ΚΩΣΤΑΣ Σ. ΠΑΦΙΤΗΣ ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΔΕΛΦΕΣ Χ.Ε. ΑΧΙΛΛΕΩΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 167/12, 24/4/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 167/12 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑΣ Σ. ΠΑΦΙΤΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από την Πάφο Εναγόντων και ΑΔΕΛΦΕΣ Χ.Ε. ΑΧΙΛΛΕΩΣ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24.4.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κ. Άγις Γεωργιάδης Για τους Εναγόμενους / Καθ' ων η αίτηση: κα Αρίστη Κορακίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από αίτημα των εναγόντων σε αίτηση χωρίς ειδοποίηση ημερομηνίας 24.1.12 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγομένου η απόσυρση των χρημάτων των εγγυητικών επιστολών της Τράπεζας Πειραιώς, με αρ. 560ADF1101086 και 560PFG1101087, αμφότερες ημερ. 22.3.2011 ή οποιοδήποτε μέρος των εν λόγω χρημάτων, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4 & 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και στη Δ.48 κ. 2 & 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Κώστα Σ. Παφίτη. Στην ένορκη του δήλωση ο Κώστας Παφίτης αναφέρει ότι είναι διευθυντής των εναγόντων εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Οι ενάγοντες συμφώνησαν στις 7.4.11 με τους εναγόμενους για την ανέγερση οικοδομής και όπως προβλέπει η συμφωνία οι ενάγοντες εξασφάλισαν προς όφελος των εναγομένων τις εγγυητικές επιστολές της Τράπεζας Πειραιώς με αριθμό 560 ADF1101087 ημερ. 22.3.11 και 560PFG1101087 ημερ. 22.3.
- Σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες αποζημιώσεις για τερματισμό της συμφωνίας λόγω σοβαρής και παρατεταμένης παράβασης εκ μέρους των εναγομένων δηλαδή μη παράδοσης του εργοταξίου στους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι έχουν προβεί σε διαβήματα προς την τράπεζα για απόσυρση των χρημάτων των εγγυητικών και η τράπεζα πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι στις 25.1.12 θα κατέβαλλε στους εναγόμενους το ποσό της εγγυητικής. Οι ενάγοντες ζήτησαν άδεια από το Δικαστήριο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους της Μαρίας Παφίτη, στην οποία αναφέρει ότι ως αποτέλεσμα της μη παράδοσης του εργοταξίου εκ μέρους των εναγομένων οι ενάγοντες ουδέποτε ξεκίνησαν εργασίες βάση της συμφωνίας εκτός από την περίφραξη. Στην αίτηση καταχώρησαν ένσταση οι εναγόμενοι προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης: «(α) Ουδείς επείγον λόγος συνέτρεχε για έκδοση του προσωρινού διατάγματος. (β) Η αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα στερείται της αναγκαίας νομικής βάσης από απόψεως ουσιαστικού δικαίου. (γ) Ο ενάγων δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. (δ) Ο ενάγων παραπλάνησε το Δικαστήριο. (ε) Ο ενάγων απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα που θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση της απόφασης του και δεν θα έκδιδε το προσωρινό διάταγμα. (ζ) Ο ενάγων δεν έχει καλή υπόθεση και δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο ενάγων δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας, αν δεν εκδιδόταν το προσωρινό διάταγμα ουδεμία ζημιά ή βλάβη θα είχε ο ενάγων και δεν θα αποκλειόταν ή εμποδιζόταν από το να εκτελέσει τυχόν εκδοθησόμενη στο μέλλον υπερ του απόφαση. (η) Η εναγόμενη είναι φερέγγυα. (θ) Ο ενάγων δεν τερμάτησε τη συμφωνία εργολαβίας σύμφωνα με το άρθρο 27 της συμφωνίας εργολαβίας ημερ. 7.4.11 γιατί οι λόγοι που επικαλέστηκε στην επιστολή του ημερ. 12.9.11 δεν υφίσταντο. (ι) Ο ενάγων δεν επικαλέστηκε δόλο και απάτη εκ μέρους των εναγομένων. (κ) Ο ενάγων δεν απέδειξε δόλο και απάτη εκ μέρους των εναγομένων. (λ) Η εγγυητική 560ADF1101086 που διέταξε το Δικαστήριο να μη εισπράξουν οι εναγόμενοι είναι η προκαταβολή που πλήρωσαν οι εναγόμενοι χωρίς το Φ.Π.Α. στους ενάγοντες δυνάμει της συμφωνίας εργολαβίας ημερ. 7.4.11 και οι ίδιοι οι ενάγοντες παραδέχονται ότι εις ουδεμία εργασία προέβησαν εκτός από την περίφραξη. Το Φ.Π.Α. που πλήρωσαν οι εναγόμενοι ουδέποτε θα το εισπράξουν πίσω γιατί δεν είναι εταιρεία γραμμένη στο Φ.Π.Α. και δεν είναι έμπορος. (μ) Η εγγυητική 560 PFG1101087 αφορά εγγύηση για την πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας εργολαβίας από τον ενάγοντα. (ν) Ο ενάγων δεν επικαλέστηκε ότι προκλήθηκε ζημιά εις βάρος του. Αρκέστηκε να πει στην ένορκο ομολογία του διευθυντή του παρ. 5 που υποστηρίζει την αίτηση ότι οι εναγόμενοι οφείλουν αποζημιώσεις στον ενάγοντα από τον τερματισμό της συμφωνίας και στην παρ. 10 ότι ο ενάγων ουδέν οφείλει στους εναγομένους. (ξ) Οι εναγόμενοι απεναντίας ζημίωσαν από την παράβαση της συμφωνίας εργολαβίας εκ μέρους των εναγόντων γιατί ενώ μετά από επίπονες προσπάθειες και διαβουλεύσεις κατάφεραν την 8.11.11 να έλθουν σε συνεννόηση με το Δήμο Πόλεως Χρυσοχούς για να παραχωρήσει μέρος των δημοσίων δρόμων ώστε να καταστεί δυνατή η εκτέλεση των έργων από μέρους του εργολάβου ο τελευταίος αρνήθηκε να προβεί στην προώθηση των έργων και το χρονοδιάγραμμα που έδωσε ο Δήμος λήγει το Μάρτη του
- (ο) Περαιτέρω ο εναγόμενος θα πρέπει να προβεί σε νέες διαδικασίες για προσφορές, σύναψη νέας συμφωνίας εργολαβίας υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις με χρονοδιαγράμματα ότι πρέπει οι ιδιοκτήτες να παραδώσουν το έργο στους προηγούμενους θέσμιους ενοικιαστές. (π) Οι εναγόμενοι θα απωλέσουν ενοίκια από την καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου. (ρ) Το Φ.Π.Α. θα αυξηθεί από 1.3.12 σε 17% από 15% σύμφωνα με το νόμο 186 (ι)
- Και επομένως οι εναγόμενοι θα επιβαρυνθούν με περαιτέρω ποσό 2% στο ποσό που θα πληρώσουν. (σ) Οι εγγυητικές επιστολές έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποία διασφαλίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. (τ) Η Τράπεζα δεν είχε κανένα δικαίωμα σύμφωνα με το περιεχόμενο των εγγυητικών επιστολών να πάρει τη συγκατάθεση ή και να ειδοποιήσει τον ενάγοντα. (υ) Καμία αναφορά γίνεται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ή στις ένορκες ομολογίες που υποστηρίζουν την αίτηση του ενάγοντος για δόλο ή απάτη. (φ) Καμία αναφορά γίνεται στις ένορκες ομολογίες που υποστηρίζουν την αίτηση του ενάγοντος για αφερεγγυότητα της εναγόμενης και αδυναμία ικανοποίησης του ενάγοντος σε περίπτωση που πετύχει την έκδοση υπέρ του απόφασης. (χ) Ο τερματισμός της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων έγινε νομότυπα σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας εργολαβίας με τη σύμφωνη γνώμη του αρχιτέκτονα. (ψ) Ο ενάγων παρέλειψε να ενεργήσει ως είχε υποχρέωση και να τοποθετήσει την περίφραξη του το συντομώτερον σε συνεννόηση με το Δήμο Πόλεως Χρυσοχούς και αρχίσει τις εργασίες που ανέλαβε να εκτελέσει. (ω) Ο ενάγων ενήργησε εναντίον των συμφερόντων των εναγομένων γιατί είχε άλλα συμφέροντα ή ήθελε να εξυπηρετήσει άλλα πρόσωπα. (αα) Με βάση των αξίωση του ενάγοντος η παρούσα αγωγή θα έπρεπε να είχε κλίμακα €100.000 - €500.000 και επομένως το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε από αναρμόδιο Δικαστήριο». Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη ομολογία της Ευαγγελίας Γεωργακάκη, μίας εκ των διευθυντών των εναγομένων η οποία όπως αναφέρει έχει προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Στην ένορκη της δήλωση επαναλαμβάνει τους λόγους που αναφέρονται στην ένσταση και αναφέρει περαιτέρω ότι οι ενάγοντες κωλύονται λόγω της συμπεριφοράς τους να αναφέρονται σε λύση του συμβολαίου από τους ίδιους. Παραθέτει στην ένορκη της δήλωση λεπτομέρειες της αλληλογραφίας μεταξύ της αρχιτέκτονα των εναγομένων και του διευθυντή των εναγόντων, όπως και πρακτικά συνάντησης των διαδίκων με τρίτα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Σύμφωνα με το τεκμήριο 4 η έναρξη των εργασιών καθορίστηκε στις 9.5.
- Στις 10.5.11 οι ενάγοντες ειδοποίησαν την αρχιτέκτονα του έργου ότι λόγω προβλημάτων που δημιουργήθηκαν με τους ιδιοκτήτες των γειτονικών κτιρίων και μέχρι να καθοριστεί συνάντηση για επίλυση τους ανέστειλαν τις εργασίες. Με την επιστολή τεκμήριο 11 οι ενάγοντες αναφέρουν προς τον Δήμο Πόλης Χρυσοχούς ότι «έχει μαρκαριστεί» ο χώρος που χρειάζονται για την εκτέλεση των εργασιών με ασφάλεια και μπορούν να τον υποδείξουν. Στις 31.8.2011 με την επιστολή τεκμήριο 16, η αρχιτέκτονας του έργου κάλεσε τους ενάγοντες όπως διευθετήσουν τις διαδικασίες για προώθηση του έργου. Ακολούθησε μακρά αλληλογραφία μεταξύ της αρχιτέκτονας και του διευθυντή των εναγόντων και στις 13.1.12 οι εναγόμενοι με επιστολή τους τερμάτισαν την συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ενόψει της μη ανταπόκρισης των εναγόντων στην προώθηση του έργου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες όπως οι ίδιοι παραδέχονται έκαναν μόνο την περίφραξη αλλά εισέπραξαν και την προκαταβολή ύψους €52.428,50 συμπεριλαμβανομένου Φ:Π.Α. και για την οποία εξεδόθη ως εγγύηση η εγγυητική με αριθμό 560ΑDF
- Η εγγυητική με αριθμό 560PFG1101087 εδόθηκε ως εγγύηση για την πιστή εκπλήρωση από τους ενάγοντες των υποχρεώσεων τους δυνάμει της συμφωνία εργολαβίας ημερομηνίας 7.4.
- Αναφέρει περαιτέρω στην ένορκη της δήλωση η Ευαγγελία Γεωργακάκη ότι στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση των εναγόντων δεν γίνεται καμιά αναφορά για δόλο ή απάτη εκ μέρους των εναγομένων και δεν γίνεται επίσης καμιά αναφορά για αφερεγγυότητα των εναγομένων και αδυναμία ικανοποίησης των εναγόντων στην περίπτωση που πετύχουν την έκδοση απόφασης υπέρ τους. Η πλευρά των εναγόντων ζήτησε την αντεξέταση της Ευαγγελίας Γεωργακάκη και στη συνέχεια οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι ενάγοντες σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τους αιτητές μόνο να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ των εναγόντων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στη περιορισμένη έκταση εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις και από τη μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, 235 αναφέρθηκαν τα εξής: "Θα επαναλάβουμε έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί πως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της". Στην υπόθεση επίσης P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι: "Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας.. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά". Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζωντίλης ν. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Πριν προχωρήσω στην εξέταση του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα εξετάσω τον ισχυρισμό των καθ'ων η αίτηση εναγομένων ότι οι ενάγοντες αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα αφού αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην εκδώσει το διάταγμα, το Δικαστήριο μπορεί να το ακυρώσει χωρίς να εξετάσει την ουσία του (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Zein κ.α. v. Π.Κ. Καμπανέλλα
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606). Είναι γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι πολύ συνοπτική αλλά ούτε και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισαν οι αιτητές δεν αποκαλύπτει σε λεπτομέρειες τα γεγονότα. Αντίθετα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση οι εναγόμενοι παραθέτουν λεπτομέρειες μακράς αλληλογραφίας που υπήρξε μεταξύ του διευθυντή των εναγόντων και της αρχιτέκτονα των εναγομένων. Είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι τερμάτισαν τη συμφωνία εργολαβίας λόγω μη παράδοσης του εργοταξίου από τους εναγόμενου στις 12.9.
- Παρά τον ισχυρισμό αυτό οι εναγόμενοι με επιστολή ημερομηνίας 29.9.2011 δηλώνουν έτοιμοι να συζητήσουν το ενδεχόμενο εκτέλεσης των υπολοιπομένων εργασιών νοουμένου ότι θα γίνονταν μέχρι τις 15.11.
- Με την επιστολή τεκμήριο 28 ημερομηνίας 3.10.11 η αρχιτέκτονας του έργου ενημερώνει τους ενάγοντες για την απάντηση του Δήμου σε σχέση με τις διευθετήσεις για έναρξη των εργασιών την 1.11.11 και τους καλεί όπως προβούν σε επιτόπια συνεννόηση με την Τοπική Αρχή. Οι ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 18.10.2011 ζητούν την υπογραφή νέας συμφωνίας για την επανέναρξη των εργασιών. Με επιστολή ημερομηνίας 11.11.11 προς τους ενάγοντες η αρχιτέκτονας των εναγομένων μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: «Επιβεβαιώνεται ότι το συμβόλαιο εξακολουθεί να είναι σε ισχύ και καμία αναστολή εργασιών δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα όπως ισχυρίζεστε σε προηγούμενες επιστολές σας. Η θέση σας ότι έχετε λύσει το συμβόλαιο με την δικαιολογία αναστολής εργασιών δεν έχει γίνει ποτέ αποδεκτή εφόσον δεν βασίζεται σε όρους του συμβολαίου». Ακολουθούν επιστολές της αρχιτέκτονα των εναγομένων με ημερομηνίες 16.12.11 και 9.1.12 με τις οποίες τους καλεί να προχωρήσουν στην προώθηση του έργου. Στις 13.1.12 με επιστολή της η εναγόμενη προχωρούν στην λύση του συμβολαίου με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 26
(1)του συμβολαίου. Οι ενάγοντες δεν αναφέρουν οτιδήποτε από τα πιο πάνω στην ένορκη τους δήλωση και περιορίζονται στον ισχυρισμό ότι όπως είχαν δικαίωμα τερμάτισαν την ισχύ της συμφωνίας λόγω σοβαρής και παρατεταμένης παράβασης εκ μέρους των εναγομένων δηλαδή της μη παράδοσης του εργοταξίου στους ενάγοντες. Θεωρώ ότι η παράληψη των εναγόντων να αναφέρουν στην ένορκη δήλωση τους το περιεχόμενο της αλληλογραφίας όπως αυτή φαίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και η μη αποκάλυψη ουσιωδών, κατά την κρίση μου, γεγονότων επενεργεί καταλυτικά και διασαλεύει την βάση του διατάγματος ανεξάρτητα από τη ύπαρξη ή μη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω στην εξέταση του άρθρου 32 ξεκινώντας από το κατά πόσο οι ενάγοντες αποκαλύπτουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία. Με την αξίωση τους οι ενάγοντες πέραν από την απαίτηση τους για αποζημιώσεις ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να τερματίζει την ισχύ των δύο εγγυητικών ημερομηνίας 22.3.2011. Στην υπόθεση Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank Internation Ltd
(1978)1 Αll E.R. 976 τονίστηκε πως ο κανόνας είναι ότι σε περιπτώσεις τέτοιων εγγυητικών οι τράπεζες πρέπει να προβαίνουν σε πληρωμή της εγγύησης σύμφωνα με τους όρους της και να μην τους απασχολεί κατά πόσο οποιοδήποτε μέρος της σύμβασης στη βάση της οποίας δόθηκε η εγγυητική έχει προβεί σε οποιαδήποτε παραβίαση της. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου εμφιλοχώρησε δόλος ο οποίος περιήλθε σε γνώση της τράπεζας. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στην υπόθεση αυτή τονίσθηκε ότι σε τέτοιου είδους περιπτώσεις δεν είναι αρκετό κάποιος να επικαλείται δόλο, πρέπει να μπορεί και να το συγκεκριμενοποιεί. Στην οπισθογράφηση της απαίτησης, δεν υπάρχει ισχυρισμός δόλου και απάτης ούτε όμως και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για το προσωρινό διάταγμα οι ενάγοντες ισχυρίζονται κάτι τέτοιο και ούτε δίδονται λεπτομέρειες που να αφορούν δόλο και απάτη. Το Δικαστήριο πριν εκδώσει διάταγμα που να απαγορεύει στο δικαιούχο την ανάληψη του ποσού της εγγύησης θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι αιτητές έχουν συζητήσιμη υπόθεση και ότι στο μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει από τα περιστατικά της υπόθεσης είναι ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν δόλια. (Βλ. Themehelp Ltd v. West
(1995)4 All E.R. 215). Οι ενάγοντες στηρίζουν την απαίτηση τους στον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι είχαν παραβεί τους όρους του συμβολαίου και κατά συνέπεια δεν έχουν πετύχει να αποδείξουν πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης τους σε σχέση με τις αξιώσεις για τερματισμό της ισχύος των εγγυητικών. Σχετικά με την αξίωση των εναγόντων για αποζημιώσεις και έχοντας πάντα υπόψη ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, όπως επίσης και το ότι θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε τελικά ευρήματα κρίνω ότι για τους σκοπούς του προσωρινού διατάγματος και με όλα τα ζητήματα ουσίας να παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης στοιχειοθετούνται οι δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32. Θα προχωρήσω έτσι στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης πάντα σε σχέση με την απαίτηση των εναγόντων για αποζημιώσεις. Να είναι δηλαδή δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Εάν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει τον υπολογισμό της ζημιάς και την επιδίκαση αποζημιώσεων στους αιτητές στο τελικό στάδιο τότε η έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Όμως όπου ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος τότε υπάρχει ενδεχόμενο να ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση M. & CH. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1977)1 C.L.R. 1791 η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Όπως φαίνεται από την ίδια την απαίτηση οι ενάγοντες ζητούν την επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο. Στην ένορκη τους δήλωση δεν αναφέρουν οτιδήποτε σε σχέση με την φερεγγυότητα των εναγομένων και την πιθανότητα να μην μπορούν να ικανοποιήσουν την απόφαση που τυχόν εξασφαλίσουν αλλά αντίθετα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι είναι φερέγγυοι. Ως εκ τούτου και για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, το ενδιάμεσο διάταγμα ακυρώνεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο