ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΕΓΕΙΑΣ ν. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΕΝΤΑΡΑ κ.α., Αρ. Γεν. Αίτησης: 415/10, 28/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A77 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 415/10 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΕΓΕΙΑΣ Αιτητών και
- ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΕΝΤΑΡΑ
- ΚΑΡΟΛΟΥ ΠΕΝΤΑΡΑ Καθ'ων η αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.5.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Λουκά (για να ακούσει απόφαση ο κ. Μ. Λουκά) Για τους Καθ'ων η αίτηση: κ. Δημητριάδης (για να ακούσει απόφαση η κα Δημοσθένους) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση της η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας (πιο κάτω θα αναφέρεται σαν η αιτήτρια) ζητά όπως η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση στις 10/6/2009 καταχωρηθεί και εγγραφεί για εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 όπως τροποποιήθηκε, στο άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.48 Θ.2 και επί της εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η Ευαγγελία Ματθαίου αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της αιτήτριας, είναι εξουσιοδοτημένη από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει τα γεγονότα τόσο από προσωπική γνώση όσο και από έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή της. Στις 10/6/2009 εκδόθηκε εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση διαιτητική απόφαση η οποία τους επιδόθηκε δεόντως. Τα σχετικά επιδοτήρια επισυνάπτονται σαν τεκμήριο στην αίτηση. Οι καθ΄ ων η αίτηση όπως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα δεν αμφισβήτησαν και ούτε άσκησαν οποιοδήποτε ένδικο μέσο εναντίον της απόφασης του διαιτητή η οποία επισυνάπτεται σαν τεκμήριο 2 και έτσι η αιτήτρια υπέβαλε την παρούσα αίτηση για να της παραχωρηθεί άδεια για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Η αίτηση της αιτήτριας προσέκρουσε στην ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση οι οποίοι προβάλλουν τους πιο κάτω λόγους:
- Ο Διαιτητής που εξέδωσε την απόφαση στερείτο δικαιοδοσίας να αποφανθεί επί της διαφοράς.
- Η συμφωνία διαιτησίας είναι άκυρη, ανενεργός ή ανίκανη εκτέλεσης.
- Η επίδικη διαφορά δεν εμπίπτει μέσα στη διαιτητική συμφωνία.
- Η απόφαση του Διαιτητή περιλαμβάνει παράνομο τοκισμό και/ή χρεώσεις τόκων και εξόδων που συνιστούν ποινική ρήτρα.
- Το ισχυριζόμενο χρέος έχει παραγραφεί.
- Η συμπεριφορά του διαιτητού δεν ήταν η πρέπουσα και/ή κακώς διεξήγαγε την διαιτησία ο Διαιτητής.
- Ο Διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά και/ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση.
- Έγινε κακή διαχείριση της υπόθεσης εκ μέρους της Αιτήτριας.
- Η Απόφαση του Διαιτητή έγινε καθ΄ υπέρβαση ή κατάχρηση της εξουσίας της εμπεπιστευμένης στον Διαιτητή και καταστρατηγεί το δημόσιον συμφέρον καθώς και το συμφέρον των Καθ΄ ων η αίτηση και/ή το συμφέρον τρίτου προσώπου.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
- Η απόφαση του Διαιτητή δεν είναι πλήρως και/ή επαρκώς δικαιολογημένη, είναι γενική και αόριστη, και δεν αναφέρει πως και γιατί κατέληξε στην απόφαση του.
- Έχει επηρεαστεί το δικαίωμα πρόσβασης της εταιρείας V.K. TOURS & FINANCIAL SERVICES LIMITED σε δικαστήριο καθώς και το δικαίωμα της για δικαστική προστασία που διασφαλίζεται από το πρώτο μέρος της παραγράφου 1 του Άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
- Έχει παραβιαστεί η Αρχή της ακριβοδίκαιης δίκης γιατί δεν δόθηκε η ευκαιρία στην εταιρεία V.K. TOURS & FINANCIAL SERVICES LIMITED να αποδείξει την υπόθεση της.
- Έχει παραβιαστεί το φυσικό δικαίωμα της V.K. TOURS & FINANCIAL SERVICES LIMITED να ακουστεί κατά την λήψη του πορίσματος του Διαιτητή.
- Η παράγραφος 5 που προστέθηκε με τον τροποποιητικό Ν.171(Ι)/2000στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/85, με βάση την οποία οποιαδήποτε απόφαση που εκδίδεται βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 52 δεν έχει εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 ή αν η έφεση εναντίον της εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου, παραβιάζει το άρθρο 30.1 του Συντάγματος και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
- Η παράγραφος 5 που προστέθηκε με τον τροποποιητικό Ν.171(Ι)/2000στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/85, παραβιάζει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθ'ότι ο Διαιτητής δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει επί διαφορών στις οποίες εγείρεται ζήτημα δόλου.
- Η παράγραφος 5 που προστέθηκε με τον τροποποιητικό Ν.171(Ι)/2000στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/85, συγκρούεται με το άρθρο 9
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, και στερεί από τους Καθ' ων η αίτηση / Αιτητές θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται με την μορφή νομοθετήματος.
- Η προθεσμία των 21 ημερών, που δίνεται ως χρονικό όριο για να εφεσιβληθεί η απόφαση του Διαιτητή, είναι περιοριστική των δικαιωμάτων των Αιτητών και παραβιάζει τα θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα τους και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
- Η παράγραφος 5 που προστέθηκε με τον τροποποιητικό Ν.171(Ι)/2000στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/85, στερεί από τους Καθ' ων η αίτηση / Αιτητές δικαιώματα που κατοχυρώνονται με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, που απαιτεί από εθνικό δικαστήριο που εγείρονται ενώπιον του ισχυρισμοί για καταχρηστική ρήτρα, να εκτιμά την ακυρότητα της συμβάσεως περί διαιτησίας και να την ακυρώνει με το αιτιολογικό ότι η εν λόγω σύμβαση εμπεριέχει καταχρηστική ρήτρα, έστω και αν ο καταναλωτής επικαλέστηκε την ακυρότητα, όχι στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας, αλλά αποκλειστικώς με την δικαστική διαδικασία.
- Η επίδικη διαιτητική απόφαση παραβιάζει την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και/ή αντιβαίνει την νομοθεσία και/ή εμπεριέχει αποζημίωση και/ή θεραπεία που συνιστά ποινική ρήτρα και/ή ενέχει στο στοιχείο της ποινικής ρήτρας και/ή παραβαίνει τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο Ν. 93(Ι)/96, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 69(Ι)/
- Στην αρχική ένσταση των καθ'ων η αίτηση δεν περιλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης που αφορούν θέματα συνταγματικότητας και μετά από αίτημα τους για τροποποίηση της ένστασης προστέθηκαν στην ένσταση με τις παραγράφους 15, 16, 17, 18, 19 και
- Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ευάγγελου Πενταρά στην οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από τον καθ΄ ου η αίτηση 2 να προβεί σ΄ αυτήν και παραθέτει το ιστορικό της παροχής του δανείου για το οποίο καταλογίζει δόλο ή περιστάσεις που ισοδυναμούν με δόλο στο γραμματέα της αιτήτριας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η υπόδειξη για συνομολόγηση των γραμματίων στο όνομα των καθ΄ ων η αίτηση ήταν επινόηση και τέχνασμα της αιτήτριας με το οποίο εμφανίζετο η εξέλιξη αυτή ως συναρτώμενη με νόμιμη διεξαγωγή των εργασιών της συμφωνίας με το άρθρο 37
(1)των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων 1985-03. Ο αποκλεισμός της εταιρείας V.K. TOURS & FINANCIAL SERVICES LIMITED η οποία έχει συμφέρον σαν ενοιπόθηκος οφειλέτης από την διαδικασία της διαιτησίας συνιστά λανθασμένη συμπεριφορά εκ μέρους του διαιτητή. Η ένσταση συνοδεύεται επίσης από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 2 Κάρολου Πενταρά στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η πλευρά των αιτητών ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση περί αντισυνταγματικότητας των προνοιών του άρθρου 52
