Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας , Αρ. Αγωγής 941/04 , 11/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 941/04 Μεταξύ: Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου
- Αλέκας Π. Παπακόκκινου Εναγουσών και Κυπριακής Δημοκρατίας
- Διά του Υπουργού Εσωτερικών
- Διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ----- Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 12.2.2010 Μεταξύ: Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου
- Αλέκας Π. Παπακόκκινου Εναγουσών και
- Κυπριακής Δημοκρατίας διά του
- Υπουργού Εσωτερικών
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Δήμου Πάφου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 17.5.2012 για διαγραφή Υπεράσπισης Ημερομηνία: 11 Οκτωβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες - Αιτήτριες: κα Αλέκα Παπακόκκινου (κ. Μ. Μυτίδης ν΄ ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η αίτηση: κα Ι. Τσιντίδου (κα Ε. Κόκκινου ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγουσες αξιώνουν αποζημιώσεις για ζημιές που έχουν υποστεί και απορρέουν από την απόφαση του Δήμου Πάφου να απορρίψει την αίτηση τους για άδεια οικοδομής, η οποία στη συνέχεια παραμερίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στη Δευτεροβάθμια Δικαιοδοσία του, με την απόφαση του ημερομηνίας 19.7.
- Αρχικά η Αγωγή είχε εγερθεί εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία με την Υπεράσπιση της που καταχωρήθηκε στις 23.1.2008, ήγειρε ως προδικαστική ένσταση θέμα περί λανθασμένου Εναγόμενου και ότι αρμόδιο πρόσωπο εναντίον του οποίου θα έπρεπε να καταχωρηθεί η Αγωγή ήταν ο Δήμος Πάφου. Ακολούθησε στις 23.6.2008 η καταχώρηση από μέρους των Εναγουσών της Απάντησης τους στην Υπεράσπιση και στις 14.1.2010 αίτηση τους για τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης. Στις 12.2.2010 εκδόθηκε εκ συμφώνου, στην αίτηση για τροποποίηση, διάταγμα συνένωσης του Δήμου Πάφου ως Εναγόμενου 2 και τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, η ανάγκη των οποίων προέκυψε από την αλλαγή του τίτλου της Αγωγής και του ύψους των αποζημιώσεων που αξιώνονται. Τα δικόγραφα μετά την τροποποίηση συμπληρώθηκαν στις 8.2.2012 με την καταχώρηση εκ μέρους των Εναγουσών της Απάντησης τους στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου
- Στη συνέχεια η Εναγόμενη 1 καταχώρησε την αίτηση ημερομηνίας 13.3.2012 με την οποία επιζητεί όπως τα νομικά σημεία και οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρει στην Υπεράσπιση της στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, αποφασιστούν πριν την ακρόαση της Αγωγής. Στην αίτηση αυτή η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί, οι Ενάγουσες στις 23.4.2012 καταχώρησαν ένσταση και ακολούθως καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, με την οποία επιζητούν την ακύρωση και/ή διαγραφή και/ή απόρριψη και/ή παραμερισμό της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 15.3.
- Η αίτηση βασίζεται στην Δ.25 θ.1 - 5, Δ.33 θ. 1-15, Δ.16 θ.1-11, Δ.64 θ.1-4, Δ.19 θ.1-27, Δ.20 θ.1 - 5, Δ.21 θ.1 - 15, Δ.24 θ.2 - 6, Δ.27 θ.1 - 3, Δ.57 θ.2 - 4, Δ.48 θ. 1 - 4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών των άρθρων 29, 31, 32 και 49 του Νόμου 14/60, του Άρθρου 30 του Συντάγματος, του Άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, επί της Πρακτικής και Συμφυών Eξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της Βερεγγάριας Παπακόκκινου - Ενάγουσας 1, ημερομηνίας 17.5.
- Με την ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα 1 τονίζει την πολύ μικρή έκταση των τροποποιήσεων στις οποίες είχαν προβεί οι Ενάγουσες που αφορούσαν απλώς στην προσθήκη συνεναγόμενου και αύξηση του ποσού των αποζημιώσεων που ζητούν ώστε, κατά την άποψη της, να μην δικαιολογούνται τόσες αλλαγές στο δικόγραφο της Εναγόμενης
- Εισηγείται επίσης ότι αλλοίωση και/ή προσθήκη νέων ισχυρισμών στην Υπεράσπιση που δεν προκύπτουν από το διάταγμα τροποποίησης και το τροποποιημένο δικόγραφο των Εναγουσών, είναι δυνατή μόνο με την εξασφάλιση διατάγματος τροποποίησης της Υπεράσπισης, κάτι που δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Περιλαμβάνει επιπρόσθετα στην Ένορκη της Δήλωση και αριθμό ισχυρισμών που άπτονται της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων, που δεν χρειάζεται να επαναλάβω για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας εφόσον είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ ης η αίτηση η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Στάθη Ερωτοκρίτου, ημερομηνίας 19.6.2012, δικηγόρου της Δημοκρατίας και τοποθετημένου στο Επαρχιακό Γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας στην Πάφο. Οι λόγοι ένστασης είναι οι εξής: «(α) Η αίτηση και η ένορκος δήλωση που την συνοδεύει είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες. (β) Η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση και/ή ικανοποιητική εξήγηση ή λόγος και/ή ικανοποιητικός λόγος για την καθυστέρηση στην καταχώρησή της. (γ) Η αίτηση όχι μόνον έχει αναιτιολόγητα καταχωρηθεί καθυστερημένα αλλά και προκύπτει ότι καταχωρήθηκε κακόπιστα αφού έγινε μετά την καταχώρηση της αίτησης από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας - Εναγομένου αρ. 1 για να προδικαστούν τα νομικά σημεία. (δ) Η αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν εξειδικεύει τους λόγους για τους οποίους ζητείται ουσιαστικά διαγραφή ολόκληρης της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης του εναγομένου αρ. 1 και οι αόριστες και ασαφείς αναφορές που δίνονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν είναι επαρκείς για να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (ε) Ο ισχυρισμός των Εναγουσών ότι το δικόγραφο ημερομηνίας 15/3/2010 καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 1 εκπρόθεσμα είναι αβάσιμος και ανυπόστατος και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται οποιοδήποτε αίτημά τους στη βάση του κατ΄ ισχυρισμόν τους εκπρόθεσμου της καταχώρησής τους. (στ) Αβάσιμος και ανυπόστατος είναι και ο ισχυρισμός των Εναγουσών περί δήθεν λανθασμένου και ανύπαρκτου τίτλου του δικογράφου ημερομηνίας 15/3/2010 και που δεν δικαιολογεί την αιτούμενη θεραπεία. (ζ) Επηρεάζεται το συνταγματικό δικαίωμα των Εναγομένων για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης. (η) Δεν είναι ούτε ορθό, ούτε εύλογο, ούτε δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (θ) Δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα». Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι από έρευνα στο Φάκελο της υπόθεσης διαφάνηκε ότι το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα και η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκαν στις 25.2.2010 και επιδόθηκαν στην Εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση την 1.3.2010, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση επίδοσης, ημερομηνίας 3.3.
- Η Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1 στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, καταχωρήθηκε στις 15.3.2010, δηλαδή εντός της προθεσμίας των 14 ημερών από την επίδοση που προνοεί η Δ.21, θ.1
(1)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Σημειώνεται ότι το διάταγμα τροποποίησης προέβλεπε προθεσμία είκοσι ημερών για την καταχώρηση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης ενώ για τα υπόλοιπα δικόγραφα διατάχθηκε όπως ακολουθηθούν οι θεσμοί. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα περί εκπρόθεσμης καταχώρησης της Υπεράσπισης, ως η θέση των Αιτητριών, αλλ΄ ούτε και περί εκπρόθεσμης καταχώρησης του τροποποιημένου δικογράφου των Αιτητριών, ως η θέση της Καθ΄ ης η Αίτηση, εφόσον αυτό καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας των είκοσι ημερών που έθετε το διάταγμα τροποποίησης. Όσον αφορά την εισήγηση της Εναγόμενης 1 περί εκπρόθεσμης Απάντησης, από το Φάκελο της Υπόθεσης διαφαίνεται ότι στις 22.3.2010 εκδόθηκε διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρησης της για 45 μέρες σε μονομερή αίτηση των Αιτητριών ημερομηνίας 22.3.
- Η Απάντηση καταχωρήθηκε στις 6.5.2010, δηλαδή εντός της προθεσμίας των 45 ημερών, οπότε η πιο πάνω εισήγηση της Εναγόμενης 1 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Έχω εξετάσει επίσης την εισήγηση των Αιτητριών περί λανθασμένου τίτλου της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 που καταχωρήθηκε μετά την τροποποίηση και δεν έχω αντιληφθεί σε τι συνίσταται το λάθος. Αν εννοείται ότι το γεγονός της τροποποίησης του τίτλου θα έπρεπε να αναγραφεί πάνω από τον αρχικό τίτλο, όπως έγινε με τη νέα Έκθεση Απαίτησης που καταχώρησαν οι Αιτήτριες, και όχι υπεράνω του νέου τίτλου, όπως διαμορφώθηκε με την τροποποίηση και έτσι έκαμε η Εναγόμενη 1, ο ορθός τρόπος είναι εκείνος που επέλεξε η Εναγόμενη 1 όπου διαφαίνεται καθαρά ποιός είναι ο νέος τίτλος που προκύπτει. Ο Ερωτοκρίτου, στην ένορκη του δήλωση, τονίζει το καθυστερημένο στάδιο καταχώρησης της παρούσας αίτησης, εισηγούμενος ότι η τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης κατέστησαν αναγκαία τη συμπερίληψη και άλλων ισχυρισμών στην Υπεράσπιση τους που δεν περιλαμβάνοντο στο αρχικό δικόγραφο της Εναγόμενης
- Προβάλλει ότι ως αποτέλεσμα της προσθήκης του Δήμου Πάφου ως Εναγόμενου 2, αναπόφευκτα η όλη δομή της ήδη καταχωρημένης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 έχει αλλάξει και εγείρονται επιπρόσθετα δικαιωματικά θέματα συνεναγόμενου. Είναι η θέση του επιπρόσθετα ότι στην ουσία η Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1 παραμένει η ίδια και απλά στο νέο δικόγραφο περιλήφθηκαν ισχυρισμοί που σχετίζονται με την προσθήκη του Δήμου Πάφου ως συνεναγόμενου. Σε καμιά περίπτωση με το νέο δικόγραφο του η Εναγόμενη 1 μεταβάλλει τις θέσεις της που έθεσε με το αρχικό δικόγραφό της. Η νομική βάση της ένστασης είναι η Δ.19 θ. 1- 27, Δ.25, Δ.27 θ. 3, Δ.39 και Δ.48 θ. 1 - 4 και 9 και Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται βασικά στη Δ.19 Θ.26 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Ο αντίστοιχος θεσμός των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών είναι η Δ.19 Θ.
- Η Διαταγή 19 Θ.26 των δικών μας θεσμών, επιτρέπει την διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο Θ.4 της Δ.19 επιτάσσει όπως τα δικόγραφα περιέχουν εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Η έννοια του ουσιαστικού σχετίζεται εδώ με ό,τι είναι απαραίτητο. ´Oμως το ουσιαστικό γεγονός εξαρτάται πάντοτε από τις φυσικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Οι διάδικοι θα πρέπει να τηρούν τους Θεσμούς των δικογράφων και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να τους υποδείξει τον τρόπο που θα πρέπει να καταγράφουν τις αντίστοιχες θέσεις τους (βλ. Knowles v. Roberts
(1988)38 Ch. D 263, 270). Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.14 κανένα δικόγραφο εκτός κατόπιν άδειας τροποποίησης δεν πρέπει να εγείρει νέα βάση απαίτησης ή να περιέχει οποιονδήποτε ισχυρισμό γεγονότος μη σύμφωνο με τα προηγούμενα δικόγραφα του διαδίκου που υποβάλλει το δικόγραφο. Έχει νομολογηθεί ότι η Δ.19 θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους του δικογράφου και όχι ολόκληρης της Αγωγής (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 Γ ΑΑΔ 1338, 1343). Τέτοιο δικαίωμα διαγραφής ολόκληρου του δικογράφου έχει στα πλαίσια της εγγενούς και συμφυούς εξουσίας του εφόσον αυτό κριθεί επιπόλαιο και ενοχλητικό. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει ισχυρισμούς είναι αναμφίβολα δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων αντίθετων με τους κανόνες που έθεσε η Δ.19 Θ.4 (Drummond - Jackson v. British Medical Association and Others
(1970)1 All E.R. 1094, Mavromoustaki v. Yeroudis
(1965)1 CLR 176, In Re Pelmaco Development Ltd - v - In Re The Companies Law, CAP 113
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685). Κύριος σκοπός της Δ.19 Θ.26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης για διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27, Θ.3. Γενικά κρίνονται ως σκανδαλώδη, ενοχλητικά και αχρείαστα τα θέματα εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα και προσβλητικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς. Αν όμως είναι σχετικά δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος εκτός και εάν είναι εμφανώς άσχετος (The Annual Practice, 1953, σελ. 366, 367, Rossage v. Rossage and Others
(1960)1 All E.R. 600, Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, 439). Περαιτέρω υπενθυμίζεται ο γενικός κανόνας της δικογραφίας ότι δεν πρέπει να προκαλείται αμηχανία στον αντίδικο. (βλ. Davy v Garret, 7 Ch.D 486). Γι' αυτό το κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει εκείνα τα γεγονότα που δίνουν στον αντίδικο την αναγκαία πληροφόρηση για το τι θα αντιμετωπίσει κατά την δίκη. Στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)L.R 8 Ch. 499, 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια των ισχυρισμών που είναι σκανδαλώδεις σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Millington v. Loring
(1880)6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι μόνο το γεγονός ότι ένα θέμα αποκαλύπτει ένα σκανδαλώδες γεγονός δεν θεωρείται σκανδαλώδες εν τη εννοία του Δικαστικού Κανονισμού αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό ("embarrassing") το οποίο προκαλεί σύγχυση, σχετική είναι η υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914), 111 L.T. 512, C.A. Αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί θεωρούνται «ενοχλητικοί» αν είναι τόσο άσχετοι ώστε αν παραμείνουν θα προκαλέσουν αχρείαστα έξοδα και θα επηρεάσουν την δίκη εφόσον θέτουν τους διαδίκους σε μια διαφορά εκτός των επίδικων θεμάτων. Σημειώνεται ότι η αίτηση βασίζεται επίσης στις πρόνοιες της Δ.27 Θ. 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία επιτρέπει την διαγραφή δικογράφου που δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση ή σε περίπτωση που η Αγωγή ή Υπεράσπιση είναι μηδαμινή ή ενοχλητική στη βάση των δικογράφων με αποτέλεσμα την αναστολή ή απόρριψη της Αγωγής. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.19 Θ.26 και Δ.27 Θ.3) η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (βλ. Drummond - Jackson v. British Medical Association and others (ανωτέρω), Ιn Re Pelmako Development Ltd (ανωτέρω) και Cyprus Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1852, 1860). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία Αγωγής ή Υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1953, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R 418, C.A). Ούτε επίσης είναι επιτρεπτή η εξέταση σε βάθος της Υπεράσπισης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Βullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) στη σελ. 144 σε τέτοια αίτηση το ερώτημα που τίθεται δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση Αγωγής αλλά αν αποκαλύπτεται μια εύλογη βάση Αγωγής ή Υπεράσπισης. Αίτηση για παραμερισμό δικογράφου στη βάση της Δ.27 θ.3 (πανομοιότυπη με τη Δ.25 θ.4 των παλιών Αγγλικών θεσμών), θα πρέπει να γίνεται πριν την καταχώρηση του επόμενου δικογράφου (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 575), προς αποφυγή περιττών εξόδων. Στην παρούσα περίπτωση σημειώνεται ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση της Απάντησης των Εναγουσών στην Υπεράσπιση αλλά και μετά την αίτηση της Εναγόμενης 1 για εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων. Ως εκ της φύσεως όμως της αίτησης και της συμπερίληψης του θέματος των αντικανονικών τροποποιήσεων της Υπεράσπισης στην Απάντηση των Εναγουσών δεν κρίνω την καταχώρηση της αίτησης στο στάδιο αυτό της διαδικασίας μοιραία για την έκβαση της. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας αίτησης, από τη μακροσκελή Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας 1 - Αιτήτριας, ο λόγος για τον οποίο επιζητείται η απόρριψη της Υπεράσπισης συνοψίζεται στο ότι αυτή δεν περιορίστηκε σε απάντηση των νέων ισχυρισμών που εισήχθησαν με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, αλλά η Εναγόμενη 1 θεώρησε την τροποποίηση ως ευκαιρία για τροποποίηση και του δικού της αρχικού δικογράφου. Έχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή τα δικόγραφα, τόσο τα αρχικά όσο και εκείνα που προέκυψαν από την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Η έρευνα μου κατέδειξε ότι η ουσία των δύο Υπερασπίσεων της Εναγόμενης 1 είναι η ίδια. Η κύρια υπεράσπιση, δηλαδή περί λανθασμένου τίτλου, σ΄ όσον αφορά την ευθύνη του Δήμου Πάφου για καταβολή αποζημιώσεων, την υποβολή αίτησης στον Εναγόμενο 2 για άδεια οικοδομής κ.α., παραμένει η ίδια. Η διαφορά εντοπίζεται στο ότι η Εναγόμενη 1 με τη νέα Υπεράσπιση, προβαίνει σε μια πιο λεπτομερή και εμπεριστατωμένη παράθεση των θέσεων της, ορισμένες από τις οποίες αφορούν και στις προδικαστικές ενστάσεις. Διαφέρουν επίσης στον τρόπο καταγραφής των διαφόρων ισχυρισμών. Παρουσιάζεται επιπρόσθετα μια ανακολουθία ή και σύγχυση σε σχέση με το παραδεκτό ή όχι των παραγράφων 4 και 5 της Έκθεσης Απαίτησης όπου στην αρχική Υπεράσπιση η Εναγόμενη 1 παραδέχεται το περιεχόμενο τους γενικά (πλην ενός ισχυρισμού) ενώ στην νέα Υπεράσπιση αρνείται τις εν λόγω παραγράφους. Το ίδιο συμβαίνει και με τις παραγράφους 6 και 7 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης όπου ενώ υπήρχε σαφής παραδοχή του περιεχομένου τους στο αρχικό δικόγραφο της, στο νέο δικόγραφο η Εναγόμενη 1 αρνείται τις εν λόγω παραγράφους. Οι μόνοι ισχυρισμοί της Εναγόμενης 1 στο νέο δικόγραφο της που δεν περιλήφθησαν στην αρχική Υπεράσπιση αλλά σαφώς προκύπτουν από την ουσία των τροποποιήσεων του τίτλου της Αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης, είναι εκείνοι των παραγράφων 12 και
- Οι εν λόγω ισχυρισμοί αναφέρονται στις αποζημιώσεις που αξιώνονται από τις Ενάγουσες και απαντούν επιπρόσθετα στη νέα παράγραφο 9 (α) που προστέθηκε με το διάταγμα τροποποίησης καθώς και στο θέμα της ευθύνης του Εναγόμενου 2 σε περίπτωση που οι Ενάγουσες πετύχουν στην Αγωγή τους και εκδοθεί απόφαση εναντίον της Εναγόμενης
- Συνεπώς βρίσκω ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις παραγράφους 12 και 14 του νέου δικογράφου της Εναγόμενης 1 δεν έχουν οτιδήποτε το επιλήψιμο. Όσον αφορά τις προδικαστικές ενστάσεις, ενώ στο αρχικό δικόγραφο υπάρχει μόνο μία που αναφέρεται στο λανθασμένο όνομα της Εναγόμενης 1 και ότι ορθός διάδικος είναι ο Εναγόμενος 2 ως η αρχή που εξέδωσε την απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, στη νέα Υπεράσπιση υπάρχουν ουσιαστικά 4 προδικαστικές ενστάσεις υπό στοιχεία α - δ κάτω από τον μανδύα ουσιαστικά μιας ένστασης που είναι η παράγραφος
- Η ουσία της προδικαστικής ένστασης υπό στοιχείο α περί λανθασμένου ονόματος της Εναγόμενης 1, είναι η ίδια με εκείνη που υπάρχει και στο παλιό δικόγραφο της Εναγόμενης
- Το ίδιο ισχύει και για την προδικαστική ένσταση υπό στοιχείο β που αναφέρεται στον Δήμο Πάφου ως την αρμόδια αρχή εναντίον της οποίας θα έπρεπε να κινηθούν δικαστικά οι Ενάγουσες για απαίτηση αποζημιώσεων. Τελικά ο Δήμος Πάφου προστέθηκε με το διάταγμα τροποποίησης που εξασφάλισαν οι Ενάγουσες ως Εναγόμενος
- Και οι δύο προδικαστικές ενστάσεις στο αρχικό δικόγραφο περιλήφθηκαν στην παράγραφο 1 αυτού. Είναι φανερό ότι η Εναγόμενη 1 με τη νέα Υπεράσπιση προέβη σε τροποποιήσεις σ΄ όσον αφορά τον τρόπο σύνταξης της προδικαστικής της ένστασης που περιείχετο στο παλιό της δικόγραφο. Μελετώντας την ουσία των προδικαστικών ενστάσεων υπό στοιχεία 1 (α) (β) είναι φανερό ότι αυτές προέκυψαν από την τροποποίηση που επήλθε στον τίτλο της Αγωγής. Συνεπώς δεν βρίσκω οτιδήποτε το μεμπτό σε σχέση με το περιεχόμενο ή ακόμα και με τον τρόπο σύνταξης τους. Όσον αφορά τις ενστάσεις υπό στοιχεία 1 (γ) και (δ), αυτές δεν προβλήθηκαν στο αρχικό δικόγραφο υπό τύπο προδικαστικών ενστάσεων, αλλά το περιεχόμενο τους συνιστούσε μέρος της Υπεράσπισης και συγκεκριμένα περιλαμβάνετο στην παράγραφο
- Συνεπώς δεν τίθεται θέμα συσχετισμού τους με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Ενόψει όλων των πιο πάνω οι Αιτήτριες έχουν τεκμηριώσει τον ισχυρισμό τους περί τροποποίησης της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 χωρίς την εκ των προτέρων άδεια του Δικαστηρίου. Το γεγονός της τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης και της ανάγκης που προέκυψε καταχώρησης νέας Υπεράσπισης δεν δίνει αυτόματα το δικαίωμα στην Εναγόμενη 1 να προβεί σε τροποποίηση της Υπεράσπισης της κατά το δοκούν ή σε μια πιο λεπτομερή παράθεση της Υπεράσπισης της ή σύνταξη της με διαφορετικό τρόπο. Οι νέοι ισχυρισμοί που μπορούν να προβληθούν στο νέο δικόγραφο της Εναγόμενης 1 θα πρέπει να σχετίζονται με την τροποποίηση στην οποία προέβησαν οι Αιτήτριες και σκοπό έχουν να απαντήσουν στις νέες θέσεις των Εναγουσών διαφορετικά δεν υπήρχε λόγος για καταχώρηση νέας Υπεράσπισης. Από το περιεχόμενο του νέου δικογράφου οι αλλαγές οι οποίες δεν μπορούν να διαχωρισθούν αν και στην ουσία τους δεν μεταβάλλουν δραστικά τη γραμμή της Υπεράσπισης εντούτοις θεωρούνται μια ανωμαλία με σοβαρές επιπτώσεις. Η σημασία της έγκειται στο ότι η δίκη τροχιοδρομείται στη βάση των δικογράφων που καταχωρήθηκαν σύμφωνα με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς που παρέκκλιση των κανόνων σύνταξης τους θα επηρεάσει την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Όσον αφορά το θέμα χρόνου καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, είναι αδιαμφισβήτητο ότι αν και η νέα Υπεράσπιση καταχωρήθηκε δύο σχεδόν χρόνια πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και η Απάντηση των Αιτητριών μετά από δύο μήνες περίπου, εντούτοις κρίνω ότι δεν είναι υπέρμετρη υπό της περιστάσεις έχοντας κατά νου ότι η Αγωγή ήταν εκτός πινακίου για περίπου δύο χρόνια. Σημειώνεται ότι το θέμα καθυστέρησης στην προώθηση της αίτησης δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας αλλά συνεκτιμάται με τους άλλους παράγοντες. Σημειώνεται επίσης ότι δεν έχει ακόμη ξεκινήσει η ακρόαση της Αγωγής οπότε κανένα δυσμενή επηρεασμό δεν θα έχει η Εναγόμενη 1 στον χειρισμό της Υπεράσπισης της. Από τα στοιχεία ενώπιον μου εφόσον οι πλείστοι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης στην τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης περιλαμβάνονται και στην αρχική Υπεράσπιση, με διαφορετική όμως διατύπωση, σειρά και τρόπο παράθεσης τους και από την άλλη είναι δυνατός ο διαχωρισμός των ισχυρισμών αυτών με εκείνους που προκύπτουν από την τροποποίηση και δεν έχουν οτιδήποτε το επιλήψιμο, που είναι οι παράγραφοι 1 (α) (β), 12 και 14, είμαι της γνώμης ότι δεν τίθεται θέμα περί ανυπόστατου δικογράφου με επακόλουθο την απόρριψη του. Ενόψει όλων των πιο πάνω και συμφώνως των εξουσιών που παρέχονται στο Δικαστήριο από τη Δ.19 θ.26 και έχοντας κατά νου τις συνθήκες της υπόθεσης σε συνάρτηση με την μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται εφόσον αν και η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.4.2004 δεν άρχισε ακόμη η ακροαματική της διαδικασία αλλά και για εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, κρίνω δίκαιο όπως η Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1 λάβει την αρχική της μορφή με την εισαγωγή επιπρόσθετα των παραγράφων που άπτονται του διατάγματος τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Κατέληξα στην πιο πάνω απόφαση μου αφού έλαβα υπόψη και ότι είναι δύσκολος αν όχι αδύνατος ο διαχωρισμός των παραγράφων που έχουν ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο με το αρχικό δικόγραφο από τις άλλες που το περιεχόμενο τους διαφέρει από το αρχικό δικόγραφο. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης στην τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης ως εξής: α) Με τη διαγραφή των παραγράφων 1 (γ) (δ), 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 13, 15 και 16 και την αντικατάσταση τους με τις παραγράφους 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 της αρχικής Υπεράσπισης με τις αναγκαίες αναπροσαρμογές στην αρίθμηση των παραγράφων. β) Η αρίθμηση των παραγράφων 1 (α) (β), 12 και 14 που παραμένουν να τροποποιηθεί ανάλογα. Το νέο δικόγραφο που προκύπτει συνεπεία του πιο πάνω διατάγματος τροποποίησης να καταχωρηθεί σε 7 μέρες από σήμερα και να επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί σε άλλες 7 μέρες από την επίδοση της Υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητριών και σε βάρος της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) ........... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για ακύρωση, διαγραφή, απόρριψη, παραμερισμό υπεράσπισης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο