← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd (προηγούμενα εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd Alpha Bank Ltd) ν. Κυβέλης Ουρανίου κ.α., Αρ. Αγωγής :- 2339/05, 30/7/201

Alpha Bank Cyprus Ltd (προηγούμενα εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd Alpha Bank Ltd) ν. Κυβέλης Ουρανίου κ.α., Αρ. Αγωγής :- 2339/05, 30/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A99 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2339/05 Μεταξύ :- Alpha Bank Cyprus Ltd (προηγούμενα εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd & Alpha Bank Ltd) Ενάγουσα και

  1. Κυβέλης Ουρανίου
  2. Δημητράκη Φακοντή Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Δευτέρα 30η Ιουλίου 2012 Για την Ενάγουσα:- κα. Αγνή Λιβέρα για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως/ .......... ) Για την Εναγόμενη :- κος. Παύλος Αγγελίδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως/ .......... ) Τελική Απόφαση ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  3. Απλότητα και σαφήνεια είναι δύο βασικά στοιχεία τα οποία λογικά το Δικαστήριο θα ανέμενε να υπάρχουν σε αυτή την αγωγή. Όπου οι διάδικοι είναι μία τράπεζα και οι πελάτες της και η επίδικη διαφορά έχει σχέση με ένα συνήθη τραπεζικό δάνειο, την εξασφάλιση για την εξόφληση του με την υποθήκευση ενός ακινήτου και τη τήρηση ενός λογαριασμού δανείου με ανάλογες χρεώσεις και πιστώσεις. Η παρουσίαση της αξίωσης όμως ούτε απλή ήταν αλλά ούτε και σαφής.
  4. Αν και η ενάγουσα είχε να αντιμετωπίσει την υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε πριν από το δικόγραφο των εναγομένων. Συνεπώς, το αρχικό δικόγραφο της ενάγουσας θα μπορούσε με σαφή διατύπωση να αποτελούσε ένα σταθερό θεμέλιο παρουσίασης της αξίωσης δια μέσω της ανάλογης μαρτυρίας. Συντείνοντας στην εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου με τον καθορισμό και διατήρηση της απλότητας και σαφήνειας των επίδικων θεμάτων.
  5. Η καταχώρηση του δικογράφου των εναγομένων δεν θα αναμενόταν δικονομικά να οδηγούσε στη δημιουργία οποιουδήποτε εμποδίου παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της αξίωσης. Εντούτοις, η παρουσίαση της μαρτυρίας προς απόδειξη της αξίωσης προκαλούσε την εντύπωση ασάφειας ως προς τα όσα είχαν πραγματικά συμβεί.
  6. Η ανακριβής διατύπωσης των δικογράφων της ενάγουσας σε συνδυασμό με τον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας της προκαλούσε τον κίνδυνο η εκδοχή της να μην επιδεχόταν μίας σταθερής ερμηνείας ή ακόμη και να γινόταν δεκτή ως βάσιμη και αξιόπιστη. Έτσι ώστε να ικανοποιούσε το βάρος της απόδειξης σε αστικές υποθέσεις με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
  7. Ούτε αρκετό θα ήταν η εκδοχή της να ήταν δυνατό να γίνει πιο πιστευτή από αυτή των εναγομένων έτσι ώστε να αποδείκνυε την αξίωση της και να απορριπτόταν η ανταπαίτηση των εναγομένων. Καθότι το κριτήριο σε αστικές υποθέσεις ως προς το τι συνιστά απόδειξη στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων δεν είναι εάν η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη του αντιδίκου του.
  8. Το ορθό κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης (burden of proof) έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Εάν αποτύχει να αποδείξει την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof) τότε ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη του αντιδίκου του (βλ. σχετικά τα όσα αναφέρει ο Γαβριηλίδης Δ. στη σελίδα 1868 της απόφασης της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 10636 Μαρσελ κ. ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ

(2001)1Γ Α. Α. Δ. 1858). Σε αστικές υποθέσεις όπως και η παρούσα αγωγή «.η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους.» και η «.απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη» (βλ. σχετικά τα όσα αναφέρει ο Αρτέμης Π. στην απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 26/2008, ημερομηνίας 14/3/2011, Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ).
  1. Παρομοίως οι οποιεσδήποτε αδυναμίες στη παρουσίαση της μαρτυρίας προς απόδειξη της αξίωσης δεν οδηγούν αυτόματα σε αποδοχή της μαρτυρίας την οποία οι εναγόμενοι παρουσίασαν προς υποστήριξη της υπεράσπισης και απόδειξη της ανταπαίτησης.
  2. Απλά αυτό το οποίο εντοπίζεται, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω, είναι το εξής. Προκάλεσε η ενάγουσα με τα δικόγραφα της και τον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας αρκετό προβληματισμό ως προς την αποδοχή της εκδοχής της ως πιο πιθανής παρά όχι. Ο οποίος όμως, διατηρώντας υπόψη μία συνολική εικόνα της μαρτυρίας προς απόδειξη της αξίωσης, δεν δημιουργεί ανυπέρβλητα εμπόδια ως προς την αποδοχή αυτής της εκδοχής ως βάσιμης και αξιόπιστης. Θα μπορούσε η κατάληξη του Δικαστηρίου να ήταν διαφορετική εάν λανθασμένα η προσοχή του επικεντρωνόταν αποσπασματικά σε επιμέρους εγγενείς αδυναμίες της μαρτυρίας και των δικογράφων της ενάγουσας . ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ
  3. Όπως σε κάθε πολιτική αγωγή έτσι και στη περίπτωση των διαδίκων σε αυτή την αγωγή τα επίδικα θέματα καθορίζονται από τα δικόγραφα. Εξαρχής τα πράγματα σε σχέση με τα δικόγραφα δεν ήταν τόσο απλά. Οι εναγόμενοι δικαιωματικά δεν προώθησαν ισχυρισμούς τους οποίους παρέθεσαν εντός του δικογράφου τους. Αναπάντεχα και ανεπίτρεπτα αποπειράθηκαν να προωθήσουν ισχυρισμούς ανύπαρκτους εντός του δικογράφου τους. Η ενάγουσα παρέθεσε ισχυρισμούς εντός των δικογράφων της οι οποίοι προωθήθηκαν δίχως όμως η προσπάθεια απόδειξης τους να ανταποκρίνεται πλήρως με λογικά αναμενόμενο τρόπο. 10.Παράδειγμα ισχυρισμών εντός των δικογράφων οι οποίοι δεν προωθήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο από τους εναγόμενους κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αποτελούν οι διάφορες θέσεις οι οποίες εκτίθενται στη παράγραφο 7 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης (στο εξής θα καλείται η «υπεράσπιση» ) ως προς το ότι οι «.κατ΄ ισχυρισμόν συμφωνιές περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες και έλλειψη καλής πίστης στη σύναψη τους.». Παρόμοιο παράδειγμα αποτελεί και η παράγραφος 3 της υπεράσπισης σε σχέση με την άρνηση ότι η υποθήκη Υ895/2001 συνιστά εγγύηση της κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίας του δανείου. Ασφαλώς ισχυρισμοί οι οποίοι δεν προωθήθηκαν δεν εξετάζονται από το Δικαστήριο. 11.Παράδειγμα ισχυρισμών οι οποίοι δεν συμπεριλαμβάνονται εντός της υπεράσπισης είναι αυτοί του εναγομένου 2 περί ύπαρξης πλαστογραφίας της υπογραφής της συζύγου του, δηλαδή της εναγομένης 1, σε ορισμένα έγγραφα. Ασφαλώς, ισχυρισμοί εκτός δικογράφων δεν θα ήταν επιτρεπτό όπως εξεταστούν από το Δικαστήριο. 12.Εύκολες στη διαπίστωση τους οι περιπτώσεις της μη προώθησης ορισμένων ισχυρισμών εντός των δικογράφων ή της αναπάντεχης προβολής ισχυρισμών εκτός δικογράφων. Υπάρχουν όμως και ισχυρισμοί εντός των δικογράφων οι οποίοι αν και προωθήθηκαν με μαρτυρία αυτή δεν ανταποκρίνεται πλήρως με τον τρόπο τον οποίο λογικά θα ανέμενε το Δικαστήριο αυτοί να είχαν προωθηθεί. Θα εξηγήσω ακριβώς τι εννοώ με ιδιαίτερη αναφορά στην έκθεση απαίτησης (στο εξής θα καλείται η «απαίτηση») της ενάγουσας διότι είναι εντός αυτού του δικογράφου όπου συναντιέται αυτό το φαινόμενο. 13.Η αγωγή της ενάγουσας τράπεζας βασίζεται σε συμφωνία δανείου. Περιορίζεται όμως η ενάγουσα με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 2 της απαίτησης σε συμφωνία παραχώρησης δανείου. Μόλις και διαφαίνεται η ίδια η παραχώρηση, υπό την έννοια της πληρωμής οποιουδήποτε ποσού προς την εναγόμενη 2, με τον ισχυρισμό της παραγράφου 5 της απαίτησης. Δηλαδή, ως προς το ότι η ενάγουσα, βάσει της επίδικης συμφωνίας, λειτούργησαν «προς όφελος» της εναγομένης 1 λογαριασμό δανείου με συγκεκριμένο υπόλοιπο κατά την ημερομηνία τερματισμού (παράγραφος 7 της απαίτησης). Υπόλοιπο ασφαλώς από το αρχικά συμφωνημένο ποσό του επίδικου δανείου. 14.Δόθηκε η ευκαιρία στην ενάγουσα όπως διευκρινίσει ισχυρισμούς αρχικά προβαλλόμενους με μη ολοκληρωμένο τρόπο εντός της απαίτησης της. Ιδιαίτερα δε ως προς τη παραχώρηση του οποιουδήποτε ποσού προς την εναγόμενη 1 υπό μορφή δανείου. Καθώς αυτό αμφισβητήθηκε εντός της υπεράσπισης. 15.Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι (παράγραφος 2 της υπεράσπισης) ότι η ενάγουσα δεν έδωσε στην εναγόμενη 1 οποιοδήποτε ποσό και «.συνεπώς ουδέποτε η . συμφωνία τέθηκε σε ισχύ ή/και παραβιάστηκε από.» την ενάγουσα. Ο ισχυρισμός αυτός εντός του δικογράφου τους αποτελεί το βασικότερο ισχυρισμό των εναγομένων. 16.Η άρνηση και απόρριψη του ισχυρισμού αυτού στη παράγραφο 2 της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση (στο εξής θα καλείται η «απάντηση») και η διαζευκτική προβολή του ισχυρισμού ότι η εναγόμενη 1 δανείστηκε και ωφελήθηκε από την ενάγουσα το ποσό του δανείου έδωσε κατά συνέπεια στην ενάγουσα την εξής ευκαιρία. Να θέσει στις κατ΄ ισχυρισμό ορθές βάσεις την οποιαδήποτε θέση όχι μόνο ως προς τη παραχώρηση δανείου προς την εναγόμενη 1 αλλά και την ίδια τη πληρωμή του ποσού του δανείου προς αυτήν ή τον τρόπο ή μορφή πληρωμής του οποιουδήποτε ποσού ή μέρους αυτού. 17.Καθότι όπως φάνηκε στη πορεία της δίκης η εναγόμενη 1, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της μαρτυρίας της ενάγουσας (οι οποίοι στην απαίτηση περιορίζονται σε ισχυρισμό λειτουργίας του λογαριασμού δανείου προς όφελος της εναγομένης 1) δεν έλαβε άμεσα για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, πέραν του στιγμιαίου σημείου ελέγχου της διάθεσης του ποσού του δανείου, το οποιοδήποτε ποσό χρημάτων αλλά μόνο μεταβατικά δίδοντας στη συνέχεια αμέσως οδηγίες ως προς τη διάθεση δύο συγκεκριμένων ποσών χρημάτων προς τον εναγόμενο
  4. 18.Η έννοια παραχώρησης δανείου σε αντίθεση με την πληρωμή του οποιουδήποτε συμφωνημένου ποσού έγκειται στο εξής. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας του επίδικου δανείου (τεκμήριο 1) το ποσό του δανείου θα χορηγείτο μετά την υπογραφή της συμφωνίας (όρος 1) ενώ σύμφωνα με τον όρο 2 της συμφωνίας το προϊόν του δανείου θα μπορούσε να καταβληθεί σταδιακά. Σύμφωνα με το προοίμιο της συμφωνίας η ενάγουσα συμφωνούσε στη παραχώρηση του δανείου. Σαφής δηλαδή εντός της επίδικης συμφωνίας η διαφορά μεταξύ παραχώρησης του δανείου και επικείμενης πληρωμής του. Αναδεικνύεται επαρκώς στην επίδικη συμφωνία η συγκεκριμένη χρονική πτυχή της συνεννόησης μεταξύ των συμβαλλομένων. 19.Παρά την ευκαιρία διασαφήνισης η οποία είχε δοθεί στην ενάγουσα με την απάντηση της προκάλεσε επιπρόσθετη ασάφεια. Η αναφορά (παράγραφος 2 της απάντησης) ως προς το ότι η εναγόμενη 1 δανείστηκε και ωφελήθηκε από την ενάγουσα το ποσό του δανείου πλέον συμπεριλαμβάνει και επιπρόσθετη αναφορά στον πληθυντικό ότι «.η εναγομενη και/ή οι εναγομενοι, εδανιστηκαν και/ή οφεληθηκαν απο τους εναγοντες το ποσον του δανειου.» (Η απουσία τόνων σε αυτό και οποιοδήποτε άλλο απόσπασμα από την έκθεση απαίτησης απεικονίζει επακριβώς τον τρόπο με τον οποίο η έκθεση απαίτησης έχει διατυπωθεί). 20.Προβάλει η ενάγουσα με την απάντηση της ισχυρισμούς στον πληθυντικό. Ισχυρισμοί αδύνατο να κριθούν ως οτιδήποτε άλλο παρά άτοποι και λογικά ασύνδετοι με τη βασική θέση της ενάγουσας εντός της έκθεσης απαίτησης της αναφορικά με τη παραχώρηση δανείου προς την εναγόμενη 1 ως η όλη βάση του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της. 21.Πως είναι πραγματικά δυνατό να ισχυρίζεται η ενάγουσα - έστω και διαζευκτικά - ότι οι εναγόμενοι δανείστηκαν ή ωφελήθηκαν από την ενάγουσα το ποσό του δανείου; Πως είναι δυνατό να προβάλλεται καν η θέση ότι ο εναγόμενος 2 δανείστηκε οτιδήποτε δίχως προηγουμένως στην απαίτηση να είχε προβληθεί η θέση ότι και ο εναγόμενος 2 ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία δανείου; Ο οποίος να είχε επωφεληθεί από αυτό το δάνειο υπό την έννοια αντιπαροχής για ποσό το οποίο έλαβε ως συμβαλλόμενος οφειλέτης. 22.Δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί ότι σύμφωνα με την απαίτηση το δάνειο παραχωρήθηκε προς την εναγόμενη 1 ως οφειλέτρια και όχι προς τον εναγόμενο
  5. Υπάρχουν αρκετοί ισχυρισμοί αναφορικά με αυτή τη βασική για την αξίωση θέση της ενάγουσας. 22.
  6. Στη παράγραφο 2 η εναγόμενη 1 περιγράφεται ως οφειλέτρια. Η επίδικη συμφωνία δανείου ήταν μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης
  7. 22.
  8. Ο εναγόμενος 2 παραχώρησε υποθήκη προς εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης 1 (παράγραφος 3) ως συμβαλλόμενη οφειλέτρια σε σχέση με το επίδικο δάνειο. 22.
  9. Λειτούργησε η ενάγουσα προς όφελος της εναγομένης 1 το λογαριασμό δανείου (παράγραφος 5). 22.
  10. Η ενάγουσα είχε δικαίωμα τερματισμού των τραπεζικών διευκολύνσεων με υποχρέωση της εναγομένης 1 να καταβάλει τους τόκους και τα έξοδα (παράγραφος 6). 22.
  11. Καθυστέρησε η εναγόμενη 1 τη πληρωμή του δανείου και η ενάγουσα την κάλεσε να εξοφλήσει το σχετικό υπόλοιπο (παράγραφος 7). 22.
  12. Πλήρωσε η εναγόμενη 1 έναντι αυτού του υπολοίπου, μετά τον τερματισμό, ένα ποσό (παράγραφος 8). 23.Παρά τις συγκεκριμένες αναφορές στο πρόσωπο της εναγομένης 1 στο καταληκτικό μέρος της απαίτησης της η ενάγουσα δεν διευκρινίζει από ποιο από τους δύο διαδίκους αξιώνει την επιδίκαση των όσων διεκδικεί. Αξιώνει δηλαδή με γενικό τρόπο με μοναδική εξειδικευμένη αναφορά στην εναγόμενη 1 στη παράγραφο 9 (Β) (ως προς τη διάθεση του οποιουδήποτε υπολοίπου από εκποίηση της υποθήκης προς την εναγόμενη 1). Βεβαίως η ενάγουσα δεν αξιώνει οτιδήποτε συγκεκριμένα από τον εναγόμενο 2 εκτός εάν θεωρηθεί ότι η αόριστη γενικότητα με την οποία προβάλλεται καταληκτικά η αξίωση συμπεριλαμβάνει και τον εναγόμενο
  13. 24.Το γεγονός ότι η αναφορά σε ισχυρισμό ότι η εναγόμενη 1 μετά τον τερματισμό πλήρωσε ένα ποσό έναντι του υπολοίπου δεν λαμβάνει υπόψη τον τρόπο με τον οποίο έγιναν οι διάφορες πληρωμές στο συγκεκριμένο λογαριασμό με διαδικασία επίσχεσης ποσών από γραμμάτια και των δύο εναγομένων εξετάζεται σε άλλο σημείο της απόφασης. 25.Διάσπαρτη η απαίτηση με ισχυρισμούς οι οποίοι καθιστούν την εναγόμενη 1 ως το άτομο το οποίο ωφελήθηκε από το επίδικο δάνειο και το οποίο ως η οφειλέτρια σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία είχε υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας. Επομένως, παρέκκλιση από αυτή τη βασική θέση με το περιεχόμενο πλέον της απάντησης δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως δικονομικά ορθή. Το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης 1 διατυπώνεται εντός της απαίτησης της. Η συνένωση του εναγομένου 2 της δεν αλλοιώνει αυτή τη διατύπωση. 26.Παρουσιάζεται επίσης η εξής παραδοξότητα. Προβάλλεται η θέση (παράγραφος 4 της απαίτησης) ότι εφόσον η εναγόμενη 1 έγινε η ιδιοκτήτρια του ακινήτου με τη μεταβίβαση και εγγραφή στο όνομα της του ακινήτου (το οποίο μόλις 6 ημέρες προηγουμένως ο εναγόμενος 2 είχε υποθηκεύσει ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1) η ίδια αποδέχτηκε τους όρους, προϋποθέσεις και υποχρεώσεις προς την ενάγουσα βάσει αυτής της υποθήκης. Εντούτοις με τη καταχώρηση της αγωγής της η ενάγουσα συνένωσε τον πρώην ιδιοκτήτη αυτού του ακινήτου ως συνεναγόμενο της εναγομένης
  14. 27.Προς τι πραγματικά η έγερση αγωγής εναντίον του εναγομένου 2; Πάντοτε βεβαίως διατηρώντας υπόψη τους ίδιους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εντός της απαίτησης της. Εφόσον δηλαδή ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα δύο στοιχεία. 27.
  15. Πρώτο, πλέον αυτός δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου το οποίο είχε αρχικά υποθηκευτεί προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα και 27.
  16. δεύτερο, με τη μεταβίβαση του ακινήτου προς την εναγόμενη 1, σύμφωνα και με τη θέση η οποία διατυπώνεται εντός της απαίτησης, η εναγόμενη 1 είχε πλέον αναλάβει τις υποχρεώσεις της υποθήκης. 28.Αποδεχόμενη δηλαδή η εναγόμενη 1 όχι μόνο τη μεταβίβαση του ακινήτου αλλά και της υποθήκης. Σύμφωνα με τη θέση την οποία η ενάγουσα προβάλει εντός της απαίτησης της. Εξουδετερώνει με τους ισχυρισμούς τους οποίους προβάλει εντός του πρώτου δικογράφου της τον οποιοδήποτε λόγο με βάση τον οποίο να είχε ενάγει τον εναγόμενο
  17. 29.Θα μπορούσε να προταθεί ως ένας λόγος η επίσχεση ποσών και από γραμμάτια στα οποία δικαιούχος ήταν και ο εναγόμενος
  18. Καμία αναφορά όμως στην απαίτηση σε σχέση με το θέμα της επίσχεσης. Μάλιστα ακόμη και η επίσχεση του ποσού των £13.000,00 στις 13/4/2005 (σύμφωνα με τη μαρτυρία) στη παράγραφο 8 της απαίτησης περιγράφεται ως πληρωμή από την εναγόμενη 1 (ότι δηλαδή η ίδια «επλήρωσε»). 30.Τονίζεται το εξής. Ως έχουν τα δικόγραφα το Δικαστήριο αναπόφευκτα καταλήγει σε συμπέρασμα ότι το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας σε σχέση με την εναγόμενη 1 πηγάζει από την επίδικη συμφωνία δανείου ενώ αναφορικά με τον εναγόμενο 2 δεν είναι δυνατό να εξαχθεί το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα βάσει της ίδιας συμφωνίας το οποίο να μην συνδέεται άρρηκτα με την υποθήκη η οποία αρχικά είχε δοθεί ως εξασφάλιση για τις συμβατικές υποχρεώσεις της εναγομένης
  19. Σε σχέση όμως με ένα ακίνητο του οποίου ιδιοκτήτης ο εναγόμενος 2 παρέμεινε μόνο για άλλες 6 ημέρες. Αναφορικά με την υποθήκη, διατηρώντας υπόψη το περιεχόμενο της απαίτησης, προκαλεί απορία η συνένωση ως διαδίκου του εναγομένου
  20. 31.Βεβαίως το θέμα αυτό δεν τέθηκε προς εξέταση κατά τη διάρκεια της δίκης. Θεωρώ ότι θα ήταν άδικο επί αυτού το Δικαστήριο να κατέληγε σε οποιαδήποτε ευρήματα. Δίχως προηγουμένως να είχε δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να τοποθετηθούν σχετικά. Αντλώ καθοδήγηση επί αυτού του θέματος από παρόμοια περίπτωση στην απόφαση Μαρσελ κ. ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (βλ. αναφορά πιο πάνω στη παράγραφο 6 αυτής της απόφασης). Στη σελίδα 1869 ο Γαβριηλίδης Δ. παρατηρεί ότι εφόσον η εφεσίβλητη ουδέποτε ήγειρε συγκεκριμένο θέμα, λαμβανομένου υπόψη και του συζητητικού χαρακτήρα της διαδικασίας, δεν ήταν δίκαιο να εγερθεί από το Δικαστήριο εντός του πλαισίου της τελικής του απόφασης. 32.Διακρίνω όμως τη συγκεκριμένη αυθεντία ως προς το εξής. Αποτελεί και αυτό το θέμα παράγοντα σχετικό με τον τρόπο προώθησης της αξίωσης εναντίον αμφότερων των εναγομένων. Επιπλέον αποτελεί και στοιχείο το οποίο αναπόφευκτα λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο αναφορικά με τη δυνατότητα έκδοσης απόφασης εις βάρος του εναγομένου 2 σύμφωνα με την αξίωση. Θέτοντας το πιο απλά, ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι το όλο θέμα δεν τέθηκε προς εξέταση κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ασφαλώς το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει απόφαση εις βάρος του εναγομένου 2 εκτός εάν πρώτα κρίνει, εντός του πλαισίου της όσης μαρτυρίας παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης, ότι όντως η ενάγουσα έχει αποδείξει την αξίωση της όχι μόνο εναντίον της εναγομένης 1 αλλά και εναντίον του εναγομένου
  21. 33.Βεβαίως ως προς το θέμα ύπαρξης των αναγκαίων διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επιπλέον και το θέμα της ανταπαίτησης την οποία αμφότεροι οι εναγόμενοι μετά τη καταχώρηση της αγωγής ήγειραν εναντίον της ενάγουσας. Η οποία σχέση έχει κυρίως με την επίσχεση γραμματίων, θέμα το οποίο όπως επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία αφορά και τους δύο εναγομένους. 34.Βασικός ισχυρισμός εντός της υπεράσπισης είναι ότι η εναγόμενη 1 δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από την ενάγουσα. Ενώ, δίχως αυτό να αναφέρεται στην υπεράσπιση, στη συνέχεια όπως φάνηκε στη πορεία της ακροαματικής διαδικασίας, ο εναγόμενος 2 αποδεχόταν τη πληρωμή προς τον ίδιο ενός σημαντικού μέρους του ποσού του επίδικου δανείου (δηλαδή, το ποσό των £53.000,00). 35.Αποτελεί βασική αρχή του δικονομικού μας συστήματος ότι τα επίδικα θέματα καθορίζονται από τα δικόγραφα. Έχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί στη νομολογία μας ότι οι αρχές του δικονομικού μας δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε αυτά τα οποία προσδιορίζονται από τα δικόγραφα και ότι ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης το οποίο ισχύει στο δικό μας σύστημα δικαίου αλλά και ως απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης με την οποία επιβάλλεται η διασφάλιση του δικαιώματος σε ένα διάδικο της ευχέρειας να τοποθετείται σε σχέση με τους ισχυρισμούς και θέσεις του αντιδίκου του (βλ. σχετικά τις αποφάσεις Ιωάννου ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α. Α. Δ. 1522, Πολιτική Έφεση 314/2005, ημερομηνίας 18/7/2011 και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα). Επίσης, όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης του εξετάζει και λαμβάνει υπόψη του μόνο μαρτυρία η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα ενώ αγνοεί μαρτυρία η οποία δεν συνάδει με αυτά (βλ. σχετικά την απόφαση Πούρικκος ν. Σάββα κ. ά.
(1991)1 Α. Α. Δ. 507). 36.Το Δικαστήριο έχει καταγράψει πιο πάνω τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατό εκ πρώτης όψεως να κριθεί ο καθορισμός των επίδικων θεμάτων σε αυτή την αγωγή έχοντας ως αποκλειστική βάση τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωρηθεί σε αυτή. Η οποιαδήποτε αναφορά σε ύπαρξη ή ανυπαρξία μαρτυρίας σκοπό έχει την καλύτερη επεξήγηση του τρόπου αντίληψης από το Δικαστήριο του περιεχομένου και εμβέλειας των δικογράφων και όχι τη προσθήκη μίας επιπρόσθετης βάση για τον καθορισμό των επίδικων θεμάτων τα οποία καθορίζονται έχοντας ως αποκλειστική βάση τα δικόγραφα των διαδίκων. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ 37.Η ενάγουσα προς απόδειξη της αξίωσης της και υποστήριξη της υπεράσπισης της στην ανταπαίτηση παρουσίασε συνολικά τη μαρτυρία 3 μαρτύρων, όλοι τους υπάλληλοι της. Ως Μ. Ε. 1 κατέθεσε η Μαρία Γεωργίου, ως Μ. Ε. 2 ο Μιχάλης Μιχαήλ και ως Μ. Ε. 3 ο Φαίδωνας Παπαδόπουλος. Ο μοναδικός μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε προς υποστήριξη της υπεράσπισης και απόδειξη της ανταπαίτησης είναι ο ίδιος ο εναγόμενος
  1. Κατατέθηκαν συνολικά 55 τεκμήρια, μερικά εκ των οποίων αποτελούνται από δέσμη εγγράφων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ 38.Ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε στην ακροαματική διαδικασία παρατηρώ τα ακόλουθα σε σχέση με τη προφορική κατάθεση του κάθε μάρτυρα ενώ απλά υπενθυμίζω ότι ως μέρος της προφορικής κατάθεσης και κύριας εξέτασης του κάθε μάρτυρα της ενάγουσας κατατέθηκε και σχετική γραπτή δήλωση η οποία ασφαλώς αποτελεί μέρος της όλης προφορικής του κατάθεσης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ Μ. Ε. 1 39.Αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου παρατηρώ τα εξής. 39.
  2. Η μάρτυρας αυτή κατέθεσε ως μία από τους αξιωματούχους η οποία είχε υπογράψει την επίδικη συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης
  3. 39.
  4. Η αναντίλεκτη αναφορά της Μ. Ε. 1 στη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης σε συνδυασμό με άλλη σχετική μαρτυρία (τεκμήρια 8.Α και 8.Β) αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας στη παράγραφο 1 της απαίτησης στο σύνολο τους. 39.
  5. Μέρος της μαρτυρίας εντός της γραπτής δήλωσης της αχρείαστα επαναλαμβάνει τμήμα του περιεχομένου της επίδικης συμφωνίας με αναφορά στους όρους της. Αναφέρει στη γραπτή δήλωση της ότι δεν κρίνει σκόπιμο να επαναλάβει τους όρους αφού όμως προηγουμένως επαναλαμβάνει το αρχικό μέρος αυτών. 39.
  6. Αναφέρει ότι προς εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 ο εναγόμενος 2 προέβη σε γραπτή σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου (τεκμήριο 2). 39.4.
  7. Βεβαίως εντός της αμέσως προηγούμενης παραγράφου της γραπτής δήλωσης της (τελευταία παράγραφος στη σελίδα 3) προβάλλεται ισχυρισμός ο οποίος δεν ανταποκρίνεται στη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης αλλά κρίνεται και εκτός δικογράφων. Ότι δηλαδή η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 12/4/2001 «.περιέχει τους όρους υπό τους οποίους παραχωρήθηκε στην εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση του εναγομένου 2 η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση υπό τύπο δανείου.». 39.4.
  8. Η επίδικη συμφωνία δεν αναφέρει πουθενά ότι το δάνειο παραχωρήθηκε υπό την εγγύηση του εναγομένου
  9. Ούτε και φαίνεται σε οποιοδήποτε σημείο ότι ο εναγόμενος 2 όντως είναι εγγυητής. Ούτε βεβαίως και υπάρχει η υπογραφή του εναγομένου 2 επί της επίδικης συμφωνίας ως εγγυητής για το δάνειο της εναγομένης
  10. Ούτε και εντός της απαίτησης εμπεριέχεται ισχυρισμός ότι το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε προς την εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση του εναγομένου
  11. 39.4.
  12. Βεβαίως ο ισχυρισμός ως προς την υποθήκευση ακινήτου από τον εναγόμενο 2 ως εξασφάλιση για το επίδικο δάνειο («.προς τον σκοπο καλυτερης και/η περαιτερω εγγυηση και/η εξασφαλισης των υποχρεωσεων της εναγομενης 1.» - βλ. σχετικά τη παράγραφο 3 της απαίτησης) ανταποκρίνεται τόσο με την απαίτηση της ενάγουσας όσο και τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης. Διαφορετικό είναι όμως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ενός ακινήτου να το υποθηκεύει ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή δανείου και διαφορετικό το ίδιο άτομο να είναι εγγυητής αυτού του δανείου. 39.
  13. Η μαρτυρία η οποία δόθηκε από αυτή τη μάρτυρα ως προς την ανάληψη οποιωνδήποτε χρηματικών ποσών από την εναγόμενη 1 υπό την έννοια της κυριολεκτικής είσπραξης από την εναγόμενη 1 του οποιουδήποτε ποσού δεν ανταποκρίνεται με επαρκή ακρίβεια στη πραγματικότητα. 39.
  14. Διευκρινίζω όμως ότι το Δικαστήριο, διατηρώντας υπόψη τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε σε αυτή την αγωγή στο σύνολο της, εν τέλει καταλήγει σε σχετική διαπίστωση ως προς το ότι όντως δόθηκαν οδηγίες από την εναγόμενη 1 για τη πληρωμή ολόκληρου του ποσού του επίδικου δανείου προς τον εναγόμενο 2 με την έκδοση των επιταγών για τα ποσά των £53.000,00 και £47.000,
  15. 39.
  16. Ιδωμένη η μαρτυρία της Μ. Ε. 1, Μαρίας Γεωργίου σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο των όσων τεκμηρίων παρουσιάστηκαν σε αυτή την αγωγή, ως επίσης και τη μαρτυρία η οποία προέκυψε από τη προφορική κατάθεση των Μ. Ε. 2 και 3, γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη αναφορικά με το δεδομένο της πληρωμής των επίδικων ποσών προς τον εναγόμενο 2 μετά από σχετικές οδηγίες της εναγομένης
  17. 39.
  18. Διατηρώντας υπόψη τη προαναφερόμενη διευκρίνιση παραθέτω πιο κάτω τους λόγους με βάση τους οποίους η μαρτυρία η οποία δόθηκε από την Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου από μόνη της κρίνεται ότι δεν ανταποκρίνεται με επαρκή ακρίβεια στη πραγματικότητα ως προς την ανάληψη οποιωνδήποτε χρηματικών ποσών από την εναγόμενη
  19. 39.8.
  20. Ερωτήθηκε ευθέως κατά την αντεξέταση της εάν την ανάληψη των £100.000,00 την έκανε η εναγόμενη 1 και απάντησε μάλιστα. Ακολούθως ερωτήθηκε εάν ήλθε ενώπιον της και υπογράφηκε επιταγή ή εάν πήρε μετρητά. Περιορίστηκε - και όχι τυχαία όπως φάνηκε στη συνέχεια - στο να απαντήσει ότι μάλιστα ήλθε ενώπιον της. Όταν ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων την κάλεσε να παρουσιάσει την απόδειξη την οποία η εναγόμενη 1 υπέγραψε έτσι ώστε να πάρει τις £100.000,00 παρέπεμψε στα τεκμήρια 9.Α έως και 9.Δ. Υποδεικνύοντας στη συνέχεια την υπογραφή της εναγομένης 1 σε συγκεκριμένο σημείο των εντύπων το καθένα εκ των οποίων φέρει τίτλο "Transfer Voucher". 39.8.
  21. Η υποβολή η οποία έγινε προς τη μάρτυρα αναφορικά με το ότι αυτή δεν είναι η υπογραφή της εναγομένης 1 δεν λαμβάνεται υπόψη διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο κάτω σε σχέση με το θέμα της πλαστογραφίας (βλ. σχετικά τις παραγράφους 45 έως και 48 αυτής της απόφασης). 39.8.
  22. Όπως εξήγησε η μάρτυρας, αυτή η υπογραφή ήταν της εναγομένης η οποία είχε έλθει στην τράπεζα κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία και υπέγραψε τα προαναφερόμενα έγγραφα μαζί με το έγγραφο του δανείου. Βεβαίως δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι κατά την κύρια εξέταση της η μάρτυρας αυτή έδωσε μία λεπτομερή περιγραφή της όλης διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι οδήγησε στην έκδοση των τεκμηρίων 9.Α έως και 9.Δ. Έγγραφα τα οποία συγκεκριμένα η ίδια αποκάλεσε «παραστατικά». Αξίζει δε να σημειωθεί ότι δεν αναφέρθηκε σε κανένα σημείο κατά τη διάρκεια αυτής της περιγραφής είτε στη παρουσία της εναγομένης 1 είτε ακόμη και στην υπογραφή από αυτή των συγκεκριμένων εντύπων. Παρά και το γεγονός ότι στο χρονικό σημείο παρουσίασης αυτών των εγγράφων ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων έθεσε προς το Δικαστήριο τη θέση πως «φαίνεται» ότι αυτά είναι πλαστογραφημένα. Αντί γι΄ αυτό η μάρτυρας επικεντρώθηκε σε μία λογιστική ουσιαστικά περιγραφή της σημασίας των συγκεκριμένων εντύπων. 39.8.
  23. Η λογιστική αυτή περιγραφή στην όλη γενικότητα της ομοιάζει περισσότερο με μία ιδανικά θεωρητική απόδοση της πραγματικότητας σε σχέση με τη συγκεκριμένη πράξη μεταφοράς χρημάτων από ένα λογαριασμό σε άλλο λογαριασμό. Υπό την έννοια βεβαίως της χρέωσης του ενός με τη πίστωση του άλλου. Δεν είναι δυνατό παράλληλα όμως να αγνοηθεί και η υπόλοιπη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από την ενάγουσα επί επακριβώς του ιδίου θέματος. Αναπόφευκτα το Δικαστήριο οδηγείται σε σύγκριση όχι μόνο των όσων η Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου, ισχυρίστηκε στη κύρια εξέταση της και ακολούθως στην αντεξέταση της αλλά σε σύγκριση των όσων ανέφερε σε σχέση με τα όσα οι υπόλοιποι δύο μάρτυρες της ενάγουσας ανέφεραν γενικά επί του θέματος ουσιαστικά της μεταβατικής χρέωσης ενός λογαριασμού κινήσεως (Daily Suspense Resources) της ενάγουσας (τεκμήριο 38). 39.8.
  24. Αναφέρθηκε η μάρτυρας αυτή στο άνοιγμα του λογαριασμού του επίδικου δανείου και τη χρέωση αυτού του λογαριασμού με τα ποσά των £47.000,00 και £53.000,00 περιγράφοντας τη σχετική διαδικασία έκδοσης των τεκμηρίων 9.Α έως και 9.Δ και τη τήρηση τραπεζικών βιβλίων. Έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο περιεχόμενο των συγκεκριμένων τεκμηρίων υποδεικνύοντας το σημείο χρέωσης του επίδικου λογαριασμού του δανείου. Μετάφρασε την αναφορά σε «άνοιγμα» δανείου και μεταφορά σε λογαριασμό διαθέσεως (LOAN OPENING TRANSFER TO SUSPENSE). Εξήγησε ότι αυτός ο λογαριασμός είναι της τράπεζας και ότι είναι «διευκολυντικός» λογαριασμός έτσι ώστε να μπορούν να διεκπεραιώνουν συναλλαγές των πελατών τους. Εξήγησε ότι οι μόνες διαφορές μεταξύ των δύο συναλλαγών (δηλαδή των £47.000,00 και £53.000,00) ήταν αυτή του ποσού και του χρόνου διεκπεραίωσης της συναλλαγής. Υπέδειξε επί του τεκμηρίου 5 το σημείο όπου φαινόταν η συναλλαγή του δανείου με αναφορά στις δύο πρώτες χρεώσεις των £47.000,00 και £53.000,
  25. 39.8.
  26. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι η εναγόμενη 1 είχε έλθει το πρωί στη τράπεζα και είχε υπογράψει όλα τα έγγραφα μαζί με το έγγραφο του δανείου. Εξήγησε ότι ο λόγος για τον οποίο η ώρα η οποία φαίνεται επί των τεκμηρίων 9.Α έως και 9.Δ είναι μετά τις 13:00 είναι απλά διότι η πράξη καταχωρήθηκε πιο αργά προσθέτοντας και μία αόριστη αναφορά σε «λογιστικούς σκοπούς». Διευκρίνισε ότι τα συγκεκριμένα έντυπα δεν είναι έντυπα ανάληψης χρημάτων αλλά έντυπα μεταφοράς σε άλλο λογαριασμό. Πρόσθεσε ότι είναι χρέωση του λογαριασμού του δανείου. 39.8.
  27. Σημειώνω απλά σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι και ο Μ. Ε. 2, Μιχάλης Μιχαήλ, αναφέρθηκε σε «λογιστικούς σκοπούς». Οποιοιδήποτε και να ήταν αυτοί οι ούτω καλούμενοι λογιστικοί σκοποί θα ήταν ευχής έργο εάν, με βάση τη μαρτυρία τους, διαπιστωνόταν από το Δικαστήριο ότι οι δύο αυτοί μάρτυρες είχαν επαρκή αντίληψη αυτών των «λογιστικών σκοπών» έτσι ώστε στη συνέχεια να ήταν και σε θέση να τους εξηγήσουν ή τη σημασία αυτών προς το Δικαστήριο. Παρατηρώ απλά σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι η εξήγηση η οποία δόθηκε από τον Μ. Ε. 2, Μιχάλη Μιχαήλ, σε σχέση με πράξη στο Κτηματολόγιο κρίνεται άσχετη με τα επίδικα θέματα. 39.8.
  28. Διευκρίνισε η Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου, ότι με αυτά τα έντυπα έγινε χρέωση του δανείου με την οποία «φαίνεται» ότι «πήρε» τα λεφτά και μετά με εντολή της κατατέθηκαν σε ένα suspense account, δηλαδή το λογαριασμό με αριθμό
  29. Ακολούθως και πάλι κατόπιν οδηγιών της εναγομένης 1, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Μ. Ε. 1, Μαρίας Γεωργίου, εκδόθηκαν 2 τραπεζιτικές επιταγές. 39.8.
  30. Βεβαίως παρατηρείται ότι το τεκμήριο 38 το οποίο κατατέθηκε από τον Μ. Ε. 2, Μιχάλη Μιχαήλ, δείχνει διαφορετική σειρά συναλλαγών από αυτή την οποία περιέγραψε η Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου. Δηλαδή, εντός του τεκμηρίου 38 παρατίθεται πρώτα η έκδοση των δύο τραπεζικών επιταγών (με προσθήκη μάλιστα και των ποσών για προμήθεια, ταχυδρομικά και χαρτόσημα, συνολικά δηλαδή του ποσού των £5,53 στη κάθε περίπτωση) και μετά στη συνέχεια η χρέωση των δύο ποσών των £47.000,00 και £53.000,00 για το άνοιγμα του λογαριασμού του επίδικου δανείου της εναγομένης
  31. 39.
  32. Αξίζει όμως να γίνει και ιδιαίτερη αναφορά στα όσα ισχυρίστηκε η Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου, σε σχέση με τον τρόπο πληρωμής των δύο ποσών τα οποία συναποτελούσαν το σύνολο του επίδικου δανείου. 39.9.
  33. Κατ΄ αρχάς με τη κατάθεση των τεκμηρίων 31 και 32 η μάρτυρας αυτή υπογράμμισε ουσιαστικά το κατ΄ ισχυρισμό γεγονός ότι η πληρωμή του επίδικου δανείου έγινε σε δύο δόσεις των £47.000,00 και £53.000,
  34. 39.9.
  35. Ισχυρίστηκε ότι η πληρωμή των £47.000,00 έγινε με κατάθεση σε λογαριασμό του εναγομένου 2 παρουσιάζοντας προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού το τεκμήριο 33, δηλαδή διπλότυπο σχετικής κατάθεσης, το οποίο επίσης περιέγραψε ως «παραστατικό». 39.9.
  36. Αξιοσημείωτα σε σχέση με το περιεχόμενο αυτού του τεκμηρίου είναι τα εξής. 39.9.3.
  37. Πρώτο, το γεγονός ότι το έντυπο αυτό δεν φέρει υπογραφή στο σημείο το οποίο προορίζεται για υπογραφή του καταθέτη αλλά τις λέξεις «as per customer's instructions". 39.9.3.
  38. Δεύτερο, το γεγονός ότι η ώρα της συναλλαγής καταγράφεται ως 09:30:50 κατά την ίδια ημερομηνία με την ημερομηνία της συμφωνίας του επίδικου δανείου. Υπενθυμίζω απλά ότι σχετικές ώρες κατά την ίδια ημερομηνία καταγράφονται και επί των τεκμηρίων 9.Α έως και 9.Δ. 39.9.3.
  39. Ερωτήθηκε αναφορικά με αυτό το θέμα η συγκεκριμένη μάρτυρας. Ζητήθηκε να προσφέρει εξήγηση ως προς το πώς η εναγόμενη 1 πήρε λεφτά μετά τις 13:23 αλλά πλήρωσε η ώρα 09:30 το ποσό των £47.000,
  40. Η εξήγηση η οποία δόθηκε από τη Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου, συνάδει με τα όσα ανέφερε σε σχέση με τα τεκμήρια 9.Α έως και 9.Δ. 39.9.3.
  41. Ανέφερε συγκεκριμένα τα εξής. Ότι όλα τα έγγραφα σε σχέση με το δάνειο είχαν υπογραφεί πιο νωρίς όπως και η εντολή χρέωσης του δανείου και ότι απλώς η ώρα 13:24 έγινε η καταχώρηση στο σύστημα των εγγραφών. Ότι δηλαδή το δάνειο είχε γίνει πιο νωρίς και ότι απλά το έγγραφο είχε καταχωρηθεί η ώρα 13:
  42. Επανέλαβε ότι τα έγγραφα ήταν όλα έτοιμα. 39.9.3.
  43. Βεβαίως αξίζει να παρατηρηθεί και πάλι σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι το τεκμήριο 33 δεν φέρει οποιαδήποτε υπογραφή. 39.9.3.
  44. Ενώ παράλληλα προκαλεί απορία η αναφορά της μάρτυρος αυτής ως προς την ύπαρξη «εντολής χρέωσης του δανείου». Τι εννοούσε ακριβώς με αυτή τη περιγραφή; Το τεκμήριο 33; Βεβαίως αρχικά είχε αναφερθεί σε αυτό το έγγραφο ως παραστατικό. Αυτό το οποίο αναπόφευκτα παρατηρείται και πάλι είναι ότι το τεκμήριο 33 δεν φέρει οποιαδήποτε «Υπογραφή Καταθέτη» στο συγκεκριμένο σημείο του εντύπου το οποίο υπάρχει γι΄ αυτό το σκοπό. 39.9.3.
  45. Ενώ θα μπορούσε βεβαίως να αναφερόταν τόσο στο τεκμήριο 33 όσο και στα τεκμήρια 9.Α έως και 9.Δ ως εντολές ουσιαστικά της εναγομένης 1 για πληρωμή ποσών. Βεβαίως το τεκμήριο 33 είναι έντυπο κατάθεσης ενώ τα τεκμήρια 9.Α έως 9.Δ είναι έντυπα μεταφοράς από ένα λογαριασμό σε άλλο. Παρέμεινε αδιευκρίνιστο αυτό το σημείο. 39.9.
  46. Παρά και το δεδομένο ότι το Δικαστήριο σε αυτό το σημείο της απόφασης αξιολογεί τη προφορική κατάθεση της Μ. Ε. 1, Μαρίας Γεωργίου, αξίζει να σημειωθεί ως γενική παρατήρηση ότι ουσιαστικά η ενάγουσα, με εξαίρεση τη διαδικασία επίσχεσης ποσών από γραμμάτια, δεν παρουσίασε επαρκή αλλά και σαφή μαρτυρία ως προς τον τρόπο λειτουργίας των υπόλοιπων λογαριασμών των εναγομένων ιδιαίτερα δε τη λειτουργία αυτών σε σχέση με το επίδικο δάνειο και τις οποιεσδήποτε συναλλαγές οι οποίες ενδεχομένως να σχετίζονταν με αυτό. 39.9.
  47. Αυτό ενδεχομένως να οφειλόταν σε αποτυχία της ενάγουσας να παρουσιάσει επαρκώς ποιοτική μαρτυρία δίχως όμως παράλληλα να αποκλειόταν και το δεδομένο αυτό να οφειλόταν και σε σκόπιμη προσπάθεια της ενάγουσας να αποκρύψει κάποιες λεπτομέρειες αναφορικά με το επίδικο δάνειο. Έχοντας όμως υπόψη στο σύνολο της τη μαρτυρία την οποία η ενάγουσα παρουσίασε κρίνω ότι η οποιαδήποτε αποτυχία παρουσίασης επαρκής μαρτυρίας αναφορικά με αυτό το θέμα δεν οφειλόταν σε οποιαδήποτε σκοπιμότητα απόκρυψης της πραγματικότητας τουλάχιστον ως προς το γεγονός της ύπαρξης των συγκεκριμένων συναλλαγών ανεξάρτητα και από το σκοπό μεταφοράς των συγκεκριμένων ποσών. 39.
  48. Ενέμεινε η μάρτυρας αυτή στην εκδοχή της ως προς το ότι το έγγραφο του δανείου και οι εγγραφές χρέωσης είχαν υπογραφεί πιο νωρίς και απλά ότι λογιστικά η πράξη έγινε μετά. Εντούτοις θεωρώ ότι οι προσπάθειες επεξήγησης της μάρτυρος αυτής αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της ενάγουσας ως τράπεζα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν επαρκώς σαφείς ενώ διατηρώντας υπόψη το περιεχόμενο των συγκεκριμένων τεκμηρίων δημιουργείται ένα δικαιολογημένο περιθώριο αμφιβολίας αναφορικά με τη χρονική σειρά διενέργειας των συγκεκριμένων πράξεων ή συναλλαγών. Δίχως όμως αυτό εν τέλει να οδηγεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι οι συγκεκριμένες πράξεις ή συναλλαγές δεν έγιναν. Απλά η όλη προσπάθεια της μάρτυρος αυτής να επεξηγήσει τη χρονική πτυχή αυτών των πράξεων σε συνάρτηση με τη λογιστική καταχώρηση τους δεν ήταν σαφής. Δίχως αυτό όμως και πάλι τονίζω να οδηγεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη μάρτυρας προσπαθούσε να αποκρύψει οτιδήποτε ή ακόμη και να παραπλανήσει το Δικαστήριο αναφορικά με το δεδομένο ύπαρξης των συγκεκριμένων συναλλαγών. 39.
  49. Απέρριψε η μάρτυρας αυτή το ενδεχόμενο η εναγόμενη 1 να είχε πρώτα υπογράψει «εν λευκώ» το οποιονδήποτε έντυπο και αυτό στη συνέχεια να είχε συμπληρωθεί από υπαλλήλους της ενάγουσας. Ισχυρίστηκε ότι τα έντυπα ήταν συμπληρωμένα με τα ποσά κανονικά προσθέτοντας ότι η ώρα καταχωρείται στο σύστημα όταν περαστούν οι λογιστικές πράξεις. 39.
  50. Εντούτοις η θέση αυτή δεν κρίνεται πειστική. Πολύ πιο πιθανή κρίνεται η θέση η υπογραφή όντως να είχε τεθεί σε κενά έντυπα. Καθότι ο τρόπος έκδοσης και ουσιαστικά εκτύπωσης των τεκμηρίων 9.Α έως και 9.Δ σε τρία αντίγραφα όπως περιγράφηκε από την μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση της δεν αφήνει περιθώριο να συμβεί αυτό το οποίο ισχυρίστηκε. Σε κανένα σημείο της προφορικής κατάθεσης της δεν ισχυρίστηκε ότι τα όσα φαίνονται εκτυπωμένα επί των τεκμηρίων 9.Α έως και 9.Δ εκτυπώνονται σε διαφορετικό χρονικό σημείο. Μεταξύ βεβαίως των όσων έχουν εκτυπωθεί είναι και οι ώρες στη περίπτωση της κάθε συναλλαγής. Μάλιστα κατά την κύρια εξέταση της η Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου, αναφέρθηκε σε σχέση με το τεκμήριο 9.Α στην ημερομηνία 12/4/2001 και ότι εκδόθηκε στις 13:21 (η ακριβής αναφορά επί του τεκμηρίου είναι 13:21:12). Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν διευκρίνισε σε κανένα σημείο της κύριας εξέτασης της τα όσα στη συνέχεια διευκρίνισε σε σχέση με τη χρονική αναφορά επί των τεκμηρίων όπου υπάρχει τέτοια αναφορά. 39.
  51. Συνεπώς πιο πιθανή κρίνεται η περίπτωση η εναγόμενη 1 όντως στο πλαίσιο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας του δανείου να είχε υπογράψει ταυτόχρονα και τα συγκεκριμένα έντυπα (υπενθυμίζω την ανυπαρξία δυνατότητας του Δικαστηρίου να εξετάσει θέμα πλαστογραφίας - βλ. σχετικά τις παραγράφους 45 έως και 48 αυτής της απόφασης) το περιεχόμενο όμως των οποίων εκτυπώθηκε αργότερα με πιθανότερο χρονικό σημείο εκτύπωσης την ώρα η οποία αναφέρεται επί αυτών. 39.
  52. Διευκρινίζω όμως ότι αυτό δεν σημαίνει ότι η εναγόμενη 1 δεν είχε υπόψη της το περιεχόμενο με το οποίο θα συμπληρώνονταν τα κενά έντυπα, ιδιαίτερα δε σε σχέση με τα συγκεκριμένα ποσά επί αυτών, ή ότι εν τέλει το περιεχόμενο αυτό δεν ανταποκρινόταν στις οδηγίες της. Δεν θεωρώ δηλαδή ότι η ίδια δεν είχε δώσει τη συγκατάθεση της με την υπογραφή των συγκεκριμένων εντύπων όπως αυτά συμπληρωθούν αναλόγως στη συνέχεια σύμφωνα και με την αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων και τήρηση των οδηγιών της ως προς τη διαίρεση και διάθεση του ποσού του επίδικου δανείου. Γίνεται δηλαδή δεκτή ως αξιόπιστη η ουσία της μαρτυρίας της Μ. Ε. 1, Μαρίας Γεωργίου, ως προς τις οδηγίες τις οποίες η εναγόμενη 1 είχε δώσει αλλά και σε σχέση με τη γνώση την οποία η εναγόμενη 1 είχε αναφορικά με τον τρόπο διάθεσης του ποσού του επίδικου δανείου με πληρωμή αυτού προς τον εναγόμενο 2 με την έκδοση των δυο επιταγών για τα ποσά των £47.000,00 και £53.000,
  53. 39.
  54. Ανέφερε και σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο της αντεξέτασης της η μάρτυρας αυτή, ότι το έντυπο (τεκμήριο 9.Α) υπογράφηκε μαζί με το έγγραφο δανείου και τα άλλα έγγραφα γύρω στις 09:30 και ότι απλά η πράξη «λογιστικά» διεκπεραιώθηκε η ώρα 13:
  55. 39.
  56. Προκύπτει από τη μαρτυρία αυτής της μάρτυρος άλλο ένα σημείο αναφορικά με το ποσό των £47.000,00 το οποίο προσθέτει στο όλο μέρος της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε από την ενάγουσα προς απόδειξη της αξίωσης της εναντίον αμφότερων των εναγομένων το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως αδιευκρίνιστο. Με αναφορά στο τεκμήριο 33 ως η απόδειξη της κατάθεσης της επιταγής των £47.000,00 εξήγησε ότι φαίνεται η ώρα κατά την οποία έγινε η κατάθεση ενώ στο τεκμήριο 35 δεν αναφέρεται η ώρα. Λογικά όμως η έκδοση του τεκμηρίου 35 θα πρέπει να είχε προηγηθεί της κατάθεσης του έτσι ώστε το ποσό το οποίο αναφέρεται επί αυτής της επιταγής να είχε κατατεθεί σε οποιοδήποτε λογαριασμό. Σημειωτέον επίσης ότι αναφέρεται ο αριθμός της επιταγής επί του τεκμηρίου 33 επομένως λογικά εφόσον η έκδοση της επιταγής (τεκμήριο 35) προηγείται της κατάθεσης της η οποία έπεται της έκδοσης της, τότε αυτή θα πρέπει να εκδόθηκε πριν από τις 09:
  57. 39.
  58. Βεβαίως όταν ερωτήθηκε η μάρτυρας αυτή σε σχέση με την άλλη επιταγή για το ποσό των £53.000,00 ως προς το κατά πόσο είχε άλλο έγγραφο παρόμοιο με την έκδοση της επιταγής για το ποσό των £47.000,00 το οποίο να δείχνει την ώρα που εκδόθηκε η επιταγή για το ποσό των £53.000,00 απάντησε ως εξής. Ότι δεν είχε πει ότι έχει έγγραφο στο οποίο να φαίνεται η ώρα που εκδόθηκε η επιταγή και ότι το έγγραφο στο οποίο φαίνεται η ώρα (προφανώς εννοώντας το τεκμήριο 33) είναι η ώρα που κατατέθηκε η επιταγή στο λογαριασμό του Δημητράκη Νικοδήμου. Δεν παύει όμως λογικά η δυνατότητα κατάθεσης μίας οποιασδήποτε επιταγής να αποκαλύπτει και την ύπαρξη της συγκεκριμένης επιταγής και συνεπώς την προγενέστερη έκδοση της προ της κατάθεσης της. 39.
  59. Παράλληλα διατηρώντας υπόψη και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 38 όπου καταγράφονται οι καταχωρήσεις έκδοσης των τεκμηρίων 35 και 36 (δηλαδή των επιταγών) αλλά και το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία η οποία να δείχνει ότι μεταξύ τους οι δύο επιταγές εκδόθηκαν σε ξεχωριστά ή χρονικά απομακρυσμένα σημεία, ακόμη και σε κάποιο βαθμό και τους συνεχείς αύξοντες αριθμούς των επιταγών, εύλογα τα στοιχεία αυτά οδηγούν το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι η έκδοση και των δύο επιταγών έγινε περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα. Δηλαδή, πριν από τις 09:30 στις 12/4/
  60. 39.
  61. Είναι άξιον απορίας επίσης, εφόσον δηλαδή η συγκεκριμένη μάρτυρας ήταν διατεθειμένη να υποθέσει διάφορα άλλα δεδομένα γιατί δεν ήταν επίσης σε θέση να υπολογίσει ότι μάλλον και οι δύο επιταγές θα πρέπει να είχαν εκδοθεί περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα ή ακόμη και η μία πολύ κοντά χρονικά στην άλλη. Ενδεχομένως όμως η μάρτυρας αυτή να στόχευε στο να αποφύγει να υποσκάψει με οποιοδήποτε τρόπο τη θέση της ως προς το ότι η διεκπεραίωση λογιστικά αμφότερων των επίδικων πράξεων σε σχέση με τη πληρωμή του ποσού του δανείου έγινε στα χρονικά σημεία τα οποία αναφέρονται επί των τεκμηρίων 9.Α έως και 9.Δ. 39.
  62. Αναφορικά με τη χρονική πτυχή της επιταγής των £53.000,00 το μοναδικό σημείο το οποίο η μάρτυρας αυτή ήταν διατεθειμένη να δηλώσει ήταν ότι όπως φαίνεται αυτή εξαργυρώθηκε στις 12/4/
  63. Η μάρτυρας μάλλον εξάγει αυτό το συμπέρασμα από τη σφραγίδα της Λαϊκής Τράπεζας (The Cyprus Popular Bank Ltd) στο πρόσωπο της επιταγής. Υπήρξε επίμονα σταθερή στη θέση της ως προς το ότι δεν γνώριζε την ώρα κατά την οποία εκδόθηκε η συγκεκριμένη επιταγή. Θα αναμενόταν όμως από το Δικαστήριο τουλάχιστον να ήταν σε θέση να υπολογίσει αυτή την ώρα. Όπως δηλαδή ήταν σε θέση να υπολογίσει το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας του επίδικου δανείου και των υπόλοιπων σχετικών εγγράφων ως προγενέστερο των χρονικών σημείων τα οποία αναφέρονται επί των τεκμηρίων 9.Α έως και 9.Δ. 39.
  64. Η αντεξέταση της μάρτυρος αυτής ολοκληρώθηκε με ένα παράδοξο τρόπο από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων. Διατηρώντας υπόψη τη μεταγενέστερη προσπάθεια των εναγομένων να αποδείξουν ότι η επιταγή των £47.000,00 κατατέθηκε σε λογαριασμό ο οποίος ανήκε σε άλλο πρόσωπο, δηλαδή τον γιό των εναγομένων 1 και 2, Νικόδημο Φακοντή. Ανέφερε χαρακτηριστικά ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων τα εξής. Ότι ήθελε να ξεκαθαρίσει ότι οι £47.000,00 ήλθαν πάλι κοντά σας (δηλαδή, στην ενάγουσα ως τράπεζα) με κατάθεση από τον κύριο Φακοντή. 39.
  65. Απάντησε, δίχως στη συνέχεια να αμφισβητηθεί η μάρτυρας, ως εξής. Ότι η επιταγή των £47.000,00 κατατέθηκε σε λογαριασμό τον οποίο διατηρούσε ο κύριος Δημητράκης Νικοδήμου Φακοντής με την Alpha Bank (δηλαδή, την ενάγουσα) παραπέμποντας παράλληλα στο τεκμήριο
  66. Ερωτήθηκε και πάλι για την ώρα και όπως ήταν λογικό επανέλαβε την ώρα η οποία φαίνεται επί του τεκμηρίου
  67. Ερωτήθηκε εάν υπήρχε κάποιος άλλος που ξέρει τι ώρα εκδόθηκε η συγκεκριμένη επιταγή για την οποία η ίδια δεν μπορούσε να πει και απάντησε ότι δεν γνώριζε. 39.
  68. Ουσιαστικά δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι χρονικά συνάδουν με τη πραγματικότητα τα όσα ανέφερε η μάρτυρας αυτή ως προς το ότι έγινε μεταφορά από το λογαριασμό του δανείου
(3451342942016)της εναγομένης 1 προς τον λογαριασμό της τράπεζας (daily suspense με αριθμό 1459904593014) του ποσού των £47.000,00 στις 13:21:12 (τεκμήριο 9.Α) εφόσον στις 09:30 έγινε κατάθεση του ιδίου ποσού στο λογαριασμό με αριθμό 1460103905010 στο όνομα Δημητράκη Νικοδήμου (τεκμήριο 33) αφού ήδη προηγουμένως (δηλαδή, πριν από τις 09:30) είχε εκδοθεί η τραπεζική επιταγή στο όνομα του Δημητράκη Ν. Φακοντή (τεκμήριο 35) από τον λογαριασμό της τράπεζας (daily suspense με αριθμό 1459904593014). Όπως δηλαδή αναφέρεται επί του τεκμηρίου 35 με όνομα αιτητή αυτό της εναγομένης 1 αλλά αριθμό λογαριασμού αυτό του λογαριασμού κινήσεως της τράπεζας (δηλαδή, με αριθμό 1459904593014). 39.
  1. Η εξήγηση η οποία δόθηκε από τη Μ. Ε. 1 ως προς το ότι το τεκμήριο 9.Α απλά αντικατοπτρίζει την ώρα της διεκπεραίωσης της λογιστικής πράξης δεν πείθει το Δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα του τουλάχιστον σε σχέση με τη χρονική πτυχή της. Σε βαθμό μάλιστα που να οδηγείται το Δικαστήριο και σε αμφιβολία ως προς τη γνησιότητα όχι μόνο του τεκμηρίου 9.Α αλλά και των υπόλοιπων τεκμηρίων (δηλαδή, 9.Α έως και 9.Δ) αποκλειστικά όμως σε σχέση με τη χρονική πτυχή του περιεχομένου αυτών των τεκμηρίων. Καθότι αυτή δεν φαίνεται να συνάδει με τη λογικά εφικτή πραγματικότητα αναφορικά με τη χρονική πτυχή των συναλλαγών οι οποίες αντικατοπτρίζονται εντός των υπόλοιπων τεκμηρίων. 39.
  2. Η οποιαδήποτε αμφιβολία όμως του Δικαστηρίου ως προς τη χρονική πτυχή αυτών των συναλλαγών δεν είναι τέτοια έτσι ώστε να οδηγείται σε συμπέρασμα απόρριψης ως αναξιόπιστης της βασικής θέσης της μάρτυρος αυτής ως προς το ότι το ποσό των £47.000,00 αποτελούσε μέρος του συνολικού συμφωνημένου ποσού του επίδικου δανείου και το οποίο διατέθηκε σύμφωνα με τις οδηγίες της εναγομένης 1 προς τον εναγόμενο 2 με κατάθεση του συγκεκριμένου ποσού σε λογαριασμό ο δικαιούχος του οποίου ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος
  3. 39.
  4. Αναφορικά με τη τραπεζιτική επιταγή για το ποσό των £53.000,00 (τεκμήριο 37) η μάρτυρας αυτή ανέφερε ότι η επιταγή αυτή κατέληξε στη τράπεζα τους (δηλαδή, της ενάγουσας) μέσω συμψηφισμού και ότι όπως φαίνεται πληρώθηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα. Βεβαίως παρά και τη χρήση της λέξης «συμψηφισμού» η μάρτυρας αυτή στη συνέχεια δεν επεξήγησε ακριβώς τι εννοούσε. 39.
  5. Πραγματικά δεν είναι δυνατό να αναμένεται είτε από αυτό είτε από το οποιοδήποτε Δικαστήριο να γνωρίζει εάν η χρήση της λέξης «συμψηφισμός» από τη συγκεκριμένη μάρτυρα εντός του πλαισίου εξαργύρωσης μίας επιταγής μεταξύ δύο διαφορετικών τραπεζών έχει αποκτήσει οποιαδήποτε εξειδικευμένη έννοια. Ασφαλώς το Δικαστήριο γνωρίζει ότι η λέξη συμψηφισμός εμπεριέχει ως έννοια τον συνυπολογισμό του ποσού που δικαιούται να λάβει κάποιος μαζί με τα χρέη του, έτσι ώστε να υπάρχει απόσβεση ισόποσων απαιτήσεων (βλ. σχετικά το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γεώργιου Μπαμπινιώτη). Εντούτοις δεν είναι δυνατό στην απουσία μαρτυρίας το Δικαστήριο να είναι σε θέση να γνωρίζει οποιαδήποτε ειδική έννοια του όρου αυτού ιδιαίτερα δε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. 39.
  6. Επομένως, με αυτά τα δεδομένα υπόψη του Δικαστηρίου αυτό το οποίο είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό από τη μαρτυρία της Μ. Ε. 1, Μαρίας Γεωργίου, σε συνδυασμό με το ίδιο το περιεχόμενο της συγκεκριμένης επιταγής (τεκμήριο 37) είναι ότι αυτή δόθηκε στον δικαιούχο της (δηλαδή, τον Δημητράκη Ν. Φακοντή) και ότι αυτός την κατέθεσε στη Λαϊκή Τράπεζα η οποία τράπεζα πληρώθηκε ουσιαστικά το συγκεκριμένο ποσό. Τι ακριβώς εννοούσε η μάρτυρας με τη χρήση της λέξης «συμψηφισμός» όμως δεν εξηγήθηκε προς το Δικαστήριο και συνεπώς ούτε και το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει κάτι το οποίο δεν τέθηκε υπόψη του. Δόθηκε όμως η ευκαιρία στη μάρτυρα (σε απάντηση σε σχέση με υποβολή αναφορικά με την ώρα κατά την οποία πληρώθηκε η επιταγή) να ισχυριστεί ότι η επιταγή δεν κατέληξε στη τράπεζα «μας». Λογικά, δηλαδή, η ίδια η επιταγή ή το ποσό της αξίας της δεν κατέληξε σε οποιοδήποτε λογαριασμό της ενάγουσας ως τράπεζα. 39.
  7. Διευκρινίζω και πάλι ότι η πτυχή σε σχέση με την οποία η μάρτυρας αυτή δεν έπεισε το Δικαστήριο έχει σχέση με τη χρονική πτυχή των όλων συναλλαγών στις οποίες αναφέρθηκε. Δεν έπεισε δηλαδή το Δικαστήριο αυτή η μάρτυρας ως προς τη βασιμότητα του λόγου ο οποίος δόθηκε - ή της εξήγησης ουσιαστικά - αναφορικά με τις διαφορές στα χρονικά σημεία τα οποία αναφέρονται επί των συγκεκριμένων τεκμηρίων. 39.
  8. Προς τι πραγματικά να καταχωρείται η ούτω καλούμενη λογιστική πράξη, περίπου 4 ώρες αργότερα, δηλαδή μετά από τη κατάθεση του ποσού των £47.000,00 στο λογαριασμό με αριθμό 1460103905010 στο όνομα Δημητράκη Νικοδήμου (τεκμήριο 33); Ή ακόμη και πλέον των 4 ωρών μετά από την έκδοση της σχετικής τραπεζικής επιταγής (τεκμήριο 35). Καθότι παρά και το γεγονός ότι δεν αναφέρεται η οποιαδήποτε ώρα επί του τεκμηρίου 35 η συγκεκριμένη επιταγή θα πρέπει ασφαλώς να είχε εκδοθεί προηγουμένως έτσι ώστε αυτή να ήταν εφικτό στη συνέχεια να κατατεθεί (τεκμήριο 33). 39.
  9. Παρά και πάλι το γεγονός ότι σε αυτό το μέρος της απόφασης το Δικαστήριο αξιολογεί την όση μαρτυρία προέκυψε από τη προφορική κατάθεση της Μ. Ε. 1, Μαρίας Γεωργίου, παρατηρούνται τα εξής σε σχέση γενικότερα με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε η ενάγουσα προς απόδειξη της αξίωσης της. 39.
  10. Είναι πραγματικά εκπληκτικός ο ασαφής και ουσιαστικά ανακριβής τρόπος με τον οποίο η ενάγουσα προώθησε την αξίωση της. Αφήνοντας ουσιαστικά σε μεγάλο βαθμό το Δικαστήριο να πρέπει να εξαγάγει τι ακριβώς εννοούσε η ενάγουσα είτε με τα δικόγραφα της είτε με τα όσα οι μάρτυρες της ισχυρίζονταν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Με αποτέλεσμα η απόφαση αυτή να καταλαμβάνει τόση έκταση ιδιαίτερα δε σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης. Εν τέλει όμως αυτή η ασάφεια και έλλειψη ακριβολογίας δεν διαπιστώνεται να απέκρυβε οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Καθιστούσε όμως αχρείαστα πιο επίπονο το έργο του Δικαστηρίου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε από την ενάγουσα. 39.
  11. Παραδείγματος χάριν, πως είναι δυνατό η Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου, να ισχυρίζεται στη γραπτή δήλωση της (παράγραφος 3 (στ) στο μέσο της σελίδας 3) ότι η ενάγουσα εξέδωσε «.στην εναγόμενη 1 δύο τραπεζικές επιταγές, μία για το ποσό των £53.000 και μία για το ποσό των £47.000, οι οποίες αποτελούσαν το προϊόν του ως άνω αναφερόμενου δανείου». Θα έπρεπε δηλαδή το Δικαστήριο να αντιλαμβάνεται ως δεδομένο ότι όταν ένας μάρτυρας αναφέρεται σε έκδοση επιταγής, έστω και τραπεζικής, προς ένα άλλο άτομο ότι εννοεί αυτό το οποίο στη συνέχεια η μάρτυρας περιέγραψε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της; Επίσης, ποιος πραγματικά είναι ο λόγος γιατί είτε αυτή η μάρτυρας είτε ο οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας της ενάγουσας δεν πρόσφερε μία λογική εξήγηση ως προς το εξής απλό ερώτημα; Το οποίο προκύπτει από απλό συσχετισμό των όσων η ενάγουσα ισχυρίζεται εντός της απαίτησης της και της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη αυτών των ισχυρισμών. 39.
  12. Εφόσον σύμφωνα με την απαίτηση η ενάγουσα παραχώρησε στην εναγόμενη 1 δάνειο (παράγραφος 2) και λειτούργησε προς όφελος της εναγομένης 1 λογαριασμό δανείου (παράγραφος 5) τότε γιατί τα δύο ποσά, συμποσούμενα στο συμφωνημένο σύνολο του δανείου, πληρώθηκαν αυθημερόν, δηλαδή την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας, προς τον εναγόμενο 2 και όχι προς την εναγόμενη 1; Σύμφωνα και πάλι με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας όπως αυτοί προκύπτουν από τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε. Έστω και εάν η πληρωμή αυτή έγινε δια μέσω της εναγομένης 1 σύμφωνα με τις οδηγίες της. Θα έπρεπε δηλαδή το Δικαστήριο να μαντέψει όταν η Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου, ισχυριζόταν ότι η ενάγουσα εξέδωσε «.στην εναγόμενη 1 δύο τραπεζικές επιταγές, μία για το ποσό των £53.000 και μία για το ποσό των £47.000, οι οποίες αποτελούσαν το προϊόν του ως άνω αναφερόμενου δανείου» ότι αυτό το οποίο εννοούσε ήταν ότι η εναγόμενη 1 έδωσε οδηγίες για την έκδοση αυτών των επιταγών με δικαιούχο τον εναγόμενο 2; 39.
  13. Το Δικαστήριο δεν τοποθετείται με αυτό τον τρόπο σε σχέση μόνο με τη μαρτυρία της Μ. Ε. 1, Μαρίας Γεωργίου. Η οποία ως υπάλληλος της ενάγουσας ελάχιστη επιλογή είχε επί του θέματος. Πέραν δηλαδή από το να υποστηρίξει τα όσα σύμφωνα είτε με οδηγίες τις οποίες έλαβε είτε ακόμη και δική της πρωτοβουλία και αντίληψη θεώρησε πως θα προωθούσαν όχι μόνο τα συμφέροντα αλλά και εν τέλει την αξίωση της ενάγουσας ως τράπεζα. Το ίδιο βεβαίως και οι υπόλοιποι δύο μάρτυρες. 39.
  14. Αυτό το οποίο παρατηρείται από το Δικαστήριο δεν έχει σχέση με την ειλικρίνεια αυτών των μαρτύρων αλλά τον ασαφή και δυσνόητο τρόπο με τον οποίο η ενάγουσα παρουσίασε τη μαρτυρία τους. Ωσάν θα έπρεπε το Δικαστήριο να ερμηνεύει μαρτυρία η οποία αναφερόταν κυρίως σε απλά γεγονότα ως προς τη καθημερινή λειτουργία της ενάγουσας ως τράπεζα τα οποία δεν θα έπρεπε να έχρηζαν της οποιασδήποτε ερμηνείας. Ερμηνείας ουσιαστικά έτσι ώστε αυτά τα απλά γεγονότα να ήταν δυνατό να καθίστανται αντιληπτά με τον τρόπο τον οποίο εν τέλει η ενάγουσα ουσιαστικά στόχευε να γίνουν αντιληπτά. Είναι μόνο μετά από αρκετή υπομονή και λογική συνάρτηση του περιεχομένου των όσων εγγράφων παρουσιάστηκαν από την ενάγουσα ως τεκμήρια κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας που καθίσταται κατανοητή η προφορική μαρτυρία των μαρτύρων της. Μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να ήταν πολύ πιο απλή και κατανοητή εάν αυτή ήταν σαφής και ακριβής στη διατύπωση της. 39.
  15. Διευκρινίζω δηλαδή ότι, όπως εν τέλει κρίνεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση τα όσα αναφέρονται αναφορικά με τον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της αξίωσης δεν αποτελούν λόγο για να αξιολογηθεί αρνητικά επί οποιουδήποτε σημείου η μαρτυρία είτε αυτής της μάρτυρος είτε των άλλων δύο μαρτύρων οι οποίοι επίσης κατέθεσαν υπό την ιδιότητα τους ως υπάλληλοι της ενάγουσας. 39.
  16. Διέτρεχε όμως το κίνδυνο η ενάγουσα να επηρεαστεί αρνητικά η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων της από τον τρόπο γενικά με τον οποίο παρουσιάστηκε η αξίωση της. Η αναφορά βεβαίως σε τρόπο παρουσίασης, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, εμπεριέχει και την ίδια τη μαρτυρία η οποία συναποτελεί το βασικότερο μέρος αυτής της παρουσίασης. 39.
  17. Αυτό το οποίο κατακρίνει πραγματικά το Δικαστήριο δεν είναι τη μαρτυρία της Μ. Ε. 1, Μαρίας Γεωργίου, αλλά το γεγονός ότι η ενάγουσα προσήλθε στο Δικαστήριο παρουσιάζοντας μία εκδοχή ως προς την αξίωση της η οποία με την ίδια τη παρουσίαση της αχρείαστα δημιουργούσε ερωτήματα τα οποία, όπως διαπιστώνεται, ουδέποτε απαντήθηκαν. Υπό μορφή μαρτυρίας ασφαλώς. 39.
  18. Όπως, παραδείγματος χάριν τα ακόλουθα ερωτήματα. 39.40.
  19. Γιατί το προϊόν του δανείου, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, πληρώθηκε προς τον εναγόμενο 2 με την έκδοση των τεκμηρίων 31 και 32; Έστω ακόμη και εάν όπως εν τέλει γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ως αξιόπιστο η πληρωμή αυτή όντως έγινε κατ΄ εντολή της εναγομένης
  20. 39.40.
  21. Γιατί το συνολικό ποσό πληρώθηκε αυθημερόν με δύο συγκεκριμένες δόσεις; 39.40.
  22. Ποιος ήταν ο πραγματικός σκοπός του επίδικου δανείου; 39.40.
  23. Γιατί μεταβιβάστηκε προς την εναγόμενη 1 το ακίνητο το οποίο υποθηκεύτηκε από τον εναγόμενο 2 προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου της εναγομένης 1 έξη ημέρες μετά από την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου; 39.
  24. Αξίζει να σημειωθεί σε σχέση με τα τεκμήρια 31 και 32 (βλ. επίσης τα τεκμήρια 35 έως και 37) και ενδεχομένως γενικότερα σε σχέση με το σκοπό του επίδικου δανείου, ότι στο κενό του εντύπου με τις λέξεις «Αιτιολογία/Reason" αναφέρονται οι λέξεις "PURCHASE OF LAND". Όμως πέραν και από το γεγονός ότι η φράση αυτή ουδέποτε μεταφράστηκε στην Ελληνική γλώσσα (βλ. σχετικά τον περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο του 1988, όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 5) κανένας από τους μάρτυρες της ενάγουσας δεν αναφέρθηκε σε αυτό το μέρος των τεκμηρίων. Ούτε και ο ίδιος ο εναγόμενος 2 δεν αναφέρθηκε σε αυτό το σημείο. 39.
  1. Ενώ ως προς τον σκοπό του επίδικου δανείου αξίζει να σημειωθεί ότι η τελευταία ερώτηση προς την Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου, κατά την επανεξέταση της ως προς τον σκοπό για τον οποίο έγινε η δανειοδότηση αποσύρθηκε. 39.
  2. Σημειώνεται απλά ότι η μαρτυρία η οποία δόθηκε από αυτή τη μάρτυρα αναφορικά με το θέμα της επίσχεσης γραμματίων κρίνεται επαρκώς λεπτομερή και αξιόπιστη. 39.
  3. Η επανεξέταση αυτής της μάρτυρος απεκάλυψε μία ανησυχία εκ μέρους της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας αναφορικά με το θέμα της πλαστογραφίας. Τα γεγονότα αναφορικά με τα οποία ερωτήθηκε η μάρτυρας αυτή ουσιαστικά δεν έχρηζαν διευκρίνισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ Μ. Ε. 2 40.Ο Μ. Ε. 2, Μιχάλη Μιχαήλ κατέθεσε ότι για κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο ήταν διευθυντής του Κεντρικού Καταστήματος Πάφου και ότι κατά την ημερομηνία της προφορικής κατάθεσης του ήταν Προϊστάμενος Τμήματος Υποστήριξης Επιχειρηματικών Δανείων Πάφου. Πρόσθεσε δε ότι στο κεντρικό κατάστημα της ενάγουσας κατέχονται και φυλάσσονται όλα τα σχετικά έγγραφα και ότι εκεί έχουν και την ευθύνη παρακολούθησης του επίδικου λογαριασμού. Σε σχέση με τη προφορική κατάθεση του παρατηρώ τα ακόλουθα. 40.
  4. Κατ΄ αρχάς προκύπτει ένα σημείο αοριστίας από το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα αυτού. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο της. Απλά παρατηρείται ότι η αναφορά σε πράξη - ή η χρήση ουσιαστικά της λέξης «πράξη» - κρίνεται αόριστη. Αναφέρεται ο μάρτυρας αυτός σε ισχυρισμό ότι όλα τα έγγραφα αναφορικά με το επίδικο δάνειο ήταν πλήρως συμπληρωμένα με τα ποσά και τους όρους και ότι είχαν υπογραφεί το πρωί στις 12/4/2001 και συγκεκριμένα στις 09:30 η ώρα. Στη συνέχεια προσθέτει ότι η πράξη καταχωρήθηκε στο σύστημα πιο αργά, κατά τις 13:20 έως και 13:30 «.για λογιστικούς σκοπούς, ως γίνεται συνήθως». 40.
  5. Σε ποια πράξη όμως αναφέρεται ο μάρτυρας αυτός; Στο δάνειο, δηλαδή στην υπογραφή της συμφωνίας του δανείου; Στην έκδοση των επίδικων επιταγών; Ή στις μεταφορές ποσών όπως αυτές καταγράφονται επί των τεκμηρίων 9.Α έως και 9.Δ; Ή σε κάτι εντελώς διαφορετικό διατηρώντας υπόψη και τη χρήση στη συνέχεια της γραπτής δήλωσης του της ίδιας λέξης με αναφορά πλέον σε πράξη στο Κτηματολόγιο; 40.
  6. Άγνωστο πραγματικά τι ακριβώς εννοούσε ο μάρτυρας αυτός όταν με τόσο αόριστο τρόπο αναφερόταν σε «πράξη» στον ενικό σε σχέση μάλιστα με μία σειρά γεγονότων. Πολύ πιθανό η αοριστία αυτή να οφείλεται στη σύνταξη της γραπτής δήλωσης του ή ακόμη και στην ύπαρξη της εξής λανθασμένης εντύπωσης. Ότι τα όσα ένας τραπεζικός υπάλληλος θεωρεί ως δεδομένα κατά τη συνήθη πρακτική της καθημερινής λειτουργίας μίας τράπεζας θα πρέπει να θεωρούνται και ως αυτονόητα για ένα Δικαστήριο. Ανεξάρτητα δηλαδή και από τη χρήση όρων είτε εξειδικευμένων είτε κοινά γνωστών και εύκολα κατανοητών από τραπεζικούς υπαλλήλους όχι όμως άμεσα αντιληπτούς και από ένα Δικαστήριο εάν πρώτα αυτοί δεν επεξηγηθούν εντός του πλαισίου των ισχυρισμών οι οποίοι περιβάλλουν αυτούς τους όρους. Ή ακόμη και από αναφορά σε γνωστές μεν σε εμπλεκόμενα άτομα διεργασίες τραπεζικής εργασίας, άγνωστες όμως υπό μορφή μαρτυρίας στο Δικαστήριο. 40.
  7. Προφανώς η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα παρουσιάστηκε προς διευκρίνιση ορισμένων θεμάτων τα οποία προέκυπταν από την ήδη δοθείσα μαρτυρία, ιδιαίτερα δε σε σχέση με τη λειτουργία του λογαριασμού με αριθμό
  8. Δηλαδή, τον ούτω καλούμενο "suspense account". 40.
  9. Εξήγησε αυτός ο μάρτυρας τα ακόλουθα, μετά και από επιβεβαίωση της μαρτυρίας της Μ. Ε. 1 ως προς το ότι υπάρχει χρονική διαφορά μεταξύ πράξης και καταχώρησης για λογιστικούς σκοπούς. Αναφέρθηκε στα τεκμήρια 9.Α έως και 9.Δ προσθέτοντας ότι όπως φαίνεται σε αυτά οι δύο επιταγές εκδόθηκαν κατόπιν εντολής της εναγομένης
  10. Με αποτέλεσμα να χρεωθεί ο λογαριασμός "daily suspense resources". Εξήγησε ότι ο λογαριασμός αυτός ανήκει στους λογαριασμούς γενικής λογιστικής της ενάγουσας ως τράπεζα. 40.
  11. Αξιοσημείωτα είναι τα όσα ανέφερε στη συνέχεια. 40.6.
  12. Ότι δηλαδή είναι «.συνήθης τακτική της Τράπεζας να εκδίδει τις επιταγές που έχουν σχέση με πληρωμή εξόδων του Κτηματολογίου, μεταβιβάσεις και υποθηκεύσεις, χρεώνοντας αυτόν τον προσωρινό λογαριασμό μέχρις ότου συμπληρωθεί η πράξη στο Κτηματολόγιο.» και ότι αφού «.συμπληρωθεί και υποθηκευτεί το ακίνητο προς όφελος της Τράπεζας, ανοίγεται το δάνειο, ολοκληρώνονται όλες οι λογιστικές εγγραφές, χρεώνοντας το δάνειο και πιστώνοντας τον προσωρινό λογαριασμό γενικής λογιστικής, και χαρτοσημαίνονται αυθημερόν τα σχετικά έγγραφα δανείου». 40.6.
  13. Εξήγησε δε ότι η «.πρακτική αυτή ακολουθείται σε περιπτώσεις υποθηκεύσεως ή μεταβιβάσεων προς αποφυγή χρέωσης των πελατών με χαρτόσημα και έξοδα τραπέζης, σε περίπτωση που δεν ολοκληρωθεί η υποθήκευση του ακινήτου, λόγω ύπαρξης κάποιου εμποδίου memo, υποθήκη σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή διότι ο πωλητής άλλαξε γνώμη». 40.6.
  14. Καταχώρησε στη συνέχεια αντίγραφο σχετικής κατάστασης του λογαριασμού "daily suspense resources" (τεκμήριο 38) επεξηγώντας μάλιστα και τη χρονική σειρά καταγραφής των διαφόρων πράξεων οι οποίες αναφέρονται επί αυτού. 40.
  15. Προκύπτουν διάφορα θέματα από τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα. 40.7.
  16. Κατ΄ αρχάς αναδεικνύεται και πάλι το γεγονός ότι ο σκοπός του επίδικου δανείου δεν αναφέρεται στα δικόγραφα της ενάγουσας. 40.7.
  17. Έμμεσα υπενθυμίζεται ότι ούτε και η ίδια η Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου, αναφέρθηκε στο σκοπό του επίδικου δανείου. 40.7.
  18. Παρατηρείται ότι η μοναδική αναφορά σε μεταβίβαση οποιουδήποτε ακινήτου εντός της απαίτησης έχει σχέση με τη δωρεά από τον εναγόμενο 2 προς την εναγόμενη 1 του ενυπόθηκου ακινήτου. 40.7.
  19. Επαναλαμβάνεται η σημασία σύμφωνα με την ενάγουσα του τρόπου λειτουργίας ανεξάρτητου λογαριασμού της ενάγουσας ως τράπεζα. Αναφέρεται δηλαδή ο μάρτυρας αυτός σε συνήθη πρακτική της ενάγουσας έκδοσης επιταγών που έχουν σχέση με πληρωμή εξόδων του Κτηματολογίου, μεταβιβάσεις και υποθηκεύσεις με προσωρινή χρέωση του λογαριασμού "daily suspense resources" μέχρι να συμπληρωθεί η πράξη στο Κτηματολόγιο. 40.7.
  20. Βεβαίως αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι η μοναδική πράξη στις 12/4/2001 ήταν η δήλωση υποθήκευσης (τεκμήριο 2) επί της οποίας αναφέρεται ως ποσό εξόδων, δηλαδή δικαιώματα που πληρώθηκαν, το συνολικό ποσό των £1.000,
  21. Μάλιστα όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας αυτός εάν φαίνεται επί του τεκμηρίου 38 ότι πληρώθηκαν οποιαδήποτε τέλη απάντησε ότι «σε αυτό το τεκμήριο» δεν φαίνεται. 40.7.
  22. Βεβαίως το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι εφόσον με βάση τη μαρτυρία του ιδίου είναι επί αυτού του τεκμηρίου που θα έπρεπε να φαίνεται μία τέτοια χρέωση τότε γιατί δεν φαίνεται; Ο ίδιος αναφέρεται (παράγραφος 4 της γραπτής δήλωσης του) σε συνήθη πρακτική της τράπεζας να εκδίδει τις επιταγές «.που έχουν σχέση με πληρωμή εξόδων του Κτηματολογίου, μεταβιβάσεις και υποθηκεύσεις.». 40.7.
  23. Οι μοναδικές επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν στις 12/4/2001 σύμφωνα με τη μαρτυρία την οποία η ίδια η ενάγουσα παρουσίασε ήταν οι δύο επιταγές για τα ποσά των £47.000,00 και £53.000,
  24. 40.7.
  25. Ποία όμως είναι η σχέση αυτών των δύο επιταγών με τη μοναδική πράξη η οποία διεκπεραιώθηκε στο Κτηματολόγιο στις 12/4/2001; Πραγματικά δεν φαίνεται να προκύπτει η οποιαδήποτε διασύνδεση μεταξύ της έκδοσης των συγκεκριμένων επιταγών και της υποθήκευσης του ακινήτου το οποίο έξη μέρες αργότερα μεταβιβάστηκε από τον εναγόμενο 2 προς την εναγόμενη
  26. 40.7.
  27. Η οποία μεταβίβαση σημειωτέον δεν προαπαιτούσε τη πληρωμή είτε του ποσού των £100.000,00 είτε του οποιουδήποτε άλλου ποσού εφόσον, πολύ απλά, επρόκειτο για μεταβίβαση κατόπιν δωρεάς λόγω συγγένειας, από τον εναγόμενο 2 προς την εναγόμενη 1 ως η σύζυγος του. 40.7.
  28. Συνεπώς πως θα ήταν δυνατό για το Δικαστήριο να κρίνει ότι ευσταθούν τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αυτός σε σχέση με τη «συνήθη πρακτική της Τράπεζας» στη συγκεκριμένη περίπτωση; Πως αναδεικνύεται με τον οποιοδήποτε τρόπο από τη μαρτυρία είτε αυτού του μάρτυρα είτε της Μ. Ε. 1, Μαρίας Γεωργίου, η σχέση μεταξύ των επίδικων επιταγών με «.πληρωμή εξόδων του Κτηματολογίου, μεταβιβάσεις και υποθηκεύσεις.» ; 40.7.
  29. Θεωρώ ότι δεν αναδεικνύεται η οποιαδήποτε τέτοια σχέση. Συνεπώς, ούτε και η εξήγηση η οποία δόθηκε στη συνέχεια από τον μάρτυρα αυτό είναι δυνατό να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Ότι δηλαδή αφού συμπληρωθεί και υποθηκευτεί το ακίνητο προς όφελος της Τράπεζας «.ανοίγεται το δάνειο, ολοκληρώνονται όλες οι λογιστικές εγγραφές, χρεώνοντας το δάνειο.» και ότι η πρακτική αυτή «.ακολουθείται σε περιπτώσεις υποθηκεύσεως ή μεταβιβάσεων προς αποφυγή χρέωσης των πελατών με χαρτόσημα και έξοδα τραπέζης, σε περίπτωση που δεν ολοκληρωθεί η υποθήκευση του ακινήτου, λόγω ύπαρξης κάποιου εμποδίου memo, υποθήκη σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή διότι ο πωλητής άλλαξε γνώμη». 40.7.
  30. Υπενθυμίζω επίσης ότι στην επίδικη περίπτωση δεν υπάρχει καν οποιοσδήποτε πωλητής σύμφωνα είτε με τα δικόγραφα είτε με την όση μαρτυρία η ενάγουσα παρουσίασε. Συνεπώς, η γενική αυτή πρακτική στην οποία αναφέρεται ο μάρτυρας αυτός δεν είναι καν δυνατό να κριθεί ότι θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής στην επίδικη περίπτωση. 40.
  31. Τονίζω μάλιστα ότι δεν προκύπτει καν από την όλη λογική της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα ότι η χρέωση του προσωρινού λογαριασμού γίνεται με τα ποσά του δανείου. Υπενθυμίζω και πάλι ότι ο ισχυρισμός του είναι ότι η συνήθης πρακτική της τράπεζας (δηλαδή, της ενάγουσας) είναι «.να εκδίδει τις επιταγές που έχουν σχέση με πληρωμή εξόδων του Κτηματολογίου, μεταβιβάσεις και υποθηκεύσεις, χρεώνοντας αυτόν τον προσωρινό λογαριασμό μέχρις ότου συμπληρωθεί η πράξη στο Κτηματολόγιο». 40.
  32. Εντούτοις στη συνέχεια της γραπτής του δήλωσης ο μάρτυρας αυτός προβάλει τον εξής εκπληκτικό πραγματικά ισχυρισμό. Εκτός δικογράφων και εντελώς εκτός του πλαισίου της ήδη δοθείσας μαρτυρίας προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας. Ότι δηλαδή η επιταγή των £53.000,00 με δικαιούχο τον εναγόμενο 2 χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του «κτήματος». Ποιού κτήματος όμως; Και ποιάς αγοράς; 40.
  33. Πραγματικά ούτε από τα δικόγραφα της ενάγουσας αλλά ούτε και από τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προκύπτει είτε ως επίδικο θέμα είτε ως γεγονός η αγορά του οποιουδήποτε κτήματος. 40.
  34. Επιπλέον, η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα αναφορικά με το ποσό των £53.000,00 είναι σαφώς ασύμφωνη με τη μαρτυρία της Μ. Ε. 1, Μαρίας Γεωργίου η οποία όχι μόνο δεν αναφέρθηκε στην αγορά του οποιουδήποτε κτήματος αλλά μάλιστα ανέφερε ότι η συγκεκριμένη επιταγή κατέληξε στη τράπεζα τους (δηλαδή, της ενάγουσας) μέσω συμψηφισμού και ότι όπως φαίνεται πληρώθηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα. 40.
  35. Ενώ όπως αναφέρεται και πιο πάνω (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 39.26 αυτής της απόφασης) παρά και τη χρήση της λέξης «συμψηφισμού» η μάρτυρας αυτή δεν επεξήγησε τι εννοούσε. Εντούτοις αυτό το οποίο είναι πέραν για πέραν σαφές είναι ότι η μάρτυρας αυτή δεν αναφέρθηκε σε αγορά του οποιουδήποτε κτήματος ή ακινήτου. 40.
  36. Προσθέτει και ένα άλλο σημείο σε σχέση με τις επίδικες επιταγές ο μάρτυρας αυτός. Ότι δηλαδή η επιταγή για το ποσό των £47.000,00 «.πιστώθηκε με επιφύλαξη.» στο λογαριασμό 1460103905010 στο όνομα του Δημητράκη Νικοδήμου (παράγραφος 4 της γραπτής δήλωσης). Τι εννοεί όμως ο μάρτυρας αυτός με τη χρήση της φράσης «με επιφύλαξη»; Ποία ήταν αυτή η επιφύλαξη; Και εάν όντως υπήρχε η οποιαδήποτε επιφύλαξη για ποιο λόγο δεν αναφέρθηκε σε αυτή και η Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου; Η επιφύλαξη έχει οποιαδήποτε σημασία; Και εάν δεν έχει τότε προς τι αναφέρθηκε σε αυτή ο μάρτυρας αυτός; 40.
  37. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω και σε συνδυασμό με τη «συνήθη πρακτική» της τράπεζας που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς αυτού του μάρτυρα, «.ετοιμάστηκαν οι τραπεζικές επιταγές με χρέωση προσωρινού λογαριασμού και εκταμιεύτηκε το δάνειο, προς εξόφληση του εν λόγω προσωρινού λογαριασμού, αφού διεκπεραιώθηκε η υποθήκευση του ακινήτου.» (παράγραφος 5 της γραπτής δήλωσης). 40.
  38. Προσθέτει μάλιστα ο μάρτυρας αυτός ότι είχε συμφωνηθεί ότι η αποπληρωμή του δανείου θα πραγματοποιείτο σε μία δόση στις 12/4/2002 «.από την εκποίηση του ακινήτου ή από καταθέσεις ή άλλους πόρους του οφειλέτη». Σαφώς ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί εξωγενής μαρτυρία σε σχέση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 εντός του οποίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε οποιοδήποτε ακίνητο πόσο μάλλον όχι μόνο σε συγκεκριμένο ακίνητο αλλά και ότι από την εκποίηση αυτού θα προέκυπτε η αποπληρωμή του επίδικου δανείου. 40.
  39. Αυτό το οποίο όντως αναφέρεται στο τεκμήριο 1 είναι ότι το δάνειο θα είναι πληρωτέο στις 12/4/
  40. Η δε αναφορά στο τεκμήριο 2 η οποία προηγείται αυτού του ισχυρισμού σαφώς δεν αποτελεί ένδειξη ότι ο μάρτυρας αυτός αναφερόταν στο περιεχόμενο της συμφωνίας υποθήκης. Καθότι ο ισχυρισμός του μάρτυρα αυτού θα πρέπει να ιδωθεί και εκτιμηθεί εντός του πλαισίου του συνόλου της μαρτυρίας. Ενώ η αναφορά σε «οφειλέτη» σε σχέση με το επίδικο δάνειο δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε άλλη έννοια από αναφορά στην εναγόμενη 1 και όχι στον εναγόμενο 2 ο οποίος όντως αυθημερόν υποθήκευσε δικό του ακίνητο ως εξασφάλιση για το επίδικο δάνειο. 40.
  41. Αυτό το οποίο αβίαστα διαπιστώνεται είναι ότι με τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα αποπειράθηκε η ενάγουσα να επεκτείνει τα επίδικα θέματα εκτός του απαραίτητου υπόβαθρου το οποίο παρέχεται από τα δικόγραφα της και μάλιστα προβάλλοντας παράλληλα και μαρτυρία η οποία δεν είναι σύμφωνη με τη μαρτυρία την οποία ήδη παρουσίασε με τη πρώτη μάρτυρα της. 40.
  42. Πέραν από διευκρίνιση ορισμένων θεμάτων σε σχέση με τη λειτουργία του λογαριασμού με αριθμό 1459904593014 ("suspense account") ο μάρτυρας αυτός δήλωσε πρόθεση εντός της γραπτής δήλωσης του (παράγραφος 7) ως προς το ότι θα επεξηγούσε τη κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου (τεκμήριο 5) το οποίο και έπραξε. 40.
  43. Ο Μ. Ε. 2, Μιχάλης Μιχαήλ, έδωσε επίσης κατά τη διάρκεια της κύριας εξέτασης του προφορική μαρτυρία αναφορικά με τα όσα αναφέρονται στη γραπτή δήλωση του. Διαπιστώνεται ότι με αυτό τον τρόπο διασαφηνίστηκε η οποιαδήποτε γενικότητα η οποία ενδεχομένως να παρέμενε σε επίπεδο αόριστης έννοιας εάν το Δικαστήριο βασιζόταν απλώς στο περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα αυτού. Παραδείγματος χάριν, ένα σημείο το οποίο παρατηρείται και πιο πάνω από το Δικαστήριο έχει σχέση με την ύπαρξη της οποιασδήποτε μεταβίβασης αναφορικά με την οποία να υπήρχε η αναγκαιότητα έκδοσης των δύο επίδικων επιταγών. 40.
  44. Όταν ερωτήθηκε τι αφορούσε το τεκμήριο 38 ο μάρτυρας ανέφερε σχετικά τα όσα αναφέρονται πιο κάτω. Υπενθυμίζω απλά ότι το τεκμήριο 38 είναι η κατάσταση λογαριασμού "daily suspense resources". Προκύπτει δίχως οποιαδήποτε αμφιβολία από αυτή την εξήγηση ότι ο μάρτυρας αυτός αναφερόταν σε μεταβίβαση και όχι απλώς υποθήκευση. 40.
  45. Άγνωστο όμως παρέμεινε και μέχρι το τέλος όχι μόνο της προφορικής κατάθεσης αυτού του μάρτυρα αλλά και της ακροαματικής διαδικασίας σε ποιου ακινήτου τη μεταβίβαση αναφερόταν ο μάρτυρας αυτός. Η οποία μεταβίβαση βεβαίως να συνδεόταν με τα ποσά των δύο επίδικων επιταγών ή γενικότερα του ποσού του επίδικου δανείου. Πέραν βεβαίως και του δεδομένου ότι βάσει των δικογράφων της ενάγουσας δεν προκύπτει τέτοιο θέμα. Η μοναδική μεταβίβαση στην οποία υπάρχει αναφορά στην απαίτηση είναι αυτή του ενυπόθηκου ακινήτου από τον εναγόμενο 2 προς την εναγόμενη 1 δίχως σε σχέση με αυτό να απαιτείται η καταβολή οποιουδήποτε ποσού εφόσον δηλαδή αυτό έγινε με δωρεά από τον εναγόμενο 2 προς τη σύζυγο του. 40.
  46. Εξήγησε ο μάρτυρας τα εξής σε σχέση με το τεκμήριο
  47. Ότι η διαδικασία η οποία ακολουθείται για την έκδοση επιταγών για πληρωμή των συμβαλλομένων μερών σε περιπτώσεις όπου γίνεται αγοραπωλησία στο Κτηματολόγιο και τη πληρωμή αναλαμβάνει η τράπεζα, επειδή δεν είναι σε θέση να ξέρουν (δηλαδή, οι υπάλληλοι της τράπεζας) κατά πόσο η πράξη στο Κτηματολόγιο θα ολοκληρωθεί και θα γίνει μεταβίβαση στο όνομα του αγοραστή (παραδείγματος χάριν, λόγω της ύπαρξης κάποιου εμποδίου) είναι να χρεώνεται ένας προσωρινός λογαριασμός του πελάτη το πρωί με αποδοχή από τον πελάτη και μετά την ολοκλήρωση μεταβίβασης και υποθήκευσης στο Κτηματολόγιο τότε ανοίγεται το δάνειο, γίνονται οι χρεοπιστώσεις και λογιστικοποιούνται οι εγγραφές. 40.
  48. Σημαντική είναι η εξής αναφορά του μάρτυρα στο τέλος αυτής της εξήγησης. Ότι η διαδικασία αυτή ακολουθήθηκε και στη συγκεκριμένη περίπτωση στο όνομα της εναγομένης
  49. Πρόσθεσε δε ότι ο λόγος για τον οποίο το αναφέρει αυτό στο Δικαστήριο είναι διότι η λογιστικοποίηση έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο, μετά που ολοκληρώθηκε η πράξη. 40.
  50. Βεβαίως προκύπτει και πάλι το αναπάντητο ερώτημα με βάση την όση μαρτυρία η ενάγουσα παρουσίασε. Σε ποία πράξη ακριβώς αναφέρεται ο μάρτυρας αυτός; 40.
  51. Εξήγησε ότι η χρέωση του λογαριασμού ο οποίος κατατέθηκε ως τεκμήριο 38 αναφέρεται σε άλλα τεκμήρια τα οποία δεν είχε, δηλαδή η έκδοση των δύο επιταγών των £47.000,00 και £53.000,00 προσθέτοντας ότι οι πράξεις αυτές ολοκληρώνονται αυθημερόν και ότι πρέπει να γίνει η διαδικασία έτσι ώστε εάν η πράξη στο Κτηματολόγιο ναυαγήσει να μην επιβαρυνθεί ο πελάτης με έξοδα και χαρτόσημα. 40.
  52. Αναφέρθηκε με επαρκή και αξιόπιστη λεπτομέρεια ο μάρτυρας αυτός στον τρόπο χρέωσης με τόκο του επίδικου λογαριασμού δανείου της εναγομένης
  53. 40.
  54. Όπως προέκυψε από την αντεξέταση αυτού του μάρτυρα ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφερόταν σε σχέση με τη σύναψη του επίδικου δανείου και τη πληρωμή του ποσού αυτού. Η οποιαδήποτε γνώση του προερχόταν από συζήτηση η οποία είχε προηγηθεί με τη Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου, ως επίσης έλεγχο του φακέλου των πελατών και του αρχείου της τράπεζας. 40.
  55. Σαφώς όμως αποδέχθηκε τη γενικότητα της μαρτυρίας του καθώς δήλωσε ότι γνωρίζει τις διαδικασίες που ακολουθούνται σε όλες τις περιπτώσεις αν και πρόσθεσε ότι φρόντισε και βρήκε όλα τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια όταν του ζητήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας και ότι μέχρι τότε δεν χρειαζόταν να έχει στη κατοχή του για όλους τους πελάτες όλα τα στοιχεία. Υπενθύμισε δε ότι όπως αναφέρει στη γραπτή δήλωση του όλα τα σχετικά έγγραφα φυλάγονται στο κεντρικό κατάστημα. 40.
  56. Βεβαίως απέρριψε την υποβολή ότι τα όσα ανέφερε δεν τα γνώριζε προσωπικά αλλά αυτό αποδίδεται περισσότερο στη δική του αντίληψη της έννοιας της προσωπικής γνώσης ενός μάρτυρα παρά στην οποιαδήποτε νομική έννοια της προσωπικής γνώσης, ιδιαίτερα δε σε σχέση με την εξ ακοής μαρτυρία η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα. 40.
  57. Αναφέρει ο μάρτυρας αυτός στη παράγραφο 4 της γραπτής δήλωσης του ότι η επιταγή των £47.000,00 με δικαιούχο τον Δημητράκη Φακοντή πιστώθηκε με επιφύλαξη στο λογαριασμό 1460103905010 στο όνομα του Δημητράκη Νικοδήμου. Βεβαίως κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού κατατέθηκε ως τεκμήριο το Βιβλιάριο Ταμιευτηρίου (τεκμήριο 40) το οποίο φέρει τον ίδιο αριθμό λογαριασμού και επί του οποίου το όνομα το οποίο αναγράφεται είναι Νικοδήμου Φακοντής (συγκεκριμένα αυτό αναγράφεται με Αγγλικούς χαρακτήρες ως Necodemou Facondis). 40.
  58. Ενέμεινε ο μάρτυρας αυτός σε σχέση με το ποσό των £47.000,00 ότι δόθηκε εντολή από την εναγόμενη 1 να εκδοθεί επιταγή στο όνομα του Δημητράκη Φακοντή, δηλαδή του εναγομένου 2, μη αποδεχόμενος την ύπαρξη οποιασδήποτε ένδειξης ότι έδωσε οδηγίες η εναγόμενη 1 να κατατεθεί οποιοδήποτε ποσό στο Νικόδημο Φακοντή (δηλαδή, το γιο των εναγομένων). Σαφώς δήλωσε ότι δεν έδωσε οδηγίες η εναγόμενη 1 να γίνει τέτοια κατάθεση και ότι οι οδηγίες της ήταν για την έκδοση της επιταγής για το ποσό των £47.000,00 στο όνομα του Δημητράκη Φακοντή. 40.
  59. Οφείλω να διευκρινίσω σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι η προσπάθεια ουσιαστικά από τους εναγόμενους να δημιουργηθεί η οποιαδήποτε αμφιβολία αναφορικά με τον πραγματικό δικαιούχο του λογαριασμού 1460103905010 στο όνομα του Δημητράκη Νικοδήμου απορρίπτεται από το Δικαστήριο ως εντελώς αβάσιμη για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται πιο κάτω. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας εν πάση περιπτώσει κρίνεται ότι δεν είχε προσωπική γνώση αυτής της ιδιαιτερότητας της υπόθεσης ή της αναπάντεχης ουσιαστικά προβολής της εκτός δικογράφων έτσι ώστε να κριθεί η οποιαδήποτε τοποθέτηση του επί του συγκεκριμένου θέματος. Μάλιστα ο ίδιος ο μάρτυρας δήλωσε όταν ερωτήθηκε εάν ο λογαριασμός ανήκει στο Νικόδημο Φακοντή ότι θα έπρεπε να το ερευνήσει. Ισχυρίστηκε επιπρόσθετα ότι δεν υπήρχαν αρκετές πληροφορίες επί του τεκμηρίου 40 (βιβλιάριο ταμιευτηρίου) έτσι ώστε να ήταν σε θέση να απαντήσει τη συγκεκριμένη ερώτηση. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση αυτή του μάρτυρα ως λογική και ειλικρινή. 40.
  60. Σαφώς αναδεικνύεται από τη προφορική κατάθεση αυτού του μάρτυρα ότι ο ίδιος δεν γνώριζε το λόγο με βάση τον οποίο εκδόθηκαν δύο επιταγές για το προϊόν του δανείου αν και στη γραπτή δήλωση του αναφέρει σχετικά ότι η επιταγή για το ποσό των £53.000,00 χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του «κτήματος». Παράλληλα η εξής εξήγηση η οποία δόθηκε προφορικά από το μάρτυρα όχι μόνο δεν κρίνεται ικανοποιητική αλλά χαρακτηρίζεται και από υπεκφυγή. Δήλωσε ότι ένα ποσό δόθηκε, δηλαδή £100.000,00 και ότι απλά εκδόθηκαν δύο επιταγές από το προϊόν του δανείου. Ασφαλώς αυτή η δήλωση δεν αποτελεί εξήγηση αλλά απλά επανάληψη αυτού του αναπάντητου ερωτήματος το οποίο αναπόφευκτα απασχόλησε το Δικαστήριο σε αυτή την αγωγή και στο οποίο κανένας από τους τρεις μάρτυρες της ενάγουσας δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική ή σταθερή εξήγηση. 40.
  61. Ουσιαστικά όμως η θέση αυτού του μάρτυρα παρέμεινε σταθερή ως προς το ότι οι εντολές ήταν να εκδοθούν δύο τραπεζικές επιταγές στο όνομα Δημητράκη Φακοντή. Ασφαλώς τα τεκμήρια 35 και 36 αποτελούν σαφή ένδειξη ότι όντως είχαν εκδοθεί τραπεζιτικές επιταγές για τα ποσά των £47.000,00 και £53.000,
  62. Το κατά πόσο η έκδοση αυτών ήταν αποτέλεσμα εντολών της εναγομένης 1 αποτελεί ξεχωριστό ερώτημα το οποίο η ενάγουσα προσπάθησε να απαντήσει ή ουσιαστικά αποδείξει κυρίως με τη μαρτυρία της Μ. Ε. 1, Μαρίας Γεωργίου και τη κατάθεση των τεκμηρίων 9.Α έως και 9.Δ. 40.
  63. Υπενθυμίζω και πάλι ότι, όπως αναδεικνύεται με βάση τα όσα σχετικά ανέφερε ο ίδιος, ο μάρτυρας αυτός δεν είχε προσωπική γνώση των περιστάσεων έκδοσης οποιωνδήποτε εγγράφων τα οποία κατ΄ ισχυρισμό υπογράφηκαν κατά την επίδικη ημερομηνία, δηλαδή στις 12/4/
  64. Όπως ο ίδιος εξήγησε απλά βρήκε αυτά τα έγγραφα όταν ενημερώθηκε ότι θα κατέθετε ως μάρτυρας σε αυτή την αγωγή. Μάλιστα όταν αναφέρθηκε στις εντολές για τις επιταγές πρόσθεσε ότι άλλη επιστολή για κατάληξη δεν βρήκε. 40.
  65. Βεβαίως πρόσθεσε και κάτι το οποίο όσο αυτονόητο και να είναι βοηθά στο να αναδείξει την εξής απλή πραγματικότητα. Πραγματικότητα η οποία οι διάδικοι και ιδιαίτερα δε η ενάγουσα ουσιαστικά επέλεξαν να αγνοήσουν. Το εξής απλό γεγονός. Ότι δηλαδή δεν αφορούσε την εναγόμενη τι έγιναν τα λεφτά και ότι ο δικαιούχος των επιταγών αποφασίζει τι θα τα κάνει. Ασφαλώς και σε γενικές γραμμές οποιοδήποτε λογικό Δικαστήριο εκ πρώτης όψεως, στην απουσία οποιασδήποτε άλλης σχετικής μαρτυρίας, θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα. Όντως σε περίπτωση όπου εκδίδεται μία επιταγή στο όνομα του οποιουδήποτε δικαιούχου και δεν παρουσιάζεται μαρτυρία αναφορικά με την οποιαδήποτε συμβατική του δέσμευση αναφορικά με τη χρήση του ποσού το οποίο αναφέρεται επί της επιταγής τότε η απόφαση ως προς τη χρήση αυτού του ποσού ανήκει στον ίδιο τον δικαιούχο. Βεβαίως το ερώτημα το οποίο πραγματικά έχει σημασία σε σχέση με τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής είναι κατά πόσο είναι η εναγόμενη 1 η οποία έδωσε οδηγίες για την έκδοση αυτών των επιταγών. Ερώτημα το οποίο εν τέλει απαντάται θετικά από το Δικαστήριο. 40.
  66. Αντεξετάστηκε βεβαίως ο μάρτυρας αυτός και σε σχέση με θέματα επιτοκίου. Το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οποιοδήποτε λόγο με βάση τον οποίο να μην κριθεί ως βάσιμη και πειστική η γενική ουσιαστικά μαρτυρία αυτού του μάρτυρα επί του προκειμένου και η εφαρμογή των όσων ανέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτής της αγωγής. Δόθηκε μάλιστα σε αυτόν το μάρτυρα κατά την αντεξέταση του και ένα απόκομμα από εφημερίδα σχετικής ανακοίνωσης της ενάγουσας σε σχέση με το βασικό επιτόκιο το οποίο και κατατέθηκε ως τεκμήριο
  67. Το οποίο ουσιαστικά επιβεβαιώνει τα όσα ο ίδιος ο μάρτυρας προσπάθησε να αποδείξει με τη κατάθεση, κατά την κύρια εξέταση του, του τεκμηρίου
  68. Καθώς φωτοαντίγραφο του τεκμηρίου 41 αποτελεί μέρος της δέσμης εγγράφων από τα οποία αποτελείται το τεκμήριο
  69. 40.
  70. Υποστήριξε ή ουσιαστικά υπέθεσε, ο μάρτυρας αυτός, βάσει της γενικής τακτικής της τράπεζας, ότι η συμφωνία του επίδικου δανείου θα πρέπει να είχε ανανεωθεί κατά την ημερομηνία λήξης (δηλαδή, της προθεσμίας πληρωμής μετά και από τη πάροδο ενός έτους) καθότι διαφορετικά θα έπρεπε να χρεωθεί το δάνειο με τόκο υπερημερίας. Ο ίδιος με ειλικρίνεια, όταν ερωτήθηκε εάν εντόπισε οποιοδήποτε έγγραφο με βάση το οποίο οι εναγόμενοι ζήτησαν επέκταση του επίδικου δανείου, δήλωσε ότι δεν βρήκε οτιδήποτε. Υπέθεσε όμως ότι ήταν πιθανό να έγινε κάποια προφορική συνεννόηση αλλά πάντα με τη σύμφωνη γνώμη των πελατών. 40.
  71. Βεβαίως οφείλει να παρατηρήσει το Δικαστήριο επί του συγκεκριμένου σημείου ότι λογικά θα αναμενόταν όπως η ενάγουσα εντός του πλαισίου λειτουργίας της ως τράπεζα εφόσον ήδη υπήρχε μία γραπτή συμφωνία, όπως η οποιαδήποτε παράταση ή ανανέωση της επίσης να καταγραφόταν σε κάποιο έγγραφο και όχι να πιθανολογούσε ο μάρτυρας αυτός ότι πιθανό να έγινε κάποια προφορική συνεννόηση. Η πραγματικότητα όμως ως προς το ίδιο το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας είναι ότι η ενάγουσα είχε ευρείς εξουσίες να δίδει παρατάσεις σε σχέση με την ημερομηνία κατά την οποία ήταν πληρωτέο το επίδικο δάνειο (πρώτη επιφύλαξη στον όρο 3 του τεκμηρίου 1). 40.
  72. Στη συνέχεια απάντησε με ειλικρίνεια ο μάρτυρας αυτός, όταν του υποβλήθηκε ότι κανένας δεν ζήτησε επέκταση, ότι δεν ήταν το κατάλληλο άτομο για να απαντήσει. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα αυτό ότι ο εναγόμενος 2 είχε αρκετά λεφτά κατατεθειμένα στην ενάγουσα κατά την λήξη του χρέους (προφανώς δηλαδή στις 12/4/2002) και δεν είχε ανάγκη ανανέωσης του δανείου. Προτού αναφερθεί το Δικαστήριο στην απάντηση του αξίζει να σημειωθεί και το εξής αναφορικά με την όλη αλλοπρόσαλλη προσέγγιση των εναγομένων σε σχέση με τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής. 40.
  73. Πως είναι δυνατό πραγματικά να υποβάλλεται σε μάρτυρα της ενάγουσας ότι είναι ο εναγόμενος 2 ο οποίος δεν είχε ανάγκη ανανέωσης του δανείου; Εφόσον δηλαδή ουδέποτε ο εναγόμενος 2 υπήρξε συμβαλλόμενος οφειλέτης σε σχέση με την επίδικη συμφωνία δανείου. Πραγματικά η όλη ασταθής προσέγγιση της υπεράσπισης των εναγομένων ως προς τα επίδικα θέματα όπως εξάγεται μερικώς και από αυτή την υποβολή δεν έχει λογικό ειρμό αλλά αντιθέτως αναδεικνύει τις αντιφάσεις από τις οποίες χαρακτηρίζεται ο αυτοσχέδιος τρόπος με τον οποίο οι εναγόμενοι υποστήριξαν την υπεράσπιση τους και παράλληλα προσπάθησαν να προωθήσουν την ανταπαίτηση τους. Βεβαίως κορυφαία έκφανση της απροσχεδίαστης προχειρότητας με την οποία οι εναγόμενοι προσπάθησαν να υποστηρίξουν την υπεράσπιση τους και αποδείξουν την ανταπαίτηση τους είναι η ανεπιτυχής απόπειρα παρουσίασης του λογαριασμού καταθέσεων ταμιευτηρίου με αριθμό 1460103905010 ως λογαριασμό ο οποίος ανήκε στο γιο των εναγομένων και όχι στον εναγόμενο
  74. 40.
  75. Ως προς την απάντηση την οποία έδωσε ο συγκεκριμένος μάρτυρας αφού πρώτα δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει για τη συγκεκριμένη ημερομηνία (δηλαδή, στις 12/4/2002) εντούτοις ήταν σε θέση να δώσει μαρτυρία για μετά όταν πλέον είχε γίνει υποδιευθυντής του υποκαταστήματος το Σεπτέμβριο του
  76. Με αναφορά στο σχετικό πίνακα (τεκμήριο 39) υπέδειξε τη μείωση του επιτοκίου της εναγομένης 1 σε 5.5% μετά από έγκριση που πήρε για να υπάρχει 1% διαφορά από επιτόκιο καταθέσεων (δηλαδή, σε γραμμάτιο). Πρόσθεσε δε το εξής σημαντικό. Ότι αν ήθελε ο πελάτης να κάνει συμψηφισμό μπορούσε να ζητήσει να το κάνει. Σαφώς αφήνοντας να νοηθεί ότι η ίδια η ενάγουσα δεν θα προχωρούσε σε τέτοιο συμψηφισμό από δική της πρωτοβουλία. 40.
  77. Κατά την επανεξέταση του μάρτυρα αυτού ο ίδιος ομολόγησε την αδυναμία του σε σχέση με το συγκεκριμένο λογαριασμό να απαντήσει κατά πόσο βάσει της επίδικης συμφωνίας δανείου θα μπορούσε η τράπεζα από μόνη της να προβεί σε ανανέωση του δανείου. Δήλωσε όμως ότι από τότε που ήταν στο Κεντρικό Κατάστημα της ενάγουσας δεν ζητήθηκε από τον ίδιο όπως γίνει αποπληρωμή του δανείου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ Μ. Ε. 3 41.Αναφορικά με τον Μ. Ε. 3 Φαίδωνα Παπαδόπουλο παρατηρώ τα εξής. 41.
  78. Κατ΄ αρχάς είναι άξιον απορίας πως είναι δυνατό ο μάρτυρας αυτός να δηλώνει ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα κατείχε την ίδια θέση την οποία ο Μ. Ε. 2, Μιχάλης Μιχαήλ, ισχυρίστηκε ότι κατείχε. Υπενθυμίζω ότι ο Μ. Ε. 2 ισχυρίζεται στη γραπτή δήλωση του ότι «.για κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο ήμουν στην υπηρεσία των εναγόντων και συγκεκριμένα διευθυντής του Κεντρικού Καταστήματος Πάφου.». Ο Μ. Ε. 3 ισχυρίζεται, επίσης στη γραπτή δήλωση του, ότι «.για κάθε σημαντικό για την αγωγή χρόνο ήμουν στην υπηρεσία των εναγόντων και συγκεκριμένα διευθυντής του Κεντρικού Καταστήματος Πάφου 45.». Η μοναδική διαφορά στους ισχυρισμούς των μαρτύρων αυτών είναι η προσθήκη του αριθμού 45 στα όσα ο Μ. Ε. 3 ισχυρίζεται. Ενδεχομένως αυτός να είναι ο κωδικός αριθμός του Κεντρικού Καταστήματος. Κάτι το οποίο ουδέποτε εξηγήθηκε στο Δικαστήριο υπό μορφή μαρτυρίας. Η χρήση όμως της μοναδικής περιγραφής «Κεντρικό Κατάστημα» δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στο ένα και ίδιο κατάστημα. Πως είναι δυνατό και οι δύο μάρτυρες να ισχυρίζονται ότι κατείχαν την ίδια θέση για το ίδιο χρονικό διάστημα; 41.
  79. Αποτελεί και αυτή η εμφανής αντίφαση παράδειγμα της προχειρότητας με την οποία η ενάγουσα σε διάφορα σημεία της ακροαματικής διαδικασίας προέβαλε την αξίωση της. Βεβαίως ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για την έκβαση αυτής της αγωγής. Δεν παύει όμως να αποτελεί μία εντελώς αχρείαστη αντίφαση στην όση μαρτυρία η ενάγουσα παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης της ενώ παράλληλα διαπιστώνεται ότι ενώ αχρείαστα προβάλλεται αυτός ο ισχυρισμός, επί άλλων σημείων παρέλειψε να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να υποβοηθούσε το Δικαστήριο στην επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. 41.
  80. Ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος κατά την ημερομηνία της προφορικής κατάθεσης του δήλωσε ότι ήταν Περιφερειακός Διευθυντής Λεμεσού και Πάφου, αυτοπεριόρισε την εμβέλεια της μαρτυρίας του με τον εξής τρόπο. Ισχυρίστηκε ότι η γνώση του για τα γεγονότα της αγωγής «.περιορίζεται στην έκδοση της τραπεζικής επιταγής ύψους £53.000 και γενικά για την πρακτική έκδοσης τραπεζικών επιταγών». 41.
  81. Δεν παρέλειψε όμως να προσθέσει ότι έχει επίσης δει τον φάκελο της υπόθεσης ο οποίος τηρείται από την ενάγουσα ως επίσης και τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια αναγνωρίζοντας παράλληλα και την υπογραφή του επί του τεκμηρίου 32 (δηλαδή το φωτοαντίγραφο του διπλότυπου έκδοσης της επιταγής για το ποσό των £53.000,00). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τεκμηρίου και την αναφορά του μάρτυρα στα άτομα τα οποία υπέγραψαν για την άλλη επιταγή, η υπογραφή στην οποία ο μάρτυρας αυτός αναφερόταν είναι μία από τις δύο υπογραφές επί της συγκεκριμένης επιταγής. Μάλιστα στο τεκμήριο 37 (η ίδια η επιταγή) υπάρχει και σφραγίδα με το επίθετο και αρχικό του πρώτου ονόματος του μάρτυρα αυτού (στα Αγγλικά). 41.
  82. Επιπλέον, όπως εμφανώς προκύπτει από το περιεχόμενο των παραγράφων 3 έως και 5 της γραπτής δήλωσης αυτού του μάρτυρα η μαρτυρία του δεν περιοριζόταν μόνο στα όσα αρχικά αναφέρει στη γραπτή δήλωση του. Επιστρατεύτηκε ουσιαστικά αυτός ο μάρτυρας από την ενάγουσα έτσι ώστε να δώσει και απάντηση στην αναπάντεχη προβολή της θέσης των εναγομένων ότι ο δικαιούχος του λογαριασμού με αριθμό 1460103905010 στον οποίο κατατέθηκε το ποσό των £47.000,00 ήταν ο γιος των εναγομένων Νικόδημος Φακοντή και όχι ο εναγόμενος
  83. 41.
  84. Επεξηγεί στη γραπτή δήλωση του την ύπαρξη οδηγιών από την εναγόμενη 1 επί των τεκμηρίων 31 και 32 ως «αιτητής» και ως προς το ότι ο εναγόμενος 2 ήταν ο δικαιούχος. Ότι δηλαδή δόθηκαν οδηγίες από την εναγόμενη 1 για την έκδοση των συγκεκριμένων επιταγών στο όνομα του εναγομένου 2 ως δικαιούχου. Στη συνέχεια της παραγράφου 2 της γραπτής δήλωσης του επεξηγεί γενικά τη διαδικασία έκδοσης τραπεζικών επιταγών η οποία ομολογουμένως όσο απλή και να ήταν η συγκεκριμένη επεξήγηση πρόσθεσε με λιτό τρόπο λεπτομέρεια ως προς τη διαδικασία η οποία κατ΄ ισχυρισμό ακολουθήθηκε κατά την έκδοση των επίδικων τραπεζικών επιταγών. 41.
  85. Τα όσα καταγράφονται στη γραπτή δήλωση του μάρτυρα αυτού ως προς το ότι το ποσό των £47.000,00 κατατέθηκε σε λογαριασμό του εναγομένου 2 και όχι του γιου των εναγομένων, διατηρώντας υπόψη τόσο τα επιπρόσθετα τεκμήρια τα οποία κατέθεσε (τεκμήρια 42 και 43) όσο και τις απαντήσεις του κατά την αντεξέταση του κρίνονται ικανοποιητικά από το Δικαστήριο έτσι ώστε η θέση αυτή του μάρτυρα να γίνεται δεκτή ως βάσιμη και αξιόπιστη. 41.
  86. Το Δικαστήριο επιστρέφει επί αυτού του θέματος στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του εναγομένου
  87. Έτσι ώστε δηλαδή να παραθέσει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τους λόγους επί των οποίων η θέση της ενάγουσας γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη. Ότι δηλαδή, εντός του πλαισίου λειτουργίας λογαριασμού του επίδικου δανείου προς όφελος της εναγομένης 1, σύμφωνα με οδηγίες της, το ποσό των £47.000,00 κατατέθηκε σε λογαριασμό του οποίου δικαιούχος ήταν ο εναγόμενος
  88. Ενώ η θέση των εναγομένων ότι το ποσό των £47.000,00 πιστώθηκε σε λογαριασμό του οποίου δικαιούχος δεν ήταν ο εναγόμενος 2 αλλά ο γιος των εναγομένων απορρίπτεται ως αβάσιμη και αναξιόπιστη. 41.
  89. Στο βαθμό στον οποίο ο μάρτυρας αυτός ήταν σε θέση να γνωρίζει ενέμεινε κατά την αντεξέταση του ότι ο λογαριασμός ο οποίος απεικονίζεται επί της κατάστασης λογαριασμού την οποία κατέθεσε (τεκμήριο 42) στην οποία το όνομα του δικαιούχου είναι Δημητράκης Νικοδήμου (ή γραμμένο αγγλιστί Demetrakis Nikodemou) είναι ο ίδιος με τον λογαριασμό η κατάσταση του οποίου απεικονίζεται χειρόγραφα στο βιβλιάριο ταμιευτηρίου (τεκμήριο 40) παρά και το γεγονός ότι το όνομα του δικαιούχου στο βιβλιάριο αναγράφεται ως Necodemou Facondis. 41.
  90. Όλες οι χειρόγραφες καταχωρήσεις επί του τεκμηρίου 40 αντιστοιχούν με τις καταχωρήσεις οι οποίες αποτυπώνονται επί του τεκμηρίου
  91. Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει οτιδήποτε καθότι το τεκμήριο 42 θα μπορούσε κάλλιστα να παραχθεί μετά από αντιγραφή ή ουσιαστικά μηχανογράφηση του περιεχομένου του τεκμηρίου
  92. 41.
  93. Εύλογα ανέφερε ο μάρτυρας αυτός ότι δεν είναι σε θέση να ξέρει γιατί διέφυγε του υπαλλήλου να γράψει και το όνομα «Δημητράκης» μπροστά από τα ονόματα (προφανώς μεσαίο και επίθετο) «Νικοδήμου Φακοντή». Όσο λογικό όμως και να κρίνεται να μην γνωρίζει αυτός ο μάρτυρας αν πράγματι διέφυγε του υπαλλήλου να γράψει κατά την αναγραφή με το χέρι το όνομα «Δημητράκη» παραμένει αναπάντητο το εξής ερώτημα. Γιατί η ενάγουσα παρουσίασε αυτό το μάρτυρα σε σχέση με αυτό το θέμα και όχι τον ίδιο τον υπάλληλο ο οποίος άνοιξε αυτό το λογαριασμό; Δηλαδή το άτομο το οποίο όντως κατέγραψε αυτά τα στοιχεία. Καθότι λογικά δεν θα πρέπει να τα κατέγραφε αυθαίρετα αλλά μετά από αίτημα του ίδιου του εναγομένου
  94. Έστω και να μην ήταν σε θέση να θυμηθεί μετά από τόσα χρόνια γιατί δεν κατέγραψε το πρώτο όνομα του εναγομένου 2 θα μπορούσε να καταθέσει σε σχέση με το άνοιγμα του λογαριασμού. Ακόμη και λεπτομέρειες να μην μπορούσε να θυμηθεί θα μπορούσε να καταθέσει σχετικά ως το άτομο το οποίο άνοιξε το συγκεκριμένο λογαριασμό. Ή σε περίπτωση κατά την οποία υπήρχε η οποιαδήποτε αδυναμία στη παρουσίαση του συγκεκριμένου μάρτυρα η ενάγουσα θα μπορούσε να παρουσιάσει μαρτυρία σχετική με αυτή την αδυναμία. Αυτή θα ήταν σοβαρότερη αντιμετώπιση της όλης θέσης των εναγομένων σε σχέση με το συγκεκριμένο λογαριασμό παρά να απαντάει ο μάρτυρας αυτός, σε υποβολή ότι το τεκμήριο 42 κατασκευάστηκε, ότι «είμαστε τράπεζα» και «σοβαρός οργανισμός». Αντί αυτού όχι μόνο παραδέχτηκε ο μάρτυρας αυτός ότι δεν ήξερε ποιος υπάλληλος συμπλήρωσε το βιβλιάριο (τεκμήριο 40) αλλά ότι προσήλθε να καταθέσει ως μάρτυρας χωρίς καν να είχε ερωτήσει οτιδήποτε τον συγκεκριμένο υπάλληλο. Όσο λογικό και να ακούεται αυτό εφόσον ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ποιος ήταν αυτός ο υπάλληλος. Πόσο «σοβαρός οργανισμός» όμως είναι δυνατό να κριθεί η ενάγουσα ως τράπεζα εάν δεν ήταν καν σε θέση ο μάρτυρας αυτός ως ο Περιφερειακός Διευθυντής Λεμεσού και Πάφου να εντοπίσει το άτομο το οποίο εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στο συγκεκριμένο υποκατάστημα όπου ανοίχτηκε ο λογαριασμός ο οποίος καταγράφεται στο βιβλιάριο ταμιευτηρίου (τεκμήριο 40); Επιστρέφοντας στο ενδεχόμενο αδυναμίας παρουσίασης αυτού του ατόμου ως μάρτυρας αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μ. Ε. 3, Φαίδωνας Παπαδόπουλος, παρά και την άγνοια του ως προς την ταυτότητα αυτού του υπαλλήλου, εντούτοις ήταν σε θέση να καταθέσει δίχως οποιοδήποτε ενδοιασμό ότι ζει και δεν πέθανε υπάλληλος τους και ότι σίγουρα ζει. 41.
  95. Εκπληκτική κρίνεται η αδυναμία του μάρτυρα αυτού, ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου της ενάγουσας, να τοποθετηθεί έστω και γενικά αναφορικά με το πότε το δικαίωμα επίσχεσης θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε σχέση με το επίδικο δάνειο. Ερωτήθηκε και άλλες ερωτήσεις σχετικά με τη δυνατότητα εξόφλησης του επίδικου δανείου (όχι από την εναγόμενη 1 αλλά τον εναγόμενο 2) και δεν ήταν σε θέση, στην απουσία δυνατότητας πρόσβασης σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή άλλα στοιχεία τα οποία να είχε μαζί του, να τοποθετηθεί σχετικά. Μάλιστα ούτε καν γνώριζε εάν ο εναγόμενος 2 είχε άλλα γραμμάτια ή εμπρόθεσμες καταθέσεις με την ενάγουσα. Βεβαίως όπως τόνισε και πάλι ο μάρτυρας αυτός δεν είχε σχέση με το επίδικο δάνειο υπενθυμίζοντας τον τρόπο με τον οποίο εξ αρχής είχε αυτοπεριορίσει την εμβέλεια της μαρτυρίας του. 41.
  96. Παρά και τις πιο πάνω παρατηρήσεις του Δικαστηρίου δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου με βάση τον οποίο ο μάρτυρας αυτός να μην κριθεί αξιόπιστος σε σχέση με τα όσα είχε τη δυνατότητα να καταθέσει αναφορικά με τα επίδικα θέματα. 42.Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του εναγομένου 2 οφείλω να παρατηρήσω σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων της ενάγουσας ότι αν και σε γενικές γραμμές αυτοί κρίνονται αξιόπιστοι ως μάρτυρες εντούτοις εντοπίζονται σημεία στη μαρτυρία τους τα οποία δεν εμπνέουν το Δικαστήριο με εμπιστοσύνη και σε σχέση με τα οποία γίνονται ιδιαίτερες αναφορές εντός αυτής της απόφασης. Ασφαλώς σε σχέση με αυτά τα σημεία εν τέλει το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξαγάγει ευρήματα έχοντας ως βάση τη μαρτυρία αυτών των μαρτύρων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2 43.Αναφορικά με τα όσα σχετικά κατέθεσε ο εναγόμενος 2 παρατηρώ τα ακόλουθα. 43.
  97. Η προφορική κατάθεση του εναγομένου 2 άρχισε με παραδοχή ουσιαστικά της σχέσης μεταξύ του ιδίου και μελών της οικογένειας του με την ενάγουσα ως τράπεζα. Παράλληλα ο εναγόμενος προώθησε τη θέση των εναγομένων σύμφωνα με την οποία το ποσό των £47.000,00 κατατέθηκε όχι σε λογαριασμό στο όνομα του αλλά στο λογαριασμό με αριθμό 1460103905010 στο όνομα του γιου των εναγομένων, Νικοδήμου Φακοντή. Κατέθεσε δε και διάφορα τεκμήρια προς ενίσχυση αυτού του ισχυρισμού όπως πιστοποιητικά γέννησης (τεκμήρια 44 και 45), διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου (τεκμήριο 47) και φωτοαντίγραφα βιβλιαρίων ταμιευτηρίου (τεκμήρια 46 και 48 έως και 50). 43.
  98. Οφείλω να διευκρινίσω ότι παρά και το ότι η θέση των εναγομένων ότι η κατάθεση του πιο πάνω ποσού έγινε σε λογαριασμό του οποίου δικαιούχος ήταν ο γιος των εναγομένων και όχι ο εναγόμενος 2, θα μπορούσε με αυστηρή αντιμετώπιση του θέματος να κριθεί και εκτός δικογράφων εντούτοις διατηρείται υπόψη ότι στην υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι προβάλουν τη θέση ότι η ενάγουσα δεν έδωσε στην εναγόμενη 1 οποιοδήποτε ποσό. Συνεπώς η θέση αναφορικά με τη κατάθεση σε λογαριασμό του γιου τους θα μπορούσε να ενταχθεί εντός αυτής της γενικότερης άρνησης. Επιπλέον ο εναγόμενος 2 είχε κάθε δικαίωμα κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του να προβάλει ισχυρισμούς προς αντίκρουση των ισχυρισμών της ενάγουσας ως προς το ότι το ποσό αυτό κατατέθηκε σε λογαριασμό του οποίου δικαιούχος ήταν ο ίδιος. 43.
  99. Υποστήριξε ευθέως ο μάρτυρας αυτός ότι η εναγόμενη 1 δεν πήρε ούτε μία λίρα από τις £100.000,00 του επίδικου δανείου προσθέτοντας όμως ότι ο ίδιος πήρε το ποσό των £53.000,00 με την επιταγή με αριθμό
  100. Ως προς το υπόλοιπο του δανείου, δηλαδή το ποσό των £47.000,00 ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι δεν ήξερε τι έγινε. Ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει, όπως ισχυρίστηκε, αν η εναγόμενη 1 έδωσε εντολή το ποσό αυτό να δοθεί σε άλλο πρόσωπο. Εντούτοις κατά την ημερομηνία της προφορικής κατάθεσης του ήταν πλέον σε θέση να γνωρίζει που πήγε αυτό το ποσό. Απάντησε ότι αυτό είχε δοθεί στον Νικόδημο Φακοντή, δηλαδή στο «δευτεράκι» του λογαριασμού με αριθμό 1460103905010 (τεκμήριο 40). 43.
  101. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 40 υποδεικνύοντας την καταχώρηση για το ποσό των £47.000,
  102. αναφερόμενος και σε προηγούμενη καταχώρηση ημερομηνίας 27/2/2001 η οποία, όπως ισχυρίστηκε, αφορούσε τόκους της Λαϊκής. Δήλωσε άγνοια όμως ως προς το που ήταν το ποσό των £47.000,00 προτού κατατεθεί στο λογαριασμό
  103. 43.
  104. Αυτή η δήλωση άγνοιας δεν εμπνέει καθόλου το Δικαστήριο με εμπιστοσύνη. Ακόμη και με βάση τους ισχυρισμούς του εναγομένου 2 ο ίδιος θα πρέπει να ήταν το άτομο στη κατοχή του οποίου θα ήταν το βιβλιάριο ταμιευτηρίου (τεκμήριο 40) και όχι βεβαίως στη κατοχή του τότε δεκατετράχρονου γιου του. Υπάρχει σχετική καταχώρηση αναφορικά με τη κατάθεση ενός ποσού. Ποιος άλλος θα μπορούσε να είχε καταθέσει αυτό το ποσό εκτός από τον ίδιο τον εναγόμενο
  105. Όσο και να υποβλήθηκε στον Μ. Ε. 3, Φαίδωνα Παπαδόπουλο, ότι το τεκμήριο 42 κατασκευάστηκε μετά από αντιγραφή του τεκμηρίου 40 σε κανένα στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα του περιεχομένου του τεκμηρίου
  106. ούτε και προβλήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο η θέση ότι οποιοσδήποτε άλλος εκτός από τον εναγόμενο 2 (έστω και ως γονέας του ανήλικου καταθέτη Νικόδημου Φακοντή, όπως και η θέση των εναγομένων) κατείχε το βιβλιάριο αυτό (τεκμήριο 40). Συνεπώς, η θέση ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήξερε που ήταν το ποσό των £47.000,00 απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. 43.
  107. Αναφορικά με το ποσό του επίδικου δανείου είναι εμφανής η θέση των εναγομένων ότι και ο εναγόμενος 2 μαζί με την εναγόμενη 1 ήταν δεσμευμένος και είχε υποχρέωση να πληρώσει το ποσό του επίδικου δανείου κατά την ημερομηνία λήξης του στις 12/4/
  108. Ερωτήθηκε σχετικά κατά την κύρια εξέταση του αναφορικά με αυτό το θέμα και κατά πόσο του είχε ζητήσει οποιοσδήποτε να πληρώσει αυτό το ποσό. Η απάντηση του ήταν ότι είχε γραμμάτια και ότι έπρεπε να «πιάσουν» (δηλαδή, η ενάγουσα). Εννοώντας μάλλον το ποσό αυτού του δανείου στο σύνολο του. Αναφέρθηκε και σε έγγραφο ημερομηνίας 2/4/2001 το οποίο παρείχε γενικό δικαίωμα επίσχεσης στην ενάγουσα (τεκμήριο 52) με υπογραφές επί αυτού τόσο του ιδίου όσο και της εναγομένης 1 αν και ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή της εναγομένης 1 δεν ήταν η δική της. Τόνισε μάλιστα ότι το τεκμήριο 52 είχε υπογραφεί προτού ακόμη του «δώσουν» τα χρήματα και επειδή γνώριζε, όπως ισχυρίστηκε, ότι είχε λεφτά μέσα πέραν των £100.000,00 γι΄ αυτό έβαλε («έβαλα») πάνω στο έγγραφο μία δόση να πληρωθεί στις 12/4/
  109. 43.
  110. Ουδέποτε, όπως ισχυρίστηκε, υπέγραψε ή ζήτησε να ανανεωθεί το επίδικο δάνειο. Βεβαίως ούτε και η ενάγουσα με τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε ισχυρίστηκε ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Αναφέρθηκε και στο τεκμήριο 51 το οποίο όπως φαίνεται επί του ιδίου του εγγράφου ουδέποτε υπεγράφη από τη σύζυγο του, εναγόμενη
  111. 43.
  112. Τονίζω ότι παρά και τη νομική πτυχή επί του συγκεκριμένου θέματος αυτό το οποίο αβίαστα διαπιστώνεται είναι ότι ο εναγόμενος 2 θεωρούσε τον εαυτό του δεσμευμένο από την επίδικη συμφωνία δανείου. Παρά και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος σε αυτή. Ήδη το Δικαστήριο έχει αναφερθεί σε αυτό το θέμα σε άλλο σημείο της απόφασης (παραδείγματος χάριν, βλ. σχετικά τη παράγραφο 22 αυτής της απόφασης). 43.
  113. Καθίσταται σαφές από τις απαντήσεις του εναγομένου 2 σε σχέση με το έγγραφο ανανέωσης (τεκμήριο 51), το οποίο όπως ανέφερε ουδέποτε υπογράφηκε, ότι ο ίδιος είχε τη πεποίθηση ως προς το ότι το επίδικο δάνειο εξοφλήθηκε και σύμφωνα μάλιστα με την ημερομηνία η οποία αναγράφεται επί του τεκμηρίου 1 (δηλαδή, την επίδικη συμφωνία δανείου) αν και μάλλον εκ παραδρομής αναφέρθηκε στην ημερομηνία υπογραφής αντί στη συμφωνημένη ημερομηνία εξόφλησης ένα χρόνο αργότερα (ανέφερε δηλαδή το έτος 2001 αντί το έτος 2002). Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «εμείς» «εξοφλήσαμε» συμπεριλαμβάνοντας και πάλι και τον εαυτό του ως συμβατικά δεσμευμένο να εξοφλήσει το δάνειο. «Πιάστε τα ριάλια σας» πρόσθεσε χαρακτηριστικά. «Υπογράψαμε σας και υπόσχεση» πρόσθεσε, ενδεχομένως αναφερόμενος στο δικαίωμα επίσχεσης. «Πιάστε τα χρήματα και ξοφλούμε δεν θέλουμε ανανέωση» ανέφερε, ολοκληρώνοντας την απάντηση του επί του προκειμένου θέματος. Διευκρινίζω απλά ότι το Δικαστήριο βασίζεται στις σημειώσεις του για να παραθέσει τα προαναφερόμενα αποσπάσματα από τη προφορική κατάθεση του εναγομένου 2 καθότι δεν έχει στη διάθεση του αποστενογραφημένο το πρακτικό του Δικαστηρίου. 43.
  114. Βεβαίως ως προς το συγκεκριμένο θέμα το Δικαστήριο έχει στη διάθεση του μόνο τους προφορικούς ισχυρισμούς του εναγομένου 2 καθότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο με το οποίο να επιβεβαιώνεται αυτή η θέση του. Πραγματικά με όση κατανόηση και να ιδωθεί αυτή η θέση του εναγομένου 2 αυτή δεν εμπνέει το Δικαστήριο με εμπιστοσύνη έτσι ώστε να κριθεί αξιόπιστη. Ποιος πραγματικά θα ήταν ο λόγος εάν αμφότεροι οι εναγόμενοι είχαν όντως ζητήσει να εξοφλήσουν το επίδικο δάνειο στη συμφωνημένη ημερομηνία, η ενάγουσα να μην είχε ακολουθήσει τις οδηγίες των εναγομένων και να μην είχε δεχτεί αυτή την εξόφληση και μάλιστα με οποιοδήποτε τρόπο αυτό να ήταν εφικτό. Όπως, παραδείγματος χάριν, με επίσχεση από ποσά κατατεθειμένα υπό μορφή γραμματίου ακόμη και εάν αυτό προαπαιτούσε τη πλήρη εξαργύρωση των γραμματίων. Η εισήγηση ότι αυτό δεν έγινε έτσι ώστε να εισπράττει τόκους η ενάγουσα δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως πειστική. 43.
  115. Τονίζω ότι αυτό το οποίο κρίνεται αναξιόπιστο σε σχέση με αυτό τον ισχυρισμό του εναγομένου 2 δεν είναι ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα, εάν όντως η ενάγουσα ασκούσε το δικαίωμα επίσχεσης το οποίο αδιαμφισβήτητα είχε, ολόκληρο το επίδικο δάνειο να είχε εξοφληθεί. Το μέρος του ισχυρισμού το οποίο κρίνεται αναξιόπιστο έχει σχέση με το κατά πόσο όντως οι εναγόμενοι είχαν προσφέρει προς την ενάγουσα το ποσό του επίδικου δανείου προς εξόφληση κατά την συμφωνημένη ημερομηνία σύμφωνα με το τεκμήριο
  116. 43.
  117. Μάλιστα ο ίδιος ο ισχυρισμός του εναγομένου 2 έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό εντός της παραγράφου 9 της υπεράσπισης όπου αυτό το οποίο οι εναγόμενοι ισχυρίζονται είναι ότι είχαν δώσει εντολή για τη χρησιμοποίηση των γραμματίων για εξόφληση του δανείου κατά την ημερομηνία λήξης των γραμματίων. Όχι δηλαδή κατά την συμφωνημένη ημερομηνία πληρωμής η οποία αναγράφεται επί του τεκμηρίου
  118. 43.
  119. Επέδειξε πλήρη αντίληψη της έννοιας του εγγράφου για γενικό δικαίωμα επίσχεσης το οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο 52 (μη αποδεχόμενος όμως τη γνησιότητα της υπογραφής της εναγομένης 1) και όταν ερωτήθηκε σε σχέση με τα όσα έλεγε - ότι δηλαδή έπρεπε η ενάγουσα να πάρει τα λεφτά - αν υπήρχαν λεφτά κατατεθειμένα απάντησε ότι είχε πολλά λεφτά «μέσα» πέραν του μισού εκατομμυρίου. Αναφορικά με αυτό τον ισχυρισμό δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε αυτός να μην γίνει δεκτός ως αξιόπιστος. Άλλωστε ούτε και αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του εναγομένου
  120. 43.
  121. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης του ο εναγόμενος 2 αναφέρθηκε και στο θέμα του τόκου και - μετά από καθοδηγητική ερώτηση - σε παράπονο το οποίο έκανε σε σχέση με αυτό. Θεωρώ ότι τα όσα ανέφερε σχετικά ο εναγόμενος 2 δεν χρήζουν επανάληψης. Έτσι και αλλιώς η συμφωνία του επίδικου δανείου καλύπτει αυτό το θέμα και δεν κρίνεται νομικά επιτρεπτή υπό τις περιστάσεις η προσθήκη οποιασδήποτε εξωγενής μαρτυρίας σε αυτή επί αυτού του θέματος. Ως προς το θέμα του τόκου γενικότερα το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος ή αυτός να προκύπτει από τη μαρτυρία του εναγομένου 2 έτσι ώστε να μην γίνει δεκτή η θέση της ενάγουσας όπως αυτή παρουσιάστηκε κυρίως από τη μαρτυρία του Μ. Ε. 2, Μιχάλη Μιχαήλ. 43.
  122. Ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 2 πως δεν γνώριζε ότι η ενάγουσα δεν είχε πάρει τα λεφτά τα οποία είχαν προσφερθεί προς εξόφληση του επίδικου δανείου και ότι αυτό το αντιλήφθηκε μόνο μετά που είχε σταλεί η επιστολή τερματισμού του λογαριασμού. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι δεν ήξερε ότι υπήρχε τέτοιος λογαριασμός. Θεωρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου 2 είναι υπερβολικός και αναληθής. Αξίζει να σημειωθεί ότι η απάντηση δόθηκε σε σχέση με ερώτηση ως προς το πότε είχε καταλάβει ότι η ενάγουσα δεν είχε πιάσει τα λεφτά. Η πληρωμή του ποσού του επίδικου δανείου ασφαλώς θα επηρέαζε και άλλο λογαριασμό ή ακόμη και άλλους λογαριασμούς όπως, παραδείγματος χάριν, λογαριασμούς γραμματίων και δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτός ως αξιόπιστος ο ισχυρισμός του εναγομένου 2 ότι παρά και τη προσφορά τους να εξοφληθεί το επίδικο δάνειο όταν αυτό δεν έγινε ο ίδιος δεν το είχε αντιληφθεί. Ακόμη και μισό εκατομμύριο να υπήρχε κατατεθειμένο στην ενάγουσα το ποσό των £100.000,00 (πλέον τόκους) είναι ένα σεβαστό ποσό και ποσοστό του συνολικού ποσού καταθέσεων έτσι ώστε να μην γινόταν αντιληπτή η οποιαδήποτε συναλλαγή εξόφλησης. 43.
  123. Ήταν πραγματικά εκπληκτικό, ιδιαίτερα διατηρώντας υπόψη όχι μόνο ότι το θέμα αυτό δεν εγέρθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας αλλά και τους όσους ισχυρισμούς ο εναγόμενος 2 προέβαλε κατά την κύρια εξέταση του, ο έστω και στιγμιαίος ισχυρισμός του εναγομένου 2 κατά την αντεξέταση του ότι η εναγόμενη 1 δεν υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου (τεκμήριο 1). Ερωτήθηκε εάν συμφωνούσε ότι η εναγόμενη 1 υπέγραψε αυτή τη συμφωνία. Απάντησε όχι δεν συμφωνούσε προσθέτοντας ότι συμφωνούσε ότι υπέγραψε ορισμένα έγγραφα τα οποία υπέγραψε ενώ οι υπογραφές σε ορισμένα δεν είναι δικές της. Ολοκλήρωσε την απάντηση του αναφέροντας ότι δεν υπήρχε καμία απόδειξη ότι υπέγραψε. Ακόμη πιο εκπληκτικός ήταν ο τρόπος με τον οποίο στις αμέσως επόμενες δύο ερωτήσεις ανέτρεψε τον αρχικό του ισχυρισμό εφόσον πλέον συμφώνησε ότι όντως η εναγόμενη 1 υπέγραψε το τεκμήριο 1 (αφού αυτό υποδείχτηκε σε αυτόν) και ότι η εναγόμενη υπέγραψε τη συγκεκριμένη συμφωνία δανείου στις 12/4/
  124. 43.
  125. Η οποιαδήποτε σημασία της απότομης αυτής αλλαγής θεωρώ ότι δεν έχει σχέση τόσο με το κατά πόσο όντως ο εναγόμενος 2 ειλικρινά επιθυμούσε να προωθήσει τον αρχικά προβαλλόμενο ισχυρισμό του. Η σημασία του τρόπου με τον οποίο απάντησε έγκειται περισσότερο στην ανάδειξη της ανυπόμονα αρνητικής στάσης του εναγομένου 2 σε σχέση με την εγκυρότητα της υπογραφής της εναγομένης 1 σε άλλα έγγραφα και όχι συγκεκριμένα στο τεκμήριο
  126. Βεβαίως τονίζω και πάλι ότι αναφορικά με το εκτός δικογράφων θέμα της πλαστογραφίας ισχύουν τα όσα αναφέρονται πιο κάτω σε ξεχωριστό μέρος της απόφασης. 43.
  127. Διασαφήνισε ο εναγόμενος 2 τη θέση του καθώς αποδέχτηκε μεν ότι η εναγόμενη 1 υπέγραψε συμφωνία δανείου εμμένοντας όμως ότι δεν «έπιασε» δάνειο. Η γνωστή δηλαδή θέση, σύμφωνα και με το δικόγραφο των εναγομένων ότι η εναγόμενη 1 δεν εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό από το επίδικο δάνειο. Ούτε ένα σεντ δεν δόθηκε στην εναγόμενη 1, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, ο εναγόμενος 2, αποδεχόμενος όμως ότι ο ίδιος έλαβε χρήματα, δηλαδή το ποσό των £53.000,
  128. 43.
  129. Εντούτοις αναφορικά με την υποβολή ότι δεν ήταν παράνομη η επίσχεση γραμματίων αλλά έγινε με βάση το τεκμήριο 7 ενέμεινε ότι αυτή ήταν παράνομη καθότι η σύζυγος του δεν χρωστούσε οποιοδήποτε ποσό. Αποδεχόμενος όμως ότι ο ίδιος πήρε £53.000,00 τις οποίες η ενάγουσα μπορούσε να πάρει και από γραμμάτιο προσθέτοντας ότι είχε λεφτά πολλά «μέσα». 43.
  130. Ανέπτυξε διάφορες θέσεις ο εναγόμενος 2 αναφορικά με το θέμα του τόκου οι οποίες όμως, διατηρώντας υπόψη τη μαρτυρία την οποία η ενάγουσα παρουσίασε, απορρίπτονται ως εντελώς αβάσιμες. 43.
  131. Ενέμεινε ο μάρτυρας αυτός ότι το μοναδικό ποσό το οποίο πληρώθηκε ήταν αυτό των £53.000,00 και μάλιστα προς τον ίδιο και όχι προς την εναγόμενη
  132. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν αντέδρασε ήταν η άγνοια του ως προς το τι συνέβαινε καθώς πήγαινε κάθε μέρα στη τράπεζα και έκανε καταθέσεις. Ακόμη και όταν η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης ισχυρίστηκε ότι δεν ήξερε ότι αυτό είχε συμβεί. Προέβαλε μάλιστα και ισχυρισμό ως προς μία συζήτηση την οποία είχε με τον Μ. Ε. 3, Φαίδωνα Παπαδόπουλο, σε σχέση με την οποία όμως ο Μ. Ε. 3 ουδέποτε ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του. Η θέση του ήταν ότι αντιλήφθηκε ότι η ενάγουσα είχε πάρει χρήματα από τα γραμμάτια όταν του «έστειλαν» την επιστολή τερματισμού. Βεβαίως η επιστολή αυτή (τεκμήριο 6) δεν απευθύνεται προς τον εναγόμενο 2 αλλά την εναγόμενη
  133. Είναι σε σχέση με αυτή την επιστολή που ο εναγόμενος 2 προέβαλε ισχυρισμό ως προς συζήτηση την οποία είχε με τον Μ. Ε. 3, Φαίδωνα Παπαδόπουλο, σε σχέση με την οποία όμως ο Μ. Ε. 3 ουδέποτε ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του. 43.
  134. Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι η εναγόμενη 1 δεν συμμετείχε καθόλου στην ακροαματική διαδικασία ως μάρτυρας και όπως προκύπτει και από τη μαρτυρία ο ρόλος της στην οποιαδήποτε συναλλαγή με την ενάγουσα δεν ήταν παρά μηδαμινός και ουσιαστικά τυπικός. Δίχως δηλαδή να αποκλείεται ο εναγόμενος 2 να βασιζόταν στην εναγόμενη 1 ως άτομο εμπιστοσύνης έτσι ώστε να προχωρούσε σε συναλλαγές με την ενάγουσα στις οποίες η εναγόμενη 1 παρά και την εμφανή συμμετοχή της επί των εγγράφων ουσιαστικά να μην ασκούσε οποιαδήποτε πρωτοβουλία ως προς το γενικότερο πλαίσιο αυτών των συναλλαγών. 43.
  135. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ο εναγόμενος 2 άλλαξε τη θέση του ως προς το πότε αντιλήφθηκε ότι η ενάγουσα είχε ασκήσει το δικαίωμα της επίσχεσης σε σχέση με τα γραμμάτια. Πλέον αντί να αναφερόταν στην επιστολή τερματισμού αναφέρθηκε στην έγερση της αγωγής. Η οποία καταχωρήθηκε περίπου 7 μήνες μετά από τον τερματισμό. Αποτελεί αυτή η αλλαγή ένδειξη έλλειψης σταθερότητας στη προφορική κατάθεση του εναγομένου
  136. 43.
  137. Βεβαίως, η υποβολή η οποία έγινε προς τον εναγόμενο 2 ότι εκδόθηκαν δύο επιταγές στο όνομα της συζύγου του για τα ποσά των £47.000,00 και £53.000,00 δεν μπορεί παρά να κριθεί εντελώς ανεδαφική, διατηρώντας υπόψη και τη μαρτυρία την οποία η ίδια η ενάγουσα παρουσίασε. Δίδοντας και έδαφος στον εναγόμενο 2 να απορρίπτει το αυτονόητο με αναφορά στο ίδιο το περιεχόμενο του τεκμηρίου 32 προβάλλοντας παράλληλα και ισχυρισμό εκτός δικογράφων ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής της εναγομένης 1 επί αυτού του τεκμηρίου. 43.
  138. Εν τέλει υποβλήθηκε σε σχέση με αυτό το θέμα υποβολή ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής της συζύγου του εναγομένου 2 με προσθήκη θέσης ότι αυτή εκδόθηκε στο όνομα του εναγομένου 2 με οδηγίες της εναγομένης
  139. Προέβαλε τότε την εξής εκπληκτική θέση ο εναγόμενος η οποία σημειωτέον όχι μόνο είναι εκτός δικογράφων (ως προς το θέμα της πλαστογραφίας) αλλά επιπλέον ουδέποτε υποβλήθηκε καν στη Μ. Ε. 1, Μαρία Γεωργίου. Ότι δηλαδή η σύζυγος του είναι δασκάλα και έχει τη πρώτη τάξη του σχολείου και δεν μπορεί να «ξαπολύσει» την τάξη η ώρα 09:30 και 11:00 και να έρχεται στη τράπεζα για να υπογράψει. Ισχυρίστηκε ότι δεν είναι η «γυναίκα» του που υπέγραψε και μάλιστα ότι δεν έχει αναμειχτεί σε τίποτε σε αυτές τις περιπτώσεις. 43.
  140. Πραγματικά είναι άξιον απορίας τι ανέμενε τελικά ο εναγόμενος 2 να πιστέψει το Δικαστήριο από τα όσα ισχυριζόταν. Διευκρινίζω και πάλι ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει θέμα πλαστογραφίας καθότι αυτό δικονομικά δεν θα ήταν επιτρεπτό. Αλλά σε σχέση με τη θέση του εναγομένου 2 ότι η σύζυγος του δεν είχε σχέση με την έκδοση των δύο επιταγών, διατηρώντας υπόψη στο σύνολο της τη μαρτυρία την οποία η ενάγουσα παρουσίασε και το γεγονός ότι ουσιαστικά ο εναγόμενος 2 δεν ισχυρίστηκε καν ότι η εναγόμενη 1 δεν υπέγραψε τη συμφωνία του επίδικου δανείου, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι η θέση αυτή ευσταθεί. 43.
  141. Πραγματικά όσο και να προσπαθούσε ουσιαστικά ο εναγόμενος 2 να εκμηδενίσει το ρόλο της εναγομένης 1 αυτό το οποίο εμφανώς του διέφευγε, σε σχέση με τη πειστικότητα και πιθανή αποδοχή της όλης εκδοχής των εναγομένων ως αξιόπιστης, είναι ότι αναμφίβολα υπήρχε μία συμφωνία δανείου επί της οποίας αναφερόταν το όνομα της συζύγου του και την υπογραφή της οποίας επί αυτής αναγνώριζε ακόμη και ο ίδιος. Εύλογα δημιουργείται και το ερώτημα ως προς το ποιο άτομο κινούσε τα νήματα στην όλη συναλλαγή μεταξύ της εναγομένης 1 και της ενάγουσας εφόσον αυτή αδυνατούσε, σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, να παραστεί στη τράπεζα. Αυτό το οποίο το Δικαστήριο αποκλείει είναι το ενδεχόμενο η ενάγουσα από μόνη της να έπλαθε ουσιαστικά τις όσες συναλλαγές ακολούθησαν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. 43.
  142. Προφανώς ο εναγόμενος 2 θεώρησε ότι η μη παρουσίαση της πρωτότυπης επιταγής για το ποσό των £47.000,00, όπως δηλαδή και στη περίπτωση της επιταγής για το ποσό των £53.000,00 (τεκμήριο 37) του παρείχε την ευχέρεια να προβάλει τους όσους ισχυρισμούς προέβαλε αναφορικά με αυτό το θέμα. Υπενθυμίζοντας την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας ότι η συγκεκριμένη επιταγή δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο την προκάλεσε ουσιαστικά να του δείξει ότι αυτή εκδόθηκε στο όνομα του. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι δεν λέει (το τεκμήριο 31) αν είναι μετρητά ή αν είναι επιταγή. Βεβαίως το τεκμήριο 31 είναι φωτοαντίγραφο και της τραπεζικής επιταγής, η οποία επίσης φαίνεται επί του διπλότυπου (τεκμήριο 35). 43.
  143. Εύστοχα ερωτήθηκε τότε ο εναγόμενος 2 εάν η τράπεζα από μόνη της εξέδωσε τις δύο επιταγές στο όνομα του. Απάντησε ως εξής ο εναγόμενος
  144. Αγνοώντας παντελώς ότι οφειλέτης στην επίδικη συμφωνία δανείου δεν ήταν ο ίδιος αλλά η εναγόμενη
  145. Ανέφερε ότι η συμφωνία με την τράπεζα ήταν να πάρει ο ίδιος £53.000,00 εξ ου και εκδόθηκε η επιταγή με αριθμό
  146. Κανένα άλλο ποσό δεν πήρε ούτε ο ίδιος ούτε και η εναγόμενη 1 αλλά υπέθεσε («φαντάζομαι» ανέφερε χαρακτηριστικά) επειδή η σύζυγος του υπέγραψε συμφωνία δανείου £100.000,00 η τράπεζα βρήκε ένα λογαριασμό του Νικόδημου (δηλαδή, του γιου των εναγομένων) και έβαλε του μέσα £47.000,00 προσθέτοντας ότι δεν ήξερε εάν αυτό έγινε με μετρητά ή επιταγή. Προφανώς προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί και πάλι τη μη παρουσίαση του πρωτότυπου της επιταγής για το ποσό των £47.000,
  147. 43.
  148. Η όλη εκδοχή την οποία προέβαλε ο εναγόμενος 2 πέραν και από το γεγονός ότι δεν είναι πλήρως σύμφωνη με το περιεχόμενο της υπεράσπισης κρίνεται εντελώς εξωπραγματική. Αυτό το οποίο εισηγείται ουσιαστικά είναι ότι η ενάγουσα παρά και το γεγονός ότι ούτε ο ίδιος ούτε η εναγόμενη 1 επιθυμούσαν να εισπράξουν το ποσό των £47.000,00 ως το υπόλοιπο μέρος του συμφωνημένου δανείου εντούτοις η τράπεζα δολίως βρήκε ένα λογαριασμό στον οποίο δικαιούχος ήταν ο γιος των εναγομένων και κατέθεσαν σε αυτόν το συγκεκριμένο ποσό προφανώς, σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, έτσι ώστε να χρεώνουν τους εναγόμενους με τόκο. Πραγματικά η εκδοχή αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη. Καθόλου δεν δικαιολογείται από την όση μαρτυρία το Δικαστήριο αποδέχεται ως αξιόπιστη. 43.
  149. Αναφορικά με τα τεκμήρια 9.Α έως και 9.Δ ο εναγόμενος 2 ήταν ανένδοτος ως προς το ότι η υπογραφή της εναγομένης 1 επί αυτών ήταν πλαστογραφημένη. Βεβαίως το Δικαστήριο τοποθετείται σχετικά με το θέμα της πλαστογραφίας πιο κάτω. Όφειλαν οι εναγόμενοι εάν όντως επιθυμούσαν όπως προωθήσουν αυτή τη γραμμή υπεράσπισης να είχαν προβεί στα απαραίτητα δικονομικά διαβήματα. 43.
  150. Αυτό όμως το οποίο δεν μπορεί να μείνει απαρατήρητο είναι το εξής. Εφόσον ο εναγόμενος 2 πρώτο, αποδέχεται την ύπαρξη του επίδικου δανείου, δεύτερο, το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 υπέγραψε τη συμφωνία αυτού του δανείου και τρίτο, τη πληρωμή των £53.000,00 προς τον ίδιο ως μέρος του δανείου (έστω και εάν δεν καθίσταται από το σύνολο των ισχυρισμών του σαφής η θέση του κατά πόσο η εναγόμενη 1 όντως έδωσε ή δεν έδωσε οδηγίες για τη πληρωμή αυτού του ποσού) τότε πλέον είναι πιο δύσκολο να υποστηριχθεί και κριθεί πειστική η θέση του ότι η εναγόμενη 1 δεν έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες για τη πληρωμή του ποσού των £47.000,
  151. 43.
  152. Ερωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι όπως φαίνεται στο τεκμήριο 42 ο αριθμός του λογαριασμού του είναι 1460103905010 και απέρριψε αυτή τη θέση προτάσσοντας τη γνωστή θέση των εναγομένων ότι ο δικαιούχος αυτού του λογαριασμού ήταν ο γιος των εναγομένων, Νικόδημος Φακοντή. Βεβαίως αυτό το οποίο ουδέποτε εξήγησε ο εναγόμενος 2, ακόμη και να γινόταν δεκτή η θέση του ως προς το ότι όντως ο λογαριασμός αυτός δεν ήταν δικός του, είναι πως είναι δυνατό να συμπίπτουν τόσο η ημερομηνία όσο και το ποσό της επιταγής η οποία εκδόθηκε στο όνομα του ιδίου (τεκμήριο 35) με το ποσό το οποίο κατατέθηκε σε αυτό το λογαριασμό. Ή το γεγονός ότι αν και δέχεται ότι πληρώθηκε το ποσό των £53.000,00 ως μέρος του επίδικου δανείου δεν αποδέχεται ότι το επακριβές υπόλοιπο ποσό (£47.000,00) από το συμφωνημένο ποσό του δανείου (£100.000,00) ως ένα άλλο ποσό το οποίο πληρώθηκε προς τον ίδιο. Ούτε και εξηγεί με οποιοδήποτε διαφορετικό τρόπο το όσο νόημα είναι δυνατό να εξαχθεί από τη χειρόγραφη σημείωση επί του τεκμηρίου 40 (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 44.7 αυτής της απόφασης). Ο πιο πιθανός συντάκτης της οποίας λογικά δεν μπορεί να είναι οποιοσδήποτε άλλος παρά ο ίδιος ο εναγόμενος
  153. 43.
  154. Επιπλέον, επί του ιδίου θέματος, σε περίπτωση κατά την οποία εφαρμοζόταν αυστηρά η επίδικη συμφωνία δανείου, τότε το μοναδικό άτομο το οποίο συμβατικά είχε το δικαίωμα και μπορούσε να δώσει τις οποιεσδήποτε οδηγίες σε σχέση με οποιοδήποτε μέρος του ποσού το οποίο είχε συμφωνήσει να δανειστεί είναι η εναγόμενη
  155. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι στη πραγματικότητα κάποιο άλλο άτομο δεν μπορούσε επίσης να δώσει οδηγίες εάν η ενάγουσα ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί τέτοιες οδηγίες και η εναγόμενη 1 δεν είχε οποιαδήποτε ένσταση ως προς αυτό το ενδεχόμενο. Το μοναδικό άλλο άτομο σε αυτή τη περίπτωση του οποίου πιθανώς θα αποδεχόταν η ενάγουσα τις οδηγίες θα ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος
  156. Βεβαίως ούτε και η ίδια η ενάγουσα δεν έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία. Η θέση της ενάγουσας όπως αυτή προωθήθηκε με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης παρέμεινε σταθερή καθ΄ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Ότι δηλαδή η εναγόμενη 1 ήταν το μοναδικό άτομο το οποίο έδωσε τις οποιεσδήποτε οδηγίες ως προς τη διάθεση του συμφωνημένου ποσού του επίδικου δανείου. 43.
  157. Αν και ο εναγόμενος 2 δέχτηκε ότι η εναγόμενη 1 έλαβε την επιστολή τερματισμού του δανείου (δηλαδή, το τεκμήριο 6) ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε αναφορά επί αυτής σε ποιο δάνειο αναφερόταν. Βεβαίως εάν όντως αυτό ήταν το πρόβλημα η εναγόμενη 1 θα μπορούσε να ζητήσει διευκρίνιση επί του συγκεκριμένου θέματος. Όμως πραγματικά δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως αξιόπιστη η θέση ότι ο εναγόμενος 2 αφού ανέγνωσε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 δεν ήταν λογικά σε θέση να αντιληφθεί με βάση τις λεπτομέρειες οι οποίες αναφέρονται εντός αυτού ότι το δάνειο στο οποίο αναφερόταν η επιστολή τερματισμού ήταν το επίδικο δάνειο. Παραδείγματος χάριν, η αναφορά επί αυτής στο αρχικό υπόλοιπο του δανείου, δηλαδή το ποσό των £100.000,
  158. Εκτός βεβαίως εάν η σύζυγος του υπέγραφε τόσο τακτικά συμφωνίες δανείου - και συγκεκριμένα για το ποσό των £100.000,00 στη κάθε περίπτωση - που ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει σε ποιο δάνειο αναφερόταν η επιστολ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.