← Κύπρος

Μαρίας Γ. Γρηγορίου κ.α. ν. ASTARTI DEVELOPMENT COMPANY LIMITED , Αρ. Αγωγής: 2022/10, 7/5/2012

Μαρίας Γ. Γρηγορίου κ.α. ν. ASTARTI DEVELOPMENT COMPANY LIMITED , Αρ. Αγωγής: 2022/10, 7/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A69 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2022/10 Μεταξύ:

  1. Μαρίας Γ. Γρηγορίου από την Πάφο
  2. Γιώργου Γρηγορίου από την Πάφο Εναγόντων Και ASTARTI DEVELOPMENT COMPANY LIMITED από τη Λεμεσό Εναγομένης ------------------------- Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 21.1.2011 Μεταξύ:
  3. Μαρίας Γ. Γρηγορίου από την Πάφο
  4. Γιώργου Γρηγορίου από την Πάφο Εναγόντων και ASTARTI DEVELOPMENT PLC από τη Λεμεσό Εναγομένης ------------------------ Ημερομηνία: 7.5.2012 Αίτηση ημερ. 21.3.2011 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Ε. Δημοσθένους για Α. Χρ. Δημητρίαδη ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Ν. Νικολάου για κ. Λ. Γεωργίου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Η. Αντωνιάδου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται η έκδοση διατάγματος «με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση του διατάγματος ημερ. 5.3.2007 που εκδόθηκε εκ συμφώνου εναντίον της εναγομένης αρ. 1 στην αγωγή υπ΄ αρ. 1400/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή/και μέχρι νεοτέρων διαταγών του Δικαστηρίου». Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γιώργου Γρηγορίου, ενάγοντα 2 και συζύγου της ενάγουσας 1 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Η ενάγουσα 1 μαζί με την G.M.G. Special Interest Tourist ήταν εναγόμενες στην αγωγή 1400/2003 του Ε.Δ. Πάφου η οποία εγέρθηκε από την εναγομένη στην παρούσα αγωγή. Τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση διευθετήθηκαν στις 5.3.2007 με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης η οποία επισυνάπτεται ως Τεκ.
  5. Η ενάγουσα 1 με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 14.6.2010 τερμάτισε τη συμφωνία διευθέτησης ημερ. 5.3.2007 που είχε καταστεί κανόνας Δικαστηρίου (Τεκ. 2). Προβάλλεται δε ο ισχυρισμός ότι η εν λόγω απόφαση είναι εξ΄ υπαρχής άκυρη γιατί ο συνεταιρισμός ή η επωνυμία RIU MARIS SPORTS CENTER που αποτελεί αντικείμενο του συμβιβασμού ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο. Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών επισυνάπτεται Τεκ.
  6. Η εναγομένη με συμφωνία ενοικίασης ημερ. 2.8.1999 ενοικίασε τα επίδικα υποστατικά που αποτελούνται από αθλητικούς χώρους, διαμέρισμα και αποδυτήρια στους G.M.G. Travel Special Interest Tourist για την περίοδο 1.1.2001 μέχρι 31.3.2001 (Τεκ. 4) και με νέα συμφωνία ενοικίασης ημερ. 27.7.2000 για την περίοδο 1.6.2000 μέχρι 30.4.2005 (Τεκ. 5). Η G.M.G. Travel Special Interest Tourist ήταν μη εγγεγραμμένη επωνυμία και ανύπαρκτη οντότητα που χρησιμοποιούσε ο ενόρκως δηλών. Η σχετική συμφωνία υπογράφεται από τον ενόρκως δηλούντα και συνεπώς το πραγματικό συμβαλλόμενο πρόσωπο είναι ο ίδιος. Η εναγόμενη 2 στην αγωγή 1400/2003 δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την G.M.G. Special Interest Tourist και έχει διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκ. 6). Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι ο ίδιος υπό την προσωπική του ιδιότητα έχει στην κατοχή του και διαχειρίζεται τα επίδικα υποστατικά και με τη συγκατάθεση ή ανοχή της εναγομένης επένδυσε ποσό πέραν των €760.327 για την ανάπτυξη και βελτίωση των επίδικων υποστατικών καθώς και €162.317 για έξοδα προβολής, διαφήμισης και έξοδα παραστάσεων. Από τα βελτιωτικά αυτά έργα η επιπρόσθετη αξία των επίδικων υποστατικών ξεπερνά τα €3.400.
