← Κύπρος

ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 942/04, 7/6/2012

ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 942/04, 7/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A82 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 942/04 Μεταξύ:

  1. ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ
  2. ΑΛΕΚΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ Εναγουσών-Αιτητριών και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  3. Μέσω του ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
  4. Μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση ------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 30.4.2012 ------------------------ Ημερομηνία: 7.6.2012 Για Ενάγουσα 1-Αιτήτρια: κα Α. Παπακόκκινου (για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Μ. Μυτίδης) Ενάγουσα 2-Αιτήτρια παρούσα προσωπικά (για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Μ. Μυτίδης) Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Σ. Χαραλάμπους (για ν΄ ακούσει απόφαση κα Γ. Κωμοδρόμου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού και/ή διαγραφής της υπεράσπισης στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 16.2.2011 σε συνάρτηση με τις παραγράφους 2-18 και 21-24 όπως λεπτομερώς αναφέρεται στην αίτηση. Στην ένορκη δήλωση της Βερεγγάριας Παπακόκκινου, ενάγουσας 1 που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι μετά από τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δυνάμει σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε εκ μέρους των εναγομένων στις 16.2.2011, δικόγραφο το οποίο τιτλοφορείται « Απάντηση» ακολούθως διορθώθηκε σε Υπεράσπιση. Οι εναγόμενοι τροποποίησαν αυθαίρετα και χωρίς οποιοδήποτε δικαίωμα την προηγούμενη έκθεση υπεράσπισης τους η οποία είχε καταχωριστεί στις 10.1.2008 προβάλλοντας θέματα και ισχυρισμούς που δεν προέκυψαν από την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Οι νέοι ισχυρισμοί των εναγομένων είναι διαφορετικοί, επιπρόσθετοι και εν πολλοίς αντικρουόμενοι μεταξύ τους αναφέρεται στην ένορκη δήλωση. Λεπτομέρειες των παραγράφων της υπεράσπισης που ζητείται να διαγραφούν με σχετικές παραπομπές και στην έκθεση απαίτησης δίδονται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης η οποία καταλαμβάνει τις σελίδες 4-9 τις έχω εξετάσει και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει περαιτέρω ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι ενάγουσες τίθενται σε δυσμενή θέση εν αντιθέσει προς τους εναγομένους οι οποίοι τίθενται σε πλεονεκτική θέση. Η υπόθεση βρίσκεται σε αρχικό στάδιο, στην αντεξέταση του πρώτου μάρτυρα των εναγουσών, εμπειρογνώμονα Αντώνη Λοϊζου. Προφορικό αίτημα είχε γίνει και σε προγενέστερο στάδιο μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας όπου ζητήθηκε αναβολή η οποία δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο καθότι δεν υπήρχε γραπτό αίτημα. Κατά την προσαγωγή μαρτυρίας από τον Μ.Ε.1 επιφυλάχθησαν τα δικαιώματα των εναγουσών να ζητήσουν διαγραφή της τροποποιημένης υπεράσπισης. Σημειώνεται επίσης ότι ο συνήγορος των εναγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η τροποποιημένη Υπεράσπιση είναι διαφορετική από αυτήν που καταχώρησαν αρχικά τότε το Δικαστήριο δεν θα την λάβει υπόψη και θα αγνοήσει τις προσθήκες. Συνεπώς, καταλήγει η ενόρκως δηλούσα με αυτό τον τρόπο ο συνήγορος αποδέχθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιούντο να κάνουν τις εν λόγω τροποποιήσεις. Η ένσταση των εναγομένων στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «(α) Η αίτηση είναι νόμο και ουσία αβάσιμη (β) Η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται ικανοποιητική εξήγηση για τους λόγους της καθυστέρησης. (γ) Επηρεάζεται το συνταγματικό δικαίωμα των Εναγομένων για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης. (δ) Η αίτηση έγινε κακόπιστα αφού είχε ήδη αρχίσει η ακρόαση της αγωγής, και η διαδικασία βρισκόταν στο στάδιο της αντεξέτασης του πρώτου μάρτυρα των εναγουσών. (ε) Η αίτηση είναι γενική αόριστη και επιδιώκει σχεδόν την διαγραφή ολοκλήρου της υπεράσπισης στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. (στ) Η καταχώρηση της αίτησης έγινε μετά που οι ενάγουσες καταχώρησαν την απάντηση των στην υπεράσπιση των εναγομένων. (ζ) Οι ενάγουσες κατά το στάδιο της αντεξέτασης και επανεξέτασης του μάρτυρα κ. Λοϊζου στηρίχθηκαν, βασίστηκαν και υπέβαλαν ερωτήσεις με βάση το περιεχόμενο της υπεράσπισης των εναγομένων στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης.» Στην ένορκη δήλωση του Αντρέα Καραπατάκη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εμφανίζεται για τους εναγόμενους γίνεται αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι με την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης τους οι ενάγουσες τροποποίησαν σχεδόν εξ΄ ολοκλήρου την παράγραφο 7 της αρχικής απαίτησης τους και αντικατέστησαν ολόκληρη την παράγραφο
  5. Αποτελεί ισχυρισμό των εναγομένων ότι όλες οι παράγραφοι της έκθεσης υπεράσπισης ημερομηνίας 16.2.2011 απαντούν στους ισχυρισμούς των εναγουσών όπως αυτοί έχουν διατυπωθεί στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης τους. Ειδικότερα αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι απαντούν στην παράγραφο 7 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης με τις παραγράφους 3, 2, 22, 8, 11, 15, 10, 5(β), 5(δ), 5(α), 12, 6, 7, 9, 21 και 14 , ενώ στην παράγραφο 8 με τις παραγράφους 16, 17, 18, 19, 20, και
  6. Περαιτέρω αναφέρεται ότι κατά το στάδιο της αντεξέτασης και επανεξέτασης του Μ.Ε.1 έγινε αναφορά από τη συνήγορο των εναγουσών στο εν λόγω δικόγραφο και αυτή στηρίχθηκε στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης για σκοπούς επανεξέτασης του μάρτυρα, ζητώντας του να σχολιάσει την κάθε παράγραφο που περιλαμβάνεται σ΄ αυτήν. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι ενάγουσες είναι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες ενός ακινήτου επί του οποίου είχαν πρόθεση να ανεγείρουν ξενοδοχείο όμως λόγω απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 1.6.1989 απεκλείσθη η δυνατότητα τους να ανεγείρουν ξενοδοχείο επί των επιδίκων ακινήτων με αποτέλεσμα να επηρεαστούν τα συνταγματικά τους δικαιώματα και να υποστούν ζημιές τις οποίες αξιώνουν. Με την αρχική έκθεση υπεράσπισης οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγουσών περί ανέγερσης ξενοδοχείου στα επίδικα ακίνητα και ότι προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά στα ακίνητα τους λόγω της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου. Παραδέχονται την ύπαρξη απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου αλλά αρνούνται ότι επήλθε ουσιώδης μείωση της αξίας των επιδίκων ακινήτων ή καταπάτηση δικαιωμάτων ισχυριζόμενοι ότι με την εν λόγω απόφαση εισάγονται συνταγματικά επιτρεπτοί περιορισμοί για σκοπούς δημοσίας ωφέλειας και ισχυρίζονται ότι οι ενάγουσες δεν δικαιούνται οποιαδήποτε αποζημίωση αφού δεν επήλθε οποιαδήποτε ουσιώδης μείωση της ιδιοκτησίας τους. Με την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης προσετέθησαν μεταξύ άλλων και ισχυρισμοί στην παράγραφο 7 ως ακολούθως: «.Και λαμβάνοντας υπ΄ όψιν της προνομιούχου θέσεως, της τουριστικής ζώνης που έκειντο και κείνται, της καίτοι τουριστικής, που ενώ παρέμειναν και παραμένουν αλλά του περιορισμού των δικαιωμάτων των Εναγουσών, του αποκλεισμού των δικαιωμάτων που είχαν οι Ενάγουσες μέχρι τότε, την αλλαγήν της ζώνης, την απαγόρευσην και τον αποκλεισμόν της ανέγερσης και της κατασκευής ξενοδοχείου στα συγκεκριμένα κτήματα, την μείωση του συντελεστού δόμησης του περιορισμού των χρήσεων, ως και όλων των απαγορεύσεων που προκάλεσε η εν λόγω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, και συνεπεία αυτής και σε συνδυασμό της εν λόγω απόφασης με τους Κανονισμούς ΚΟΤ, και τις δυσμενείς επιπτώσεις που προεκλήθησαν και προκαλούνται στα εν λόγω ακίνητα των Εναγουσών κα/ή άλλως πως, αλλά πάντοτε αποκλειστικά συνεπεία της εν λόγω απόφασης, ως και/ή σε σχέση και σε συνδυασμό με τους ως άνω σχετικούς Κανονισμούς του ΚΟΤ σε σχέση με την εν λόγω Απόφαση του Υπ. Συμβουλίου. Και περαιτέρω λαμβάνοντας, υπ΄ όψιν ότι μπορούσε από το έτος 1977 να ανεγερθή και κατασκευαστή ξενοδοχείο πράγμα που ήθελαν διακαώς να κάμουν αι Ενάγουσαι, και ενώ ήσαν έτοιμοι και πρόθυμοι το 1989 να ανεγείρουν το εν λόγω ξενοδοχείο, τις πρόλαβε, η εν λόγω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 1989 και τους στέρησε το εν λόγω δικαίωμα τους. Και λαμβάνοντας υπ΄ όψιν ότι από το 1989 και εντεύθεν υπήρχαν συνεχώς και αδιαλείπτως όλοι οι εν λόγω περιορισμοί μειώσεις απαγορεύσεις και/ή άλλως πως. Και λαμβάνοντας υπ΄ όψιν ότι η εν λόγω απαγόρευση στην ανέγερση ξενοδοχείου εσυνεχίσθη και μετά την καταχώριση της Εκθέσεως Απαιτήσεως ήτοι συνεχίσθη μέχρι και/ή περί τα μέσα Ιουλίου 2007 ήτοι για 18 χρόνια, αλλά και πάλιν με μειωμένο συντελεστή δόμησης και πολλούς άλλους περιορισμούς με αποτέλεσμα να ζημιωθούν και εζημιώθησαν αι Ενάγουσαι και τα άνω κτήματα των τεράστια ποσά όπως λεπτομερώς περιγράφονται πιο κάτω. Και εζημιώθησαν τα κτήματα των και οι Ενάγουσες ως κατωτέρω περιγράφεται.» Με την παράγραφο 8 προσετέθησαν οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: «Εν όψει όλων των ανωτέρω παράγ. 1-8 Ζημίαι προκληθείσαι συνεπεία αλλαγής της ζώνης, συνεπεία απαγόρευσης ανέγερσης και/ή κατασκευής ξενοδοχείου, διαφορά κόστους ανέγερσης ξενοδοχείου, μείωση του συντελεστή δόμησης, περαιτέρω περιορισμοί στα εμβαδά, μείωση τιμής ζήτησης και/ή άλλως πως, ως κατωτέρω εκτίθενται λεπτομερώς. Ι(α) €1,025,600 ευρώ ζημίαι κατά τον ουσιώδη χρόνον, συνεπεία του περιορισμού των δικαιωμάτων των Εναγουσών και των απαγορεύσεων, μειώσεως ουσιωδώς της αξίας των εν λόγω ακινήτων, και/ή της οικονομικής αξίας των ακινήτων, συνεπεία της ανωτέρω αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, συνεπεία της αλλαγής της ζώνης, συνεπεία της απαγόρευσης ανέγερσης και/ή κατασκευή ξενοδοχείου, μείωση των συντελεστών δόμησης, περαιτέρω περιορισμός σε σχέσει με το εμβαδόν και αλλαγή της χρήσεως και/ή χρήσεων και/ή περιορισμοί στην χρήση και/ή άλλοι περιορισμοί, διαφοροποιήσεις συντελεστών συνεπώς και μείωση στις τιμές ζήτησης. Λαμβανομένων όλων των ως άνω προεκλήθη η ως άνω ζημία και/ή η οικονομική ζημία και/ή η μείωση ουσιωδώς της αξίας και/ή της οικονομικής αξίας των ακινήτων ως μία πτυχή των ζημιών συνεπεία των ως άνω. β) €1.025,600 ευρώ Ζημίαι του αυτού ποσού, λαμβανομένων υπ΄ όψιν της συνολικής αξίας των εν λόγω κτημάτων προ της ως άνω δημοσιεύσεως της Διοικητικής πράξεως και/ή λήψεως της αποφάσεως του Υπ. Συμβουλίου ήτο €2,050,321 ευρώ, μετά δε την εν λόγω Δ. Πράξην και/ή απόφαση της 1/6/89, δημοσιευθείσης την 2/6/89, ως άνω αναφέρεται, ήτοι κατά τον ουσιώδη χρόνον εμειώθη ουσιωδώς ή αξία των ως άνω ακινήτων και/ή η οικονομική αξία τούτων στο ήμισυ και σε αριθμούς €1,025,600 ευρώ συνεπεία των ως άνω, ως μία των πτυχών της προκληθείσης ως άνω ζημίας. ΙΙ Επιπλέον ζημία €3,860,000 ευρώ και/ή ουσιώδεις ζημίαι και/ή Οικονομικαί ζημίαι, συνεπεία της διαφοράς κόστων ανέγερσης ξενοδοχείου, λόγω αυξήσεως των κόστων κατασκευής ξενοδοχείου από 1989 μέχρι 2007 συνεπεία των ως άνω περιορισμών των δικαιωμάτων των Εναγουσών, που απεκλείοντο στην ανέγερση ξενοδοχείου από 1989-
  7. ΙΙΙ Συνεπώς ή συνολική ζημία ως και/ή μείωσης της αξίας και/ή της οικονομικής αξίας των εν λόγω κτημάτων και η ζημία και/ή η οικονομική ζημία και/ή άλλως πως συνεπεία των περιορισμών των δικαιωμάτων των Εναγουσών, και το σύνολο των ζημιών που υπέστησαν συνεπεία όλων των ανωτέρω τα κτήματα των Εναγουσών και ως εκ τούτου αι Ενάγουσαι συνολικώς υπέστησαν ζημίας €4,885,600 ευρώ, τώρα δε κατά πολύ πολλαπλάσια και το ποσόν τούτο απαιτείται ως Δικαία Αποζημίωση από τις Ενάγουσες εναντίον των Εναγομένων.» Με την υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης οι εναγόμενοι πρόσθεσαν διάφορους ισχυρισμούς στα σημεία που με λεπτομέρεια αναφέρονται στην παρούσα αίτηση. Δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τους ισχυρισμούς αυτούς παραπέμποντας στο κείμενο του δικογράφου που έχει καταχωρηθεί στις 16.2.
  8. Οι προσθήκες αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, τα χαρακτηριστικά των επιδίκων ακινήτων, τις δυνατότητες αξιοποίησης τους καθώς και αναφορές στις ζώνες που αυτά έχουν ενταχθεί και στην αξία των ακινήτων σε συνάρτηση με την ισχυριζόμενη από τις ενάγουσες ζημιά που έχουν υποστεί συνεπεία της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου. Μια γενική διαπίστωση ως προς την τροποποιημένη υπεράσπιση είναι ότι τόσο το λεκτικό όσο και η έκταση της διαφέρουν από την αρχική έκθεση υπεράσπισης. Ένα παράδειγμα είναι αυτό της παραγράφου 2 όπου στην πρώτη υπεράσπιση αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι αγνοούν και ως εκ τούτου αρνούνται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης. Ενώ η παράγραφος 2 της έκθεσης απαίτησης δεν έχει τροποποιηθεί, στην τροποποιημένη υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι αναφέρουν σε συνάρτηση με το ίδιο θέμα «οι εναγόμενοι αρνούνται το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζονται ότι το επίδικο ακίνητο εντάχθηκε την 7/8/1981 στην Τουριστική Ζώνη Α2 και σήμερα εμπίπτει στην Τουριστική Ζώνη Τ2β3.» Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στο μεγαλύτερο μέρος της τροποποιημένης υπεράσπισης. Η αίτηση στηρίζεται «επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.25 Θ.1-5, Δ.33 Θ.1-15, Δ.16 Θ.1-11, Δ.64 Θ.1-4 ως ετροποποιήθη και αντικατεστάθη, Δ.19 Θ.1-27, Δ.20 Θ.1-5, Δ.21 Θ.1-15, Δ.24 Θ.2-6, Δ.27 Θ.1,2,3, Δ.57 Θ.2-4, Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4, 8, 9, επί της εξουσίας του Δικαστηρίου ex-detito justitiae επί των Estoppels (Αποκλεισμού) επί της κατάχρησης της Δικαστικής Διαδικασίας επί του Ν.14/60, περί Δικαστηρίων αρ. 29, 31, 32, 39, επί του Συντάγματος αρ. 30, παρ. 1, 2, 3, επί του όρου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, επί της νομολογίας και της Δικαστηριακής Πρακτικής επί των γενικών συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης». Παρά την εκτεταμένη νομική βάση της αίτησης θεωρώ ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίζει διαγραφή ενός δικογράφου παρέχεται είτε με τη Δ.19 Θ.26 όταν επιχειρείται η διαγραφή μέρους του δικογράφου είτε με βάση τη Δ.27 Θ.3 όταν ζητείται η διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudis

(1965)1 CLR 176, 183-184, In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σ. Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 685 και ΑΤΗΙΝΑ LEATHERGOODS LTD v. Ι. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 787). Στο Annual Practice, 1958, σελ. 477-479, γίνεται ανάλυση της νομολογίας που διέπει την εφαρμογή της παλιάς αγγλικής Δ.19 Θ.27 και ενόψει της ομοιότητας της με τη Δ.19 θ.26, το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από αυτές. Στη σελίδα 477 αναφέρεται ότι αίτηση για διαγραφή δικογράφου παρά το ότι μπορεί να γίνει σύμφωνα με τους Θεσμούς σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας εντούτοις η αίτηση πρέπει πάντοτε να γίνεται έγκαιρα και ως κανόνας πριν το κλείσιμο των δικογράφων. Σε αντίθετη περίπτωση το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να ασκήσει την εξουσία που του παρέχεται από το διαδικαστικό κανονισμό. Η γενική εφαρμογή του κανόνα καθορίζεται με την απόφαση στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 ChD270, στην οποία αποφασίστηκε πως το Δικαστήριο δεν θα μπορεί να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς να συντάσσουν τα δικόγραφα τους, νοουμένου ότι οι διάδικοι δεν θα πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες προετοιμασίας των δικογράφων. Αν κάποιος διάδικος εισάξει με το δικόγραφο του θέμα που είναι αχρείαστο και αυτό τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής, τότε το δικόγραφο αυτό είναι πέραν των δικαιωμάτων του διαδίκου. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι κατά κανόνα δεν διαγράφεται κάθε δικόγραφο που αντίκειται στους θεσμούς και ο αιτητής πρέπει να δείξει ότι επηρεάζεται κατά κάποιο τρόπο από την αντικανονικότητα. Η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης κ.α.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1852). Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτει από το φάκελο του δικαστηρίου, η τροποποιημένη υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 16.2.2011 με λανθασμένο τίτλο ήτοι στον τίτλο αναγραφόταν «Απάντηση» αντί υπεράσπιση. Ο τίτλος διορθώθηκε στις 7.11.2011 και ακολούθως δόθηκε χρόνος για καταχώρηση απάντησης από τις ενάγουσες, πράγμα που έγινε στις 21.11.2011. Στην απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση γίνεται αναφορά στο ότι οι εναγόμενοι τροποποίησαν την υπεράσπιση τους σε θέματα πέραν από αυτά που αναφέρονται στις τροποποιήσεις που έγιναν από τις ενάγουσες. Το θέμα όμως αυτό εγέρθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου μετά την συμπλήρωση της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρα των εναγόντων. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ με την εισήγηση της κας Παπακόκκινου ότι η απάντηση που έδωσε ο κ. Χαραλάμπους όταν ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης από τη συνήγορο με στόχο να υποβληθεί γραπτή αίτηση για παραμερισμό περιορίζει το δικαίωμα των εναγομένων να ενστούν στην παρούσα αίτηση. Όπως προκύπτει από το πρακτικό ο κ. Χαραλάμπους σε εκείνο το στάδιο ανέφερε τα ακόλουθα «.Θα φέρω ένσταση στο αίτημα αναβολής γιατί όλα αυτά τα οποία λέει η συνάδελφος εντιμοτάτη αν όντως έτσι είναι το Δικαστήριο θα τα αγνοήσει. Αν αυτά που λέει η συνάδελφος είναι σωστά θα τα αγνοήσει αν εγώ έθιξα σημεία τα οποία δεν θίκτησαν στα πλαίσια της αίτησης για τροποποίηση.» Η δήλωση αυτή του κ. Χαραλάμπους δεν θεωρώ ότι μπορεί να έχει τις επιπτώσεις που ανέφερε η κα Παπακόκκινου. Απλά ο συνήγορος αναφέρθηκε στις συνέπειες που θα έχει στην υπόθεση η τυχόν κρίση του Δικαστηρίου ότι στην υπεράσπιση συμπεριλήφθηκαν θέματα που δεν καλύπτονται από την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Στην υπόθεση Squire v. Squire and others
(1972)1 All E.R, που με παρέπεμψε η κα Παπακόκκινου αναφέρθηκε ότι όταν δίδεται άδεια στον ενάγοντα να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης του μετά το κλείσιμο των δικογράφων δεν εξυπακούεται ότι ο εναγόμενος δύναται χωρίς άδεια να τροποποιήσει την υπεράσπιση του με οποιονδήποτε τρόπο επιλέξει αλλά το εξυπακουόμενο δικαίωμα του είναι να περιλάβει στην υπεράσπιση του μόνο όσες τροποποιήσεις αποτελούν συνεπακόλουθο των τροποποιήσεων που έγιναν στην έκθεση απαίτησης. (Βλέπε επίσης Bullen & Leake and Jacob´s Recedents of Pleadings, 12 ed., σελ. 126.) Εξέτασα λεπτομερώς την υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης σε συνάρτηση με τις τροποποιήσεις που έγιναν στην έκθεση απαίτησης, υπό το φως της εισήγησης του συνηγόρου των εναγομένων ότι οι προσθήκες που έγιναν στις παραγράφους 2, 3, 5(α), 5(β), 5(δ), 6 - 12 και 15 - 23 αποτελούν απάντηση των εναγομένων στις τροποποιήσεις που έγιναν στις παραγράφους 7 και 8 της έκθεσης απαίτησης. Είναι σαφές ότι με την τροποποιημένη υπεράσπιση οι εναγόμενοι έχουν προβεί σε πολλές προσθήκες και ότι ενώ σύμφωνα με το λεκτικό του δικογράφου αυτού οι προσθήκες συναρτώνται σε συγκεκριμένες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης, στην πλειοψηφία τους οι παράγραφοι αυτοί δεν έχουν τροποποιηθεί από τις ενάγουσες. Από την άλλη, ένα δικόγραφο εξετάζεται στο σύνολο του και αυτό που πρέπει να γίνει στην παρούσα περίπτωση είναι να εξεταστεί κατά πόσο οι προσθήκες που έχουν γίνει απαντούν στις τροποποιήσεις της έκθεσης απαίτησης έστω και αν σύμφωνα με το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε απαντούν σε παραγράφους της έκθεσης απαίτησης που δεν έχουν τροποποιηθεί. Όπως έχει υποδειχθεί από τη νομολογία το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπαγορεύσει στους δικηγόρους με πιο τρόπο θα συντάξουν το δικόγραφο τους. Συνακόλουθα, έστω και αν ο τρόπος που επέλεξαν οι εναγόμενοι να απαντήσουν στην τροποποίηση των εναγουσών είναι θα έλεγα «ανορθόδοξος», το κατά πόσο έχουν υπερβεί τα όρια που θα δικαιούντο να τροποποιήσουν την υπεράσπιση τους χωρίς να λάβουν προηγουμένως άδεια από το Δικαστήριο, θα κριθεί εξετάζοντας την τροποποιημένη υπεράσπιση στο σύνολο της και όχι απομονώνοντας την κάθε παράγραφο και αντιπαραβάλλοντας την με την αντίστοιχη της έκθεσης απαίτησης. Έχω παραθέσει πιο πάνω τις τροποποιήσεις που έγιναν στις παραγράφους 7 και 8 της έκθεσης απαίτησης προς απάντηση των οποίων, σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Χαραλάμπους, έγιναν οι σχετικές τροποποιήσεις στην υπεράσπιση. Πρόκειται για προσθήκες που αφορούν ένα ευρύ φάσμα ισχυρισμών και χαρακτηρίζονται από γενικότητα. Ένα άλλο στοιχείο που παρατηρείται είναι ότι κάποια θέματα που περιλαμβάνονται σε αυτές τις παραγράφους περιλαμβάνονται και σε υφιστάμενες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης που δεν τροποποιήθηκαν. Με αυτά τα δεδομένα και έχοντας εξετάσει με προσοχή την τροποποιημένη υπεράσπιση θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί που προσετέθησαν από τους εναγομένους στο τροποποιημένο δικόγραφο τους απαντούν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο σε ισχυρισμούς που προσετέθησαν με την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, ανεξαρτήτως του λεκτικού που χρησιμοποιήθηκε. Με προβλημάτισαν οι παράγραφοι 5 (β) και (γ) της τροποποιημένης υπεράσπισης όμως έχοντας υπόψη τη γενικότητα των ισχυρισμών των εναγουσών που προσετέθησαν με την τροποποίηση και το γεγονός ότι οι παράγραφοι 5(β) και (γ) αφορούν τα χαρακτηριστικά των επιδίκων ακινήτων και των δικαιωμάτων ανάπτυξης τους θεωρώ ότι το περιεχόμενο αυτών των παραγράφων απαντά σε θέματα που προσετέθηκαν με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Έχοντας υπόψη τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όπως αναλύθηκαν πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι οι προσθήκες που έγιναν στις παραγράφους 2-18 και 21-24 της τροποποιημένης υπεράσπισης δεν αποτελούν συνεπακόλουθο των τροποποιήσεων που έγιναν με την έκθεση απαίτησης ώστε να δικαιολογείται η διαγραφή τους. Δεν κρίνω επίσης ότι οι ενάγουσες τέθηκαν υπό τις περιστάσεις καθ΄ οιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση λόγω των τροποποιήσεων που έγιναν από τους εναγόμενους. Συνακόλουθα η αίτηση για διαγραφή τους είναι έκθετη σε απόρριψη και απορρίπτεται χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Αναφορικά με τα έξοδα παρά το ότι κατά κανόνα αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, στην παρούσα περίπτωση έχοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι εναγόμενοι επέλεξαν όπως συντάξουν το τροποποιημένο τους δικόγραφο αποφασίζω όπως μη επιδικάσω οποιαδήποτε έξοδα. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) ............... Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.