← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρούλλας Γεωργίου Οδυσσέως, Αρ. Αγωγής: 1398/08, 6/4/2012

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρούλλας Γεωργίου Οδυσσέως, Αρ. Αγωγής: 1398/08, 6/4/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A45 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1398/08 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων Και Ανδρούλλας Γεωργίου Οδυσσέως σύζυγος Ανδρέα Θεολόγου από την Πάφο Εναγομένης ------------------------ Ημερομηνία: 6.4.2012 Αίτηση ημερ. 7.11.2011 Για Εναγόμενη-Αιτήτρια κα Δημοσθένους για κ. Α. Χρ. Δημητριάδη Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση κα Δημητρίου για κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Χ"Γεωργίου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται η τροποποίηση της υπεράσπισης με τη διαγραφή των υφιστάμενων παραγράφων 3-12 και αντικατάσταση τους με 25 νέες παραγράφους πλέον ανταπαίτηση. Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση της Ροδούλας Θεολόγου, θυγατέρας της εναγομένης στην οποία αναφέρει ότι έγινε αλλαγή δικηγόρου στις 18.4.

  1. Οι νέοι δικηγόροι «μετά από διεξοδική μελέτη των γεγονότων, της διαθέσιμης μαρτυρίας και των δικογράφων της υπόθεσης με συμβούλευσαν ότι σημαντικές υπερασπίσεις και/ή ανταπαιτήσεις, που έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα και των οποίων η απόδειξη δεν θα απαιτήσεις επιπρόσθετο χρόνο του Δικαστηρίου γιατί καλύπτεται από την ίδια μαρτυρία που θα προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για απόδειξη των υφιστάμενων ισχυρισμών μου, είναι αναγκαίες να εγερθούν ενώπιον του σεβαστού δικαστηρίου για την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης». Η επιδιωκόμενη τροποποίηση, αναφέρεται, γίνεται καλόπιστα και δεν αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, η δε σχετικά μικρή καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης από την ημέρα που ανέλαβε ο νέος δικηγόρος, οφείλεται σε ατύχημα που υπέστη ο εν λόγω δικηγόρος, στις καλοκαιρινές διακοπές που ακολούθησαν και σε σοβαρή του ασθένεια κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν την εισαγωγή πρόσθετων θεραπειών και δεν συνιστούν προσθήκη νέας βάσης αγωγής ούτε αποτελούν παρέκκλιση από την καθορισθείσα πορεία των πραγμάτων, απλά διεύρυνση της υφιστάμενης αξίωσης και καταχώρηση ανταξίωσης. Περαιτέρω αναφέρεται ότι η υπόθεση δεν είναι ώριμη για ακρόαση καθώς η ενάγουσα θα πρέπει να προβεί σε τροποποίηση της κλίμακας της αγωγής και περαιτέρω να γίνει αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων και ενδεχόμενα άλλων διαδικασιών που είναι απαραίτητες να προηγηθούν της ακρόασης της υπόθεσης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις, αναφέρεται, είναι αναγκαίες για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα των Εναγομένων. Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία στηρίζεται σε 13 λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η αίτηση είναι παράτυπη και προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται από πρόσωπο που δεν είναι διάδικος και δεν είναι εξουσιοδοτημένη από την εναγόμενη. Υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι καλόπιστες αλλά γίνονται σε μια προσπάθεια διάσωσης μίας ελλιπούς υπεράσπισης και σε μία προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής. Γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέων θεμάτων μεταβάλλοντας την γραμμή της υφιστάμενης υπεράσπισης και οδηγώντας σε επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Επιζητείται η εισαγωγή ισχυρισμών που άπτονται μαρτυρίας. Δεν δίδονται επαρκείς λόγοι που να καταδεικνύουν την αναγκαιότητα των αιτουμένων τροποποιήσεων. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα επιφέρουν τέτοια βλάβη στους ενάγοντες που δεν είναι δυνατό να αποζημιωθούν με έξοδα. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Χλόης Στυλιανού, η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία προβληματικών λογαριασμών των εναγόντων και σε αυτήν αναλύονται οι λόγοι ένστασης: Εγείρεται προδικαστική ένσταση καθότι η αιτήτρια επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή της αίτησης με την οποία ζητείται τροποποίηση της υπεράσπισης ημερ. 30.4.09 με γεγονότα που θα έπρεπε να ήταν γνωστά στην αιτήτρια από το 1997, χωρίς να δίδεται καμία εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Γίνεται αναφορά στις αιτούμενες τροποποιήσεις και απαντώνται αυτοί με την εισήγηση ότι οι ισχυρισμοί δεν είναι ορθοί. Αναφορά γίνεται επίσης και σε ισχυρισμούς περί παράβασης του Περί Τόκου Νόμου του 1977 και Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο με την εισήγηση ότι δεν υπάρχει παράβαση των νομοθετημάτων αυτών ούτε η αιτήτρια μπορεί να συμπεριλάβει στην υπεράσπιση της τους ισχυρισμούς αυτούς γιατί σύμφωνα με τη Δ.19 Θ.23 κανένας διάδικος δεν πρέπει να ισχυρίζεται στο δικόγραφο του οποιοδήποτε γεγονός το οποίο υπάγεται σε νομοθεσία ή να αναφέρεται σε οποιαδήποτε νομοθεσία. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιζητείται ουσιαστικά εισαγωγή νέων επιδίκων θεμάτων που μεταβάλλουν την υφιστάμενη υπεράσπιση και δεν είναι αναγκαίες για τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής αλλά συνιστούν μαρτυρία και αποτελούν προσπάθεια διάσωσης και ενίσχυσης μιας ελλιπούς υπεράσπισης και προσπάθεια πρόκλησης καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης, κάτι που αποτελεί κατάφορη κατάχρηση της διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Εναγόντων. Η αιτήτρια θα έπρεπε να προβεί στα κατάλληλα διαβήματα διερεύνησης των συνθηκών σύναψης και κατ΄ επέκταση της εγκυρότητας των επίδικων συμφωνιών πριν την καταχώρηση της αρχικής υπεράσπισης και όχι μετά την καταχώρηση της και την πάροδο 3 ½ χρόνων, χωρίς μάλιστα να δίδονται επαρκείς εξηγήσεις που να δικαιολογούν την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Πρόσθετα αναφέρεται ότι δεν επισυνάφθηκε στην αίτηση κανένα στοιχείο ή τεκμήριο, αφήνοντας τις αιτούμενες τροποποιήσεις αναιτιολόγητες και ατεκμηρίωτες. Η υπέρμετρη δε καθυστέρηση που προκαλεί η αίτηση δημιουργεί υπέρογκα έξοδα και θέτει τους ενάγοντες σε υπέρμετρη δυσμένεια και ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με διαταγή για έξοδα. Ακολούθησε γραπτή αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους της αιτήτριας και όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, μετά την έκδοση σχετικού διατάγματος καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση εκ μέρους της εναγόμενης-αιτήτριας στην οποία επεξηγεί ότι η θυγατέρα της Ροδούλα Θεολόγου προέβη σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης τροποποίησης και εκ παραδρομής δεν σημειώθηκε ότι αυτή ήταν πλήρως εξουσιοδοτημένη από την ίδια να προβεί σε ένορκη δήλωση. Την εν λόγω ημερομηνία η ίδια απουσίαζε από την Πάφο καθότι είχε πεθάνει η μητέρα του συζύγου της. Οι συνήγοροι υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα. Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της εναγομένης διάφορα ποσά και πώληση ενυποθήκων κτημάτων δυνάμει εγγυήσεων που αυτή έδωσε στον πτωχεύσαντα σύζυγο της Ανδρέα Θεολόγο. Οι εγγυήσεις αφορούν οφειλόμενα ποσά σε τρεχούμενο λογαριασμό και συμφωνία δανείου που έγιναν το έτος
  2. Περαιτέρω η αξίωση αφορά τρεις υποθήκες επί ακινήτων τόσο της εναγομένης όσο και του συζύγου της. Στην υφιστάμενη υπεράσπιση υπάρχει άρνηση των αξιώσεων των εναγόντων και προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία δανείου είναι άκυρη, παράνομη και ανεφάρμοστη, η δε υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης εκ μέρους της εναγομένης εξασφαλίστηκε αφού οι ενάγοντες κατά παράβαση του Νόμου απέκρυψαν ουσιαστικά περιστατικά και γεγονότα τα οποία εάν η εναγόμενη γνώριζε δεν θα υπέγραφε την αναφερόμενη συμφωνία εγγύησης. Τα γεγονότα αυτά καθορίζονται στο ότι την ημέρα που υπογράφηκε η συμφωνία εγγύησης για αύξηση του ορίου του τρεχουμένου λογαριασμού του Ανδρέα Θεολόγου από Λ.Κ.80.000 σε Λ.Κ.100.000, ο λογαριασμός είχε χρεωστικό υπόλοιπο πολύ μεγαλύτερο ποσό. Στα ίδια γεγονότα στηρίζεται η υπεράσπιση των ψευδών παραστάσεων και η ισχυριζόμενη απόκρυψη κατά την υπογραφή της υποθήκης. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε ανατοκισμό, παράνομες υπερχρεώσεις ανατοκιζόμενων τόκων και κεφαλαιοποιήσεις τόκων και γίνεται αναφορά σε έκθεση που ετοιμάστηκε από συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό σύμβουλο την οποία θα επικαλεστούν κατά τη δίκη. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες χρέωσαν ποσά τα οποία διεκδικούν βασισμένοι σε συμβάσεις και έγγραφα άκυρα, παράνομα και πρακτικές εξωπραγματικές και αντίθετες με τα χρηστά ήθη. Επίσης, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι για το ποσό του δανείου το οποίο εγκρίθηκε ουδέποτε ο Ανδρέας Θεολόγου πήρε χρήματα. Η εναγόμενη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη γιατί οι ενάγοντες παρέλειψαν να την συμβουλεύσουν να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις καταλαμβάνουν 11 σελίδες και με αυτές επιζητείται διαγραφή των παραγράφων 3-12 και αντικατάσταση τους με 25 νέες παραγράφους πλέον ανταπαίτηση που αφορούν, μεταξύ άλλων, τα εξής ζητήματα: · Προδικαστική ένσταση ότι θα έπρεπε να προηγηθεί απόφαση εναντίον του πρωτοφειλέτη. · Ισχυρισμό εναγομένης περί δοσοληψιών μεταξύ των εναγόντων και του συζύγου της οι οποίες είναι προϊόν και/ή αποτέλεσμα παρανομίας και/ή εικονικότητας και/ή απάτης και/ή δόλου εκ μέρους των εναγόντων σε βάρος της εναγομένης και του συζύγου της ως πρωτοφειλέτη. · Η εναγόμενη στηριζόταν στις συμβουλές των εναγόντων και του συζύγου της ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας κατά τη συνομολόγηση των συμφωνιών. · Ότι η ενάγουσα είναι εξειδικευμένος επενδυτικός και συμβουλευτικός οργανισμός που παρείχε εξειδικευμένες συμβουλές της φύσης που χρειαζόταν η εναγομένη. · Ισχυρισμό ότι οι όροι των συμφωνιών αντιβαίνουν του Περί Τόκου Νόμου του 1977 και του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο, Νόμος 93

(1)/
  1. · Η εναγομένη δεν έτυχε ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. · Ισχυρισμό ότι η ενάγουσα παρείχε τόσο στον πρωτοφειλέτη όσο και στην εναγομένη εξειδικευμένες συμβουλές για προώθηση του αναπτυξιακού τους προγράμματος. · Αναφορές σε παραστάσεις της ενάγουσας σε συνάρτηση με το επενδυτικό σχέδιο που θα υλοποιούσε ο πρωτοφειλέτης. · Ισχυρισμούς ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και αποτέλεσμα δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων κ.λ.π. και λεπτομέρειες αυτών. · Ισχυρισμούς περί αμέλειας και παράβασης νομίμων καθηκόντων της ενάγουσας και λεπτομέρειες αυτών. · Ανταπαίτηση με την οποία ζητείται δηλωτική απόφαση ότι οι συμφωνίες είναι άκυρες και επίσης αξίωση ποσού €561.515,78 και διάταγμα για παραμερισμό και/ή αναστολή της αγωγής. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα. Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους, με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη είναι η Δ.28 Θ.
  2. Στο Annual Practice του 1957, στη σελ. 453 αναφέρεται: «As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent.. Βut if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, τέθηκε η σύγχρονη τάση της νομολογίας ως εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Η αρχή ταυτίζεται με την Αγγλική αρχή όπως διατυπώθηκε από τον Λόρδο Denning στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. ". Το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων κατέληξε αφού παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700 ότι ίσχυε η ίδια αρχή. ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 συνοψίζοντας τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστήριο αναφέρθηκε στις σελ. 36 -37: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)...........................» Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Cο.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο [βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)].» Στην υπόθεση SABA & CO (T.M.P.) v. T.P.M. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426 το Δικαστήριο σταθμίζοντας τον παράγοντα καθυστέρηση ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 432: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ΄ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 εξετάστηκε το θέμα της καθυστέρησης και επιβεβαιώθηκε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλ΄ αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Η δε έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 επαναλήφθηκε η θέση της νομολογίας πως, «όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης». Ως προς τη σημασία της καλής πίστης σε αιτήματα τροποποίησης δικογράφων σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen and Leake and Javob´s "Procedents of Pleading", 12η έκδοση, στη σελίδα 130, όπου ο όρος «καλή πίστη» επεξηγείται ως ακολούθως: «The first and in a way the paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For this purpose, good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising "the real question in controversy between the parties" and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused." Αναφορικά με το θέμα της ισχυριζόμενης κατάχρησης της διαδικασίας σχετική είναι η υπόθεση που με παρέπεμψαν οι δικηγόροι των καθ΄ ων η αίτηση Μιχάλης Παπόρης ν. Maskinfabriken "SIO" A/S
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 1037, όπου στη σελίδα 1040 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθιά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της ». Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να προβώ σε αναφορά στην πορεία της παρούσας υπόθεσης. Στις 11.6.2008 καταχωρίστηκε η αγωγή και στις 25.8.2008 αίτηση για συνοπτική απόφαση η οποία αποσύρθηκε μετά από διάφορες αναβολές και ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση στις 11.2.2009. Καταχωρίστηκε υπεράσπιση στις 30.4.2009 και ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες και σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση. Στις 11.4.2011 αποσύρθηκε ο δικηγόρος της εναγομένης και διορίστηκε νέος δικηγόρος ο οποίος καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση. Θα ασχοληθώ πρώτα με τον (α) λόγο ένστασης, ότι δηλαδή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται από πρόσωπο το οποίο δεν είναι διάδικος ούτε είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από την εναγομένη. Η παρούσα αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της θυγατέρας της εναγόμενης στην οποία δηλώνεται ότι είναι γνώστης των γεγονότων. Δεν κατονομάζει όμως το πρόσωπο που την εξουσιοδότησε να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ωστόσο σε μεταγενέστερο στάδιο η παρατυπία αυτή θεραπεύθηκε με την καταχώρηση ένορκης δήλωσης εκ μέρους της εναγομένης, στην οποία αναφέρεται ρητά η εξουσιοδότηση που δόθηκε στη Ροδούλα Θεολόγου να προβεί την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Αναφορικά με τις αιτούμενες τροποποιήσεις έχω εξετάσει το περιεχόμενο τους και κρίνω ότι με αυτές εγείρονται και νέες υπερασπίσεις πέραν από αυτές που αναφέρονται στην υφιστάμενη υπεράσπιση καθώς και ανταπαίτηση. Βέβαια η νομολογία δεν απαγορεύει την τροποποίηση ενός δικογράφου με τρόπο ώστε να αλλάζει η βάση της αξίωσης ή της υπεράσπισης και σχετικό με το θέμα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Annual Practice του 1958 στη σελίδα 627 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoc), 1 Ch. D. 42 Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action." Οι καθ΄ ων η αίτηση επικαλούνται υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης η οποία αποτελεί όχι μόνο κατάχρηση της διαδικασίας αλλά και μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου. Αυτό που προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ότι με την αλλαγή του δικηγόρου της εναγομένης και αφού αυτός μελέτησε το διαθέσιμο υλικό διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση. Δεν δίδεται βέβαια οποιαδήποτε εξήγηση για ποιο λόγο δεν τέθηκαν προηγουμένως όλοι οι ισχυρισμοί οι οποίοι ασφαλώς ήταν σε γνώση της εναγομένης πριν την έγερση της αγωγής. Εγέρθηκε θέμα κακοπιστίας των αιτητών στην υποβολή του αιτήματος και κατάχρησης της διαδικασίας. Είναι γεγονός ότι με την αιτούμενη τροποποίηση προβάλλονται νέα θέματα και η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα. Έχοντας όμως υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης όπως αναλύθηκαν πιο πάνω θεωρώ ότι παρά το ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ή ακόμα και αμέλεια εκ μέρους των εναγομένων δεν έχει καταδειχθεί κακοπιστία σε βαθμό που να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην πορεία της αίτησης. Ακόμα έχοντας εξετάσει τη πορεία της υπόθεσης όπως διαφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, κρίνω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται από αυτά της υπόθεσης Anna Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, που με παρέπεμψαν οι καθ΄ ων η αίτηση και πως στην παρούσα υπόθεση η υποβολή της αίτησης δεν αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας σε βαθμό που να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά τις επιπτώσεις των αιτούμενων τροποποιήσεων, θα απαιτηθεί η καταχώρηση υπεράσπισης στην ανταπαίτηση και τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση κάτι που θα προκαλέσει κάποια καθυστέρηση στην υπόθεση. Είναι γεγονός ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέα θέματα παρά το ότι υπάρχουν και επαναλήψεις. Δεν θεωρώ όμως ότι περιλαμβάνεται σ΄ αυτές μαρτυρία ή ότι υπάρχει παραβίαση της Δ.19 Θ.23 όπως εισηγούνται οι καθ΄ ων η αίτηση έτσι ώστε η αίτηση να είναι έκθετη σε απόρριψη. Έχοντας υπόψη ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα ξεκινήσει και πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν στην πλήρη εξέταση των θέσεων της εναγομένης που έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής και χωρίς να μπορώ να καταλήξω ότι υπάρχει κακοπιστία στην υποβολή της αίτηση και πως ο δυσμενής επηρεασμός στα δικαιώματα των εναγόντων είναι τέτοιος που δε μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, αποφασίζω να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης ως η αίτηση. Τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και τροποποιημένη απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 30 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης και όλα τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας - εναγομένης. (Υπ.) ............... Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.