← Κύπρος

IPN PAFIDELEA CONSTRUCTION AND DEVELOPING LTD ν. NIGEL JOHN SMALLBONE κ.α., Αρ. Αγωγής: 138/12 , 13/6/2012

IPN PAFIDELEA CONSTRUCTION AND DEVELOPING LTD ν. NIGEL JOHN SMALLBONE κ.α., Αρ. Αγωγής: 138/12 , 13/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 138/12 Μεταξύ: IPN PAFIDELEA CONSTRUCTION AND DEVELOPING LTD Εναγόντων - και -

  1. NIGEL JOHN SMALLBONE
  2. DENISE JANE CLAYDEN Εναγομένων Αίτηση ημερ. 19.1.12 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 13.6.
  3. Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Πατσαλίδου για Χρήστος & Τηλέμαχος Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κ. Μαυρίκιος. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες - αιτητές με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα διεκδικούν το ποσό των €96,475.21 πλέον τόκους, ως χρήματα οφειλόμενα σε αυτούς από τους εναγόμενους ως χρέος δυνάμει συμφωνητικών εγγράφων ημερ. 22.5.07 και 24.7.08 και/ή αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλης σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική και/ή δυνάμει του δικαίου της αποκατάστασης. Οι ενάγοντες - αιτητές (στο εξής οι αιτητές) μετά από μονομερή αίτηση ημερομηνίας 19.1.12 εξασφάλισαν στις 20.1.12 προσωρινό διάταγμα το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Παρεμπίπτον διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 η πώληση, μεταβίβαση, επιβάρυνση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξένωση ή διαφορετικά διάθεση της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στα ονόματα τους με αρ. εγγραφής 0/2377, φυλ./σχεδ.35/44, τεμάχιο 185, Καμίνια Πάφος.» Η αίτηση των εναγόντων - αιτητών βασίζεται στα άρθρα 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στη Δ.48 Κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ημερ. 19.1.12 του Παναγιώτη Πενταρά ενός εκ των διοικητικών συμβούλων των αιτητών, ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος προς τούτο και ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Στην ένορκη αυτή δήλωση αναφέρονται βασικά μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολούνται μεταξύ άλλων, με εργοληπτικές εργασίες. Με τη συμφωνία ημερ.13.4.07 (Τεκμήριο Α), οι εναγόμενοι αγόρασαν από την εταιρεία Cyboston Ltd, της οποίας επίσης είναι ένας εκ των διοικητικών συμβούλων, το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/2377, φυλ/σχεδ. 35/44, τεμάχιο 185, Καμίνια, Πάφος. Το εν λόγω ακίνητο έχει εγγραφεί στα ονόματα των εναγόμενων, οι οποίοι συζούν αλλά δεν γνωρίζει αν είναι παντρεμένοι. Με τη συμφωνία ημερ. 22.5.07 (Τεκμήριο Β) οι εναγόμενοι ανέθεσαν στους ενάγοντες την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο προαναφερόμενο ακίνητο. Με επιπρόσθετη συμφωνία ημερ. 24.7.08 (Τεκμήριο Γ) οι εναγόμενοι ανέθεσαν στους ενάγοντες την εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών στο ακίνητο. Οι ενάγοντες προχώρησαν σε εκτέλεση μεγάλου μέρους των εργασιών βάσει των πιο πάνω αναφερόμενων συμφωνιών. Λόγω της παράλειψης των εναγόμενων να πληρώσουν στους ενάγοντες τα οφειλόμενα, βάσει των εν λόγω συμφωνιών, ποσά, οι ενάγοντες ανέστειλαν τις εργασίες στο ακίνητο γύρω στον Οκτώβριο
  4. Με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 14.3.11 (Τεκμήριο Δ) οι ενάγοντες τερμάτισαν τις πιο πάνω συμφωνίες και προειδοποίησαν τους εναγόμενους ότι αν δεν πλήρωναν το ποσό που όφειλαν, θα λάμβαναν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Το σημερινό υπόλοιπο των εναγόμενων προς τους ενάγοντες είναι €96,475.21 πλέον τόκους (βλ. Τεκμήριο Ε). Κατά τους τελευταίους 10 μήνες ο κ. Πενταράς πραγματοποίησε συναντήσεις και είχε αρκετές τηλεφωνικές συζητήσεις με τον εναγόμενο 1, εξαντλώντας κάθε περιθώριο διευθέτησης της διαφοράς. Πριν από λίγες μέρες σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον εναγόμενο 1 ο τελευταίος τον πληροφόρησε ότι προέκυψαν σοβαρά προβλήματα στη σχέση του με την εναγόμενη 2 και ότι οι δύο τους καταβάλλουν προσπάθειες για άμεση πώληση του ακινήτου. Ως εκ τούτου η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επείγει. Από όσα γνωρίζει και πιστεύει και από ότι τον πληροφορεί ο δικηγόρος των εναγόντων υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότατα οι ενάγοντες να δικαιούνται στις αξιώσεις και θεραπείες που ζητούν. Οι εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι και δεν διαθέτουν άλλη, εκτός από το εν λόγω ακίνητο, ακίνητη περιουσία στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Ενδεχόμενη πώληση, μεταβίβαση, επιβάρυνση, αποξένωση ή διάθεση του ακινήτου θα καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη ως αδύνατη την είσπραξη του ποσού που οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες και έτσι οι τελευταίοι θα υποστούν σοβαρή ζημιά. Αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι πολύ δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι ενάγοντες είναι φερέγγυοι και σε θέση να πληρώσουν οποιαδήποτε αποζημίωση δυνατόν να καταδικαστούν να πληρώσουν στους εναγόμενους ως αποτέλεσμα της έκδοσης του διατάγματος. Αν εκδοθεί το ζητούμενο Διάταγμα οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά. Το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση), οι οποίοι καταχώρησαν στις 20.3.12 ένσταση ως προς τη συνέχιση της ισχύος του. Η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στη Δ.48 Κ.1, 2, 4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ένσταση είναι βασικά οι ακόλουθοι:
  5. Η αίτηση δεν πληρεί τις αναγκαίες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 δια την έκδοση και συνέχιση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος ημερ. 20.1.
  6. Οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα παραπλανώντας το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας με αποτέλεσμα να ανατρέπεται η βάση επί της οποίας εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα.
  7. Οι αιτητές κωλύονται νομικά στην έγερση οιασδήποτε νομικής διαδικασίας υπό την ισχυριζόμενη ιδιότητα τους ως εργολήπτες καθότι δεν είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Εργοληπτών καθιστώντας οιανδήποτε διαδικασία άκυρη εξ υπαρχής και το διάταγμα ημερ. 20.1.
  8. Οι αιτητές δεν προσήγαγαν αποδεκτή ή ικανοποιητική μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύει πρόθεση εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση για την πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου.
  9. Δεν έχει καταδειχθεί η προϋπόθεση του κατεπείγοντος σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Κεφ. 6 ούτως ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της δικαστικής εξουσίας στην απουσία των καθ' ων η αίτηση.
  10. Η μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας της Απαίτησης του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού από μέρους των αιτητών εναντίον των καθ' ων η αίτηση και του τερματισμού ημερ. 14.3.11 της συμφωνίας εργολαβίας ημερ. 22.5.07 συνιστά επαρκή δικαιολογία στην ακύρωση του διατάγματος και/ή καθιστά αυτό ακυρωτέο.
  11. Το Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια βασισμένο σε λανθασμένα γεγονότα και/ή ελλιπή γεγονότα τα οποία παρουσιάσθηκαν από μέρους των αιτητών και/ή έγινε απόκρυψη γεγονότων ουσιώδους σημασίας.
  12. Δεν έχει αναφερθεί η αξία του επίδικου ακινήτου και της υφιστάμενης ημιτελούς οικοδομής επ' αυτού σύμφωνα με το άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και τη νομολογία, καθιστώντας το εκδοθέν διάταγμα ακυρωτέο.
  13. Η αίτηση δεν είναι νομότυπη, είναι παράτυπη και/ή αντίκειται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας ήτοι της αρχής ότι το μέρος που επιζητεί την επιείκεια του Δικαστηρίου και την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας πρέπει να προσέλθει σε αυτό με καθαρά χέρια και την αρχή της επιείκειας ότι δεν θα επιτρέψει στο ένα μέρος να επωφεληθεί από δική του παρανομία.
  14. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι εάν το προσωρινό διάταγμα παραμείνει σε ισχύ θα προκληθεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά στους καθ' ων η αίτηση εφόσον οι αιτητές δεν μπορούν να τους αποζημιώσουν με χρήμα και δεν θα είναι δυνατόν να απονεμηθεί δικαιοσύνη καθότι η δοθείσα εγγύηση στο ποσό των €15,000 από τους αιτητές είναι κατά πολύ λιγότερη των συμπεφωνημένων αποζημιώσεων του ποσού των €47,150 σύμφωνα με τη συμφωνία εργολαβίας ημερ. 22.5.07 ένεκα της ουσιώδους παράβασης της παράδοσης της κατοικίας από μέρους των αιτητών εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας.
  15. Δεν αποκαλύπτεται από τους αιτητές ότι προκαλείται οιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτούς που να μην μπορούν να ικανοποιηθούν πλήρως με χρηματική αποζημίωση σε περίπτωση επιτυχίας τους στην ως άνω αγωγή που είναι και η μόνη θεραπεία και είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους.
  16. Η αίτηση αποτελεί προσπάθεια κωλυσιεργίας και καθυστέρησης της διαδικασίας, είναι κακόπιστη και αυτό φαίνεται απ' όλα τα στοιχεία που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και προκαλεί καταπίεση στους καθ' ων η αίτηση.
  17. Η αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης των αιτητών.
  18. Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς και/ή οποιουσδήποτε ικανοποιητικούς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό της αίτησης, το δε περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι γενικό, ασαφή, αόριστο, ελλιπή και ατεκμηρίωτο και δεν συνάδει με τη σχετική νομολογία.
  19. Το προσωρινό διάταγμα είναι γενικό, αόριστο και καταπιεστικό για τους καθ' ων η αίτηση και ως εκ τούτου θα πρέπει να ακυρωθεί και απορριφθεί.
  20. Η διατήρησης της ισχύος του εν λόγω διατάγματος είναι τρομερά αδύνατη ένεκα των περιστάσεων και γεγονότων επί των οποίων έχει εκδοθεί. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερ. 20.3.12 του εναγόμενου 1, ο οποίος, ως δηλώνει, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος προς το σκοπό αυτό από τη συμβία του εναγόμενη
  21. Στην ένορκη αυτή δήλωση ο εναγόμενος 1 ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους της ένσταση. Απορρίπτει στην ολότητα τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο κ. Πενταράς και αναφέρει τα ακόλουθα: Οι αιτητές λειτουργούν υπό το καθεστώς παρανομίας εφόσον έχουν διαγραφεί από το Μητρώο Εργοληπτών Κύπρου και από τις 12.9.11 δεν κατέχουν άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος του εργολάβου, η οποία εκδίδεται από το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων (βλ. Τεκμήριο 1). Συνεπώς αφού παρανομούν κωλύονται από του να παρουσιάζονται στο Δικαστήριο και να ζητούν την έκδοση του διατάγματος και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία. Περαιτέρω οι αιτητές παρέλειψαν να αποδείξουν ότι με την τυχόν πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή επιβάρυνση και/ή οιανδήποτε αποξένωση της ακίνητης ιδιοκτησίας υπ' αριθμό εγγραφής 0/2377, Φ.Σχ.35/44, τεμάχιο 185, στην περιοχή Καμίνια της Επαρχίας Πάφου σε οποιοδήποτε τρίτο, είναι πιθανό να παρεμποδισθούν στο να πετύχουν ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ τους. Πώς είναι δυνατόν να πωληθεί μια ημιτελής κατοικία σε σοβαρή περίοδο ύφεσης; Δεν προκαλείται οιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στους αιτητές σε περίπτωση ακύρωσης του διατάγματος, που να μην μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως με χρηματική αποζημίωση καθότι είναι και η μόνη θεραπεία που δύναται να αποδοθεί σε αυτή την περίπτωση επιτυχίας της στο τελικό στάδιο της παρούσας αγωγής και είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της. Περαιτέρω η παρούσα αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Κεφ. 6 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ήτοι εκλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος εφόσον οι αιτητές παρέλειψαν να αναφέρουν οποιανδήποτε δικαιολογία για την υπέρμετρη καθυστέρηση και αδράνεια τους, από τον Οκτώβριο του 2009 (ημερομηνία κατά την οποία είχαν σταματήσει τις οικοδομικές εργασίες στο ακίνητο) ή από τον τερματισμό των δύο συμφωνιών εργολαβίας μέχρι τον Ιανουάριο του 2012, να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση και αγωγή. Εάν όντως υπήρχε σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και ήταν σημαντικό όπως η παρούσα αίτηση εκδικασθεί το γρηγορότερο τότε δεν θα περίμεναν την παρέλευση τρεισήμισι ετών για την καταχώρηση της εν λόγω αίτησης και αγωγής. Είναι φανερό ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης και προσπάθεια κωλυσιεργίας και καθυστέρησης της εκδίκασης της ουσίας της παρούσας αγωγής εκ μέρους των αιτητών, είναι κακόπιστη και αυτό φαίνεται έκδηλα απ' όλα τα στοιχεία που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Οι αιτητές δεν αποκάλυψαν και απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα κατά την έκδοση του διατάγματος, τα οποία μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι δεν αποκάλυψαν τα ακριβή γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ούτε αποκάλυψαν σημαντικά γεγονότα σχετικά με την παρούσα αίτηση. Συγκεκριμένα έντεχνα παρέλειψαν να αναφέρουν ότι είναι ή δεν είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Εργοληπτών Κύπρου και δεν κατέχουν άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος του εργολάβου από τις 12.9.
  22. Επίσης απέκρυψαν ότι ουδέποτε στη συμφωνία εργολαβίας ημερ. 22.5.07 δεν προβλεπόταν ότι οιονδήποτε ολικό ποσό θα καταβαλλόταν από τους εναγόμενους πριν από την ολοκλήρωση των συμφωνηθέντων οικοδομικών εργασιών καθότι στην εν λόγω συμφωνία αναφέρεται ρητά ότι οι εναγόμενοι θα πληρώνουν για οιανδήποτε οικοδομική εργασία ολοκληρωμένη. Περαιτέρω δεν αποκάλυψαν γεγονότα που γνωρίζουν ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζαν και τα οποία είναι δυνατόν να είναι ευνοϊκά για τους εναγόμενους και να επηρεάσουν το Δικαστήριο στην κρίση του όπως η μη έγκαιρη παράδοση της κατοικίας σύμφωνα με τον όρο 1 της συμφωνίας εργολαβίας ημερ. 22.5.
  23. Οι αιτητές κατά παράβαση ουσιώδους όρου της εν λόγω συμφωνίας παρέλειψαν και/ή καθυστέρησαν να ολοκληρώσουν τις συμφωνηθείσες οικοδομικές εργασίες της υπό ανέγερση κατοικίας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ολοκλήρωσης και παράδοσης της δηλαδή εντός 12 μηνών από την 22.5.
  24. Το ποσό των €186,273.64 πληρώθηκε στους αιτητές και αντιστοιχεί στις ανεπαρκείς εκτελεσθείσες εργασίες. Τα οφειλόμενα ποσά τα οποία ισχυρίζονται οι αιτητές δεν πληρώθηκαν καθότι δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ οι οικοδομικές εργασίες στην οικία. Οι εν λόγω εργασίες δεν εκτελούνταν σύμφωνα με τις δύο συμφωνίες εργολαβίας και πολλές από αυτές που έχουν ήδη γίνει είναι ελλιπείς και/ή ελαττωματικές και/ή δεν τηρούν τα νενομισμένα πρότυπα αποδεκτής ποιότητας και υπάρχουν πολλές κακοτεχνίες. Οι αιτητές δεν έχουν αναφέρει ούτε έχουν προσκομίσει οιανδήποτε υπογραμμένη κατάσταση από τους εναγόμενους για τις οικοδομικές εργασίες που έχουν διεκπεραιωθεί πλήρως. Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να απαιτούν το ποσό των €96,475.21 καθότι δεν έχουν ολοκληρωθεί οι οικοδομικές εργασίες στην ως άνω κατοικία όπως προνοείται ρητά από την συμφωνία εργολαβίας ημερ. 22.5.
  25. Επισυνάπτει δε ως Τεκμήριο 4, Κατάσταση μη Συμπληρωμένων οικοδομικών εργασιών στην ως άνω κατοικία για τις οποίες οι αιτητές ισχυρίζονται ότι έχουν συμπληρωθεί σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού που επισύναψαν στην ένορκη τους δήλωση. Δυνάμει του όρου 12.2 της συμφωνίας εργολαβίας ημερ. 22.5.07 προνοείται ότι σε περίπτωση που οι αιτητές αποτύγχαναν να παραδώσουν την υπό ανέγερση κατοικία πλήρως αποπερατωμένη εντός 12 μηνών από την έναρξη των οικοδομικών εργασιών τότε υποχρεούντο στην πληρωμή συμπεφωνημένων αποζημιώσεων προς τους εναγόμενους στο ποσό των Λ.Κ.600 ισοδύναμο σε €1,025.16 μηνιαίως. Η καθυστέρηση στη συμπλήρωση και παράδοση της ως άνω κατοικίας ένεκα της αποκλειστικής ουσιώδους αμέλειας και παράβασης των αιτητών ισοδυναμεί σε 46 μήνες καθυστέρησης ήτοι από την 21.5.08 μέχρι και το Μάρτη του 2012 το οποίο ισοδυναμεί στο ποσό των €47,150, ποσό αποζημιώσεων, το οποίο οι εναγόμενοι θα ανταπαιτήσουν εναντίον των αιτητών. Οι αιτητές απέτυχαν να αποκαλύψουν την ύπαρξη οιουδήποτε σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και/ή ότι έχουν καλή βάση αγωγής εναντίον των εναγομενών. Αντιθέτως αναφέρονται γενικά και αόριστα στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση χωρίς να καταδεικνύουν οιανδήποτε συζητήσιμη υπόθεση με βάση τις έγγραφες προτάσεις τους. Επίσης ο εναγόμενος 1 απορρίπτει τους σχετικούς ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα για τους αιτητές και αναφέρει ότι ουδέποτε τον προσέγγισε οιοσδήποτε εκ μέρους των αιτητών για διευθέτηση του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού και ουδέποτε ανέφερε σε οιονδήποτε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα με την εναγόμενη 2 και ότι καταβάλλει προσπάθεια πώλησης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας τους. Συζεί με την εναγόμενη 2 από το 1995 μέχρι σήμερα χωρίς να έχουν υπάρξει οιαδήποτε προβλήματα στη σχέση τους που να τους αναγκάζουν να προβούνε στην άμεση πώληση του κτήματος. Δεν υπήρχε και δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση ούτε υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο. Περαιτέρω οι συζητήσεις, οι οποίες έγιναν μεταξύ του και του κ. Πενταρά δεν έγιναν με σκοπό τη διευθέτηση οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού αλλά με σκοπό την ολοκλήρωση και παράδοση της ως άνω κατοικίας καθότι λόγω της μεγάλης καθυστέρησης και μη έγκαιρης παράδοσης της οι καθ' ων η αίτηση είναι αναγκασμένοι να ενοικιάζουν κατοικία για να διαμένουν σε οικονομική τους ζημιά και έχουν καταβάλει πάρα πολλά χρήματα σε ενοίκια υποβαλλόμενοι σε συνεχείς απώλειες και ζημιές. Δεν υπάρχει κίνδυνος να παραμείνει τυχόν εκδοθείσα απόφαση, υπέρ των αιτητών, ανικανοποίητη καθ' ότι οι εναγόμενοι είναι φερέγγυοι, εργάζονται συνεχώς και οι δυο και έχουν και άλλη περιουσία. Οι αιτητές όφειλαν αλλά δεν πρόσφεραν στο Δικαστήριο μαρτυρία σχετική με την οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση και δεν έδωσαν στοιχεία ως προς τη φύση και την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας τους την οποία ζήτησαν από το Δικαστήριο να δεσμεύσει. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθ' ότι εάν το προσωρινό διάταγμα ημερ. 20.1.12 παραμείνει σε ισχύ, θα προκληθεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά στους καθ' ων η αίτηση εφόσον οι αιτητές δεν είναι φερέγγυοι και δεν μπορούν να τους αποζημιώσουν με χρήμα καθότι δεν δύνανται να εξασκούν το επάγγελμα του εργολήπτη. Ενόψει δε των ανωτέρω είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι δεν πρέπει να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα αλλά πρέπει να ακυρωθεί και συνεπώς η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των αιτητών. Οι δύο πλευρές δεν αντεξέτασαν κανένα από τους ενόρκως δηλούντες και περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and another

(1982)1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη,
  2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, και
  3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως και πάλι δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos ανωτέρω, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι. Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση δηλ. να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις ("pleadings"). Ως έχει δε νομολογηθεί ο όρος "pleadings" χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις εγγράφους προτάσεις. Συνεπώς η καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αντίθετα οι εκατέρωθεν θέσεις μπορούν σε τέτοια περίπτωση να προσδιοριστούν σε ένορκες δηλώσεις (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία δηλ. πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Δηλ. πρέπει να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά την εξέταση του κατά πόσο πρέπει να διατηρήσει ή να ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Η υπό αναφορά προϋπόθεση ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει και μόνο για το λόγο ότι κατά την αρχική έκδοση του μετά από μονομερή αίτηση δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Νο. 2) ν. Σαββίδης
(1979)1 C.L.R. 349, Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583 και Γρηγορίου κ.α. ανωτέρω). Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο (βλ. The Timberland Co of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ. ά.
(1998)1(B) ΑΑΔ 1179). Στην Demstar Limited v. Ζim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος «επενεργεί καταλυτικά - διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου». Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (βλ. επίσης Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva, Πολ. Εφέσεις 130 και 131/09, ημερ. 29.1.10). Πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου οπόταν, στην απουσία του, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής (βλ. Resola ανωτέρω). Τα γεγονότα δε πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. Όπως αναφέρεται στην Demstar Limited ανωτέρω ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1Α Α.Α.Δ 280). Η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη. Περαιτέρω σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος για τη χορήγηση θεραπείας. Ένα προσωρινό διάταγμα μπορεί λοιπόν να ακυρωθεί όταν καταδειχθεί ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος αφού σε τέτοια περίπτωση το επείγον που αποτελεί τον δικαιοδοτικό όρο για την, κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, άσκηση δικαστικής εξουσίας και την παροχή θεραπείας στην απουσία του εναγόμενου, ήτοι μετά από μονομερή αίτηση, ελλείπει (βλ. M & CH Mitsingas Trading Ltd., και άλλοι ν. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Resola ανωτέρω). Τέλος το βάρος είναι στον αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση (βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Στην παρούσα υπόθεση η αίτηση των εναγόντων στηρίζεται εκτός του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και στο άρθρο 5 του Κεφ.6. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη απαλλοτριώσει, τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας, η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα τίθενται στο εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου και είναι: 1. Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής, και 2. Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα θα εκδοθεί υπέρ του. Στην BP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 τονίσθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Συνακόλουθα τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Επομένως όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, όπως στην παρούσα, θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται τόσο οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 όσο και τα ειδικότερα κριτήρια ή προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 5 στο βαθμό που αυτά διαφοροποιούνται (βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1B C.L.R. 520). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 δηλ. αυτή της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής έχει νομολογηθεί ότι ο όρος αυτός έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 δηλ. και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η θεμελίωση συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση του διατάγματος (βλ. Τσιολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 782 και Resola ανωτέρω). Όσον δε αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 έχει νομολογηθεί ότι αυτή αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 δηλ. «να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα» (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ ανωτέρω και C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ 785). Ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του. Εκείνο το οποίο μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Limited ανωτέρω) ή άλλως πως η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα (βλ. Φετοκάκης ν. Χριστοφή κ.α.
(2006)1Β Α.Α.Δ 800 και Τσιολάκη ανωτέρω). Με άλλα λόγια σημασία έχει ο κίνδυνος να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Μετά τα πιο πάνω θα εξετάσω κατά πόσο, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, πληρούνται στην παρούσα οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Εξετάζοντας λοιπόν τις προϋποθέσεις του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και της καλής βάσης της αγωγής όπως προσδιορίζονται στα εν λόγω άρθρα, κρίνω ότι από την ένορκη δήλωση του κ. Πενταρά, ομνύοντα για τους αιτητές, σε συνδυασμό με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Συγκεκριμένα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση, η οποία αφορά τη διεκδίκηση από τους ενάγοντες θεραπείας και συγκεκριμένα του ποσού των €96,475.21 πλέον τόκους, ως υπόλοιπο οφειλόμενο και/ή ως αποζημιώσεις από τους καθ' ων η αίτηση - εναγόμενους για εκτέλεση από τους ενάγοντες - αιτητές μεγάλου μέρους των οικοδομικών εργασιών που ανατέθηκαν στους ενάγοντες δυνάμει δύο εγγράφων συμφωνιών ημερ. 22.5.07 και 24.7.08, στο επίδικο στην παρούσα αίτηση ακίνητο. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι ως έχει αναφερθεί στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό θα γίνει όταν το Δικαστήριο θα ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Ό,τι πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας, οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802). Με βάση τη μαρτυρία ως φαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση οι ενάγοντες αξιώνουν το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό ως οφειλόμενο από τους εναγόμενους για εργασίες στο επίδικο στην παρούσα ακίνητο, τις οποίες εκτέλεσαν για λογαριασμό των εναγομένων στη βάση των δύο σχετικών συμφωνιών ημερ. 22.5.07 και 24.7.
  1. Αναφέρεται δε επίσης ότι ενόψει της παράλειψης των εναγόμενων να πληρώσουν το εν λόγω ποσό οι ενάγοντες ανέστειλαν τις εργασίες στο ακίνητο γύρω στον Οκτώβριο 2009 και με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 14.3.11 τερμάτισαν τις εν λόγω συμφωνίες. Από την άλλη είναι ουσιαστικά η θέση των καθ' ων η αίτηση, ως συνάγεται μέσα από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, ότι είναι οι αιτητές που παραβίασαν τις δύο συμφωνίες και ότι το οφειλόμενο ποσό δεν πληρώθηκε καθότι δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ οι οικοδομικές εργασίες στο ακίνητο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις δύο συμφωνίες, η κατοικία δεν παραδόθηκε τελικά καθόλου και όχι απλά εκτός του προβλεπόμενου χρόνου και πολλές από τις εργασίες που έγιναν είναι ελλιπείς και/ή ελαττωματικές και/ή δεν τηρούν τα νενομισμένα πρότυπα αποδεκτής ποιότητας και υπάρχουν πολλές κακοτεχνίες. Το κατά πόσο όμως στην παρούσα το αξιούμενο από τους ενάγοντες ποσό αποτελεί οφειλόμενο υπόλοιπο ή αποζημιώσεις που πράγματι αυτοί δικαιούνται για συγκεκριμένες εργασίες που έκαναν για λογαριασμό των εναγομένων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις δύο προαναφερθείσες συμφωνίες, καθώς και οποιαδήποτε σχετική ανταπαίτηση των εναγομένων ασφαλώς θα απασχολήσει το Δικαστήριο και θα αποφασισθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και όχι σε αυτό το στάδιο. Το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ως έχει προαναφερθεί δεν πρέπει να προβαίνει σε αξιολόγηση και κρίση επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα και σε εξαγωγή σχετικών ευρημάτων. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό ο αιτητής να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Με βάση λοιπόν τα όσα επικαλούνται οι αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αλλά και την υπόλοιπη μαρτυρία που έχουν προσκομίσει, με το περιορισμένο βάρος που έχουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, κρίνω ότι έχουν καταδείξει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή τους. Στα πλαίσια ελέγχου συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην Parico ανωτέρω λέχθηκε σχετικά ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του ενάγοντα. Οι αιτητές στην παρούσα, ως έχει προαναφερθεί, ζητούν ως αποζημιώσεις ή ως υπόλοιπο οφειλόμενου χρέους συγκεκριμένο υπολογισμένο ήδη ποσό ήτοι €96,475.
  2. Συνεπώς δεν τίθεται καν θέμα δυσκολίας στον υπολογισμό του ποσού της αξιούμενης θεραπείας. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι σε περίπτωση που οι αιτητές πετύχουν στην αξίωση τους αυτοί θα αποζημιωθούν επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως εκ τούτου μπορεί να λεχθεί ότι οι αποζημιώσεις συνιστούν στην παρούσα επαρκή θεραπεία. Είναι λοιπόν δεδομένο ότι η απαίτηση των αιτητών αφορά σε διεκδίκηση αποζημιώσεων καθώς και ότι το ακίνητο του οποίου επιδιώκεται η δέσμευση δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Ως έχει προαναφερθεί κατά την παράθεση της νομικής πτυχής ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του. Στην παρούσα όμως αποτελεί ουσιαστικά θέση των αιτητών ότι από τα όσα είπε τηλεφωνικώς στον κ. Πένταρά, λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της αγωγής και της παρούσας αίτησης, ο εναγόμενος 1 ήτοι ότι προέκυψαν σοβαρά προβλήματα στη σχέση του με την εναγόμενη 2 και ότι οι δύο τους καταβάλλουν προσπάθειες για άμεση πώληση του ακινήτου, συνάγεται πραγματική πρόθεση των καθ' ου η αίτηση να προβούν σε αποξένωση της περιουσίας τους αυτής. Η θέση όμως αυτή του κ. Πενταρά αμφισβητήθηκε, ως φαίνεται από τα όσα αναφέρει σχετικά ο εναγόμενος 1 στην ένορκη του δήλωση, ήτοι ότι ουδέποτε ανέφερε σε οιονδήποτε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα με την εναγόμενη 2 και ότι καταβάλλουν προσπάθεια πώλησης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας τους ούτε και υπάρχουν τέτοια προβλήματα και πρόθεση αποξένωσης του ακινήτου. Από τη στιγμή λοιπόν που είναι οι αιτητές που επικαλέσθηκαν το πιο πάνω και αυτό αμφισβητήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση εναπόκειτο στους αιτητές να αποδείξουν ένα τέτοιο ισχυρισμό προσκομίζοντας την αναγκαία προς τούτο μαρτυρία ή αντεξετάζοντας σχετικά των ενόρκως δηλούντα εναγόμενο 1, κάτι που δεν έπραξαν. (Σε σχέση με την απόσειση του βάρους απόδειξης από τον αιτητή σε περίπτωση που υπάρχουν ισχυρισμοί του που αμφισβητούνται βλ. Iacovou Brothers (Construction) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377). Ως εκ των άνω κρίνω ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη της δηλωθείσας κατά αυτούς πρόθεσης των καθ' ων η αίτηση για αποξένωση του κτήματος. Περαιτέρω και ανεξάρτητα από το πιο πάνω από το λεκτικό του άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που ζητείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με το ύψος της απαίτησης και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε σχέση με το ακίνητο, του οποίου ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης στην αγωγή. Με άλλα λόγια για να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με βάση τόσο το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και με βάση το άρθρο 5 του ΚΕΦ.6 το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ενώπιον του κατάλληλη θετική μαρτυρία ώστε να μπορεί να διατάξει το ανάλογο μέρος της ακίνητης περιουσίας να δεσμευτεί πριν την αποπεράτωση της αγωγής. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας, η οποία να ρίχνει φως στη φύση και στην αξία της ακίνητης περιουσίας που πρόκειται να δεσμευτεί το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει ορθά τη διακριτική του εξουσία και να διατάξει τη δέσμευση ανάλογου μέρους της ακίνητης περιουσίας. Περαιτέρω σε σχέση με τις δύο πιο πάνω προϋποθέσεις ο ενάγων θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου όσο και το ενδεχόμενο ύπαρξης άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. Στην παρούσα διαπιστώνεται με βάση την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται ότι οι αιτητές δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία με την οποία να προσδιορίζεται η αξία του ακινήτου του οποίου ζητείται η δέσμευση ώστε να διαφανούν τα πιο πάνω και να μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Το ότι έχουν επισυνάψει τη συμφωνία αγοράς του ακινήτου (Τεκμήριο Α) όπου αναφέρεται ότι η τιμή πώλησης του ακινήτου «οικοπέδου» είναι Λ.Κ.70,000 δεν αποτελεί επαρκή μαρτυρία καθότι αυτή η αξία ήταν αυτή του χρόνου πώλησης ήτοι του Απριλίου του 2007 και όχι η σημερινή ενώ περαιτέρω καταδεικνύει μόνο την αξία του ακινήτου ως ήταν πριν την εκτέλεση οποιονδήποτε εργασιών ανέγερσης κατοικίας που σύμφωνα και με τους ίδιου τους αιτητές έγιναν και προφανώς διαφοροποιούν τη σημερινή πραγματική αξία. Άλλωστε θα πρέπει να λεχθεί ότι ανεξάρτητα του πιο πάνω το γεγονός αυτό είναι ουσιώδες για την κρίση του Δικαστηρίου και δεν αποκαλύφθηκε από τους ενάγοντες κατά την έκδοση, μονομερώς, του προσωρινού διατάγματος. Το γεγονός ότι επισυνάφθηκε η εν λόγω συμφωνία στην ένορκη δήλωση των αιτητών δεν συνιστά αποκάλυψη εφόσον οι αιτητές είχαν καθήκον να αναφερθούν ρητά σε αυτό στην ένορκη τους δήλωση ή να παραπέμψουν ειδικά στην εν λόγω συμφωνία (βλ. Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd
(2004)1Α Α.Α.Δ 557). Όσον δε αφορά την οικονομική κατάσταση των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση οι αιτητές ισχυρίζονται γενικά και αόριστα ότι οι εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι και δεν διαθέτουν άλλη, εκτός από το επίδικο στην παρούσα ακίνητο, ακίνητη περιουσία στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Οι καθ' ων η αίτηση αμφισβήτησαν ουσιαστικά και αυτόν τον ισχυρισμό. Η θέση τους δε ότι είναι φερέγγυοι εφόσον εργάζονται και οι δυο και έχουν και άλλη περιουσία και ότι ουσιαστικά αν οι αιτητές επιτύχουν στην αξίωση τους μπορούν να τους ικανοποιήσουν, δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς των αιτητών εφόσον δεν υπήρξε αντεξέταση του εναγόμενου
  1. Εδώ να σημειωθεί και πάλι ότι είναι η πλευρά των αιτητών που επικαλέσθηκε ότι θα υπάρξει αδυναμία εξασφάλισης απόφασης που τυχόν εκδοθεί προς όφελος τους και συνεπώς εναπόκειτο σε αυτούς να αποδείξουν τέτοιο ισχυρισμό προσκομίζοντας την αναγκαία προς τούτο μαρτυρία ή αντεξετάζοντας σχετικά των ενόρκως δηλούντα εναγόμενο 1, κάτι που επίσης δεν έπραξαν (βλ. και πάλι Iacovou Brothers (Construction) Ltd ανωτέρω). Συνεπώς οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη πιθανού κινδύνου να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ τους, αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Εν κατακλείδι κρίνω ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν με θετική και κατάλληλη μαρτυρία ότι στοιχειοθετείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και η δεύτερη προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ.
  2. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω στην εξέταση και των άλλων θεμάτων που ουσιαστικά εγείρονται από τους καθ' ων η αίτηση. Όσον αφορά τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι οι αιτητές κωλύονται νομικά στην έγερση οιασδήποτε νομικής διαδικασίας υπό την ισχυριζόμενη ιδιότητα τους ως εργολήπτες εφόσον δεν είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Εργοληπτών Κύπρου εφόσον δεν κατέχουν άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος του εργολάβου από τις 12.9.11 και δεν αποκάλυψαν και απέκρυψαν το ουσιώδες αυτό γεγονός, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν φαίνεται αυτό να συνιστά τέτοιο κώλυμα αλλά ούτε και να αποτελεί ουσιώδες γεγονός εφόσον πρόκειται για κάτι που έγινε όχι κατά την επίδικη στην παρούσα αγωγή περίοδο δηλ. κατά το χρόνο εκτελέσεως των οικοδομικών εργασιών από τους ενάγοντες αλλά πολύ αργότερα, μετά ακόμη και από τον τερματισμό των δύο συμφωνιών. Όσον αφορά τη θέση των εναγομένων ότι εκλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος εφόσον οι αιτητές παρέλειψαν να αναφέρουν οποιανδήποτε δικαιολογία για την υπέρμετρη καθυστέρηση και αδράνεια τους, από τον Οκτώβριο του 2009 (ημερομηνία κατά την οποία είχαν σταματήσει τις οικοδομικές εργασίες στο ακίνητο) ή από τον τερματισμό των δύο συμφωνιών εργολαβίας μέχρι τον Ιανουάριο του 2012, να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση και αγωγή, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως φαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Πενταρά οι ενάγοντες ανέστειλαν τις εργασίες στο ακίνητο γύρω στον Οκτώβριο 2009, τερμάτισαν όμως τις συμφωνίες με επιστολή τους ημερ. 14.3.11 και προειδοποίησαν τους εναγόμενους ότι αν δεν πλήρωναν το ποσό που όφειλαν, θα λάμβαναν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Κατά τους τελευταίους 10 μήνες ο κ. Πενταράς πραγματοποίησε συναντήσεις και είχε αρκετές τηλεφωνικές συζητήσεις με τον εναγόμενο 1, εξαντλώντας κάθε περιθώριο διευθέτησης της διαφοράς. Λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης ο κ. Πενταράς σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον εναγόμενο 1 πληροφορήθηκε από αυτόν ότι προέκυψαν σοβαρά προβλήματα στη σχέση του με την εναγόμενη 2 και ότι οι δύο τους καταβάλλουν προσπάθειες για άμεση πώληση του ακινήτου. Όσον αφορά το θέμα της καθυστέρησης στην Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ανωτέρω λέχθηκε ουσιαστικά ότι δεν αποτελεί αρχή ότι εκτός αν η αγωγή εγείρεται αμέσως μετά τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος, ο ενάγων δεν δικαιούται της προστασίας συντηρητικού διατάγματος. Ούτε η καθυστέρηση μεταξύ αγωγής και αίτησης για συντηρητικό διάταγμα λειτουργεί αρνητικά εναντίον του αιτητή, εκτός αν από την καθυστέρηση επηρεάζονται τα δικαιώματα του αντιδίκου του. Τέτοιος επηρεασμός των εναγομένων από την ισχυριζόμενη στην παρούσα καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής και της παρούσας αίτησης δεν έχει καταδειχθεί. Η θέση όμως των εναγομένων συνδέεται και με το κατά πόσο στοιχειοθετείτο στην παρούσα το κατ' επείγον που δικαιολογούσε την έκδοση του προσωρινού διατάγματος εναντίον τους στην απουσία τους. Είναι εμφανές από τη ένορκη δήλωση του κ. Πενταρά ότι αυτό που στοιχειοθετούσε το επείγον στην έγερση της αγωγής και στην έκδοση του διατάγματος μονομερώς ήταν τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος 1 στον κ. Πενταρά σε σχέση με τις προσπάθειες άμεσης πώλησης δηλ. αποξένωσης του ακινήτου. Ως έχει όμως προαναφερθεί η θέση αυτή των αιτητών για την εκδήλωση πρόθεσης αποξένωσης από τους καθ' ων η αίτηση αμφισβητήθηκε από τους τελευταίους και οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους αυτό ως όφειλαν. Κατ' επέκταση κρίνω ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν και το κατ' επείγον που αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την απόδοση της αιτούμενης θεραπείας ήτοι που δικαιολογούσε την έκδοση του υπό εξέταση διατάγματος στην απουσία των καθ' ων η αίτηση. Εν όψει όλων των ανωτέρω η υπό εξέταση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 20.1.12 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Judgments (Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα - Άρθρα 32 του Νόμου 14/60 και 5 του Κεφ. 6). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.