Χριστόδουλου Μιχαήλ Μακρή ν. Αναφορικά με τον Σοφοκλή Χριστοδούλου Σάββα, αποβιώσαντα, Γεν. Αίτηση: 18/09, 25/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A88 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 18/09 Αναφορικά με τον Σοφοκλή Χριστοδούλου Σάββα, αποβιώσαντα, τέως από την Τρεμιθούσα και Αναφορικά με την αίτηση του Χριστόδουλου Μιχαήλ Μακρή από την Πάφο υπό την ιδιότητα του ως ενός εκ των πλησιεστέρων συγγενών του ως άνω αποβιώσαντα σύμφωνα με το άρθρο 53 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189. Ημερομηνία: 25.6.2012 Για Αιτητή: κα Μ. Παπαδημήτρη. Για Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3: κ. Μ. Βασιλειάδης. Για Καθ' ων η αίτηση 4, 5, 6 και 7: κ. Π. Μιχαηλίδης για Ν. Ε. Νεοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η αίτηση 11, 12, 13 και 14: κα Β. Γεωργιάδου για Τ. Παπαδόπουλο και Σια. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση ο αιτητής ζητούσε όπως το Δικαστήριο αποφασίσει ποια είναι τα πρόσωπα τα δικαιούμενα σε κληρονομικό μερίδιο στην περιουσία του αποβιώσαντα και σε ποιο μερίδιο. Η αίτηση στηριζόταν στο άρθρο 53
(1)(β) και
(3)του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου Κεφ.
- Στις 26.4.12 ενώ η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση η συνήγορος του αιτητή ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να την αποσύρει καθότι, ως δήλωσε, ο αιτητής απεβίωσε, δεν υπήρχε σχετική διαδικασία διαχείρισης και ως εκ τούτου υπήρχε κώλυμα να προχωρήσει η διαδικασία της αίτησης. Όσον δε αφορά τα έξοδα της αίτησης η συνήγορος ζήτησε ουσιαστικά όπως αυτά, υπέρ οποιουδήποτε και αν επιδικασθούν, βαρύνουν την κληρονομιά του αποβιώσαντα Σοφοκλή Χριστοδούλου Σάββα. Δεν υπήρξε ένσταση εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση σε σχέση με την απόσυρση της αίτησης αλλά τα μέρη ζήτησαν να τους δοθεί χρόνος για να τοποθετηθούν και να αγορεύσουν επί του θέματος των εξόδων. Ως εκ των άνω η αίτηση απορρίφθηκε. Οι συνήγοροι του αιτητή, των καθ' ων η αίτηση 1-3, 11-14 και η κα Στυλιανού, θυγατέρα της καθ' ης η αίτηση 9, αγόρευσαν επί του θέματος στις 11.6.12, ενώ το ίδιο έπραξε και ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση 4-7 στις 18.6.
- Συγκεκριμένα: Η συνήγορος του αιτητή στήριξε τη θέση της ως προς τα έξοδα στο άρθρο 55 του Κεφ. 189, αναφέροντας ότι το θέµα των εξόδων άπτεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το οποίο δύναται να διατάξει όπως, σε κάθε διαδικασία που αφορά την κληρονοµιά αποθανόντος, τα έξοδα ή µέρος αυτών καταβληθούν από την κληρονοµιά. Δέχθηκε ως αρχή που διέπει το θέμα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται και στα έξοδα του. Υποστήριξε όμως ουσιαστικά ότι στην παρούσα ο αιτητής δεν απέτυχε στην αξιούμενη θεραπεία καθότι η αίτηση δεν προωθήθηκε όχι γιατί εξέλειψε το δικαίωµα του, ούτε γιατί δεν δικαιούτο στις αιτούµενες θεραπείες ή συνεπεία άλλης αδυναµίας της υπόθεσης είτε σε σχέση µε επιχειρήµατα είτε σε σχέση µε ισχυρισµούς ή άλλως πως αλλά γιατί αποσύρθηκε αναγκαστικά καθότι ο αιτητής απεβίωσε και χωρίς διαχείριση δεν δύνατο να προωθηθεί επ' ονόµατι του και εκ µέρους του η διαδικασία. Περαιτέρω ανέφερε ότι εν πάση περιπτώσει η αίτηση δεν αποσύρθηκε λόγω του ενδίκου µέσου που χρησιµοποιήθηκε. Υποστήριξε σχετικά ότι με την αίτηση, η οποία εδράζεται στο άρθρο 53
(1)(β)
(3)του Κεφ. 189, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφασίσει ποιά είναι τα πρόσωπα τα δικαιούµενα σε κληρονοµικό µερίδιο στην περιουσία του αποβιώσαντα και σε ποιο µερίδιο. Ο αιτητής ενήργησε ως πλησιέστερος συγγενής (εις εξ αυτών) και ζήτησε, χωρίς διαχείριση της κληρονοµιάς σε Δικαστήριο, την επίλυση του ζητήµατος που ορίζεται στην εν λόγω διάταξη. Το ένδικο µέσο το οποίο χρησιµοποιήθηκε είναι αυτό της εναρκτήριας αίτησης ήτοι της γενικής αίτησης ως προστάζει το άρθρο 53 και είναι το ορθό για την έναρξη της παρούσας διαδικασίας. Περαιτέρω η συνήγορος υποστήριξε ότι η νοµική βάση µίας αίτησης, σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει σφάλµα, δύναται να τροποποιηθεί είτε µε σχετική αίτηση είτε δυνάµει της Δ.64 των Θεσµών της Πολιτικής Δικονοµίας, καθότι στην συγκεκριµένη περίπτωση, δεν αλλοιώνεται η ουσία της αίτησης και το τυχόν σφάλµα είναι τυπικό. Όσον δε αφορά την θυγατέρα της καθ' ης η αίτηση 9 υποστήριξε ότι αυτή εµφανίστηκε στη διαδικασία χωρίς να δικαιούται καθότι δεν ζητήθηκε προηγούµενη άδεια του Δικαστηρίου αλλά ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε βεβαίωση ή εξουσιοδότηση δια της οποίας να δεικνύετε ότι δύναται να το πράξει. Από τη στιγµή που δεν δόθηκε άδεια εκ των προτέρων, το Δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει υπόψη τη θέση της. Εν πάση δε περιπτώση από τη στιγμή που το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι δικηγόρος δεν δικαιούται σε έξοδα. Εν κατακλείδι κάλεσε το Δικαστήριο, συνεπεία του λόγου για τον οποίο αποσύρθηκε η αίτηση αλλά και του ότι η διαδικασία που επιλέγηκε ήταν ορθή, αλλά και εσφαλµένη να ήταν η αίτηση ή η νοµική βάση αυτής, δύνατο να τροποποιηθεί, όπως ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της έγκρισης του αιτήµατος και επιδικάσει τα έξοδα της διαδικασίας και/ή τα έξοδα του αιτητή εναντίον της διαχείρισης. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 έφερε ένσταση στο αίτημα της συνηγόρου του αιτητή. Υποστήριξε με αναφορά στη σχετική νομολογία ότι στην παρούσα η υπό εξέταση Γενική αίτηση προκλήθηκε από τον αιτητή, προωθήθηκε από αυτόν µε αποτέλεσµα να αναγκάσει τους καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν µε περαιτέρω διαβήµατα διορίζοντας διηγόρους, οι οποίοι έχουν εµφανιστεί στην εν λόγω υπόθεση πάρα πολλές φορές. Σε καµία περίπτωση δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης από πλευράς των καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3, ούτε δηµιουργήθηκαν οποιαδήποτε έξοδα εξ υπαιτιότητας των. Ως εκ των άνω ο κ. Βασιλειάδης υποστήριξε ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστούν τα έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 και εναντίον του αιτητή και όχι όπως αυτά πληρωθούν από την διαχείριση του αποβιώσαντα Σοφοκλή Χριστοδούλου Σάββα καθότι σε τέτοια περίπτωση ουσιαστικά έµµεσα θα επωµιστούν τα έξοδα οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση 4, 5, 6 και 7 επίσης έφερε ένσταση στο αίτημα της συνηγόρου του αιτητή. Υποστήριξε ότι δεν έχει σημασία ο λόγος για τον οποίο αποσύρθηκε η αίτηση αλλά το ότι αποσύρθηκε και ότι ο αιτητής ή η περιουσία του πρέπει να επιβαρυνθούν τα έξοδα της διαδικασίας και όχι η περιουσία του αποβιώσαντα Σοφοκλή Χριστοδούλου Σάββα. Σύμφωνα δε με τον κ. Μιχαηλίδη η μόνη περίπτωση που μπορεί να συμβεί αυτό που ζητά η συνήγορος του αιτητή είναι να συμφωνήσουν όλοι οι διάδικοι στην παρούσα, κάτι που όμως δεν συμβαίνει. Η θυγατέρα της καθ' ης η αίτηση 9 θέτοντας τη δική της θέση διερωτήθηκε εάν είναι δικαιούχοι (χωρίς να αναφέρει ποιοι) και ζητούν να πληρωθούν τα έξοδα από τη διαχείριση. Υποστήριξε δε ότι πέραν της μητέρας της και της καθ' ης η αίτηση 10 οι υπόλοιποι δεν είναι κληρονόμοι του αποβιώσαντα Σοφοκλή Χριστοδούλου Σάββα και ζήτησε να εφαρμοσθεί η νομοθεσία. Η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση 11, 12, 13 και 14 επίσης έφερε ένσταση στο αίτημα της συνηγόρου του αιτητή. Με αναφορά σε σχετική νομολογία υποστήριξε ότι η παρούσα αίτηση ως εναρκτήρια κλήση ταξινοµείται ως αγωγή µέσα στην έννοια της Δ.1 Κ.2 των περί Πολιτικής Δικονοµίας Διαδικαστικών Κανονισμών και συνεπώς ως προς τα έξοδα ισχύει ό,τι και για τις αγωγές δηλ. ο κανόνας ότι αυτά πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσµα εκτός και εάν υπάρχουν λόγοι περί του αντιθέτου. Στην παρούσα αναφέρει η συνήγορος κατ' αρχήν στη νοµική βάση της αίτησης δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο άρθρο 55 του Νόµου Κεφ. 189, το οποίο τώρα επικαλείται η συνηγορος του αιτητή. Η παράλειψη αυτή δεν δικαιολογεί τη µεταγενέστερη επίκληση της από τη συνήγορο του αιτητή. Περαιτέρω η συνήγορος ανέφερε ότι δεδοµένου ότι η αίτηση καταχωρήθηκε το 24.2.09 και αποσύρθηκε στις 26.4.12 χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε αποτέλεσµα και απλά µε την συµπεριφορά της συνηγόρου του αιτητή, καθυστερούσε η πρόοδος της υφιστάµενης διαχείρισης του αποβιώσαντα αρ. 232/06, δεν δικαιολογείται η επιδίκαση των εξόδων εις βάρος της κληρονοµιάς, καθώς κάτι τέτοιο θα επηρεάσει δυσµενώς τα δικαιώµατα των νόµιµων κληρονόµων. Τέλος η κα Γεωργιάδου ανέφερε ότι η συνήγορος του αιτητή επικαλείται το θάνατό αυτού ως λόγο για την επιδίκαση των εξόδων από την κληρονοµία του αποβιώσαντα, γεγονός που δεν µπορεί να δικαιολογήσει την απόκλιση από τον κανόνα και είναι νοµικά αβάσιµο, καθώς σε τέτοιες περιπτώσεις τα έξοδα πρέπει να καταβάλλονται από την διαχείριση του ίδιου του αιτητή και όχι από την κληρονοµία που δεν διευκρινίστηκε καν αν ήταν όντως νόµιµος κληρονόµος. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάζει έξοδα εκπηγάζει από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και από τη Δ.59 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, που προνοούν τα εξής: «43. Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτήν, ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν του Δικαστηρίου και το Δικαστήριον θα έχει πλήρη εξουσίαν να αποφασίζει υπό τίνος και κατά τίνα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι.» «Δ.59 Κ.1: Subject to the provisions of any law or rules, the costs of and incident to any proceeding shall be in the discretion of the Court or Judge, who may authorize an executor, administrator or trustee who has not unreasonably instituted, or carried on, or resisted any proceeding, to have his costs paid out of a particular estate or fund.» Στην υπόθεση Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «. παρέχεται στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική εξουσία να εκδίδει διατάγματα σχετικά με έξοδα. Είναι καθιερωμένη πρακτική των Δικαστηρίων ότι συνήθως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός εάν το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνει διαφορετικά. Η διακριτική όμως αυτή εξουσία πρέπει να ασκείται δικαστικά και κατά συνέπεια η άσκηση της υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. .................................................................................................................................... Η συμπεριφορά των διαδίκων κατά τη διαδικασία δεν είναι στοιχείο άσχετο με την υπόθεση ώστε σε περίπτωση που λαμβάνεται υπόψη στην επιδίκαση εξόδων να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με κακή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστή (βλέπε σχετικά Baylis Baxter Ltd v. Sabath
(1958)2 Αll E.R. 209, Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65; Saab and Another v. The Holy Monastery Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499).» Περαιτέρω στην υπόθεση Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12 λέχθηκαν τα εξής: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης∙ σ΄εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο.» Ακόμα στην υπόθεση Χάσικος και άλλοι ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389 επισημαίνεται μεταξύ άλλων ότι «η δικαίωση δεν πρέπει να επάγεται την καταβολή δαπάνης» και επαναλαμβάνεται ότι το αποτέλεσμα αποτελεί τον κύριο καθοδηγητικό παράγοντα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα. Τονίζεται επίσης ότι απόκλιση από αυτό τον κανόνα πρακτικής δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στην γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους της. Στην δε Georgios E. Glykys ν. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220 υποδεικνύεται ότι δεν χωρεί, στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, η επίδραση παραγόντων άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Έτσι στην ίδια αυτή υπόθεση τονίστηκε ότι η επίδειξη καλής προαίρεσης (kindness) από το Δικαστήριο προς τον αποτυχόντα διάδικο προς μετριασμό αισθημάτων πικρίας του αποτυχόντα διαδίκου, δε συνιστά δικαστική άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Τέλος στην υπόθεση Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477 λέχθηκε ότι ο κανόνας είναι τόσο ισχυρός που από μόνος του «παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης». Παρέκκλιση, αναφέρεται, δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση, η οποία και πρέπει να εκτίθεται. Για σκοπούς εξέτασης του υπό αναφορά θέματος κρίνω ότι είναι ορθό όπως παρατεθεί και το ιστορικό της πορείας της παρούσας υπόθεσης. Η παρούσα εναρκτήρια αίτηση καταχωρήθηκε στις 24.2.
- Στις 9.4.09 ζητήθηκε από τη συνήγορο του αιτητή ο ορισμός της αίτησης για το λόγο, ως αναφέρει, ότι είχε επιδοθεί σε όλους τους καθ' ων η αίτηση. Έτσι η υπόθεση ορίσθηκε από το Δικαστήριο για οδηγίες στις 26.5.
- Εκείνη την ημέρα εμφανίσθηκαν για τους καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 η κα Νικολάου για τον κ. Βασιλειάδη, για τους καθ' ων η αίτηση 4, 5, 6 και 7 ο κ. Φωτίου, για τους καθ' ων η αίτηση 9, 10, 11, 12, 13 και 14 ο κ. Σιβιτανίδης ενώ για τον καθ' ου η αίτηση 8 δεν υπήρξε καμία εμφάνιση. Οι συνήγοροι των διαδίκων ζήτησαν όπως η αίτηση ορισθεί για σκοπούς διευθέτησης και έτσι αυτή ορίσθηκε για το σκοπό αυτό στις 29.6.
- Στις 29.6.09 η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 13.11.09 με οδηγίες όπως τυχόν ενστάσεις καταχωρηθούν μέχρι τότε. Στις 13.11.09 αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση των καθ' ων η αίτηση 4, 5, 6 και 7 ο κ. Φωτίου και την ίδια μέρα ανέλαβε ως δικηγόρος αυτών ο κ. Ν. Νεοκλέους, ο οποίος και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Η κα Νικολάου για τους καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 δήλωσε ότι αυτοί δεν έχουν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι δεν προτίθενται να καταχωρήσουν ένσταση. Εδώ να σημειωθεί, τούτης της θέσης δεδομένης, έκτοτε και σε κάθε δικάσιμος οι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 εμφανίζονταν χωρίς να φέρουν ενστάσεις στα αιτήματα των άλλων διαδίκων και συνεπώς η αναφορά σε διαδίκους στη συνέχεια δεν περιλαμβάνει τους πιο πάνω. Ενόψει των ανωτέρω η αίτηση στη συνέχεια ορίσθηκε για οδηγίες στις 26.11.09 με οδηγίες του Δικαστηρίου όπως ενστάσεις καταχωρηθούν μέχρι τότε. Στις 26.11.09 η αίτηση πλέον ορίσθηκε για ακρόαση στις 2.3.
- Στις 2.3.10 υποβλήθηκε αίτημα αναβολής εκ μέρους του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση 4, 5, 6 και
- Δεν υπήρξε ένσταση και δηλώθηκε ότι στο μεσοδιάστημα θα γινόταν συνάντηση όλων των εμπλεκομένων για να συζητηθεί η υπόθεση και ως εκ τούτου η αίτηση ορίσθηκε για επίτευξη συμβιβασμού στις 27.4.
- Στις 27.4.10 ζητήθηκε από τη συνήγορο του αιτητή και τους συνηγόρους των καθ' ων 4-7 και 9-14 από κοινού αναβολή για επίτευξη συμβιβασμού καθότι ως δηλώθηκε δεν έγινε οποιαδήποτε συνάντηση και θα γινόταν σύντομα. Η αίτηση ορίσθηκε στις 12.5.10 για επίτευξη συμβιβασμού και εκείνη τη μέρα ζητήθηκε και πάλι από κοινού αναβολή για τον ίδιο λόγο λέγοντας ότι διευθετήθηκε συνάντηση στις 19.5.
- Έτσι η αίτηση ορίσθηκε για επίτευξη συμβιβασμού στις 27.5.
- Στις 27.5.10 λέχθηκε από τους συνηγόρους ότι η συνάντηση δεν έγινε τελικά και ζητήθηκε όπως η αίτηση ορισθεί εκ νέου για επίτευξη συμβιβασμού όπως και ορίσθηκε για τις 7.7.
- Στις 7.7.10 λέχθηκε και πάλι από τους συνηγόρους ότι η συνάντηση δεν έγινε και ζητήθηκε όπως η αίτηση ορισθεί για ακρόαση. Έτσι η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 15.12.10 ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης από τη συνήγορο του αιτητή και η αίτηση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 4.5.
- Στις 4.5.11 ζητήθηκε από κοινού αναβολή για να εξετασθεί θέμα δικαιοδοσίας που εγέρθηκε με την ένσταση των καθ' ων η αίτηση 4-7 και έτσι η αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες στις 16.6.
- Στις 16.6.11 ζητήθηκε από τους διαδίκους όπως η αίτηση ορισθεί για ακρόαση και έτσι ορίσθηκε στις 22.11.
- Στις 22.11.11 ο κ. Σιβιτανίδης δήλωσε ότι ο καθ' ου η αίτηση 10 απεβίωσε και ζήτησε αναβολή ώστε να ειδοποιήσει τους πελάτες του για την πρόθεση του να αποσυρθεί. Αίτημα για αναβολή έγινε και από τη συνήγορο του αιτητή καθότι αυτή ήταν κλινήρης. Έτσι ελλείψει ενστάσεως η αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες στις 16.1.
- Στις 16.1.12 η συνηγόρος του αιτητή υπέβαλε αίτημα για αναβολή για να πάρει οδηγίες από τον πελάτη της για κάποιο θέμα σε σχέση με την προώθηση της αίτησης. Επίσης εκ μέρους του κ. Σιβιτανίδης ζητήθηκε χρόνος για να αποστείλει σχετικές επιστολές στους πελάτες του ενημερώνοντας τους για την πρόθεση του να αποσυρθεί. Έτσι η αίτηση ορίσθηκε εκ νέου για οδηγίες στις 15.2.
- Στις 15.2.12 δόθηκε άδεια στο κ. Σιβιτανίδη να αποσυρθεί από δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση 9, 11, 12 και
- Όσον αφορά την καθ' ης η αίτηση 9 εκείνη την ημερομηνία ήταν παρούσα στο Δικαστήριο η κα Μαρούλα Στυλιανού θυγατέρα αυτής, η οποία είπε ότι θα προσπαθήσει να διορίσει δικηγόρο. Η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 26.4.
- Στις 26.4.12 δόθηκε άδεια στο κ. Σιβιτανίδη να αποσυρθεί από δικηγόρος και του καθ' ου η αίτηση 14 και για τους καθ' ων η αίτηση 11-14 εμφανίσθηκε δικηγόρος για το γραφείο Τ. Παπαδόπουλος και Σια. Περαιτέρω ως έχει προαναφερθεί στις 26.4.12 η συνήγορος του αιτητή ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να αποσύρει την παρούσα αίτηση για το λόγο που προαναφέρθηκε. Όσον δε αφορά τα έξοδα της αίτησης η συνήγορος ζήτησε ουσιαστικά όπως αυτά βαρύνουν την διαχείριση-περιουσία του αποβιώσαντα Σοφοκλή Χριστοδούλου Σάββα. Οι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 11, 12, 13, 14 και η κα Στυλιανού για τη καθ' ης 9 δεν έφεραν ένσταση στην απόσυρση της αίτησης αλλά ζήτησαν να τους δοθεί χρόνος για να τοποθετηθούν επί του θέματος των εξόδων. Συνεπεία των πιο πάνω η αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και η υπόθεση ορίσθηκε στις 14.5.12 ώστε να τοποθετηθούν τα μέρη και αν χρειαστεί να αγορεύσουν για το θέμα των εξόδων. Στις 14.5.12 η συνήγορος του αιτητή ζήτησε αναβολή γιατί ως αναφέρθηκε δεν ήταν έτοιμη για τις αγορεύσεις και ζήτησε νέα ημερομηνία για το σκοπό αυτό. Έτσι η υπόθεση ορίσθηκε ξανά για τις σχετικές αγορεύσεις στις 11.6.
- Στις 11.6.12 οι συνήγοροι του αιτητή και των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 11, 12, 13 και 14 και η κα Στυλιανού αγόρευσαν σχετικά και η υπόθεση παρέμεινε στις 18.6.12 για την αγόρευση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση 4-7, ο οποίος ζήτησε σχετική αναβολή. Στις 18.6.12 με την αγόρευση του κ. Μιχαηλίδη ολοκληρώθηκαν οι αγορεύσεις και επιφυλάχθηκε η παρούσα. Πριν προχωρήσω στα λοιπά θέματα που εγέρθηκαν θα εξετάσω πρώτα τα όσα υποστηρίζει η συνήγορος του αιτητή σε σχέση με τη θέση της κας Μαρούλας Στυλιανού. Η κα Στυλιανού, ως έχει λεχθεί, είναι θυγατέρα της καθ' ης η αίτηση 9, η οποία μέχρι την αποχώρηση του κ. Σιβιτανίδη εκπροσωπείτο από αυτόν. Ως δε αναφέρεται ανωτέρω στις 15.2.12 δόθηκε άδεια στο κ. Σιβιτανίδη να αποσυρθεί από δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση 9, 11, 12 και 13 και εκείνη τη μέρα η κα Στυλιανού ήταν παρούσα στο Δικαστήριο και ανέφερε ότι θα προσπαθήσει να διορίσει δικηγόρο. Έκτοτε όμως δεν εμφανίσθηκε δικηγόρος για την καθ' ης η αίτηση
- Συνεπώς αυτό που θα πρέπει να εξετασθεί είναι εάν η κα Στυλιανού είχε δικαίωμα να εκπροσωπήσει τη μητέρα της στη διαδικασία. Σύμφωνα με το άρθρο 30 του περί Δικηγόρων Νόμου «το δικαστήριο που επιλαμβάνεται πολιτικής διαδικασίας δύναται, όταν κρίνει αυτό πρέπον, με προσωπική αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου, να επιτρέπει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο είναι στενός συγγενής του διαδίκου αυτού, να εμφανίζεται εκ μέρους του και να διευθύνει την υπόθεση για λογαριασμό του». Στην υπόθεση Φελλά κ.α. ν. Νικοδήμου (αρ. 2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 835 λέχθηκε σχετικά ότι το εν λόγω άρθρο «εισάγει μια εξαίρεση στον κανόνα πως ενώπιον του Δικαστηρίου εμφανίζονται μόνο εγγεγραμμένοι δικηγόροι ή οι διάδικοι αυτοπροσώπως. Όταν δίδεται άδεια σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, στενό συγγενή του διαδίκου τούτο γίνεται για να ενεργήσει ως συνήγορος του και να παρουσιάσει με κατανοητό τρόπο την υπόθεση στο Δικαστήριο». Το θέμα εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και μόνο εφόσον ο διάδικος που επιθυμεί να γίνει κάτι τέτοιο υποβάλλει προσωπική αίτηση και το πρόσωπο στο οποίο ζητείται να επιτραπεί να εμφανίζεται και να διευθύνει την υπόθεση του διαδίκου είναι στενός συγγενής αυτού. Με άλλα λόγια εφόσον δεν συντρέχουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την εκπροσώπηση του διαδίκου από άλλο πρόσωπο και να δώσει σε αυτό σχετική άδεια να το πράξει. Στην παρούσα, μετά την αποχώρηση του κ. Σιβιτανίδη, δεν υπήρξε προσωπική αίτηση της καθ' ης η αίτηση 9 για εξασφάλιση άδειας όπως επιτραπεί στη θυγατέρα της να την εκπροσωπήσει. Το γεγονός ότι δόθηκε στην κα Στυλιανού από το Δικαστήριο το δικαίωμα να μιλήσει δεν ισοδυναμεί με τέτοια άδεια εφόσον κάτι τέτοιο προϋπέθετε ως προαναφέρεται σχετική αίτηση και έγκριση της από το Δικαστήριο. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η κα Στυλιανού ποτέ δεν έλαβε άδεια να εκπροσωπήσει τη μητέρα της στην υπόθεση. Κατ' επέκταση η όποια θέση της επί του επίδικου θέματος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην. Εν πάση όμως περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι από τα όσα είπε η κα Στυλιανού δεν τίθεται θέμα διεκδίκησης εκ μέρους της εξόδων, ως εκπροσώπου της μητέρα της στην υπόθεση, εφόσον ποτέ η ίδια δεν ζήτησε κάτι τέτοιο. Προχωρώντας τώρα στη εξέταση των λοιπών θέσεων θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Όσον αφορά την υπό εξέταση αίτηση αυτή στηρίζεται, ως αναφέρεται στη νομική της βάση, στο άρθρο 53 του Κεφ.
- Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι πρόκειται για εναρκτήρια κλήση ως ορίζει η εν λόγω διάταξη. Η εναρκτήρια κλήση αποτελεί αναμφίβολα τρόπο με τον οποίο αρχίζει πολιτική διαδικασία και συνεπώς εμπίπτει κατά την κρίση μου στην έννοια της αγωγής του άρθρου 2 του Νόμου 14/60 και της Δ.1 Κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ως εκ τούτου κρίνω ότι αναφορικά με τα έξοδα τέτοιας αίτησης ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την έκθεση της νομικής πτυχής του θέματος. Αποτελεί δε θέση της συνηγόρου του αιτητή ότι δεν ισχύει στην παρούσα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται τα έξοδα του γιατί ο αιτητής δεν απέτυχε στην αξιούμενη θεραπεία καθότι η αίτηση δεν προωθήθηκε όχι γιατί εξέλειψε το δικαίωµα του, ούτε γιατί δεν δικαιούτο στις αιτούµενες θεραπείες αλλά γιατί αποσύρθηκε αναγκαστικά καθότι αυτός απεβίωσε και χωρίς διαχείριση δεν δύνατο να προωθηθεί επ' ονόµατι του και εκ µέρους του η διαδικασία. Η θέση όμως αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο εφόσον ούτε βάσιμη είναι αλλά ούτε και λογική. Η εν λόγω διαδικασία εγέρθηκε από τον αιτητή και εν τέλει αποσύρθηκε. Ανεξαρτήτως δε του λόγου για τον οποίο αποσύρθηκε, αποτελεί γεγονός ότι η παρούσα αίτηση, η οποία και προκάλεσε εκ της εγέρσεως της και μέχρι την απόσυρση της τα έξοδα περί ων ο λόγος, έλαβε τέλος χωρίς ο αιτητής να επιτύχει την αξιούμενη θεραπεία. Δεν υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία ότι ο αιτητής είναι ο αποτυχών διάδικος. Υιοθέτηση της εν λόγω θέσης της συνηγόρου του αιτητή θα οδηγούσε άλλωστε στο μη λογικό αποτέλεσμα όταν μια διαδικασία αποσύρεται για οποιονδήποτε λόγο χωρίς όμως να εξετασθεί και να αποφασισθεί επί της ουσίας της, τα έξοδα αυτής να βαρύνουν όχι αυτό που την ήγειρε αλλά τον αντίδικο του. Αποτελεί περαιτέρω θέση της συνηγόρου του αιτητή ότι η αίτηση δεν αποσύρθηκε γιατί χρησιμοποιήθηκε λανθασμένο ένδικο μέσο. Με άλλα λόγια η κα Παπαδημήτρη υποστηρίζει ότι τα έξοδα της διαδικασίας δεν προκλήθηκαν αδίκως εφόσον ορθά κατά την ίδια ζητήθηκε η αιτούμενη θεραπεία με την υπό εξέταση εναρκτήρια κλήση στη βάση του άρθρου 53 του Κεφ.
- Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην ένσταση τους οι καθ' ων η αίτηση 4, 5, 6 και 7 υποστηρίζουν ότι το ορθό δικονομικό μέτρο στην παρούσα ήταν η έγερση αγωγής και όχι η εν λόγω αίτηση. Παρά το ότι η αίτηση αποσύρθηκε και συνεπώς δεν τίθεται θέμα εξέτασης της θέσης των καθ' ων η αίτηση 4, 5, 6 και 7 επί της ουσίας του, κρίνω, ενόψει και του ότι η απόσυρση έγινε χωρίς επιφύλαξη, ότι το θέμα θα πρέπει να εξετασθεί στα πλαίσια της παρούσας εφόσον είναι κρίσιμο μιας και έχει να κάνει με αυτή καθ' αυτή τη γενεσιουργού αιτία πρόκλησης των εξόδων. Σε σχέση λοιπόν με το θέμα αυτό θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το άρθρο 53
(1)(β) του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189, στο οποίο στηρίζεται η αίτηση, προβλέπει τα ακόλουθα: «53.-
(1)Προσωπικοί αντιπρόσωποι ή οποιοσδήποτε από αυτούς, πιστωτές, κληροδόχοι ή οι πλησιέστεροι συγγενείς, ή πρόσωπα που αξιώνουν μέσω των εν λόγων πιστωτών ή δικαιούχων με εκχώρηση ή με άλλο τρόπο, δύνανται να ζητήσουν από το Δικαστήριο με εναρκτήρια κλήση (originating summons) την επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρονομιάς σε Δικαστήριο, οποιουδήποτε από τα πιο κάτω ζητήματα ή θέματα: ..................................................................................................................................... (β) τη διακρίβωση οποιασδήποτε τάξης πιστωτών, κληροδόχων, πλησιεστέρων συγγενών ή άλλων.» Προκύπτει δε σαφώς από την πιο πάνω διάταξη ότι με βάση την προβλεπόμενη διαδικασία εκείνο που αποφασίζεται είναι ποια είναι η τάξη των κληρονόμων του αποβιώσαντα με βάση το νόμο. Προϋποτίθεται λοιπόν ότι οι κληρονόμοι είναι συγκεκριμένα άτομα των οποίων η ιδιότητα ως κληρονόμων δεν αμφισβητείται και χρήζει διακρίβωσης μόνο σε ποία τάξη εμπίπτει ο καθένας, προφανώς για σκοπούς διανομής της κληρονομιάς. Περαιτέρω σύμφωνα με την διάταξη αυτή η επίλυση του όλου θέματος γίνεται στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας χωρίς να υπάρχει διαχείριση της κληρονομιάς στο Δικαστήριο. Κατ' αρχήν σε σχέση με την παρούσα θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει διαχείριση της κληρονομιάς στο Δικαστήριο. Αντίθετα για την κληρονομιά του αποβιώσαντα υπάρχει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου η Διαχείριση με αρ. 232/06, ως αναφέρεται άλλωστε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Περαιτέρω στην υπόθεση Αναφορικά με τον Παναγιώτη Ευστρατίου Χ'Σάββα
(1997)1Β Α.Α.Δ 751 πρωτοδίκως οι εφεσείοντες, με πρωτογενή αίτηση βασισμένη στα άρθρα 52 και 53 του Κεφ. 189, ζητούσαν μεταξύ άλλων απόφαση ή δήλωση του δικαστηρίου ότι ήταν οι συγγενείς και κληρονόμοι του αποβιώσαντος. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε, όπως και το πρωτόδικο, στο σύγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, παραγρ. 780 και τόμος 37 στη σελ. 84 συνοψίζοντας ότι η ουσία των εκεί λεχθέντων είναι ότι ο ενδεδειγμένος δικονομικός τρόπος επίλυσης κληρονομικών διαφορών, περιλαμβανομένης και της αναγνώρισης κληρονομικών δικαιωμάτων, είναι η αγωγή. Κατέληξε δε το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το πιο πάνω αναφερόμενο θέμα εκφεύγει των ορίων του άρθρου 53 και ότι μπορεί να διερευνηθεί και επιλυθεί μόνο με το ένδικο μέσο της αγωγής. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Νικόλα Σιδέρη κ.α.
(2009)1Β Α.Α.Δ 1390 λέχθηκε ότι η καταχώρηση εναρκτήριας αίτησης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 53 του Κεφ. 189 σαφώς δεν στοχεύει στην επίλυση διαφορών αναφορικά με τις οποίες υπάρχει έντονη αμφισβήτηση Με την παρούσα, ως προαναφέρθηκε, δεν ζητείται ουσιαστικά η διακρίβωση της τάξης των κληρονόμων. Αυτό που ζητείται να αποφασισθεί είναι το ποια πρόσωπα δικαιούνται σε κληρονομικό μερίδιο στην περιουσία του αποβιώσαντα και σε ποιο μερίδιο. Με άλλα λόγια το ποιοι είναι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα δεν είναι δεδομένο ούτε και παραδεκτό αλλά ζητείται από το Δικαστήριο να αποφασίσει αυτό στα πλαίσια της διαδικασίας του άρθρου 53 του Κεφ.
- Η αιτούμενη λοιπόν θεραπεία στην παρούσα ήταν ουσιαστικά να αναγνωριστούν από το Δικαστήριο κληρονομικά δικαιώματα προσώπων στην κληρονομιά του αποβιώσαντα, τα οποία, ως φαίνεται και από την ίδια την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι αμφισβητούμενα. Ως προκύπτει όμως από την πιο πάνω νομολογία το ορθό ένδικο μέσο δεν ήταν αυτό της εναρκτήριας κλήσης - πρωτογενούς αίτησης που εγέρθηκε με βάση το άρθρο 53 του Κεφ. 189 αλλά αυτό της αγωγής. Όσον δε αφορά το επιχείρημα της κας Παπαδημήτρη ότι ακόμη και αν έτσι έχουν τα πράγματα η νοµική βάση της αίτησης δύναται να τροποποιηθεί είτε µε σχετική αίτηση είτε δυνάµει της Δ.64 των Θεσµών της Πολιτικής Δικονοµίας, καθότι στην συγκεκριµένη περίπτωση, δεν αλλοιώνεται η ουσία της αίτησης και το τυχόν σφάλµα είναι τυπικό, ούτε αυτό ευσταθεί. Το θέμα εξετάσθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με τον Παναγιώτη Ευστρατίου Χ'Σάββα ανωτέρω. Εκεί το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα των συνηγόρων των εφεσειόντων ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δηλ. η πρωτογενής αίτηση στη βάση των άρθρων 52 και 53 του Κεφ. 189 μπορούσε να διασωθεί με το μηχανισμό της Δ.64, συμφωνώντας με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν επρόκειτο περί παρατυπίας στον τύπο της αγωγής αλλά για λανθασμένη έναρξη της διαδικασίας, η οποία επιφέρει ακυρότητα. Ως εκ των άνω προκύπτει ότι η εναρκτήρια κλήση στην παρούσα αποτελούσε λανθασμένη έναρξη της διαδικασίας και όχι απλή παρατυπία, η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να διασωθεί με βάση τη Δ.
- Συνεπώς εκείνο που συνάγεται από τα πιο πάνω είναι ότι το ένδικο μέσο της εναρκτήριας κλήσης στη βάση του άρθρου 53 του Κεφ. 189, το οποίο εγέρθηκε από τον αιτητή στην παρούσα και ήταν η γενεσιουργός αιτία πρόκλησης των περί ων ο λόγος εξόδων δεν ήταν το ορθό κατά το νόμο και ούτε μπορούσε να διορθωθεί με οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους του αιτητή ή του Δικαστηρίου, ως εισηγήθηκε η συνήγορος του αιτητή. Ως εκ των άνω είναι εμφανές ότι η έγερση της αίτησης, η προώθηση της και η ανάγκη απόσυρσης της υπό τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι οφείλονταν με οποιονδήποτε τρόπο στους καθ' ων η αίτηση. Αντίθετα είναι εμφανές ότι υπαίτιος για αυτά και συνεπώς και για τα έξοδα που προκλήθηκαν εξ αυτών ήταν ο ίδιος ο αιτητής. Εδώ να σημειωθεί ότι εν πάση περιπτώσει η συνήγορος του αιτητή δεν ζήτησε όπως τα έξοδα επιδικασθούν εναντίον οποιουδήποτε από τους καθ' ων η αίτηση. Το γεγονός ότι κάποιοι εκ των καθ' ων η αίτηση δεν έφεραν ένσταση στην «έκδοση της αιτούμενης θεραπείας» δεν μεταβάλλει το πιο πάνω ενόψει του ότι, ως λέχθηκε ανωτέρω, η θεραπεία αυτή δεν μπορούσε εν πάση περιπτώσει να αποδοθεί στη βάση της εν λόγω αίτησης. Ακόμη όμως και αν η αίτηση θεωρείτο το ορθό ένδικο μέσο, όσον αφορά το θέμα του κατά πόσο υπήρχε ένσταση στην «έκδοση της αιτούμενης θεραπείας» θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα δεν είναι η περίπτωση που θα εκδιδόταν αυτόματα διάταγμα ή απόφαση ως η αίτηση αλλά θα έπρεπε σύμφωνα με το αιτητικό να αποφασισθεί μέσα από σχετική διαδικασία ποιοι είναι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα και σε ποιο μερίδιο, εφόσον το θέμα ήταν αμφισβητούμενο. Όσον αφορά την εισήγηση της κας Παπαδημήτρη όπως τα έξοδα καταβληθούν από την κληρονομιά του αποβιώσαντα Σοφοκλή Χριστοδούλου Σάββα θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Το άρθρο 55 του Κεφ. 189 προβλέπει ότι σε «κάθε διαδικασία που αφορά την κληρονομιά αποθανόντος προσώπου, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως τα έξοδα ή μέρος αυτών καταβληθούν από την κληρονομιά». Όσον αφορά τη θέση της συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση 11, 12, 13 και 14 ότι δεν αναφέρεται στη νοµική βάση της αίτησης το άρθρο 55, κρίνω ότι αυτό δεν αποτελεί λόγο για μη εξέταση του θέματος. Η εν λόγω διάταξη δεν αποτελεί διάταξη επί της οποίας εδράζετο η αιτούμενη θεραπεία αλλά μια γενική διάταξη που αναφέρεται στο παρεμφερές θέμα των εξόδων σε κάθε σχετική διαδικασία που αφορά την κληρονομιά αποθανόντος προσώπου και όπως σε κάθε άλλη περίπτωση δεν είναι απαραίτητη η αναφορά της διάταξης, η οποία αφορά τα έξοδα στη νομική βάση μιας αίτησης. Από το κείμενο τώρα της εν λόγω διάταξης προκύπτει ότι τέτοια διαταγή ως προς τα έξοδα εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψην κατά την κρίση μου τη φύση και την ανάγκη έγερσης της διαδικασίας, το αποτέλεσμα αυτής, τις επιπτώσεις από την έκδοση τέτοιας διαταγής στην κληρονομιά του αποβιώσαντα, το ποια είναι τα μέρη που έλαβαν μέρος στη διαδικασία και τη θέση αυτών επί του θέματος των εξόδων και γενικά αν είναι ορθό και δίκαιο η κληρονομιά να επιβαρυνθεί, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, με τα έξοδα. Στην παρούσα, ως έχει λεχθεί, το ένδικο μέσο της εναρκτήριας κλήσης που χρησιμοποιήθηκε και ήταν η γενεσιουργός αιτία πρόκλησης των περί ων ο λόγος εξόδων δεν ήταν το ορθό κατά το νόμο. Για την έγερση δε και την προώθηση της διαδικασία ευθύνεται ο αιτητής. Ακόμη όμως και αν γινόταν δεκτό ότι χρησιμοποιήθηκε το ορθό ένδικο μέσο θα πρέπει να ληφθεί υπόψην ότι οι διάδικοι πλην του αιτητή δεν συμφωνούν όπως τα έξοδα διαταχθεί να βαρύνουν την κληρονομιά του αποβιώσαντα αλλά ζητούν να επιδικασθούν εις βάρος του αιτητή. Πέραν των ανωτέρω από την παρούσα διαδικασία εκείνο που φαίνεται είναι ότι υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το ποια πρόσωπα δικαιούνται κληρονομικό μερίδιο από την κληρονομιά του αποβιώσαντα. Δεν έχει δε διαπιστωθεί τελικά το θέμα αυτό. Εάν δε κάποιοι από τους διαδίκους είναι τέτοια πρόσωπα τότε η έκδοση διαταγής που θα βαρύνει την κληρονομιά παρά την αντίθετη θέση τους θα ισοδυναμούσε κατά την κρίση μου με επιβάρυνση της κληρονομιάς, στην οποία προφανώς έχουν συμφέρον, με έξοδα δηλ. με ένα χρέος το οποίο δεν επιθυμούν. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη σχετική διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διαταγής ώστε τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας να καταβληθούν από την κληρονομιά του Σοφοκλή Χριστοδούλου Σάββα. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις νομικές αρχές που τέθηκαν ανωτέρω και κυρίως το ότι η έκδοση διαταγής για τα έξοδα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας γίνεται με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και κυρίως με βάση το αποτέλεσμα, κρίνω ότι υπό τις συνθήκες και τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης ως εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι ώστε τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Ως εκ των άνω τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 11, 12, 13 και 14 και εναντίον της περιουσίας του αιτητή, εφόσον αυτός έχει αποβιώσει,. (Υπ.).............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final (Αναφορά: Γεν. Αίτηση - Απόσυρση - Έξοδα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο