← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΟΛΕΜΙΟΥ ν. Κώστας Στυλιανού Κασκάνης, Αρ. Αγωγής: 3817/2007 , 26/4/2012

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΟΛΕΜΙΟΥ ν. Κώστας Στυλιανού Κασκάνης, Αρ. Αγωγής: 3817/2007 , 26/4/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3817/2007 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΟΛΕΜΙΟΥ από το Πολέμι Εναγόντων - και - Κώστας Στυλιανού Κασκάνης από τη Λατατάμεια Εναγόμενου ---------------------------------- Ημερομηνία: 26 Απριλίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Για κ. Χρ. Λουκά κ. Π. Παύλου Για τον Εναγόμενο: κ. Χρ. Κιτρομιλίδης (για να ακούσει απόφαση κα Χρ. Φιλίππου) Διάδικοι: Απόντες ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ H Η ενάγουσα, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, είναι Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία εγγεγραμμένη δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και ασκεί εργασίες αποδοχής καταθέσεων, παροχής δανείων, ανοίγματος και διατήρησης λογαριασμών και άλλων συναφών εργασιών σε μέλη της και μη και περαιτέρω εκδίδει τραπεζικές επιταγές. Η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγόμενου το ποσό των €17086.- (Λ.Κ.10,000) ως οφειλόμενο από την είσπραξη τραπεζικών επιταγών της ενάγουσας χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα και/ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή για χρήματα ληφθέντα και εισπραχθέντα και/ή για χρήματα πληρωθέντα εκ λάθους πλέον τόκους 9% ετησίως από 12.9.2002 μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα της αγωγής. Η ενάγουσα με την έκθεση απαίτηση της ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Ότι ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν πελάτης τους και ότι ο Γραμματέας τους επίσης κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν κάποιος Χριστάκης Ιωάννου, ο οποίος καταδικάστηκε σε φυλάκιση λόγω καταχρήσεων και/ή απάτης που διέπραξε εις βάρος των συμφερόντων της ενάγουσας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Περί τον Σεπτέμβριο του 2002, ο πιο πάνω Γραμματέας και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο από την ενάγουσα πρόσωπο, παράνομα και δόλια και χωρίς την εξουσιοδότηση ή έγκριση της ενάγουσας παραχώρησε εικονικό δάνειο και/ή πίστωση και/ή άνοιξε τον εικονικό λογαριασμό 7210995-3 σε ονόματα ανυπάρκτων κα/ή εικονικών και/ή προσώπων που είχαν αποβιώσει και/ή προσώπων που ουδέποτε υπέγραψαν οποιαδήποτε έγγραφα ή συμφωνίες δανείου ή άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις, Κώστα Στυλιανού, Ανδρέα Κωστή και Μαρία Στυλιανού, με εγγυητές πρόσωπα τα οποία ουδέποτε υπόγραψαν και/ή πρόσωπα ανύπαρκτα ή φανταστικά. Κατά ή περί την 12.9.2002, ο τότε Γραμματέας της ενάγουσας και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο από την ενάγουσα πρόσωπο, δόλια και παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε αιτία ή αντιπαροχή εκ μέρους του εναγόμενου και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή έγκριση της ενάγουσας εξέδωσε και παρέδωσε την τραπεζική επιταγή με αριθμό 02540673 στο όνομα του εναγόμενου για το ποσό των Λ.Κ.10.000.- χρεώνοντας την στον πιο πάνω ανύπαρκτο και/ή εικονικό λογαριασμό. Η ενάγουσα ουδέποτε εξουσιοδότησε ή ενέκρινε ή έδωσε εντολή στον Γραμματέα ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να συμπληρώσει, εκδώσει και παραδώσει την αναφερόμενη επιταγή στον εναγόμενο και/ή στο πρόσωπο που κατονομάζεται σε αυτή ως δικαιούχος και να τον καταστήσει νόμιμο κάτοχο της επιταγής διότι δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση, οφειλή ή ευθύνη απέναντι του. Ο εναγόμενος παρουσίασε και/ή κατάθεσε την επιταγή στην τράπεζα Universal Life και εισέπραξε το ποσό χωρίς ο ίδιος να έχει δώσει στην ενάγουσα οποιαδήποτε αντιπαροχή για την εξασφάλιση της και/ή χωρίς να είναι κάτοχος για αξία ή νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής. Ο εναγόμενος εξασφάλισε και εισέπραξε την επίδικη επιταγή με δόλιο και απατηλό τρόπο και/ή με κακή πίστη και/ή σε συμπαιγνία με τον Γραμματέα και/ή εν γνώσει του ότι ο τίτλος επί της επίδικης επιταγής ήταν ελαττωματικός (παρ. 8 - Έκθεσης απαίτησης). Στην παρ. 8 της έκθεσης απαίτησης δίδονται οι ακόλουθες λεπτομέρειες: (α) Ο εναγόμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε και παραδόθηκε σ΄αυτόν χωρίς ο ίδιος να δώσει στη Συνεργατική οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα και ότι με παράνομο τρόπο εισέπραξε χρήματα που δεν είχε δικαίωμα να εισπράξει. (β) Ο εναγόμενος εν γνώσει του και με πρόθεση καταδολίευσης των συμφερόντων της Συνεργατικής αποδέχτηκε την επίδικη επιταγή η οποία χρεώθηκε στον ανωτέρω λογαριασμό με αποτέλεσμα η Συνεργατική να υποστεί ζημιά. (γ) Ο εναγόμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η επίδικη επιταγή είχε ελαττώματα, εφόσον αυτή λήφθηκε χωρίς νόμιμη αιτία και/ή με δόλιο και/ή απατηλό τρόπο και επομένως δεν νομιμοποιείτο στην είσπραξη της και ούτε μπορούσε με οποιοδήποτε τρόπο να καταστεί κάτοχος για αξία ή νομιμοποιημένος κομιστής. (δ) Ο εναγόμενος ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η Συνεργατική δεν όφειλε σ΄αυτόν οποιοδήποτε ποσό και/ή δεν είχε απέναντι του οποιαδήποτε υποχρέωση, εισέπραξε την επίδικη επιταγή καταδολιεύοντας έτσι τα συμφέροντα των εναγόντων και/ή καθιστώντας τον εαυτό του πλουσιότερο σε βάρος των συμφερόντων της Συνεργατικής. (ε) Ο εναγόμενος ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν είχε καθόλου τίτλο επί της επίδικης επιταγής εισέπραξε χρήματα επί της οποίας δεν είχαν νόμιμο τίτλο. Η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε οποιαδήποτε συναλλαγή ή συμφωνία και ούτε όφειλε τα ποσά της επιταγής ή οποιοδήποτε άλλο ποσό και ούτε είχε οποιαδήποτε υποχρέωση απέναντι του και ούτε ο εναγόμενος ή άλλο πρόσωπο είχαν προσφέρει οποιαδήποτε υπηρεσία προς την ενάγουσα ώστε νόμιμα να έχει εκδοθεί, παραδοθεί και εισπραχθεί η ανωτέρω επιταγή. Με την επίδικη επιταγή ισχυρίζεται ότι έχει εξοφληθεί χρέος τρίτου προσώπου έναντι του οποίου ουδέποτε είχε οποιαδήποτε υποχρέωση ή ευθύνη και/ή από το οποίο η ενάγουσα δεν είσπραξε οποιοδήποτε αντάλλαγμα και επομένως η επιταγή είναι εξαρχής άκυρη και μη δεσμευτική για τη Συνεργατική. Ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος με την είσπραξη της επιταγής, χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη αιτία ή αντιπαροχή, κατέστη εις βάρος της ενάγουσας αδικαιολόγητα πλουσιότερος και/ή εισέπραξε χρήματα που δεν δικαιούτο να εισπράξει και/ή εισέπραξε χρήματα από λάθος και επομένως οφείλει ο εναγόμενος να επιστρέψει το ποσό της επιταγής στην ενάγοντα και να αποκαταστήσει τη ζημιά. Ο εναγόμενος στην υπεράσπιση του παραδέχεται ότι πήρε από την ενάγουσα την επιταγή και την κατάθεσε σε λογαριασμό του, πλην όμως αφού προηγουμένως, έδωσε σε μετρητά χρήματα στο Γραμματέα της με σκοπό την έκδοση της επιταγής πληρώνοντας μάλιστα και τα δικαιώματα για την έκδοση της. Το ότι έγινε χρέωση σε εικονικό λογαριασμό, είναι κάτι το οποίο αγνοεί και δηλώνει ότι καμία σχέση δεν είχε ποτέ με τον ισχυριζόμενο λογαριασμό, ούτε και πληροφορήθηκε ποτέ ότι χρεώθηκε ο συγκεκριμένος λογαριασμός με το ποσό των Λ.Κ.10.000.- Επίσης αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί δόλου, απάτης, συμπαιγνίας κτλ και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Στην απάντηση στην υπεράσπιση του εναγόμενου, η ενάγουσα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγόμενου τονίζοντας ότι, ουδέποτε ο εναγόμενος πλήρωσε το πόσο των Λ.Κ.10.000.- ή οποιοδήποτε άλλο ποσό για την έκδοση της επιταγής, επαναλαμβάνει δε, τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος είσπραξε την επιταγή χωρίς να δώσει οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Κατά την ακροαματική διαδικασία, για την ενάγουσα, κατέθεσαν δύο μάρτυρες, η Χριστιάνα Ηλιάδου (Μ.Ε.1), νυν γραμματέας της και ο Λεωνίδας Λεωνίδου, ο οποίος κατά τον ουσιώδη για τη αγωγή ήταν πρώτος συνεργατικός λειτουργός στην ΥΕΑΣΕ. Για τον εναγόμενο κατάθεσε ως μάρτυρας, ο ίδιος ο εναγόμενος (Μ.Υ.1) και ο Αλκιδιάδης Κυριάκου (Μ.Υ.2). Ως τεκμήρια στην υπόθεση, κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής, πέραν των γραπτών δηλώσεων της Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 1) και του Μ.Ε.2 (Τεκμήριο 8), οι οποίες αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης τους, κατατέθηκαν τα πιο κάτω έγγραφα:

  1. Χρεωστικό Γραμμάτιο (Τεκμήριο 2).
  2. Επιταγή με αριθμό 02540673 (Τεκμήριο 3).
  3. Απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 4).
  4. Κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 5).
  5. Έκθεση Μ.Ε.2 (Τεκμήριο 6).
  6. Επιστολή ημερομηνίας 23.10.2007 (Τεκμήριο 7).
  7. Πιστοποιητικό Εμπρόθεσμης Κατάθεσης (Τεκμήριο 9).
  8. Απόδειξη Παραλαβής Χρημάτων (Τεκμήριο 10).
  9. Επιταγή με αριθμό 0250674 (Τεκμήριο 11). Τo σύνολο της μαρτυρίας, όσων κατέθεσαν ενόρκως, έχει καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Για σκοπούς συνοχής και δομής της απόφασης μου, παραθέτω στη συνέχεια πολύ συνοπτικά την μαρτυρία όλων των μαρτύρων ενώ κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας τους και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου, οτιδήποτε αναφέρεται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Η Μ.Ε. 1, κατά την μαρτυρία της αναφέρθηκε αρχικά στα καθήκοντα της καθώς και στις εργασίες που διεξάγει η ενάγουσα. Σύμφωνα με την Μ.Ε.1, κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2002 ο Γραμματέας της ενάγουσας καταδικάστηκε σε φυλάκιση λόγω καταχρήσεων που διέπραξε εις βάρος των συμφερόντων της ενάγουσας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, κατατάσσοντας μεταξύ των ατασθαλιών του και την δημιουργία του εικονικού δανείου που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης. Επίσης αναφέρθηκε στον λογαριασμό που δημιουργήθηκε σε σχέση με το πιο πάνω δάνειο και στην έκδοση της επίδικης επιταγής, την οποία ο εναγόμενος κατάθεσε σε τράπεζα και είσπραξε το ποσό της, αναφέροντας ότι, ο εναγόμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε και παραδόθηκε σε αυτόν χωρίς ο ίδιος να δώσει στην ενάγουσα οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα και ότι με παράνομο τρόπο είσπραξε χρήματα που δεν είχε δικαίωμα να εισπράξει. Περαιτέρω αναφέρθηκε και κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο την έκθεση του Μ.Ε.2 (Τεκμήριο 6), στην οποία είπε, αναφέρονται τα όσα και η ίδια υποστήριξε στο δικαστήριο. Στον Μ.Ε. 2, με την αποκάλυψη της κατάχρησης στην ΣΠΕ Πολεμίου, ο Έφορος ΥΕΑΣΕ, έδωσε οδηγίες, να ερευνήσει την υπόθεση και στα πλαίσια των ερευνών του παρέλαβε από την Συνεργατική όλα τα σχετικά έγγραφα συμπεριλαμβανομένων και των Τεκμήριων 2 -
  10. Διεξήγαγε έρευνα και έλεγχο σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων και ζητημάτων που αφορούσαν την παρούσα υπόθεση και τα ευρήματα του τα κατέγραψε στο Τεκμήριο 6 τα οποία και εξήγησε στο Δικαστήριο. Με βάση τα στοιχεία που είχε την κατοχή του και από την έρευνα του, η συμφωνία δανείου Τεκμήριο 2, όσο και το άνοιγμα του λογαριασμού, έγιναν από τον τέως γραμματέα της Συνεργατικής Χρ. Ιωάννου. Αναφορικά με το δάνειο (Τεκμήριο 2) εκδόθηκαν δύο επιταγές και παραδόθηκαν σε υπαρκτά πρόσωπα, τον εναγόμενο και σε κάποιο Σέργιο Σεργίου. Σύμφωνα με τον Μ.Ε2, ο εναγόμενος εισέπραξε την τραπεζική επιταγή παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε αιτία ή αντιπαροχή εκ μέρους του και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή έγκριση από την ενάγουσα. Επίσης ο Μ.Ε2, εξήγησε με πιο τρόπο και κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί η Συνεργατική να εκδώσει επιταγή, καμία από τις οποίες, όπως ανέφερε, δεν τηρήθηκε στην περίπτωση του εναγόμενου για αυτό και δεν υπήρχε νόμιμη αιτία ή αντάλλαγμα για την έκδοση της τραπεζικής επιταγής. Με βάση τα ευρήματα του και τα συμπεράσματα του, θεωρεί ότι, ο εναγόμενος εξασφάλισε και εισέπραξε την επίδικη επιταγή όχι καλόπιστα και εν γνώσει του ότι δεν έδωσε αντάλλαγμα για την είσπραξη της, ότι γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι επιταγές της Συνεργατικής εταιρείας εκδίδονται σε πελάτες ή άλλο πρόσωπα στα οποία οφείλει ή έχουν δώσει αντάλλαγμα στην Συνεργατική, ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η Συνεργατική δεν του όφειλε ή σε άλλο πρόσωπο οποιοδήποτε ποσό και/ή δεν είχε απέναντι του ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση ώστε να εξασφαλίσει την επιταγή και ότι με την είσπραξη της επιταγής κατέστη εις βάρος της ενάγουσας αδικαιολόγητα πλουσιότερος και για αυτό οφείλει να επιστρέψει το ποσό. Ο εναγόμενος, ανέφερε ότι ουδέποτε ζήτησε και ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για την παραχώρηση δανείου από την ΣΠΕ πολεμίου. Στο τεκμήριο 2, αναγνώριζε μόνο τον αριθμό της ταυτότητας του, ενώ τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό ως χρεώστες και ως εγγυητές, είπε ότι δεν τα γνωρίζει. Υποστήριξε ότι, αρχές Σεπτεμβρίου 2002, ζήτησε από τον πρώην γραμματέα της ενάγουσας όπως του εκδώσει η ενάγουσα και του παραδώσει ο ίδιος, επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.10.000.- την οποία χρειαζόταν για την αγορά ενός διαμερίσματος. Το ποσό των Λ.Κ.10.000, σύμφωνα με τον εναγόμενο, ήταν η προκαταβολή για την αγορά διαμερίσματος από κάποια Αθανασία. Το ποσό των Λ.Κ.10.000.- πλέον το ποσό των Λ.Κ.8.- το οποίο του είχε ζητήσει, ο πρώην γραμματέας της ενάγουσας για την έκδοση της επιταγής, του τα παρέδωσε στην καφετερία του ξενοδοχείου Veronika αρχές Σεπτεμβρίου
  11. Στις 12.9.2002, ο Χρ. Ιωάννου, στο καφενείο Κολοπετινίστα, του παρέδωσε με καθυστέρηση την επιταγή (Τεκμήριο 3), λόγω όμως της καθυστέρησης στην παράδοση της, έχασε το διαμέρισμα, για αυτό εκείνη την ημέρα ήταν θυμωμένος μαζί του και έτσι δεν πρόσεξε ότι στην επιταγή αναγραφόταν Κώστας Στυλιανού και όχι Κώστας Κασκάνης που είναι το επίθετο του. Υποστήριξε επίσης, πως ζητούσε καθημερινά από τον Χρ. Ιωάννου να του παραδώσει την επιταγή, τόσο κατά τις συναντήσεις τους όσο και τηλεφωνικά και όταν έχασε το διαμέρισμα ζητούσε τα χρήματα του αλλά αυτός που παρέδωσε στις 12.9.2002 την επιταγή (Τεκμήριο 2). Ο Μ.Υ.2, ο οποίος είναι φίλος με τον εναγόμενο, υποστήριξε πως θυμάται μια μέρα, που ήταν στο μαγαζί του και το καθάριζε, ότι πέρασε ο εναγόμενος με το αυτοκίνητο του και τον πήρε και πήγαν μαζί στο ξενοδοχείο Veronika. Καθοδόν ο εναγόμενος, του ανέφερε κάτι για την αγορά ενός διαμερίσματος και ότι θα έπαιρνε χρήματα, Λ.Κ.10.000.-, σε κάποιον για να του δώσει επιταγή, «κάτι σαν απόδειξη», όπως είπε. Στο ξενοδοχείο κάθισαν στην καφετερία μαζί με τρεις άλλους, εκ των οποίων ο ένας ήταν ο γραμματέας που θα έδινε τα λεφτά ο εναγόμενος και μπροστά που έβγαλε ο εναγόμενος και του έδωσε τα χρήματα χωρίς όμως να τα μετρήσει, θυμάται επίσης, ότι το πρόσωπο στο οποίο παρέδωσε τα χρήματα που ζήτησε ακόμα Λ.Κ.8.- για να του βγάλει την επιταγή πράγμα το οποίο τον παραξένεψε. Το γεγονός ότι πλήρωσε ακόμα Λ.Κ.8.- το συζήτησε με τον εναγόμενο, ο οποίος του εξήγησε ότι όταν βγάζουν επιταγή χρεώνεται η επιταγή πράγμα το οποίο είπε δεν γνώριζε. Αγορεύσεις: Αμφότεροι οι δικηγόροι είχαν την ευγενική καλοσύνη να παρουσιάσουν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Το περιεχόμενο των οποίων δεν προτίθεται να επαναλάβω, συνοπτικά να αναφέρω ότι ο συνήγορος της ενάγουσας, κάνει εκτεταμένη αναφορά στη γραπτή του αγόρευση στη μαρτυρία της ενάγουσας και του εναγόμενου και εισηγείται ότι οι μάρτυρες της ενάγουσας είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια, ενώ ο εναγόμενος και ο Μ.Υ.2 θα πρέπει να κριθούν αναξιόπιστοι, αναλύοντας και τους λόγους που καθιστούν την μαρτυρία τους αναξιόπιστη και άρα την εκδοχή του εναγόμενου για την ύπαρξη αντιπαροχής έκθετη σε απόρριψη. Ενόψει πλήρους έλλειψης αντιπαροχής, η επιταγή εισηγείται είναι άκυρη και γίνεται εκτεταμένη αναφορά στην αγόρευση του για το ζήτημα αυτό με αναφορά στα σχετικά άρθρα του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.
  12. Αναφέρθηκε επίσης, στην έννοια της αντιπαροχής και στο τεκμήριο που καθιερώνει το άρθρο 30

(1)του Κεφ. 262 για να τονίσει ότι η ενάγουσα δεν είχε καμία συμβατική σχέση που να σχετίζεται με την επίδικη επιταγή και επίσης, αν ακόμα ισχύει ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι δόθηκαν τα χρήματα στον πρώην γραμματέα της ενάγουσας σε μια ιδιωτική συνάντηση, αυτό δεν μπορεί να είναι δεσμευτικό για την ενάγουσα που ουδεμία σχέση είχε με την καταβολή του αντίστοιχου ποσού της επιταγής στον τότε γραμματέα της. Τονίστηκε επίσης η άποψη πως έστω και αν πρόκειται για τραπεζική επιταγή, ισχύουν αντίστοιχα οι κανόνες που τέθηκαν προς όφελος των εκδοτών σε συνήθη επιταγή. Μεταξύ άλλων έγινε επίκληση και της αγγλικής απόφασης Oliver v. Danis
(1949)2 Κ.Β 727 σε συσχετισμό και με την απόφαση Γεώργιος Ρωμανός ν. Μάριου Χρυσάνθου
(1991)1 ΑΑΔ 991 ως προς τα γεγονότα τους αναφέροντας ότι υπάρχει διαφοροποίηση σε αυτά και ότι στην προκειμένη ισχύουν τα όσα αποφασίστηκαν στην Danis. Η θέση της υπεράσπισης, είναι ότι η μαρτυρία της ενάγουσας απλά ενισχύει και δικαιολογεί την καταδίκη του πρώην γραμματέα της ενάγουσας αλλά καμία βοήθεια δεν προσφέρει στο Δικαστήριο για την εξιχνίαση της παρούσας υπόθεσης, αντίθετα, δημιουργεί πολλά ερωτηματικά αφού τα πρόσωπα τα οποία φαίνεται να είχαν εμπλακεί στην δημιουργία των Τεκμηρίων 2 και 3 δεν κλήθηκαν να καταθέσουν στο Δικαστήριο από την ενάγουσα και να διαφωτίσουν το Δικαστήριο σε σχέση με τις συνθήκες έκδοσης τους αλλά και την οποιαδήποτε εμπλοκή και ανάμιξη του εναγόμενου, επίσης ότι η μη κλήτευση του Σέργιου Σεργίου, που ήταν το πρόσωπο στο οποίο εκδόθηκε η δεύτερη επιταγή (Τεκμήριο 11) θα πρέπει να προβληματίσει το Δικαστήριο. Η παρουσίαση του Τεκμηρίου 11, δεν οδηγεί σε κανένα ασφαλές συμπέρασμα ενώ ενισχύει, αναφέρει, τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι ο γραμματέας της ενάγουσας χρησιμοποίησε την Συνεργατική ως μέσο και τρόπο ικανοποίησης δικών του χρηματικών απαιτήσεων. Σε ότι αφορά του ισχυρισμούς περί δόλου αυτοί, είναι η εισήγηση του συνηγόρου του εναγόμενου, ότι παρέμεναν αστήριχτοι από μαρτυρία. Με αναφορά στην μαρτυρία των μαρτύρων της ενάγουσας, τόνισε, ότι δεν έχει παρουσιαστεί ίχνος πρωτογενούς μαρτυρίας αφού οι πιο πάνω μάρτυρες δεν είχαν προσωπική γνώση των γεγονότων. Αναφέρθηκε επίσης στην μαρτυρία του εναγόμενου, ως την μόνη αληθινή και πραγματική εκδοχή, ο οποίος ανάφερε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε για τις πράξεις του γραμματέα και εμπιστεύονταν τον φίλο του και γραμματέα της ενάγουσας, ο οποίος λίγες ημέρες μετά την παράδοση των μετρητών, του έδωσε την επιταγή και για αυτό δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει ή να τον αμφισβητεί. Τόνισε ότι εφόσον το ποσό δόθηκε στον γραμματέα της ενάγουσας για την έκδοση της συγκεκριμένη επιταγής, αλλά και για όλους τους λόγους που εξηγεί στην γραπτή αγόρευση του, πως η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, αναφέρει, πως το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αγνοήσει ότι υπόβαθρο της αγωγής είναι μια παράνομα οργανωμένη και εκτελεσθείσα συνωμοσία εξαπάτησης της ΣΠΕ από τον γραμματέα της με όργανα την επιτροπή αξιολόγησης της αίτησης αλλά και ότι υπόβαθρο της αγωγής, είναι η συμφωνία δανείου, η οποία, με δεδομένη τη θέση των εναγόντων, ότι ήταν παράνομη, δόλια και εικονική - έργο του γραμματέα και κατ΄ επέκταση της ΣΠΕ δηλαδή τη ενάγουσας, για να εισηγηθεί πως μέσα από παρανομία δεν μπορούν να προκύψουν νόμιμα δικαιώματα. Αναφορικά με την τελευταία του αυτή εισήγηση, παρέπεμψε στο άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου και σε σχετική επί του θέματος νομολογία αναφέροντας ότι υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ των εναγόντων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους όσους κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτή έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες καθώς και οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους. Mε ιδιαίτερη προσοχή έχω μελετήσει τη μαρτυρία στην ολότητα της και έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες με προσοχή δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο εναγόμενος (Μ.Υ.1) και ο Μ.Υ.2, δεν έχουν καταθέσει την αλήθεια ενώπιον του δικαστηρίου σε αντίθεση με τους μάρτυρες της ενάγουσας. Η μαρτυρία και των δύο μαρτύρων της ενάγουσας χαρακτηρίζεται από συνοχή, σταθερότητα και αυθορμητισμό στοιχεία που χαρακτηρίζουν κάθε αξιόπιστη μαρτυρία. Τόσο η Μ.Ε. 1 όσο και ο Μ.Ε.2 απαντούσαν με ευθύτητα, απλότητα, ήταν θετικοί και επεξηγηματικοί στις απαντήσεις τους, η μαρτυρία τους διέπετο από αυθορμητισμό και σαφήνεια ενώ δεν έχω αντιληφθεί να περιέπεσαν σε οποιαδήποτε αντίφαση ή τάση υπερβολής ή υπεκφυγής κατά τις απαντήσεις που έδιδαν τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση τους. Θεωρώ ότι στο δικαστήριο είπαν την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτοί τα γνώριζαν, η Μ.Ε1 από την θέση που κατείχε στην ενάγουσα ως γραμματέας μετά την παύση του Χρ. Ιωάννου πρώην γραμματέα της και ο Μ.Ε2 λόγω του διορισμού του από τον Έφορο ΥΕΑΣΕ για να διερευνήσει τα όσα είχαν συμβεί στη ΣΠΕ Πολεμίου. Η Μ.Ε.1 όπως προέκυψε, αλλά και η ίδια έχει παραδεχτεί με ειλικρίνεια, τα όσα ανέφερε ή τουλάχιστον τα πλείστα από αυτά δεν ήταν γεγονότα για τα οποία είχε ιδίαν προσωπική γνώση και αντίληψη. Ως μάρτυρας μου έκανε μου έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση. Ήταν ειλικρινής και απαντούσε με θετικό και σταθερό τρόπο τόσο κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης της όσο κατά την αντεξέταση της. H Μ.Κ.1 δεν μπορούσε να έχει προσωπική γνώση οιονδήποτε γεγονότων αφού η ίδια ανάλαβε καθήκοντα Γραμματέα στην ενάγουσα, όπως ανάφερε στην αντεξέταση της, στις 20.1.2004 δηλαδή 2 χρόνια μετά τα γεγονότα που η ενάγουσα επικαλείται ότι έλαβαν χώρα σύμφωνα με την έκθεση απαίτηση της. Τα όσα ανάφερε προέρχονται μέσα από την μελέτη εγγραφών και πληροφοριών που έχει λάβει, μεταξύ αυτών και από τα τεκμήρια 2 -
  1. Αποδέχομαι την μαρτυρία της πλην του μέρους αυτής που αφορά έκφραση γνώμης (βλ. παρ.14 Τεκμήριο 1), ειδικότερα ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι η επιταγή λήφθηκε με δόλιο και απατηλό δηλαδή ότι γνώριζε τις πράξεις του γραμματέα του πρώην γραμματέα της ενάγουσας. Η γνώμη αυτή της Μ.Ε1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή γιατί δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο μαρτυρίας. και τούτο γιατί δεν ήταν σε θέση εκ των πραγμάτων να γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα όπως πιο πάνω αναφέρω. Ο Μ.Ε2 μετάφερε με ειλικρίνεια τα όσα περιήλθαν εις γνώση του στα πλαίσια της έρευνας που του ανατέθηκε να διενεργήσει και διενέργησε. Όλα όσα ανάφερε καθώς και η γνώμη στην οποία κατέληξε προέκυψαν μέσα από την μελέτη των εγγράφων που του είχαν παραδοθεί και είχε στην κατοχή του, στη βάση των οποίων ετοίμασε και το Τεκμήριο
  2. Ο Μ.Ε.1, όπως και η Μ.Ε.3 επίσης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό με τα γεγονότα της υπόθεση από προσωπική γνώση και αντίληψη. Ειδικότερα δε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε γίνει η συμφωνία Τεκμήριο 2 και τα όσα προηγήθηκαν της σύναψης της. Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε.2, έχοντας υπόψη μου και τα όσα δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, αλλά και το περιεχόμενο των εγγράφων 2 - 7 και 11, ειδικότερα, ότι οι επιταγές που εκδόθηκαν σε σχέση με το δάνειο Τεκμήριο 2, κατέληξαν, η μια (Τεκμήριο 3) στον εναγόμενο και η άλλη (Τεκμήριο 11) σε κάποιο Σέργιο Σεργίου. Επίσης αποδέχομαι ότι με βάση τα έγγραφα της ενάγουσας που μελέτησε, δεν βρέθηκε οτιδήποτε που να δείχνει ότι το ποσό της επιταγής πληρώθηκε ή κατατέθηκε σε μετρητά στην ενάγουσα είτε από τον εναγόμενο είτε από άλλο πρόσωπο. Επίσης αποδέχομαι την μαρτυρία του, λαμβάνοντας υπόψη πάντοτε και την θέση που κατείχε στην ΥΕΑΣΕ για 41 χρόνια ότι για την έκδοση επιταγής από Συνεργατική πρέπει να τηρούνται οι προϋπόθεσης ανάφερε (βλ. παρ. 31 Τεκμήριο 8). Ο εναγόμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας και είμαι βέβαιη ότι δεν έχει πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η γνώμη που σχημάτισα για τον εναγόμενο προέκυψε όχι μόνο από αυτά που ανάφερε, αλλά και από την εικόνα που σχημάτισα παρατηρώντας τον ενώ κατάθετε ενόρκως από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η κύρια εκδοχή του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια. Ο εναγόμενος, σύμφωνα με την εκδοχή του, παρέλαβε την πιο πάνω επιταγή αφού είχε παραδώσει στον πρώην γραμματέα της ενάγουσας, ο οποίος ήταν κουμπάρος του και διατηρούσαν φιλική σχέση, το ποσό των Λ.Κ.10.000.-. Το ποσό των Λ.Κ.10.000 πλέον Λ.Κ.8 για την έκδοση της επιταγής το έδωσε, όπως ισχυρίστηκε, στον πρώην γραμματέα της ενάγουσας, καθότι θα αγόραζε ένα διαμέρισμα και του είχε ζητηθεί να δώσει τραπεζική επιταγή για την προκαταβολή. Την επιταγή, ο κουμπάρος του, του την παρέδωσε 10 με 12 ημέρες μετά την παράδοση των μετρητών, σε καφενείο, την οποία κατάθεσε στην UNIVERSAL στην οποία διατηρεί και διατηρούσε λογαριασμό. Η πιο πάνω εκδοχή, δεν γίνεται πιστευτή, δεν εξηγείται λογικά αλλά ούτε και υποστηρίζεται από οποιοδήποτε γραπτά στοιχεία, όταν μάλιστα ο εναγόμενος προσπάθησε να την συνδέσει με μια συμφωνία πώλησης ακίνητης περιουσίας. Ο εναγόμενος είχε επιλεκτική μνήμη και ότι θεωρούσε ότι ήταν σημαντικό για να βοηθήσει τον ίδιο και την υπόθεση του το «θυμόταν», όπως για παράδειγμα ότι έδωσε και Λ.Κ.8.- για την έκδοση της επιταγής, που δεν είναι τυχαίο κατά την άποψη μου που υποστήριξε ότι γέλασαν με αυτό το γεγονός, όταν ο Χρ. Ιωάννου, όπως είπε, του ζήτησε το πιο πάνω ποσό, δεν θυμόταν όμως πιο ήταν το επίθετο της γειτόνισσας του από την οποία θα αγόραζε το διαμέρισμα και με την οποία, με βάση τα λεγόμενα του, διατηρούσαν καλές σχέσεις, αφού όπως είπε ο ίδιος την πήρε να αλλάξει το εισιτήριο της για να φύγει νωρίτερα. Ερωτηθείς ο εναγόμενος στη αντεξέταση του, να πει το επίθετο της Αθανασίας, όπου να σημειωθεί ζήτησε από τον κουμπάρο του να βγάλει την επιταγή στο όνομα της και άρα θα του έδωσε μαζί με τα χρήματα και τα πλήρη στοιχεία της, απάντησε ότι δεν θυμόταν το επίθετο της. Για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι η επιταγή εκδόθηκε στον ίδιο και όχι στην πωλήτρια του διαμερίσματος, ανάφερε πως αρχικά ζήτησε από τον κουμπάρο του Χρ. Ιωάννου η επιταγή να είναι στο όνομα της (της οποία όμως δεν θυμόταν το επίθετο) αλλά μετά που καθυστέρησε να του την φέρει και ναυάγησε η συμφωνία εξαιτίας του, του ζητούσε τα χρήματα του και αντί των χρημάτων του παρέδωσε την επιταγή χωρίς όμως να γνωρίζει τον λόγο. Σε αντίθεση με τα πιο πάνω, στην αντεξέταση του ανάφερε ότι ο λόγος που ναυάγησε η συμφωνία ήταν η αναχώρηση της Αθανασίας, συγκεκριμένα ανάφερε: «Αρχικά η τραπεζική επιταγή θα εκδίδετο στο όνομα της κ. Αθανασίας, μετά που ναυάγησε η πράξη μας λόγω της αναχώρησης της, του ζήτησα να μου φέρει τα λεφτά πίσω και μου έκδωσε επιταγή στο όνομα Κώστας Στυλιανού». Για να δικαιολογήσει επίσης το γεγονός ότι παρέλαβε την επιταγή με το όνομα Κώστας Στυλιανού και όχι Κώστας Κασκάνης, είπε ότι εκείνη την ημέρα ήταν θυμωμένος με τον κουμπάρο του Χρ. Ιωάννου, γιατί έχασε το διαμέρισμα εξαιτίας του και για αυτό δεν πρόσεξε το όνομα στην επιταγή, το οποίο (όνομα) είδε όταν του υποδείχτηκε η επιταγή (Τεκμήριο 3) στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση του, δικαιολογώντας την «απροσεξία» του, με τον πιο πάνω τρόπο. Με βάση τη εκδοχή του εναγόμενου, στις 12.9.2002, ημερομηνία που του παραδόθηκε η επιταγή, γνώριζε ότι το διαμέρισμα είχε πωληθεί αλλού. Στην αντεξέταση του όμως, ανάφερε ότι η Αθανασία που θα του πωλούσε το διαμέρισμα θα έφευγε αρχικά στις 18.9.2002 αλλά έφυγε αιφνίδια στις 10 του ιδίου μήνα γιατί είχε κάποιο πρόβλημα ο γιος της, για αυτό για αυτό δεν έγινε η πράξη μαζί του. Το ότι θα έφευγε η Αθανασία στις 10.9.2002, είπε, το γνώριζε από τις 8 του μήνα γιατί ο ίδιος την πήρε στο ταξιδιωτικό γραφείο για να αλλάξει το εισιτήριο της. Συνεπώς αν η Αθανασία ήθελε να κλείσει η πράξη, δηλαδή η πώληση, μέχρι τις 18 του μήνα, πως είναι τότε δυνατό να πώλησε το διαμέρισμα πριν φύγει, δηλαδή πριν τις 10.9.2002 σε άλλο πρόσωπο και η αιτία της ακύρωσης της συμφωνίας να ήταν γιατί δεν της έδωσε την επιταγή προηγουμένως ο εναγόμενος. Για να πείσει ότι κρατούσε σε μετρητά Λ.Κ.10.000.-, αφού δεν είχε κανένα γραπτό στοιχείο για ανάληψη του πιο πάνω ποσού π.χ από τράπεζα ή κάτι άλλο, αναφέρθηκε στις οικονομικές του δυνατότητες και παρουσιάστηκε να είχει τέτοια οικονομική δυνατότητα και ρευστότητα χρημάτων λόγων των επιχειρήσεων που διατηρούσε τότε, που μπορούσε μέσα σε 3 ημέρες να εισπράξει και να κρατά ένα τέτοιο χρηματικό ποσό. Αν όμως ο εναγόμενος τελούσε σε αγωνία για την αγορά του διαμερίσματος και ότι θα το έχανε λόγω της καθυστέρησης του Χρ. Ιωάννου στην παράδοση της επιταγής, με βάση αυτά που ο ίδιος ανάφερε, θα του ήταν ιδιαίτερα εύκολο να εξασφαλίσει άλλες Λ.Κ.10.000.- και να παραδώσει την προκαταβολή στην ενάγουσα. Ακόμα θα ήταν λογικό, ο εναγόμενος να επισκεφθεί στην ΣΠΕ Πολεμίου προσωπικά και να ζητήσει επιτόπου, αφού είχαν ήδη παραδοθεί στον γραμματέα της τα χρήματα αλλά και δικαιώματα εκ ποσού Λ.Κ.8.-, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, την έκδοση της επιταγής. Αρχικά υποστήριξε ότι ήταν επιθυμία της Αθανασίας να δώσει τραπεζική επιταγή γιατί δεν ήθελε να εκδώσει απόδειξη, στην συνέχεια είπε, πως ήταν και οι που δύο ήθελαν το ίδιο, δηλαδή να εκδοθεί και να δοθεί επιταγή για την προκαταβολή, για να είναι και αυτός καλυμμένος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αλλά και για αυτούς που εξηγώ στη συνέχεια, αφού η μαρτυρία του εναγόμενου δεν θα μπορούσε να εξεταστεί κατά απομόνωση και χωρίς αναφορά και στην μαρτυρία του μάρτυρα του (Μ.Υ.2), αλλά σε συσχετικό με αυτή, η μαρτυρία του κρίνεται αναξιόπιστη. Ο Μ.Υ.2, φίλος του εναγόμενου, εμφανώς ήρθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίζει την εκδοχή του εναγόμενου, ως προς την παράδοση των μετρητών στον Χρ. Ιωάννου και του ποσού των Λ.Κ.8.- για την έκδοση της επιταγής. Ο Μ.Υ.2 δεν με έχει πείσει σε καμία περίπτωση ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, έχοντας πάντα κατά νου και τα όσα υποστήριξε ο εναγόμενος κατά την μαρτυρία του, σε σχέση με τα πρόσωπα που ήταν παρόντες όταν παρέδωσε τα χρήματα στον Χρ. Ιωάννου στην καφετερία του ξενοδοχείου Veronika στην Πάφο. Η παρουσία του Μ.Υ.2 στο Δικαστήριο ως μάρτυρας υπεράσπισης ήταν μια αποτυχημένη προσπάθεια του εναγόμενου αλλά και του ιδίου του Μ.Υ.2 για να πείσουν για την εκδοχή του εναγόμενου. Ο Μ.Υ.2 εμφανώς πρόθυμος παρουσιάστηκε για να βοηθήσει τον φίλο του καταφεύγοντας στο ψέμα. Και εξηγώ γιατί απορρίπτω την μαρτυρία του Μ.Υ.2 ως παντελώς αναξιόπιστη. Για τους ίδιους λόγους και σε συνέχεια των πιο πάνω και του εναγόμενου. Ο εναγόμενος σε καμία περίπτωση, τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την διάρκεια της μακράς αντεξέτασης του από τον συνήγορο της ενάγουσας, δεν ανάφερε οτιδήποτε για την παρουσία του Μ.Υ.2 στο μέρος που όπως ισχυρίστηκε έδωσε τα χρήματα στον Χρ. Ιωάννου, παρά το ότι ερωτήθηκε σχετικά. Σε καμία περίπτωση δεν ανάφερε κατά τη μαρτυρία του, παρά το ότι του δόθηκε η ευκαιρία, ότι παρέλαβε με το όχημα του τον Μ.Υ.2, ότι ανάφερε στον Μ.Υ.2 για την αγορά που θα έκανε και ότι θα έδινε μετρητά χρήματα στον Χρ. Ιωάννου για να του εκδώσει επιταγή ώστε να την δώσει ως προκαταβολή - «κάτι σαν απόδειξη». Ο εναγόμενος ερωτηθείς στην αντεξέταση του, οποίοι ήταν παρόντες στη συνάντηση με τον Χρ. Ιωάννου, είπε ότι ήταν ένας γνωστός τους, ο οποίος άκουσε ότι απεβίωσε και κάποιος Μάκης. Επίσης σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ερωτηθείς να πει, ποιοι γέλασαν όταν ζήτησε ο Χρ. Ιωάννου το ποσό των Λ.Κ.8.-, απάντησε: «εγώ τζαι τα άλλα 2 άτομα που ήταν παρών. Ήταν λίγο γελοίο για την παρέα». Ο Μ.Υ.2 στην κυρίως εξέταση του ανάφερε ότι όταν τον πήρε ο εναγόμενος πήγαν και έκατσαν στην καφετερία στο Veronika και είχε ακόμα 3 άτομα εκεί μεταξύ αυτών και κάποιος Μάκης, συνεπώς ο Μ.Υ.2, ο οποίος ονομάζεται Αλκιβιάδης Κυριάκου, δεν ήταν ο «Μάκης», που ανάφερε ο εναγόμενος προηγουμένως. Στο τέλος της αντεξέτασης του, ο εναγόμενος, ανάφερε ότι παρόντες στην καφετερία του Veronika ήταν τρία με τέσσερα πρόσωπα, των οποίων τα ονόματα μπορεί να αναφέρει, αλλά δεν τα ανέφερε και τα οποία αν χρειαστεί θα τα φέρει, εννοώντας να καταθέσουν ως μάρτυρες. Ο εναγόμενος ενώ στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε σε κάποια πρόσωπα, όπως την κ. Αθανασία που θα του πουλούσε το διαμέρισμα, λέγοντας σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του, όταν αμφισβητήθηκε για την εκδοχή του, ότι δεν γνωρίζει αν βρίσκεται εν ζωή και ότι μετά που θα φύγει, από το Δικαστήριο θα το ψάξει, δηλαδή αν ζει η Αθανασία, προφανώς για να την καλέσει στο Δικαστήριο ως μάρτυρα. Για τον φίλο του Μ.Υ.2, ο οποίος ήταν εν ζωή, γιατί δεν ανάφερε οτιδήποτε στη μαρτυρία του. Η απάντηση είναι απλή, γιατί ο Μ.Υ.2 ποτέ δεν ήταν παρών και γιατί επίσης απλά ποτέ δεν έγινε καμία συνάντηση του είδους και για τον σκοπό που ανάφεραν και οι δύο. Η παρουσία του Αλκιβιάδη Κυριάκου στο Δικαστήριο ήταν «έκτακτη» και ο σκοπός της πασιφανής. Ο Μ.Υ.1 ερωτηθείς στην αντεξέταση του, αν γνωρίζει τι έγινε με το διαμέρισμα ανάφερε ότι ρώτησε τον εναγόμενο σε μεταγενέστερο χρόνο και του είπε ότι το πήρε, κάτι το οποίο έρχεται, επίσης, σε πλήρη αντίφαση με αυτά που ανάφερε ο εναγόμενος για ακύρωση της συμφωνίας. Τέλος να αναφέρω ότι είναι άξιο απορίας γιατί ο εναγόμενος έσπευσε να καταθέσει την ίδια ημέρα την επιταγή ενώ συνήθιζε να κρατά σε μετρητά χιλιάδες λίρες πάνω του και επίσης ότι συναντήθηκε με το πρώην γραμματέα της ενάγουσας σε άλλο μέρος από το καθημερινό τους στέκι κοντά στην τράπεζα του στην οποία και κατάθεσε την επιταγή. Υπό το φως όλων όσων των πιο πάνω εξηγώ, δεν μπορεί παρά τόσο ο εναγόμενος (Μ.Υ.1) όσο και ο μάρτυρας του (Μ.Υ.2), να κριθούν και κρίνονται ως αναξιόπιστοι μάρτυρες. Από την μαρτυρία του εναγόμενου και αυτό λόγω του ότι δε έχει αμφισβητηθεί αλλά και επειδή αποτελεί και μέρος της εκδοχής της ενάγουσας, η οποία υποστηρίχθηκε με αξιόπιστη μαρτυρία, αποδέχομαι ότι ο εναγόμενος δεν είχε καμία σχέση και ανάμιξη με την συμφωνία Τεκμήριο 2 και ότι σε αυτή (τη συμφωνία) πέραν της ταυτότητας του δεν υπάρχει η υπογραφή του αλλά και ότι ο ίδιος ουδέποτε αποτάθηκε και ζήτησε δάνειο από την ενάγουσα. Έχοντας υπόψη μου την μαρτυρία των δύο μαρτύρων της ενάγουσας, τα μη αμφισβητούμενα από την υπεράσπιση γεγονότα και τις αναφορές των εν λόγων μαρτύρων επί συγκεκριμένων ζητημάτων για τα οποία επίσης δεν έτυχαν αμφισβήτησης, σε συσχετισμό και με την έγγραφη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, προκύπτει ότι, ο πρώην γραμματέας της ενάγουσας Χρ. Ιωάννου κατά τον χρόνο που ήταν γραμματέας της προέβηκε σε πράξεις, μεταξύ αυτών και στη δημιουργία εικονικών δανείων και καταχράστηκε ποσό περίπου 2,5 εκ. λιρών Κύπρου εις βάρος της ενάγουσας. Για την δημιουργία των εν λόγω δανείων, με βάση την μαρτυρία της Μ.Ε.1 αλλά και του Μ.Ε2, αναγκαία ήταν και η συμμετοχή και άλλων προσώπων όπως των προσώπων που απάρτιζαν την επιτροπεία της ενάγουσας, χωρίς όμως να μπορεί να στηριχθεί εύρημα, και δεν αποτελεί εν πάσει περιπτώσει αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, ότι τα πιο πάνω πρόσωπα γνώριζαν οτιδήποτε για τις πράξεις του πρώην γραμματέα. Η αποκάλυψη των ατασθαλιών του γραμματέα της ενάγουσας, οδήγησαν στην παύση του και στην δίωξη του, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε φυλάκιση. Μεταξύ των δανείων που δημιουργήθηκαν με τον πιο πάνω τρόπο, είναι και η επίδικη συμφωνία δανείου Τεκμήριο
  3. Προκύπτει επίσης ότι ο εναγόμενος, ονομάζεται Κώστας Κασκάνης του Στυλιανού και ότι το δάνειο, χρεωστικό γραμμάτιο - Τεκμήριο 2, εκδόθηκε στο όνομα Κώστας Στυλιανού ή και Ανδρέας Κωστή ή και Μαρία Στυλιανού. Επίσης ότι ο αριθμός ταυτότητας στο Τεκμήριο 2, δίπλα στην πρώτη υπογραφή στη θέση χρεώστης με το όνομα Κώστας Στυλιανού είναι ο πραγματικός αριθμός ταυτότητας του εναγόμενου. Προκύπτει επίσης, με βάση τα Τεκμήρια 2, 3, 4 και 11 ότι σχετικά με το ποσό του δανείου εκδόθηκαν στις 12.9.2002 δύο επιταγές, η επιταγή με αριθμό 02540673 και η επιταγή με αριθμό
  4. Η πρώτη επιταγή (Τεκμήριο 3), εκδόθηκε στο όνομα Κώστας Στυλιανού και παρά το ότι με βάση το Τεκμήριο 4, η δεύτερη επιταγή (Τεκμήριο 11) φαίνεται να εκδόθηκε στο όνομα Μαρία Στυλιανού, η επιταγή εκδόθηκε στο όνομα Σέργιος Σεργίου. Η πρώτη επιταγή είναι η επιταγή που παραδόθηκε από τον Χρ. Ιωάννου στον εναγόμενο και την οποία ο εναγόμενος εξαργύρωσε καταθέτοντας την στις 12.9.2002 σε λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα UNIVERSAL. Παρά την παραδοχή και το εύρημα, ότι η επιταγή Τεκμήριο 3, η οποία προέκυψε από το πιο πάνω εικονικό δάνειο κατατέθηκε σε λογαριασμό του εναγόμενου και εισέπραξε ο εναγόμενος το τίμημα της, η μαρτυρία της ενάγουσας δεν μπορεί να στηρίζει εύρημα, ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή λήφθηκε με δόλιο και/ή απατηλό τρόπο ότι δηλαδή γνώριζε οτιδήποτε σχετικό, με τις πράξεις και ενέργειες του πρώην γραμματέα της ενάγουσας που προηγήθηκαν και οδήγησαν στην έκδοσης της. Όπως πιο πάνω αναφέρω, τόσο η Μ.Ε.1 όσο και ο Μ.Ε.2, δεν ήταν σε θέση να έχουν γνώση των γεγονότων που οδήγησαν στην δημιουργία των εικονικών δανείων συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης συμφωνίας. Καμία διαφώτιση, δεν υπάρχει ως προς της ακριβείς συνθήκες που οδήγησαν στην δημιουργία της επίδικης συμφωνίας, αφού κανένα από το εμπλεκόμενα πρόσωπα για την έγκριση και παραχώρηση του δανείου δεν κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση του συνηγόρου του εναγόμενου, ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία από την ενάγουσα, ότι ο εναγόμενος ήταν ένας εκ των 3 αιτητών για την παραχώρηση του δανείου Τεκμήριο 2 είναι ορθή. Η μαρτυρία της ενάγουσας, δεν επιδίωκε στο να αποδείξει και δεν είναι αυτή η θέση της αυτή ότι δηλαδή ο εναγόμενος ήταν πράγματι το ένα από το τρία πρόσωπα που υπέβαλαν την αίτηση για την παραχώρηση του δανείου, για αυτό άλλωστε και δεν αμφισβητήθηκε ο εναγόμενος όταν κατάθετε ενόρκως ότι καμία σχέση δεν έχει με την επίδικη συμφωνία και ότι δεν είναι η υπογραφή του στο Τεκμήριο
  5. Η μαρτυρία της ενάγουσας, στόχο είχε να αποδείξει την σύνδεση του εναγόμενου με την επίδικη επιταγή προϊόν του δανείου και ειδικότερα την έλλειψη υπό τις περιστάσεις αντιπαροχής εκ μέρους του. Αποτελεί νομική αρχή και επίσης προνοείται ρητά στο άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, πως ο κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έδωσε και αξιόλογη αντιπαροχή για αυτή. Δημιουργείται συνεπώς μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου της συναλλαγματικής, πως έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της και η κατάρριψη του τεκμηρίου βαραίνει αυτόν που επικαλείται την έλλειψη της (βλ. Γεώργιος Ρωμανός ν. Μάριου Χρυσάνθου
(1991)1 ΑΑΔ 991), στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα. Υπό τις περιστάσεις ο εναγόμενος, εφόσον είναι το πρόσωπο που κατονομάζεται στην επιταγή, είναι εκ πρώτη όψεως κάτοχος για αξία, δηλαδή το πρόσωπο που κατά τεκμήριο, μαχητό όμως, όπως πιο πάνω αναφέρω, έδωσε αξία στην επιταγή. Σύμφωνα με το άρθρο 27 του ιδίου πιο πάνω Νόμου, η αντιπαροχή που έχει αξία για συναλλαγματική δύναται να συνίσταται σε οποιαδήποτε αντιπαροχή επαρκή να στηρίξει σύμβαση από προηγούμενο χρέος ή υποχρέωση. Σύμφωνα με την Νομολογία (βλ. Ρωμανός (πιο πάνω) και Oliver v. Danis and another
(1949)2 Κ.Β 727), ο εκδότης νομιμοποιείται να προβάλλει την έλλειψη αντιπαροχής εκ μέρους του εναγόμενου. Ο εκδότης στην προκειμένη περίπτωση είναι η ενάγουσα. Ενώπιον δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να συνηγορεί ότι η ενάγουσα είχε οποιαδήποτε άμεση, έμμεση, ρητή ή εξυπακοούμενη υποχρέωση η οποία απόρρεε από συμβατική σχέση μεταξύ αυτής και του εναγόμενου. Ο ισχυρισμός για ύπαρξη εμπρόθεσμης κατάθεσης (Τεκμήρια 9 και 10) του εναγόμενου στην Συνεργατική Πολεμίου - την ενάγουσα δεν συνδέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο με την επίδικη επιταγή. Άλλωστε η θέση της υπεράσπισης, μέσω των σχετικών υποβολών που έγιναν στους μάρτυρες της ενάγουσας, είναι ότι υφίσταται η πιο πάνω κατάθεση και επίσης ότι αναφορικά με αυτή κινήθηκε αγωγή εναντίον της ενάγουσας από τον εναγόμενο. Οι μάρτυρες της ενάγουσας ήταν κατηγορηματικοί, στο ότι η ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι του εναγόμενου και δεν έχει διαφανεί κάτι τέτοιο μέσα από την μελέτη και την εξέταση των εγγράφων της ενάγουσας που διενήργησαν. Η θέση του συνηγόρου του εναγόμενου ότι ο πρώην γραμματέας της ΣΠΕ Πολεμίου σκηνοθέτησε την όλη υπόθεση για να δικαιολογήσει υποχρεώσεις του ύψους Λ.Κ.15,000.- προς τον εναγόμενο και τον Σέργιο Σεργίου είναι λογική και θα μπορούσε να ενισχύσει την θέση του εναγόμενου μόνο αν γινόταν πιστευτή η εκδοχή του, ότι δηλαδή, του παρέδωσε αρχές Σεπτεμβρίου 2002 το ποσό των Λ.Κ.10.000.-. Γεγονός το οποίο, για τους λόγους που πιο πάνω εξηγώ, απέτυχε να αποδείξει. Ο εναγόμενος επικαλέστηκε συγκεκριμένο λόγο που του δόθηκε η επιταγή. Τώρα γιατί ο εναγόμενος παράλαβε την επιταγή, από τον φίλο και κουμπάρο του και γραμματέα της ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο και την εξαργύρωσε αμέσως, είναι κάτι που μόνο οι ίδιοι μπορούν να γνωρίζουν. Ο συγκεκριμένος λόγος που επικαλέστηκε ο εναγόμενος, απορρίπτοντας την μαρτυρία του, δεν αποδείχτηκε και κατ΄ επέκταση το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχτεί ότι υπήρχε οποιαδήποτε άλλη οικονομική αιτία και απαίτηση του εναγόμενου που θα έπρεπε ο πρώην γραμματέας να καλύψει με τον πιο πάνω τρόπο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, το εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι ο εναγόμενος καμία αντιπαροχή δεν έδωσε προς την ενάγουσα για την επιταγή, το τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 έχει καταρριφθεί. Στην υπόθεση Ρωμανός (πιο πάνω), η μαρτυρία καταδείκνυε ότι είχε δοθεί αντιπαροχή και ο εφεσίβλητος δεν είχε καταρρίψει το μαχητό τεκμήριο υπέρ του εφεσείοντος, αποδεικνύοντας δηλαδή ότι δεν υπήρξε αντιπαροχή για τις επιταγές που εξέδωσε. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου κρίθηκε εσφαλμένη και, η έφεση επιτράπηκε και εκδόθηκε απόφαση για το ποσό των επιταγών. Στην υπόθεση Danis (πιο πάνω), η μη ύπαρξη αντιπαροχής απάλλαξε την εκδότρια από την πληρωμή της επιταγής. Στην προκειμένη περίπτωση, παρά το ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο εναγόμενος γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και παρά το ότι ο Χρ. Ιωάννου, ο γραμματέας της ενάγουσας, ήταν το πρόσωπο που παρέδιδε την επιταγή της ενάγουσας, που αυτό θα σήμαινε ότι όλα είχαν τηρηθεί νόμιμα ως προς την έκδοση της και οι πράξεις του ήταν δεσμευτικές προς την ενάγουσα (βλ. ΣΠΕ Παλλλουριώτισσας v. Nicosia Palace Hotel Co Ltd v. Λώρη Ηρακλέους
(2003)1 Β ΑΑΔ 722), εφόσον όμως ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο γνώριζε ότι δεν έδωσε οποιαδήποτε αντιπαροχή προς την ενάγουσα δεν μπορούσε να επωφεληθεί το ποσό της αξίας της επιταγής. Μεταξύ άλλων, τονίζω τα πιο πάνω και για να φανεί η διαφοροποιήσει που μπορούσε να υπάρχει στην περίπτωση που υπήρχε αντιπαροχή από μέρους του εναγόμενου, ο οποίος καλή τη πίστη παραλάμβανε την επιταγή της ενάγουσας, στο όνομα του (;), από τον Γραμματέα της. Σε μια τέτοια περίπτωση και στην αδυναμία απόδειξης του ισχυρισμού ότι η επιταγή λήφθηκε με δόλιο και απατηλό τρόπο ότι δηλαδή γνώριζε οτιδήποτε σχετικό, με τις πράξεις και ενέργειες του πρώην γραμματέα της ενάγουσας, θα έκρινα ότι ο εναγόμενος παρέλαβε την επιταγή καλή τη πίστη και έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος δεδομένης πάντα και της ύπαρξης του τεκμηρίου του άρθρου 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262. Αναφορικά με το ζήτημα της παρανομίας της σύμβαση με βάση αυτά που ανάφερε ο συνήγορος του εναγόμενου αναφέρω τα ακόλουθα: Το άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 διαλαμβάνει ως εξής: «Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός εάν: (α) είναι απαγορευμένος από τον νόμο ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, εάν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή (γ) συνιστά απάτη ή (δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου ή (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε κάθε μια από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος είναι άκυρη. Το πιο πάνω άρθρο έχει αποτελέσει αντικείμενο σε αριθμό υποθέσεων. Παραπέμπω υπόθεση Αγαθόκλης Μιχαήλ Αγαθοκλέους κ.α ν. Νίκης Λάππα Πολ. Εφ. 9825 ημερομηνίας 26.11.1998, την οποία επικαλείται και ο συνήγορος του εναγόμενου, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «(i) Το άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 Το άρθρο 23 του Κεφ. 149 έχει εξεταστεί σε αρκετές υποθέσεις στις οποίες έχει τονιστεί ότι η διαπίστωση της ύπαρξης παρανομίας σε μια σύμβαση καθιστά ολόκληρη τη σύμβαση άκυρη (ίδε Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637, G.M. Platritis & Co n. Computer Patent Annuities
(1988)1 CLR 125, Χαράλαμπος ν. Daccache
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 269, όπως επίσης και τις αγγλικές αποφάσεις Anderson Ltd v. Daniel
(1924)1 K.B 138 και St John Shipping Corporation v. Joseph Rank Ltd
(1957)1 Q.B. 267). Στις πιο πάνω υποθέσεις τονίστηκε ότι η παρανομία σε μια σύμβαση παρατηρείται στη συνομολόγηση της ή στην εκτέλεση της. Αν η παρανομία επισημαίνεται στην συνομολόγηση της με απώτερο σκοπό τη διάπραξη ενός αδικήματος, η σύμβαση είναι ανεφάρμοστη. Αν η παρανομία προέρχεται και από τους δυο διάδικους η πρόθεση κατά την διάρκεια της συνομολόγησης είναι ουσιώδες και τούτο γιατί αν η πρόθεση είναι αμοιβαία ή σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί. (ίδε Cope v. Rowlands 2 N & W 149 και Bostel Brothers Ltd v. Hurlock
(1948)2 All E.R 312). Αν όμως η παρανομία προέρχεται από ένα συμβαλλόμενο, η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί από τον συμβαλλόμενο που είχε την παράνομη πρόθεση (Anderson Ltd v.Daniel (πιο πάνω))» (βλ. επίσης Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδη
(1990)1 ΑΑΔ 1026, Χριστοφόρου Αθηνοδώρου κ.α ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου Πολ. Εφ. 10252 ημερομηνίας 27.4.2000, A and C Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartments Ltd Πολ. Εφ. 10997, ημερομηνίας 13.9.2000, Μιχάλης Σκουτέλς ν. Ανδρέας Αγαπίου Πολ. Εφεση 11143, ημερομηνίας 26.3.2003). Οι προεκτάσεις του άρθρου 23 του Κεφ. 149 εξετάστηκαν στην υπόθεση Σολωμού ν. Vineyard Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9798 ημερ. 19.2.1998 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι, «Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό την διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με τη δεύτερη το δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο (Βλ. PollocΚ & Mulla 10η έκδοση, σ. 227-228) Ρητή απαγόρευση Στην υπόθεση Glamour Development Ltd v. Christodoulou
(1984)1 CLR 444, ο εφεσίβλητος, που ήταν Ανώτερος Πολιτικός Μηχανικός στο Τμήμα Ανάπτυξης Υδάτων της Κυβέρνησης, απαίτησε την καταβολή ποσού Λ.Κ.2450 για αρχιτεκτονικά σχέδια που συμφώνησε να ετοιμάσει προς όφελος των εφεσειόντων. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η συμφωνία ήταν παράνομη αφού (α) ερχόταν σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 64 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου που προνοεί ότι ένας δημόσιος υπάλληλος πρέπει να αφιερώνει όλες τις ώρες του στη Δημοκρατία και δεν μπορεί να απασχοληθεί σε κανένα άλλο επάγγελμα ή επιχείρηση χωρίς την σχετική άδεια του Υπουργού Οικονομικών και (β) ερχόταν σε αντίθεση με τη δημόσια πολιτική (public policy). Εφόσον δε το αντάλλαγμα ήταν παράνομο, η σύμβαση ήταν παράνομη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  1. Στην υπόθεση Glamour Development Ltd (πιο πάνω) υπήρξε ρητή αναφορά στην υπεράσπιση σε παρανομία και ακόλουθη ακυρότητα της σύμβασης ως εκ της πρόσκρουσης της στο άρθρο 64 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του
  2. Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ εναγόμενου και ενάγουσας δεν υπάρχει έγινε καμία συμφωνία. Ο εναγόμενος αποκόμισε όφελος, το αντίτιμο της επιταγής που προήλθε από τις παράνομες πράξεις του πρώην γραμματέα της ενάγουσας, χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα προς την ενάγουσα. Στην υπόθεση Kalice Holding Co Ltd και MTR Metal (Oberseas) Ltd Πολιτική Έφεση 9804 ημερομηνίας 5.6.2007, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος του εναγόμενου, η χορήγηση της εγγυητικής δόθηκε εν γνώσει των εναγόντων και παραποιώντας την πραγματικότητα ως προς την κατάσταση του φορτίου, εξέδωσαν καθαρή φορτωτική, πράγμα που είχαν αρνηθεί αρχικά αφού γνώριζαν ότι ο φορτίο ήταν σκουριασμένο. Αποφασίστηκε, πρωτόδικα και επικυρώθηκε κατ΄έφεση, ότι η παροχή της εγγυητικής ήταν διαβρωμένη από στο στοιχείο το δόλου αφού επέβλεπε στην εξαπάτηση των παραληπτών τρίτων ως προς την κατάσταση του παραληφθέντος φορτίου. Η ενάγουσα στην προκειμένη περίπτωση δεν είχε γνώση των πράξεων του γραμματέα της, με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία και πρόθεση εξαπάτησης οποιουδήποτε, ο εναγόμενος ήταν το πρόσωπο που παρέλαβε και εξαργύρωσε την επιταγή γνωρίζοντας την μη ύπαρξη ανταλλάγματος. Στην υπό αναφορά υπόθεση οι παραλήπτες δεν είχαν αποστερηθεί του δικαιώματος, να εγείρουν και ήγειραν αγωγή για αποζημιώσεις για την παράβαση της συμφωνίας μεταφοράς των εμπορευμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η ενάγουσα δεν είχε γνώση των γεγονότων που οδήγησαν στην έκδοση της επιταγής, κρίνω ότι δεν εμποδίζεται από το να διεκδικήσει το όφελος που αποκόμισε ο εναγόμενος κάτω από τις περιστάσεις που έχω εξηγήσει πιο πάνω. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η ενάγουσα έχει πετύχει την αξίωση της εναντίον του εναγόμενου και τούτο, συνοψίζοντας, γιατί έχω καταλήξει ότι δεν υπήρξε αντιπαροχή για την επιταγή Τεκμήριο
  3. Συνεπακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €17086.- με νόμιμο τόκο (και όχι με τόκο 9% ως η απαίτηση, ο οποίος δεν δικαιολογείται) μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.