Μυρούλλα Τσαγγάρη ν. Πανίκος Λουκά κ.α., Αρ. Αγωγής 3428/2006 , 29/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής 3428/2006 Μεταξύ: Μυρούλλα Τσαγγάρη από το Στρόβολο Ενάγουσα Και Πανίκος Λουκά από την Πάφο Λουκής Λουκά από την Πάφο Εναγομένων ------------------------------------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29.5.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Η ενάγουσα εμφανίζεται προσωπικά Για τους εναγόμενους: κα Β. Ομήρου με κα Ρ. Προκοπίου Ενάγουσα: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ H Η ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν επιχειρηματίας, έμπορος και εισαγωγέας ειδών υγιεινής, κεραμικών και υλικών οικοδομής και οι εναγόμενοι 1 και 2 ήταν πελάτες της. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα σε διάφορες ημερομηνίας μεταξύ 8.5.1999 και 29.9.1999 πώλησε και παρέδωσε στους εναγόμενους 1 και 2 διάφορα υλικά και/ή εμπορεύματα συνολικής αξίας Λ.Κ.3,011.91 σεντ, τα οποία οι εναγόμενοι παρέλαβαν προς πλήρη ικανοποίηση τους. Για τις πιο πάνω συναλλαγές, η ενάγουσα εξέδωσε 25 τιμολόγια, τα οποία στην έκθεση απαίτησης της, περιγράφονται με το αριθμό τους, το ποσό και την ημερομηνία τους και αφορούν το συνολικό ποσό των Λ.Κ.3,260.86.-. Τα πιο πάνω τιμολόγια, προέβλεπαν ρητά ότι οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό καθίσταται πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό θα έφερε τόκο 9% μέχρι τελικής εξόφλησης. Όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, έναντι του ποσού των Λ.Κ.3260.86.- οι εναγόμενοι 1 και 2 πλήρωσαν το ποσό των Λ.Κ.256.02 σεντ και παρέμεινε ως οφειλόμενο το ποσό των Λ.Κ.3004.84.- Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, όπως ισχυρίζεται, οι εναγόμενοι εξακολουθούν να αμελούν και να παραλείπουν και να αρνούνται να πληρώσουν το πιο πάνω ποσό, το οποίο αξιώνει με την αγωγής της, πλέον τόκους προς 9% και έξοδα. Σε ότι αφορά την προδικαστική ένσταση που εγείρουν οι εναγόμενοι με την παράγραφο 1 της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης τους, αυτή δεν έχει προωθηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Παραδέχονται όμως, ότι κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν πελάτες της ενάγουσας και ότι μεταξύ των ημερομηνιών 8.5.1999 - 29.9.1999 αγόρασαν και παρέλαβαν από αυτή διάφορα υλικά και/ή εμπορεύματα για το ποσό των €3260.86.- Αρνούνται όμως ότι της οφείλουν οποιοδήποτε ποσό και ισχυρίζονται ότι την έχουν εξοφλήσει πλήρως. Η ενάγουσα δεν καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση των εναγομένων. Καθίσταται εμφανές, ότι η αναφορά σε ευρώ στην παράγραφο 5 της έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων, είναι λανθασμένη και ότι πρόκειται για λίρες, αφού οι συνήγοροι των διαδίκων, κατέθεσαν από κοινού, κατά την ακροαματική διαδικασία, ως τεκμήρια τα 25 τιμολόγια και δήλωσαν ως παραδεκτό ότι οι επίδικες συναλλαγές αφορούσαν τις ημερομηνίας 8.5.99 με 29.9.99 και ότι το συνολικό ποσό των τιμολογίων είναι Λ.Κ.3260.86.- Συνεπεία των πιο πάνω δηλώσεων και εφόσον οι συναλλαγές και το ποσό που τις αφορά έγινε αποδεχτό, το βάρος μετατέθηκε στους εναγόμενους, οι οποίοι όφειλαν να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους περί εξόφλησης ως το μόνο επίδικο θέμα. Για του εναγόμενους, κατάθεσε μόνο ο εναγόμενος
- Κατά την μαρτυρία του, εξήγησε το είδος και τον τρόπο της συνεργασίας που είχαν με την ενάγουσα και υποστήριξε ότι δεν της οφείλουν κανένα ποσό καθότι την έχουν εξοφλήσει προ καιρού. Ως τεκμήρια, κατάθεσε, αποδείξεις πληρωμής (Τεκμήρια 26 μέχρι και 46) που εκδόθηκαν και του δόθηκαν εκ μέρους της ενάγουσας, αναφορικά με τις συγκεκριμένες συναλλαγές και αφορούν το ποσό των Λ.Κ.
- Ο λόγος, είπε ο εναγόμενος 1, που φαίνεται να έχει πληρωθεί μεγαλύτερο ποσό από αυτό των τιμολογίων, είναι γιατί, όπως τους έλεγαν, ήταν για τους τόκους που όφειλαν και σύμφωνα με τις τελευταίες 7 αποδείξεις που τους παραδόθηκαν, η είσπραξη αφορούσε μόνο τόκους. Στην αντεξέταση του, εξήγησε ότι η συνεργασία τους με την ενάγουσα υπήρχε πριν από την 8.5.1999 που αφορά το πρώτο τιμολόγιο, όμως στις 8.5.1999, υποστήριξε ότι δεν όφειλαν οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα και ότι οι αποδείξεις, Τεκμήρια 26 - 46 αφορούν τα τιμολόγια, Τεκμήρια 1 -
- Επέμενε ότι έχουν πλήρως ξοφλήσει την ενάγουσα καταβάλλοντας της, όπως διαφάνηκε στη συνέχεια και μεγαλύτερο ποσό από αυτό των τιμολογίων. Για την ενάγουσα, αρχικά κατάθεσε ο σύζυγος της (M.E.1), ο οποίος στη μαρτυρία του ανάφερε ότι ήταν ο υπεύθυνος του καταστήματος της ενάγουσας και κρατούσε τα λογιστικά βιβλία. Αναφέρθηκε στο ιστορικό της συνεργασίας της ενάγουσας με τους εναγόμενους, λέγοντας επίσης ότι, οι εναγόμενοι είχαν αναλάβει την εξόφληση του χρέους του πατέρα τους και για αυτό στις 25.1.1998 έδωσαν και Λ.Κ.100.- έναντι του χρέους του. Η συνεργασία άρχισε, σύμφωνα με τον μάρτυρα, μέσα Φεβρουαρίου όπου τότε εκδόθηκαν τιμολόγια τα οποία δεν πληρώθηκαν. Οι εναγόμενοι έπαιρναν υλικά για το εργοστάσιο τους επί πιστώσει και υπήρχε κατάσταση λογαριασμού στην οποία καταγράφονταν τα τιμολόγια και τα ποσά που όφειλαν. Τα τιμολόγια Τεκμήρια 1 - 25, ουδέποτε, σύμφωνα με τον μάρτυρα εξοφλήθηκαν ενώ οι αποδείξεις τεκμήρια 26 - 46 δεν έχουν εκδοθεί για την εξόφληση τους αλλά για χρήματα που πλήρωναν έναντι του χρέους τους οι εναγόμενοι. Σε ότι αφορά την κατάσταση λογαριασμού, που ο μάρτυρας επικαλέστηκε και επιχείρησε στην συνέχεια να καταθέσει ως Τεκμήριο, δεν επιτράπηκε η κατάθεση της, αφού το Δικαστήριο αποδέχτηκε την ένσταση της συνηγόρου των εναγομένων (σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 23.3.2011). Επέμενε, ο πιο πάνω μάρτυρας, τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του, ότι οι αποδείξεις δεν αφορούν και δεν έχουν καμία σχέση με τα τιμολόγια και ότι οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των τιμολογίων. Προτού η ενάγουσα ολοκληρώσει την κυρίως εξέταση της, η οποία μαρτύρησε δεύτερη στη σειρά, λόγω διαφωνίας που προέκυψε με τον συνήγορο της και την απόσυρση του στη συνέχεια, χειρίστηκε μέχρι το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας προσωπικά την υπόθεση της. Η ενάγουσα, υποστήριξε ότι μετά την τελευταία πληρωμή που οι εναγόμενοι έκαναν στις 25.5.2001 το υπόλοιπο του χρέους τους ήταν Λ.Κ.3004.84.-. Σύμφωνα με την δήλωση της (Τεκμήριο 47), οι πληρωμές που έγιναν για τις οποίες εκδόθηκαν οι αποδείξεις, τεκμήρια 26 - 46 αφορούσαν άλλες συναλλαγές των εναγομένων προγενέστερες των τιμολογίων Τεκμήρια 1 - 25 και συνεπώς όλα τα τιμολόγια παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτα, πλην του ποσού των Λ.Κ.256.02 που είναι η μόνη πληρωμή που έγινε σε σχέση με τα συγκριμένα τιμολόγια. Ο εναγόμενος 1, ανέφερε, ότι προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τις αποδείξεις Τεκμήρια 1 - 25 για να δεύτερη φορά ώστε να αποδείξει ότι εξόφλησε το χρέος του πράγμα το οποίο δεν ισχύει. Η υπάλληλος της ενάγουσας Σταυρούλλα Χρυσάνθου, ανάφερε ότι οι εναγόμενοι ήταν πελάτες του καταστήματος της ενάγουσας από το οποίο αγόραζαν εμπορεύματα επί πιστώσει και πάντα στις πληρωμές τους παρουσίαζαν προβλήματα. Όπως υποστήριξε οι εναγόμενοι ποτέ δεν είχαν εξοφλήσει το χρέος τους και πάντα χρωστούσαν στην ενάγουσα. Στην αντεξέταση της διευκρίνισε ότι έφυγε από το κατάστημα της ενάγουσας το 1999 και οι εναγόμενοι είχαν τότε ένα υπόλοιπο, χωρίς είπε να μπορεί να πει ή να γνωρίζει κάτι άλλο αναφορικά με πληρωμές που έγιναν στη συνέχεια. Τα γεγονότα της υπόθεσης Ανδρέας Καθητζιώτης ν. Επιχειρήσεις Μέλιος και Παφίτης Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 252, θεωρώ ότι παρουσιάζουν ομοιότητες με τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης και για αυτό κρίνω σκόπιμο να τα παραθέσω. Οι εφεσίβλητοι με την έκθεση απαίτησης του απαιτούσαν το ποσό των Λ.Κ.6.671.- ως υπόλοιπο αξίας πωληθέντων και παραδοθέντων τούβλων. Η έκθεσης απαίτησης τους διαλάμβανε τα εξής: «
- Εις διαφόρους ημερομηνίας κατά το έτος 1989 και 1990 οι Ενάγοντες επώλησαν και παρέδοσαν επί πιστώσει εις τον Εναγόμενον, ο οποίος διατηρεί κατάστημα πώλησης ειδών οικοδομής, διάφορες ποσότητες τούβλων συνολικής αξίας Λ.Κ.6,671.- Προς τον σκοπόν αυτό οι ενάγοντες ήνοιξαν ειδικήν μερίδα εις τα βιβλία των χρεώνοντας τον Εναγόμενον με την εκάστοτε αξίαν των παραδιδομένων τούβλων.
- Εναντι της συνολικής αξίας των πωληθέντων και παραδοθέντων τούβλων επί πιστώσει εκ Λ.Κ.6,671.-, ο Εναγόμενος ουδέν επλήρωσε παρά τα επανειλημμένας οχλήσεις των Εναγόντων». Από την μαρτυρία των εφεσίβλητων- εναγόντων και του εφεσείοντα- εναγόμενου που δόθηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, προέκυψε ότι κατά την περίοδο 1989-1990, δηλαδή κατά την περίοδο που υπάρχει ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος «ουδέν επλήρωσε παρά τα επανειλημμένας οχλήσεις των Εναγόντων», ο εναγόμενος πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.35.359.- επίσης φαίνεται ότι κατά την ίδια περίοδο, 1989-1990, αγόρασε τούβλα αξίας Λ.Κ.26.500.- Ο πρωτόδικος Δικαστής, κατάληξε ως εξής: «Συνάγεται από όλη τη μαρτυρία την οποία η ενάγουσα εταιρεία έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και είναι παραδεκτό και από την υπεράσπιση τόσο με τον τρόπο που έγινε η αντεξέταση αλλά και από την μαρτυρία η οποία δόθηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο, ότι οι συναλλαγές μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενου υπήρχαν για μια περίοδο πολύ πριν από τα έτη 1989-
- Η ενάγουσα με την αγωγή της δεν ανατρέχει στην περίοδο πριν από το 1989 καίτοι όπως φαίνεται από το τεκμήριο 1 υπήρχε την 1.1.1989 ένα υπόλοιπο της τάξης των Λ.Κ.15,
- Εξάλλου είναι σαφές, ιδιαίτερα από τη μαρτυρία της υπαλλήλου της ενάγουσας αλλά και από τα διάφορα τεκμήρια τόσο από το τεκμήριο 1 όσο από το τεκμήριο 5, ότι στην περίοδο 1989-1990 ο εναγόμενος είχε παραλάβει εμπορεύματα πέραν των όσων αναφέρονται στο τεκμήριο 5 και είχε κάνει πληρωμές για εμπορεύματα που δεν αναφέρονται στο τεκμήριο 5 σαν κάνει πληρωμές έναντι του υπολοίπου του το οποίο υπήρχε μέχρι τον Ιανουάριο του 1998.» Με ένα από τους λόγους της έφεσης προσβάλλεται η επέκταση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πέραν των όσων δικαιολογούσαν οι γραπτές προτάσεις. Λόγος ο οποίος, κρίθηκε ότι ευσταθούσε και η έφεση πέτυχε. Λέχθηκαν τα εξής σημαντικά: «Είναι φανερό πως ο πρωτόδικος Δικαστής έσφαλλε στην αντιμετώπιση της υπόθεση. Ενώ η απαίτηση ήταν καθαρή και συγκεκριμένη για εμπορεύματα πωληθέντα και παραδοθέντα κατά την περίοδο 1989-1990, αξίας Λ.Κ.6.671.-, για τα οποία ουδέν ποσό επληρώθη, ο Δικαστής προχώρησε και εξέτασε άλλες δοσοληψίες μεταξύ των διαδίκων που δεν καλύπτοντο από την δικογραφία. Από μόνο του το Δικαστήριο επεξέτεινε τη διαδικασία και συμπεριέλαβε στην Έκθεση Απαιτήσεως για υπόλοιπο λογαριασμού άλλων χρόνων συνεργασίας των διαδίκων, πράγμα που καθιστά την απόφαση εσφαλμένη ώστε να παραμερισθεί.» Σε ότι αφορά την σημασία της δικογραφίας για τη βάση της δίκης, αναφέρθηκαν τα εξής από την υπόθεση Βραχίμη ν Κουλουμπρή
(1992)1 ΑΑΔ 838: « Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο και το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) 1990 1 ΑΑΔ: «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιικό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 (Βλέπε επίσης Chirstakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής.» Με αναφορά στο γεγονός ότι οι δοσοληψίες των διαδίκων για την περίοδο που προηγήθηκε του 1989, δεν ήταν αντικείμενο της διαφοράς και δεν αποτελούσαν επίδικο θέμα της αγωγής, πράγμα που σήμαινε ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον εφεσείοντα να προβάλει στην υπεράσπιση του σε τέτοια απαίτηση η έφεση πέτυχε, παραμερίστηκε η επίδικη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, όταν επιχειρήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία η παρουσίαση μαρτυρίας από την ενάγουσα για άλλες συναλλαγές της με τους εναγόμενους, πριν την επίδικη περίοδο, το δικαστήριο επισήμανε τα όσα έχουν αποφασιστεί στην πιο πάνω υπόθεση. Πέραν του περιορισμού των επιδίκων θεμάτων, από τα ίδια τα δικόγραφα, στην προκειμένη περίπτωση, τα παραδεκτά γεγονότα είχαν διαγράψει και την πορεία της υπόθεσης. Η μαρτυρία της ενάγουσας αλλά και των δύο άλλων μαρτύρων της έτεινε στο να καταδείξει ότι οι εναγόμενοι, όφειλαν το ποσό των τιμολογίων Τεκμήρια 1 - 25 και ότι οι πληρωμές που έγιναν, τεκμήρια 26-46 αφορούσαν άλλες συναλλαγές προγενέστερες. Στην έκθεση απαίτησης της ενάγουσας δεν γίνεται καμία αναφορά σε προηγούμενες συναλλαγές με τους εναγόμενους, το ποσό που αξιώνει αφορά συγκεκριμένα τιμολόγια, οι πληρωμές που έγιναν και είναι παραδεκτές, συμπίπτουν με την περίοδο που εκδόθηκαν τα τιμολόγια και επεκτείνονται μέχρι το 2001. Επιπρόσθετα το γεγονός ότι οι τελευταίες 7 αποδείξεις (Τεκμήρια 40 μέχρι και 46) και ενώ σε όλες τις προηγούμενες αναφέρεται «έναντι λογαριασμού», αναγράφεται «έναντι τόκων λογαριασμού», οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι η εκδοχή του εναγόμενου 1, ότι τα τιμολόγια έχουν εξοφληθεί είναι αληθινή. Πως είναι άλλωστε λογικό να έκδιδε η ενάγουσα αποδείξεις προς τους εναγόμενους για τόκους, αν οι εναγόμενοι εξακολουθούσαν να οφείλουν οποιοδήποτε ποσό που αφορούσε τα ίδια τα τιμολόγια. Ο σύζυγος τη ενάγουσας στη μαρτυρία του, ερωτηθείς γιατί εκδόθηκαν αποδείξεις και αναγράφεται σε αυτές «έναντι τόκων», απάντησε, «διότι έπαυσαν να αγοράζουν πράγματα, εσταμάτησε η συνεργασία, για να τονίσω ότι που δαμέ μετρούν οι τόκοι, ήταν μια υποκίνηση για να ξοφλήσουν, ότι δεν είναι άτοκα». Το γεγονός ότι το τελευταίο τιμολόγιο (Τεκμήριο 20) φέρει ημερομηνία 29.9.2009 και η τελευταία απόδειξη, πριν από την έκδοση των 7 αποδείξεων για τόκους, φέρει ημερομηνία 30.9.2009 (Τεκμήριο 30) και μετά εκδίδονται οι 7 αποδείξεις για τόκους ενισχύουν την θέση του εναγόμενου 1 περί εξόφλησης. Όπως πιο πάνω αναφέρω, εάν οι εναγόμενοι δεν είχαν εξοφλήσει τα τιμολόγια, με βάση την τακτική που ήδη ακολουθείτο, δηλαδή να εκδίδονται αποδείξεις έναντι λογαριασμού, το ίδιο θα έπραττε η ενάγουσα και στη συνέχεια και όχι να εισπράττει αποκλειστικά τόκους. Συνεπώς η εκδοχή της ενάγουσας και του συζύγου της η οποία αντικρούεται από τα πιο πάνω και ειδικότερα από τα γραπτά στοιχεία που έχουν κατατεθεί ενώπιον μου δεν γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία της πρώην υπαλλήλου της ενάγουσας δεν πρόσφερε ούτε πρόσθεσε οτιδήποτε στην υπόθεση της ενάγουσα, αφού αυτή είχε αποχωρήσει από το κατάστημα της ενάγουσας το 1999 και δεν γνώριζε οτιδήποτε που να αφορά τις μεταγενέστερες πληρωμές που έγιναν και τις συναλλαγές των διαδίκων. Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι οι εναγόμενοι, έχουν πετύχει να αποδείξουν την δικογραφημένη τους θέση ότι εξόφλησαν τα τιμολόγια που αφορούν την απαίτηση της ενάγουσας. Η δε μαρτυρία της ενάγουσας, σχετική με συναλλαγές για άλλη χρονική περίοδο πέραν αυτής που αφορά η έκθεση απαίτησης, για όλους τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω αγνοείται. Οι συναλλαγές και το ποσό τους δηλώθηκαν άλλωστε ως παραδεκτές και οι εναγόμενοι οι οποίοι είχαν το βάρος να αποδείξουν, την εξόφληση τους, ως ήταν ο ισχυρισμός τους, με την μαρτυρία που παρουσίασαν πέτυχαν τούτο. Η εκδοχή του εναγόμενου ενισχύεται από τα τεκμήρια που έχει καταθέσει που δεν είναι άλλο από τις αποδείξεις Τεκμήρια 26 - 46 που του έκδιδε η ενάγουσα και τους παρέδιδε εισπράττοντας μετά από ένα χρονικό διάστημα τόκους και όχι ποσό που να αφορά λογαριασμό ή τα τιμολόγια. Με το πιο πάνω σκεπτικό καταλήγω ότι η ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει την αξίωση της και συνεπακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθώντας το αποτέλεσμα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο