Ανδρέα Ιακωβίδη κ.α. ν. Χρίστου Μιχαήλ , Αρ. Αγωγής 2528/2008 , 8/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 2528/2008 Μεταξύ: 1.Ανδρέα Ιακωβίδη από τις ΗΠΑ δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Λουκά Μαυρίκιου από την Πάφο, 2.Λίνου Ιακωβίδη από τις ΗΠΑ δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Λουκά Μαυρίκιου από την Πάφο Εναγόντων Και Χρίστου Μιχαήλ από την Πάφο Εναγόμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Ιουνίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κα Νικόλα Ο εναγόμενος χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση του μετά την απόσυρση της δικηγόρου του. Εναγόμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ H Οι ενάγοντες οι οποίοι εγείρουν την παρούσα αγωγή δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους Λουκά Μαυρίκιου από την Πάφο, είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες από ½ μερίδιο της οικίας υπ΄αρ. εγγραφής 27071, Φ/Σχ. 51/03.4.14, τεμάχιο 3271, η οποία βρίσκεται στην οδό 25ης Μαρτίου και Δημήτρη Μαυρογένους στην Πάφο. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τους, στα βοηθητικά δωμάτια της πιο πάνω οικίας διαμένει ως φιλοξενούμενος, δωρεάν, ο εναγόμενος για περίοδο πέραν των 15 ετών μέχρι την 8.10.2008 και δεν κατέβαλε ούτε καταβάλει οιονδήποτε ποσό για τα έξοδα υδατοπρομήθειας του, καθώς επίσης και για τον ηλεκτρισμό του κτλ. Είναι ισχυρισμός των εναγόντων, ότι από τις αρχές Ιανουαρίου 2008 αναφέρθηκε στον εναγόμενο από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους, ότι θα πρέπει να εγκαταλείψει τα πιο πάνω βοηθητικά δωμάτια καθότι η φιλοξενία του εκεί δεν θα συνεχιστεί πλέον. Το ίδιο του ζήτησε και κατά ή περί την 1.8.2008 αλλά ο εναγόμενος δεν έκανε καμία προσπάθεια για να μετακινηθεί. Συνεπεία των πιο πάνω, οι ενάγοντες μέσω του Δικηγόρου τους και πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους, επέδωσαν στον εναγόμενο επιστολή ημερομηνίας 8.9.2008 καλώντας τον όπως εντός ενός μηνός, εκκενώσει και παραδώσει κενή την κατοχή των πιο πάνω βοηθητικών δωματίων, διαφορετικά θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον του για παράνομη επέμβαση και έξωση του από αυτά. Ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με την πιο πάνω επιστολή και συνεχίσει να διαμένει στα πιο πάνω υποστατικά με αποτέλεσμα να επεμβαίνει παράνομα σε αυτά εκτός εάν εμποδιστεί με διάταγμα του Δικαστηρίου. Λεπτομέρειες της επέμβασης του εναγόμενου δίδονται στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων. Ισχυρίζονται επίσης οι ενάγοντες, ότι αν τα πιο πάνω βοηθητικά δωμάτια ενοικιάζοντο, θα απέφεραν Λ.Κ.100.- (€171) μηνιαίως και για αυτό συνεπεία της επέμβασης του εναγόμενου υφίστανται απώλεια του πιο πάνω ποσού κάθε μήνα από τις 8.10.
- Με την αγωγή τους οι ενάγοντες ζητούν τις ακόλουθες θεραπείες: 1) Διάταγμα που να διατάσσει την έξωση του εναγόμενου από τα πιο πάνω βοηθητικά δωμάτια. 2) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον εναγόμενο και/ή υπηρέτες και/ή υπαλλήλους και οι αντιπροσώπους του να παύσουν να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στα πιο πάνω βοηθητικά δωμάτια. 3) Δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος είναι επεμβασίας των ως άνω βοηθητικών δωματίων και/ή επεμβαίνει παράνομα σε αυτά. 4) Αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Διαζευκτικά ποσό Λ.Κ.100.- (€171) τον μήνα, ως αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή απώλεια χρήσης των βοηθητικών δωματίων από 1.8.2008 μέχρι παράδοσης κενής της κατοχής τους. 5) Τόκους και έξοδα. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του αρνείται ότι οι ενάγοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της επίδικης οικίας και ότι σε αυτή υπάρχουν βοηθητικά δωμάτια και ισχυρίζεται ότι πρόκειται για μια μικρή παράγκα χωρίς διευκολύνσεις. Αρνείται τα όσα οι ενάγοντες του καταλογίζουν και σχετίζονται με επέμβαση στα επίδικα υποστατικά και ισχυρίζεται ότι νόμιμα διαμένει εκεί, καθότι από το 1984 συμφωνήθηκε με την τότε ιδιοκτήτρια της οικίας, Ζωούλλα Ιακωβίδου, όπως διαμένει στην παράγκα με την σύζυγο του από χρόνο σε χρόνο με αντάλλαγμα να συντηρεί τον κήπο της οικίας όπου μέχρι και σήμερα διαμένει εκεί και συντηρεί τον κήπο της οικίας. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό των εναγόντων για την ενοικιαστική αξία των υποστατικών, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν είναι κατοικίσημη η παράγκα και ούτε μπορεί να ενοικιαστεί σε οποιονδήποτε. Τέλος ισχυρίζεται ότι είναι θέσμιος ενοικιαστής και για αυτό το παρών Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί της υπόθεσης καθότι πρόκειται για περιουσία που υπάγεται στο Ενοικιαστόσιο επειδή χτίστηκε και ενοικιάστηκε πριν από το
- Οι ενάγοντες με την απάντηση στην υπεράσπιση του εναγόμενου, αρνούνται όλους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του και επαναλαμβάνουν τα όσα αναφέρουν στην έκθεση απαίτησης τους. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ουδέποτε, η Ζωούλλα Ιακωβίδου, αποβιώσασα και μητέρα τους, υπήρξε ιδιοκτήτρια της επίδικης κατοικίας και ουδέποτε συμφωνήθηκε με αυτή όπως ο εναγόμενος και η σύζυγος του διαμένουν στα βοηθητικά δωμάτια, καθότι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της οικίας ήταν από το 1980 οι ίδιοι, ενώ η μητέρα τους φιλοξενείτο από αυτούς στην επίδικη οικία. Ισχυρίζονται επίσης, ότι είναι αυτοί που επωμίζονται όλα τα έξοδα συντήρησης της οικίας και ότι ο εναγόμενος εμπόδιζε και παρενοχλούσε τα πρόσωπα που εξουσιοδοτούσαν να προβούν στην συντήρηση της οικίας και του κήπου και προκαλούσε συνεχώς προβλήματα και φιλονικές στα πρόσωπα που εισέρχονταν κατόπιν άδειας τους. Επίσης ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2008, επισκέφθηκε ο ίδιος τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους και του υποσχέθηκε ότι θα βρει αλλού διαμονή. Αρνούνται ότι ενδιαφέρθηκε να συντηρήσει τον κήπο και επίσης ότι αδιαφορούσε για την συντήρηση του αλλά και για τα έξοδα της κυρίως κατοικίας. Ισχυρίζονται ότι, τα βοηθητικά δωμάτια, είναι κατάλληλα και πλήρως διαμορφωμένα για κατοίκηση και φυσιολογική διαβίωση γεγονός το οποίο αποδεικνύεται, όπως ισχυρίζονται, από την παράνομη διαμονή του εναγόμενου και της συζύγου του πέραν των 15 ετών σε αυτά. Στον ισχυρισμό ότι είναι θέσμιος ενοικιαστής απαντούν, ότι ο εναγόμενος δεν είναι θέσμιος ενοικιαστής καθότι ουδέποτε συνήφθη συμφωνία μεταξύ αυτών και του εναγόμενου, ουδέποτε τους πλήρωσε οποιονδήποτε ενοίκιο και ουδέποτε διέμενε στα βοηθητικά δωμάτια κατόπιν άδειας τους. Μαρτυρία και Τεκμήρια Προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγόντων, ένορκη μαρτυρία έδωσε ο Λουκάς Μαυρίκιος (Μ.Ε.1) και η Χρύσω Λουκαίδου (Μ.Ε.2), ενώ για την υπόθεση του εναγόμενου, μαρτυρία έδωσε ο Μιχάλης Ταπακκούδης (Μ.Υ.1), ο Προκοπίου Σωτήρης (Μ.Υ.2), ο Μιχάλης Μιχαηλίδης (Μ.Υ.3) και ο εναγόμενος (Μ.Υ.4). Κατά την ακροαματική διαδικασία ως τεκμήρια στην υπόθεση κατατέθηκαν τα ακόλουθα έγγραφα: Πληρεξούσια έγγραφα (Τεκμήριο 1 και 2), πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 3), επιστολή ημερ. 8.9.2008 με ένορκη δήλωση επίδοσης (Τεκμήριο 4), πιστό αντίγραφο διατάγματος ημερ. 17.6.1992 (Τεκμήριο 5), πιστό αντίγραφο απογραφής περιουσίας στην Διαχείριση 53/92 (Τεκμήριο 6) και φωτοαντίγραφο επιταγής (Τεκμήριο 7). Τα όσα οι μάρτυρες έχουν αναφέρει στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Νομική Πτυχή: Βάση της αγωγής αποτελεί το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη περιουσία όπως διαγράφεται από το άρθρο 43
(1)του Κεφ. 148, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Συναρτά το άρθρο 43 του Κεφ. 146, το αδίκημα της παράνομης επέμβασης με την παράνομη είσοδο, ή πρόκληση ζημιάς σε ακίνητη περιουσία. Επέμβαση δε, συντελείται ανεξαρτήτως της πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς. Οπως αναφέρεται στο Halsbury's Laws of England 3η έκδοση Τόμος 38 παρ. 1194, επέμβαση συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση - ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου, αντίθετα με την βούληση του. Η παράνομη επέμβαση είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου. Παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Γεώργιος Λάμπρου κ.α ν. Ελένης Κεφάλα
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1516, όπου στην σελ. 1527 λέχθηκαν μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: « Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Cristofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγόμενου. Στην υπόθεση Liasidou and Another ν. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου ν. Ανδρέα
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 2311, όπου η φύτευση δέντρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες 3 και 4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλο ότι δεν είχαν κατοχή, αφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά την κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίηση τους για να εγείρουν την αγωγή». H ουσία της υπόθεσης Αδάμου ν. Χριστοφή
(1974)1 C.L.R 100 είναι ότι δικαίωμα για αγωγή για παράνομη επέμβαση έχει και το πρόσωπο που είναι σε κατοχή έστω και αν δεν είναι ο ιδιοκτήτης ή έχει δικαίωμα τίτλου (derives title) από τον ιδιοκτήτη. Αποφασίστηκε μάλιστα ότι η παραμικρή κατοχή (the slightest possession) είναι αρκετή για να δίνει στον ενάγοντα το δικαίωμα να εγείρει αγωγή για παράνομη επέμβαση. Ο ενάγων σε αγωγή για παράνομη επέμβαση φέρει το βάρος να αποδείξει την ισχυριζόμενη επέμβαση. Με την απόδειξη αυτής, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη (βλ. άρθρο 43 του Κεφ. 148, Βερεγγάρια Παπακοκκίνου κ.α ν. Αγγελική Σμυρλή κ.α
(2001)1 ΑΑΔ 1653 και Γεώργιος Κώστα Μάρκου ν. Γεώργιου Π. Χρυσοστόμου κ.α
(2004)1 (Β) ΑΑΔ 813). Όπως περαιτέρω έχει λεχθεί στην Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Εστέιτς Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ σελ 327, σε περίπτωση απόδειξης παράνομης επέμβασης, δικαιωματική εκδίδεται διάταγμα (injunction) άρσης της παράνομης επέμβασης για να τερματιστεί η παρανομία στο μέλλον. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες καθώς και οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους. O M.E.1 ήθελε να παρουσιάσει τα γεγονότα όπως αυτός ήθελε και με τρόπο που θα ήταν βολικά για την υπόθεση των εναγόντων. Αυτή την εντύπωση έδωσε στο Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τον τρόπο, το ύφος που κατέθεσε καθώς και τα λεχθέντα του. Οι σχέσεις του Μ.Ε.1 με τον εναγόμενο, φαίνεται να υπήρξαν έντονες στο παρελθόν αλλά και κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και αυτό λόγω του ότι ο Μ.Ε.1 ήταν το πρόσωπο εμφανιζόταν και ζητούσε από τον εναγόμενο να εγκαταλείψει τα επίδικα υποστατικά. Ο εναγόμενος ήταν εμφανές ότι αισθανόταν εχθρικά απέναντι στον Μ.Ε.1 και κατά το στάδιο της αντεξέταση του καταλόγισε «διάφορα», αλλά και ο Μ.Ε.1, φαίνεται να έτρεφε τα ίδια αισθήματα για τον εναγόμενο και για αυτό του επιτέθηκε επίσης λεκτικά σε αρκετές περιπτώσεις. Ο εναγόμενος να σημειωθεί είναι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, ο οποίος έζησε, όπως είναι παραδεκτό, ένα σημαντικό μέρος της ζωής του στα επίδικα υποστατικά μαζί με την σύζυγο του αρχικά και μετά τον θάνατο της και μέχρι σήμερα του μόνος του, η εμμονή του δε είναι ότι πρέπει και δικαιούται να μείνει στα επίδικα υποστατικά μέχρι το τέλος της ζωής του αλλά και γιατί δεν έχει που αλλού να πάει τώρα που βρίσκεται στα βαθιά του γεράματα. Παρά τις διαφορές που προέκυψαν συνεπεία της παρουσίας του εναγόμενου στο ακίνητο των εναγόντων, θα ανάμενα από τον Μ.Ε.1 να έδειχνε μεγαλύτερη συμπάθεια προς τον εναγόμενο, λόγω της ηλικίας του αλλά και λόγω του ότι χειριζόταν προσωπικά την υπόθεση του μετά την απόσυρσης της δικηγόρο του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν όταν ο Μ.Ε.1 τον αποκάλεσε τεμπέλη και άχρηστο άνθρωπο. Σε ότι αφορά την οποιαδήποτε συμφωνία για την διαμονή του εναγόμενου στα επίδικα υποστατικά, ο Μ.Ε.1 αν και μου φάνηκε ότι γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε και παρέμεινε εκεί, δεν ήταν πρόθυμος να αποκαλύψει την πραγματικότητα. Αυτό κατά την άποψη μου, για να συνάδει με τον ισχυρισμούς των εναγόντων στην έκθεση απαίτησης, ότι ο εναγόμενος απλώς φιλοξενείτο στο μέρος, παρά την αντίφαση που παρατηρείται στα δικόγραφα. Ενώ οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης τους ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος διέμενε εκεί για περίοδο πέραν των 15 ως φιλοξενούμενος, στην παράγραφο 5 της απάντησης τους, αναφέρουν τα εξής: «καθ' ότι η παράνομη παραμονή του εναγόμενου και της συζύγου του πέραν των 15 ετών στα βοηθητικά δωμάτια.». Επίσης στην παρ. 6 της απάντησης τους, αναφέρουν ότι ο εναγόμενος ουδέποτε διάμενε στα υποστατικά κατόπιν άδειας τους. Χαρακτηρίζοντας έτσι την παρουσία του εναγόμενου εκεί από την αρχή ως παράνομη. Εάν ο εναγόμενος, δεν είχε καμιά υποχρέωση γιατί τότε ο Μ.Ε.1 τον χαρακτήρισε τεμπέλη; Είχε συνεπώς υποχρέωση, να κάνει κάτι δεν το έκανε ο εναγόμενος. Το γεγονός επίσης, ότι ο εναγόμενος διέμενε εκεί για τόσα χρόνια, καταδεικνύει κατά την άποψη μου, ότι υπήρχε κάποιου είδους «σχέση» και όχι απλή φιλοξενία όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται. Επί αυτού του σημείου αποδέχομαι την μαρτυρία του εναγόμενου. Αποδέχομαι μερικώς την μαρτυρία του Μ.Ε.1 για του λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω στην συνέχεια. Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε.1, που σχετίζεται και αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου, καθότι το μέρος αυτό της μαρτυρίας του, υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 3 δηλαδή το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, ιδιοκτήτες της επίδικης κατοικίας είναι οι ενάγοντες από ½ μερίδιο με ημερομηνία εγγραφής 12.4.1980. Με βάση την υποβολή που δέχτηκε ο Μ.Ε.1 από τον εναγόμενο, ότι δηλαδή εκεί διέμενε από το 1983 αλλά και την μαρτυρία του εναγόμενου επί του προκειμένου, καταλήγω ότι η διαμονή του εναγόμενου στα επίδικα υποστατικά, τοποθετείται μέσα στο χρονικό διάστημα που οι ενάγοντες ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου εντός του οποίου βρίσκονται τα επίδικα υποστατικά και όχι άλλο πρόσωπο, ως ήταν και η θέση του Μ.Ε.1. Αποδέχομαι την θέση του Μ.Ε.1, η οποία επίσης υποστηρίζεσαι από τα τεκμήρια 5 και 6, ότι δηλαδή η Ζωούλα Ιακωβίδου κατά τον χρόνο του θανάτου της, το 1992, ήταν μόνο κάτοχος της κινητής περιουσίας που περιγράφεται στο Τεκμήριο 6 και όχι ιδιοκτήτρια της επίδικης περιουσίας. Από την μαρτυρία του Μ.Ε.1, δεν γίνεται αποδεχτό το μέρος που αφορά την ενοικιαστική αξία των βοηθητικών δωματίων και τούτο γιατί οι αναφορές του μάρτυρα σε σχέση με το ζήτημα αυτό ήταν αποτέλεσμα έκφρασης δικής του γνώμης χωρίς ίχνος μαρτυρίας που να την υποστηρίζει. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, θα ανάμενα τουλάχιστο να είχε παρουσιαστεί μαρτυρία ειδικού, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Ο Μ.Ε.1, που είναι δικηγόρος, δεν υποστήριξε ότι έχει την ιδιότητα και την κατάρτιση που θα τον έφερε στην θέση να εκφράσει γνώμη για την ενοικιαστική αξία των βοηθητικών δωματίων. Σύμφωνα με την νομολογία, όταν και όπου προκύπτουν ζημιές συνεπεία αστικού αδικήματος, ο αδικοπραγήσας οφείλει να αποζημιώσει για όσες ζημιές προκάλεσε ή να πληρώσει για οτιδήποτε απαιτηθεί ώστε να αποφευχθεί παρόμοια ενέργεια στο μέλλον (δέστε Halsbury's Laws of England 3rd edition vol.38 p.1245 και McGregor on Damages 14η έκδοση παρ. 53). Είναι καθιερωμένη αρχή επίσης ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρειες και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλέπε Ανδρέα Σπύρου ν. Άριστου Χ¨ Χαραλάμπους
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 298, Demetrios Emmanuel & Another v. Andronikos Nicolaou & Another
(1977)1 C.L.R 15, Zachariou v. Lioness
(1983)1 C.L.R 415 και McGregor on Damages, 15η Έκδοση, παράγραφος 23, σελίδα 15) Το γεγονός ότι ο Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε επί του προκειμένου, δεν είναι αρκετό. Στην γραπτή αγόρευση των εναγόντων αναφέρεται ότι θα πρέπει η μαρτυρία επί αυτού του θέματος, ενόψει του ότι παρέμεινε αναντίλεκτη, να γίνει αποδεκτή και συνεπώς, αυτή η μαρτυρία, αποδεικνύει και το ύψος της ζημίας που επικαλούνται οι ενάγοντας ότι έχουν υποστεί. Παρά το γεγονός ότι δεν έχει αντεξεταστεί ο Μ.Ε.1 για ότι ανάφερε σχετικά με την ενοικιαστική αξία των επίδικων υποστατικών, δεν παύουν, τα όσα ανάφερε, να αποτελούν προσωπική γνώμη του μάρτυρα απογυμνωμένη από στοιχεία που να την τεκμηριώνουν. Συνεπακόλουθα δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στην πιο πάνω μαρτυρία του. Στην υπόθεση Ναυτικός Ομιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 ΑΑΔ 882, αναφορικά με το θέμα των αποζημιώσεων για την παράνομη κατοχή ακινήτου, λέχθηκαν τα εξής: «Το μέτρο της αποζημίωσης για την παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο κάτοχος από την χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Αυτό καθορίστηκε στην Whitwhan v. Westminster Brymbo Coal and Coke Company
(1896)2 Ch. D. 538, και επαναλήφθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, στη Swordheath Properties v. Tabet
(1979)1 All E.R 240, Wrotham Park Estates v.Parkside Homes
(1974)2 All W.R 321, και Penarth Dock Company v. Pounds, 1 Lloyd's Reports 1963, Vol. 1, 359. Παρά το ότι κάθε ακίνητη περιουσία έχει αντικειμενική αξία και πιθανόν και ενοικιαστική αξία, και στις δύο περιπτώσεις, θα πρέπει να καθορίζεται μέσα από κριτήρια αντικειμενικά και τεκμηριωμένα. Συνεπώς ελλείψει μαρτυρίας αυτού του είδους και με μόνη με την πιο πάνω μαρτυρία του Μ.Ε1, καταλήγω ότι οι ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποδείξουν την ζημία που επικαλούνται. Η μαρτυρία ειδικού που να τεκμηριώνει ταυτόχρονα την άποψη του Μ.Ε.1, αφήνει έκθετη σε απόρριψη την πιο πάνω αξίωση τους. Ακόμα δηλαδή και στην περίπτωση που ήθελε αποδειχτεί η επέμβαση, δεν μπορεί επιτύχει η αξίωση για καταβολή αποζημιώσεων του ύψους του ποσού των €171 από 8.10.2008 μέχρι την παράδοση της κατοχής των επίδικων υποστατικών που οι ενάγοντες ζητούν με την αγωγή τους. Από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 αποδέχομαι ότι, ενεργώντας ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπος των εναγόντων, όπως καταδεικνύουν τα Τεκμήρια 1 και 2, μετά από οδηγίες τους, απέστειλε στον εναγόμενο την επιστολή με ημερομηνία 8.9.2008 (Τεκμήριο 4) με την οποία του ζητείτο όπως εκκενώσει τα επίδικα υποστατικά και παραδώσει κενή την κατοχή τους. Την πιο πάνω επιστολή την παρέλαβε προσωπικά ο εναγόμενος, όπως αυτό επιβεβαιώνει η ένορκη δήλωση επίδοσης από ιδιώτη επιδότη που την συνοδεύει, επίσης ο ίδιος ο εναγόμενος, παραδέχτηκε στην μαρτυρία του ότι παρέλαβε την εν λόγω επιστολή. Αποδέχομαι ότι ο εναγόμενος, που είναι επίσης παραδεχτό, ότι δεν έχει εγκαταλείψει την επίδικη περιουσία, μετά την επίδοση της επιστολής και διαμένει εκεί μέχρι σήμερα. Η Μ.Ε. 2 κρίνεται αξιόπιστη. Η μαρτυρία της υπήρξε τυπική και αφορούσε την κατάθεση των Τεκμηρίων 5 και 6 αλλά και κάποιων άλλων στοιχείων μέσα από τον φάκελο της Διαχείρισης 93/1992 που είχε στην κατοχή της. Η μάρτυρας αυτή για ότι κατάθεσε δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της. Ο εναγόμενος μπορεί να ήταν υπερβολικός, κάποτε ευέξαπτος και να ξέφυγε από τις δικογραφημένες θέσεις του, δεν ήταν όμως άνθρωπος που έλεγε ψέματα. Οι δυσκολίες που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία ήταν πολλές λόγω του ότι χειρίστηκε την υπόθεση του προσωπικά. Το δικαστήριο αναγκάστηκε πολλές φορές να παρέμβει για να του εξηγήσει τη διαδικασία, λόγω όμως της ηλικίας του, της μόρφωσης του και σίγουρα της άγνοιας του να χειρίζεται ζητήματα νομικά και διαδικασίες, τον έκαναν συνεχώς να διαμαρτύρεται θέλωντας να πει αυτά που ήθελε, όπως τα ήθελε, χωρίς περιορισμούς. Τα όσα όμως ανέφερε και δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα σαφώς και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αυτά σχετίζονταν κυρίως με έξοδα που έκανε για να φτιάξει τον κήπο της οικίας. Ξεκίνησα την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εναγόμενου με τον πιο πάνω τρόπο, ώστε να τονίσω πως οι οποίες υπερβολές, εκρήξεις θυμού κτλ που έχουν παρατηρηθεί κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του, δεν ήταν εσκεμμένες εκ μέρους προσπάθειες είτε για να παραπλανήσει το Δικαστήριο, είτε για να δημιουργήσει εντυπώσεις, είτε για να αποκρύψει οτιδήποτε από το Δικαστήριο. Ήταν ο τρόπος έκφρασης του, όπως ίδιος αισθανόταν και αντιλαμβανόταν ως δίκαιο απέναντι στις καταστάσεις όπως αυτές είχαν δημιουργηθεί και διαμορφωθεί. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος διέμενε για τόσα πολλά χρόνια στα επίδικα υποστατικά, χωρίς να αμφισβητηθεί ότι η εγκατάσταση του σε αυτά έγινε κατά ή περί το 1983, καταδεικνύει ότι η παρουσία του εκεί δεν ήταν ούτε παράνομη εξ αρχής αλλά ούτε και χωρίς την συγκατάθεση ή έστω την ανοχή των εναγόντων. Αποδέχομαι την μαρτυρία του εναγόμενου επί του προκειμένου, ότι δηλαδή διέμενε στα επίδικα υποστατικά μαζί με την σύζυγο του και παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην μητέρα των εναγόντων η οποία και διέμενε στην κύρια οικία μέσα στο ίδιο τεμάχιο. Ο εναγόμενος ήταν υπεύθυνος για την συντήρηση του κήπου με αντάλλαγμα να διαμένει στα επίδικα υποστατικά. Η μητέρα των εναγόντων απεβίωσε το 1992 και όπως ανάφερε ο εναγόμενος, μετά την κηδεία της, οι ενάγοντες παραβρέθηκαν στην οικία που και ο ίδιος και η σύζυγος του ήταν παρόντες και ο Λίνος, που είναι ο ένας από τους ενάγοντες, τον διαβεβαίωσε ότι μπορεί να παραμείνει εκεί. Το πιο πάνω γεγονός επισυνέβηκε το 1992 και οι ενάγοντες άρχισαν να ζητούν από τον εναγόμενο αρχικά προφορικά και μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους τον Γενάρη του 2008 και στη συνέχεια με επιστολή ημερ. 8.9.2008 να εγκαταλείψει τα επίδικα υποστατικά. Το ότι για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, οι ενάγοντες «ανέχτηκαν» την παρουσία του εναγόμενου στα επίδικα υποστατικά καταδεικνύει επίσης ότι αυτοί και γνώριζαν και την συγκατάθεση τους είχαν δώσει προς τούτο. Το ότι ο εναγόμενος υποστήριζε ότι ιδιοκτήτρια της οικίας ήταν η μητέρα των εναγόντων, δεν το έκανε με πρόθεση να ξεγελάσει και να παραπλανήσει, άλλωστε αυτό εύκολα μπορούσε να διαπιστωθεί, όπως και έγινε. Ο εναγόμενος υποστήριζε αυτό το οποίο πίστευε. Στην οικία διέμενε μέχρι τον θάνατο της, μέχρι δηλαδή το 1992 η μητέρα των εναγόντων, οι ενάγοντες διέμεναν στο εξωτερικό, αυτά, αλλά και η όλη συμπεριφορά της μητέρας των εναγόντων, η οποία τους παραχώρησε τα επίδικα υποστατικά για να διαμένει μαζί με την σύζυγο του, με αντάλλαγμα την περιποίηση του κήπου της οικίας είναι στοιχεία τέτοια που του δημιούργησαν στην πεποίθηση ότι ιδιοκτήτρια της οικίας ήταν η μητέρα των εναγόντων. Αυτό το οποίο δεν αποδέχομαι από την μαρτυρία του εναγόμενου είναι ότι τα υποστατικά στα οποία διαμένει δεν είναι σε κατάσταση τέτοια ώστε να μπορούν να κατοικηθούν. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος εξακολουθεί να κατοικεί σε αυτά και κατοικούσε για 20 και πλέον χρόνια καταδεικνύουν το αντίθετο. Το αν ο ίδιος έχει προβεί στον καθαρισμό και στην περιποίηση τους και στην κατασκευή τουαλέτας θεωρώ ότι δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για την υπόθεση, ο εναγόμενος άλλωστε δεν αξιώνει με ανταπαίτηση οποιοδήποτε ποσό για έξοδα που τυχόν έχει καταβάλει για την συντήρηση των επίδικων υποστατικών. Οι Μ.Υ.1, 2 και 3 με την μαρτυρία τους επιβεβαιώνουν την παρουσία του εναγόμενου στα επίδικα υποστατικά και επίσης ότι αυτός εκτελούσε διάφορες εργασίες που σχετίζονταν με την συντήρηση του κήπου της οικίας. Αποδέχομαι την μαρτυρία τους ήταν ειλικρινείς, αυθόρμητοι και σταθεροί στη μαρτυρία τους. Αυτό το οποίο δεν αποδέχομαι είναι ότι ο ίδιος ο εναγόμενος κατέβαλλε τα έξοδα για την συντήρηση του κήπου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, και παραδεκτά γεγονότα καταλήγω ότι τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τα πιο κάτω: Οι ενάγοντες 1 και 2 είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες από ½ μερίδιο της οικίας υπ΄αρ. εγγραφής 27071, Φ/Σχ. 51/03.4.14, τεμάχιο 3271, η οποία βρίσκεται στην οδό 25ης Μαρτίου και Δημήτρη Μαυρογένους στην Πάφο. Στην πιο πάνω αναφερόμενη κατοικία διέμενε η μητέρα των εναγόντων, Ζωούλα Ιακωβίδου μέχρι το 1992 που απεβίωσε. Ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε και διέμενε στα βοηθητικά υποστατικά που βρίσκονται στο πιο πάνω τεμάχιο το 1983, αρχικά μαζί με την σύζυγο του ενώ μετά τον θάνατο της, διαμένει εκεί μέχρι σήμερα μόνος του. Η Ζωούλλα Ιακωβίδου είχε συμφωνήσει με τον εναγόμενο, όπως αυτός συντηρεί και περιποιείται τον κήπο της πιο πάνω οικίας και ως αντάλλαγμα του παραχωρήθηκαν για σκοπούς διαμονής από το 1983 τα βοηθητικά υποστατικά της οικίας. Η Ζωούλλα Ιακωβίδου κατά τον πιο πάνω χρόνο δεν ήταν ιδιοκτήτρια της πιο πάνω οικίας. Ιδιοκτήτες της επίδικης περιουσίας από το 1980 μέχρι και σήμερα παραμένουν οι ενάγοντες. Ο εναγόμενος έκτοτε και μέχρι σήμερα δεν κατέβαλε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ως αντίτιμο για την διαμονή του στα επίδικα υποστατικά. Οι ενάγοντες γνώριζαν ότι ο εναγόμενος διέμενε στα επίδικα υποστατικά καθώς και τον λόγο της διαμονής του και συγκατατέθηκαν προς τούτο δείχνοντας ανοχή. Τον Ιανουαρίου 2008, ο Μ.Ε.1, που είναι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγόντων, ζήτησε προφορικά από τον εναγόμενο να εγκαταλείψει τα πιο πάνω βοηθητικά δωμάτια αλλά ο εναγόμενος παρέλειψε να το πράξει. Συνεπεία της πιο πάνω άρνησης του εναγόμενου, οι ενάγοντες επέδωσαν στον εναγόμενο επιστολή ημερομηνίας 8.9.2008 καλώντας τον όπως εντός ενός μηνός, εκκενώσει και παραδώσει κενή την κατοχή των πιο πάνω βοηθητικών δωματίων, διαφορετικά θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον του για παράνομη επέμβαση και έξωση του από αυτά. Ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με την πιο πάνω επιστολή και συνεχίζει να διαμένει στα επίδικα υποστατικά μέχρι σήμερα. Τα επίδικα υποστατικά βρίσκονται σε κατάσταση που μπορούν να αποτελέσουν χώρο στέγασης και διαμονής. Στην βάση των πιο πάνω ευρημάτων, θα προχωρήσω να εξετάζω το ζήτημα που εγείρει ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του, ότι δηλαδή το παρών δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί την αγωγής καθότι πρόκειται για περιουσία που υπάγεται στο Ενοικιοστάσιο, επειδή χτίστηκε και ενοικιάστηκε πριν από το 1999 και ο ίδιος είναι θέσμιος ενοικιαστής. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Ζητήματα όμως που άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μπορούν, σύμφωνα με την νομολογία, να εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και όταν ακόμη δεν εγείρονται στο Δικόγραφα. Σύμφωνα με την νομολογία το κύριο γνώρισμα μίσθωσης ακινήτου είναι το δικαίωμα του κατόχου για αποκλειστική χρήση του ακινήτου (βλ. Ναυτικός Ομιλος Πάφου (πιο πάνω) και Street v. Mountford
(1985)2 All E.R. 289). Στην μεταγενέστερη απόφαση Antoniades v. Villiers
(1988)2 All E.R. 309, επεξηγείθηκε ότι για τον καταρτισμό μίσθωσης ακινήτου, απαιτείται - (α) πρόθεση εκ μέρους του κατόχου για αποκλειστική χρήση των υποστατικών, και (β) συμμερισμός της πρόθεσης αυτής από τον ιδιοκτήτη. Η ενοικίαση συναρτά την έννοια της με την αποκλειστικότητα της κατοχής χώρου, με συγκεκριμένη διάρκεια και με την αντιτίμου ή ανταλλάγματος καλούμενου συνήθως «ενοικίου» (βλ. Θέλμα Μιχαηλίδου ν. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 ΑΑΔ 18, Street v. Moundford
(1985)2 All E.R. 289 και Ναυτικός Ομιλος Πάφου (πιο πάνω)). Στην υπόθεση Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ v. C & S American Heart Institute Ltd κ.α Πολιτική Έφεση 104/2008 ημερ. 28.2.2011 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Για την ανεύρεση της ουσίας της συμφωνίας και της ορθής ταξινόμησης της, η περιγραφή που δίνεται από τους ίδιους τους διαδίκους ή ακόμα και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται δεν παρέχουν αφ΄εαυτών και κατ΄ανάγκη στέρεα βάση. Σημασία σύμφωνα με την υπόθεση Antoniades (πιο πάνω) και Πιριπίτση ν. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 ΑΑΔ 385 αποκτά όχι μόνο η κοινή πρόθεση των μερών για την πρόσδοση αποκλειστική χρήσης, αλλά και η εν γένει φύση, σκοπός της συμφωνίας, οι όλες οι συνθήκες που την περιβάλλουν και το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο αυτή συνομολογήθηκε. Η νομολογία έχει καθορίσει επίσης ότι ακόμη και εν μέσω μιας αποκλειστικότητας στην κατοχή, ή και ρητής χρήσης της λέξης ενοικίασης, είναι το σύνολο της συμφωνίας που πρέπει να εξεταστεί ώστε να αναδυθεί η αληθινή φύση της (Abbeyfield (Harpenden) Society Ltd v. Woods
(1968)1 All E.R. 352). Αν η συμφωνία παραχώρησης του χώρου διαπνέεται από έντονο προσωπικό στοιχείο, αν εμποτίζεται δηλαδή από μια διακριτή προσωποπαγή σχέση, ιδιαίτερης σημασίας στη σύναψη της συμφωνίας, τότε αυτή η διαφορετικότητα είναι ένδειξη ότι τα μέρη δεν είχαν κατά νουν ή τουλάχιστον δεν ήσαν consensus ad idem στον καταρτισμό μιας απλής κατ΄ ουσίαν ενοικιάσης. Από την άλλη είναι κατ΄ουσίαν αδιάφορο για τον ιδιοκτήτη σε ποιον θα παραχωρηθεί ο χώρος, ώστε η έμφαση να είναι περισσότερο στο εμπορικό, παρά προσωπικό στοιχείο, τότε αυτό είναι ένδειξη άδειας χρήσης ή άλλης μορφής συμφωνίας». Σύμφωνα και πάλι με την υπόθεση Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ (πιο πάνω): «Η παραδοσιακή έννοια της άδειας χρήσης παραπέμπει ακριβώς σε άδεια ή ανοχή ώστε να νομιμοποιείται εκείνο που άλλως πως θα θεωρείτο ως παράνομη επέμβαση στη γη. (Winter Garden Theathre (London) Ltd v. Millennium Producions Ltd
(1946)1 All E.R. 678, σελ. 680). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Hunbury and Martin: Modern Equity 16η έκδ.
(2001), η παροχή άδειας δυνατόν να αναδύεται μέσα από το μια πληθώρα διαφορετικών καταστάσεων. Στο κοινοδίκαιο οι βασικές κατηγορίες της άδειας χρήσης ήταν και εξακολουθούν να είναι, η απλή ή κατά χάριν άδεια ("Bare or gratuitous licence"), η άδεια χρήσης που συνοδεύεται από παροχή δικαιώματος ("licence coupled with a grant (or an interest") και η συμβατική άδεια ("contractual licence"). Στην πορεία του χρόνου έχει αναπτυχθεί και τέταρτη κατηγορία αυτή του «licence by estoppel", που θεωρείται ως ένα νέο δικαίωμα in alieno solo, της άδειας χρήσης θεωρούμενης δηλαδή όχι ως εναλλακτικής λύσης ή υποκατάστατο της ενοικίασης, αλλά ως αυτόνομο δικαίωμα (Cedric D. BellQ Land: The Law of Real Property 3η έκδ. σελ 213 και Pascoe v. Turner
(1979)2 All E.R. 945). Η κατηγορία της απλής άδειας αφορά περιπτώσεις όπου ο ιδιοκτήτης της γης επιτρέπει απλώς την πρόσβαση στην ιδιοκτησία του χωρίς να παρέχεται οποιοδήποτε συμβατικό ή ιδιοκτησιακό δικαίωμα και μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε.» Στην προκειμένη περίπτωση είναι εμφανές ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενοικίαση αφού ελλείπει ολοσχερώς πρόθεση εκ μέρους των ιδιοκτητών, παροχής αποκλειστικής χρήσης στα βοηθητικά υποστατικά που βρίσκονται εντός του τεμαχίου στο οποίο βρίσκεται και η κύρια οικία. Αποκαλύπτεται υπό τις περιστάσεις ένα έντονο προσωπικό στοιχείο που δεν παραπέμπει σε ενοικίαση. Επίσης και ο τρόπος καταβολής ανταλλάγματος δεν εξαντλείται στην καταβολή ενός μηναίου ποσού. Η παραχώρηση των βοηθητικών υποστατικών της οικίας στον εναγόμενο για σκοπούς διαμονής, υπό τις περιστάσεις , συνιστά άδεια χρήσης και όχι εκμίσθωση. Οι ενάγοντες με την επιστολή τους ημερ. 8.9.2008, ανακάλεσαν, τερμάτισαν την άδεια χρήσης προς τον εναγόμενο και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο εναγόμενος είναι παραδεκτό ότι δεν έχει εγκαταλείψει τα επίδικα υποστατικά και δηλώνει την εμμονή του να παραμείνει εκεί. Οι πιο πάνω ενέργειες του εναγόμενου, συνιστούν, μετά τον τερματισμό της άδειας χρήσης παράνομη επέμβαση σε ακίνητη περιουσία, αφού έκτοτε, κατέχει και χρησιμοποιεί τα επίδικα υποστατικά χωρίς την συναίνεση των ιδιοκτητών. Σε ότι αφορά την απόδειξη ειδικών ζημιών, όπως πιο πάνω αναφέρω, οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξει τις ζημιές που αναφέρονται στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης τους. Στην συνέχεια θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή παραδειγματικών/τιμωρητικών αποζημιώσεων εναντίον του εναγόμενου. Σχετικά με το θέμα των παραδειγματικών αποζημιώσεων υπάρχει αρκετή νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Papakokkinou & others v. Kanther
(1982)1 C.L.R 65, Kennedy Hotels Ltd ν. Indjirdjian
(1992)1 ΑΑΔ 400, Adrian Holdings ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1836, Γιάλλουρου ν. Νικολάου Π.Ε. 9931, ημερομηνίας 8.5.2001 και Γεώργιος Ερωτοκρίτου κ.α ν. Φουτρή
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 921). Στην υπόθεση Adrian Holdings, σελ 1846, ο Αρτέμης Δ. διατύπωση το θέμα ως εξής: Στο δίκαιο που διέπει το θέμα παραδειγματικών αποζημιώσεων, εξέχουσα θέση κατέχει η αγγλική απόφαση στην υπόθεση Rookes v. Barnard
(1964)1 All E.R. 367, όπου τέθηκαν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Στην υπόθεση Rookes v. Barnard, καθορίστηκε ότι οι παραδειγματικές αποζημιώσεις επιδικάζονται μόνο: (
- i)Σε περιπτώσεις πιεστικής αυθαίρετης ή αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από κρατικούς υπαλλήλους (
- ii)Όταν η συμπεριφορά του εναγόμενου έχει προγραμματιστεί να του αποφέρει μεγαλύτερο κέρδος από το ποσό των αποζημιώσεων που θα κληθεί να καταβάλει στον ενάγοντα (iii) Όταν τούτο επιτρέπεται από μια συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια. Στην Papakokkinou & others v. Kanther
(1982)1 C.L.R 65, το Εφετείο, χωρίς να αποφανθεί τελικά αν οι αρχές της Rookes v. Barnard τυγχάνουν εφαρμογής στη Κύπρο, προτίμησε την ευρύτερη αρχή που επιτρέπει επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολής τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου, ιδιαίτερα ότι είναι να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Όταν κριθεί πως οι παραδειγματικές/τιμωριτικές αποζημιώσεις είναι κατάλληλες το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε επιδικασμό αν, και μόνο αν, το ποσό το οποίο έχει υπόψη του να επιδικάσει σαν αποζημίωση είναι επαρκές για να τιμωρήσει τον εναγόμενο για την αποτρόπαια συμπεριφορά του, να σημειώσει την απαρέσκεια του για τη συμπεριφορά αυτή και να τον αποτρέψει από το να επαναλάβει τέτοια συμπεριφορά (βλ. McGregor on Damages 15η έκδοση, παράγρ. 428). Στην υπόθεση Broome v. Cassel & Co
(1972)A.C. 1027 εξηγείται η σχέση μεταξύ των συνήθων και παραδειγματικών/τιμωριτικών αποζημιώσεων και επεξηγείται η φράση «αν, και μόνο αν» που αναφέρεται πιο πάνω. Όσον αφορά το ύψος των παραδειγματικών/τιμωρητικών αποζημιώσεων αναφέρεται στην Papakokkinou (πιο πάνω) σελ 78-9 πως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η βαρύτητα της συμπεριφοράς του εναγόμενου και τα οικονομικά του μέσα. Συνεκτίμηση των παραγόντων δεν θα οδηγήσει σε κάποιο ξεχωριστό ποσό παραδειγματικών/τιμωρητικών αποζημιώσεων αλλά θα επιδικάσει ένα συνολικό ποσό στη βάση μιας σφαιρικής προσέγγισης στα γεγονότα της υπόθεσης. Στον McGregor on Damages 15η έκδοση, παράγρ. 428, με αναφορά κυρίως στην υπόθεση Broome (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: Σε μετάφραση: «Ενώ ο καθορισμός των αποζημιώσεων δεν μπορεί ποτέ να επηρεασθεί από το ποσό που επιδικάζεται με τη μορφή παραδειγματικών αποζημιώσεων, το αντίστροφο δεν είναι αληθές. Το ύψος μιας επιδίκασης παραδειγματικών αποζημιώσεων μπορεί πράγματι να επηρεασθεί από το ύψος της συνήθους αποζημίωσης. Έτσι ο Lord Devlin στην Rookes v. Bernard
(1964)A.C. 1129 υπέδειξε ότι σε μια υπόθεση όπου οι παραδειγματικές αποζημιώσεις αποτελούσαν το ορθό μέτρο οι ένορκοι πρέπει να καθοδηγούνται ότι αν, και μόνο αν, το ποσό το οποίο έχουν υπόψη τους να επιδικάσουν ως αποζημίωση (το οποίο βεβαίως μπορεί να είναι ένα ποσό επαυξημένο λόγω του τρόπου με τον οποίο ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί στον ενάγοντα) είναι ανεπαρκές να τον τιμωρήσει για την αποτρόπαια συμπεριφορά του, να σημειώσουν την απαρέσκεια τους για τη συμπεριφορά του και να τον αποτρέψουν από του να το επαναλάβει τότε μπορεί να επιδικάσουν κάποιο μεγαλύτερο ποσό και δεν υπάρχει λόγος γιατί η ίδια αρχή να μην εφαρμόζεται σε επιδικάσεις από Δικαστές που συνεδριάζουν χωρίς ενόρκους. Αυτή η αρχή έχει τύχει της πλήρους επιδοκιμασίας και των 7 Δικαστών στην Broome v. Cassel & Co.
(1972)A.C. 1027, 1089, και η εφαρμογή της επεξηγείται καλώς στην Drane v. Evangelou
(1978)1 W.L.R. 455 (C.A.).» Αποκαλυπτικό απόσπαμα από την Broome (πιο πάνω) υιοθετείται στην Κωνσταντίνου ή Μήτα ν. Γ.& Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1 (Γ) ΑΑΔ 1952, σελ 1960-1961: «... η διαφορά μεταξύ των συνήθων αποζημιώσεων και των τιμωρητικών είναι ότι κατά τον καθορισμό των πρώτων οι ένορκοι ή το άλλο δικαστήριο πρέπει να εξετάσουν πόσα θα έπρεπε να λάβει ο ενάγων ενώ κατά τον καθορισμό των τελευταίων πρέπει να εξετάσουν πόσα θα έπρεπε να πληρώσει ο εναγόμενος. Δημιουργείται μόνο σύγχυση αν εξεταστούν και τα δύο ζητήματα ταυτοχρόνως. Ο μόνος πρακτικός τρόπος για να προχωρήσουν είναι πρώτα να εξετάσουν την υπόθεση από την άποψη της αποζημίωσης του ενάγοντα. Δεν πρέπει μόνο να αποζημιωθεί για την αποδειχθείσα πραγματική απώλεια αλλά επίσης για οποιαδήποτε βλάβη στα αισθήματα του και επειδή έχει υποστεί ύβρεις, ταπεινώσεις και τα παρόμοια. Και όπου ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί με τρόπο αποτρόπαιο μια πλήρης αποζημίωση θα είναι το ορθό μέτρο. Έτσι το δικαστήριο δεν θα καθορίσει στο μυαλό του το ποσό που θα ήταν ορθό ως συνήθης αποζημίωση. Τότε, εάν έχει αποφασίσει ότι η υπόθεση είναι η πρέπουσα για τιμωρητικές αποζημιώσεις, το δικαστήριο πρέπει να στρέψει την προσοχή του στον εναγόμενο και να διερωτηθεί κατά πόσο το ποσό το οποίο έχει ήδη ορίσει ως συνήθεις αποζημιώσεις είναι ή δεν είναι επαρκές να εξυπηρετήσει το δεύτερο σκοπό της τιμωρίας ή αποτροπής. Αν νομίζουν ότι εκείνο το ποσό είναι επαρκές για το δεύτερο καθώς και για τον πρώτο δεν πρέπει να καθορίσουν αποζημιώσεις. Πλην, όμως, αν νομίζουν ότι το ποσό ένα ανεπαρκές ως τιμωρία τότε πρέπει να προσθέσουν σ΄αυτό αρκετά για να το καταστήσουν ως ποσό επαρκές για τιμωρία. Ένα πράγμα που δεν μπορεί να κάμουν είναι να καθορίσουν ένα ποσό ως συνήθεις και ως τιμωρητικές αποζημιώσεις και να τα προσθέσουν. Πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι οι συνήθης αποζημιώσεις είναι μέρος της συνολικής τιμωρίας.» Στην υπόθεση Κωνσταντίνου (πιο πάνω), αποφασίστηκε ότι εφόσον το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν ενώπιον του στοιχεία για τον καθορισμό της πραγματικής απώλειας - της συνήθους ζημιάς, δεν μπορούσε να εξετάσει κατά πόσο το ποσό που θα επιδίκαζε με την μορφή συνήθων αποζημιώσεων ήταν επαρκές για αυτό και παραμέρισε την επιδίκαση αποζημιώσεων από το πρωτόδικο Δικαστήριο και επιδίκασε ονομαστικές αποζημιώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση ισχύουν τα νομολογηθέντα στην Κωνσταντίνου (πιο πάνω) και αφού πιο πάνω έχω καταλήξει ότι οι ενάγοντες δεν έχει αποδείξει την πραγματική απώλεια - την συνήθη ζημιά, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στον καθορισμό και στην επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Δικαιούνται όμως οι ενάγοντες (βλ. Αγγελίδης & Φιλίππου (πιο πάνω)) προστακτικό διάταγμα (Injunction) για την άρση της παράνομης επέμβασης έτσι ώστε να τερματιστεί η παρανομία στο μέλλον. Ενόψει των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο εναγόμενος, και/ή οι υπαλλήλοι, και/ή οι αντιπρόσωποι του και/ή οιοσδήποτε έλκει δικαιώματα από αυτόν, να παύσει να επεμβαίνει καθ΄οιονδήποτε τρόπο στην ακίνητη περιουσία των εναγόντων ήτοι στα βοηθητικά δωμάτια της υπ΄αρ. εγγραφής 27071, Φ/Σχ. 51/03.4.14, τεμάχιο 3271, η οποία βρίσκεται στην οδό 25ης Μαρτίου και Δημήτρη Μαυρογένους στην Πάφο. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο εναγόμενος διατάσσεται να άρει κάθε επέμβαση επί του προαναφερόμενου μέρους της πιο πάνω περιγραφόμενης ακίνητης περιουσίας των εναγόντων, εντός 4 μηνών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος. Στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες πέτυχαν στην βασική τους απαίτηση, αυτής της παράνομης επέμβαση, απέτυχαν να αποδείξουν όμως την ύπαρξη ζημίας εξ΄αιτίας αυτής της επέμβασης ενώ η αξίωση για επιδίκαση αποζημιώσεων έχει απορριφθεί συνεπώς με βάση τα νομολογηθέντα (βλ. Μαρούλλα Παπακοκκίνου κ.α ν. Μιχαήλ Θεοδοσίου
(1991)1 ΑΑΔ 379 Anglo-Cyprian Trade Agencies Ltd v. Paphos Wine Industries Ltd
(1959)1 All E.R. 873 και Winfield and Jolowicz on Tort, 9η έκδοση στην σελίδα 565) κρίνω ορθό όπως μη εκδώσω καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο