← Κύπρος

ΛΑΪΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. 1. Εύδωρας Κούππης από την Κρήτου Μαρόττου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του

ΛΑΪΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν.

  1. Εύδωρας Κούππης από την Κρήτου Μαρόττου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Ιακώβου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2749/04, 30/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A130 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2749/04 Μεταξύ: ΛΑΪΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ Ενάγοντες και
  2. Εύδωρας Κούππης από την Κρήτου Μαρόττου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Ιακώβου
  3. Μαρία Ιακώβου
  4. Αλέκος Ιακώβου Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 16.1.2012 Ημερομηνία: 30.10.2012 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 3 - Αιτητή: κα Μ. Ιακώβου (κα Μενοίκου για να ακούσει απόφαση) Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κα Στ. Κλεάνθους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο εναγόμενος 3 - αιτητής στο εξής θα αναφέρεται ο αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και ή να παραμερίζει προηγούμενη εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας
  5. 2005 στην την υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5, Δ.33, Δ.17 Θ. 10, Δ.48 Θ.1,2,3, 4 9(h), Δ.26, Θ. 14, Δ.64, Θ. 1, 2 στα άρθρα 30 και 32 του συντάγματος στην πρακτική και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του αιτητή, ο οποίος αναφέρει ότι πληροφορήθηκε την έκδοση απόφαση εναντίον του από τους ίδιους τους ενάγοντες, δε γνώριζε την ύπαρξη της πιο πάνω αγωγής και ότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυητής στο συμβόλαιο με αριθμό 5380254‑ 02‑ 206 και μόλις έλαβε γνώση απευθύνθηκε στο δικηγόρο του, ο οποίος τον συμβούλευσε να απευθυνθεί στην αστυνομία να προβεί σε σχετική καταγγελία, για να γίνουν εξετάσεις για το γνήσιο της υπογραφής. Προέβηκε σε καταγγελία και μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα του κοινοποιήθηκαν τα αποτελέσματα του γραφικού ελέγχου με επιστολή ημερομηνίας
  6. 2011, η οποία αναφέρει ότι δεν είναι η υπογραφή του και έχει πλαστογραφηθεί, περαιτέρω αναφέρει ότι κοινοποίησε στο δικηγόρο του το αποτέλεσμα το Δεκέμβριο του 2012, (πιθανώς να εννοεί το Δεκέμβριο του 2011) προκειμένου να λάβει δικαστικά μέτρα. Από έρευνα του δικηγόρου του στο φάκελο του Δικαστηρίου διαπιστώθηκε ότι η αγωγή επιδόθηκε στην θυγατέρα του Έλενα Ιάκωβου που εκείνο το χρονικό διάστημα δηλαδή στις 19.3.05 η θυγατέρα του διέμενε με τη σύζυγο του στη Λεμεσό, ενώ αυτός ευρισκόταν στην Πάφο, γιατί ήταν σε διάσταση με τη σύζυγο του. Ισχυρίζεται ότι η θυγατέρα του δεν τον ενημέρωσε και γι' αυτό το λόγο εκδόθηκε η απόφαση εναντίον του. Είναι η θέση του ότι έχει καλή υπεράσπιση γιατί ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυητής του εναγόμενου 1 στο πιο πάνω αναφερόμενο συμβόλαιο και ούτε έδωσε σε οποιοδήποτε πρόσωπο συγκατάθεση για να υπογράψει ως εγγυητής, γι' αυτό το λόγο μόλις πληροφορήθηκε προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία. Ενόψει των πιο πάνω ζητά από το Δικαστήριο να παραμεριστεί η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του. Οι ενάγοντες, οι καθ' ων η αίτηση στο εξής, θα αναφέρονται (οι καθ' ων η αίτηση) καταχώρησαν ένσταση την οποία βασίζουν στους πιο κάτω αναφερόμενους λόγους ένστασης: (α) Η αίτηση δεν έχει έρεισμα στους διαδικαστικούς κανονισμούς και την δικαστηριακή πρακτική και δεν τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις εγκρίσεως της. (β) Ο αιτητής δεν δίδει επαρκή και /ή λογική δικαιολογία για την μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, αλλά και ούτε επαρκή και/ή λογική δικαιολογία για την μη έγκαιρη λήψη μέτρων από την έκδοση της απόφασης. (γ) Η αίτηση δεν υποβάλλεται με καλή πίστη αλλά αποσκοπεί στην παρέλκυση της δικαστικής διαδικασίας. (δ) Οι λόγοι που επικαλείται ο αιτητής για την επιτυχία της αίτησης είναι γενικοί και αόριστοι. (ε) Ενδεχόμενη έγκριση της αίτησης αποστερεί τους ενάγοντες από κεκτημένα δικαιώματα. (στ) Ο αιτητής δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης. (ζ) Η αστυνομική έκθεση δεν αποτελεί έκθεση πραγματογνώμονα και δεν μπορεί να βασιστεί στο Τεκμήριο αρ. 3 για να επιτύχει η αίτηση. (η) Η υπογραφή στην συμφωνία ενοικιαγοράς είναι του αιτητή και η άρνηση αυτού του γεγονός είναι εκ των υστέρων σκέψη για αποφυγή των συνεπειών. (θ) Η επίδοση του κλητήριου εντάλματος είναι νομότυπη και σύμφωνα με τους θεσμούς καθότι επιδόθηκε στη θυγατέρα του και συγκάτοικο του η οποία ήταν τέτοιας ηλικίας που επιτρεπόταν να γίνει η επίδοση με βάση τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. (ι) Η απόφαση εκδόθηκε καθόλα νομότυπα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Νεόφυτου Νεοφύτου ο οποίος ευρίσκεται στην υπηρεσία των καθ' ου η αίτηση και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρεται στην καταχώρηση της αγωγής, στην έκδοση απόφασης λόγω του ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν καταχώρησαν εμφάνιση, απορρίπτει του ισχυρισμούς του αιτητή και ισχυρίζεται ότι ο πρωτοφειλέτης είναι πατέρας του αιτητή και ότι ο διαχειριστής της περιουσίας του πρωτοφειλέτη είναι συγγενικό του πρόσωπο. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ότι η αγωγή επιδόθηκε στην θυγατέρα του αναφέρεται στη διαχείριση του πρωτοφειλέτη και τέλος ισχυρίζεται ότι η αίτηση του αιτητή δεν εξυπηρετεί το συμφέρον τη δικαιοσύνης και τυχόν επιτυχία της θα δημιουργήσει αδικία καθώς θα προξενήσει βλάβη στα συμφέροντα των καθ' ου η αίτηση. Στις αγορεύσεις έκαστος των δικηγόρων υιοθέτησε το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και αφού έκαναν αναφορά στις γενικές αρχές η κάθε πλευρά ζήτησε από το Δικαστήριο να υιοθέτηση τη θέση της. Έχω μελετήσει με προσοχή τόσο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την αίτηση όσο και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την ένσταση καθώς και την επιχειρηματολογία αμφοτέρων των συνηγόρων. Παρά την αναφορά σε διάφορους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας μεταξύ αυτών και της διαταγής 17 θεσμός 10 η βάση της αίτησης αποτελεί η συγκεκριμένη διαταγή δηλαδή η Διαταγή 17 Θ10 το θεσμό της Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διάταξης θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Ο παραμερισμός ή όχι εκδοθείσας δικαστικής απόφασης αποτελεί θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις που έχει γίνει κανονική επίδοση το Δικαστήριο για να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει το πρόσωπο που καταχωρεί την αίτηση δηλαδή ο εναγόμενος ή εναγομένη να δείξει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης και ότι υπήρχε εις σοβαρός λόγος για τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο ή την καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της απόφασης. Επί του θέματος αυτού υπάρχει άφθονη νομολογία και οι αρχές καθορίστηκαν στην υπόθεση Φυλακτού v. Μιχαήλ

(1982)1 C.L.R 204 και υιοθετήθηκαν από νεότερες αποφάσεις. Στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει κανονική επίδοση δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να εξετάσει τις πιο πάνω αρχές αλλά προχωρά στον παραμερισμό της απόφασης εφόσον δεν υπήρξε κανονική επίδοση και ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση για την ύπαρξη της απαίτησης πριν την έκδοση της απόφασης ώστε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να εκπροσωπηθεί στο Δικαστήριο και να υπερασπίσει την υπόθεση του. Βλέπε Γιωργαλλίδης v. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ.249. Παρά το γεγονός ότι στην αγόρευση της ευπαίδευτου συναδέλφου του αιτητή δε γίνεται καμιά αναφορά στο θέμα που αφορά την επίδοση της αγωγής και αν υπήρξε καλή επίδοση. Ενόψει του γεγονότος ότι ο αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση περί της ύπαρξης της συγκεκριμένης αγωγής γιατί η αγωγή επιδόθηκε στη θυγατέρα του και τη περίοδο που επιδόθηκε στη θυγατέρα του αυτός δεν συζούσε μαζί με τη σύζυγο του, θα εξετάσω τον ισχυρισμό αυτό, αν υπάρχει κανονική απόφαση, ώστε η εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 12.3.2005 να εκδόθηκε, αφού προηγουμένως υπήρξε κανονική επίδοση του κλητήριου εντάλματος. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης της αγωγής, γιατί η αγωγή επιδόθηκε στη θυγατέρα του και την επίδικη ημερομηνία η θυγατέρα του διέμενε με τη σύζυγο του στη Λεμεσό, ενώ αυτός διέμενε στην Πάφο, γιατί βρισκόταν σε διάσταση. Φαίνεται όμως από την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη την οποία και ο ίδιος επικαλείται η αγωγή επιδόθηκε εις τη θυγατέρα του η οποία ήταν ενήλικας και συγκάτοικος του. Αυτός ο ισχυρισμός έχει παραμείνει αναντίλεκτος και συνεπώς καταλήγω ότι υπάρχει κανονική επίδοση του κλητήριου εντάλματος στον αιτητή και εκδόθηκε κανονική απόφαση και ως εκ τούτου θα πρέπει να αποφασίσω κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για τον παραμερισμό κανονικά εκδοθείσας απόφασης, όπως είναι και η προσβαλλόμενη. Η πρώτη βασική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης επί της ουσίας. Αυτό πρέπει να αποκαλύπτεται με ένορκη δήλωση και η ένορκη δήλωση σε αντίθεση με τα δικόγραφα αποτελεί μαρτυρία στην οποία θα μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί και να εξετάσει την αίτηση. Το ζήτημα εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών (βλ. Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns Limited
(1994)1 Α.Α.Δ. 736). Μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την αίτηση και των εγγράφων τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια στην αίτηση, καταλήγω ότι ο αιτητής αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, επί της ουσίας της αξίωσης, καθότι με βάση το Τεκμήριο 3 που επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση και την έκθεση με αριθμό αναφορά ΥΠ.Ε.Γ.Ε 2344 του 2011 του Αρχηγείου Αστυνομίας, μετά από εξέταση της συμφωνίας ενοικιαγοράς με αριθμό 5380294‑ 02‑ 206 ο γραφολόγος κατέληξε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή του δευτέρου εγγυητή στη συμφωνία ενοικιαγοράς είναι γραμμένη ολογράφως και σε σύγκριση με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον Αλέκο Ιάκωβου παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους και κατά τη γνώμη του αυτός δεν μπορεί να συνδεθεί. Συνεπώς με τα όσα ο αιτητής προσκομίζει μπορεί άνετα να εγείρει καλή υπεράσπιση. Αυτό που παραμένει να εξετάσω είναι η παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και να λάβει μέρος τη διαδικασίας και τη δικαιολογία την οποία προβάλλει. Ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι όταν πληροφορήθηκε την έκδοση απόφασης χωρίς να καθορίζει πότε, απευθύνθηκε στο δικηγόρο του και ο οποίος τον συμβούλευσε να απευθυνθεί στην αστυνομία, για να προβεί σε σχετική καταγγελία προκειμένου να γίνουν εξετάσεις σχετικά με το αν η υπογραφή που φαίνεται στο συμβόλαιο ήταν δική του ή όχι. Περίμενε τα αποτελέσματα του γραφολογικού ελέγχου τα παρέλαβε στις 23.11.2011 απευθύνθηκε στο δικηγόρο του το Δεκέμβριο του 2011 και η αίτηση του καταχωρήθηκε 16 Ιανουαρίου του 2012. Αυτή είναι ουσιαστικά η αιτιολογία που δίδει ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση, για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Η νομολογία είναι πλούσια τόσο στο ζήτημα που αφορά την καθυστέρηση εμφάνισης όσο και στο ζήτημα που αφορά την καθυστέρηση στο να αποταθεί κάποιος για παραμερισμό από τη στιγμή που θα μάθει την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αιτητής δε μας καθορίζει πότε πληροφορήθηκε την έκδοση της απόφασης από τους καθ' ων η αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, μεταξύ άλλων, αναφέρουν ότι εναντίον του καθ' ου η αίτηση, καταχώρησαν ένταλμα κινητής περιουσίας το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο, στις 3.11.2005, γιατί ο καθ' ου η αίτηση στερείται κινητής περιουσίας για κατάσχεση. Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι ακόμη ο αιτητής και ως ο ίδιος ισχυρίζεται έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης, αντί όμως να αποταθεί στο Δικαστήριο, αποτάθηκε στην αστυνομία προκειμένου να γίνουν εξετάσεις. Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 έχει αναφερθεί ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Παραπέμπει στην υπόθεση Φυλαχτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) όπου στη σελίδα 210 αναφέρονται οι αρχές που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και εξηγούνται στο ακόλουθο απόσπασμα: «In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. (See, Observations of Megaw L.J. in Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, at p.833 (c-d)). The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to reopen the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment». Μετάφραση στα Ελληνικά (ελεύθερη):- «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επαναοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση». Οι ίδιες αρχές υιοθετούνται στην Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 όπου το Δικαστήριο επεσήμανε:- «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του». Με βάση τις πιο πάνω αρχές διαπιστώνεται ότι η αδιαφορία που υπέδειξε ο αιτητής, μετά που έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης είναι υπέρμετρη η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Το ένταλμα κινητής περιουσίας που έκδωσαν οι καθ' ων η αίτηση επεστράφη ανεκτέλεστο, λόγω του ότι στερείτο κινητής περιουσίας για κατάσχεση στη δοθείσα διεύθυνση από τις
  1. Ο ίδιος αποκρύπτει στην ένορκη του δήλωση ως ισχυρίζεται πότε έλαβε γνώση, για την έκδοση της απόφασης από τους Ενάγοντες και πότε απευθύνθηκε στην αστυνομία, επισυνάπτει μόνο τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ο ισχυρισμός ότι περίμενε τα αποτελέσματα των εξετάσεων, δεν δίδει και το δικαίωμα στον αιτητή να καθορίσει πότε ο ίδιος θα αποφασίσει να απευθυνθεί ενώπιον Δικαστηρίου. Ο αιτητής έχει αποφασίσει ο ίδιος και αντί άμεσα να αποταθεί στο Δικαστήριο αποτάθηκε οπουδήποτε άλλου, ως εκ τούτου δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη επιλογή από την απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου 3 - αιτητή ως θα υπολογισθούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other action/Interim Αναφορά: Πολιτική - cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.