  7. Η ενάγουσα 1 παρόλο που δεν είχε καμία σχέση με την ενοικίαση ο τότε δικηγόρος της σε συνεργασία με την ενάγουσα στην υπόθεση 1400/2003 την επηρέασαν να δεχθεί εκ συμφώνου απόφαση αποκρύπτοντας από αυτήν ουσιαστικά στοιχεία ήτοι ότι η εκδοθείσα απόφαση επηρεάζει προσωπικά δικαιώματα του ενόρκως δηλούντα χωρίς να έχει καταστεί διάδικος. Περαιτέρω η εν λόγω απόφαση είναι εξ΄ υπαρχής άκυρη γιατί το Ε.Δ. Πάφου δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει οποιανδήποτε απόφαση λόγω του ότι το αντικείμενο της αγωγής 1400/03 ήταν θέσμια ενοικίαση και υπάγεται στο Ενοικιοστάσιο. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εξασφάλιση της εκ συμφώνου απόφασης είναι αποτέλεσμα δόλου και απάτης που έγινε από την εναγομένη και τους αντιπροσώπους της και δίδονται λεπτομέρειες στις παραγράφους 20.1-20.9 ως ακολούθως: «20.
  8. Η Εναγόμενη πρόβαλε στα δικόγραφα της στην αγωγή υπ΄ αριθμό 1400/2003 ψευδείς ισχυρισμούς αναφορικά με παραχώρηση στους Εναγόμενους δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης αντί ενοικίασης ως ήταν η πραγματικότητα. 20.
  9. Ψευδώς και αναληθώς παρέστησε ότι η συνομολόγηση της συμφωνίας χρήσης/ενοικίασης έγινε με την Ενάγουσα αρ.
  10. 20.
  11. Απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι η G.M.G. Travel Special Interest Tourism ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο και ότι η συμφωνία ενοικίασης υπογραφόταν από μένα προσωπικά. 20.
  12. Παρέστησε ψευδώς και αναληθώς ότι η συνομολόγηση της σύμβασης ημερ. 2.8.1999 έγινε για λογαριασμό και όφελος της. 20.
  13. Παρέστησε ψευδώς και αναληθώς ότι η Ενάγουσα αρ. 1 εμπορεύεται υπό την επωνυμία G.M.G. Special Interest Tourism και/ή ότι η συνομολόγηση της σύμβασης ημερ. 27.7.2000 έγινε για λογαριασμό και όφελος της. 20.
  14. Παρέστησε ψευδώς και αναληθώς ότι η επωνυμία G.M.G. Travel Special Interest Tourism αποτελούσε υπαρκτή οντότητα. 20.
  15. Παρέστησε ψευδώς και αναληθώς ότι η επωνυμία RIU MARIS SPORTS CENTER αποτελούσε υπαρκτή οντότητα. 20.
  16. Παρέστησε ψευδώς στο Δικαστήριο ότι είχε αρμοδιότητα και παραπλάνησε το Δικαστήριο. 20.
  17. Παρέστησε στην Ενάγουσα αρ. 1 ότι δεν θα είχε προσωπικά καμιά επίπτωση από την έκδοση της απόφασης/διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 5.3.2007 και ιδιαίτερα ότι μπορούσε να βρεθεί υπόλογη για παρακοή διατάγματος δικαστηρίου χωρίς να έχει στην κατοχή της τα επίδικα υποστατικά.» Ενόψει της έκδοσης της απόφασης στην αγωγή 1400/2003 ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί και εξακολουθεί να υφίσταται ζημιές και απώλειες και προς τούτο επισυνάπτεται δέσμη αλληλογραφίας με τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού όπου λόγω της ύπαρξης της εν λόγω απόφασης ο Οργανισμός αδυνατεί να επιχορηγήσει τις δραστηριότητες του (Τεκ. 7). Περαιτέρω αναφέρεται πως εάν δεν ανασταλεί το επίδικο διάταγμα η ενάγουσα 1 κινδυνεύει να υποστεί σοβαρότατες συνέπειες περιλαμβανομένης της φυλάκισης για παρακοή του διατάγματος εφόσον δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει το διάταγμα του Δικαστηρίου. Η εναγόμενη εταιρεία καταχώρισε ένσταση που στηρίζεται σε 60 λόγους ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: Απόφαση που εκδίδεται εκ συμφώνου δεν μπορεί να ακυρωθεί με άλλη αγωγή στη βάση ότι αυτή εξεδόθη από Δικαστήριο που δεν είχε δικαιοδοσία. Η παρούσα περίπτωση αφορά άδεια χρήσης ακινήτου και όχι σύμβαση ενοικίασης. Η ενάγουσα δεν κινδυνεύει να υποστεί συνέπειες από παρακοή διατάγματος έχοντας υπόψη τη θέση της ότι δεν κατέχει το επίδικο ακίνητο, το γεγονός ότι δεν έγινε επίδοση του επιδίκου διατάγματος σ΄ αυτήν και δεν έχει προσδιοριστεί στο διάταγμα ο χρόνος εντός του οποίου θα έπρεπε αυτή να συμμορφωθεί. Η εναγόμενη δεν έχει αποταθεί για έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής (writ of possession) των επίδικων υποστατικών. Δεν γίνεται αναφορά σχετικά με το χρόνο που έχει αποκαλυφθεί ο ισχυριζόμενος δόλος και ο ισχυρισμός περί συνεργασίας του τότε δικηγόρου της ενάγουσας 1 και της εναγομένης στην αγωγή 1400/03 είναι αόριστος και ατεκμηρίωτος. Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητες επιτυχίας ούτε καταδεικνύεται ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η θεραπεία των αποζημιώσεων είναι επαρκής θεραπεία. Οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν προέβησαν σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. Οι αιτητές δεν είναι φερέγγυοι. Η ενάγουσα 1 τελεί σε παρακοή απόφασης και το Δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί να την ακούσει μέχρι να συμμορφωθεί. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Λάμπρου Λάμπρου, οικονομικού διευθυντή της εναγομένης, η οποία καταλαμβάνει 28 σελίδες. Συνοψίζοντας, γίνεται αναφορά σ΄ αυτήν στις συμφωνίες που υπογράφησαν μεταξύ των καθ΄ ων η αίτηση και του τουριστικού γραφείου G.M.G. Travel Special Interest Tourism για άδεια χρήσης και εκμετάλλευσης του αθλητικού κέντρου με την επωνυμία "Cypria Maris Sport Center" και καταλήγει ότι για την διαφορά που προέκυψε ουδεμία αρμοδιότητα είχε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Πάφου και εν πάση περιπτώσει εάν υπήρχε τέτοιο θέμα θα έπρεπε να είχε τεθεί στα αρχικά στάδια εκδίκασης της πρώτης αγωγής. Με αναφορά στους ισχυρισμούς του ενάγοντα 2 σχετικά με τις συμβουλές που οι ενάγοντες κατά τους ισχυρισμούς του έδωσαν στην εναγόμενη 1 στην αγωγή 1400/03 διερωτάται πως είναι δυνατό να ξεγέλασαν τη σύζυγο του και τον ίδιο από τη στιγμή που όπως φαίνεται από το πρακτικό του Δικαστηρίου (Τεκ. Α) κατά την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης απόφασης ήταν παρών στο Δικαστήριο. Διερωτάται επίσης ο ενόρκως δηλών για ποιο λόγο οι εναγόμενοι να μην στρέψουν την αγωγή τους και εναντίον του ενάγοντα 2 αν ήταν αντισυμβαλλόμενος στη συμφωνία ημερ. 27.7.
  18. Ο ενάγοντας 2 όπως φαίνεται και από πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 7.7.2004 όταν αποσύρθηκε ο τότε δικηγόρος των εναγομένων, διηύθυνε προσωπικά και είχε ενεργό ρόλο στο χειρισμό της αγωγής 1400/03, όμως δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να προστεθεί ως αναγκαίος διάδικος στην εν λόγω αγωγή ούτε η σύζυγος του προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια να τον προσθέσει ως διάδικο. Συνεπώς εάν ήταν αλήθεια ότι επηρεάζονταν τα δικαιώματα του υπήρχε η διαδικασία να καταστεί διάδικος και δεν εξηγεί καθόλου στην ένορκη του δήλωση γιατί δεν το έπραξε. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται το διοριστήριο με το οποίο η ενάγουσα 1 στην παρούσα αγωγή διόριζε δικηγόρο της στην παλαιότερη αγωγή όπου χρησιμοποιά και τη σφραγίδα της εμπορικής επωνυμίας με την οποία συναλλασσόταν (Τεκ. Δ και Ε). Περαιτέρω επισυνάπτεται πιστοποιητικό από τον Έφορο Εταιρειών με το οποίο πιστοποιείται ότι η ενάγουσα 1 ήταν από τις 13.3.88 η ιδιοκτήτρια της εγγεγραμμένης εμπορικής επωνυμίας G.M.G. Special Interest Tourist (Τεκ. Στ). Προβάλλεται γενικά και αόριστα ο ισχυρισμός περί δήθεν συνεργασίας μεταξύ των καθ΄ ων η αίτηση και του τότε δικηγόρου των εναγομένων 1 και 2 στην αγωγή 1400/03 χωρίς να δίδει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Επίσης ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στο περιεχόμενο των δικογράφων στην παλαιότερη υπόθεση τα οποία επίσης επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω. Σημειώνεται ότι σ΄ εκείνη την αγωγή έγινε τροποποίηση του τίτλου με την αντικατάσταση του ονόματος της εμπορικής επωνυμίας από G.M.G. Travel Special Interest Tourism σε G.M.G. Special Interest Tourist και επισυνάπτονται σχετικά διατάγματα, σημειώνοντας ότι η τροποποίηση έγινε με τη σύμφωνο γνώμη του τότε δικηγόρου της εναγομένης
  19. Αναφορικά με τις ισχυριζόμενες ζημιές και απώλειες του ενάγοντα 2 αναφέρεται ότι η αρχική συμφωνία άδειας χρήσης του επίδικου αθλητικού κέντρου είχε καθορισμένη χρονική περίοδο η οποία έληξε το
  20. Πέραν του ότι στην επίδικη συμφωνία υπήρχε μόνο ένας μάρτυρας των υπογραφών που υποδηλεί ότι κανένας από τους συμβαλλόμενους είχε την πρόθεση να συνάψει συμφωνία ενοικίασης, η δέσμη αλληλογραφίας του αιτητή με τον ΚΟΤ που επισυνάπτεται στην ένορκη του δήλωση δεν αποκαλύπτει να έχει ο ίδιος οποιαδήποτε σχέση με το αθλητικό κέντρο το οποίο αναφέρεται στις επιστολές και φέρει την ονομασία Kyniras Sports Center. Aπό δε το περιεχόμενο των επιστολών που επισυνάπτονται στην αίτηση (Τεκ. 7) φαίνεται ξεκάθαρα ότι αυτές απευθύνονται στην εταιρεία G.M.G. Travel and Tours Ltd. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση πιστοποιητικό αναφορικά με την εν λόγω εταιρεία (Τεκ. ΙΕ) όπου φαίνονται οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή να είναι διευθυντές της. Η ενάγουσα 1 ζητά την προστασία του Δικαστηρίου ενώ η ίδια ευρίσκεται σε παρακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 5.3.
  21. Το εν λόγω διάταγμα δεν κατέστη δυνατό να της επιδοθεί και έγιναν διάφορες ενέργειες για υποκατάστατο επίδοση του και επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση αντίγραφα των ενόρκων δηλώσεων των επιδοτών. Δίδονται επίσης διάφοροι λόγοι για τους οποίους δεν είναι δυνατό να επιτύχει αίτηση παρακοής εναντίον της ενάγουσας 1 και αναφορά σε τρεις αιτήσεις παρακοής που καταχωρήθηκαν μέχρι σήμερα στην αγωγή 1400/03 οι δύο από τις οποίες απορρίφθηκαν λόγω μη επίδοσης ενώ η τρίτη, λόγω μη προώθησης της. Η αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση επί τούτου. Αναφέρεται επίσης ότι η ενάγουσα δεν πλήρωσε κανένα ποσό ως όφειλε δυνάμει της επίδικης απόφασης του Δικαστηρίου, ο δε ενάγοντας 2 ο οποίος υποστηρίζει ότι είναι ο ίδιος που ενοικιάζει το αθλητικό κέντρο επίσης δεν προέβη σε οποιαδήποτε πληρωμή. Από την τυχόν έγκριση της αίτησης οι καθ΄ ων η αίτηση θα απωλέσουν τα οφειλόμενα προς αυτούς ποσά και την πιθανότητα να επανακτήσουν το επίδικο αθλητικό κέντρο και έτσι θα τους αποστερηθεί η δυνατότητα να το αξιοποιήσουν. Αναφέρεται επίσης ότι δεν πρέπει να επιτραπεί στον ενάγοντα 2 να αποκτήσει οφέλη από μια συμφωνία που έγινε το 2000 για την οποία έχει εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση το 2007 και που ο ίδιος ο ενάγοντας 2 είχε πλήρη γνώση γι΄ αυτήν. Τονίζεται τέλος ότι δεν υπάρχει ίχνος λογικής και αλήθειας στους ισχυρισμούς των αιτητών ότι η ενάγουσα 1 στα πλαίσια της προηγούμενης αγωγής έπαιρνε συμβουλές από τους αντιδίκους της και δεν εξηγείται στην αίτηση τι ακριβώς συνέδεε αυτήν με τους αντιδίκους της στην εν λόγω αγωγή από τη στιγμή που τα συμφέροντα τους ήταν αντίθετα και εν πολλοίς αντικρουόμενα. Οι καθ΄ ων η αίτηση διαθέτουν πολλά ξενοδοχεία και εκτάσεις γης αξίας δεκάδων εκατομμυρίων, έχουν καταθέσεις και επενδύσεις αξίας δεκάδων εκατομμυρίων και ετήσια εισοδήματα αρκετών εκατομμυρίων καθώς και κινητά και είναι σε θέση να καλύψουν ανά πάσα στιγμή οποιοδήποτε ποσό δυνατό να επιδικαστεί από το Δικαστήριο υπέρ των εναγόντων. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα. Η νομική βάση της αίτησης είναι: «Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 Θ.7, Δ.48 ΘΘ. 1, 2, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 32 και 47 του Νόμου 14/60 και στα άρθρα 8 και 9 του Κεφ. 6, στην γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.» Η Δ.40 Θ.7 καθώς και το άρθρο 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 δεν θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής. Η παρούσα αγωγή έχει προφανώς κινηθεί στη βάση της Δ.33 Θ.15 η οποία προνοεί ότι σε περίπτωση έκδοσης απόφασης με δόλο, αυτή μπορεί να παραμεριστεί με αγωγή η οποία υποβάλλεται από διάδικο ή τρίτο πρόσωπο. Σχετική είναι και η υπόθεση Birch v. Birch

(1902)P. 62, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Samir Karim v. Ελευθέριου Κονιδάρη
(1995)1 Α.Α.Δ. 145. Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει μια ιδιαιτερότητα, καθότι η αγωγή βασίζεται όχι μόνο σε δόλο αλλά και στο ότι η εκ συμφώνου απόφαση εξεδόθη από Δικαστήριο που δεν είχε δικαιοδοσία. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 5.3.2007 κατά την οποία εξεδόθη η εκ συμφώνου απόφαση του Δικαστηρίου (Τεκ. Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση): "Για Ενάγουσα κ. Γ. Χριστοδούλου Για Εναγόμενους 1 και 2 κ. Α. Πολυδώρου κ. Λάμπρος Λάμπρου, Οικονομικός Διευθυντής Ενάγουσας - παρών κ. Γιώργος Γρηγορίου, σύζυγος Εναγόμενης 1 - παρών ........................................................ Δικαστήριο Εκ συμφώνου εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω εκ συμφώνου θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης των πιο πάνω διαταγμάτων μέχρι 31.10.2007, ημερομηνία κατά την οποία οι Εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή στους Ενάγοντες του αθλητικού κέντρου. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία οι Εναγόμενοι δεν έχουν υποχρέωση να πληρώνουν οποιοδήποτε ποσό προς τους Ενάγοντες. Σε περίπτωση κατά την οποία οι Εναγόμενοι παραλείψουν να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή μέχρι 31.10.2007 τότε θα πληρώνουν από της 1.11.2007 και μέχρι παράδοσης ελεύθερης κατοχής στους Ενάγοντες ποσό £1.000 μηνιαίως. Περαιτέρω συμφωνείται πως οι Εναγόμενοι θα δύνανται να μετακινήσουν από το αθλητικό κέντρο τα ακόλουθα: (α) την εσωτερική περίφραξη που τοποθέτησαν οι ίδιοι, (β) τις ξύλινες κερκίδες, (γ) τους πυλώνες μετά των προβολέων που τοποθέτησαν οι ίδιοι, (δ) όλα τα κινητά πράγματα τα οποία μπορούν να μετακινηθούν και τα οποία ανήκουν στους Εναγόμενους, (ε) ένα τρακτέρ μάρκας Kubota το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 17 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Τα πιο πάνω υπό στοιχεία (α) μέχρι (ε) αποτελούν κανόνα Δικαστηρίου. Η κάθε πλευρά τα έξοδα της. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα." Τα δε διατάγματα που εκδόθηκαν με βάση την συνταχθείσα απόφαση (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) είναι διάταγμα ανάκτησης κατοχής του αθλητικού κέντρου με την επωνυμία RIU CYPRIA MARIS SPORTS CENTER που βρίσκεται στην κάτω Πάφο, διάταγμα όπως οι Εναγόμενοι εκκενώσουν και παραδώσουν το πιο πάνω αναφερόμενο αθλητικό κέντρο στους Ενάγοντες και διάταγμα διά του οποίου απαγορεύεται στους Εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες τους να επεμβαίνουν και/ή εισέρχονται και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατέχουν το πιο πάνω αναφερόμενο αθλητικό κέντρο. Από το πιο πάνω πρακτικό του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι τα μόνα στοιχεία που αποτελούν κανόνα Δικαστηρίου είναι τα αντικείμενα που θα δικαιούντο οι εναγόμενοι να μετακινήσουν από το αθλητικό κέντρο. Τα υπόλοιπα που διαλαμβάνονται στο πρακτικό και στην συνταχθείσα απόφαση αποτελούν το περιεχόμενο της εκ συμφώνου απόφασης του Δικαστηρίου και όχι κανόνα Δικαστηρίου όπως λανθασμένα αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 στο οποίο στηρίζεται η αίτηση, οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση παρεπιμπτόντων διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consulats Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Παρά το ότι η αγωγή αφορά σε ισχυριζόμενο δόλο εντούτοις καταχωρήθηκε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα όπως ορθά επισημάνθηκε από το συνήγορο των καθ΄ ων η αίτηση. Σύμφωνα με τη Δ.2 Θ.6
(4)αγωγή στην οποία ο ενάγοντας ισχυρίζεται δόλο αποτελεί μια από τις εξαιρέσεις που προνοούνται για την καταχώριση ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Βέβαια στο παρόν στάδιο δεν κρίνω ότι αυτό έχει οποιαδήποτε καταλυτική επίπτωση επί της παρούσας αίτησης. Έχοντας εξετάσει το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα παρατηρώ ότι αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγομένης σε όση έκταση τουλάχιστο αφορά τον ισχυριζόμενο δόλο. Αναφορικά με την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής σε συνάρτηση με το δόλο ο ενόρκως δηλών απλά παραθέτει τις λεπτομέρειες δόλου όπως αυτές καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Γίνεται επίσης μια γενική αναφορά στο ότι η εναγόμενη εταιρεία σε συνεργασία με τον τότε δικηγόρο της ενάγουσας 1 «συμβούλευσαν αμελώς και/ή παράστησαν και/ή επηρέασαν την ενάγουσα αρ. 1» να αποδεχθεί την επίδικη απόφαση. Περαιτέρω αναφέρεται ότι η εναγόμενη παρέστησε στην ενάγουσα 1 ότι δεν θα είχε προσωπικά καμία επίπτωση από την έκδοση της επίδικης απόφασης και ιδιαίτερα ότι μπορούσε να βρεθεί υπόλογη για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου. Όπως σαφώς καθορίζεται από τη νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε καταλήγει σε ευρήματα ως προς το πραγματικό ή νομικό καθεστώς της υπόθεσης. Απαιτείται όμως από τους αιτητές όπως δώσουν κάποια μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους. Η αγωγή στρέφεται μόνο εναντίον της εναγομένης εταιρείας η οποία ήταν ενάγουσα στην πρώτη αγωγή. Ενώ προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δόλια η εν λόγω εταιρεία μαζί με το δικηγόρο της ενάγουσας 1 επηρέασαν την ενάγουσα έτσι ώστε να αποδεχθεί απόφαση, ο εν λόγω δικηγόρος δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Πέραν τούτου δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στη μορφή της ισχυριζόμενης συνεργασίας μεταξύ των καθ΄ ων η αίτηση και του τότε δικηγόρου της ενάγουσας που στόχο είχε τη καταδολίευση της ενάγουσας 1 ούτε με πιο τρόπο οι καθ ων η αίτηση προέβησαν στις παραστάσεις που επικαλείται η ενάγουσα
  1. Καθ΄ όσον αφορά τις υπόλοιπες ισχυριζόμενες λεπτομέρειες δόλου, αυτές αφορούν ισχυρισμούς της εναγομένης στα δικόγραφα της πρώτης αγωγής. Έχοντας όμως υπόψη ότι η ενάγουσα αντιπροσωπεύετο από δικηγόρο και έχει καταχωρήσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση δεν κρίνω ότι οι αναφορές ενός διαδίκου στα δικόγραφα του, θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν δόλια συμπεριφορά όπως αυτή που επικαλούνται οι ενάγοντες. Και αυτό χωρίς να υπεισέρχομαι στο κατά πόσο οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στο δικόγραφο ήταν ψευδείς ή όχι, κάτι που θα αποτελέσει ενδεχόμενα αντικείμενο εξέτασης κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Έχοντας εξετάσει το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, τις ενόρκους δηλώσεις και τα τεκμήρια θεωρώ ότι δεν θα μπορούσε να κριθεί αντικειμενικά ότι έχει καταδειχθεί πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής στη βάση του ισχυριζόμενου δόλου, με τη γενικότητα που προβλήθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που εκδίκασε την πρώτη υπόθεση είναι ορθή η θέση του κ. Νικολάου ότι δεν δικαιολογείται η έγερση αγωγής με στόχο τον παραμερισμό εκ συμφώνου απόφασης που λήφθηκε σε άλλη αγωγή στη βάση του ότι η πρώτη αγωγή εγέρθηκε σε λανθασμένο Δικαστήριο. Ακόμα όμως και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η έγερση αγωγής που εδράζεται σε ισχυριζόμενο δόλο κατά τη δήλωση εκ συμφώνου απόφασης, περιλαμβάνει και αυτό το στοιχείο, σίγουρα δεν αποτελεί θέμα για το οποίο το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο μπορεί να καταλήξει σε τελικό εύρημα. Όμως δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι η συμφωνία «ενοικίασης» που επικαλούνται οι αιτητές, αποτελεί συμφωνία που τιτλοφορείται Άδεια Κατοχής Χρήσης και Εκμετάλλευσης Ακινήτου και σε διάφορα σημεία της συμφωνίας γίνεται αναφορά σε άδεια χρήσης του ακινήτου όπου ως αντισυμβαλλόμενος της εναγομένης αναφέρεται το τουριστικό γραφείο G.M.G. Travel Special InterestTourist το οποίο χαρακτηρίζεται ως Αδειούχος. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι με τα στοιχεία που δόθηκαν από τους αιτητές δεν στοιχειοθετείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 είναι γεγονός ότι σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή των εναγόντων και παραμεριστεί η απόφαση ενώ αυτή θα έχει εκτελεστεί, η απόφαση που θα λάβει θα παραμείνει χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο. Βέβαια στην αγωγή αξιώνονται και αποζημιώσεις και σε συνάρτηση με αυτή τη θεραπεία η μη έκδοση του αιτουμένου διατάγματος δεν έχει οποιαδήποτε επίδραση. Έχει εγερθεί θέμα καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος και ισχυρισμός ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια. Η απόφαση που ζητείται όπως παραμεριστεί εκδόθηκε στις 5.3.2007 στην παρουσία του ενάγοντα 2, όπως φαίνεται από το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ενώ η παρούσα αγωγή εγέρθηκε στις 15.6.
  3. Σε αυτό το σημείο σημειώνεται ότι καμία αναφορά δε γίνεται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2 που συνοδεύει τη παρούσα αίτηση περί του γεγονότος αυτού, ούτε δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία γιατί δεν ενήργησε ενωρίτερα, ούτε ακόμα γιατί δεν απεκάλυψε το δικό του ρόλο στην όλη υπόθεση. Μόνο από την παράθεση αυτών των στοιχείων είναι εμφανής η καθυστέρηση που υπήρξε στην υποβολή του αιτήματος και η απόκρυψη του γεγονότος ότι ο ίδιος ήταν παρών κατά την έκδοση απόφασης . Από δε τα γεγονότα που τέθηκαν από τους καθ΄ ων η αίτηση και τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν προκύπτει σαφώς ότι υπήρξαν στο μεσοδιάστημα προσπάθειες εκτέλεσης της επίδικης απόφασης χωρίς αποτέλεσμα, για το λόγο ότι, μεταξύ άλλων, δεν μπορούσε να ανευρεθεί η ενάγουσα
  4. Η φύση όμως της υπόθεσης είναι τέτοια που απαιτούσε έγκαιρη αντίδραση εκ μέρους των εναγόντων. Πρόκειται για υπόθεση που αφορούσε σύμβαση του έτους 2000 στην οποία προνοείτο διάρκεια μέχρι το 2005 και η αγωγή αφορούσε έξωση από ακίνητο ιδιοκτησίας της εναγόμενης. Η απόφαση δε στην πρώτη υπόθεση εκδόθηκε εκ συμφώνου με την ενάγουσα 1 και στην παρουσία του ενάγοντα
  5. Η ενάγουσα δεν έχει συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου η οποία παραμένει ανεκτέλεστη εδώ και πέντε χρόνια. Η απόφαση επίσης προνοούσε για καταβολή συγκεκριμένου ποσού μηνιαίως μέχρι την παράδοση κατοχής του ακινήτου, κάτι με το οποίο δεν υπήρξε συμμόρφωση ανεξαρτήτως των λόγων που επικαλούνται οι ενάγοντες. Ούτε καν υπήρξε προσφορά για καταβολή του εν λόγω ποσού έστω και μετά την καταχώρηση της αγωγής, μέσω του Δικαστηρίου ή μέσω τράπεζας. Δηλαδή οι ενάγοντες ενώ εξακολουθούν να έχουν κατοχή όπως ισχυρίζονται του επίδικου ακινήτου μέχρι σήμερα, δεν έχουν συμμορφωθεί με τη πρόνοια της απόφασης που αφορά τη πληρωμή ενός ποσού ενόσω εξακολουθούν να κατέχουν το ακίνητο. Συνακόλουθα η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σημαίνει τη παραμονή των εναγόντων στο ακίνητο για περαιτέρω χρόνο χωρίς τη καταβολή οποιουδήποτε ποσού χρημάτων. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι ακόμα και σε περίπτωση που κατέληγα ότι υφίστατο η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και οι επιπτώσεις από αυτήν όπως έχουν αναλυθεί πιο πάνω, χωρίς μάλιστα να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από τους αιτητές γι αυτή τους τη καθυστέρηση, βαρύνουν το ισοζύγιο της ευχέρειας υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των εναγόντων/αιτητών. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.