(5)τίθενται με γενικό και αόριστο τρόπο και κατά συνέπεια δεν μπορούν να εξεταστούν στην παρούσα διαδικασία. Περαιτέρω όπως αναφέρει στην αγόρευση του ο κ. Λουκά τα όσα αναφέρονται δεν αποτελούν θέματα των οποίων η εκδίκαση είναι απαραίτητη για την έκβαση της υπόθεσης αφού το θέμα της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης είναι θέμα τυπικό και τα επίδικα θέματα του είναι περιορισμένα. Αντίθετη είναι η θέση του κ. Δημητριάδης ο οποίος αναφέρει στην αγόρευση του ότι το άρθρο 5 του άρθρου 52 στερεί από τους καθ'ων η αίτηση δικαιώματα που κατοχυρώνονται τόσο από το άρθρο 30.1 και 2 του Συντάγματος και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όσο και από την οδηγία 93/13/ΕΟΚ που απαιτεί από Εθνικό Δικαστήριο όπου εγείρονται ενώπιον του ισχυρισμοί για καταχρηστική ρήτρα να εκτιμά την ακυρότητα της σύμβασης περί διαιτησίας και να την ακυρώνει με το αιτιολογικό ότι η εν λόγω σύμβαση εμπεριέχει καταχρηστική ρήτρα έστω και αν ο καταναλωτής δεν επικαλέστηκε την ακυρότητα στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας αλλά αποκλειστικώς με την δικαστική διαδικασία. Σχετικά με το θέμα της αντισυνταγματικότητας στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αχιλλέα Η. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 45 αναφέρθηκαν τα εξής: «πάγια είναι και η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματα αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφαση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκασης υπόθεσης». Εφ' όσον οι καθ'ων οι αίτηση ισχυρίζονται ότι το άρθρο 52
(5)παραβιάζει το άρθρο 30.1 και 2 του Συντάγματος και κατά συνέπεια ουσιαστικά συνταγματικά τους δικαιώματα θεωρώ ότι έχει τεθεί με τον προσήκοντα τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο θα εξετάσει πρώτα το θέμα αυτό το οποίο αν είναι βάσιμο θα είναι καταλυτικό για την υπόθεση των καθ'ων η αίτηση. Το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφέρει τα εξής:
- Εις ουδένα δύναται ν'απαγορευθεί η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου εις ο δικαιούται να προσφύγει δυνάμει του Συντάγματος. Η σύσταση δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνομα απαγορεύεται.
- Έκαστος κατά την διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε καθ' αυτού ποινικής κατηγορίας δικαιούται ανεπηρεάστου δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου αμερόληπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου ιδρυομένων δια νόμου». Κατ' αρχή θα πρέπει να τονιστεί ότι η διαδικασία διαιτησίας δεν αποτελεί ούτε δικαστική επιτροπή ούτε έκτακτο Δικαστήριο αλλά διαδικασία που προνοείται σε συγκεκριμένο νόμο και στην οποία κλήθηκαν να παραστούν. Οι καθ'ων η αίτηση για να τους παραχωρηθεί το δάνειο ήταν μέλη της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας αφού όπως οι ίδιοι αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους η αιτήτρια μπορούσε να χορηγήσει δάνειο μόνο σε μέλη της σύμφωνα με τους εγγεγραμμένους ειδικούς κανονισμούς και πουθενά στην ένσταση τους δεν αναφέρουν ότι δεν ήταν προσωπικά μέλη της ΣΠΕ Πέγειας. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση The Co-operative Grocery of Vasilia v. Haralambos N. Ppirou and others 4 RSCC 12 όπου εξετάστηκε η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 53 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, οι πρόνοιες του οποίου ήταν παρόμοιες με τις πρόνοιες του άρθρου 52, οικειοθελώς οι Καθ'ων η αίτηση αποδέκτηκαν να ακολουθήσουν τη διαδικασία της διαιτησίας. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε στην πιο πάνω απόφαση ότι το άρθρο 53 δεν ήταν αντισυνταγματικό τονίζοντας πως τα μέλη των Συνεργατικών Εταιρειών εκούσια υπάγονται σε διαιτησία. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι καθ' ων η αίτηση ότι η προθεσμία των 21 ημερών που δίνεται ως χρονικό όριο για να εφεσιβληθεί η απόφαση του διαιτητή είναι περιοριστική των δικαιωμάτων τους και παραβιάζει τα θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα τους και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για της Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπως παραδέχονται οι καθ'ών η αίτηση ο Νόμος δίδει χρονικό όριο 21 ημερών για να εφεσιβληθεί η απόφαση του Διαιτητή και το γεγονός αυτό κατοχυρώνει κατά την κρίση μου τα δικαιώματα τους αφού τους δίνει την δυνατότητα έφεσης. Η παράληψη των καθ'ων η αίτηση να ασκήσουν έγκαιρα το δικαίωμα τους και μέσα στα χρονικά πλαίσια του νόμου δεν μπορεί να ερμηνεύεται από τους καθ' ων σαν περιοριστικό των δικαιωμάτων τους. Ως εκ τούτου και με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 30 του συντάγματος. Σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση το άρθρο 52 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων 1985-2003 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση γιατί η αιτήτρια δολίως και παράνομα απαίτησε τόκους και χρεώσεις που ήταν ενσωματωμένοι στο διεκδικούμενο ποσό του γραμματίου. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η συμπεριφορά του Διαιτητή να αποδεχτεί τόκο προς 11% επί του εκάστοτε υπολοίπου ενώ αυτό συνιστά ποινική ρήτρα δεν είναι η πρέπουσα και κακώς έχει διεξάγει την διαιτησία. Έχει επίσης επιδείξει κακή συμπεριφορά και χειρίστηκε κακώς την υπόθεση και η απόφαση του δεν είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη. Έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την ημερομηνία παράβασης της σύμβασης μεταξύ των καθ΄ ων η αίτηση και της αιτήτριας και το ισχυριζόμενο χρέος έχει παραγραφεί. Δεν ήγειραν όπως περαιτέρω αναφέρουν, τα θέματα αυτά ενώπιον του Διαιτητή καθότι η αιτήτρια τους πληροφόρησε ότι ήταν μια φιλική και τυπική διαδικασία η οποία δεν θα επηρέαζε τα δικαιώματα τους. Κατόπιν συμβουλής από τον δικηγόρο τους αντιλήφθηκαν ότι είχαν πλανηθεί αναφορικά με την σκοπιμότητα και το αντικείμενο της διαιτησίας. Το εδάφιο
(1)του άρθρου 52 αναφέρει τα εξής: «52.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας- (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλοςυ ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ΄ οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι- (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμβισβητείται.» Ο Κανονισμός 78 της ΚΔΠ 142/87 ρυθμίζει το ζήτημα παραπομπής διαφοράς στον Έφορο ακολουθώντας τις πρόνοιες του Άρθρου 52 του Νόμου και έχει ως εξής: «78.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά, αυτή παραπέμπεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 52 εις τον Έφορον.
(2)Η τοιαύτη παραπομπή θα γίνεται δι΄ εγγράφου εκθέσεως η οποία θα χρονολογήται και απευθύνεται προς τον ΈΦορον, θα υπογράφεται υπό του μέρους το οποίον συντάσσει ταύτην, θα ορίζη την διαφοράν και θα περιέχη πλήρεις λεπτομέρειες αυτής.
(3)Άμα τη λήψει της τοιαύτης παραπομπής ο Έφορος δύναται: α) Να επιχειρήσει συνδιαλλαγή ή β) να παραπέμψει τη διαφορά προς επίλυση εις ένα ή τρεις διαιτητάς.» Σύμφωνα με το εδάφιο 4 του άρθρου 52 οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή μπορεί να την εφεσιβάλει στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της γνωστοποιήσης της σ΄ αυτόν και στην περίπτωση που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί μέσα στην πιο πάνω αναφερόμενη προθεσμία τότε η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο όπως να ήταν απόφαση Πολιτικού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου 110/95
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, αναφέρθηκαν τα εξής: «Δεν είναι αντικείμενο όντως της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και εν πάση περιπτώσει επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν.22/85 παρέχει σε όποιο θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει.» Είναι σαφές κατά την κρίση μου από τα πιο πάνω ότι οι καθ΄ ων η αίτηση είχαν το δικαίωμα να εφεσιβάλουν την απόφαση του Διαιτητή εντός 21 ημερών από την γνωστοποίηση της σ΄ αυτούς. Η απόφαση επιδόθηκε στους καθ΄ ων η αίτηση και αυτό δεν αμφισβητήθηκε, στις 13/9/10 χωρίς να καταχωρηθεί έφεση μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των 21 ημερών και ως εκ τούτου οι αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση για εγγραφή στις 13/10/10. Οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται όπως αναφέρω πιο πάνω ότι το άρθρο 52 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση για το λόγο ότι η αιτήτρια είναι ένοχη δόλου και τα εγειρόμενα θέματα πρέπει να κριθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποφασιστούν. Το άρθρο 9
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 προνοεί, σε ελεύθερη μετάφραση, τα εξής: «Όταν συμφωνία μεταξύ συμβαλλομένων προβλέπει ότι τυχόν διαφορές που δυνατόν να προκύψουν μεταξύ τους στο μέλλον παραπέμπονται σε διαιτησία και σε κάποια διαφορά που αναφύεται στην συνέχεια εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους έχει καταστεί ένοχος δόλου το Δικαστήριο έχει εξουσία, στην έκταση που είναι αναγκαίο όπως το ζήτημα αυτό αποφασιστεί από το Δικαστήριο, να διατάξει όπως η συμφωνία παύσει να ισχύει και να παραχωρήσει άδεια για ακύρωση οποιουδήποτε συνυποσχετικού που έγινε βάσει της συμφωνίας αυτής.» Οι πρόνοιες του άρθρου 9 του Κεφ. 4 εξετάστηκαν στις υποθέσεις Ψιλογένης κ.α. v. Νέας Συνεργατικής Πάνω Πλατρών
(2004)1 Α.Α.Δ. 243 και Φύτος Χριστοδούλου v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμιού, Πολιτική Έφεση 88/06, ημερ. 13/3/09 και υιοθετήθηκε η θέση ότι τα Δικαστήρια έχουν την διακριτική ευχέρεια να αποτρέπουν και/ή να εμποδίζουν τη διεξαγωγή διαιτησίας σε υποθέσεις στις οποίες εγείρονται θέματα δόλου. Από τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι θέματα δόλου θα πρέπει να τεθούν πριν την διεξαγωγή της διαιτησίας και με διαδικασία που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να εμποδίσει την διεξαγωγή της. Στα γεγονότα της παρούσας αίτησης οι καθ΄ ων η αίτηση όχι μόνο δεν προέβησαν σε τέτοιο διάβημα αλλά ούτε και καταχώρησαν όπως είχαν κάθε δικαίωμα έφεση στην απόφαση του Διαιτητή. Ως εκ τούτου κρίνω ότι το άρθρο 52 του Ν.22/85 αποτελεί δικαιοδοτική βάση της αίτησης και θα προχωρήσω στην εξέταση του που είναι και το μοναδικό αντικείμενο αυτής της αίτησης αφού όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, «η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης σαν απόφασης Δικαστηρίου είναι κατά την άποψη μας ζήτημα τύπου» και κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει θέματα που αφορούν την ουσία της απόφασης του Διαιτητή. Επανερχόμενη στα γεγονότα της αίτησης παρατηρώ ότι οι καθ΄ ων η αίτηση παρουσιάστηκαν ενώπιον του Διαιτητή αφού όπως αναφέρουν στην ένορκη τους δήλωση τόσο ο Ευάγγελος Πενταράς όσο και ο Κάρολος Πενταράς δεν ήγειραν το θέμα ενώπιον του γιατί πληροφορήθηκαν από την αιτήτρια ότι ήταν μια τυπική διαδικασία. Η ειδοποίηση των καθ΄ ων η αίτηση επιβεβαιώνεται επίσης από το κείμενο της απόφασης που εκδόθηκε στις 10/6/09 αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση. Φαίνεται επίσης από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην αίτηση ότι η απόφαση του διαιτητή επιδόθηκε νόμιμα στους καθ΄ ων η αίτηση στις 13/9/2010 και η προθεσμία των 21 ημερών έληξε χωρίς στο μεταξύ να καταχωρηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή. Η παρούσα αίτηση επιδόθηκε επίσης στους καθ΄ ων η αίτηση. Τα όσα οι καθ΄ ων η αίτηση αναφέρουν στην ένσταση τους θα μπορούσαν να τεθούν ενώπιον του Διαιτητή ή να είχαν προωθηθεί ως λόγοι έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης. Στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να αναθεωρηθεί η διαιτητική απόφαση. Ο δικαστικός έλεγχος ασκείται μόνο σε ότι αφορά τις τυπικές προϋποθέσεις του Νόμου και οι τυπικές αυτές προϋποθέσεις όπως αναφέρω πιο πάνω έχουν εκπληρωθεί. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 10/6/09 στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου Πάφου. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο