← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 49/08, 8/8/2012

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 49/08, 8/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 49/08 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Ενάγοντας και ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Εναγόμενος Ημερομηνία: 8.8.2012. Για Ενάγοντες: κ. Ζύμπηλος. Για Εναγόμενο: κ. Αλεξάνδρου. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων με την παρούσα αγωγή αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €512.58 (Λ.Κ.300) πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του ο ενάγων αξιώνει τα πιο πάνω δυνάµει μιας τραπεζικής επιταγής της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, µε αριθµό 96414518, ηµερ. 9.12.07 την οποία εξέδωσε ο εναγόµενος, στην Επαρχία Πάφου, εις διαταγή και/ή προς όφελος του ενάγοντα και η οποία αφού παρουσιάσθηκε δεόντως προς είσπραξη από τον ενάγοντα προσωπικά και/ή δια αντιπροσώπου, δεν τιµήθηκε υπαιτιότητι του εναγοµένου και/ή επιστράφηκε απλήρωτη µε την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ» και/ή άλλως πως. Ο ενάγων κάλεσε επανειληµµένα τον εναγόµενο να του εξοφλήσει το ως άνω οφειλόµενο ποσό εκ €512.58 (Λ.Κ.300), πλήν όµως ο εναγόµενος αµελεί και/ή παραλείπει και/ή αρνείται την πληρωµή τούτου µέχρι σήµερα. Στην Έκθεση Υπεράσπισης του ο εναγόμενος αρνείται τα όσα αναφέρει ο ενάγων αναφορικά με την εν λόγω επιταγή και ισχυρίζεται ότι η επιταγή αυτή δόθηκε από τον εναγόµενο στον πατέρα του µε σκοπό να εξοφληθεί συγκεκριμένη απαίτηση που αφορούσε άλλο πρόσωπο. Ο πατέρας του εναγοµένου µετά την παραλαβή της επιταγής από τον εναγόμενο παρακάθισε σε παράνομο χαρτοπαίγνιο που διενεργούσε ο ενάγοντας και στα πλαίσια της διεξαγωγής αυτού φαίνεται να δόθηκε η επιταγή στον ενάγοντα από τον πατέρα του εναγόµενου. Μόλις ο εναγόμενος πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό έδωσε εντολή στην τράπεζα για µη εξόφληση της επιταγής. Είναι λοιπόν η θέση του εναγόμενου ότι oυδέποτε έδωσε την επιταγή αυτή στον ενάγοντα, ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε νόµιµο αντάλλαγµα από τον ενάγοντα προς τον εναγόµενο για αυτήν και ότι αυτή δόθηκε στον ενάγoντα από τον πατέρα του εναγόμενου χωρίς εντολή δική του και για παράνοµο σκοπό. Ως εκ των άνω είναι η θέση του ότι η εναντίoν του αγωγή είναι νόµω και oυσία αβάσιµος και ζητά από το Δικαστήριο την απόρριψη της με έξοδα υπέρ του. Για την απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος και ακόμη ένας μάρτυρας. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του εναγόμενου κατάθεσε ο ίδιος και επίσης ένας μάρτυρας. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 3 τεκμήρια. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγοντας, του οποίου η εκδοχή ως προς τα γεγονότα ήταν ουσιαστικά η ακόλουθη: Ο ενάγοντας κατά τον επίδικο χρόνο πουλούσε λαχεία. Κατά την 9.12.07 ο εναγόμενος εξέδωσε εις διαταγή και προς όφελος του ενάγοντα την τραπεζική επιταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ HELLENIC ΒΑΝΚ, με αριθμό 96414518, ημερομηνίας 9.12.07 για το ποσό των €512.58 (Λ.Κ.300) (τεκμήριο 2). Το αντάλλαγμα που έδωσε ο ενάγοντας στον εναγόμενο για να παραλάβει την εν λόγω επιταγή ήταν λαχεία του κρατικού λαχείου αξίας Λ.Κ.20 και το ποσό των Λ.Κ.280 σε μετρητά. Η επιταγή δόθηκε από τον εναγόμενο στον ενάγοντα υπογραμμένη, με την ημερομηνία που φέρει και με συμπληρωμένο το ποσό αλλά με κενό το μέρος όπου αναγράφεται το όνομα του δικαιούχου, όπου ο ενάγοντας έγραψε το όνομα του αργότερα όταν την πήρε για να την καταθέσει. Ο ενάγοντας παρουσίασε την επιταγή δεόντως προς είσπρα­ξη, δηλαδή την έκανε κατάθεση για να πληρωθεί από την πληρώτρια τράπεζα. Η επιταγή όμως δεν τιμήθηκε υπαιτιότητι του εναγομένου και επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ», για τον λόγο ότι ο εναγόμενος σταμάτησε την πληρωμή της με οδηγίες του στην προαναφερόμενη τράπεζα. Ο ενάγοντας κάλεσε επανειλημμένα τον εναγόμενο να εξοφλήσει το πιο πάνω οφει­λόμενο ποσό πλην όμως εκείνος δεν το πλήρωσε μέχρι την καταχώρηση της αγωγής και μέχρι σήμερα. Ο ενάγοντας γνωρίζει τον εναγόμενο, τον οποίο και αναγνώρισε κατά τη μαρτυρία του εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Τέλος ανέφερε ότι ποτέ του δεν είχε καφενείο όπου διεξαγόταν κυβεία ούτε ποτέ έκανε τραπέζι στο οποίο να διεξάγεται τέτοια. Ο ενάγοντας θα πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές και συνεπείς, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά η εκδοχή του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Το κατά πόσο ο δικηγόρος του του είπε τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι δηλ. την επιταγή την έδωσε στον πατέρα του, ο οποίος έκατσε στο κουμάρι και μετά την έδωσε στον ενάγοντα, κρίνω ότι δεν αποτελεί ουσιώδες θέμα και μάλιστα τέτοιο που να κλονίζει την αξιοπιστία του ενάγοντα σε βαθμό ώστε να θεωρείται η μαρτυρία του απορριπτέα στο σύνολο της. Αυτό γιατί ήταν ρητή και σταθερή η θέση του για το πως περιήλθε στην κατοχή του η επίδικη επιταγή και έδωσε σαφείς και άμεσες απαντήσεις για το θέμα αυτό κατά την αντεξέταση του. Το ότι στην Απάντηση του στην Υπεράσπιση δεν γίνεται αναφορά για το ισχυριζόμενο στη μαρτυρία του αντάλλαγμα, παρά τη θέση του εναγόμενου στην έκθεση υπεράσπισης, κρίνω ότι επίσης δεν μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία του ενάγοντα. Στο εν λόγω δικόγραφο γίνεται επαρκώς, σύμφωνα με τα περί ορθής δικογράφησης ισχυρισμών, ρητή άρνηση όλων των ισχυρισμών του εναγόμενου και μάλιστα αναφέρεται ότι αυτοί ήταν όψιμοι και/ή φανταστικοί και/ή ύστερο εφεύρημα του. Περαιτέρω ως θα διαφανεί και κατά την έκθεση της νομικής πτυχής του θέματος κατωτέρω, ενόψει του τεκμηρίου του άρθρου 30

(1)του Κεφ. 262, το πρόσωπο που επιζητεί εκτέλεση μιας επιταγής, όπως ο ενάγοντας στην παρούσα, δεν έχει υποχρέωση να δικογραφήσει ή να αποδείξει ότι η επιταγή δόθηκε για αντάλλαγμα. Αντίθετα το βάρος απόδειξης της έλλειψης ή της παρανομίας του ανταλλάγματος το φέρει ο εναγόμενος, ο οποίος και πρέπει να δικογραφήσει τον σχετικό ισχυρισμό του. Αποτελεί επίσης θέση της υπεράσπισης ότι ο ενάγοντας κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε έμμεσα ότι την επίδικη επιταγή του την έδωσε ο πατέρας του εναγόμενου γιατί έχασε σε κυβεία που διεξαγόταν σε συγκεκριμένο καφενείο-λέσχη. Η θέση αυτή στηρίζεται στο ότι σε υποβολή στην αντεξέταση του ότι η επιταγή δόθηκε γιατί ο πατέρας του εναγόμενου έχασε στο κουμάρι ο ενάγοντας απάντησε «Σαν τα προσέχει, αν τα έχασε στο κουμάρι ο πατέρας του». Από την απάντηση αυτή, η οποία περιέχει υπόθεση («αν τα έχασε») και λαμβάνοντας υπόψην τόσο τον τρόπο που απαντούσε ο ενάγοντας κατά τη μαρτυρία του, που μπορεί να λεχθεί ότι σε κάποιες περιπτώσεις εμπεριείχε και στοιχεία ειρωνείας, όσο και το ότι αμέσως μετά σε σχετική υποβολή δεν δέχθηκε ότι η επιταγή του δόθηκε από τον πατέρα του εναγόμενου, όπως δεν δέχθηκε τη θέση αυτή και σε κανένα άλλο σημείο, κρίνω ότι δεν μπορεί να συναχθεί ούτε έμμεσα ότι ο ενάγοντας προέβη σε σχετική παραδοχή, ως η θέση της υπεράσπισης. Ως εκ των άνω η μαρτυρία και συνεπώς και η εκδοχή του ενάγοντα γίνεται δεκτή. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Λούκας Κριθαρίδης, ο οποίος εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα στο παράρτημα Λυκείου Κύκκου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο εναγόμενος το 2007 ήταν πελάτης στο κατάστημα τους και διατηρούσε τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό
  1. Τον Δεκέμβριο του 2007 ο εναγόμενος έδωσε εντολή σε συνάδελφο του μάρτυρα να σταματήσει η επιταγή με αριθμό 96414518 και υπέγραψε σχετικό έντυπο, πιστό αντίγραφο του οποίου κατάθεσε ως τεκμήριο
  2. Στο εν λόγω τεκμήριο, το οποίο φέρει την υπογραφή του εναγόμενου, αναφέρεται ως λόγος για να μην πληρωθεί η επιταγή ότι έχει κλαπεί. Ο μάρτυρας αυτός θα πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Άλλωστε τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Εκείνο που αμφισβητήθηκε ήταν η θέση του ότι όσον αφορά το λόγο ανάκλησης ο εναγόμενος ζήτησε να γραφτεί στο έντυπο ότι η επιταγή έχει κλαπεί. Είπε δε περαιτέρω ότι εάν ο εναγόμενος ζητούσε άλλο λόγο που ήθελε θα μπορούσαν να τον γράψουν. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 πρέπει να λεχθεί ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Αυτό γιατί, ως ο ίδιος ανέφερε, το τεκμήριο 3 δεν συμπληρώθηκε από τον ίδιο, ο οποίος δεν εργαζόταν καν στο συγκεκριμένο κατάστημα της τράπεζας κατά τον επίδικο χρόνο. Συμπληρώθηκε από συγκεκριμένη συνάδελφο του, η οποία όμως δεν κλήθηκε να καταθέσει. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τι ακριβώς συζήτησαν και τι είπε ο εναγόμενος με τη συνάδελφο του όσον αφορά το λόγο ανάκλησης της επιταγής. Σε υποβολή όμως ότι μετά από τα όσα ο εναγόμενος ανέφερε στην συνάδελφο του μάρτυρα εκείνη θεώρησε ότι έπρεπε να βάλει «√» στο σημείο όπου αναφέρεται ότι η επιταγή έχει κλαπεί απάντησε ότι σαν τράπεζα ακολουθούν τις οδηγίες των πελατών τους, οι οποίες πάντα φέρουν και την υπογραφή των πελατών όπως έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου υπάρχει υπογραφή του εναγόμενου με τις πιο πάνω οδηγίες. Η θέση όμως του μάρτυρα για το τι έγινε στην παρούσα περίπτωση προφανώς δεν στηρίζεται σε προσωπική του γνώση αλλά στο ότι, ως ανέφερε, οι οδηγίες της τράπεζας, τις οποίες οι υπάλληλοι της πρέπει να ακολουθούν, είναι να συμπληρώνουν τα έντυπα αυτά με βάση τα έντυπα και τις οδηγίες του πελάτη και όχι όπως θεωρούν οι ίδιοι. Για αυτό λοιπόν το λόγο δεν μπορεί να γίνει δεκτό το μέρος αυτό της μαρτυρίας του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Ε.2, με εξαίρεση το αμέσως πιο πάνω μέρος, γίνεται δεκτή. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο εναγόμενος, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε τα ακόλουθα: Δεν γνωρίζει τον ενάγοντα και τον είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Αναγνώρισε την επίδικη επιταγή και είπε ότι την έβγαλε και την έδωσε στον πατέρα του γιατί ο ίδιος ήταν στρατιώτης, για να πληρώσει ένα χρέος στο Λανίτη, απ' όπου ο εναγόμενος έπιασε κάτι ξύλα για το πελεκανιό που τότε διατηρούσε. Μετά που του έδωσε την επιταγή, όταν πήγε σπίτι ο πατέρας του, τον ρώτησε αν έπιασε τα ξύλα και εκείνος του είπε «Όχι ήμουν στον καφενέ και έπαιξα χαρτιά και έχασα την επιταγή στα χαρτιά». Ο εναγόμενος την άλλη ημέρα το πρωί πήγε στην τράπεζα για να κανσελάρει την επιταγή. Της κοπέλας εκεί της είπε ότι έχασε ο πατέρας του την επιταγή στο κουμάρι. Δεν είδε τι έγραψε η κοπέλα στο έντυπο ανάκλησης μετά από αυτό που της είπε. Όταν του τέθηκε η εκδοχή του ενάγοντα ότι δηλαδή είπε ότι του έδωσε την επιταγή γιατί αγόρασε λαχεία και τα υπόλοιπα του τα έδωσε μετρητά απάντησε ότι ούτε τον γνωρίζει ούτε γνωρίζει τι δουλειά κάνει και δεν δέχτηκε ότι έγινε κάτι τέτοιο. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο πατέρας του εναγόμενου Φίλιππος Στυλιανού, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε τα ακόλουθα: Γνωρίζει τον ενάγοντα 30 χρόνια. Αναγνώρισε την επίδικη επιταγή λέγοντας ότι την έδωσε στον ενάγοντα στο καφενείο που ο ίδιος έπαιζε χαρτιά δηλαδή στη λέσχη του Έντι στην οδό Αγαπήνωρος στην Κάτω Πάφο όπου ο ενάγοντας ήταν υπεύθυνος. Την επιταγή του την έδωσε ο γιος του για να πάει να πάρει ξύλα από το Λανίτη. Έτυχε να περνά από το καφενείο, κατέβηκε εκεί, έπαιζαν τέσσερα άτομα στο τραπέζι, τον προέτρεψαν να κάτσει όπως και έκανε και του έδωσαν 300 φίσιες που αντιστοιχούσαν σε λίρες. Ο ενάγοντας ήταν υπεύθυνος εκεί, έδινε τις φίσιες που έπαιζαν κουμάρι, και εισέπραττε τα λεφτά από τους παίκτες όταν τους έβαζε φίσιες διότι ο ιδιοκτήτης της λέσχης, ο οποίος είναι αδελφότεκνος του ενάγοντα, είναι πτωχεύσας και τους λογαριασμούς των επιταγών τους αναλάμβανε ο ενάγοντας. Μετά ο μάρτυρας έχασε και είπε στον εναγόμενο ότι δεν έχει λεφτά και ότι το μόνο που έχει είναι επιταγή του γιου του. Εκείνος του είπε ότι δεν τον νοιάζει και θα πάρει την επιταγή ως αντάλλαγμα. Στη συνέχεια ο μάρτυρας πήγε στο σπίτι όπου τον ρώτησε ο γιος του αν πήρε τα ξύλα και αυτός του απάντησε «Όχι γιατί την επιταγή την έχασα στο κουμάρι». Όταν είπε στο γιο του ότι έχασε τα λεφτά στο κουμάρι εκείνος του είπε ότι θα πάει στην τράπεζα να την σταματήσει. Δεν είδε ποτέ το γιο του στην πιο πάνω λέσχη. Ο εναγόμενος και ο πατέρας του πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκαναν καλή εντύπωση. Στην προσπάθεια τους να υποστηρίξουν και να πείσουν για την κοινή θέση τους ότι η επιταγή δόθηκε στον ενάγοντα από τον Μ.Υ.2, για σκοπούς εξόφλησης χρέους του τελευταίου από παράνομο χαρτοπαίγνιο, περιέπεσαν σε ουσιώδεις αντιφάσεις τόσο στην ίδια τη μαρτυρία τους όσο και μεταξύ τους. Περαιτέρω η θέση του εναγόμενου όσον αφορά το λόγο που έδωσε στην τράπεζα για να μην πληρώσει την επιταγή δεν είναι πειστική. Συγκεκριμένα: Ο εναγόμενος κατά την κυρίως εξέταση του περιέπεσε από μόνος του σε αντίφαση ως προς το λόγο για τον οποίο κατ' ισχυρισμό έδωσε την επιταγή στον πατέρα του. Συγκεκριμένα ενώ αρχικά είπε ότι θα πλήρωνε χρέος για ξύλα που ήδη είχε πιάσει, στη συνέχεια είπε ότι όταν πήγε ο πατέρας του στο σπίτι τον ρώτησε αν έπιασε τα ξύλα. Στην αντεξέταση του δε όταν ρωτήθηκε αν το χρέος για τα ξύλα υφίστατο και θα το πλήρωνε ή αν θα πήγαινε να αγοράσει τα ξύλα απάντησε ότι θα πήγαινε να το πληρώσει και ότι τα ξύλα ήταν ήδη αγορασμένα. Είπε επίσης ουσιαστικά ότι είχε και σχετικό τιμολόγιο αλλά δεν ξέρει πού το έχει εφόσον εδώ και τέσσερα χρόνια σταμάτησε από αυτή τη δουλειά. Σε υποβολή δε ότι στην κυρίως εξέταση όταν ρωτήθηκε είπε ότι όταν πήγε ο πατέρας του στο σπίτι τον ρώτησε αν έπιασε τα ξύλα, αντιλαμβανόμενος πλέον την αντίφαση του στην κυρίως εξέταση του και προσπαθώντας να τη δικαιολογήσει, είπε ουσιαστικά αλλά μη πειστικά ότι ρώτησε εάν πλήρωσε τα ξύλα. Για το ίδιο θέμα ο πατέρας του εναγόμενου - Μ.Υ.2 στην αντεξέταση σε ερώτηση εάν η συγκεκριμένη απαίτηση υπήρχε στο παρελθόν και θα πήγαινε να την πληρώσει, σε αντίθεση με τη βασική θέση του εναγόμενου, απάντησε αρνητικά και είπε ότι ο γιος του του έδωσε την επιταγή για να πάει να πάρει ξύλα. Περαιτέρω για το ίδιο θέμα, σε αντίθεση με τον εναγόμενο, ο Μ.Υ.2 σε ερώτηση εάν πήρε οποιοδήποτε τιμολόγιο για τα ξύλα απάντησε ουσιαστικά ότι δεν πήρε αφού τα έχασε στο κουμάρι και δεν έπιασε ξύλα. Όταν δε του τέθηκε ότι ο γιος του ανέφερε ότι έχει το τιμολόγιο επέμενε, ουσιαστικά διαψεύδοντας τον. Σε ερώτηση δε στην αντεξέταση του τι ξύλα ήταν αυτά που είχε πάρει, ο εναγόμενος είπε ότι δεν έχει πολλών ειδών και ότι ήγαν για πάγκους ενώ μόνο όταν ρωτήθηκε αν ήταν μορίνες ή πλακάζ ή 4Χ2 απάντησε ότι ήταν μορίνες αλλά και πάλι δεν θυμόταν πόσες ήταν και ποιων διαστάσεων. Ο Μ.Υ.2 σε ερώτηση τι ξυλεία ήταν αυτή που θα έπαιρνε απάντησε ουσιαστικά, και πάλι σε αντίθεση με το γιο του, ότι ήταν διάφορα είδη ξυλείας αλλά δεν θυμόταν συγκεκριμένα. Η δε θέση του εναγόμενου στην κυρίως εξέταση του ότι στην τράπεζα είπε στην κοπέλα ότι έχασε ο πατέρας του την επιταγή στο κουμάρι και ότι δεν είδε τι έγραψε η κοπέλα στο έντυπο ανάκλησης δεν είναι πειστική. Αυτό γιατί ως φαίνεται στο τεκμήριο 3 δηλ. στο εν λόγω έντυπο, υπάρχουν τέσσερις καταγραμμένοι λόγοι ανάκλησης στους οποίους περιλαμβάνεται και το ότι η επιταγή έχει κλαπεί, και ανάλογα σημειώνεται για αυτόν που ισχύει ένα «√». Υπάρχει όμως ακόμη μια θέση, κάτω από τους τέσσερις προαναφερόμενους λόγους, η οποία είναι κενή, προφανώς για να συμπληρώνεται αν ισχύει κάτι άλλο, όπως στην παρούσα. Το δε τεκμήριο 3 είναι υπογραμμένο από τον εναγόμενο κάτι που παραδέχθηκε και άρα δεν είναι ειλικρινής και πειστική η θέση του ότι ουσιαστικά υπέγραψε στο κάτω μέρος του εντύπου αλλά δεν είδε τι καταγράφηκε ανωτέρω με δεδομένο ότι η υπογραφή του είναι στην ίδια σελίδα μόλις λίγο πιο κάτω. Τέλος ο Μ.Υ.2 ενώ στην κυρίως εξέταση του είπε ότι δεν είδε ποτέ το γιο του στη λέσχη του Έντι στην αντεξέταση του σε υποβολή είπε ότι όταν τον ήθελε ο γιος του κάτι πήγαινε στη λέσχη να τον βρει απάντησε ότι ο γιος του πήγαινε στη λέσχη όταν ερχόταν με άδεια για να του δώσει ο ίδιος λεφτά αφού ήταν στρατιώτης και όχι μέσα στη λέσχη αλλά έξω από αυτήν. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο εναγόμενος και ο πατέρας του (Μ.Υ.2) δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία τους δεν γίνεται δεκτή. Νομική πτυχή Οι επιταγές ουσιαστικά ισοδυναμούν με μετρητά (βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz
(1991)1 Α.Α.Δ 239 και James Lamont & Co Ltd v. Hyland Ltd [1958] 1 K.B. 585). Εξ ου και οι υπερασπίσεις που προσφέρονται και μπορούν να εγερθούν είναι πολύ περιορισμένες όπως δόλος, ακυρότητα, παρανομία, έλλειψη ή αποτυχία αντιπαροχής (βλ. και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1A C.L.R. 333. Σύμφωνα με το άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (στο εξής όπου γίνεται αναφορά σε άρθρο θα αφορά το Κεφ. 262) «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει» και εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος ΙΙΙ του Νόμου αυτού οι διατάξεις του που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)«Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή». Στο άρθρο 2 δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί (η παράθεση σε παρένθεση, των όρων στην αγγλική γλώσσα όπως υπάρχουν στο πρωτότυπο κείμενο του Κεφ. 262 γίνεται από το Δικαστήριο για σκοπούς καλύτερης κατανόησης τους με βάση και τη σχετική νομολογία και συγγράμματα): · «αξία» σημαίνει αντιπαροχή, που έχει αξία. · «έκδοση» σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. · «κάτοχος (holder)» σημαίνει το δικαιούχο (payee) ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση (indorsee) συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών (bearer). · «κομιστής (bearer)» σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή. · «παράδοση» σημαίνει τη μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή από ένα πρόσωπο σε άλλο. Τα άρθρα 27 και 30 έχουν ως ακολούθως: «27.-
(1)Αντιπαροχή που έχει αξία για συναλλαγματική δύναται να συνίσταται - (α) Από οποιανδήποτε αντιπαροχή επαρκή να στηρίξει σύμβαση (β) από προηγούμενο χρέος ή υποχρέωση. Το χρέος αυτό ή υποχρέωση θεωρείται αντιπαροχή που έχει αξία είτε η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εν όψει είτε σε μελλοντικό χρόνο.
(2)Όταν δόθηκε κατά οποιοδήποτε χρόνο αξία για τη συναλλαγματική ο κάτοχος (holder) θεωρείται ως κάτοχος για αξία (holder for value) σε σχέση με τον αποδέκτη και όλα τα μέρη της συναλλαγματικής που έγιναν μέρη πριν από το χρόνο αυτό. 30.-
(1)Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.
(2)Κάθε κάτοχος (holder) συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο (holder in due course) αλλά αν σε αγωγή για συναλλαγματική γίνεται δεκτό ή αποδεικνύεται ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία και φόβο, ή παρανομία, το βάρος απόδειξης μετατίθεται, εκτός αν και μέχρις ότου ο κάτοχος αποδείξει ότι, εν συνεχεία του ισχυριζόμενου δόλου ή της παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική». Όσον αφορά το πρόσωπο το οποίο δικαιούται να εισπράξει το καθοριζόμενο στην επιταγή ποσό, ως προκύπτει από τον ορισμό του «κατόχου» στο άρθρο 2 αλλά και από τις διατάξεις των άρθρων 3
(1), 31 και 73 (βλ. και Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 4, παρ. 329 σελ. 142 - στο εξής Halsbury´s) υπάρχουν δύο είδη επιταγών: 1. Η επιταγή στον κομιστή, στην οποία δεν καθορίζεται πρόσωπο στο οποίο θα πληρωθεί, αλλά ο εκάστοτε κομιστής της (bearer) είναι το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να εισπράξει το καθοριζόμενο ποσό. Η επιταγή αυτή σύμφωνα με το άρθρο 31
(2)μεταβιβάζεται-διαπραγματεύεται με παράδοση. 2. Η επιταγή σε διαταγή, στην οποία κατονομάζεται συγκεκριμένο πρόσωπο προς το οποίο θα γίνει η πληρωμή ή σε διαταγή του προσώπου αυτού δηλ. αυτή είναι πληρωτέα σε κατονομαζόμενο πρόσωπο (payee). Η επιταγή αυτή μεταβιβάζεται είτε με την υπογραφή και παράδοση της στον αρχικό δικαιούχο είτε με οπισθογράφηση του κατόχου, η οποία συμπληρώνεται με την παράδοση (βλ. άρθρο 31
(3). Εδώ να σημειωθεί ότι οι φράσεις «κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο» και «νομιμοποιημένος κομιστής» που χρησιμοποιούνται στη μετάφραση του πρωτότυπου αγγλικού κειμένου του Κεφ. 262 στα ελληνικά, δεν αποδίδουν δύο διαφορετικούς όρους αλλά ένα και τον αυτόν ήτοι αυτόν του «holder in due course» (βλ. αγγλικό κείμενο άρθρου 29 και τη μετάφραση αυτού στα ελληνικά). Τον ίδιο όρο αποδίδει ουσιαστικά και η φράση «κάτοχος στην πορεία», η οποία χρησιμοποιείται στη νομολογία (βλ. Damalona Limited v. Αχιλλέα Φεραίου Εισαγωγές-Εξαγωγές Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 342/2008, ημερ. 17.6.11). Το πότε κάποιο μέρος θεωρείται ως νομιμοποιημένος κομιστής προβλέπεται από το άρθρο 29
(1). Ο αρχικός δικαιούχος (payee) στην κατοχή του οποίου παραμένει η επιταγή μπορεί να θεωρηθεί κάτοχος για αξία όχι όμως νομιμοποιημένος κομιστής (holder in due course). Αυτό γιατί ως κρίθηκε στην υπόθεση Jones (R.E.) Ltd v. Waring & Gillow Ltd
(1926)A.C. 670, σύμφωνα με το νόμο, για να καταστεί ένα πρόσωπο νομιμοποιημένος κομιστής, πρέπει η επιταγή να μεταβιβασθεί σε αυτόν ενώ η αρχική παράδοση της επιταγής στο δικαιούχο δεν θεωρείται μεταβίβαση. Με άλλα λόγια νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος στον οποίο η επιταγή έχει διαπραγματευτεί ενώ όσον αφορά τον αρχικό δικαιούχο η επιταγή δεν είναι διαπραγματεύσιμη. (Για τα πιο πάνω βλ. Chalmers and Guest On Bills of Exchange, Cheques and Promissory Notes (17th edition- 2009) par. 1-022 σελ. 15, par. 4-024 σελ. 252 και par. 4-059 σελ. 282 (στο εξής Chalmers and Guest) καθώς και Halsbury's par. 308 σελ.132-133). Από τους ορισμούς δε της «έκδοσης» και «παράδοσης» στο άρθρο 2 προκύπτει ότι η επιταγή θεωρείται ως εκδοθείσα εάν ο τύπος της συμπληρώθηκε δεόντως και αφού συμπληρώθηκε παραδόθηκε σε άλλο πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. Μέχρις ότου η επιταγή εκδοθεί, με την πιο πάνω έννοια, δεν προκύπτει ευθύνη εφόσον είναι ατελής και ανακλητή (βλ. άρθρο 21
(1)και Chalmers and Guest par. 1-026 σελ. 18). Ο δικαιούχος μιας επιταγής είναι ο πρώτος πραγματικός κύριος, από την στιγμή που του παραδίδεται είτε πραγματικά είτε εξυπακουόμενα. Η έκδοση λαμβάνει χώρα με την πρώτη παράδοση στον κάτοχο, δηλαδή τον άμεσα δικαιούχο αυτής κατά τη στιγμή της έκδοσης και προς τον οποίο απευθύνεται (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1Α Α.Α.Δ 714). Ως προκύπτει από το άρθρο 21
(2)για να καταστεί αποτελεσματική η παράδοση μεταξύ των άμεσων μερών (όπως ο εκδότης και ο δικαιούχος) και άρα για να ολοκληρωθεί η έκδοση, η παράδοση της επιταγής πρέπει να γίνει από τον ίδιο τον εκδότη ή από άλλο πρόσωπο αλλά με την εξουσιοδότηση του εκδότη. Στο ίδιο άρθρο (21
(2)δημιουργείται τεκμήριο έγκυρης παράδοσης από όλα τα μέρη πριν από αυτόν το οποίο όμως προστατεύει μόνο τον νομιμοποιημένο κομιστή, στα χέρια του οποίου βρίσκεται η επιταγή. Σύμφωνα δε με το άρθρο 21
(3)όταν η επιταγή δεν βρίσκεται πλέον στην κατοχή του εκδότη ή του οπισθογράφου, η παράδοση από αυτόν τεκμαίρεται έγκυρη και χωρίς όρους μέχρις ότου αποδειχθεί το αντίθετο. Στο σύγγραμμα Chalmers and Guest par. 2-155 σελ. 126 αναφέρεται σχετικά ότι όπου η επιταγή είναι στην κατοχή του αρχικού δικαιούχου ή του κατόχου για αξία, που δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής, το τεκμήριο του 21
(2)για προηγούμενες παραδόσεις δεν ισχύει (αφού καλύπτει μόνο νομιμοποιημένο κομιστή). Όμως ισχύει το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 21
(3)το οποίο θέτει το βάρος απόδειξης ότι δεν υπήρξε παράδοση από τον εκδότη ή ότι η παράδοση ήταν ελαττωματική στο πρόσωπο εναντίον του οποίου επιζητείται η εκτέλεση της επιταγής. Ο δικαιούχος λοιπόν επιταγής σε διαταγή για όσο χρόνο την έχει στην κατοχή του είναι ο κάτοχος της. Εάν ο δικαιούχος την μεταβιβάσει με οπισθογράφηση, ο εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχος (indorsee) καθίσταται ο κάτοχος της για όσο καιρό την έχει στην κατοχή του. Η κατοχή λοιπόν αποτελεί ένα ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της παράδοσης. Η έννοια του κατόχου (holder) περιλαμβάνει τον αρχικό δικαιούχο, τον οπισθογράφο που έχει την επιταγή στην κατοχή του και τον κομιστή αυτής. Ένας κάτοχος μπορεί να είναι απλώς κάτοχος, κάτοχος για αξία ή νομιμοποιημένος κομιστής. Δηλ. ένας κάτοχος μπορεί να μην είναι κάτοχος για αξία (Chalmers and Guest par. 1-022 σελ. 15). Ο ενάγων με βάση τον ορισμό του κατόχου στο άρθρο 2 πρέπει να έχει, κατά την έναρξη της αγωγής, κατοχή της επιταγής. Κατοχή μπορεί να είναι πραγματική ή τεκμαρτή όπως στην περίπτωση που η επιταγή βρίσκεται στα χέρια του αντιπροσώπου του ενάγοντα ή έχει οπισθογραφηθεί και παραδοθεί σε άλλον για είσπραξη ή όπου έχει κατοχή μαζί με άλλα πρόσωπα (βλ. Chalmers and Guest par. 5-057 σελ. 335). Ως έχει διαφανεί πιο πάνω εάν η επιταγή είναι σε διαταγή πρέπει απαραίτητα να καθορίζεται το όνομα συγκεκριμένου προσώπου, το οποίο θα εισπράξει το ποσό σε αντίθεση με επιταγή στον κομιστή που κάθε κάτοχος αυτής είναι και το πρόσωπο που νομιμοποιείται να εισπράξει το ποσό. Φυσικά όπως αναφέρθηκε στην Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1Α Α.Α.Δ 296 με αναφορά στο Halsbury´s Laws of England, 3η έκδ., τόμος 3, παρ. 245, από τη στιγμή που θα δοθεί αξία στην επιταγή και αυτή θα περιέλθει νομίμως στην κατοχή κάποιου αυτός καθίσταται κάτοχος για αξία (holder for value) με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 και υπό αυτή την ιδιότητα, έχει εκ του άρθρου 20 εξουσία να συμπληρώσει την επιταγή με την αναγραφή του ονόματός του ως δικαιούχου (payee) και να την παρουσιάσει για πληρωμή. Για να καταστεί εκτελεστή η επιταγή από ένα αρχικό δικαιούχο, ο οποίος την έχει στην κατοχή του, εναντίον ενός προσώπου το οποίο έγινε μέρος σε αυτήν πριν τη συμπλήρωση της, η επιταγή θα πρέπει να είχε συμπληρωθεί εντός εύλογου χρόνου και αυστηρά σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που δόθηκε. Τα δικαιώματα του αρχικού δικαιούχου ο οποίος την έχει στην κατοχή του η επιταγή συνεπώς θα εξαλειφθούν (be defeated) με απόδειξη ότι η παράδοση είτε δεν έγινε από ή με την εξουσιοδότηση του εκδότη (βλ. άρθρο 20
(2)και Chalmers and Guest par. 5-073 σελ. 348). Σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα par. 2-134, 2-136 και 2-137 σελ. 106-108 η εκ πρώτης όψεως εξουσία που δίδεται από το άρθρο 20
(1)δεν περιορίζεται στο πρόσωπο στο οποίο το ασυμπλήρωτο έγγραφο παραδίδεται αλλά κάθε καλόπιστος κάτοχος μπορεί να το συμπληρώσει. Το άρθρο 20
(2)εκφράζει ένα όρο γενικής εφαρμογής σε όλες τις περιπτώσεις που καλύπτονται από το 20
(1). Περαιτέρω εφόσον ο κάτοχος της επιταγής έχει εκ πρώτης όψεως εξουσία να συμπληρώσει την επιταγή με οποιοδήποτε τρόπο θεωρεί ορθό, το βάρος απόδειξης έλλειψης εξουσιοδότησης βαρύνει εκείνον που επικαλείται την έλλειψη αυτή. Ακολουθεί ότι συμπληρώνοντας μια παράλειψη σε επιταγή με δέουσα εξουσιοδότηση κάνει την επιταγή πλήρη και συνεπώς εκτελεστή διαφορετικά δεν θα ήταν εκτελεστή. Η επιφύλαξη δε του άρθρου 20
(2)σκοπεύει στο να προστατεύσει μόνον τον νομιμοποιημένο κομιστή στον οποίο το έγγραφο διαπραγματεύεται μετά τη συμπλήρωση του. Σύμφωνα με το άρθρο 27
(2)από τη στιγμή που σε κάποιο στάδιο της κυκλοφορίας της επιταγής, δίδεται αξία σε αυτήν τότε το πρόσωπο που την αποκτά καθίσταται κάτοχος για αξία και μπορεί να ενάγει τον εκδότη και όλα τα προηγηθέντα μέρη της επιταγής. Δεν απαιτείται η αντιπαροχή να δοθεί από τον κάτοχο της επιταγής στο άλλο μέρος αλλά αρκεί να δοθεί αξία στην επιταγή από τρίτο πρόσωπο. Στην Papaellinas v. Epco (Cyprus) Ltd and Lions Products
(1969)1 CLR 525 λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 27 του Κεφ.262 ανταποκρίνεται κατά γράμμα προς το αγγλικό άρθρο 27
(2)του Bills of Exchange Act 1882, το οποίο εξετάστηκε στην υπόθεση Diamond v. Graham
(1968)2 All E.R. 909, όπου αποφασίστηκε ότι δεν υπάρχει τίποτε στο άρθρο αυτό που να απαιτεί ότι πρέπει να δοθεί αξία κατευθείαν από τον κάτοχο σε άλλο πρόσωπο εφόσον δίδεται αξία στην επιταγή (βλ. επίσης Τσιακλίδης ανωτέρω). Επομένως κάτοχος για αξία μπορεί να είναι ο δικαιούχος (payee) ή ο εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχος (indorsee) ή ο κομιστής (bearer) της επιταγής. Στην Vasos Charalambides Limited ν. Ψαρά
(2000)1Β Α.Α.Δ 849 λέχθηκε ότι ο ενάγοντας απαλλάσσεται του βάρους να αποδείξει ότι είναι κάτοχος της επιταγής αν στην έκθεση υπεράσπισης γίνει από τον εναγόμενο σχετική παραδοχή. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι το τεκμήριο του άρθρου 30
(2)δεν απαλλάσσει τον ενάγοντα από την υποχρέωση να αποδείξει ότι είναι κάτοχος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 30
(1)κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή φαίνεται στην επιταγή θεωρείται εκ πρώτης όψεως μέρος σε αυτήν έναντι αξίας δηλ. ότι έδωσε αξία στην επιταγή. Έτσι σύμφωνα με τη Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ 991 ο κάτοχος επιταγής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι έδωσε και αξιόλογη αντιπαροχή γι' αυτή. Δημιουργείται επομένως εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου της συναλλαγματικής, πως έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της, η κατάρριψη του οποίου βαραίνει αυτόν που επικαλείται την έλλειψη ή αποτυχία της αντιπαροχής, την παρανομία ή το δόλο δηλ. τον εναγόμενο (βλ. και Halsbury's par. 379 σελ.164). Το εν λόγω τεκμήριο εγείρεται από την υπογραφή ή την οπισθογράφηση της επιταγής (βλ. Robust Trading Co Ltd v. Λεωνίδα
(1996)1Α Α.Α.Δ 304. Περαιτέρω ενόψει του τεκμηρίου δεν είναι απαραίτητο για ένα πρόσωπο το οποίο επιζητεί την εκτέλεση μιας επιταγής να δικογραφήσει ή να αποδείξει ότι η εμπλοκή του άλλου μέρους, η οποία έγινε με την υπογραφή της επιταγής δόθηκε για αντάλλαγμα (βλ. Chalmers and Guest par. 4-080 σελ. 296). Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω ο αρχικός δικαιούχος τεκμαίρεται, σύμφωνα και με το άρθρο 30
(1)ως κάτοχος για αξία (holder for value) αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί νομιμοποιημένος κομιστής (holder in due course) (βλ. και Halsbury's par. 389 σελ.169-170). Τα δικαιώματα του νομιμοποιημένου κομιστή καθορίζονται στο άρθρο 38
(2). Από το άρθρο 38 συνάγεται ότι τα δικαιώματα του κατόχου για αξία (holder for value) διαφέρουν από αυτά του νομιμοποιημένου κομιστή (holder in due course). Ο τελευταίος κατέχει τη συναλλαγματική απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών καθώς επίσης από απλές προσωπικές υπερασπίσεις που είναι προσιτές στα προηγούμενα μέρη μεταξύ τους και μπορεί να επιβάλει πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στη συναλλαγματική. Δηλ. ο νομιμοποιημένος κομιστής αποκτά ένα αδιαμφισβήτητο τίτλο επί της επιταγής και δεν μπορούν να προβληθούν εναντίον του ενστάσεις που θα μπορούσαν να προβληθούν κατά των προκατόχων του. Αντίθετα ο κάτοχος για αξία κατέχει την επιταγή με τα ελαττώματα που ενδεχομένως να έχει ο προκάτοχος του όπως όταν αποκτάται με δόλο, εξαναγκασμό, άσκηση βίας ή φόβου ή για παράνομη αιτία κ.λ.π. Το άρθρο 30
(2)υπό τον παράτιτλο «Τεκμήριο αξίας και καλής πίστης» προβλέπει ότι κάθε κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο - νομιμοποιημένος κομιστής (holder in due course). Εάν όμως, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ο αρχικός δικαιούχος της επιταγής, στην κατοχή του οποίου αυτή παραμένει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομιμοποιημένος κομιστής τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι τέτοιος υπό το άρθρο 30
(2)(βλ. Talbot v. Von Boris [1911] 1 K.B 854 CA, Chalmers and Guest par. 4-085 σελ. 299 και Halsbury's par. 384 σελ. 166). Ως εκ τούτου, ως περαιτέρω αναφέρεται στο πιο σύγγραμμα Chalmers and Guest, όταν ο ενάγοντας είναι ο αρχικός δικαιούχος ο εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ενάγοντας παρέλαβε την επιταγή γνωρίζοντας τον δόλο. Δηλ. όσον αφορά την απόδειξη αυτού του θέματος ο αρχικός δικαιούχος είναι σε πολύ καλύτερη θέση από το πρόσωπο στο οποίο η επιταγή έχει διαπραγματευτεί εφόσον το βάρος δεν μετατίθεται, όπως στην περίπτωση του νομιμοποιημένου κομιστή, στον αρχικό δικαιούχο να αποδείξει ότι μετά το δόλο δόθηκε αξία με καλή πίστη αλλά παραμένει στον ενάγοντα. Ως έχει προαναφερθεί μια από τις υπερασπίσεις τις οποίες μπορεί να εγείρει και το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο εναγόμενος είναι ότι η επιταγή δόθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή για παράνομη αντιπαροχή. Εάν το χρέος για το οποίο εκδίδεται η επιταγή προέρχεται από παίγνιο ή στοίχημα, η επιταγή δεν εκδίδεται έναντι νόμιμης αξίας και επομένως ο δικαιούχος δεν αποκτά αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη. Στο σύγγραμμα Chalmers and Guest στην par. 4-015 σελ. 243 εξηγείται σχετικά ότι όπως στην περίπτωση κάθε άλλης σύμβασης η σύμβαση, η οποία δημιουργείται από την υπογραφή ενός προσώπου στην επιταγή μπορεί να μην είναι εκτελεστή εναντίον του λόγω παρανομίας. Αυτός μπορεί να εγείρει εναντίον ενός άμεσου μέρους (δηλ. ο δικαιούχος εναντίον του εκδότη ή ο εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχος εναντίον του οπισθογράφου) την υπεράσπιση ότι η εμπλοκή του έγινε για παράνομη αντιπαροχή. Τέτοια υπεράσπιση είναι επίσης διαθέσιμη εναντίον ενός απομακρυσμένου μέρους το οποίο παίρνει την επιταγή γνωρίζοντας την παρανομία ή όταν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, αλλά όχι εναντίον ενός νομιμοποιημένου κομιστή. Ερχόμενος τώρα στην παρούσα υπόθεση με βάση τα όσα αναφέρθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας η εκδοχή του ενάγοντα, ακριβώς ως αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την έκθεση της μαρτυρίας του, έγινε δεκτή. Συνεπώς αυτή αποτελεί και τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των γεγονότων τα οποία κρίνω ότι συναφώς δεν χρήζουν επανάλειψης. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη επιταγή δεν πληρώθηκε στον ενάγοντα καθότι ο εναγόμενος έδωσε οδηγίες στην πληρώτρια τράπεζα να σταματήσει την πληρωμή της. Από τα ευρήματα αυτά λοιπόν συνάγεται ότι η επιταγή δόθηκε από τον εναγόμενο στον ενάγοντα, ο οποίος και την είχε στην κατοχή του κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής. Περαιτέρω έχει αποδειχθεί ότι η επιταγή δόθηκε στον ενάγοντα από τον εναγόμενο υπογραμμένη και συμπληρωμένη, πλην του ονόματος του δικαιούχου, και ότι ο ενάγοντας ως κάτοχος αυτής έθεσε στη συνέχεια το όνομα του στη θέση του δικαιούχου, ως είχε εξουσία με βάση το άρθρο 20 του Κεφ. 262. Κατ' επέκταση έχει αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας είναι κάτοχος της επιταγής και ότι αυτή εκδόθηκε δεόντως. Εδώ να σημειωθεί ότι ενόψει των ανωτέρω ο ενάγοντας θεωρείται ως ο αρχικός δικαιούχος της επιταγής και όχι ως νομιμοποιημένος κομιστής. Όσον αφορά το κατά πόσο δόθηκε αντάλλαγμα για την επιταγή με δεδομένη την ύπαρξη του μαχητού τεκμηρίου για την ύπαρξη αξίας από τον δικαιούχο αυτής και κάτοχο της δηλ. τον ενάγοντα, το βάρος απόδειξης περί του αντιθέτου, ότι δηλ. δόθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή για παράνομο αντάλλαγμα το έφερε ο εναγόμενος. Η εκδοχή όμως και η μαρτυρία αυτού δεν έγιναν δεκτές και συνεπώς κρίνω ότι αυτός δεν απέσεισε το βάρος αυτό. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν ανατράπηκε το προαναφερόμενο τεκμήριο και κατ' επέκταση ότι έχει αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας ως κάτοχος έδωσε αξία στην επιταγή. Τέλος από τα ευρήματα φαίνεται ότι ο ενάγοντας προέβηκε στις συνηθισμένες ενέργειες για εξαργύρωση της επιταγής όμως δεν εισέπραξε το αντίτιμο της αφού ο εναγόμενος με οδηγίες του σταμάτησε την πληρωμή της επιταγής από την πληρώτρια τράπεζα. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι ο ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει στο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την απαίτηση του εναντίον του εναγόμενου. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €512.58 με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου. (Υπ.) ................. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αστικό/Τελική Απόφαση/Επιταγή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.