← Κύπρος

ΚΑΝΙΚΑ DEVELOPMENTS AND CONSTRUCTION LTD ν. LEE ANTHONY BOND κ.α., Αρ. Αγωγής: 801/12, 27/4/2012

ΚΑΝΙΚΑ DEVELOPMENTS AND CONSTRUCTION LTD ν. LEE ANTHONY BOND κ.α., Αρ. Αγωγής: 801/12, 27/4/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 801/12 Μεταξύ: ΚΑΝΙΚΑ DEVELOPMENTS AND CONSTRUCTION LTD Ενάγοντες και

  1. LEE ANTHONY BOND, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  2. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, από τη Λευκωσία
  3. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, από τη Λευκωσία Εναγομένων ---------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27.4.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κ. Γρηγορίου για Φ. Τσαγγαρίδης Για τους Εναγομένους 2 / Καθ' ων η αίτηση: κα Κωνσταντίνου για Μαρκίδη, Mαρκίδη & Σία ΔΕΠΕ και Κώστα Βελάρη Για Εναγομένους / Καθ' ων η Αίτηση 3: κα Δημητρίου για Χρυσαφίνη & Πολυβίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27.3.2012 οι ενάγοντες εξασφάλισαν μετά από αίτηση χωρίς ειδοποίηση, παρεμπίπτον διάταγμα το οποίο: α) Απαγορεύει και εμποδίζει την εναγόμενη αρ. 2 από του να απαιτεί και/ή με οποιονδήποτε τρόπο να αξιώνει την εκτέλεση πληρωμής της Τραπεζικής Επιστολής Εγγυήσεως για το ποσό των Ελβετικών Φράγκων CHF343.500 πλέον τόκους την οποία έχει εκδώσει η εναγόμενη αρ. 3 ημερομηνίας 1.3.2006 με αριθμό εγγυητικής 00333-02-0013813 και των τροποποιήσεων της ημερομηνίας 18.2.2009 με αριθμό εγγυητικής 00333-02-0013813 και 17.8.2009, 2.2.2011 και 28.2.2011 με αριθμό εγγυητικής 00393-02-0010886 και/ή απαγορεύει στην εναγομένη αρ. 2 να εισπράττει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από την εναγόμενη αρ. 3 προερχόμενο από την αναφερόμενη εγγυητική επιστολή, μέχρι την τελική εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής και την πλήρη ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. β) Διατάσσει την εναγομένη αρ. 3 όπως αναστείλει και δια του παρόντος αναστέλλεται η υλοποίηση της εκτέλεσης πληρωμής της Τραπεζικής Επιστολής Εγγύησης που έχει εκδώσει προς όφελος της εναγομένης αρ. 2 κατ' εντολή των εναγόντων, για το ποσό των Ελβετικών Φράγκων CHF343.500 πλέον τόκους ημερομηνίας 1.3.2006 με αριθμό εγγυητικής 00333-02-0013813 και των τροποποιήσεων της ημερομηνίας 18.2.2009 με αριθμό εγγυητικής 00333-02-0013813 και 17.8.2009, 2.2.2011 και 28.2.2011 με αριθμό εγγυητικής 00393-02-0010886 και/ ή απαγορεύει στην εναγόμενη αρ. 3 να πληρώσει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προς την εναγόμενη αρ. 2 προερχόμενο από την αναφερόμενη εγγυητική επιστολή, μέχρι την τελική εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής και την πλήρη ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 στα άρθρα 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στη Δ.48 θ.1, 2 και 7, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ροδούς Ονουφρίου, η οποία αναφέρει ότι είναι διεύθυνων σύμβουλος του ομίλου εταιρειών Κάνικα, μέρος του οποίου αποτελούν και οι ενάγοντες. Γνωρίζει πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στις 9.2.2006 οι ενάγοντες που είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των ακινήτων με αρ. εγγραφής 26198 και 26199 στην ενορία Άγιος Θεόδωρος στην Πάφο, πώλησαν προς τον εναγόμενο 1 την οικία με αρ. 5Β η οποία βρίσκεται στο συγκρότημα Κanika Vergina Houses, επί των πιο πάνω ακινήτων. Σύμφωνα με τους όρους 7 και 11 του πωλητηρίου εγγράφου, οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να εξασφαλίσουν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας της οικίας και να προχωρήσουν σε μεταβίβαση και εγγραφής της στο όνομα του εναγομένου 1 ταυτόχρονα με την πλήρη εξόφληση οποιουδήποτε ποσού. Ο εναγόμενος 1 στις 6.6.2006 κατέθεσε το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο Πάφου με αριθμό κατάθεσης ΠΩΕ 869/
  4. Ο εναγόμενος 1 εξασφάλισε δάνειο από την εναγομένη 2 η οποία ζήτησε την εκχώρηση των δικαιωμάτων του δυνάμει των όρων του πωλητηρίου εγγράφου και για τον σκοπό αυτό υπογράφτηκε μεταξύ των εναγόντων, του εναγομένου 1 και της εναγομένης 2 συμφωνία εκχώρησης. Η εναγόμενη 2 προς περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου της προς τον εναγόμενο 1 ζήτησε από αυτόν εγγυητική επιστολή τράπεζας και μετά από παράκληση του εναγομένου 1 προς τους ενάγοντες οι ενάγοντες αιτήθηκαν από την εναγόμενη 3 την έκδοση εγγυητικής επιστολής με την οποία να εγγυώνται την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του εναγομένου 1 με την ταυτόχρονη υποθήκευση προς όφελος της εναγομένης
  5. Η εναγόμενη 3 την 1.3.2006 εξέδωσε την εγγυητική επιστολή με αριθμό 00333-02-0013813 για το ποσό των CHF343.500 πλέον τόκους με δικαιούχο την εναγόμενη 2 και με ημερομηνία λήξης 28.2.
  6. Η εγγυητική θα ανανεώνετο αυτόματα για περίοδο δύο ετών μέχρι τις 28.2.2009 με τους ίδιους όρους. Στην εγγυητική επιστολή αναφέρεται ότι η εναγόμενη 3 δεν έχει υποχρέωση να προειδοποιήσει ή να λάβει συγκατάθεση των εναγόντων για την πληρωμή του ποσού της εγγυητικής. Η εγγυητική επιστολή με σχετική έγγραφη τροποποίηση ανανεώθηκε στις 18.2.2009 και στις 17.8.
  7. Με νέα έγγραφη τροποποίηση η εγγυητική ανανεώθηκε με ημερομηνία λήξης 28.2.
  8. Με νέα επίσης τροποποίηση δόθηκε νέα ημερομηνία λήξης της εγγυητικής η 28.4.
  9. Στις 18.5.11 το Κτηματολόγιο Πάφου εξέδωσε ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας της οικίας που αγόρασε ο εναγόμενος 1, ο οποίος έχει εξοφλήσει το συμφωνημένο τίμημα αγοράς με βάση το πωλητήριο έγγραφο αλλά εξακολουθεί να οφείλει τα έξοδα έκδοσης της εγγυητικής επιστολής. Οι ενάγοντες κάλεσαν επανειλλημμένα τον εναγόμενο 1 να δεχθεί μεταβίβαση και εγγραφή του ξεχωριστού τίτλου της οικίας στο όνομα του με την ταυτόχρονη υποθήκευση προς όφελος της εναγομένης 2 αλλά ο εναγόμενος 1 με διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες ανέβαλε την μεταβίβαση και την υποθήκευση του ακινήτου. Οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν από λειτουργό της εναγομένης 2 ότι ο εναγόμενος 1 καθυστερεί την καταβολή δόσεων του δανείου του. Η εναγόμενη 3 με επιστολή της ημερομηνίας 16.2.12 ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι η εναγόμενη 2 υπέβαλε έγκυρη απαίτησης πληρωμής αφού το ακίνητο δεν έχει μεταβιβαστεί στο όνομα του εναγομένου 1 και προειδοποίησε τους ενάγοντες ότι αν μέχρι τις 24.2.12 δεν μεταβιβαστεί το ακίνητο θα προχωρήσει στη πληρωμή του ποσού της εγγυητικής. Οι ενάγοντες έκαναν επανειλλημμένες προσπάθειες επικοινωνίας τόσο με τον εναγόμενο 1 όσο και με τον αντιπρόσωπο του στην Κύπρο για να δεχθούν μεταβίβαση του ακινήτου χωρίς όμως ανταπόκριση αφού ο εναγόμενος 1 και ο αντιπρόσωπος του τους πληροφόρησαν ότι δεν μπορούν να δεχθούν την μεταβίβαση αφού δεν μπορούν να πληρώσουν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό και η εναγόμενη 2 δεν αποδέχεται να υποθηκεύσει το ακίνητο. Παρά τις υποχωρήσεις και προσφορές των εναγόντων ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση και η υποθήκευση του ακινήτου τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και η εναγόμενη 2 δεν συνεργάζονται και αρνούνται να δεχθούν μεταβίβαση και υποθήκευση. Είναι ο ισχυρισμός της Ροδούς Ονουφρίου, ότι η εναγόμενη 2 δόλια καταχρηστικά και κακόπιστα δεν αποδέχεται υποθήκευση του ακινήτου και δόλια προχώρησε σε υποβολή απαίτησης πληρωμής προς την εναγόμενη 3 ώστε να εισπράξει το ποσό της εγγύητικής. Οι ενάγοντες με επιστολή προς τον αντιπρόσωπο του εναγομένου 1 ζήτησαν όπως παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 26.3.12 και ώρα 9:00 π.μ. ώστε να αποδεχθεί μεταβίβαση της οικίας με ταυτόχρονη υποθήκευση της στην εναγόμενη
  10. Οι ενάγοντες ετοίμασαν όλα τα σχετικά έγγραφα και πλήρωσαν την φορολογία που αντιστοιχούσε στην οικία ώστε να είναι έτοιμοι την 26.3.12 να προχωρήσουν με μεταβίβαση και υποθήκευση του ακινήτου. Στις 26.3.12 οι ενάγοντες βρίσκονταν στο Κτηματολόγιο Πάφου αναμένοντας τον εναγόμενο 1 και την εναγόμενη 2 μέχρι τις 12:30 χωρίς όμως αυτοί να παρουσιαστούν. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Ροδούς Ονουφρίου ότι η εναγόμενη 2 με δόλο παρέλειψε να εμφανιστεί στο Κτηματολόγιο Πάφου ώστε να δεχθεί υποθήκευση της οικίας και με αυτό τον τρόπο να επικαλεσθεί μη εκπλήρωση των όρων της εγγυητικής και να επιμένει στην πληρωμή της από την εναγόμενη
  11. Σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης οι ενάγοντες έχουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και σημαντικές και ορατές πιθανότητες επιτυχίας. Ο εναγόμενος 1 από πληροφορίες που εξασφάλισε η ενόρκως δηλούσα από συνεργάτες του αλλά και από τον ίδιο δεν είναι φερέγγυο πρόσωπο έχει διάφορες υποχρεώσεις και οφειλές χωρίς σημαντική περιουσία και με περιουσιακά στοιχεία που είναι βεβαρυμμένα με απαιτήσεις εναντίον του στο εξωτερικό. Δεν έχει περιουσία στην Κύπρο και η εναγόμενη 2 γνωρίζοντας τα πιο πάνω προσπαθεί να εισπράξει το ποσό της εγγυητικής ώστε να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 φορτώνοντας όλο το πρόβλημα της στους ενάγοντες. Στην αίτηση των εναγόντων η εναγόμενη 2 καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας σωρεία λόγων ένστασης αρκετοί από τους οποίους πιθανόν να αποτελούσαν λόγους έφεσης και όχι ένστασης. Μεταξύ των λόγων αυτών είναι και οι ακόλουθοι: α) Οι ενάγοντες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα. β) Το θέμα δεν υπήρξε κατ' επείγον και κακώς εξεδόθη το διάταγμα στην βάση μονομερούς αίτησης. Το θέμα κατέστη κατ' επείγον λόγω της κωλυσιεργίας των εναγόντων . Το Δικαστήριο ουδεμία εξήγηση ζήτησε για την καθυστέρηση των εναγόντων. γ) Ουδόλως πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, λανθασμένα επίσης το Δικαστήριο άσκησε την κρίση του σε ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θέτει ο Νομοθέτης. δ) Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει το συγκεκριμένο διάταγμα και/ή να σταματήσει την απαίτηση εγγυητικής και/ή να σταματήσει την πληρωμή εγγυητικής σύμφωνα με την νομολογία και/ή λανθασμένα το εξέδωσε καθότι κατά κανόνα διατάγματα απευθυνόμενα σε τράπεζα για την μη πληρωμή πιστώσεων και/ή εγγυητικών επιστολών και/ή για την αναστολή πληρωμής πίστωσης δεν επιτρέπονται εκτός κάτω από ειδικές περιστάσεις. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Δημήτρη Χρίστου ο οποίος όπως αναφέρει είναι υπάλληλος στην υπηρεσία της εναγόμενης 2, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Όπως αναφέρει κατά ή περί τις 7.2.12 και πριν από την ημερομηνία λήξης της εγγυητικής η εναγόμενη 2 προέβη σε απαίτηση προς την εναγόμενη 3 με βάση το περιεχόμενο της εγγυητικής. Αρχικά η εναγόμενη 3 αρνήθηκε την απαίτηση ως μη έγκυρη στην συνέχεια όμως με επιστολή ημερομηνίας 22.2.12 την αποδέχθηκε ως έγκυρη. Η εναγόμενη 3 ζήτησε την συγκατάθεση της εναγομένης 2 για την παράταση της εγγυητικής ενόψει του γεγονότος ότι είχε ενημερωθεί από τους ενάγοντες ότι βρίσκονταν στην διαδικασία έκδοσης των τίτλων. Η εναγόμενη 2 ενεργώντας καλόπιστα και με πνεύμα συνεργασίας συγκατατέθηκε στην ανανέωση της εγγυητικής για δύο μήνες και πληροφόρησε προς τούτο την εναγόμενη 3 με την επιστολή της ημερομηνίας 28.2.
  12. Ως εκ τούτου η εναγόμενη 3 εξέδωσε στις 28.2.12 νέα επιστολή ανανέωσης της εγγυητικής με ημερομηνία 28.4.12 και σε αυτή τροποποιήθηκε η ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου για τις 28.3.
  13. Σύμφωνα με ρητό όρο της εγγυητικής οποιαδήποτε απαίτηση της εγγυητικής θα έπρεπε να παραλαμβάνετο από τους ενάγοντες όχι ενωρίτερα από τις 28.3.12 και όχι αργότερα από τις 28.4.
  14. Είναι εμφανές όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση από τους όρους της εγγυητικής ότι αν δεν υποθηκευθεί το ακίνητο προς όφελος της εναγομένης 2 η εξασφάλιση της εναγόμενης 2 για την δανειοδότηση του εναγομένου 1 είναι η εγγυητική. Ο Δημήτρης Χρίστου αρνείται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 22 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και ισχυρίζεται ότι σε καμιά περίπτωση δεν είχε αναφερθεί εκ μέρους της εναγομένης 2 ότι δεν επιθυμεί την υποθήκευση του ακινήτου προς όφελος της για εξασφάλιση του δανείου του εναγομένου
  15. Αρνείται επίσης το περιεχόμενο της παραγράφου 24 της ένορκης δήλωσης και ισχυρίζεται ότι ως τράπεζα δεν είχαν λόγο να μην συνεργαστούν για την υποθήκευση του ακινήτου. Η εναγόμενη 2 καλόπιστα έδειξε κατανόηση και συγκατατέθηκε να ανανεωθεί η εγγυητική ενώ είχε στο μεταξύ υποβάλει έγκυρη απαίτηση. Είναι ισχυρισμός του ότι οι ενάγοντες προσπάθησαν να επιρρίψουν ευθύνη στην εναγόμενη 2 για τη μη μεταβίβαση και τους κάλεσαν με επιστολή τους ημερομηνίας 21.3.12 να παραβρεθούν στο Κτηματολόγιο στις 26.3.12 ενώ η οποιαδήποτε νέα απαίτηση σύμφωνα με την ανανεωμένη εγγυητική δεν θα μπορούσε να γίνει πριν από τις 28.3.
  16. Η εναγόμενη 2 σύμφωνα με τον μάρτυρα δεν παραβρέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 26.3.12 λόγω του ότι δεν είχαν υπογραφεί τα απαιτούμενα έγγραφα υποθήκης και για τον λόγο ότι δεν θα ήταν παρών ο εναγόμενος 1 και/ή ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του. Τα πιο πάνω τα εξήγησε όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση, στην κα Ονουφρίου ο ίδιος προσωπικά, καθώς και την πρόθεση της εναγομένης 2 να δεχθεί μεταβίβαση. Είναι εμφανές σύμφωνα με τον Δημήτρη Χρίστου ότι εκείνο το οποίο ήθελαν να επιτύχουν οι ενάγοντες ήταν να αποσυρθεί η έγκυρη απαίτηση της εναγομένης 2 και ακολούθως να εμποδιστεί να εκδώσει νέα απαίτηση μέχρι να λήξει η εγγυητική. Η δόλια συμπεριφορά βαρύνει, όπως ισχυρίζεται τους ενάγοντες. Αναφέρει περαιτέρω ότι μόλις παρέλαβε την επιστολή με την οποία τους καλούσαν στο Κτηματολόγιο στις 26.3.12 είχε προσωπική επικοινωνία με την κα Ονουφρίου στην οποία γνωστοποίησε ότι σε περίπτωση που υπογράφονταν τα σχετικά έγγραφα θα παρευρίσκονταν στο Κτηματολόγιο παρόλο που η Δευτέρα δεν ήταν η ημέρα καταχώρισης των υποθηκών στο Κτηματολόγιο. Την πληροφόρησε πριν τις 26.3.12 ότι ούτε ο εναγόμενος 1 ούτε ο δικηγόρος του είχαν προσέλθει για υπογραφή. Στις 27.3.12 παρέλαβαν την επιστολή ημερομηνίας 26.3.12, τεκμήριο 12 στην ένσταση με την οποία καλούσαν την εναγόμενη 2 να παρουσιαστεί στις 27.3.12 στις 9:30 στο Κτηματολόγιο Πάφου για να δεχθεί μεταβίβαση. Το ακίνητο μέχρι σήμερα δεν μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο 1 και η εναγόμενη 2 εξάσκησε τα δικαιώματα της για πληρωμή με βάση την εγγυητική και σύμφωνα με τους όρους της και δεν υπήρξε δόλος από πλευράς της εναγομένης
  17. Η εναγόμενη 2 είναι τραπεζικός οργανισμός και είναι σε θέση να αποζημιώσει τους ενάγοντες για οποιαδήποτε ζημιά η οποία δυνατό να προκύψει και/ή να ικανοποιήσει την οποιαδήποτε τυχόν απόφαση εκδοθεί εναντίον της. Καμία πλευρά δεν ζήτησε να αντεξετάσει τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από εμπεριστατωμένες αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι ενάγοντες σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τους αιτητές μόνο να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ των εναγόντων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στη περιορισμένη έκταση εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις και από τη μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, 235 αναφέρθηκαν τα εξής: "Θα επαναλάβουμε έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί πως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της". Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζωντίλης ν. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Πριν προχωρήσω στην εξέταση του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα εξετάσω τον ισχυρισμό της καθ'ης η αίτηση εναγομένης 2 ότι οι ενάγοντες αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα αφού αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην εκδώσει το διάταγμα, το Δικαστήριο μπορεί να το ακυρώσει χωρίς να εξετάσει την ουσία του (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Zein κ.α. v. Π.Κ. Καμπανέλλα
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606). Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών και ότι πρέπει να αποκαλυφθεί είναι γεγονότα γνωστά στον αιτητή τα οποία σχετίζονται με το βάσιμο των δικαιωμάτων του όπως αναφέρονται στα δικόγραφα στη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρει καθώς και την πιθανότητα επιτυχία. Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1719 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράληψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους». Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση οι ενάγοντες / αιτητές αναφέρουν ότι στις 21.3.12 απέστειλαν επιστολή και καλούσαν τον εναγόμενο 1 και την εναγομένη 2 να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο στις 26.3.12 για να δεχθούν μεταβίβαση και υποθήκευση και ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να παρουσιαστούν. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο Δημήτρης Χρίστου αναφέρει ότι μόλις έλαβε την επιστολή με την οποία καλούσαν την εναγόμενη 2 στο Κτηματολόγιο στις 26.3.12 επικοινώνησε προσωπικά με την κα Ονουφρίου, της ανέφερε ότι σε περίπτωση που υπογράφονταν τα σχετικά έγγραφα από τον εναγόμενο 1, θα παρευρίσκονταν στο Κτηματολόγιο παρόλο που δεν ήταν η μέρα καταχώρισης των υποθηκών στο Κτηματολόγιο. Πριν τις 26.3.12 την ενημέρωσε ότι ούτε ο εναγόμενος 1 ούτε ο δικηγόρος του προσήλθαν για υπογραφή. Φαίνεται επίσης στο τεκμήριο 12 που επισυνάπτεται στην ένσταση ότι με επιστολή ημερομηνίας 26.3.12 την οποία η εναγόμενη 2 παρέλαβε στις 27.3.12 η ώρα 08:27 οι ενάγοντες τους καλούσαν να παρουσιαστούν στις 27.3.12 και ώρα 9:30 στο Κτηματολόγιο Πάφου για να αποδεχθούν την υποθήκη. Όπως περαιτέρω αναφέρει στην ίδια επιστολή η Ροδού Ονουφρίου που υπογράφει την επιστολή «επειδή παραλείψατε να παρευρεθείτε χθες ελπίζουμε ότι θα παρουσιαστείτε σήμερα ούτως ώστε η υπόθεση να κλείσει». Παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες καλούσαν την εναγομένη 2 να παρουσιαστεί στις 27.3.12 η ώρα 9:30 το πρωϊ στο Κτηματολόγιο Πάφου, την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε η αίτηση για έκδοση του διατάγματος συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση της Ροδούς Ονουφρίου, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην επιστολή αυτή με την οποία οι ίδιοι οι ενάγοντες παρέτειναν το χρόνο μεταβίβασης. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί της εναγομένης 2 δεν αμφισβητήθηκαν από τους ενάγοντες και ο ενόρκως δηλών δεν αντεξετάσθηκε. Την επικοινωνία μεταξύ της Ροδούς Ονουφρίου και του Δημήτρη Χρίστου οι ενάγοντες παραλείπουν να την αναφέρουν στην ένορκη δήλωση γεγονός σημαντικό κατά την κρίση μου ιδιαίτερα στο στάδιο της έκδοσης του διατάγματος χωρίς ειδοποίηση. Θεωρώ ότι η παράλειψη αυτή των εναγόντων επενεργεί καταλυτικά και διασαλεύει την βάση του διατάγματος αφού η μη αποκάλυψη έχει πλήξει θανάσιμα την δυνατότητα του Δικαστηρίου να καταλήξει ότι οι ενάγοντες αιτητές ενήργησαν με την ύψιστη πίστη που όφειλαν ερχόμενοι μονομερώς και ζητώντας δραστική θεραπεία την ίδια στιγμή που καλούσαν την εναγομένη 2 να βρίσκεται στο Κτηματολόγιο και για το λόγο αυτό το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω στην εξέταση του άρθρου 32 ξεκινώντας από το κατά πόσο οι ενάγοντες αποκαλύπτουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία. Στην υπόθεση Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank Internation Ltd
(1978)1 Αll E.R. 976 τονίστηκε πως ο κανόνας είναι ότι σε περιπτώσεις τέτοιων εγγυητικών οι τράπεζες πρέπει να προβαίνουν σε πληρωμή της εγγύησης σύμφωνα με τους όρους της και να μην τους απασχολεί κατά πόσο οποιοδήποτε μέρος της σύμβασης στη βάση της οποίας δόθηκε η εγγυητική έχει προβεί σε οποιαδήποτε παραβίαση της. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου εμφιλοχώρησε δόλος ο οποίος περιήλθε σε γνώση της τράπεζας. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στην πιο πάνω υπόθεση τονίσθηκε ότι σε τέτοιου είδους περιπτώσεις δεν είναι αρκετό κάποιος να επικαλείται δόλο, πρέπει να μπορεί και να το συγκεκριμενοποιεί. Στην υπόθεση RD Harbottle (Merchantile) Ltd v. National Westminster Bank Ltd
(1997)2 All E.R. 862 τονίστηκε ότι τέτοιες εγγυήσεις είναι το οξυγόνο των διεθνών συναλλαγών και γι' αυτό σε πολύ εξαιρετικές περιστάσεις καθαρού δόλου τα Δικαστήρια θα εκδίδουν διατάγματα τέτοιας φύσεως. Το Δικαστήριο πριν εκδώσει διάταγμα που να απαγορεύει στο δικαιούχο την ανάληψη του ποσού της εγγύησης θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι αιτητές έχουν συζητήσιμη υπόθεση και ότι στο μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει από τα περιστατικά της υπόθεσης είναι ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν δόλια. (Βλ. Themehelp Ltd v. West
(1995)4 All E.R. 215). Εξετάζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και έχοντας πάντα κατά νου ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του όπως επίσης και το ότι θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε τελικά ευρήματα παρατηρώ ότι η εναγόμενη 2 δεν αρνείται την υποθήκευση του ακινήτου προς όφελος της για εξασφάλιση του δανείου του εναγομένου 1 όπως είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων αλλά ισχυρίζεται ότι η μη παρουσία της στο Κτηματολόγιο οφείλεται στην παράληψη του εναγομένου 1 να παρουσιαστεί και να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα γεγονός που γνωστοποίησαν στους ενάγοντες και η μαρτυρία αυτή όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά στην ουσία δεν αποκαλύφθηκε από τους ενάγοντες. Περαιτέρω ενώ οι ενάγοντες καταλογίζουν δόλο στην εναγομένη 2 και σκοπιμότητα για την μη παρουσία της στο Κτηματολόγιο στις 26.3.12 οι ίδιοι ανανεώνουν την ημερομηνία μεταβίβασης με την επιστολή τεκμήριο 12 για τις 27.3.12 ενώ γνώριζαν όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση του Δημήτρη Χρίστου ότι ο εναγόμενος 1 δεν προσήλθε για να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. Ως εκ τούτου και με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι δεν μπορεί το μόνο συμπέρασμα του Δικαστηρίου για τα περιστατικά της υπόθεσης να είναι ότι η εναγόμενη 2 ενήργησε δόλια και κακόπιστα. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι και αν ακόμη οι ενάγοντες έχουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με την μαρτυρία που προσκόμισαν δεν καταδεικνύουν πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία. Θα πρόσθετα περαιτέρω ότι με δεδομένο ότι η εναγόμενη 2 είναι εύρωστος τραπεζικός οργανισμός, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε, δεν βρίσκω ότι πληρείται η Τρίτη προϋπόθεση. Για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω η αίτηση αποτυγχάνει και στην ουσία της και απορρίπτεται. Το ενδιάμεσο διάταγμα ακυρώνεται με έξοδα υπερ της εναγομένης 2 καθ'ης η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.