← Κύπρος

OJSC PIK GROUP ν. Chersonesus Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1804/12, 8/10/2012

OJSC PIK GROUP ν. Chersonesus Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1804/12, 8/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A120 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1804/12 Μεταξύ: OJSC PIK GROUP Ενάγοντες - και -

  1. Chersonesus Holdings Limited
  2. Truetec (Nominees) Services Limited
  3. Kanaev Sergey
  4. Popova SV
  5. CJSC Chersonesus - Rus
  6. LLC Kubanzhilstroy
  7. CJSC Kama-Proekt
  8. LLC SMP Don Εναγομένων ---------------------------------------- Αίτηση ημερ. 18.9.2012 για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Εναγομένους: κα Παπακλεοβούλου Για Καθ' ων η Αίτηση - Ενάγοντες: κ. Χρ. Βασιλειάδης (για να ακούσει απόφαση η κα Νικολάου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον όλων των εναγομένων, απόφαση για επιδίκαση ποσού ύψους €2.000.000 ως αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες όπως ισχυρίζονται υπέστησαν. Αξιώνουν επίσης αριθμό άλλων θεραπειών. Με την καταχώρηση της αγωγής, εξεδόθη αυθημερόν κατόπιν μονομερούς αίτησης ημερ. 10.5.2012 προσωρινό διάταγμα εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, εναντίον της συνέχισης της ισχύος του οποίου οι τελευταίοι ενίστανται και καταχώρησαν ένσταση. Η αίτηση υποστηρίζετο από ένορκη δήλωση και με την κρινόμενη αίτηση οι εναγομένοι 1, 2 και 3 ζητούν «(α) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η παρουσία του ρηθέντος Viacheslav Miroshnikov, εκ Ρωσίας, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την 27 Σεπτεμβρίου 2012 προς αντεξέταση του σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης ημερ. 10.5.2012, την οποία προέβη προς υποστήριξη της αίτησης των εναγόντων ημερ. 10.5.2012 για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερ. 10.5.2012». Οι ενάγοντες αμφισβητούν την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και εγείρουν ευάριθμους λόγους ένστασης, οι οποίοι μπορούν να κατηγοριοποιηθούν στους κάτωθι:
  9. Η αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη και αντιβαίνει τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, ως μονομερώς καταχωρηθείσα.
  10. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία και η νομολογία, ούτε δικαιολογείται η ανάγκη για έγκριση του αιτήματος.
  11. Με την αίτηση προκαλείται κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και εκφράζεται με αυτήν η πεποίθηση ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Οι αντίδικοι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους μέσω γραπτών αγορεύσεων τις οποίες ετοίμασαν και παρέδωσαν προς το Δικαστήριο. Υπεραμυνόμενη του δικαιώματος για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα, η συνήγορος των εναγομένων κα Παπακλεοβούλου υπέδειξε πως σε περίπτωση που δεν επιτραπεί το δικαίωμα τούτο, τότε η μαρτυρία που περιέχεται στην ένορκη δήλωση του, θα ισοδυναμεί με αναντίλεκτη μαρτυρία με δυσμενή αποτέλεσμα για την έκβαση της αίτησης για το ενδιάμεσο διάταγμα. Χαρακτήρισε αναφέρετο το δικαίωμα αντεξέτασης του μάρτυρα, το οποίο προστατεύεται τόσο από το Σύνταγμα όσο και τη Σύμβαση για την προάσπιση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Επεσήμανε δε πως «Είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένο το δικαίωμα της αντεξέτασης με την παρουσίαση της αλήθειας στο Δικαστήριο, που μόνο αφού εγκριθεί το αίτημα της αντεξέτασης θα μπορεί το ίδιο το Δικαστήριο να ακούσει και να κρίνει κατά πόσο η μαρτυρία είναι αληθοφανής ή όχι. Και η πραγματικότητα είναι ότι η μαρτυρία που δίδεται δια ζώσης προσδίδει άλλη διάσταση στο δύσκολο έργο του Δικαστηρίου να αποφανθεί για την αληθοφάνεια και αξιοπιστία της μαρτυρίας αφού μόνο με αυτό τον τρόπο θα έχει την ευκαιρία ιδίοις όμμασι να δει, να ακούσει και να κρίνει τον μάρτυρα τον τρόπο που απαντά, την διστακτικότητα ή ετοιμότητα, την σωματοκίνησή του και τη γενική εικόνα και παρουσία του κατά την αντεξέταση». Από την αντίπερα όχθη ο συνήγορος των εναγόντων αφού προβάλει το παράτυπο και αντικανονικό της αίτησης, αναπτύσσει τους λόγους ένστασης και υποδεικνύει πως οι εναγόμενοι δεν έχουν προβάλει εξαιρετικούς λόγους για τους οποίους να επιτραπεί η αντεξέταση. Ούτε έχει υποδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο να εγκριθεί το αίτημα δεδομένης και της φύσης της αίτησης η οποία αφορά συντηρητικό διάταγμα και δεν θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία επί της ουσίας της υπόθεσης. Νομική Πτυχή Το θέμα της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα διέπεται από τη Δ.39 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Αίτηση Rana Wahed Ali (αρ.1)

(2009)1 Α.Α.Δ. 1661. Στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια Order 38 Annual Practice 1958 σελ. 865 επεξηγείται η άσκηση της δικαστικής εξουσίας με υπογράμμιση ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για έκδοση τέτοιου διατάγματος. Ανάλογη θέση παρέχεται μέσα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τομ. 21, παρ. 878, σελ. 418-419 όπου αναγράφονται τα εξής: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion». Στην αίτηση 18/08 Λ. Μήλιου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 280 όπου εξετάστηκε η ορθότητα ή μη της απόρριψης του αιτήματος γι' αντεξέταση, το Εφετείο επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, τονίζοντας πως η αίτηση που στηριζόταν στη Δ.39 θ.1, παρείχε τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να την εγκρίνει ή να την απορρίψει, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Για τούτο, σημαντικό στοιχείο αποτελεί το είδος της αίτησης και τα στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται και να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Θεωρώ σκόπιμο και ορθό να σχολιάσω πρωτίστως τον λόγο ένστασης που άπτεται του νομότυπου και κανονικού της κρινόμενης αίτησης. Η επιλογή των εναγομένων να προωθήσουν την αίτηση τους μονομερώς θεωρείται εκ προοιμίου από τους ενάγοντες καταδικασμένη σε αποτυχία ως αντιβαίνουσα τους σχετικούς θεσμούς. Αντίθετα, η συνήγορος των εναγομένων υιοθετεί τη θέση πως «Ως προς την υποβολή της αίτησης για αντεξέταση, αυτή γίνεται μονομερώς όπως προτρέπουν η Διαταγή 39 Θ.1 και η Διαταγή 48 Θ.1-3 και η Διαταγή 38 Θ.1-3 και 9». Η Δ.39 θ.1 δεν καθορίζει τον τύπο της αίτησης αν αυτή δηλαδή θα είναι μονομερής ή δια κλήσεως. Η διαταγή η οποία ρυθμίζει και καθορίζει τούτο το θέμα είναι η Δ.48 θ8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και αναφέρεται ειδικά στις αιτήσεις που μπορούν να καταχωρηθούν μονομερώς (ex parte) και στις οποίες δεν κατονομάζεται η αίτηση για αντεξέταση που προνοείται από τη Δ.39 θ.1. Θα πρέπει όμως να υποδειχθεί πως οι εναγόμενοι έχουν επιδώσει την αίτηση προς τους ενάγοντες οι οποίοι έλαβαν γνώση, καταχώρησαν ένσταση και εμφανίστηκαν στη διαδικασία. Συνεπώς η επιταγή και η ανάγκη για απόδοση φυσικής δικαιοσύνης και προβολή της θέσης κάθε διαδίκου στα διαδικαστικά διαβήματα που λαμβάνει ο αντίδικος του έχει εκπληρωθεί και ως εκ τούτου δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο το εν λόγω θέμα. Όπως ανωτέρω λέχθηκε η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήματος ως η κρινόμενη αίτηση δεν είναι ασύνδετη αλλά άρρηκτα συνυφασμένη με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης κάθε φορά διαδικασίας. Εδώ, για διατήρηση σε ισχύ του ήδη εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση της έκδοσης ή της διατήρησης συντηρητικού διατάγματος θα ενασχοληθεί με τη διαπίστωση της τήρησης των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 χωρίς να υπεισέρχεται αφού δεν του επιτρέπεται, στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς. Το έργο τούτο επιτελείται κατά την ακρόαση της αγωγής όταν αποφασίζονται τελεσίδικα τα δικαιώματα των διαδίκων. (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, Πούλλου ν. Γ. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 275, κ.α). Για τούτο αποτελεί άμεση ανάγκη ο προσδιορισμός των παραγράφων και η εξειδίκευση των λόγων για τους οποίους επιζητείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Στην κρινόμενη περίπτωση η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και δεν εξειδικεύονται οι λόγοι αυτοί. Η μόνη αναφορά που γίνεται είναι η διατύπωση στο σώμα της αίτησης πως «Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης και παρίσταται ανάγκη για αντεξέταση του ομνύοντος στη διαδικασία της ρηθείσας αίτησης ημερ. 10.5.2012». Αναφορά και μνεία των λόγων γίνεται με την αγόρευση της συνηγόρου των εναγομένων η οποία όμως δεν μπορεί να προσλάβει τη μορφή ένορκης δήλωσης και μαρτυρίας αφού η αγόρευση δεν προσφέρεται προς τούτο. Από όλο δε το κείμενο της αγόρευσης αναδύεται η εντύπωση πως η θέση των εναγομένων είναι να αποκαλύψουν με την αντεξέταση και να προβάλουν προς το Δικαστήριο τις διαφορές και όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά στην αγόρευση πως με την αντεξέταση θα διαφανεί η αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα στο Δικαστήριο και η παραπομπή σε αποφάσεις οι οποίες πραγματεύονται το θέμα της αντεξέτασης μαρτύρων κατά την ακρόαση της αγωγής. Είναι ανάγκη να υπομνηστεί περαιτέρω η αρχή ότι η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Bacardi & Co Ltd ν. Vimco Ltd
(1996)1 A.A.Δ 788) και το Δικαστήριο οφείλει να αποφύγει να διαγνώσει την ουσία της αγωγής όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 22(η)(β) του Ν.14/60. Όπως έχει επίσης υποδειχθεί στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 311: «Cross examination is very rare on affidavits used in applications for interlocutory injuctions». Κρίνεται συνεπώς πως η γενικότητα και αοριστία που διέπουν την αίτηση, η έλλειψη εξειδίκευσης των λόγων, των παραγράφων της ένορκης δήλωσης, των στοιχείων και των γεγονότων για τα οποία θα απαιτείτο η αντεξέταση, σε συνάρτηση και με τη φύση της εξεταζόμενης αίτησης η οποία είναι προσωρινό διάταγμα, δεν συνηγορούν για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Ενόψει τούτου θεωρώ ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων και θεμάτων που εγείρονται με την ένσταση. Πρέπει όμως να σχολιάσω το γεγονός πως με την αίτηση επιδιώκεται η παρουσία του ενόρκως δηλούντα για αντεξέταση στις 27.9.2012 και όχι και σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία. Ενόψει δε της ημερομηνίας στην οποία η αίτηση ορίστηκε με την καταχώρηση της, η εξέταση οποιουδήποτε σχετικού διατάγματος θα αφορούσε μεταγενέστερη ημερομηνία εκείνης για την οποία εζητείτο η παρουσία του μάρτυρα στο Δικαστήριο και δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Συνακόλουθα για όλους τους λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα θα αποτελούν έξοδα της διαδικασίας αλλά σε καμιά περίπτωση θα βαρύνουν τους ενάγοντες. (Υπ.) .............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.