← Κύπρος

Λεωνίδα Γεωργίου ν. Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους, Αρ. Αγωγής: 2303/01, 2/7/2012

Λεωνίδα Γεωργίου ν. Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους, Αρ. Αγωγής: 2303/01, 2/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2303/01 Μεταξύ: Λεωνίδα Γεωργίου Ενάγοντα και Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους Εναγομένη ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 18.4.2005 Μεταξύ: Λεωνίδα Γεωργίου Ενάγοντα και 1. Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους 2. Ανδρέα Κονναρή Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2.7.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητή / εναγόμενο 2: κ. Κονναρή για κ. Κυριάκο Θ. Μιχαηλίδη Για Καθ'ης η αίτηση / εναγόμενη 1: κ. Α. Κορακίδου Για Ενάγοντα: κ. Ν. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη 1 ζητά την διαγραφή και/ή τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης του εναγομένου 2 εναντίον της εναγομένης 1. Η αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 θ.26, Δ.21 θ.10, Δ.27 θ1, 2, 3, Δ.10 θ.12 και Δ.48 θ.1, 2, 3.8 και 9 (J) (
  2. k)και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της εναγομένης 1. Στην ένορκη της δήλωση η εναγόμενη 1 αναφέρει ότι ο εναγόμενος 2 καταχώρησε εναντίον της την αγωγή με αριθμό 2093/03 η εκδίκαση της οποίας έχει ήδη αρχίσει και έχουν ακουστεί μάρτυρες. Η έγερση ανταπαίτησης στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και ενώ συνεχίζεται η εκδίκαση της αγωγής 2093/03 είναι σύμφωνα με την εναγόμενη 1 καταχρηστική θα καθυστερήσει άδικα την παρούσα αγωγή και θα προκαλέσει αδικαιολόγητα έξοδα. Περαιτέρω όπως αναφέρει δεν προβλέπεται από τους Δικαστικούς Θεσμούς η προσθήκη ανταπαίτησης σε ήδη διαδίκους ή η προσθήκη ήδη διαδίκων ως διαδίκων εξ' ανταπαιτήσεως. Είναι δε δικονομικά απαράδεκτη η προσθήκη ανταπαίτησης εναντίον της εναγομένης 1 η οποία να μην στρέφεται και εναντίον του ενάγοντα. Ο εναγόμενος 2 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση στην οποία προβάλει τους πιο κάτω λόγους ένσταση: 1. Η Αίτηση είναι κακόπιστη, σκανδαλώδης, κακόβουλη και αντίθετη με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πολιτική έφεση υπ' αριθμό 38/2007 ημερομηνίας 6 Ιουνίου 2011. 2. Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ιδιαίτερα ενόψει του ότι η Αιτήτρια είχε συγκατατεθεί μέσω της δικηγόρου της στην έγερση απαιτήσεων μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ' ου η Αίτηση στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. 3. Η Αιτήτρια κωλύεται να προωθήσει την Αίτηση λόγω της προηγούμενης της συμπεριφορά της (estopped by conduct) ενώπιον του Δικαστηρίου. 4. Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αστήρικτη σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους και/ή τους διαδικαστικούς κανονισμούς. 5. Η Αίτηση μοναδικό σκοπό έχει τον εκτροχιασμό της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της. 6. Η απαίτηση του Καθ' ου η Αίτηση εναντίον της Αιτήτριας έχει εγερθεί με τον ορθό δικονομικό τρόπο και σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανονισμούς. 7. Η έγερση της απαίτησης του Καθ' ου η Αίτηση εναντίον της Αιτήτριας στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής δεν αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας αλλά αντιθέτως έχει γίνει μετά από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πολιτική έφεση υπ' αριθμό 38/2007 και την κοινή συνεννόηση μεταξύ των διαδίκων της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. 8. Σε αντίθετη περίπτωση ο Καθ' ου η Αίτηση θα στερηθεί του δικαιώματος του να προωθήσει την υπόθεση του με τον τρόπο που επιθυμεί και θεωρεί ορθό υπό τις περιστάσεις. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι στις 6.6.2011 το Εφετείο εξέδωσε απόφαση στην Πολιτική Έφεση 38/07 η οποία αφορά την παρούσα υπόθεση και την οποία καταχώρησε ο ενάγων εναντίον της εναγομένης 1 με την οποία παραμερίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, διατάχθηκε η επανεκδίκαση της υπόθεσης και η ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ της εφεσείουσας και του εφεσίβλητου. Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται ο εναγόμενος 2 στη βάση της πιο πάνω απόφασης του Εφετείου και όπως είναι το πνεύμα της απόφασης θα πρέπει να επιλυθούν όλες οι διαφορές των διαδίκων σε μια αγωγή και κατά συνέπεια να απορριφθεί η αίτηση της εναγομένης 2. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις μέσα από τις οποίες ανέπτυξαν τις θέσεις τους και στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Είναι γεγονός ότι η διαδικασία είναι πρωτότυπη και παρά την προσπάθεια μου δεν εντόπισα δυστυχώς απόφαση που να αφορά παρόμοια γεγονότα. Ενώ η πλευρά του εναγομένου 2 δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο περιεχόμενο της απόφασης του Εφετείου την οποία θεωρεί ως την βάση αυτής της διαδικασίας η πλευρά της αιτήτριας δεν κάμνει καμία αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αλλά και στην αγόρευση της δίνει την δική της ερμηνεία για το πνεύμα και το περιεχόμενο της. Ακριβώς όμως το θέμα προέκυψε μετά την απόφαση του Εφετείου και συμφωνώ με την αναφορά ότι «το ορθό θα ήταν η συνένωση των δύο αγωγών ώστε όλα τα θέματα τα οποία αφορούσαν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πρώην συνεταίρων, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων ως προς το μερίδιο έκαστου και τα λοιπά συμφωνηθέντα να αποφασίζοντο ενιαίως και οριστικώς». Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να γίνει αφού η αγωγή 2093/03 βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο ακρόασης και έχουν ακουστεί μάρτυρες. Περαιτέρω όμως η απόφαση του εφετείου αναφέρει και τα εξής: «Εφ' όσον όμως το Δικαστήριο επέλεξε ενεργώντας δυνάμει της Δ.9 θ.10 να προσθέσει τον Εφεσίβλητο 2 ως συνεναγόμενο, η προσθήκη αυτή είχε τις συνέπειες της και δεν μπορούσε να ήταν τυπική ή για τον περιορισμένο σκοπό που ο Εφεσίβλητος 1 είχε υπόψη του». Για να προσθέσει ακολούθως και τα εξής: «Εξ' άλλου δεν ήταν ευθύνη της εφεσείουσας το ότι ο εφεσίβλητος 1 είχε επιδιώξει την συνένωση του εφεσίβλητου 2 τόσο καθυστερημένα και αφού είχε αρχίσει την υπόθεση του και δεν θα έπρεπε τούτο να επηρεάζει το δικαίωμα της για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ της και του εφεσίβλητου 2. Αν αυτό ελίνετο τότε όλες οι διαφορές μεταξύ όλων των συνεταίρων θα αποφασίζοντο ενιαίως και οριστικώς και όχι αποσπασματικώς και κεχωρισμένως σε δύο αγωγές με όλες τις περιπλοκές ως προς θέματα μαρτυρίας δεδικασμένου και άλλα που πιθανώς να προέκυπταν». Με βάση ακριβώς το πιο πάνω σκεπτικό το Εφετείο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και διέταξε την ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ της Εφεσείουσας και του Εφεσίβλητου 2 και την επανεκδίκαση της υπόθεσης. Κατά την κρίση μου η απόφααση του Εφετείου θέτει δύο αδιαμφισβήτητα δεδομένα: (α) Την επανεκδίκαση της παρούσας υπόθεσης με σκοπό την επίλυση «ενιαίως και οριστικώς και όχι αποσπασματικώς και κεχωρισμένως σε δύο αγωγές» όλων των διαφορών των διαδίκων. (β) Την ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ της Εφεσείουσας και του Εφεσίβλητου 2 με σκοπό ακριβώς την επίλυση όλων των διαφορών τους σε μια αγωγή. Ως εκ τούτου δεν θα συμφωνήσω με την θέση της κ. Κορακίδου ότι οι οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι για ανταλλαγή δικογράφων δυνάμει της Δ.9 θ.10 και αφορά την εναγόμενη 1 και τον εναγόμενο 2 μόνο. Οι οδηγίες του Εφετείου είναι για επίλυση όλων των διαφορών των διαδίκων σε μια αγωγή. Είναι ισχυρισμός του καθ'ου η αίτηση εναγομένου 2 ότι οι αξιώσεις που έχει εναντίον της εναγομένης 1 δεν μπορούν να προωθηθούν μέσω της Δ.10 θ.12 γιατί δεν αφορά αξιώσεις συνεισφοράς για τυχόν ποσά που θα επιδικαστούν εναντίον του και εναντίον της εναγομένης 1 και η ορθή δικονομική διαταγή είναι η Δ.21 θ.8. Σύμφωνα με την Δ.21 θ.8: «8

(1)Where a defendant by his defence sets up any counter/claim which raises questions between himself and the plaintiff along with any other persons, he shall add to the title of his defence a further title similar to the title in a statement of claim, setting forth the names of all the persons who, if such counter/claim were to be enforced by cross/action, would be defendants to such cross/action , and shall deliver his defence to such of them as are parties to the action within the period within which he is required to deliver it to the plaintiff.
(2)Where any such person as in the last preceding paragraph mentioned is not a party to the action, he shall be summoned to appear by being served with a copy of the defence, and such service shall be regulated by the same Rules as are hereinbefore contained with respect to the service of a writ of summons, and every defence so served shall be endorsed in Form 13, or to the like effect. Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της Δ.21 θ.8 όπως και την αναφορά στο σύγγραμμα Encyclopaedia of Court Forms and Precedents in Civil Proceedings Volume XIII edition 1949 σελ. 182-183 στο οποίο παρέπεμψε η κ. Κονναρή αλλά έχοντας πάντοτε κατά νου και το περιεχόμενο της Πολιτικής Έφεσης 38/07 θεωρώ ότι αποδοχή του αιτήματος της εναγομένης 1 συγκρούεται με το πνεύμα της Π.Ε. 38/07 και δεν δίδει την δυνατότητα της ενιαίας εκδίκασης των διαφορών των διαδίκων όπου και θα εξεταστούν όλα τα θέματα περιλαμβανομένων και τυχόν ενστάσεων της κάθε πλευράς. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή παραμένει για οδηγίες στις 11.9.2012 και μέχρι τότε να καταχωρηθεί υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. (Yπ.) ............ Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.