οποίο η ενάγουσα επικαλείται με την έκθεση απαίτησης. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι κωλύεται η ενάγουσα να προωθεί την αγωγή της 6 και πλέον χρόνια μετά από τη χορήγηση της συγκατάθεσης της και την εγγραφή στο όνομα του. 4.4.Επίσης, ισχυρίζεται ότι η πλειοψηφία της περιουσίας της αποβιώσασας ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα της ως καταπιστευματοδόχος του ιδίου ο οποίος πλήρωνε για την αγορά αυτής. Έστω και εάν αυτή εγγράφηκε στο όνομα της προσθέτοντας ότι αυτό ήταν γνωστό στους κληρονόμους οι οποίοι πλην της Παναγιώτας Χριστοδούλου Χατζηδαυίδ αποδέχθηκαν όπως εγγραφεί στο όνομα του εναγομένου. 4.5.Επί ενός άλλου σημείου, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται κληρονομικό μερίδιο από τη περιουσία της αποβιώσασας καθότι έλαβε κατά τη διάρκεια της ζωής της αποβιώσασας πολλαπλάσια της περιουσίας την οποία έλαβαν οι υπόλοιποι κληρονόμοι.
  6. Όσα αναφέρονται εντός της παραγράφου 12 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης έχουν σχέση κυρίως με τις επακόλουθες δύο παραγράφους και την ανταπαίτηση του εναγομένου. Σημειώνεται απλά ότι στις 17/12/2010 ο εναγόμενος με δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου του και σχετική άδεια του Δικαστηρίου απέσυρε την ανταπαίτηση του η οποία και κατά συνέπεια απορρίφθηκε αυθημερόν.
  7. Η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση δεν προσθέτει οτιδήποτε ουσιαστικό στην όλη θέση της ενάγουσας έτσι ώστε αυτή να χρήζει οποιασδήποτε επανάληψης ή περίληψης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  8. Προς απόδειξη της αξίωσης εκτός από την ίδια την ενάγουσα ως Μ. Ε. 1 κατέθεσαν επίσης ο Ανδρέας Σωκράτους Γεωργίου, υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, ως Μ. Ε. 2, ο πιστοποιών υπάλληλος Σίμος Χριστοφόρου, ως Μ. Ε. 3 και ο Ιωάννης Κτωρίδης, ο οποίος προτάθηκε ως εμπειρογνώμονας, δηλαδή γραφολόγος, ως Μ. Ε.
  9. Ο μοναδικός μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε προς υποστήριξη της υπεράσπισης ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος.
  10. Δηλώθηκαν επίσης ορισμένα παραδεκτά γεγονότα στις 2/11/2011 ως προς τις αξίες μέρους της επίδικης περιουσίας, αντίστοιχα κατά τα έτη 1997 και 2006 ως επίσης και αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία η οποία δεν αναφέρεται εντός της έκθεσης απαίτησης.
  11. Επιπλέον, στις 15/11/2011, δηλώθηκε από κοινού και η ακίνητη ιδιοκτησία η οποία είχε εγγραφεί στο όνομα της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της περιόδου προ του θανάτου της αποβιώσασας συζύγου του εναγομένου. Η ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ 10.Πρόθεση του Δικαστηρίου σε αυτό το μέρος της απόφασης είναι η προσπάθεια περίληψης της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από τη προφορική κατάθεση της ενάγουσας δίχως όμως παράλληλα αυτή η μαρτυρία να αξιολογείται. Εντούτοις, ενόψει της αοριστίας της μαρτυρίας της ενάγουσας, ακόμη και το έργο περίληψης ή παράθεσης της καθίσταται δύσκολο. Επίσης καθίσταται αντιληπτό από το Δικαστήριο ότι ακόμη και η αναφορά σε αοριστία θα μπορούσε να εκληφθεί ως αξιολόγηση αυτής της μαρτυρίας. Όμως τονίζω ότι αυτός δεν είναι ο σκοπός του Δικαστηρίου. Απλά δίδεται μία περιγραφή αναφορικά με μία εκ πρώτης όψεως εντύπωση ως προς την ύπαρξη ή μη συνοχής σε αυτή τη μαρτυρία καθώς καταβάλλεται μία προσπάθεια καταγραφής της. Καταγραφής δίχως το Δικαστήριο να διεισδύει στην ουσία της με σκοπό την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της. Αξιοπιστίας βεβαίως υπό την έννοια να παρέχεται η δυνατότητα το Δικαστήριο να βασιστεί επί αυτής ως μαρτυρία η οποία να εμπνέει με εμπιστοσύνη έτσι ώστε στη συνέχεια αυτή να οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Διατηρώντας υπόψη αυτά τα επίδικα θέματα, το Δικαστήριο αναπόφευκτα οδηγείται σε ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο της προφορικής κατάθεσης της ενάγουσας ανεξάρτητα και από τη ποιότητα ή αξιοπιστία της μαρτυρίας η οποία είναι δυνατό στη συνέχεια να κριθεί ότι προκύπτει από αυτό. 11.Η προφορική κατάθεση της ενάγουσας δεν περιέχει οποιουσδήποτε σαφείς ισχυρισμούς αναφορικά με τις θέσεις της ιδιαίτερα δε όπως και στο βαθμό στον οποίο αυτές αρχικά παρατίθενται εντός της έκθεσης απαίτησης. Σαφείς υπό την έννοια ύπαρξης συνοχής μεταξύ αυτών των ισχυρισμών. Η έλλειψη αυτή δεν παρέχει καν στο Δικαστήριο την ευχέρεια μίας συγκροτημένης περίληψης των ισχυρισμών της. Πραγματικά απαιτείται όπως καταβληθεί ιδιαίτερη προσπάθεια από το Δικαστήριο απλά και μόνο προς καταγραφή των ισχυρισμών και θέσεων της ενάγουσας. Έτσι ώστε στο μεγαλύτερο εφικτό βαθμό να αποκτούν τουλάχιστον μία στοιχειώδη συνοχή με κυριότερο στόχο και ο αναγνώστης αυτής της απόφασης να είναι σε θέση να αντιληφθεί τα όσα σχετικά η ενάγουσα ανέφερε στο Δικαστήριο. 12.Καθότι η κατάθεση αυτή επικεντρώθηκε σε μία επιφανειακά απλή μεν αλλά παράλληλα και ασαφή προβολή παραπόνου ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο πατέρας της ενήργησε αναφορικά με τη κληρονομιά η οποία προέκυψε από το θάνατο της μητέρας της. Το μόνο το οποίο σαφώς προέκυψε από αυτή τη κατάθεση είναι ουσιαστικά η προβαλλόμενη άγνοια της ενάγουσας ως προς το τι ακριβώς συνέβη σε σχέση με αυτό το θέμα. Η εντύπωση δηλαδή η οποία δημιουργείται είναι ότι ούτε και η ίδια η ενάγουσα δεν ήταν σίγουρη ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο εναγόμενος ενήργησε έτσι ώστε στη συνέχεια αυτή να είχε παράπονο. Συνάγεται από τα όσα ανέφερε ότι από ένα χρονικό σημείο και μετά η ίδια ανεπιτυχώς διεκδικούσε το κληρονομικό της μερίδιο δίχως όμως ο πατέρας της να ανταποκρίνεται όπως η ίδια ανέμενε. Κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 φωτοαντίγραφο του εγγράφου διανομής. Ισχυρίστηκε η ενάγουσα ότι η υπογραφή της επί αυτού είναι πλαστογραφημένη. Αναφέρθηκε επίσης - και πάλι δίχως ιδιαίτερη σαφήνεια - σε επίσκεψη αναφορικά με το όλο θέμα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Ολοκλήρωσε τη κύρια εξέταση της εξηγώντας ότι αυτό το οποίο ζητά από το Δικαστήριο είναι η επιστροφή του κληρονομικού της μεριδίου διότι ο πατέρας της την εξαπάτησε. 13.Ένας ισχυρισμός ο οποίος προβλήθηκε κατά την κύρια εξέταση της ενάγουσας ουσιαστικά διασαφηνίστηκε ως προς την εμβέλεια του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της. Ο ισχυρισμός προέκυψε ως εξής. Κατ΄ αρχάς ανέφερε ότι ο εναγόμενος τη πρώτη εβδομάδα μετά το θάνατο της μητέρας της είπε ότι θα κανονίσει τη περιουσία ίσα για όλα τα αδέλφια και η ίδια από τη στενοχώρια της του είπε εντάξει. Μετά από παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος δεν ήλθε να την ενημερώσει και τότε έμαθε ότι «τιτλοποιήθηκαν» πάνω του (τα διάφορα μέρη ακίνητης ιδιοκτησίας της αποβιώσασας) και όταν του ζήτησε να της διευκρινίσει τι έγινε, αρχικά της είπε ότι θα της τα δώσει πίσω ενώ μετά από παρέλευση κάποιων ημερών της είπε ότι δεν της δίνει το μερίδιο της. Καθοδηγήθηκε ουσιαστικά ως προς το να συμφωνήσει με την ερώτηση ότι ο πατέρας της εξήγησε σε αυτή ότι για να «μπει» διαχείριση της περιουσίας της μητέρας της τότε χρειάζεται και κάποια συγκατάθεση εκ μέρους της. Συμφώνησε επίσης ότι την κάλεσε να υπογράψει ένα «χαρτί» συγκατάθεσης προσθέτοντας ότι της το έδωσε σπίτι της. Εξήγησε ότι ο σκοπός για τον οποίο υπέγραψε το συγκεκριμένο «χαρτί» ήταν έτσι ώστε να κανονίσει τη περιουσία της και τη «μοίρα» της. Προέκυψε σε σχέση με αυτό το έγγραφο συγκατάθεσης σχετική διασαφήνιση κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της. Αξίζει να σημειωθεί όμως σε αυτό το σημείο της απόφασης τα όσα ανέφερε στη συνέχεια η ενάγουσα κατά την κύρια εξέταση. Ότι δηλαδή το μερίδιο το οποίο ο πατέρας της είχε πει ότι θα της έδινε δεν μεταβιβάστηκε στην ίδια αλλά από ότι γνώριζε αυτό μεταβιβάστηκε στους αδελφούς της. Ενώ όπως πρόσθεσε η ίδια διαπίστωσε τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε ο πατέρας της στη συνέχεια. Ότι δηλαδή «έκανε» ένα άλλο έγγραφο και ότι το υπέγραψε μόνος του χωρίς να τη ρωτήσει με πιστοποίηση του «Ιούλιου Χριστοφόρου» τον οποίο η ίδια δεν γνώριζε και χωρίς να είναι παρούσα. Με αυτό τον τρόπο κατατέθηκε το τεκμήριο
  12. 14.Κατά την αντεξέταση της η ενάγουσα ερωτήθηκε διάφορες ερωτήσεις αναφορικά με την εργασία και μόρφωση του πατέρα της, τη δική της μόρφωση, τα αδέλφια της, κατά πόσο όταν παντρεύτηκε ο εναγόμενος την προίκισε ενώ ερωτήθηκε και παρόμοια ερώτηση σε σχέση με την αδελφή της. Ερωτήθηκε επίσης εάν πήρε οτιδήποτε από τα χωράφια της μητέρας της όταν αυτή εξακολουθούσε να βρίσκεται εν ζωή. Θεωρώ ότι οι απαντήσεις οι οποίες δόθηκαν από την ενάγουσα δεν χρήζουν επανάληψης εντός αυτής της απόφασης. Ερωτήθηκε επίσης αναφορικά με τη περιουσία την οποία πήραν οι αδελφοί της Ευστάθιος και Ανδρέας από τους γονείς τους μέχρι το
  13. Εξέφρασε άγνοια ως προς το πότε τιτλοποιήθηκαν τα όσα τους δόθηκαν από τους γονείς τους. 15.Συγκεκριμενοποιήθηκε κατά την αντεξέταση της ενάγουσας τι εννοούσε αναφορικά με τον ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε κατά την κύρια εξέταση της ως προς το ότι ο εναγόμενος την ξεγέλασε και υπέγραψε κάτι. Αναγνώρισε ότι το έγγραφο το οποίο υπέγραψε ήταν αυτό το οποίο στη συνέχεια κατατέθηκε ως τεκμήριο
  14. Δέχτηκε ότι διάβασε αυτό το έγγραφο. Υποβλήθηκε τότε σε αυτή ότι υπέγραψε αυτό το έγγραφο με σκοπό να «πάει» η περιουσία της αποβιώσασας μητέρας της στον πατέρα της. Η απάντηση της ήταν ότι ήταν για να τους μοιράσει τη περιουσία της μητέρας τους και ότι η ίδια νόμιζε ότι απλά θα «μπει» διαχειριστής προσθέτοντας ότι δεν είχε ιδέα από «έτσι υποθέσεις». Επίσης τέθηκε σε αυτήν ότι ο λόγος για τον οποίο υπέγραψε ήταν διότι αναγνώρισε ότι θα έπρεπε να πάρουν περιουσία και τα αδέλφια της τα οποία δεν είχαν πάρει προηγουμένως. Συμφώνησε κάνοντας χρήση της λέξης «εντάξει», προσθέτοντας όμως ότι ο πατέρας της θα έκανε τη διανομή όπως μπορούσε και να της έδινε και εκείνης το μερίδιο της. Απέρριψε όμως τη θέση ότι όλοι πλην της αδελφής της Παναγιώτας είχαν συμφωνήσει ότι αυτή η περιουσία θα «πήγαινε» στον πατέρα της για να την διανέμει στους δύο αδελφούς. Πρόσθεσε ότι ούτε βρέθηκαν μεταξύ τους οι τέσσερεις τους για να συμφωνήσουν και ότι ήλθε μόνος του ο πατέρας της με «τζείνο» το χαρτί ενώ είχε και μία «άλφα» περιουσία «δική του» πολύς αξίας που την έδωσε μετά στους αδελφούς της και τίποτε δεν άφησε, «δήθεν» για να μην πάρει οτιδήποτε η ίδια. 16.Δέχτηκε ότι μέρος της αξίωσης της είναι και η πατρική της οικία στην οποία διαμένει ο πατέρας της με τον αδελφό της τον Ανδρέα, προσθέτοντας ότι έκαναν συμφωνία να μείνει το σπίτι στον πατέρα της και να πηγαίνουν να τον βλέπουν. Απάντησε ότι ο αδελφός της ο Ανδρέας είναι παντρεμένος με 4 παιδιά προσθέτοντας ότι είχε οικόπεδο μέσα στο οποίο μπορούσε να κτίσει σπίτι. Δεν ήξερε πότε αυτό δόθηκε στον αδελφό της, νόμιζε όμως ότι τότε ζούσε η μητέρα της. 17.Όταν τέθηκε σε αυτή η θέση ότι διεκδικούσε μερίδιο από τη περιουσία που ανήκε στη περιουσία της μητέρας της, ότι δηλαδή διεκδικούσε περιουσία που δεν της ανήκε, εξέφρασε την απορία γιατί δεν της ανήκει. Όταν της τέθηκε και πάλι ως λόγος ότι αυτή ανήκε στη μητέρα της ερώτησε και πάλι γιατί δεν της ανήκει. 18.Απέρριψε την υποβολή ότι ο εναγόμενος υπέγραψε εκ μέρους της το τεκμήριο 1 μετά από εντολή δική της. Βεβαίως τέτοια θέση δεν καταγράφεται εντός του δικογράφου του εναγομένου. Επίσης ως προς τη θέση ότι αυτό συνέβη το 1998 όταν είχαν υπογραφεί τα τεκμήρια 1 και 2 απάντησε ότι η ίδια δεν ήξερε πότε έγινε η τιτλοποίηση προσθέτοντας όμως ότι είναι το 1997 μετά τη κηδεία που της είχε ζητήσει ο εναγόμενος να υπογράψει. Σε υποβολή και πάλι ότι αυτό συνέβηκε κατά το έτος 1998 απάντησε ότι το 1998 ήταν το δεύτερο (προφανώς εννοούσε το τεκμήριο 2 η ενάγουσα) που είχαν κάνει και «τιτλοποίησαν» εν αγνοία της. 19.Υπενθυμίζω απλά ότι η ενάγουσα αναγνώρισε το τεκμήριο 2 ως το έγγραφο το οποίο υπέγραψε επομένως η άγνοια της όπως γίνεται αντιληπτή έχει σχέση με την «τιτλοποίηση» παρά με την ύπαρξη του τεκμηρίου
  15. Βεβαίως σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, αν και αυτοί σε σχέση με τη χρονική πτυχή τους δεν είναι σαφείς, το τεκμήριο 2 υπογράφηκε το
  16. Παράλληλα παρατηρείται απλά ότι το τεκμήριο 2 δεν φέρει οποιαδήποτε ημερομηνία υπογραφής. 20.Ισχυρίστηκε ότι η ίδια ανακάλυψε το 2004 ότι η περιουσία δεν είχε μεταβιβαστεί πάνω στο όνομα της. Εξήγησε ότι κάτι υποψιάστηκε και «έβγαλε χαρτιά» από τον κοινοτάρχη και ρώτησε στο Κτηματολόγιο τι απέγινε η περιουσία της διότι όταν δεν υπέγραψε η αδελφή της νόμισε ότι το όλο θέμα παρέμεινε στάσιμο ενώ (αντιθέτως) προχώρησαν και «έβγαλαν» κοτσιάνια. 21.Της υποδείχτηκε τότε ότι παρά το ότι υπολόγισε ότι επειδή δεν υπέγραψε η αδελφή της εντούτοις αυτή ανέμενε να μεταβιβαστεί πάνω της η περιουσία. Απάντησε ότι νόμιζε ότι είχε ακυρωθεί η «διαδικασία». Ερωτήθηκε τότε, εφόσον ακυρώθηκε η διαδικασία πως θα της μεταβίβαζε τη περιουσία. Εξήγησε ότι εφόσον αποσύρθηκε (προφανώς η διαδικασία) ο εναγόμενος πήγε και προχώρησε με άλλο έγγραφο. Ότι δηλαδή το πρώτο χαρτί το οποίο η ίδια υπέγραψε δεν έγινε δεκτό από το Κτηματολόγιο και ότι προχώρησαν με άλλα έγγραφα. Συμφώνησε ότι η ίδια δεν το γνώριζε αυτό. Προκύπτει από τις απαντήσεις της, σε αυτό το σημείο της αντεξέτασης, ότι αυτό το οποίο η ίδια ανέμενε εγγραφή στο όνομα της ήταν το 1/5 της συνολικής αξίας της περιουσίας. Άλλωστε αυτό διεκδικεί και με την αγωγή της παρά και τη σημειούμενη αναντιστοιχία του αναφερομένου ποσού της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης και της αξίωσης της στη παράγραφο (Α) (1/5 της μεταβιβασθείσας περιουσίας, δηλαδή 1/5 του ποσού των £500.000,00 σύμφωνα με τη παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης) με το ποσό της παραγράφου (Γ) (δηλαδή, το ποσό των £250.000,00). Βεβαίως παράλληλα ήταν εμφανές από τις απαντήσεις της ότι η ίδια δεν γνώριζε δια μέσω ποιας διαδικασίας θα εγγραφόταν στο όνομα της αυτό το μερίδιο. Αυτό το οποίο ήταν σε θέση να αντιληφθεί ήταν ότι ο πατέρας της έβγαλε κοτσιάνι στο όνομα του. Ουσιαστικά συμφώνησε με τη θέση ότι το 2004 όταν αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο δεν ανέμενε να κάνει κάτι ο πατέρας της έτσι ώστε να εκδοθεί τίτλος στο όνομα της. Ήταν στο Κτηματολόγιο όπου ισχυρίστηκε ότι όταν αποτάθηκε για να μάθει για τη κληρονομία της τότε ανακάλυψε τη πλαστογραφία την οποία υπέγραψε ο πατέρας της. 22.Απέρριψε τη θέση ότι το 2005 η ίδια και ο σύζυγος της ζήτησαν ένα κτήμα και ο πατέρας της αρνήθηκε να της το δώσει. Τέθηκε τότε σε αυτή η θέση ως προς το ότι ο λόγος για τον οποίο είχε πάει Κτηματολόγιο ήταν για να πάρει έγγραφο για να τον εκβιάζει. Απάντησε ότι δεν γνώριζε ότι ο εναγόμενος είχε κάνει δεύτερο χαρτί. Απέρριψε τη θέση ότι όταν πήραν το έγγραφο από το Κτηματολόγιο αποφάσισαν να εκβιάσουν τον εναγόμενο. Υπενθύμισε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου την επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας η οποία στάλθηκε προς τον εναγόμενο. Απάντησε ότι στο Κτηματολόγιο της είχαν πει ότι πρέπει να πάει Δικαστήριο προσθέτοντας ότι στην Αστυνομία δεν πήγε διότι σεβάστηκε το γεγονός ότι ο εναγόμενος είναι πατέρας της. Κατατέθηκε σε αυτό το σημείο ως τεκμήριο 3 η συγκεκριμένη επιστολή. Ισχυρίστηκε ότι δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία αλλά κάποιος αστυνομικός μεσολάβησε από μόνος του.
  17. Τέθηκε τότε σε αυτήν η θέση ότι δεν δικαιούται κληρονομικό μερίδιο διότι έλαβε περιουσία ενόσω η μητέρα της ήταν ακόμη εν ζωή. Ενέμεινε ότι η ίδια είχε δικαίωμα στο 1/5 της περιουσίας. Όταν ερωτήθηκε εάν έλαβε περιουσία από τη μητέρα της αναφέρθηκε σε 2 σκάλες. Τότε της υποβλήθηκε ότι ήταν περισσότερα και αφού πρώτα απάντησε τέθηκε σε αυτήν ότι δεν δικαιούται άλλο μερίδιο από την μητέρα της. Εξέφρασε τότε τη «γνώμη» ότι δικαιούται, ότι ήταν κληρονόμος ως επίσης ότι όφειλε να της το πει ότι δεν δικαιούταν. Όταν τέθηκε σε αυτήν ότι δεν δικαιούται να αξιώνει περιουσία της μητέρας της απάντησε με ερώτηση, λέγοντας ότι η αδελφή της έβγαλε κοτσιάνι και ολοκλήρωσε ερωτώντας εάν δεν δικαιούται και η ίδια. Ως προς τα όσα της δόθηκαν δυνάμει δωρεάς από τους γονείς της ήταν αυτά που της είχαν τάξει όταν την πάντρεψαν. Δέχτηκε ότι δεν πλήρωσε οτιδήποτε. Ερωτήθηκε και ορισμένες άλλες ερωτήσεις αναφορικά με αυτό το θέμα. Η ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ Μ. Ε. 2 24.Ο Μ. Ε. 2 ήταν ο Ανδρέας Σωκράτους Γεωργίου, ο οποίος εργαζόταν στον Κλάδο Επιτόπιων Ερευνών στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Εξήγησε ότι στον κλάδο αυτό εξετάζονται υποθέσεις με επιτόπια έρευνα και ότι υπάρχουν οι κτηματολόγοι επιτόπιων ερευνών και οι ελεγκτές οι οποίοι ελέγχουν την υπόθεση η οποία εξετάζεται. Επίσης, στον ίδιο κλάδο οι ελεγκτές ελέγχουν και υποθέσεις οι οποίες δεν χρειάζονται επιτόπια έρευνα με σκοπό την έκδοση τίτλων. Αναφέρθηκε και στην ύπαρξη σχετικού μητρώου ενώ σε σχέση με υποθέσεις διαχείρισης περιουσίας αποβιωσάντων προσώπων εξήγησε ότι αυτές καταχωρούνται στον κλάδο αποδοχής αιτήσεων και παραπέμπονται στον κλάδο επιτόπιων ερευνών για οδηγίες. 25.Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο φακέλου σχετικού με την αγωγή τον οποίο είχε στη κατοχή του ουσιαστικά ενημερώνοντας με αυτό τον τρόπο σχετικά το Δικαστήριο. Εντούτοις διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν χειρίστηκε τη συγκεκριμένη υπόθεση και ούτε και είχε οποιαδήποτε εμπλοκή σε αυτή αλλά είχε ελέγξει το φάκελο. Εξήγησε ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, κατατέθηκε αίτηση από τον εναγόμενο για την έκδοση τίτλων των κτημάτων της αποβιώσασας δυνάμει κληρονομιάς και διανομής. Απάντησε ότι το σύνολο των κτημάτων αυτών αναφέρονται επί του τεκμηρίου
  18. Ο αιτητής ζητούσε την εγγραφή μεριδίου 4/5 στο όνομα του και το υπόλοιπο 1/5 να εγγραφεί στο όνομα της Παναγιώτας Χριστόδουλου Χατζηδαυίδ. Ο ελεγκτής ο οποίος έλεγξε την υπόθεση προτού δώσει οδηγίες για την εγγραφή στο όνομα του αιτητή και της Παναγιώτας θεώρησε ότι η γραπτή συγκατάθεση η οποία κατατέθηκε και αφορούσε τη διανομή των κτημάτων δεν ήταν ικανοποιητική. Ουσιαστικά εξέφρασε άποψη καθώς πρόσθεσε ότι, όπως ο ίδιος πίστευε, ο λόγος για τον οποίο δεν ήταν ικανοποιητική ήταν ότι δεν υπέγραψε ο ίδιος ο αιτητής τη γραπτή συγκατάθεση της διανομής. Πρόσθεσε όμως, δίχως να διευκρινίζεται κατά πόσο εξακολουθούσε να εκφράζει γνώμη, άλλα έχοντας ενώπιον του το σχετικό φάκελο, ότι ο ελεγκτής έδωσε οδηγίες όπως προσκομιστεί νέα γραπτή συγκατάθεση των κληρονόμων για τη διανομή. Πρόσθεσε ότι στάλθηκε επιστολή ημερομηνίας 3/12/98 προς τον αιτητή για να προσκομίσει νέο έγγραφο διανομής εντός 60 ημερών. Προσκόμισε ο αιτητής νέα γραπτή συγκατάθεση και νέο έγγραφο διανομής στις 12/12/
  19. Εξήγησε ότι τα έγγραφα αυτά είχαν αριθμηθεί με αριθμούς καταχώρησης 14 και
  20. Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι το φωτοναντίγραφο του εγγράφου το οποιο κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 φέρει στην άνω δεξιά γωνιά τον αριθμό
  21. Στη συνέχεια ο φάκελος προχώρησε για εγγραφή και εκδόθηκαν οι τίτλοι στις 6/12/
  22. 26.Εντοπίστηκε κατά την κύρια εξέταση του μάρτυρα αυτού η εξής χρονική ασυνέπεια. Ότι δηλαδή ενώ η ημερομηνία επί του εγγράφου διανομής είναι 23/12/98 εντούτοις η ημερομηνία την οποία φέρει η επιστολή του αιτητή προς το Κτηματολόγιο είναι 12/12/
  23. Απάντησε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε πότε κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο προσθέτοντας ότι οι ημερομηνίες τις οποίες αναφέρει είναι αυτές οι οποίες αναφέρονται στην αίτηση. Ερωτήθηκε και πάλι εάν μπορούσε να δώσει κάποια εξήγηση αναφορικά με αυτό το θέμα. Μάντεψε ουσιαστικά ο μάρτυρας με αναφορά στις οδηγίες επί του φακέλου και συγκεκριμένα στο σημείωμα 8 ότι ζητήθηκε από τον αιτητή έγγραφο διανομής και ότι αυτό προσκομίστηκε. Το σημείωμα αυτό φέρει ημερομηνία υπογραφής 23/6/
  24. Υπέθεσε ότι αυτό μπορεί να σημαίνει ότι κατατέθηκαν ή τα παρέλαβε ο υπεύθυνος του κλάδου την ημερομηνία που υπογράφει. Συνεπώς ο ίδιος δεν απέκλεισε η καταχώρηση αυτών των εγγράφων να έγινε στις 23/6/
  25. 27.Ερωτήθηκε στη συνέχεια ερωτήσεις αναφορικά με το γραφικό χαρακτήρα των υπογραφών επί του τεκμηρίου 2 οι οποίες σαφώς δεν εμπίπτουν εντός οποιασδήποτε προβαλλόμενης ειδικότητας του. Θεωρώ περιττό όπως οι απαντήσεις του παρατεθούν εντός αυτής της απόφασης. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν είναι ειδικός επί του θέματος. 28.Συμφώνησε σε ερώτηση κατά πόσο η υπηρεσία του εφόσον σε ένα έγγραφο υπάρχει πιστοποίηση υπογραφών από ένα πιστοποιούντα υπάλληλο το θεωρούν ως τεκμήριο γνησιότητας των υπογραφών. Πρόσθεσε δε, πέραν του ότι το θεωρούν ικανοποιητικό, ότι δεν μπορούν να αμφισβητήσουν πιστοποίηση υπογραφών. Ερωτήθηκε τότε εάν κατά την γνώμη του, ως προς τον τελικό έλεγχο που έγινε του φακέλου, κρίνει ότι σωστά και νομότυπα προχώρησε το Κτηματολόγιο στην έκδοση των σχετικών τίτλων και απάντησε μονολεκτικά με τη λέξη «μάλιστα». Ο ίδιος δεν δέχτηκε παράπονο από οποιοδήποτε κληρονόμο της αποβιώσασας μετά από την έκδοση των τίτλων. Ούτε και γνώριζε εάν η υπηρεσία του στο Κτηματολόγιο δέχτηκε οποιοδήποτε παράπονο. 29.Κατά την αντεξέταση του πρόσθεσε τα ακόλουθα. Ερωτήθηκε εάν η αίτηση υποβλήθηκε στις 16/7/98 και απάντησε ότι αυτή κατατέθηκε στις 17/7/
  26. Συμφώνησε όμως ότι έφερε ημερομηνία 16/7/
  27. Συμφώνησε ότι επί της αίτησης επισυνάπτονταν οι τίτλοι. Όταν του υποδείχτηκε το τεκμήριο 2 και ερωτήθηκε εάν αυτό ήταν η γραπτή συγκατάθεση απάντησε ότι «πρέπει» να είναι αυτή παρατηρώντας ότι το έγγραφο είναι αριθμημένο με τον ερυθρό αριθμό 10 διασταυρώνοντας αυτό το δεδομένο με τις σημειώσεις επί του φακέλου όπου το έγγραφο συγκατάθεσης φέρει τον αριθμό
  28. Ερωτήθηκε τότε εάν υπάρχει οποιαδήποτε επιστολή εντός του φακέλου σύμφωνα με την οποία οποιοδήποτε από τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται επί του εγγράφου συγκατάθεσης είτε να παύουν πλέον να παρέχουν τη συγκατάθεση τους είτε να την αποσύρουν. Απάντησε ότι δεν υπήρχε. Επανέλαβε ότι ο λόγος για τον οποίο ζητήθηκε νέο έγγραφο διανομής ήταν η απουσία συγκατάθεσης του αιτητή παρά το ότι ο ίδιος είχε υποβάλει την αίτηση. Η ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ Μ. Ε. 3 30.Ο Μ. Ε. 3 ήταν ο Σίμος Χριστοφόρου, ο οποίος κατά την ημερομηνία της προφορικής κατάθεσης του ήταν πιστοποιών υπάλληλος όπως ήταν και προηγουμένως για περίοδο περίπου 30 ετών. Εξήγησε τις αρμοδιότητες του ως πιστοποιών υπάλληλος και ότι το μόνο δικαίωμα το οποίο έχει είναι η πιστοποίηση υπογραφών. 31.Ο ίδιος δεν γνώριζε την ενάγουσα αν και γνώριζε τον εναγόμενο εδώ και 15 χρόνια καθότι είχε μάνδρα κοντά στο σπίτι του και τους συνέδεε μία φιλία. 32.Ήταν σε θέση να θυμηθεί ότι είχε προβεί σε μία πιστοποίηση στις 23/12/98 αναφορικά με τα κληρονομικά της συζύγου του εναγομένου. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσες υπογραφές πιστοποίησε άλλα ήταν σε θέση να θυμηθεί ότι δεν ήταν παρούσα η κόρη του εναγομένου. Ο ίδιος πιστοποίησε την υπογραφή της καλή τη πίστει. Ούτε μπορούσε να θυμηθεί ποια άτομα ήταν παρόντα κατά την πιστοποίηση. Μπορούσε όμως να θυμηθεί ότι το έγγραφο το είχε προσκομίσει ο εναγόμενος δίχως όμως να μπορεί να θυμηθεί εάν τον συνόδευε οποιοσδήποτε άλλος. Η πιστοποίηση έγινε με τις υπογραφές να υπάρχουν επί του εγγράφου ενώ, δίχως να είναι σίγουρος γι΄ αυτό, ο εναγόμενος υπέγραψε ενώπιον του. Αναγνώρισε την υπογραφή και πιστοποίηση του επί του τεκμηρίου
  29. 33.Ερωτήθηκε στη συνέχεια ερωτήσεις αναφορικά ουσιαστικά με τη γνησιότητα των υπογραφών θέμα για το οποίο σαφώς ο μάρτυρας αυτός δεν ισχυρίστηκε οποιαδήποτε ειδικότητα. Μάλιστα πρόσθεσε, απαντώντας αρνητικά, όταν ερωτήθηκε κατά πόσο κάτι παράξενο είχαν οι υπογραφές, ότι δεν του κίνησε τη περιέργεια για το λόγο ότι ήταν οικογενειακή υπόθεση ενός πατέρα προς τα παιδιά του και γνωρίζοντας τον εναγόμενο για 15 χρόνια ως ένα τίμιο άνθρωπο ο οποίος δεν ενοχλούσε κανένα στη ζωή του και ήξερε μόνο τη δουλειά του πως δεν υποψιάστηκε ότι θα μπορούσε να κάνει ψέματα στα παιδιά του. Ενέμεινε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας ως προς το κατά πόσο πρόσεξε οτιδήποτε περίεργο αναφορικά με τις υπογραφές ο μάρτυρας. Απάντησε ότι δεν πρόσεξε. Η δε παρατήρηση του μάρτυρα σε σχέση με τις υπογραφές, η οποία προέκυψε κατά τη διάρκεια της δίκης και όχι από προηγούμενη διαπίστωση, κρίνεται εκτός της οποιασδήποτε ειδικότητας την οποία προέβαλε ο ίδιος και δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. 34.Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε εάν η πιστοποίηση του είναι ψεύτικη και απάντησε όχι προσθέτοντας ότι είναι πραγματική. Κατά την επανεξέταση του δήλωσε ότι βεβαίως η πιστοποίηση είναι γνήσια. Η ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ Μ. Ε. 4 35.Ο Μ. Ε. 2 ήταν ο Ιωάννης Κτωρίδης, ο οποίος κατέθεσε αναφορικά με το αντικείμενο της κατ΄ ισχυρισμό ειδικότητας του, δηλαδή αυτή του γραφολόγου. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε έκθεση γραφολογικής εξέτασης (τεκμήριο 4) και συγκριτικό πίνακα υπογραφών (τεκμήριο 5). Η αιτούμενη εξέταση από αυτόν ήταν να συγκριθεί η αμφισβητούμενη υπογραφή της ενάγουσας επί του τεκμηρίου 1 με τα δείγματα υπογραφής της (τεκμήριο 6). Το αποτέλεσμα αυτής της εξέτασης ήταν ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή της ενάγουσας επί του τεκμηρίου 1 δεν είναι γνήσια υπογραφή της. Εξέφρασε επίσης αμφισβήτηση αναφορικά με τη γνησιότητα των υπογραφών των αδελφών της καθότι αυτές κατά την άποψη του δεν μπορεί να είναι υπογραφές δύο διαφορετικών προσώπων ενόψει και των ουσιωδών ομοιοτήτων οι οποίες παρουσιάζονται μεταξύ τους. 36.Αξιοσημείωτο από την έκθεση του μάρτυρα αυτού είναι η αναφορά του σε φωτοαντίγραφο του τεκμηρίου 2 και την υπογραφή της ενάγουσας εντός αυτού ως «υπογραφή δείγμα». Κατά την αντεξέταση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου περιορίστηκε σε δύο ερωτήσεις βάσει των οποίων ουσιαστικά απλά επιβεβαιώθηκε ότι ο μάρτυρας αυτός πήρε ως δείγμα υπογραφής την υπογραφή της ενάγουσας από το έγγραφο συγκατάθεσης (τεκμήριο 2) την οποία ο ίδιος θεωρούσε ως γνήσια υπογραφή. Η ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 37.Ο μοναδικός μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε προς υποστήριξη της υπεράσπισης είναι ο ίδιος ο εναγόμενος. Μετά από υιοθέτηση γραπτής του δήλωσης ως η κύρια εξέταση του, ο εναγόμενος αντεξετάστηκε. 38.Βασικές θέσεις του εναγομένου όπως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του είναι οι ακόλουθες. 38.
  30. Ότι κατά τη διάρκεια της ζωής της συζύγου του έδωσαν σημαντική περιουσία στις δύο τους κόρες αλλά καθόλου στους γιούς τους αν και ήταν δεδομένο ότι και αυτοί θα λάμβαναν εξίσου περιουσία. 38.
  31. Ο ίδιος με τη σύζυγο του ουδέποτε διαχώρισαν τη περιουσία τους η οποία ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα της συζύγου του και στο δικό του καθότι πάντοτε θεωρούσαν ότι αυτή ήταν περιουσία η οποία θα μοιραζόταν εξίσου στα παιδιά τους. 38.
  32. Ο ίδιος είχε τη πεποίθηση ότι τα παιδιά τους κατανοούσαν ότι θα λάβουν ίση περιουσία από τους γονείς τους. 38.
  33. Η περιουσία ήταν κοινή και αποκτήθηκε με κόπους και μόχθους καθώς ο ίδιος δούλεψε σκληρά μαζί με τη σύζυγο του για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. 38.
  34. Αναφέρθηκε στην ανταπόκριση των δύο τους σε σχέση με τη προίκα η οποία δόθηκε στην ενάγουσα. 38.
  35. Εξήγησε ότι μετά το θάνατο της συζύγου του όλα τα παιδιά του με εξαίρεση την Παναγιώτα, συμφώνησαν όπως η περιουσία της εγγραφεί στο όνομα του. Γι΄ αυτό και υπέγραψαν γραπτή συγκατάθεση. 38.
  36. Ο σκοπός της εγγραφής της περιουσίας αυτής στο όνομα του δεν ήταν έτσι ώστε να επωφεληθεί ο ίδιος αλλά για να τη διαμοιράσει δίκαια στα παιδιά του. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα ήταν σύμφωνη με αυτή τη διευθέτηση και κατανοούσε και συμφωνούσε ότι μετά την εγγραφή στο όνομα του ο ίδιος θα διαμοίραζε αυτή τη περιουσία στα παιδιά του. 38.
  37. Ισχυρίστηκε επίσης ότι όλες οι ενέργειες του έγιναν με τη συγκατάθεση και συμφωνία και κατ΄ εντολή των κληρονόμων συμπεριλαμβανομένης και της ενάγουσας. 38.
  38. Το 2005 όμως η ενάγουσα μαζί με το σύζυγο της με σκοπό να τον πιέσουν να τους δωρίσει άλλη περιουσία εφηύραν το ζήτημα το οποίο επικαλείται η ενάγουσα απειλώντας τον ότι θα τον κλείσουν φυλακή εάν δεν τους μεταβίβαζε τη περιουσία που απαιτούσαν να τους δωρίσει. 39.Κατά την αντεξέταση του προέκυψαν τα ακόλουθα. Προέβαλε σταθερά ο εναγόμενος τη θέση του ως προς το ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι θα προέκυπτε διαχωρισμός στους αδελφούς της καθότι είχε διαβάσει και υπογράψει χαρτί το οποίο ετοίμασε δικηγόρος. Απέρριψε τη θέση ως προς το ότι υπήρχε πλαστογράφηση της υπογραφής της ενάγουσας επί του τεκμηρίου
  39. Ενέμεινε στη θέση ότι η υπογραφή της ενάγουσας δόθηκε με σκοπό να πάρουν οι αδελφοί της περιουσία. Τέθηκε σε αυτόν ότι η ενάγουσα δεν δεχόταν να εγγραφούν τα ακίνητα στο όνομα των υπόλοιπων αδελφών της μόνο και ότι πλαστογράφησε την υπογραφή της ενώπιον του πιστοποιούντα υπαλλήλου. Ο εναγόμενος τότε ανέφερε ότι είναι στο Κτηματολόγιο που υπέγραψε η ενάγουσα και ότι δεν υπέγραψε «ψεύτικα». Ενέμεινε ο εναγόμενος ότι ο ίδιος έδωσε στην ενάγουσα ότι του ζήτησε και ότι υπέγραψε για να πάρουν και τα αδέλφια της περιουσία. Δέχτηκε ότι η Παναγιώτα δεν του υπέγραψε προσθέτοντας όμως ότι ο ίδιος δεν είχε ένσταση. Τέθηκε τότε σε αυτόν ότι εφόσον δεν του υπέγραψε αναγκάστηκε να της δώσει μερίδιο. Απάντησε ότι δεν του υπέγραψε και ο ίδιος δεν είχε απαίτηση. Όταν όμως τέθηκε σε αυτόν ότι και η ενάγουσα δεν του υπέγραφε απάντησε αφού η ενάγουσα του υπέγραψε. Όταν τέθηκε και πάλι σε αυτόν η θέση ότι το τεκμήριο 1 είναι πλαστογραφημένο απάντησε ότι του είπε να το κάνει για να δώσει και των αδελφών της. Ερωτήθηκε τότε εάν του είχε πει η ενάγουσα να πλαστογραφήσει. Απάντησε ότι του είπε «ότι θέλει να κάνει», ότι η ίδια υπέγραψε για να πιάσουν και τα αδέλφια της και ο ίδιος να κάνει ότι θέλει. Απέρριψε τη θέση ότι δεν του έδωσε τέτοια εντολή επαναλαμβάνοντας τη δική του θέση ως προς το ότι του υπέγραψε. Τέθηκε τότε σε αυτόν ότι γνώριζε πως η ενάγουσα είχε ένσταση και γι΄ αυτό το λόγο πλαστογράφησε. Απάντησε και πάλι ότι έκανε ότι του είπε. Ότι του υπέγραψε για να πιάσουν και τα αδέλφια της. Πρόσθεσε επίσης ότι αυτός και η σύζυγος του τη μεγαλύτερη περιουσία την έδωσαν της ενάγουσας. 40.Όταν ερωτήθηκε πόση περιουσία έδωσε στους γιους του απάντησε ότι τους έδωσε την αναλογία τους. Ερώτησε μάλιστα ρητορικά εάν δεν θα έπρεπε να τους δώσει ή εάν δεν θα έπρεπε να πιάσουν καθόλου. Απέρριψε τη θέση ότι δεν τους έδωσε από τη δική του περιουσία λέγοντας ότι τους έδωσε και από τη δική του και από αυτή της μάνας τους. Ως προς την ερώτηση κατά πόσο έκανε εκτίμηση της περιουσίας απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι έδινε σε εκείνους που του ζητούσαν. Ως προς το κατά πόσο έκανε εκτίμηση μετά από το θάνατο της συζύγου του αναφέρθηκε αόριστα σε εκτίμηση κανονική προσθέτοντας ότι έδωσε τους όπως έπρεπε. Όταν ερωτήθηκε τότε εάν ήταν ο ίδιος που έκρινε και εάν δεν έκανε εκτίμηση απάντησε ότι έκανε αναλογία να πιάσουν όλοι. Πρόσθεσε όμως ότι εκείνα τα οποία έδωσε της ενάγουσας είχαν παραπάνω αξία. Δεν δέχτηκε την υποβολή ότι έδωσε περιουσία μεγαλύτερης αξίας στους γιους του προβάλλοντας τη θέση ότι κανόνισε τα να μην μαλώνουν και ότι δεν ήθελε να γελάσει οποιουδήποτε από τα παιδιά του. 41.Απέρριψε τη θέση ότι η ενάγουσα αφέθηκε «πίσω». Ισχυρίστηκε ότι έδωσαν της την καλύτερη περιουσία και ότι διάλεξε τα καλύτερα χωράφια. Διευκρινίστηκε τότε σε αυτόν ότι η υποβολή είχε σχέση με τη περιουσία η οποία της αναλογούσε μετά από το θάνατο της μητέρας της. Επανέλαβε ο εναγόμενος ότι η ενάγουσα είχε υπογράψει να πάρουν και τα αδέλφια της από τη μητέρα τους προσθέτοντας ότι έδωσε τους και ο ίδιος περιουσία. Διαφώνησε με τη θέση ότι θα έπαιρνε και η ενάγουσα μερίδιο εξηγώντας ότι η ίδια δεν ήθελε και ότι έτσι θα έπαιρναν και τα αδέλφια της περιουσία τα οποία δεν είχαν πάρει. Ως προς τη θέση ότι η περιουσία την οποία η ενάγουσα πήρε ήταν ελάχιστη σε σχέση με αυτή την οποία πήραν οι αδελφοί της ενέμεινε ως προς το ότι της έδωσαν ότι τους είχε ζητήσει. Σε παρόμοια υποβολή απάντησε ότι της «έγραψαν» τη καλύτερη περιουσία. Απάντησε σε πιο συγκεκριμένη υποβολή ότι της έδωσαν αρκετή περιουσία και ότι ήθελε το πήρε. 42.Διερωτήθηκε ως προς το τι έγινε στο Κτηματολόγιο και κίνησε αγωγή η ενάγουσα εφόσον του είχε υπογράψει. Ενέμεινε και πάλι, απορρίπτοντας την ύπαρξη πλαστογραφίας, ότι του υπέγραψε και του είπε να δώσει και στους αδελφούς της που δεν είχαν πάρει περιουσία. Απέρριψε τη θέση ότι ενήργησε αυθαίρετα προσθέτοντας ότι δίκαια προχώρησε για να πάρουν όλα τα αδέλφια και να μην μαλώνουν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ 43.Λόγω της παράλειψης παράθεσης λεπτομερειών δόλου ή πλαστογραφίας εντός της έκθεσης απαίτησης το έργο αξιολόγησης της αξιοπιστίας της ενάγουσας καθίσταται δύσκολο και επίπονο. Ιδιαίτερα δε ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο εναγόμενος ενήργησε έτσι ώστε κατ΄ ισχυρισμό να την «αδικήσει». Κατ΄ επέκταση περιορίζονται οι πιθανότητες να κριθεί η αξίωση ως θεμελιωμένη επί μίας πειστικής και γνήσιας πραγματικής βάσης. 44.Αβίαστα διαπιστώνεται η ύπαρξη τόσο αοριστίας όσο και αβεβαιότητας - πλέον ως στοιχεία αξιολόγησης - από τα οποία και διακρίνεται η προφορική κατάθεση της ενάγουσας. Δηλαδή, η βασικότερη μάρτυρας προς απόδειξη της αξίωσης δεν ήταν σε θέση να καταθέσει με βεβαιότητα και σαφήνεια. Ασφαλώς αυτό δεν βοηθούσε στη προώθηση της αξίωσης της. Συνεχώς προέβαινε σε εικασίες ως προς γεγονότα επί των οποίων λογικά θα αναμενόταν να ήταν σε θέση με σταθερότητα να είχε στηρίξει την αξίωση της. Εν τέλει, με μοναδική εξαίρεση τον ισχυρισμό της ως προς το ότι η υπογραφή της επί του τεκμηρίου 1 δεν είναι δική της, το Δικαστήριο καταλήγει στην εξής βασική διαπίστωση. Ότι πραγματικά δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο να βασιστεί επί οποιουδήποτε ισχυρισμού της ενάγουσας είτε ως βάσιμου είτε ως αξιόπιστου έτσι ώστε να καταλήξει σε οποιαδήποτε διαπίστωση αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της αγωγής. 45.Ελλείπει η απαιτούμενη προς απόδειξη της αξίωσης επάρκεια συνοχής από τη μαρτυρία η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση της ενάγουσας. Λογικά αναμενόμενες στοιχειώδεις λεπτομέρειες απουσιάζουν έτσι ώστε να ήταν δυνατό για το Δικαστήριο να στηριχτεί επί αυτών για να κριθεί ότι αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί της. Ισχυρισμοί σε σχέση τόσο με τις κατ΄ ισχυρισμό ενέργειες και πράξεις του εναγομένου όσο και των συνεπειών αυτών. Συνεπειών είτε υπό την πραγματική τους έννοια είτε κατ΄ επέκταση αναφορικά με τη νομική τους σημασία. 46.Αυτά γενικά ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της ενάγουσας ως μάρτυρας. Υπάρχει όμως ένα σημείο αναφορικά με το οποίο θεωρώ ότι το Δικαστήριο οφείλει να διευκρινίσει τη κατάληξη του. Αυτό έχει σχέση με το ερώτημα κατά πόσο όντως η ίδια είχε συγκατατεθεί στην εγγραφή της περιουσίας της αποβιώσασας της μητέρας στο όνομα του πατέρα της. 47.Επί αυτού του θέματος, διατηρώντας υπόψη το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ούτε και η ίδια η ενάγουσα αρνήθηκε τη γνησιότητα της υπογραφής της επί αυτού του εγγράφου συγκατάθεσης (μάλιστα με τη παρουσίαση, από την ίδια την ενάγουσα, της μαρτυρίας του Κτωρίδη αυτή υποστηρίχθηκε ως δεδομένη) αλλά και του δεδομένου ότι ουδέποτε η ίδια αποπειράθηκε καν να ανακαλέσει ή ακυρώσει αυτή τη συγκατάθεση, αφού προηγουμένως αυτή είχε κατατεθεί και στο Κτηματολόγιο, θεωρώ ότι δεν παρέχεται οποιοδήποτε περιθώριο στο Δικαστήριο όπως καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα αναφορικά με το κατά πόσο η ενάγουσα όντως είχε ή δεν είχε συγκατατεθεί σε αυτή την εγγραφή. Μία είναι η λογική κατάληξη σε σχέση με αυτό το σημείο. Ότι η ενάγουσα είχε όντως δώσει τη συγκατάθεση της σε σχέση με την εγγραφή της περιουσίας της αποβιώσασας στο όνομα του εναγομένου. 48.Αυτά αναφορικά με το σαφής περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου σε συνδυασμό και με την αποδοχή από την ενάγουσα τόσο της προηγηθείσας ανάγνωσης του περιεχομένου του όσο και την αναγνώριση της γνησιότητας της υπογραφής της επί αυτού. 49.Αναφορικά με την ύπαρξη αυτής της συγκατάθεσης, το Δικαστήριο δεν παραβλέπει τη προβολή από την ενάγουσα του εξής ισχυρισμού. Ότι δηλαδή ο λόγος για τον οποίο υπέγραψε τη συγκατάθεση ήταν έτσι ώστε ο εναγόμενος να τους μοιράσει τη περιουσία της μητέρας τους καθότι νόμιζε ότι απλά θα «μπει» διαχειριστής ενώ η ίδια δεν είχε ιδέα από «έτσι υποθέσεις». 50.Προκύπτει από τη προβολή αυτού του ισχυρισμού συγκεκριμένη θέση η οποία ιδωμένη στο όλο πλαίσιο της παρουσιασθείσας μαρτυρίας κρίνεται αναξιόπιστη. 51.Εάν όντως αυτή ήταν η ειλικρινής αντίληψη την οποία η ενάγουσα είχε ως προς την πραγματική έννοια του εγγράφου συγκατάθεσης τότε γιατί άφησε να διαρρεύσει τόσος χρόνος προτού αντιδράσει; Είτε με την αποστολή της επιστολής από τον δικηγόρο της (τεκμήριο 3) προς τον εναγόμενο είτε με τη καταχώρηση της αγωγής ένα χρόνο περίπου μετά από την ημερομηνία της επιστολής. Διατηρώντας υπόψη και τη μαρτυρία του Μ. Ε. 2, προ της ημερομηνίας αυτής της επιστολής, είχε παρέλθει χρόνος περίπου 6 ετών από την αίτηση του εναγομένου στο Κτηματολόγιο και περίπου 5 ετών από την έγκριση της με την έκδοση νέων τίτλων στο όνομα του εναγομένου. 52.Εάν όντως η εναγόμενη ειλικρινά ανέμενε να προχωρήσει ο εναγόμενος σε διανομή στα παιδιά του της περιουσίας η οποία βάσει της συγκατάθεσης αρχικά θα εγγραφόταν στο όνομα του τότε λογικά το Δικαστήριο θα ανέμενε είτε η ενάγουσα να είχε προβεί σε κάποιο στοιχειώδη έλεγχο κατά πόσο αυτό όντως είχε συμβεί ή τουλάχιστον να είχε προσφέρει κάποιο πειστικό λόγο για τη παράλειψη της να είχε προβεί σε τέτοιο έλεγχο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. 53.Ούτε και ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το 2004 ανακάλυψε ότι η περιουσία δεν είχε μεταβιβαστεί στο όνομα της προσθέτει οποιαδήποτε πειστικότητα στην όλη εκδοχή της. Ούτε και η θέση της ότι επειδή δεν υπέγραψε η αδελφή της η ίδια νόμιζε ότι το όλο θέμα παρέμεινε στάσιμο. Αυτή η θέση έρχεται σε αντίφαση με τη γενικότερη της θέση ότι η ίδια είχε την εντύπωση ότι το μερίδιο της θα εγγραφόταν στο όνομα της. 54.Διαπιστώνω δε ως προς το ίδιο το περιεχόμενο του εγγράφου συγκατάθεσης (τεκμήριο 2) ότι δεν είναι δυνατό λογικά να τίθεται καν θέμα παρερμηνείας ή αποτυχίας αντίληψης του. Συμφώνησε η ενάγουσα ότι διάβασε το έγγραφο αυτό. Το επίπεδο μόρφωσης της - σε αντίθεση με αυτό του εναγομένου - είναι τέτοιο έτσι ώστε λογικά να αναμενόταν η ίδια να ήταν σε θέση να αντιληφθεί πλήρως το τόσο απλό περιεχόμενο αυτού του εγγράφου. Η δήλωση η οποία εμπεριέχεται εντός αυτού ουσιαστικά αποτελείται μόνο από μία πρόταση η έννοια της οποίας είναι πολύ απλή και εύκολα αντιληπτή από ένα μέσο λογικό άνθρωπο. Σύμφωνα με αυτή τη δήλωση, παρέχουν τη συγκατάθεση τους οι δηλούντες, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, για την εγγραφή ολόκληρης της περιουσίας της αποβιώσασας στο χωριό Πέγεια στο όνομα του πατέρα τους. 55.Ουσιαστικά, όποια και να ήταν η αντίληψη ή οι προσδοκίες της ενάγουσας ως προς το τι θα έκανε ο πατέρας της στη συνέχεια, δηλαδή μετά την εγγραφή της περιουσίας της αποβιώσασας στο όνομα του, δεν είναι δυνατό παράλληλα να γίνει δεκτό ότι αρχικά η ίδια δεν είχε παράσχει τη συγκατάθεση της για αυτή την εγγραφή. Ενώ βεβαίως τόσο η αντίληψη όσο και οι προσδοκίες της ενάγουσας ως προς τις μελλοντικά αναμενόμενες ενέργειες του εναγομένου είναι δυνατό να διαπιστωθούν με βάση τις προαναφερόμενες ενέργειες της ή ουσιαστικά την έλλειψη οποιωνδήποτε ενεργειών της μέχρι και την αποστολή της επιστολής του δικηγόρου της. 56.Διευκρινίζεται δε επί αυτού του σημείου, διατηρώντας υπόψη και το όλο πλέγμα γεγονότων τα οποία είχαν προηγηθεί μέχρι και την καταχώρηση αυτής της αγωγής, ότι το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως γνήσια και βάσιμη την οποιαδήποτε θέση της ενάγουσας ως προς το ότι η εγγραφή αυτή έγινε προσωρινά και υπό αίρεση. Ότι δηλαδή η συνεννόηση μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου ήταν ότι στη συνέχεια θα της μεταβίβαζε το 1/5 της αξίας της περιουσίας. Της περιουσίας δηλαδή η οποία αρχικά θα εγγραφόταν στο όνομα του εναγομένου. Εγγραφή είτε δίχως οποιαδήποτε ιδιότητα άλλη από αυτή του απλού κληρονόμου και πλέον νέου ιδιοκτήτη της περιουσίας είτε υπό την ιδιότητα, εάν όντως αποκτούσε μία τέτοια ιδιότητα, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας. 57.Ως προς την οποιαδήποτε σημασία θα μπορούσε να δοθεί από το Δικαστήριο στο περιεχόμενο του εγγράφου διανομής (τεκμήριο 1) επί του οποίου η υπογραφή της ενάγουσας, σύμφωνα και με την αξιολόγηση της μαρτυρίας στο σύνολο της, γίνεται δεκτό ότι δεν είναι γνήσια, κρίνεται ότι αυτή δεν είναι δυνατό να ανατρέψει τη σημασία του εγγράφου συγκατάθεσης (τεκμήριο 2) επί του οποίου η υπογραφή της ενάγουσας είναι κοινά αποδεκτό από τους διάδικους ότι είναι γνήσια. 58.Με το έγγραφο συγκατάθεσης η ενάγουσα παρέχει τη συγκατάθεση της ως προς την εγγραφή στο όνομα του εναγομένου ολόκληρης της περιουσίας της αποβιώσασας στο χωριό Πέγεια. Το γεγονός ότι με το έγγραφο διανομής συγκεκριμενοποιείται η περιουσία αυτή ενώ παράλληλα τονίζεται και η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των υπόλοιπων κληρονόμων ως προς την εγγραφή επί του ονόματος του πατέρα, δεν αλλοιώνει ή ουσιαστικά προσθέτει οτιδήποτε το ουσιαστικό ή διαφορετικό σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου συγκατάθεσης (τεκμήριο 2). Εντός του οποίου επίσης κατανοητή είναι και η κατ΄ επέκταση λογικά προηγηθείσα ύπαρξη αυτής της είτε ρητής είτε σιωπηρής συμφωνίας ή κοινής αντίληψης των υπόλοιπων κληρονόμων (με εξαίρεση τη Παναγιώτα) και η εμβέλεια αυτής ανεξάρτητα και από την μη αναφορά συγκεκριμένων τεμαχίων γης ή άλλων στοιχείων ακίνητης ιδιοκτησίας, όπως δέντρων. Όπως δηλαδή και στο έγγραφο διανομής (τεκμήριο 1). 59.Αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του Μ. Ε. 2, Ανδρέα Σωκράτους Γεωργίου, δηλαδή του υπαλλήλου του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου, διαπιστώνω ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε με αμεροληψία τα όσα στοιχεία ήταν σε θέση να αντλήσει από το σχετικό φάκελο του Κτηματολογίου. Κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ανεξάρτητος και κατά συνέπεια το Δικαστήριο είναι σε θέση να βασιστεί στη μαρτυρία του ως αξιόπιστη έτσι ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής. 60.Αναφορικά με την όση μαρτυρία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του Μ. Ε. 3, Σίμου Χριστοφόρου, δηλαδή του πιστοποιούντα υπαλλήλου το Δικαστήριο κρίνει ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε με ειλικρίνεια παρά και το δεδομένο ότι ουσιαστικά παραδεχόταν ότι η ενάγουσα δεν ήταν παρούσα όταν πιστοποίησε την υπογραφή της επί του τεκμηρίου
  40. 61.Αναφορικά με τη μαρτυρία του Μ. Ε. 4, Ιωάννη Κτωρίδη, δηλαδή του γραφολόγου, κατ΄ αρχάς διευκρινίζω ότι βάσει της πείρας του, των μαθημάτων τα οποία παρακολούθησε και τις γνώσεις τις οποίες απεκόμισε ως υπεύθυνος του Εργαστηρίου Γραφολογίας και της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας, το Δικαστήριο αποδέχεται τον μάρτυρα ως εμπειρογνώμονα αναφορικά με την εξέταση και αναγνώριση χειρογράφων και δακτυλογραφημένων εγγράφων. 62.Επιπλέον, διαπιστώνεται η ύπαρξη αντικειμενικότητας στην εξέταση την οποία ο μάρτυρας αυτός διενήργησε και το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία αναφορικά με την ειλικρίνεια του ενώ η ορθότητα των αποτελεσμάτων της εξέτασης του θεωρείται δεδομένη από το Δικαστήριο. 63.Αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του εναγομένου διατηρώ σταθερά υπόψη μου την ηλικία του (84 χρονών) και το γεγονός ότι δεν είχε οποιαδήποτε μόρφωση στη ζωή του. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός δεν κατέθεσε με επιτήδειο τρόπο προσπαθώντας να αποκρύψει τις οποιεσδήποτε παράνομες ενέργειες του. Η εντύπωση την οποία αποκόμισε το Δικαστήριο από τη ζωντανή εντύπωση του μάρτυρα αυτού είναι ότι τα όσα ανέφερε πράγματι αποτελούσαν τα όσα ο ίδιος ήταν σε θέση να αντιληφθεί αναφορικά με την οποιαδήποτε διαδικασία ακολουθήθηκε σε σχέση με την αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο. Θεωρώ επίσης ότι ο ίδιος ήταν ειλικρινής ως προς τα όσα ανέφερε σε σχέση με αυτή την αντίληψη. Ότι δηλαδή είχε τη συγκατάθεση όλων των παιδιών του, πλην της Παναγιώτας, όπως προχωρήσει στην εγγραφή όλης της περιουσίας της αποβιώσασας στο όνομα του με απώτερο στόχο ένα δίκαιο διαμοιρασμό αυτής στα παιδιά του τα οποία δεν είχαν λάβει οποιαδήποτε περιουσία ανάλογη με αυτή η οποία είχε μέχρι τότε δοθεί προς την ενάγουσα. Επιπλέον, δεν έχω πεισθεί ότι ο εναγόμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη πραγματική έννοια της πλαστογραφίας. Ενδεχομένως ο ίδιος να θεώρησε ότι η υπογραφή της ενάγουσας επί του εγγράφου της συγκατάθεσης ήταν αρκετή για να προχωρήσει η διαδικασία δίχως να δίδει παράλληλα ιδιαίτερη σημασία στο έγγραφο διανομής. Βεβαίως δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτός ως αξιόπιστος ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός του ότι η υπογραφή της ενάγουσας επί του τεκμηρίου 1 είναι η δική της ενόψει τόσο της μαρτυρίας της ίδιας της ενάγουσας όσο και της μαρτυρίας του Μ. Ε. 4 αλλά και αυτής του Μ. Ε.
  41. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ 64.Δηλώθηκαν από τους διάδικους στις 2/11/2011 από κοινού αποδεκτά γεγονότα αναφορικά με τα επίδικα ακίνητα. Ασφαλώς αυτά λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο ως δεδομένα δίχως να χρειάζεται η οποιαδήποτε αξιολόγηση ή λεπτομερής καταγραφή τους υπό μορφή επανάληψης εντός των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει αναφορικά με τη δήλωση των διαδίκων στις 15/11/2011 αναφορικά με την ακίνητη περιουσία η οποία είχε εγγραφεί στο όνομα της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου προ του θανάτου της αποβιώσασας. 65.Αναφορικά με τα παραδεκτά γεγονότα παρατηρούνται τα ακόλουθα,:- 65.
  42. Παρά και το γεγονός ότι στις 2/11/2011 δεν διευκρινίστηκε ότι τα πρώτα 4 ποσά τα οποία δηλώθηκαν και το σύνολο τους αποτελούσαν το σύνολο της αξίας της ακίνητης ιδιοκτησίας της αποβιώσασας κατά το χρόνο του θανάτου της εντούτοις προκύπτει με σαφήνεια από το περιεχόμενο των τελικών αγορεύσεων των δικηγόρων των διαδίκων ότι αυτό αποτελούσε από κοινού θέση των διαδίκων. 65.
  43. Στις 15/11/2011 δηλώθηκε η ακίνητη ιδιοκτησία η οποία εγγράφηκε στο όνομα της ενάγουσας, δυνάμει δωρεάς και από τους δύο γονείς της, κατά τη διάρκεια της περιόδου πριν από το θάνατο της αποβιώσασας. Έχει σημασία αυτό σε σχέση με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του εναγομένου και γενικότερα της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση του (βλ. σχετικά τις υποπαραγράφους 38.1 και 38.2 αυτής της απόφασης). Κυρίως όμως αυτό το οποίο έχει σημασία σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής είναι η ακίνητη ιδιοκτησία η οποία προ του θανάτου της ανήκε στην αποβιώσασα και κατά τη διάρκεια της ζωής της ενεγράφη στο όνομα της ενάγουσας. Εγγραφή η οποία θα είχε γίνει με οποιοδήποτε από τους τρόπους οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 51 του σχετικού Νόμου. 65.
  44. Καθότι παρά και τη σαφή δήλωση του εναγομένου ότι o ίδιος με τη σύζυγο του ουδέποτε διαχώρισαν τη περιουσία τους η οποία ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα της συζύγου του και στο δικό του διότι πάντοτε θεωρούσαν ότι αυτή ήταν περιουσία η οποία θα μοιραζόταν εξίσου στα παιδιά τους εντούτοις αυτό το οποίο κλήθηκε το Δικαστήριο να εξετάσει σε αυτή την αγωγή είναι η αξίωση της ενάγουσας σε σχέση με την αξία της κληρονομιάς η οποία προέκυψε από το θάνατο της αποβιώσασας. 65.
  45. Σε σχέση με τα κτήματα τα οποία μεταβιβάστηκαν από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα η συνολική τους αξία κατά το έτος 1997 ήταν €172.748,00 (88.900,00 + 17.392,00 + 49.056,00 + 17.400,00) ενώ κατά το 2006 ήταν €1.487.645,00 (1.016.000,00 + 97.830,00 + 275.940,00 + 97.875,00). Διευκρινίζεται ότι βάση του υπολογισμού των αξιών των τεμαχίων τα οποία συγχωνεύτηκαν στο τεμάχιο 61 είναι αυτή η οποία αναφέρεται πιο κάτω (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 65.5.1). 65.
  46. Παρατηρείται ότι από τα 6 συνολικά κτήματα τα οποία αναφέρθηκαν μόνο τα δύο δωρίθηκαν από την αποβιώσασα προς την ενάγουσα. 65.5.
  47. Σε σχέση με το κτήμα με αριθμό τεμαχίου 165 έκτασης 2.007 τετραγωνικών μέτρων τίθεται θέμα υπολογισμού της αξίας του ανά τετραγωνικό μέτρο καθότι αυτό συγχωνεύθηκε με άλλα κτήματα στο τεμάχιο
  48. Σύμφωνα με τα όσα δηλώθηκαν στις 2/11/2011 σε σχέση με την εκτίμηση της αξίας του τεμαχίου 61 επί της συνολικής του έκτασης, οι αξίες ανά τετραγωνικό μέτρο το 1997 ήταν €8,00 (106.000,00 ÷ 13.250) ενώ το 2006 ήταν €45,00 (596.250,00 ÷ 13.250). Συνεπώς, αντίστοιχα η αξία της έκτασης των 2.007 τετραγωνικών μέτρων η οποία είχε δωριθεί στην ενάγουσα ήταν €16.056,00 το 1997 και €90.315,00 το
  49. 65.5.
  50. Στο δεύτερο κτήμα με αριθμό τεμαχίου 54 το οποίο πωλήθηκε το 1981 δόθηκε μία αξία €9.200,00 την οποία θα είχε κατά το 1997 αλλά όπως επεξηγήθηκε αυτή θα ήταν η αξία του καθότι το συγκεκριμένο δεν υπήρχε είτε κατά το 1997 είτε το 2006 διότι ήταν αντικείμενο αναδασμού. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ 66.Σύμφωνα με το περιεχόμενο των δικογράφων, την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα παραδεκτά γεγονότα (είτε εντός των δικογράφων είτε ως αποτέλεσμα δηλώσεων των δικηγόρων) το Δικαστήριο καταλήγει στις ακόλουθες διαπιστώσεις αναφορικά με τη πραγματική πτυχή της αγωγής. 66.
  51. Η ενάγουσα είναι θυγατέρα του εναγομένου. 66.
  52. Στις 13/11/1997 η μητέρα της ενάγουσας και σύζυγος του εναγομένου (στο εξής θα καλείται η «αποβιώσασα») απεβίωσε άνευ διαθήκης. 66.
  53. Οι μόνοι νόμιμοι κληρονόμοι της αποβιώσασας ήταν ο σύζυγος της, η ενάγουσα και τα 3 αδέλφια της, δηλαδή ο Ευστάθιος, ο Ανδρέας και η Παναγιώτα. 66.
  54. Σε άγνωστη ημερομηνία μετά από το θάνατο της αποβιώσασας και εντός του έτους 1998 όλοι οι κληρονόμοι πλην του εναγομένου και της θυγατέρας του Παναγιώτας υπέγραψαν έγγραφο συγκατάθεσης (τεκμήριο 2) αναφορικά με την εγγραφή εξ ολοκλήρου στο όνομα του εναγομένου ολόκληρης της περιουσίας της αποβιώσασας η οποία βρισκόταν στο χωριό Πέγεια. 66.
  55. Σε άγνωστη ημερομηνία μετά από το θάνατο της αποβιώσασας εντός του έτους 1998 καταχωρήθηκε αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου από τον εναγόμενο για την έκδοση τίτλων δυνάμει κληρονομιάς και διανομής των κτημάτων της αποβιώσασας όπως αυτά καταγράφονταν επί σχετικού εγγράφου διανομής (τεκμήριο 1). 66.
  56. Σύμφωνα με αυτή την αίτηση ο εναγόμενος ζητούσε την εγγραφή μεριδίου 4/5 στο όνομα του και του υπολοίπου 1/5 στο όνομα της θυγατέρας του Παναγιώτας. 66.
  57. Ο ελεγκτής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου ο οποίος έλεγξε την αίτηση προτού δώσει οδηγίες για την εγγραφή στο όνομα του αιτητή και της Παναγιώτας θεώρησε ότι η γραπτή συγκατάθεση η οποία κατατέθηκε και αφορούσε τη διανομή των κτημάτων δεν ήταν ικανοποιητική καθώς η γραπτή συγκατάθεση της διανομής δεν έφερε την υπογραφή του εναγομένου ως αιτητής. 66.
  58. Στη συνέχεια ο ελεγκτής με επιστολή ημερομηνίας 3/12/98 προς τον αιτητή για προσκόμιση νέου εγγράφου διανομής εντός 60 ημερών έδωσε οδηγίες όπως προσκομιστεί νέα γραπτή συγκατάθεση των κληρονόμων για τη διανομή. 66.
  59. Με επιστολή του η οποία δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο στις 12/12/98 ο εναγόμενος προσκόμισε νέα γραπτή συγκατάθεση και νέο έγγραφο διανομής τα οποία έγγραφα αριθμήθηκαν με αριθμούς καταχώρησης 14 και
  60. 66.
  61. Τα έγγραφα αυτά κατατέθηκαν είτε στις 12/12/98 είτε στις 23/6/99 (η ακριβής ημερομηνία δεν είναι γνωστή καθότι η σχετική σημείωση εντός του φακέλου του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου, δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο). 66.
  62. Το έγγραφο διανομής (τεκμήριο 1) φέρει τον αριθμό 14 στην άνω δεξιά του γωνία. 66.
  63. Δεν έχει κατατεθεί ως τεκμήριο οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να φέρει τον αριθμό 16 σε οποιοδήποτε σημείο ενώ το έγγραφο συγκατάθεσης το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 2 φέρει τον αριθμό 10 στην άνω δεξιά του γωνία. 66.
  64. Στις 6/12/1999 εκδόθηκαν οι τίτλοι των ακινήτων τα οποία αναφέρονταν εντός της αίτησης του εναγομένου προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. 66.
  65. Η υπογραφή της ενάγουσας επί του τεκμηρίου 1 δεν είναι δική της ενώ αυτή επί του τεκμηρίου 2 είναι όντως γνήσια. 66.
  66. Προ του θανάτου της αποβιώσασας μεταβιβάστηκε στο όνομα της ενάγουσας από τους γονείς της ακίνητη περιουσία ενώ η συνολική αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία δωρίθηκε από τον εναγόμενο προς αυτήν κατά το έτος 1997 ήταν €172.748,00 ενώ κατά το έτος 2006 ήταν €1.487.645,
  67. 66.
  68. Προ του θανάτου της αποβιώσασας μεταβιβάστηκε στο όνομα της ενάγουσας από την αποβιώσασα ακίνητη περιουσία, η συνολική αξία της οποίας κατά το έτος 1997 υπολογίζεται στο ποσό των €25.256,00 ενώ κατά το έτος 2006 αυτή είχε επιπρόσθετη αξία €74.259,00 (90.315,00 - 16.056,00). 66.
  69. Η αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας της αποβιώσασας κατά το χρόνο του θανάτου της το 1997 ήταν €157.600,00[1] ενώ κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής το 2006 ήταν €826.600,
  70. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 67.Σύμφωνα με το άρθρο 44 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195 (όπως τροποποιήθηκε), ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος» όταν πρόσωπο αποβιώσει αφήνοντας σύζυγο και εκτός από το σύζυγο και οποιοδήποτε τέκνο, δικαιούται ο σύζυγος αυτός, μετά την αποπληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων με τα οποία βαρύνεται η κληρονομιά, σε μερίδα βάσει του νόμου στο μη διαθέσιμο μέρος και στο τυχόν αδιάθετο μέρος της κληρονομιάς (βλ. σχετικά το άρθρο 41 του σχετικού Νόμου) ίση με τη μερίδα του καθενός από τα τέκνα. 68.Σαφώς ένας κληρονόμος δύναται εάν το επιθυμεί να δώσει συγκατάθεση για τη μη εγγραφή στο όνομα του περιουσίας στην οποία αποκτά δικαίωμα εγγραφής και κατ΄ επέκταση την εγγραφή αυτής στο όνομα άλλου κληρονόμου. Παρόμοια δυνατότητα παρέχεται από το άρθρο 51 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος (Κεφ. 189 όπως αυτός τροποποιήθηκε) σύμφωνα με το οποίο όταν περιέρχεται και επάγεται κληρονομιά σε κληρονόμο δυνάμει των διατάξεων του συγκεκριμένου Νόμου, ο κληρονόμος αυτός δύναται, ακολουθώντας συγκεκριμένη διαδικασία, να αποποιηθεί ανεπιφύλακτα την κληρονομιά οποτεδήποτε εντός τριών μηνών από τότε που για πρώτη φορά περιήλθε σε γνώση του ο θάνατος του αποθανόντος και το γεγονός ότι είναι κληρονόμος του εν λόγω αποθανόντος. 69.Σύμφωνα με το άρθρο 51 του σχετικού Νόμου οποιοδήποτε τέκνο ή άλλος κατιών του αποβιώσαντος ο οποίος καθίσταται δικαιούχος για διαδοχή στο βάσει του νόμου μη διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς και στο τυχόν αδιάθετο μέρος της κληρονομιάς, λογαριάζει κατά τον υπολογισμό της μερίδας του, οποιαδήποτε κινητή ιδιοκτησία και ακίνητη ιδιοκτησία που λήφθηκε από αυτόν από τον αποβιώσαντα σε οποιοδήποτε χρόνο με παροχή εν ζωή ή δυνάμει γαμικής σύμβασης ή ως προίκα ή ως δωρεά η οποία γίνεται λαμβάνοντας υπόψη επικείμενο θάνατο. Υπάρχει επιφύλαξη σε σχέση με αυτή τη πρόνοια εντός του άρθρου 51 η οποία όμως δεν τυγχάνει εφαρμογής στην επίδικη περίπτωση. ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ 70.Όπως αναφέρεται πιο πάνω ο εναγόμενος με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του προβάλει ορισμένες θέσεις αναφορικά με τη νομική πτυχή της αγωγής. Αυτές θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές και ως προδικαστικές ενστάσεις αν και δεν περιγράφονται με αυτό τον τρόπο εντός του δικογράφου του εναγομένου. 70.
  71. Κατ΄ αρχάς ότι η ενάγουσα δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα καθότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, δικαιούχος της επίδικης ακίνητης περιουσίας είναι η περιουσία της αποβιώσασας για την οποία θα έπρεπε να διοριστεί διαχειριστής. Ασφαλώς, με τη θέση του αυτή ο εναγόμενος εισηγείται ότι η ενάγουσα δεν θα έπρεπε να είχε καταχωρήσει αγωγή εναντίον του αλλά εναντίον διαχειριστή της κληρονομιάς της αποβιώσασας. Αναμφίβολα προβληματικός κρίνεται ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε η ενάγουσα να προωθήσει την αγωγή της εναντίον του εναγομένου μόνο δίχως παράλληλα να λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα και άλλων κληρονόμων. Όπως αυτά θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη σε περίπτωση κατά την οποία η αγωγή είχε εγερθεί εναντίον διαχειριστή της κληρονομιάς ενδεχομένως με συνεναγόμενο τον εναγόμενο αλλά και τους υπόλοιπους κληρονόμους. Όμως το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση του έχει κρίνει το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα η ενάγουσα προέβαλε εναντίον του εναγομένου όπως αυτό προωθήθηκε ανεξάρτητα και από τις οποιεσδήποτε ελλείψεις το Δικαστήριο ήδη έχει εντοπίσει στην έκθεση απαίτησης της (παραδείγματος χάριν, έλλειψη λεπτομερειών δόλου ή πλαστογραφίας). Διαπιστώνεται δηλαδή ότι δεν θα ήταν δυνατό η αγωγή αυτή να είχε απορριφθεί για αυτό το λόγο μόνο. Ότι δηλαδή η ενάγουσα δεν είχε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου όπως αυτή επέλεξε να το προβάλει. 70.
  72. Δεύτερο, ότι η αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο διότι περιέχει ισχυρισμούς για δόλο και απάτη. Διατηρώντας υπόψη τους ισχυρισμούς για ύπαρξη δόλου εντός της έκθεσης απαίτησης και σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται σχετικά στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας (Δ.2 κ. 6) η θέση αυτή κρίνεται ορθή. Ασφαλώς η παρατυπία αυτή θα μπορούσε να είχε διορθωθεί με επίκληση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σύμφωνα με τη Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Βεβαίως όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων τόσο μεγαλύτερο θα ήταν το βάρος το οποίο η ενάγουσα θα αναλάμβανε έτσι ώστε να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος της έτσι ώστε η μη συμμόρφωση της με τη Δ.2 κ. 6 να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία η οποία να μην οδηγούσε κατ΄ ανάγκη σε ακυρότητα (βλ. σχετικά την Dasaki Entertainment Co. Ltd. v. Ιερού Ναού Παναγιάς Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2)

(2009)1Α Α. Α. Δ. 356, 361-362). Η ενάγουσα επέλεξε να μην προωθήσει οποιοδήποτε αίτημα προς αυτό το σκοπό. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα μπορούσε να απορρίψει την αγωγή της και για αυτό το λόγο. Όμως, διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αγωγής επί της ουσίας της πραγματικά θεωρώ ότι δεν παρίσταται η ανάγκη για μία πιο ενδελεχή εξέταση αυτού του ζητήματος. 70.3. Τρίτο, ότι δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έγερση αγωγής που αφορά κληρονομικό δικαίωμα (probate action). Δηλαδή, η παράλειψη, προ της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος, καταχώρησης ένορκης δήλωσης από την ενάγουσα προς επιβεβαίωση της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος (Δ.2 κ. 13 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας). Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου ότι η παράλειψη καταχώρησης ένορκης δήλωσης αναπόφευκτα επιφέρει ως αποτέλεσμα ακυρότητα στη διαδικασία χωρίς δυνατότητα διάσωσης εφόσον αυτή ξεκίνησε λανθασμένα. Παρέπεμψε δε σχετικά στην Stratos κ. ά. ν. Αρτεμίου κ. ά.
(1997)1Β Α. Α. Δ
  1. Κρίνω ότι ουσιαστικά το θέμα το οποίο τίθεται αγγίζει τη δυνατότητα εφαρμογής της Δ.64 όπως και στη περίπτωση της καταχώρησης της αγωγής σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (υπάρχει και συγκεκριμένη αναφορά επί του θέματος εντός της Dasaki Entertainment Co. Ltd. v. Ιερού Ναού Παναγιάς Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2), βλ. πιο πάνω, στις σελίδες 360 έως 361). Θεωρώ ότι όπως και στη προαναφερόμενη περίπτωση, διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αγωγής επί της ουσίας της, δεν παρίσταται η ανάγκη για πιο ενδελεχή εξέταση αυτού του ζητήματος.
  2. Επιπρόσθετα προβάλλεται και η θέση (παράγραφος 8 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης) ότι η ενάγουσα κωλύεται από το να προωθεί την αγωγή της καθότι η εγγραφή της περιουσίας της αποβιώσασας έγινε με τη συγκατάθεση της. Θεωρώ ότι το θέμα αυτό εντάσσεται περισσότερο στην ουσία και κυρίως στη πραγματική πτυχή της αγωγής υπό την έννοια της αμφισβήτησης από την ενάγουσα της γνήσιας παροχής αυτής της συγκατάθεσης. Η απόρριψη από το Δικαστήριο αυτής της θέσης της ενάγουσας έχει από μόνη της ως αποτέλεσμα τη παράλληλη κατάληξη ως προς την ύπαρξη της συγκατάθεσης της και συνεπώς η εξέταση της οποιασδήποτε νομικής πτυχής αυτής της ύπαρξης κρίνεται αχρείαστη. Αρκεί δηλαδή από μόνη της η διαπίστωση της ύπαρξης αυτής έτσι ώστε η ενάγουσα να υφίσταται ως αποτέλεσμα τις πραγματικές συνέπειες της παρά ως αποτέλεσμα εφαρμογής οποιασδήποτε νομικής αρχής υπό την έννοια δημιουργίας κωλύματος (estoppel) ως προς τη προώθηση της αξίωσης της. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 72.Σύμφωνα και με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τη πραγματική πτυχή της αγωγής δεν παρέχεται οποιαδήποτε άλλη επιλογή εκτός από κατάληξη ότι η ενάγουσα όντως συγκατατέθηκε τόσο γραπτώς όσο και όπως προκύπτει από την εν γένει συμπεριφορά της στην εγγραφή της περιουσίας της αποβιώσασας στο όνομα του εναγομένου. Η οποιαδήποτε θέση της ενάγουσας περί του αντιθέτου έχει ήδη απορριφθεί ως αναξιόπιστη. 73.Διευκρινίζεται ότι η αναφορά του Δικαστηρίου σε εν γένει συμπεριφορά της ενάγουσας καλύπτει τόσο τη συμπεριφορά της προ της επίτευξης αυτής της εγγραφής στις 6/12/1999 όσο και κατόπιν αυτής μέχρι και την πρώτη εκδήλωση οποιασδήποτε διαφωνίας αναφορικά με αυτή. Η οποία χρονικά τοποθετείται σε περίοδο με χρονική εγγύτητα προ της αποστολής της επιστολής του δικηγόρου της η οποία φέρει ημερομηνία 7/3/
  3. 74.Συνεπώς, έχοντας ως βάση αυτές τις διαπιστώσεις, κρίνεται ότι η ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει ότι εξαιτίας της μη παροχής της συγκατάθεσης της δικαιούται την επιδίκαση οποιασδήποτε από τις επιδιωκόμενες με την αγωγή της θεραπείες. 75.Αναφορικά με το θέμα της εφαρμογής του άρθρου 51 του σχετικού Νόμου διατηρούνται υπόψη τα ακόλουθα,:- 75.
  4. Κατ΄ αρχάς αξίζει να υπενθυμίσει το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα με την αγωγή της προέβαλε ισχυρισμό ότι με πλαστογράφηση και ψευδείς παραστάσεις ο εναγόμενος απέσπασε περιουσία αξίας πέραν των £250.000,00, δηλαδή το κατ΄ ισχυρισμό κληρονομικό της μερίδιο, όπως η ίδια το υπολόγιζε δίχως όμως επί του προκειμένου να παρέχει εντός της έκθεσης απαίτησης της τη βάση επί της οποίας κατέληγε σε αυτό τον υπολογισμό. 75.
  5. Μετά και από τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων στις 2 και 15/11/2011 ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας περιόρισε με την τελική του αγόρευση το ποσό αυτό σε €165.320,00 δηλαδή το 1/5 του ποσού των €826.600,00, δηλαδή της αξίας της περιουσίας της αποβιώσασας κατά το έτος καταχώρησης της αγωγής, όπως αυτό έγινε κοινά αποδεκτό. 75.
  6. Αναμφίβολα η ενάγουσα ως τέκνο της αποβιώσασας μαζί με τα υπόλοιπα αδέλφια της είχε καταστεί μετά το θάνατο της μητέρας της δικαιούχος για διαδοχή στο βάσει του νόμου μη διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς και στο τυχόν αδιάθετο μέρος της κληρονομιάς. 75.
  7. Στο βαθμό στον οποίο παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 51 του σχετικού Νόμου να υπολογίσει τη μερίδα της ενάγουσας, διατηρώντας υπόψη τη μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα αναφορικά με οποιαδήποτε κινητή ιδιοκτησία και ακίνητη ιδιοκτησία που λήφθηκε από αυτήν από την αποβιώσασα σε οποιοδήποτε χρόνο με παροχή εν ζωή ή δυνάμει γαμικής σύμβασης ή ως προίκα ή ως δωρεά η οποία είχε γίνει λαμβάνοντας υπόψη επικείμενο θάνατο σε συνάρτηση και με τη συνολική αξία της κληρονομιάς της αποβιώσασας (και θεωρώντας ότι δεν προέκυψε η οποιαδήποτε αναγκαιότητα αποπληρωμής χρεών και υποχρεώσεων με τα οποία να βαρυνόταν η κληρονομιά) το Δικαστήριο καταλήγει στο ακόλουθο συμπέρασμα. 75.
  8. Έχοντας υπόψη πρώτο, ότι η ενάγουσα έλαβε από την αποβιώσασα κατά τη διάρκεια της ζωής της περιουσία δυνάμει δωρεάς συνολικής αξίας κατά το έτος 1997 €25.256,00, δεύτερο, ότι η αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας της αποβιώσασας κατά το έτος 1997 ήταν €157.600,00 και τρίτο ότι το 1/5 μερίδιο αυτής της αξίας ήταν €31.250,00 τότε η ενάγουσα θα είχε δικαίωμα σε κληρονομική μερίδα αξίας €6.264,
  9. 75.
  10. Επιπλέον, κρίνω ότι το γεγονός ότι η ενάγουσα καθυστέρησε να καταχωρήσει την αγωγή της μέχρι και το 2006 δεν αποτελεί λόγο έτσι ώστε να κριθεί ότι θα πρέπει να υπολογιστεί η μερίδα της σύμφωνα με τις ισχύουσες αξίες κατά το έτος
  11. Τέτοιος μεταχρονολογημένος υπολογισμός δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική αλλά ούτε και σε οποιαδήποτε διάταξη του σχετικού Νόμου ή αρχή καθιερωμένη από τη νομολογία μας. Σε περίπτωση κατά την οποία κρινόταν ότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα στην επιδίκαση του πιο πάνω ποσού θα μπορούσε να επιδικαστεί επί αυτού νόμιμος τόκος από την ημερομηνία η οποία αναφέρεται στη παράγραφο Ζ της αξίωσης (δηλαδή, από 13/11/1997). 75.
  12. Διευκρινίζω βεβαίως ότι το Δικαστήριο στο πιο πάνω υπολογισμό εφαρμόζει αυστηρά το άρθρο 51 του σχετικού Νόμου και δεν λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε περιουσία την οποία η ενάγουσα απέκτησε δυνάμει δωρεάς από τον εναγόμενο. Ανεξάρτητα δηλαδή και από την κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία του ως προς το ότι, πρώτο, ο ίδιος με τη σύζυγο του ουδέποτε διαχώρισαν τη περιουσία τους η οποία ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα της συζύγου του και στο δικό του καθότι πάντοτε θεωρούσαν ότι αυτή ήταν περιουσία η οποία θα μοιραζόταν εξίσου στα παιδιά τους και δεύτερο, ότι κατά τη διάρκεια της ζωής της συζύγου του έδωσαν σημαντική περιουσία στις δύο τους κόρες αλλά καθόλου στους γιούς τους. 75.
  13. Θεωρώ ότι η διατύπωση του άρθρου 51 ως έχει δεν αφήνει οποιαδήποτε άλλη επιλογή στο Δικαστήριο. Όσο δίκαιος και να φαίνεται σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των δύο γονιών ο συνυπολογισμός δωρεών εν ζωή και από τους δύο γονείς προς τέκνο τους ως κοινό τους κληρονόμο αυτό είναι θέμα το οποίο θα μπορούσε να ρυθμιστεί από τον νομοθέτη. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το συγκεκριμένο άρθρο ως έχει και σύμφωνα με την ερμηνεία η οποία δίδεται σε αυτό. 75.
  14. Εν τέλει, όπως κρίνεται εντός αυτής της απόφασης, ανεξάρτητα δηλαδή και από την εφαρμογή του άρθρου 51, η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ότι έχει δικαίωμα στην επιδίκαση οποιασδήποτε από τις επιδιωκόμενες θεραπείες. 76.Η ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει με συγκεκριμένα στοιχεία και επακριβή περιγραφή της κατ΄ ισχυρισμό συμπεριφοράς του εναγομένου ότι ο ίδιος ενήργησε με τρόπο δόλιο ή ότι ο ίδιος πλαστογράφησε οτιδήποτε έτσι ώστε η ενάγουσα να είχε υποστεί οποιαδήποτε ζημιά υπό την έννοια της στέρησης απόκτησης του οποιουδήποτε κληρονομικού μεριδίου της στην ακίνητη ιδιοκτησία της αποβιώσασας. Η ίδια συγκατατέθηκε στην εγγραφή και του δικού της κληρονομικού μεριδίου στο όνομα του εναγομένου. 77.Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει την αγωγή της έτσι ώστε να παρέχεται η απαραίτητη βάση προς επιδίκαση προς όφελος της οποιασδήποτε από τις αιτούμενες θεραπείες. Ως εκ τούτου η αγωγή της απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Διευκρινίζεται ότι παρά και τη δήλωση των διαδίκων ότι το συνολικό ποσό ήταν αυτό των €157.000,00 το Δικαστήριο καταλήγει στο ποσό των €157.600 μετά από πρόσθεση των ποσών τα οποία είχαν αναφερθεί εκ συμφώνου (δηλαδή, 100.000,00, 18.700,00, 5.900,00 και 33.000,00). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.