← Κύπρος

Ματθαίος Χαραλάμπους ν. Χριστάκης Ανδρέου, Αρ. Αγωγής: 3707/07, 28/9/2012

Ματθαίος Χαραλάμπους ν. Χριστάκης Ανδρέου, Αρ. Αγωγής: 3707/07, 28/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A113 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3707/07 Μεταξύ: Ματθαίος Χαραλάμπους Ενάγοντα και Χριστάκης Ανδρέου Εναγόμενου Ημερομηνία: 28.9.2012 Για Ενάγοντα: κ. Βασιλειάδης. Για Εναγόμενο: κ. Αλεξάνδρου. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας αξιώνει με την παρούσα αγωγή από τον εναγόμενο ειδικές αποζημιώσεις συνολικού ύψους €8,653 καθώς και γενικές και αυξημένες και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη από αυτόν ως αποτέλεσμα επίθεσης και πρόκλησης σωματικών βλαβών, πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήτοι στις 11.2.2000, ήταν ηλικίας 41 ετών, κάτοικος Πάφου και οδηγός ταξί με απολαβές €1,366.88 (Λ.Κ.800) μηνιαίως. Κατά η περί την 11.2.2000 ενώ ο ενάγοντας βρισκόταν σε υπηρεσία επί της Λεωφόρου Δανάης στην Κάτω Πάφο και ενώ βρισκόταν µέσα στο αυτοκίνητο του (ταξί) το oπoίo ήταν σταµατηµένο έξω ξενοδοχείο δέχθηκε επίθεση από τον εναγόµενο, ο οποίος σκόπιµα, παράνοµα, απρόκλητα και αδικαιολόγητα µε πρωτοφανή αγριότητα, βιαιότητα, βαναυσότητα και λύσσα κατάφερε αλλεπάλληλα γρονθοκοπήµατα και χτυπήµατα στο πρόσωπο, στοµατική κοιλότητα, στο στήθος και στην κοιλιακή χώρα του ενάγοντα, πρoκαλώντας σε αυτόν σωµατικές βλάβες, ζηµιές, ταλαιπωρία, απώλειες και έξοδα. Ο ενάγοντας µετέβηκε στο Γενικό Noσoκοµειo Πάφoυ όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε εκχυμώσεις στο άνω και κάτω χείλος και αιµάτωµα στην άνω γνάθο. Επίσης η οδοντίατρος διέγνωσε εκγόμφωση των άνω αριστερών τοµέων 1,

  1. Έγινε επαναφύτευση και ναρθηκοποίηση τους µε τα διπλανά δόντια 1, 2,
  2. Ορίστηκε νέα οδοντιατρική εξέταση σε τρεις εβδοµάδες και ο ενάγοντας συνέχισε να παρακολουθείται από οδοντίατρο για αρκετό καιρό. Λόγω των τραυμάτων που υπέστη ο ενάγοντας απείχε από την εργασία του για δύο εβδοµάδες και απασχολείτο µερικώς για άλλες τρεις εβδοµάδες. Επίσης μετέβηκε στο εξωτερικό για περαιτέρω θεραπεία και επιδιόρθωση των ζηµιών στην στοµατική του κοιλότητα και αποκατάσταση των καταστραφέντων δοντιών του. Περαιτέρω ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι σκοπός του εναγοµένου µε τις πιο πάνω πράξεις του ήταν να τον προσβάλει, ταπεινώσει και εξευτελίσει και ορµώµενος µε βία και ύπουλα του προκάλεσε αρκετό φόβο και σωµατικές βλάβες. Λόγω λοιπόν του άδικου, σοβαρού και ανηλεούς xαρακτήρα της επίθεσης που δέχθηκε ο ενάγοντας αξιώνει και παραδειγµατικές και/ή αυξηµένες αποζηµιώσεις. Τέλος στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι ο εναγόµενος για την πιο πάνω πράξη καταδικάστηκε στην ποινική υπόθεση υπ' αρ. 3274/2000 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Στην έκθεση υπεράσπισης του ο εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα όσον αφορά τα γεγονότα καθώς και ότι υπέστη τις ισχυριζόμενες ζημίες και τα έξοδα που διεκδικεί. Όσον αφορά τα γεγονότα που έλαβαν χώραν στις 11.2.2000 αναφέρει τα ακόλουθα: Ενώ ο ενάγοντας οδηγούσε το αυτοκίνητο ταξί επί της Λεωφόρου Δανάης στη Πάφο, ξαφνικά και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση εξήλθε απότοµα από την πάροδο και/ή προσπάθησε να κάνει επαναστροφή του οχήµατος κατά τρόπο που να ανακόψει την πορεία της µοτοσικλέτας που οδηγούσε ο εναγόµενος και να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του µε σύγκρουση. Αφού ο ενάγοντας σταµάτησε το όχηµα του µετά από παρέµβαση τρίτων προσώπων που βρίσκονταν στην οδό Δανάης, ο εναγόµενος τον πλησίασε και του ζήτησε εξηγήσεις για την ενέργεια του αυτή. Ο ενάγοντας τον χτύπησε και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου να βγεί έξω µε άγριες διαθέσεις. Ο ενάγοντας στην προσπάθεια του να αμυνθεί ήλθαν σε συµπλοκή µε τον ενάγοντα και αυτός χτύπησε στη ανοικτή πόρτα του αυτοκινήτου και τραυµατίσθηκε. Όσον δε αφορά την κατηγορία στην οποία ο εναγόμενος κρίθηκε ένοχος αυτή ήταν για συμπλοκή μεταξύ των δύο. Ως εκ των άνω ο εναγόμενος ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ του. Στην απάντηση του στην υπεράσπιση ο ενάγοντα αρνείται τα όσα αναφέρει ο εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισης του και όσον αφορά την ποινική υπόθεση 3274/2000 αναφέρει ότι ο ίδιος αθωώθηκε. Αξιολόγηση μαρτυρίας Για την απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος ενώ κλήθηκαν άλλοι 4 μάρτυρες. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε άλλο ένα μάρτυρα. Επίσης κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 12 τεκμήρια. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Χάρης Τσαδιώτης, συνταξιούχος πρώην Αστυνόμος Β, ο οποίος κατά τη μαρτυρία του ανέφερε τα ακόλουθα: Κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή χρόνο ήταν Aναπληρωτής Αστυνόμoς Β' και Υπεύθυνος Φρουράς και Ασφάλειας του Αεροδρομίου Πάφου. Στις 11.2.2000 και ώρα 09:45 μαζί με τον Αστ. 2272 Γ. Χ" Οικονόμου, επέβαιναν αστυνομικού οχήματος και κατευθύνονταν μέσω της Λεωφόρου Δανάης στην Κάτω Πάφο προς τον κυκλικό κόμβο και ακολούθως προς το αεροδρόμιο. Σε κάποια στιγμή ενώ διέρχονταν έξω από το ξενοδοχείο Θεοφανώ ο Αστ. 2272 που οδηγούσε του είπε: «Κάτι συμβαίνει απέναντι, πρέπει να τσακώνονται τούτοι» και τον είδε που κοίταζε δεξιά στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας που χωρίζεται με νησίδα. Μόλις άκουσε αυτό ο μάρτυρας κοίταξε δεξιά όπου είδε ένα ταξί μερσεντές με τον οδηγό (τον ενάγοντα) στο τιμόνι, δηλ. καθήμενο μέσα στο αυτοκίνητο με την πόρτα κλειστή και το παράθυρο ανοικτό, να συζητά έντονα με κάποιον που στεκόταν δίπλα από την πόρτα του οδηγού (τον εναγόμενο) και δίπλα του είχε μια μεγάλη μοτοσικλέτα. Αμέσως είπε στον Αστ. 2272 και σταμάτησε και έσπευσαν στο σημείο να δουν τι συνέβαινε. Ρώτησε τι συμβαίνει και ο ενάγοντας ανάφερε ότι μόλις προ ολίγου είχε χτυπηθεί από τον εναγόμενο με γροθιές, τραυματίζοντας τον στο πρόσωπο. Σύμφωνα με το μάρτυρα ο ενάγοντας φαινόταν να υπέστη κακώσεις στην περιοχή του στόματος από το οποίο έτρεχαν αίματα. Στην συνέχεια ο μάρτυρας απευθύνθηκε στον εναγόμενο, τον ρώτησε αν και γιατί τον χτύπησε και εκείνος παραδέχθηκε ότι πράγματι χτύπησε τον ενάγοντα σε κατάσταση εκνευρισμού για τον λόγο ότι προηγουμένως ο ενάγοντας εξήλθε απότομα από αριστερή πάροδο, αποκόπτοντας επικίνδυνα την πορεία του, με αποτέλεσμα να υπάρξει άμεσος κίνδυνος σύγκρουσης, που κατάφερε να αποφύγει την τελευταία στιγμή. Ο μάρτυρας υπέδειξε στον εναγόμενο ότι αυτός δεν ήταν ο σωστός τρόπος αντιδράσεως και διαμαρτυρίας και εκείνος του απάντησε: «Αν δεν κατάφερνα να τον αποφύγω θα με σκότωνε». Στην συνέχεια ο μάρτυρας υπέδειξε και στους δύο να ηρεμήσουν και αφού έλαβε τα πλήρη στοιχεία τους τους υπέδειξε να μεταβούν στην Αστυνομία να καταγγείλουν την υπόθεση για να ακολουθήσει η κανονική εξέταση. Αφού απεχώρησαν οι δύο αναχώρησε και ο μάρτυρας με το συνάδελφο του για το Αεροδρόμιο Πάφου όπου ενημέρωσε αμέσως τηλεφωνικώς τα Τμήματα Μικροπαραβάσεων και Τροχαίας για το επεισόδιο. Κατά την παραμονή του μάρτυρα στο μέρος του επεισοδίου ο εναγόμενος σε καμία περίπτωση του ανάφερε ότι υπέστη επίθεση ή χτυπήθηκε από τον ενάγοντα. Δεν επίστησε στην προσοχή του εναγόμενου στον Νόμο. Ο λόγος που πήρε στοιχεία και τις πρώτες απαντήσεις από τους εμπλεκόμενους ήταν για να μπορέσει μετά αν δεν κατάγγελλαν οι ίδιοι την υπόθεση να γίνει ενδελεχής εξέταση σε συνεργασία με το αρμόδιο τμήμα της Αστυνομίας αφού ο ίδιος εκείνη την ώρα ήταν σε άλλη διατεταγμένη υπηρεσία και δεν είχε αρκετό χρόνο. Αφού βεβαιώθηκε ότι μπορούσαν οι δύο να μεταβούν στην Αστυνομία να αναφέρουν τι έγινε, κάτι για το οποίο φρόντισε μετά να βεβαιωθεί, δεν προέβη σε άλλες ενέργειες. Ο μάρτυρας αυτός θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και σαφήνεια στις ερωτήσεις και γενικά μου έδωσε την εντύπωση ενός ειλικρινούς και ανεξάρτητου μάρτυρα που δεν είχε κανένα συμφέρον στην υπόθεση. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά στη μαρτυρία του υπήρξαν κάποιες μικροδιαφορές. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι μόλις του ανέφερε ο συνάδελφος του για το τι είδε ο ίδιος κοίταξε δεξιά και είδε τον ενάγοντα μέσα στο ταξί να συζητά έντονα με τον εναγόμενο κάτι που ανέφερε αρχικά και στην αντεξέταση του. Στη συνέχεια ανέφερε ότι συζητούσαν έντονα, κυρίως ο εναγόμενος και χειρονομούσε απειλητικά προς τον ενάγοντα. Σε άλλο σημείο είπε ότι ο εναγόμενος ήταν πιο εκνευρισμένος, αποδεχόμενος με ειλικρίνεια ότι αυτό το είπε για πρώτη φορά. Όταν δε ρωτήθηκε γιατί δεν το είπε πριν, ανέφερε και πάλι με ειλικρίνεια ότι δεν είχε μέτρο να το μετρήσει και να θεωρηθεί ως επεξήγηση και ότι με όσα του ανέφερε ο εναγόμενος ήταν φυσικό εκείνος να ήταν σε πιο έντονη κατάσταση. Στη συνέχεια είπε ότι όταν έφτασαν γινόταν έντονη συζήτηση με χειρονομίες και απειλές και ο εναγόμενος προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα του ενάγοντα με απειλητικές διαθέσεις. Σε ερώτηση αν αυτό το είπε στην κατάθεση του ουσιαστικά απάντησε ότι εκεί δεν ενδιέτριψε σε λεπτομέρειες. Δέχθηκε ότι αυτό ίσως να μην το ανέφερε πριν αλλά είπε ότι βρίσκεται στο Δικαστήριο για να διευκρινίσει. Όταν ρωτήθηκε αν σε προηγούμενη δήλωση είπε «Κοίταξα δεξιά όπου είδα ένα ταξί με τον οδηγό στο τιμόνι να συζητά έντονα με κάποιο που στεκόταν» δέχθηκε και πάλι με ειλικρίνεια ότι έκανε αυτή τη δήλωση στην κατάθεση του που έδωσε τότε στην Αστυνομία, η οποία να σημειωθεί δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο κατόπιν ένστασης του συνηγόρου υπεράσπισης, και εξήγησε λογικά ότι εννοούσε ότι συζητούσε έντονα με κάποιο άλλο και όχι μόνος του. Όταν του υποβλήθηκε ότι αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με ότι είπε πριν ότι έντονα συζητούσε ο εναγόμενος και όχι ο ενάγοντας είπε ότι εννοεί, και το λέει στην κατάθεση του, ότι τα λίγα δευτερόλεπτα που είδε αυτή την εικόνα αντιλήφθηκε ότι διεξαγόταν μία έντονη ηλεκτρισμένη συζήτηση μεταξύ των δύο. Στο σύντομο αυτό χρόνο δεν είχε μέτρο να εξακριβώσει πόσο έντονος ήταν ο καθένας. Εξήγησε όμως ότι ο εναγόμενος λόγω της θέσεως του ήταν πιο έντονος στις κινήσεις και στον εκνευρισμό και ότι αφού συζητούσαν ασφαλώς και ο άλλος ήταν σε έντονη κατάσταση. Το πόσο ήταν ο καθένας δεν μπορεί να μετρηθεί επ' ακριβώς, είπε. Απλώς του φάνηκε πιο εκνευρισμένος ο εναγόμενος. Από τα πιο πάνω προκύπτει σαφώς ότι ο μάρτυρας όταν πήγε στη σκηνή αντιλήφθηκε, με βάση τα όσα είδε και του αναφέρθηκαν, ότι οι διάδικοι συζητούσαν έντονα, με τον εναγόμενο να φαίνεται πιο εκνευρισμένος από τον ενάγοντα. Λαμβάνοντας υπόψην τα ανωτέρω, το σύνολο της εικόνας του μάρτυρα και της μαρτυρίας του αλλά και το ότι το επίδικο θέμα που είναι το επεισόδιο που έλαβε χώραν πριν αφιχθεί ο μάρτυρας στη σκηνή, κρίνω ότι τα πιο πάνω δεν συνιστούν αντιφάσεις και μάλιστα ουσιώδεις ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι συνιστούν καίριο πλήγμα στην αξιοπιστία του μάρτυρα και να καθιστούν τη μαρτυρία του μη αποδεκτή και απορριπτέα στο σύνολο της. Όσον αφορά τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος ανέφερε στο μάρτυρα ότι είχε χτυπηθεί από τον ενάγοντα ο μάρτυρας αυτό δεν το δέχθηκε. Είπε ότι δεν είδε τραύμα στον εναγόμενο και ούτε του ανέφερε ότι είχε χτυπηθεί από τον ενάγοντα. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο εναγόμενος έφερε εμφανέστατα τραύματα στα χέρια και στο πρόσωπο απάντησε, προφανώς υποθέτοντας και όχι αποδεχόμενος κάτι τέτοιο, ότι αυτό πιστεύει θα φάνηκε μετά στην εξέταση. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Ε.1 γίνεται δεκτή. Μ.Ε.2 ήταν η Χρύσω Λουκαίδου, Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η μάρτυρας αυτή κατέθεσε σε σχέση με την ποινική υπόθεση υπ' αρ. 3274/2000 μεταξύ Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου και
  3. Ματθαίου Χαραλάμπους και
  4. Χριστάκη Ανδρέου. Η κα Λουκαίδου ανέφερε ότι στην εν λόγω υπόθεση και οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν κατηγορία συμπλοκής και ότι το αποτέλεσμα της υπόθεσης ήταν να επιβληθεί, στις 13.3.01, στον Χριστάκη Ανδρέου, πρόστιμο Λ.Κ.100 και στις 13.11.01 ο Ματθαίος Χαραλάμπους να αθωωθεί και απαλλαγεί κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου (τεκμήριο 2). Στην αντεξέταση της η κα Λουκαίδου ανέφερε ότι δεν μπορούσε να πει αν η ποινή που επιβλήθηκε στον εναγόμενο ήταν κατόπιν παραδοχής καθότι τα πρακτικά του Δικαστηρίου δεν ήταν αποστενογραφημένα. Η μάρτυρας αυτή θα πρέπει να λεχθεί ότι ήταν τυπική και η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους. Συνεπώς τα όσα ανέφερε γίνονται δεκτά. Ως Μ.Ε.4 κατέθεσε ο Λάκης Γιουκκάς, ιατρός στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, ο οποίος το 2000 εργαζόταν στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών. Ο μάρτυρας κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι το τεκμήριο 4, δηλ. το ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ημερ. 28.2.2002, το οποίο αφορά τον ενάγοντα, το υπόγραψε ο ίδιος και ότι σύμφωνα με αυτό, ο ενάγοντας πήγε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου μετά από αναφερόμενο γρονθοκόπημα στην κοιλιακή χώρα και στη στοματική κοιλότητα. Κατά την εξέταση που του έκανε ο μάρτυρας στις 11.2.2000 βρήκε ότι ο ενάγοντας έφερε εκχυμώσεις στο άνω και κάτω χείλος και αιμάτωμα στην άνω γνάθο. Έγινε ακτινογραφία κρανίου, πανοραμική ακτινογραφία άνω και κάτω γνάθου και υπερηχογράφημα ήπατος, στις οποίες δεν ανιχνεύθηκαν παθολογικά ευρήματα δηλ., ως εξήγησε ο μάρτυρας, δεν βρήκε κάταγμα στο κρανίο ούτε ρήξη ήπατος. Κατά την εξέταση της κοιλιακής χώρας του ενάγοντα δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε τραυματισμό. Λόγω των εκχυμώσεων στο άνω και κάτω χείλος και λόγω του αιματώματος στην άνω γνάθο ο μάρτυρας παρέπεμψε τον ενάγοντα και εξετάσθηκε από την οδοντίατρο Δρα Φιλιππίδου. Σε σχέση με αυτό στο τεκμήριο 4 αναγράφεται «Ο ασθενής παραπέμφθηκε και εξετάσθηκε από οδοντίατρο την Δρ. Φιλιππίδου και διέγνωσε εκγόμφωση των άνω αριστερών τομέων 1,2 έγινε επαναφύτευση και ναρθηκοποίηση τους με τα διπλανά δόντια 1, 2,
  5. και ορίσθηκε νέα οδοντιατρική εξέταση σε τρεις εβδομάδες.» Ο μάρτυρας ανέφερε ότι για να ετοιμάσει το τεκμήριο 4, στις 28.2.2002, τις πληροφορίες τις άντλησε από τον ιατρικό φάκελο του ενάγοντα που υπήρχε στις Πρώτες Βοήθειες. Για τις κακώσεις που αναφέρονται εκεί και τις οποίες διέγνωσε η Δρ Φιλιππίδου ήτοι «εκγόμφωση των άνω αριστερών τομέων 1, 2 έγινε επαναφύτευση και ναρθηκοποίηση τους με τα διπλανά δόντια 1, 2, 3» ο ίδιος δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Δεν θυμάται ακριβώς σε ποιο σημείο της άνω γνάθου ήταν το αιμάτωμα. Δεν θυμάται το μέγεθος-έκταση του αιματώματος, ούτε και των εκχυμώσεων στο άνω και κάτω χείλος λόγω του χρόνου. Δεν μπορεί να γνωρίζει την αιτία πρόκλησης του αιματώματος. Σε ερώτηση εάν ο μεγάλος χρόνος που πέρασε από την εξέταση επηρέασε τη μνήμη του σε αρκετά γεγονότα απάντησε ότι αυτό είναι φυσικό, πρόσθεσε όμως ότι ο ασθενής συνέχισε να παρακολουθείται από τη Δρα Φιλιππίδου. Ο μάρτυρας αυτός θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από αμεσότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια και δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ως Μ.Ε.5 κατέθεσε η Μαρούλλα Νεάρχου Φιλιππίδου, Ανώτερη Οδοντιατρική Λειτουργός στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, όπου εργαζόταν και το
  6. Η μάρτυρας αυτή εξέτασε τον ενάγοντα στις 11.2.2000, μετά που της στάληκε από τις Πρώτες Βοήθειες στην κλινική για εξέταση. Από την εξέταση η μάρτυρας διαπίστωσε ότι ο ενάγοντας παρουσίαζε εκγόμφωση δηλαδή έχασε δύο δόντια από την μέση προς την αριστερή πλευρά της άνω γνάθου και συγκεκριμένα τον κεντρικό και τον πλάγιο τομέα ή αλλιώς τον πρώτο και τον δεύτερο άνω τομέα. Σε πρώτη φάση η μάρτυρας καθάρισε την περιοχή και σταμάτησε την αιμορραγία. Έγινε ακτινογραφικός έλεγχος με πανοραμική ακτινογραφία για να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχαν σπασμένα μέλη δοντιού μέσα στο φατνίο και στη συνέχεια προσπάθησε να κάνει επανατοποθέτηση των δύο δοντιών, τα οποία ο ενάγοντας είχε πάρει μαζί του στο Νοσοκομείο. Η πρόγνωση για επιτυχία της επαναφύτευσης ήταν κακή γιατί υπήρχε καταστραμμένο οστό εφόσον από τη βίαιη εκγόμφωση των δοντιών χτυπήθηκε το κόκαλο που τα συγκρατούσε και οι περιβάλλοντες ιστοί. Η μάρτυρας όμως αποφάσισε να προσπαθήσει. Την ίδια μέρα έγινε συγκράτηση με τα διπλανά δόντια και ακινητοποιήθηκαν εκεί. Μετά από μερικούς μήνες έγινε επανεξέταση για να διαπιστωθεί αν έδεσαν τα δόντια. Ακτινογραφικά όμως έδειξε ότι υπήρξε απορρόφηση των ριζών, που είναι μια παρενέργεια της επαναφύτευσης, με τελική κατάληξη την εξαγωγή του ενός από τα δόντια ενώ για το άλλο δεν χρειάστηκε τέτοια εφόσον έπεσε μόνο του. Στις 30.8.2000 ο ενάγοντας ξαναεξετάστηκε, του έγινε ακτινογραφικός έλεγχος και στάληκε για τοποθέτηση δοντιών με νέα προσθετική εργασία, η οποία δεν γίνεται στο Νοσοκομείο. Η αναφορά στο τεκμήριο 4 στην Δρα Φιλιππίδου έγινε γι' αυτήν. Εξήγησε ότι «ναρθηκοποίηση», ως αναφέρεται, στο εν λόγω τεκμήριο είναι το δέσιμο των δοντιών που φυτεύτηκαν με τα διπλανά δόντια για καλύτερη συγκράτηση. Περαιτέρω ανέφερε ότι για να τοποθετήσει τα δόντια πρέπει να υπήρχε αιμορραγία γιατί η μη ύπαρξη τέτοιας αποτελεί σοβαρή αντένδειξη για επανατοποθέτηση. Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί ο γιατρός που εξέτασε τον ενάγοντα στις Πρώτες Βοήθειες δεν αναφέρει στο τεκμήριο 4 ότι έχασε τα δύο δόντια και ότι είχε αιμορραγία είπε ότι στις Πρώτες Βοήθειες δεν εξετάζουν λεπτομερώς όταν υπάρχει κάκωση στο στόμα, απλώς το καταγράφουν και στη συνέχεια στέλνουν τον ασθενή στον ειδικό για εξέταση και αυτός δίδει λεπτομέρειες. Είπε περαιτέρω όσο αφορά την αιμορραγία ότι όταν βγει το δόντι υπάρχει μια σχετική αιμορραγία που σταματά με την δημιουργία θρόμβου μέσα στο φατνίο και ότι ο πρώτος θρόμβος δημιουργείται περίπου μετά από μισή ώρα. Διευκρίνισε δε ότι δεν πρόκειται για ακατάσχετη αιμορραγία αλλά μία «αιμάσσουσα περιοχή» λόγω εξαγωγής των δοντιών. Στην προκειμένη όταν πρωτοείδε τον ενάγοντα υπήρχε αιμάτωμα ήτοι θρόμβος εκεί που βγήκε το δόντι. Όσο αφορά τις ακτινογραφίες ανέφερε ότι έγινε πανοραμική ακτινογραφία της γνάθου του ενάγοντα, την οποία δεν έχει στην κατοχή της αλλά την είδε αφού αυτή επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε κάτι άλλο στο στόμα εκτός από τα δύο δόντια που χάθηκαν και δεν θα προχωρούσε σε επανατοποθέτηση αν δεν υπήρχε τέτοια ακτινογραφία. Το ότι είχε δει αυτήν το είχε σημειωμένο ως ανέφερε. Είπε επίσης ότι η ίδια είχε μικρές ακτινογραφίες που έβγαλε στο ιατρείο. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο 7 τις πέντε αυτές ακτινογραφίες. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 8 την κάρτα ασθενούς του ενάγοντα που τηρείται στο οδοντιατρείο του Νοσοκομείου και είναι, ως εξήγησε, είναι άλλη από αυτήν των Πρώτων Βοηθειών. Αναφορικά με την «ακινητοποίηση με ρητίνη» που αναγράφεται στο τεκμήριο 8 εξήγησε ότι όταν δένουν τα δόντια με τα διπλανά βάζουν από πάνω ρητίνη για να σταθεροποιηθούν. Στις 15.6.2000 αφαιρέθηκε η ρητίνη που τα συγκρατούσε. Όσον αφορά το εν λόγω τεκμήριο είπε ότι δεν είναι όλα τα γραφόμενα δικά της εκεί και ότι με βάση το εν λόγω τεκμήριο η ίδια είδε τον ενάγοντα για τελευταία φορά την 1.8.
  7. Στο εν λόγω τεκμήριο αναγράφεται μετά την πιο πάνω ημερομηνία η ημερ. «30.8.00» και η λέξη «Ακτινογραφικός έλεγχος» που σύμφωνα με τη μάρτυρα δεν είναι δικά της γραφόμενα αλλά ουσιαστικά, ως είπε, τα έγραψε κάποιος άλλος που κάνει την εξέταση στο οδοντιατρείο όταν εκείνη λείπει. Τέλος σε σχέση με το τεκμήριο 6 όταν της τέθηκε ότι υπάρχει ισχυρισμός ότι έγινε θεραπεία, αφαίρεση των δύο δοντιών και πρόσθεση δύο τεχνητών και γέφυρας, απάντησε ότι η ίδια αφαίρεσε το ένα και ότι το άλλο όταν πήγε ο ενάγων δεν ήταν στην στοματική κοιλότητα. Εξήγησε δε ότι είναι ιατρικώς αδύνατο να τα ξαναέβαλε πίσω και να τα έβγαλε για δεύτερη φορά. Η μάρτυρας αυτή θα πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια, η μαρτυρία της δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της και γενικά μου άφησε την εντύπωση ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Δεν μου διαφεύγει δε ότι κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι δύο μήνες μετά την επαναφύτευση των δοντιών του ενάγοντα διεφάνη ότι υπήρξε απορρόφηση των ριζών με αποτέλεσμα την τελική εξαγωγή των δοντιών ενώ μετά που είδε την κάρτα του ασθενούς τεκμήριο 8 στην αντεξέταση της είπε ότι η εξαγωγή αφορούσε το ένα δόντι αφού το άλλο έπεσε μόνο του. Αυτό όμως κρίνω ότι δεν καταδεικνύει ότι η μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής αλλά οφείλεται στο γεγονός ότι απαντούσε κάπως βιαστικά και πριν συμβουλευθεί τα σχετικά έγγραφα που είχε στην κατοχή της, όπως το τεκμήριο 8, εφόσον μετά που το είδε αυτό διόρθωσε ουσιαστικά την λάθος αναφορά της στην κυρίως εξέταση. Όσον δε αφορά τις ακτινογραφίες του τεκμηρίου 7 το γεγονός ότι η μάρτυρας είπε με απόλυτη ειλικρίνεια ότι λόγω των πολλών χρόνων «έχουν χαλάσει, έχουν γίνει πλέον δυσανάγνωστες εκτός από μία» δεν μεταβάλει τα όσα η ίδια υποστήριξε σε σχέση με το ιστορικό του ενάγοντα. Αυτό γιατί, ως η ίδια είπε, πέραν των άλλων που ήταν σημειωμένα στο τεκμήριο 8, η ίδια είχε δει τότε και πανοραμική ακτινογραφία όπου φαινόταν η κατάσταση του ενάγοντα και συνεπώς οι ακτινογραφίες του τεκμηρίου 7 απλά θα επιβεβαίωναν τη θέση της, η οποία δεν στηριζόταν μόνο σε αυτές. Άλλωστε θα πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι από τις πέντε ακτινογραφίες μπόρεσε να πει ότι η μια ανήκε στον ενάγοντα ενώ οι άλλες δεν ήταν αναγνώσιμες. Από αυτό δε σε συνδυασμό με ότι, ως ουσιαστικά ανέφερε, η μια εξ αυτών που ήταν αναγνώσιμη ήταν εκείνη όπου φαίνεται η απώλεια των δοντιών συνάγεται ότι η εν λόγω ακτινογραφία επιβεβαιώνει το βασικό και ουσιώδες για την παρούσα υπόθεση που είναι η απώλεια των δύο δοντιών του ενάγοντα. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Ε.5 επίσης γίνεται δεκτή. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο ενάγοντας, του οποίου η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Κατά τον Φεβρουάριο του έτους 2000 ήταν ηλικίας 41 ετών. Εργαζόταν ως οδηγός ταξί στην εταιρεία Ταξί «Ράνια-Αμαθούς» με απολαβές €1,366.88 (Λ.Κ.800) μηνιαίως. Κατά ή περί την 11.2.2000, ενώ βρισκόταν σε υπηρεσία έκανε αλτ σε μια πάροδο της Λεωφόρου Δανάης στην Κάτω Πάφο με σκοπό να εισέλθει σε αυτήν, στην προσπάθεια του να διασταυρώσει τον δρόμο. Παρολίγο να συγκρουστεί με μια μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο εναγόμενος. Αμέσως μετά ο ενάγοντας σταμάτησε το αυτοκίνητο του έξω από το ξενοδοχείο Βερόνικα και άνοιξε το παράθυρο του περιμένοντας τον οδηγό της μοτοσικλέτας να έρθει εκεί για να του ζητήσει συγνώμη. Μόλις ο εναγόμενος πήγε κοντά του και ενώ ο ενάγων βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο δεμένος με τη ζώνη ασφαλείας και πριν προλάβει ο τελευταίος να μιλήσει στον εναγόμενο δέχθηκε βρισιές και επίθεση από αυτόν, ο οποίος κατάφερε στον ενάγοντα, μέσα από το ανοικτό παράθυρο του αυτοκινήτου, αλλεπάλληλα γρονθοκοπήματα και χτυπήματα στο πρόσωπο, στοματική κοιλότητα, στο στήθος και στην κοιλιακή χώρα του. Όσον αφορά τα χτυπήματα που δέχθηκε από τον εναγόμενο στην αντεξέταση του είπε ότι το πρώτο χτύπημα το δέχθηκε στο κεφάλι και αντέδρασε βάζοντας τα χέρια του να προστατευθεί αλλά όπως ήταν δεμένος δεν μπορούσε να αμυνθεί. Παρά δε το ότι έβαλε τα χέρια του ο εναγόμενος κατάφερε και τον χτύπησε στο πρόσωπο και στο στομάχι. Τα χτυπήματα που δέχθηκε στο πρόσωπο ήταν στα δόντια και ένα-δύο στο πρόσωπο. Μετά ακολούθησαν τα χτυπήματα στην κοιλιά. Ανέφερε επίσης ότι μπορεί να δέχθηκε χτυπήματα και στα χέρια αλλά εκεί δεν είχε ζημιές. Σε καμιά περίπτωση δεν χτύπησε τον εναγόμενο και το μόνο που έκανε ήταν να φωνάξει μέσω του ασυρμάτου του στο γραφείο του για να ειδοποιηθεί η Αστυνομία. Πριν προλάβει να τελειώσει το μήνυμα είδε να έρχονται προς το μέρος τους δύο αστυνομικοί που περνούσαν τυχαία από το μέρος, οι οποίοι αφού πήραν τα στοιχεία του, του είπαν να πάει στον Κεντρικό Σταθμό να κάνει το παράπονο του και να του δώσουν ιατρικό πιστοποιητικό για να πάει στον γιατρό, πράγμα που έκανε. Μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου παραπονούμενος για γρονθοκοπήματα στην κοιλιακή χώρα και στοματική κοιλότητα, όπου διαπιστώθηκαν τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο
  8. Στη συνέχεια ορίστηκε νέα οδοντιατρική εξέταση σε τρεις εβδομάδες και συνέχισε να παρακολουθείται από οδοντίατρο για αρκετό καιρό. Συνεπεία των πιο πάνω υπέφερε αρκετά, φοβήθηκε, ταλαιπωρήθηκε και υπέστη αρκετές ζημιές. Απείχε από την εργασία του για δύο βδομάδες και απασχολείτο μερικώς για άλλες τρεις βδομάδες. Ο εναγόμενος για την πιο πάνω πράξη του, αφού παραδέχθηκε, καταδικάστηκε στην ποινική υπόθεση υπ' αρ. 3274/2000 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Ο ενάγων μετέβηκε στην Βουλγαρία για περαιτέρω θεραπεία και επιδιόρθωση των ζημιών στην στοματική του κοιλότητα και αποκατάσταση των καταστραφέντων δοντιών του και υπέστη ζημιά ύψους €7,
  9. Εκεί του προστέθηκαν δύο νέα εμφυτεύματα. Συγκεκριμένα έχει υποστεί τις ειδικές ζημιές που αναφέρει στην έκθεση απαίτησης του. Σκοπός του εναγομένου με τις πιο πάνω πράξεις του ήταν να τον προσβάλει, ταπεινώσει και εξευτελίσει και με τη συμπεριφορά του του προκάλεσε αρκετό φόβο και σωματικές βλάβες. Λόγω του άδικου, σοβαρού και ανηλεούς χαρακτήρα της επίθεσης που δέχθηκε αξιώνει, εκτός από τις ειδικές και γενικές αποζημιώσεις και παραδειγματικές και/ή αυξημένες αποζημιώσεις. Προς υποστήριξη της θέσης του για απώλεια απολαβών ο ενάγων κατέθεσε το τεκμήριο 5 που είναι «Βεβαίωση» ημερ. 22.11.11 με την οποία ο Τάσος Αναστασίου, πρώην μέτοχος της Εταιρείας RANIA ΤΑΧΙ LTD, βεβαιώνει ότι ο ενάγοντας κατά το Φεβρουάριο του έτους 2000 εργοδοτείτο από την πιο πάνω Εταιρεία ως οδηγός ταξί, με έδρα τα Ξενοδοχεία RANIA - ΑΜΑTHUS στη Κάτω Πάφο και ο μισθός του ήταν €854.30 (Λ.Κ.500) μηναίως, πλέον τα φιλοδωρήματα. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι κατά την 11.2.2000 ο ενάγων είχε τραυματιστεί σε επίθεση που δέχθηκε και απουσίασε δύο εβδομάδες από την εργασία του. Επίσης για άλλες 3 εβδομάδες δεν μπορούσε να εργαστεί κανονικά. Προς υποστήριξη δε της θέσης του για έξοδα που έκανε στη Βουλγαρία για αποκατάσταση των βλαβών που υπέστη στα δόντια του κατέθεσε ως τεκμήριο 6 έγγραφο στη Βουλγαρική γλώσσα, στο οποίο επισυνάπτεται μετάφραση στα ελληνικά, που σύμφωνα με τον ενάγοντα έγινε από την Αλεξάνδρα Πέτρου που γνωρίζει και τις δύο γλώσσες. Στην εν λόγω μετάφραση αναφέρεται ότι πρόκειται για «Βεβαίωση» ημερ. 7.8.06 με την οποία η Ντεμενούσκα Στοϊτσιεβα, ιατρός από την Βουλγαρία (Κιστεντιλ) βεβαιώνει ότι ο ενάγοντας έχει επισκεφθεί το ιατρείο τους το 2000 και «παρουσίαζε πρόβλημα στους άνω αριστερούς τομείς 1 και
  10. Έγινε θεραπεία και αφαίρεση των δύο προβληματικών δοντιών και προστέθηκαν δύο τεχνητά δόντια και γέφυρα. Ξαναεπισκέφθηκε το ιατρείο μας για παρακολούθηση. Το συνολικό κόστος ανήλθε σε 1900 Λέβα». Όσον αφορά τη θέση του ενάγοντα ότι δέχθηκε χτυπήματα και στην κοιλιακή χώρα στην αντεξέταση του είπε ότι στο στομάχι δέχθηκε αρκετά κτυπήματα, δεν θυμόταν όμως ακριβώς. Είπε επίσης ότι εκεί που δέχτηκε τα χτυπήματα στο στομάχι είχε μελανιάσει αλλά δεν θυμάται πόσα μελανιάσματα είχε λόγω του πολύ χρόνου που πέρασε καθώς και ότι έχει πιστοποιητικό για τη ζημιά που έπαθε στο στομάχι ήτοι το τεκμήριο 4 και ότι εκεί είναι καταγραμμένες οι σχετικές ζημιές που υπέστη. Σε σχέση με αυτά δεν μου διαφεύγει ότι στο ιατρικό πιστοποιητικό τεκμήριο 4 δεν αναγράφεται ότι διαπιστώθηκαν εκεί οποιοιδήποτε τραυματισμοί στην κοιλιακή χώρα, κάτι που ανέφερε και ο Μ.Ε.
  11. Κρίνω όμως ότι αυτό δεν διαψεύδει τη θέση του ενάγοντα ότι δέχθηκε χτυπήματα και στο στομάχι. Αυτό γιατί πρώτον, με βάση το πως περιέγραψε ότι εκτυλίχθηκε το επεισόδιο, δηλ. ότι ενώ καθόταν μέσα στο αυτοκίνητο και ο εναγόμενος βρισκόταν όρθιος ακριβώς έξω από την πόρτα, τον χτύπησε μέσα από το ανοιχτό παράθυρο, δεν αποκλείεται λογικά να δέχθηκε χτυπήματα και στην κοιλιά. Δεύτερον γιατί το ότι δέχθηκε τέτοια χτυπήματα δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε να είχαν απαραίτητα διαπιστωθεί εκεί κάποια εξωτερικά σημάδια κατά την ώρα της εξέτασης του από τον ιατρό. Άλλωστε ο Μ.Ε.3 δεν ρωτήθηκε σχετικά για να απαντήσει και το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει ότι απαραιτήτως θα έπρεπε να διαπιστωθούν τέτοια. Εκείνο δεν που καταδεικνύει ότι η θέση αυτή του ενάγοντα δεν αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη του είναι το γεγονός ότι στο τεκμήριο 4 αναγράφεται ότι κατά την εξέταση του στο Νοσοκομείο παραπονέθηκε για γρονθοκόπημα και στην κοιλιακή χώρα. Αυτό δε είναι που εννοούσε προφανώς ο ενάγων όταν ανέφερε ότι στο εν λόγω τεκμήριο είναι καταγραμμένες οι σχετικές ζημιές. Όσον δε αφορά τη θέση του ότι είχε μελανιάσματα και πάλι δεν διευκρινίστηκε κατά την αντεξέταση του κατά πόσο αυτά υπήρχαν κατά το χρόνο της εξέτασης του ή εμφανίσθηκαν μετά. Ούτε δόθηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να δείχνει πόσο χρόνο μετά τα χτυπήματα θα αναμενόταν να εμφανισθούν τέτοια δηλ. εάν θα υπήρχαν κατά την εξέταση του στο Νοσοκομείο ώστε να διαπιστωθούν εκεί ή θα εμφανίζονταν αργότερα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η εν λόγω θέση του ενάγοντα ότι δέχθηκε και χτυπήματα στην κοιλιακή χώρα είναι επίσης ειλικρινής και σε καμία περίπτωση δεν διαψεύδεται. Αναφορικά τώρα με το γιατί καταχώρησε την παρούσα αγωγή 7 και πλέον χρόνια μετά το επίδικο συμβάν με ειλικρίνεια είπε ουσιαστικά ότι είχε αναθέσει την υπόθεση στο δικηγόρο του και ότι εκείνος του έλεγε να περιμένει ενώ όταν τον ρωτούσε σχετικά μερικές φορές του έλεγε ότι προχωρούν και ότι περίμενε το δικηγόρο του να είναι έτοιμος, είχε την υπόθεση εκεί αλλά δεν εξαρτιόταν από τον ίδιο να την προχωρήσει πιο νωρίς. Ανέθεσε την υπόθεση το 2000, ρωτούσε το δικηγόρο του και αυτός τους έλεγε να περιμένει. Ο ίδιος δεν ήξερε μέχρι πότε είχαν περιθώριο αλλά ο δικηγόρος του του είπε ότι δεν υπάρχει χρόνος που δεν μπορεί να ζητήσουν αποζημίωση. Όσον αφορά το τεκμήριο 6 αυτό προφανώς αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Ο ενάγοντας δεν κάλεσε το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση παρά το ότι η μαρτυρία αυτή αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση του εναγόμενου. Η δικαιολογία δε που έδωσε για αυτό ο ενάγοντας ήταν ότι δεν μπορούσε να εντοπίσει πλέον το εν λόγω πρόσωπο γιατί αυτή έκλεισε το ιατρείο της και έγινε κυβερνητική ιατρός και δεν έχει διεύθυνση ή τηλέφωνο της ούτε μπορούσε να βρει τα στοιχεία της αυτά. Όσον δε αφορά το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου το μέρος αυτού που αναφέρει ότι έγινε «αφαίρεση των δύο προβληματικών δοντιών» ουσιαστικά είναι αντίθετο με τα όσα σχετικά είπε ουσιαστικά η Μ.Ε.5, και συγκεκριμένα ότι η επαναφύτευση που έγινε απέτυχε με αποτέλεσμα τελικά να απωλεσθούν και τα δύο δόντια καθώς και ότι είναι ιατρικώς αδύνατο να τα ξαναέβαλε πίσω και να αφαιρέθηκαν για δεύτερη φορά. Ενόψει λοιπόν αυτού η απουσία του προσώπου που έκανε την αρχική δήλωση στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να αξιολογήσει τις θέσεις της που εμφαίνονται στο τεκμήριο 6 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου

(2006)2 Α.Α.Δ. 217) και να καταλήξει σχετικά. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω καθώς και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του τεκμηρίου
  1. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αποκλεισμός ουσιαστικά του τεκμηρίου 6 ως μαρτυρίας δεν σημαίνει και αποκλεισμό της σχετικής θέσης του ενάγοντα εφόσον αυτός δεν ανέφερε ότι του αφαιρέθηκαν στη Βουλγαρία τα δύο δόντια αλλά ότι πήγε εκεί για περαιτέρω θεραπεία και επιδιόρθωση των ζημιών στην στοματική του κοιλότητα και αποκατάσταση των καταστραφέντων δοντιών του καθώς και ότι εκεί του προστέθηκαν δύο νέα εμφυτεύματα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο ενάγοντας ήταν ειλικρινής και συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο εναγόμενος, του οποίου η εκδοχή, ως την έθεσε στην γραπτή δήλωση (τεκμήριο 9) την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση του, ήταν η ακόλουθη: Κατά τις 11.2.2000 γύρω στις 9.30 το πρωί οδηγούσε την μοτοσικλέτα του στην Λεωφ. Δανάης στην Κ. Πάφο και ο ενάγοντας, ο οποίος οδηγούσε επικίνδυνα ένα ταξί, του απέκοψε την πορεία και έθεσε σε άµεσο κίνδυνο την ζωή του. Μετά από παρέµβαση τρίτων προσώπων για την οδική συµπεριφορά του ενάγοντα, ο ενάγοντας σταµάτησε στην Λεωφ. Δανάης και ο εναγόμενος τον πλησίασε για να του ζητήσει εξηγήσεις για την επικίνδυνη οδική συµπεριφορά του. Μόλις προσέγγισε τον ενάγοντα εκείνος άνοιξε βίαια την πόρτα του αυτοκινήτου του µε αποτέλεσµα η πόρτα να χτυπήσει τον εναγόμενο και αµέσως ο τελευταίος δέχθηκε επίθεση από τον ενάγοντα. Στην προσπάθεια του να αµυνθεί ήλθε σε συµπλοκή µε τον ενάγοντα. Δεν επιτέθηκε και δεν προκάλεσε κανένα τραυµατισµό στον ενάγοντα ως εκείνος ισχυρίζεται. Συνεπεία της επίθεσης που δέχθηκε από τον ενάγοντα τραυµατίσθηκε και µετέβηκε στο Γενικό Νοσοκοµείο Πάφου όπου κρατήθηκε για νοσηλεία µέχρι την επόµενη µέρα ήτοι τις 12.2.
  2. Τα τραύματα που υπέστη ήταν εκδορές και οίδηµα στην µετωπιαία χώρα καθώς και εκδορές στο αριστερό του χέρι και σε άλλα σηµεία του σώµατος του που δεν θυµάται λόγω της παρόδου µεγάλου χρονικού διαστήµατος. Επίσης ένιωθε έντονες ζαλάδες. Για το πιο πάνω περιστατικό κατηγορήθηκε στην ποινική υπόθεση υπ' αρ. 3274/2000 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για το αδίκηµα της συµπλοκής όπως και ο ενάγοντας. Ο εναγόμενος παραδέχθηκε ενοχή στην εν λόγω κατηγορία και του επιβλήθηκε χρηµατική ποινή. Πιστεύει ότι ο ενάγοντας καταχώρησε εναντίον του την παρούσα µε µοναδικό σκοπό να πετύχει από αυτόν την καταβολή αποζηµιώσεων για ζηµιές τις οποίες δεν υπέστη, επειδή προφανώς ο εναγόμενος παραδέχθηκε την πιο πάνω αναφερόµενη κατηγορία της συµπλοκής. Ο εναγόμενος θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του προσπάθησε να πείσει ότι δεν ήταν αυτός που επιτέθηκε στον ενάγοντα αλλά το αντίθετο και ότι ενόψει της επίθεσης που δέχθηκε ήλθε στη συνέχεια σε συμπλοκή με τον ενάγοντα. Στην προσπάθεια του όμως αυτή περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, δεν ήταν σταθερός και συνεπείς στις θέσεις τους, κάποιες από τις οποίες δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική ή δεν είναι πειστικές. Όσον δε αφορά τη μνήμη του αυτή ήταν εμφανώς επιλεκτική εφόσον κάποια πράγματα φαινόταν να τα θυμάται με κάθε λεπτομέρεια ενώ άλλα εξίσου σημαντικά όχι. Συγκεκριμένα: Η εκδοχή που έδωσε για το επεισόδιο στην κυρίως εξέταση του διαφέρει ουσιωδώς από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, οι οποίοι είναι ουσιαστικά όχι ότι πλησίασε τον ενάγοντα για να του ζητήσει εξηγήσεις και μόλις τον προσέγγισε εκείνος άνοιξε την πόρτα µε αποτέλεσµα να χτυπήσει τον εναγόμενο με αυτήν και αµέσως ο ενάγοντας του επιτέθηκε αλλά ότι τον πλησίασε και του ζήτησε εξηγήσεις και ο ενάγοντας τον χτύπησε και ουσιαστικά μετά άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου να βγει έξω µε άγριες διαθέσεις. Στην αντεξέταση του δε αν και τα πιο πάνω διαφέρουν ουσιωδώς είπε ότι συμφωνεί με τα όσα αναφέρονται στη γραπτή του δήλωση αλλά και ότι τα όσα αναφέρονται στην έκθεση υπεράσπισης του συνάδουν με τα όσα είπε στο δικηγόρο του για να τη συντάξει. Στην αντεξέταση του, σε αντίθεση με την κυρίως εξέταση του από την οποία σαφώς προκύπτει ότι δεν πρόλαβε να μιλήσει με τον ενάγοντα πριν εκείνος κατ' ισχυρισμό ανοίξει την πόρτα, είπε ότι όταν προσέγγισε το αυτοκίνητο του ενάγοντα του ζήτησε το λόγο και ότι μάλιστα του είπε «Εν να με σκοτώσεις» και εκείνος άνοιξε βίαια την πόρτα, την έσπρωξε και μάλιστα χτύπησε τον εναγόμενο και μετά όρμησε πάνω του βίαια. Σε ερώτηση δε στη συνέχεια που ήταν ο ίδιος όταν άνοιγε την πόρτα ο ενάγοντας είπε κατά λογική ανακολουθία με τα όσα είπε πριν ότι πήγαινε προς την πόρτα του οδηγού και ήταν κοντά σε αυτήν. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι όταν ο ίδιος κατέβηκε από τη μοτοσικλέτα και τον είδε ο ενάγοντας να πηγαίνει προς αυτόν μόλις κόντεψε στη δεξιά μεριά του αυτοκινήτου ο ενάγοντας άνοιξε την πόρτα και βγήκε χτυπώντας τον με το πάνω μέρος της πόρτας στο μέτωπο. Μάλιστα για να δικαιολογήσει αυτό σε άλλο σημείο είπε ότι γνωρίζει περίπου το ύψος του πάνω μέρους της πόρτας ενός αυτοκινήτου ταξί και ότι είναι περίπου 1.65 μ. - 1.70 και ότι ο ίδιος έχει ύψος 1.72 μ. Σε υποβολή προηγουμένως όμως ότι στην ποινική υπόθεση ανέφερε ότι καθόταν πάνω στη μοτοσικλέτα απάντησε ότι δεν θυμάται. Σε ερώτηση σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του εάν συμφωνεί με αυτό που αναφέρεται στην έκθεσης υπεράσπισης του απάντησε ότι ανοίγοντας την πόρτα τον χτύπησε και μετά όρμηξε πάνω του και στη συνέχεια δήλωσε ουσιαστικά ρητά ότι διαφωνεί με το πιο πάνω μέρος της έκθεσης υπεράσπισης του και ισχύει αυτό που είπε στο Δικαστήριο. Όταν του υπομνήσθηκε ότι πριν δήλωσε ότι ο δικηγόρος του κατέγραψε στην έκθεση υπεράσπισης ότι ο ίδιος του είπε, απάντησε ότι έτσι είναι αλλά επιμένει ότι αυτός δέχθηκε πρώτος το χτύπημα από τον ενάγοντα, το οποίο απ' ότι θυμάται ήταν αυτό της πόρτας. Επέμενε δε ότι τόσο στο δικηγόρο του που έκαμε την έκθεση υπεράσπισης όσο και σε αυτόν που έκανε τη γραπτή δήλωση είπε τα ίδια πράγματα. Σε άλλο σημείο της αντεξέταση του είπε ότι όταν άνοιξε την πόρτα βίαια ο ενάγοντας και όρμηξε πάνω του με άγριες διαθέσεις ο ίδιος για να αμυνθεί πρόταξε τα χέρια του και πιάστηκαν χέρια - χέρια. Σε ερώτηση αν αυτό ήταν και τελείωσε απάντησε καταφατικά. Δεν θυμάται είπε να χτύπησε τον ενάγοντα. Σε ερώτηση δε αν είδε τον ενάγοντα μετά τη συμπλοκή να φαίνεται πάνω του ότι χτυπήθηκε, προφανώς υπεκφεύγοντας απάντησε «Απ' όσο γνωρίζω δεν θυμάμαι». Περαιτέρω σε άλλο σημείο στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε ποιόν εννοεί στην έκθεση υπεράσπισης του όταν λέει ότι «Ο ενάγοντας στην προσπάθεια του να αμυνθεί ήλθαν σε συµπλοκή ...» είπε ότι εννοεί τον εαυτό του και όταν στη συνέχεια της πρότασης αυτής λέει «.. µε τον ενάγοντα και αυτός χτύπησε στη ανοικτή πόρτα του αυτοκινήτου και τραυµατίστηκε» εννοεί τον ενάγοντα. Σε ερώτηση εάν δηλαδή μετά τη συμπλοκή έγινε το χτύπημα στην ανοικτή πόρτα είπε ότι το επεισόδιο συνέβη ακριβώς έξω από την πόρτα που βγήκε ο ενάγοντας και ότι δεν θυμάται εάν ο ενάγοντας χτύπησε ή μπορεί και να χτύπησε πάνω στη πόρτα. Σε ερώτηση αν χτύπησε στο κεφάλι ο ίδιος ή ο ενάγοντας είπε ότι ανοίγοντας τη πόρτα τον χτύπησε πρώτα ο ενάγοντας στο κεφάλι και ήρθαν σε συμπλοκή με τα χέρια και πρόσθεσε «Μπορεί να χτύπησε και ο ενάγοντας μπορεί να χτύπησα και εγώ». Δεν είδε όμως τον ενάγοντα χτυπημένο. Ο ίδιος είχε κάποιο μελάνωμα στο κεφάλι και εκδορές στα χέρια και στο κεφάλι κάτι που αντιλήφθηκε μετά που πήγε στις πρώτες βοήθειες. Ως τεκμήριο 10 όμως κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του η πρώτη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 20.2.2000, την οποία ο ίδιος αναγνώρισε και όπου αναφέρει ότι όταν πήγε κοντά στον ενάγοντα για να του ζητήσει εξηγήσεις και μόλις του είπε «Εν να μας εσκοτώσεις» εκείνος άρχισε να φωνάζει λέγοντας ότι «Οδηγάς όπως τον πελλόν» και άνοιξε την πόρτα να κατεβεί κάτω και επειδή ο εναγόμενος ήταν πολύ κοντά και καθόταν στη μοτοσικλέτα του η πόρτα ανοίγοντας τον χτύπησε πάνω στο κεφάλι καθώς και ότι στη συνέχεια ο ενάγοντας κατέβηκε και τον εμούνταρεν να τον κτυπήσει και ενώ ο εναγόμενος προσπαθούσε να κατέβει από την μοτοσικλέτα ο εναγόντας βρήκε την ευκαιρία και του έδωσε μια γροθιά στο κεφάλι όποταν ο εναγόμενος του ανταπέδωσε το χτύπημα και πλέον χτυπούσε ο ένας τον άλλο. Όταν δε στην αντεξέταση του τέθηκε ότι στην ποινική υπόθεση ανέφερε ότι χτυπήθηκε στο πάνω πίσω μέρος της κεφαλής χωρίς να το αρνηθεί είπε ότι αν δεν κάνει λάθος αυτό το ανέφερε για το όταν ήρθε σε συμπλοκή με τον ενάγοντα και όχι όταν άνοιξε την πόρτα. Όταν δε του διαβάστηκε και του τέθηκε ότι στο τεκμήριο 10 αναφέρει ότι όταν άνοιξε η πόρτα ο ίδιος καθόταν πάνω στη μοτοσικλέτα απάντησε ότι ισχύει αυτό που είπε στο Δικαστήριο ότι δηλ. όταν ο ενάγοντας άνοιξε την πόρτα και τον χτύπησε ο ίδιος δεν καθόταν στη μοτοσικλέτα. Παρόλα αυτά ήταν η θέση του ότι δεν είπε ψέματα στην Αστυνομία και πρόσθεσε ότι δεν θυμάται να είπε στην Αστυνομία ότι εκείνη την ώρα καθόταν στη μοτοσικλέτα. Σε ερώτηση γιατί στη κατάθεση του λέει ότι κατέβηκε από τη μοτοσικλέτα απάντησε ότι δεν θυμάται και είπε ότι αν ανέφερε αυτό στην Αστυνομία και στη δήλωση υπεράσπισης μπορεί να έχουν έτσι τα πράγματα. Όταν του διαβάστηκε απόσπασμα από την κατάθεση του τεκμήριο 10 και ρωτήθηκε εάν ισχύει ότι ο ενάγοντας έδωσε στον εναγόμενο και αντίστροφα γροθιά ή αυτό που ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ήρθαν μόνο στα χέρια απάντησε ότι «σε μια συμπλοκή εκτός που πιάνεσαι στα χέρια με κάποιον μπορεί να πέσουν και χτυπήματα». Και πάλι όμως μη πειστικά δεν θυμόταν αν έπεσαν χτυπήματα. Περαιτέρω στην αντεξέταση του είπε ότι οι άνθρωποι που είδαν την φάση και σταμάτησαν τον ενάγοντα ήταν τρεις και έβαζαν κιγκλιδώματα πάνω στη νησίδα του δρόμου και για πρώτη φορά είπε ότι εκείνοι στη συνέχεια μπήκαν στη μέση αυτού και του εναγόμενου για να τους χωρίσουν αλλά και ότι ο ίδιος με τον ενάγοντα όχι μόνο ήλθαν σε συμπλοκή αλλά και ότι λογομάχησαν κιόλας. Στην αντεξέταση του είπε επίσης ότι τον Ανώτερο Υπαστυνόμο Τσαδιώτη τον είδε στη σκηνή αλλά εκείνος δεν είπε τα πράγματα όπως του τα είπε ο εναγόμενος αλλά μάλλον τα παραείπε και άλλαξε η υπόθεση στην ποινική. Είπε δε αρχικά ότι το περιπολικό με τον Τσαδιώτη περνούσε από εκεί και σταμάτησε να δει τι συνέβηκε μετά που τους χώρισαν και τελείωσε η συμπλοκή. Δεν ειδοποίησε κάποιος την Αστυνομία να πάει. Μάλιστα είπε ότι το περιπολικό περνούσε από εκεί και σταμάτησε 15-20 λεπτά μετά που έληξε η συμπλοκή. Σε ερώτηση γιατί ο ίδιος δεν έφυγε είπε, παρά το ότι ήταν η θέση του ότι κανείς δεν ειδοποίησε την Αστυνομία, ότι αν δεν ερχόταν αυτός ο αστυνομικός να τους πει τι να κάνουν θα περίμενε μέχρι να έρθει η Αστυνομία να τους πει τι συνέβη. Όταν του τέθηκε ότι προηγουμένως είπε ότι κανένας δεν ειδοποίησε την Αστυνομία το δέχτηκε και πρόσθεσε μη πειστικά ότι το συμβάν δεν ήταν απλώς συμπλοκή αλλά σχεδόν τροχαίο οπόταν θα περίμενε μέχρι να έρθει η Αστυνομία. Ανέφερε περαιτέρω ότι ένας από τους δύο αστυνομικούς του περιπολικού πήγε εκεί και τους ρώτησε τι συνέβηκε και αυτός του είπε ότι ο ενάγων του έκοψε το δρόμο και αφού πήγε να του ζητήσει το λόγο όρμησε έξω από το αυτοκίνητο του βίαια και ήρθαν σε συμπλοκή. Δεν δέχτηκε ότι είπε στον Τσαδιώτη ότι χτύπησε τον ενάγοντα σε κατάσταση εκνευρισμού. Δεν θυμάται όμως και πάλι εάν ο Τσαδιώτης τον ρώτησε αν και γιατί χτύπησε τον ενάγοντα ούτε αν είπε στο Τσαδιώτη ότι χτυπήθηκε ή υπέστη επίθεση από τον ενάγοντα. Σε ερώτηση δε εάν έδωσε και άλλη κατάθεση όπου να αναφέρει ότι του διέφυγε ότι ήρθε η Αστυνομία απάντησε αρνητικά. Στη συνέχεια όμως όταν του υποδείχθηκε, αναγνώρισε και κατατέθηκε ως τεκμήριο 12 τέτοια κατάθεση ημερ. 20.3.2000 την οποία είπε ότι την έδωσε αναφορικά με την παρουσία του αστυνομικού. Εκεί αναφέρεται ότι αναφορικά με την πρώτη του κατάθεση, όταν πήγαν στο μέρος τους οι αστυνομικοί και τους ρώτησε ο Τσαδιώτης τι έγινε ο ίδιος δεν του είπε ότι δέχθηκε επίθεση παρά μόνο ότι ο οδηγός του ΤΑΧΙ παρολίγο να προκαλέσει δυστύχημα και να τον σκοτώσει και ότι ο λόγος που δεν του το ανέφερε είναι επειδή του είπε τον λόγο που άρχισε ο καβγάς μεταξύ τους δηλαδή ότι παρολίγο να τον σκοτώσει με το αυτοκίνητο του και είχε σκοπό να καταγγείλει την επίθεση που δέχθηκε στην Αστυνομία πράγμα που έκανε αμέσως μετά. Όταν ρωτήθηκε γιατί έδωσε αυτή την κατάθεση απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Την ίδια απάντηση έδωσε και σε υποβολή ότι ο λόγος που έδωσε την κατάθεση είναι γιατί κάποιος φίλος του Λοχίας της Αστυνομίας είδε την κατάθεση του Τσαδιώτη και τον κάλεσε να δώσει συμπληρωματική για να καλύψει το κενό της πρώτης κατάθεσης του. Δεν είναι όμως λογική η θέση του εναγόμενου να δέχθηκε επίθεση από τον ενάγοντα πρώτος και να υπέστη και τραύματα και ενώ περίμενε στη σκηνή για να πάει η Αστυνομία, όταν πήγε εκεί κάποιο μέλος της και μάλιστα υψηλόβαθμό και τον ρώτησε τι έγινε να μην του είπε ότι δέχθηκε πρώτος επίθεση. Όταν του τέθηκε ουσιαστικά ότι εάν δεχόταν επίθεση έπρεπε να το αναφέρει στον αστυνομικό που έφτασε στο χώρο, έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι ανέφερε ότι ήρθαν σε συμπλοκή και ότι μπορεί να μην το θεώρησε ή μπορεί να του διέφυγε και ότι όταν του είπε ότι ήρθαν σε συμπλοκή «μπορεί να εννοούσε» ότι δέχθηκε επίθεση από τον ενάγοντα. Όσον δε αφορά το επιλεκτικό της μνήμης του πρέπει να σημειωθεί, πέραν των ανωτέρω, ότι παρά το ότι θυμόταν με λεπτομέρεια όλα όσα προηγήθηκαν εντούτοις, αποδίδοντας το στην πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, είπε ότι δεν θυμόταν που ήταν ο ενάγοντας όταν τους χώρισαν. Παρόλα αυτά θυμόταν ότι ο ίδιος όταν πήγε ο αστυνομικός βρισκόταν γύρω στα τρία μέτρα από το αυτοκίνητο του ενάγοντα. Όταν δε του τέθηκε ότι υπάρχει μαρτυρία που λέει ότι ο ενάγων βρισκόταν δεμένος με τη ζώνη στη θέση του οδηγού δεν το δέχτηκε ουσιαστικά. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν θυμόταν λόγω του χρόνου που πέρασε πως ανέκοψαν το δρόμο στον ενάγοντα για να τον σταματήσουν τα άλλα πρόσωπα που ήταν εκεί αλλά θυμόταν ότι από το σημείο που του έκοψε το δρόμο μέχρι εκεί που σταμάτησε ο ενάγοντας ήταν γύρω στα 30 με 40 μέτρα. Επίσης παρά το ότι στην κυρίως εξέταση του είπε ότι στην κατηγορία της συμπλοκής που παραδέχθηκε του επιβλήθηκε χρηματική ποινή στην αντεξέταση του είπε ότι δεν θυμάται τι ποινή του επιβλήθηκε. Αλλά και όσον αφορά την επίσκεψη του στο Νοσοκομείο από την μια είπε ότι πήγε την ίδια μέρα αλλά δεν θυμάται αν ήταν το απόγευμα ενώ από την άλλη θυμόταν ότι πήγε απευθείας μετά που του έδωσαν παραπεμπτικό. Κατά τον ίδιο τρόπο στην αντεξέταση του είπε αρχικά ότι εκείνη την ημέρα φορούσε και κράνος ενώ σε άλλο σημείο σε ερώτηση εάν όταν προσέγγισε το αυτοκίνητο του ενάγοντα φορούσε κράνος είπε ότι δεν θυμάται. Τέλος παρά το γεγονός ότι η θέση του είναι ότι ο ενάγοντας ήταν αυτός που του επιτέθηκε και του προκάλεσε μάλιστα και σωματικές βλάβες και σύμφωνα με τα όσα είπε στην κατάθεση του τεκμήριο 10 είχε παράπονο εναντίον αυτού, όχι μόνο δεν καταχώρησε εναντίον του αγωγή αλλά ούτε και καταχώρησε ανταπαίτηση όταν του κινήθηκε η παρούσα από τον ενάγοντα για το ίδιο περιστατικό, κάτι που θα ήταν πολύ λογικό να πράξει εάν όσα ανέφερε ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Ως εκ των κρίνω ότι ο εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται στο σύνολο της. Όσον δε αφορά την παραδοχή του εναγόμενου στην ποινική υπόθεση υπ' αρ. 3274/2000 Ε. Δ. Πάφου πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην Πουρίκκος ν. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256 λέχθηκε ότι η παραδοχή ενοχής σε ποινική υπόθεση αποτιμάται σε συνάρτηση με τα γεγονότα που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα για να αξιολογηθεί η αποδεικτική σημασία της στην αστική υπόθεση (βλ. επίσης Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Μαυροβέλη κ.α., Πολ. Έφεση 319/07, ημερ. 18.7.11). Περαιτέρω στην Αγησιλάου ν. Χρίστου
(1989)1 Α.Α.Δ. 713 αποφασίστηκε ότι μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία το Δικαστήριο έχει καθήκον να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τη μαρτυρία για την παραδοχή του εναγόμενου για σκοπούς εξαγωγής ορθών συμπερασμάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας. Στην παρούσα υπόθεση όμως πέραν της παραδοχής και καταδίκης του εναγόμενου σε κατηγορία συμπλοκής και όχι επίθεσης δεν δόθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία σχετικά με τα γεγονότα που τέθηκαν στην ποινική διαδικασία έτσι ώστε να μπορούν να συνεκτιμηθούν με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η Ανδρούλλα Φιλίππου, Βοηθός γραμματειακός λειτουργός στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου με καθήκοντα, ανάμεσα σε άλλα, την φύλαξη των φακέλων των ασθενών. Η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 12 πιστό αντίγραφο του ιατρικού φακέλου του εναγόμενου. Με βάση το τεκμήριο αυτό στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι ο εναγόμενος νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ένα βράδυ δηλ. από 11.2.00 - 12.2.
  1. Είπε επίσης ότι με βάση πάντα το φάκελο στη σελ. 5 φαίνεται μια ημερ. 11.2.00 και ο αριθμός 13:00 που πιστεύει ότι είναι η ώρα εισαγωγής. Πρόσθεσε δε ότι περισσότερες πληροφορίες μπορούν να πουν οι γιατροί. Στην μπροστινή πλευρά της σελίδας 5 του τεκμηρίου 12 αναφέρεται «Αναφερόμενος ξυλοδαρμός στις 11:00 πμ. Δεν αναφέρεται απώλεια συνείδησης ή αισθήσεων. Παραπονείται για ζαλάδα και ναυτία» ενώ στο πίσω μέρος της ίδιας σελίδας ως η μάρτυρας το διάβασε, κατά την αντεξέταση της, αναγράφεται πάνω πάνω «Εκδορά και οίδημα δεξιάς μετωπιαίας χώρας. Εκδορά δεξιάς βρεγματικής 3 εκατοστά.». Στη σελίδα 6 του ίδιου τεκμηρίου, ως επίσης το διάβασε η μάρτυρας, αναγράφεται «Αναφερόμενος ξυλοδαρμός. Εκδορά στην αριστερή βρεγματική περιοχή και στο αριστερό χέρι». Στην αντεξέταση της η μάρτυρας όταν ρωτήθηκε σχετικά είπε ότι με βάση το φάκελο, και συγκεκριμένα τη σελίδα 6 που είναι το έντυπο των πρώτων βοηθειών, φαίνεται ότι ο εναγόμενος για πρώτη φορά εισήχθηκε στις 1:25 μμ δηλ. 13:
  2. Σε ερώτηση στη συνέχεια ποια είναι η ώρα εισαγωγής τελικά, είπε ουσιαστικά, προφανώς μη γνωρίζοντας αλλά υποθέτοντας, ότι μπορεί να έκανε λάθος ο νοσηλευτής και αντί 1:25 έβαλε 1 ακριβώς. Αναφορικά με αυτό που αναγράφεται στη σελίδα 6 ήτοι «Αναφερόμενος ξυλοδαρμός» είπε ότι αυτό το γράφει κατόπιν δήλωσης του ασθενούς ή του συνοδού αυτού. Όσον αφορά τα αναγραφόμενα στη σελίδα 5 του τεκμηρίου είπε ότι αυτά συμπληρώνονται στο θάλαμο που νοσηλεύεται ο ασθενής κατόπιν ιατρικής εξέτασης και ότι το συγκεκριμένο το υπέγραψε ο χειρουργός Δρας Κωνσταντινίδης, ο οποίος αφυπηρέτησε τώρα. Σε ερώτηση στην αντεξέταση γιατί στη σελίδα 6 αναγράφεται «αριστερή βρεγματική περιοχή» ενώ στη σελίδα 5 «δεξιάς βρεγματικής» είπε ότι η ίδια δεν είναι ιατρός και ότι ό,τι της δώσουν το φυλάει στο αρχείο. Δεν ήταν δε ασφαλώς σε θέση να πει από που προήλθαν οι ισχυριζόμενοι τραυματισμοί του εναγόμενου ούτε να αποκλείσει ότι τα έκανε μόνος του. Από το σύνολο της μαρτυρίας της Μ.Υ.2 προκύπτει ξεκάθαρα, και είναι προφανώς παραδεκτό και από τις δύο πλευρές, ότι το μόνο που αυτή γνώριζε προσωπικά, ως υπεύθυνη φύλαξης των φακέλων, είναι ότι το τεκμήριο 12 είναι αντίγραφο του ιατρικού φακέλου του εναγόμενου στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Τα έγγραφα όμως που αποτελούν το τεκμήριο 12 περιέχουν προφανώς εξ ακοής μαρτυρία. Ο εναγόμενος δεν κάλεσε στο Δικαστήριο και δεν παρουσίασε τα πρόσωπα που προέβηκαν στις αρχικές αυτές δηλώσεις χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για αυτό. Το γεγονός δε ότι ο συνήγορος του ενάγοντα δεν ζήτησε την αντεξέταση των εν λόγω προσώπων δεν καθιστά από μόνο του τη μαρτυρία αυτή αποδεκτή. Η υπεράσπιση έχει αμφισβητήσει, ως φαίνεται μέσα από την αντεξέταση της, το περιεχόμενο αυτού του τεκμηρίου. Φαίνεται δε ότι μεταξύ των ουσιωδών εγγράφων που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 12 ήτοι μεταξύ των σελίδων 5 και 6 υπάρχουν διαφορές τόσο ως προς την ώρα εισαγωγής του εναγόμενου αλλά κυρίως όσον αφορά το αναφερόμενο τραύμα ήτοι εκδορά στην βρεγματική περιοχή αλλά και στο αριστερό χέρι, για τις οποίες διαφορές η Μ.Υ.2, ασφαλώς μη γνωρίζουσα δεν μπορούσε να δώσει πειστικές εξηγήσεις. Η απουσία λοιπόν των προσώπων που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να αξιολογήσει τις θέσεις τους, οι οποίες εμφαίνονται στα τεκμήρια αυτά (βλ. Γεωργίου ανωτέρω) και να καταλήξει σχετικά. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω καθώς και του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του τεκμηρίου
  3. Πριν προχωρήσω στα ευρήματα ως προς τα γεγονότα θα εξετάσω τη θέση του κ. Αλεξάνδρου ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή η μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσον αφορά το ότι ο εναγόμενος του ανέφερε ότι χτύπησε τον ενάγοντα καθότι ο Μ.Ε.1 ως αξιωματικός της Αστυνομίας που πήγε στο επεισόδιο αμέσως μετά όφειλε να επιστήσει την προσοχή του εναγόμενου στο Νόμο πριν ακούσει οποιεσδήποτε δηλώσεις του. Σε σχέση με το θέμα αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ο αποκλεισμός τέτοιας μαρτυρίας γίνεται στα πλαίσια διάγνωσης της τήρησης των δικαστικών κανόνων που τέθηκαν στην Αγγλία στα πλαίσια της πρακτικής σε σχέση με την τήρηση από την Αστυνομία κάποιων διαδικασιών στα πλαίσια διερεύνησης ενός αδικήματος και αποβλέπουν μεταξύ άλλων στην προστασία ενός υπόπτου από αυτοενοχοποιητικές δηλώσεις. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι πέραν του ότι ο αποκλεισμός τέτοιας μαρτυρίας επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αυτό εξετάζεται στα πλαίσια ποινικών υποθέσεων. Ο συνήγορος του εναγόμενου δεν έχει παραπέμψει το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε αυθεντία που να καταδεικνύει ότι αυτό εφαρμόζεται και σε αστικές διαδικασίες. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι ακόμη και αν αυτή η μαρτυρία δεν γινόταν δεκτή, όσον αφορά το κατά πόσο ο εναγόμενος χτύπησε τον ενάγοντα και υπό ποιες συνθήκες, υπάρχει η σχετική άμεση μαρτυρία του ενάγοντα, η οποία έγινε δεκτή και με βάση την οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε επαρκή και ασφαλή ευρήματα. Ευρήματα Από τη μαρτυρία λοιπόν η οποία έχει τεθεί ενώπιον μου και έχει γίνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 11.2.2000, ενώ ο ενάγοντας, ο οποίος εργαζόταν ως οδηγός ταξί, βρισκόταν σε υπηρεσία, έκανε αλτ σε μια πάροδο της Λεωφόρου Δανάης στην Κάτω Πάφο με σκοπό να εισέλθει σε αυτήν, στην προσπάθεια του να διασταυρώσει τον δρόμο. Με την κίνηση του αυτή παρολίγο να συγκρουστεί με μια μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο εναγόμενος. Αμέσως μετά ο ενάγοντας σταμάτησε το αυτοκίνητο του έξω από το ξενοδοχείο «Βερόνικα» και άνοιξε το παράθυρο του περιμένοντας τον εναγόμενο να πάει εκεί για να του ζητήσει συγνώμη. Μόλις ο εναγόμενος πήγε κοντά του και ενώ ο ενάγοντας βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο, δεμένος με τη ζώνη ασφαλείας, και πριν προλάβει ο τελευταίος να μιλήσει στον εναγόμενο, δέχθηκε βρισιές και επίθεση από αυτόν, ο οποίος κατάφερε στον ενάγοντα, μέσα από το ανοικτό παράθυρο του αυτοκινήτου, αλλεπάλληλα γρονθοκοπήματα και χτυπήματα στο πρόσωπο, στη στοματική κοιλότητα, στο στήθος και στην κοιλιακή χώρα του. Το εν λόγω περιστατικό έγινε σε δημόσιο χώρο και κοντά βρίσκονταν και άλλα πρόσωπα. Με την εν λόγω συμπεριφορά του αυτή ο εναγόμενος προκάλεσε φόβο, προσέβαλε, ταπείνωσε και εξευτέλισε τον ενάγοντα. Εδώ να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι ο ενάγοντας, με τον τρόπο που οδήγησε το αυτοκίνητο του, έθεσε ουσιαστικά σε κίνδυνο τον εναγόμενο δεν μπορεί να θεωρεί ως πρόκληση για τα όσα ακολούθησαν από πλευράς του εναγόμενου εφόσον προφανώς ο ενάγοντας δεν είχε πρόθεση ή έστω γνώριζε τον ενδεχόμενο ότι έτσι θα τον προκαλούσε. Περαιτέρω με τις προαναφερόμενες πράξεις του ο εναγόμενος προκάλεσε στον ενάγοντα και σωματικές βλάβες. Συγκεκριμένα ως διαπιστώθηκε από το Μ.Ε.4 αργότερα την ίδια μέρα, μετά από εξέταση του ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, αυτός υπέστη εκχυμώσεις στο άνω και κάτω χείλος και αιμάτωμα στην άνω γνάθο. Λόγω των τραυμάτων αυτών ο Μ.Ε.4 παρέπεμψε την ίδια μέρα τον ενάγοντα και εξετάσθηκε από την οδοντίατρο Μ.Ε.5, η οποία διαπίστωσε ότι αυτός παρουσίαζε εκγόμφωση δηλαδή έχασε δύο δόντια από την μέση προς την αριστερή πλευρά της άνω γνάθου και συγκεκριμένα τον κεντρικό και τον πλάγιο τομέα ή αλλιώς τον πρώτο και τον δεύτερο άνω τομέα. Μετά που η Μ.Ε.5 καθάρισε την περιοχή και σταμάτησε την αιμορραγία και αφού έγινε ακτινογραφικός έλεγχος με πανοραμική ακτινογραφία προσπάθησε να κάνει επαναφύτευση δηλ. επανατοποθέτηση των δύο δοντιών, τα οποία ο ενάγοντας είχε πάρει μαζί του στο Νοσοκομείο. Την ίδια μέρα έγινε συγκράτηση με τα διπλανά δόντια και ακινητοποιήθηκαν εκεί. Ενόψει του πιο πάνω τραυματισμού του ο ενάγοντας απείχε από την εργασία του για δύο βδομάδες και απασχολείτο μερικώς για άλλες τρεις βδομάδες. Μετά από μερικούς μήνες έγινε επανεξέταση του ενάγοντα στο οδοντιατρείο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου για να διαπιστωθεί αν έδεσαν τα δόντια του. Ακτινογραφικά έδειξε ότι υπήρξε απορρόφηση των ριζών, που είναι μια παρενέργεια της επαναφύτευσης, με τελική κατάληξη την εξαγωγή του ενός από τα δόντια ενώ για το άλλο δεν χρειάστηκε τέτοια εφόσον έπεσε από μόνο του. Στις 30.8.2000 ο ενάγοντας ξαναεξετάστηκε εκεί, του έγινε ακτινογραφικός έλεγχος και στάληκε για τοποθέτηση δοντιών με νέα προσθετική εργασία, η οποία δεν γίνεται στο Νοσοκομείο. Ο ενάγων σε κατοπινό στάδιο μετέβηκε στο εξωτερικό για αποκατάσταση των καταστραφέντων δοντιών του. Στα πλαίσια αυτά του προστέθηκαν δύο νέα εμφυτεύματα. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της επίθεσης είναι τα ακόλουθα:
  4. Χρήση κάθε είδους βίας κατά άλλου προσώπου, είτε με χτύπημα, επαφή, μετακίνηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα,
  5. Η οποία να γίνεται με πρόθεση, και
  6. Χωρίς τη συναίνεση του άλλου προσώπου ή με τη συναίνεση του αν αυτή λήφθηκε με απάτη ή κατόπιν απόπειρας ή απειλής με πράξη. Στο σύγγραμμα των Αρτέμη - Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα (Τόμος 1) στις σελ. 92-94 αναφέρεται ότι το αδίκημα της επίθεση περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινού δικαίου της απειλής χρήσης βίας (assault) και της εφαρμογής βίας (battery). Όσον αφορά τη χρήση βίας αναφέρεται ότι η βία θα πρέπει να συνίσταται σε άμεση επαφή είτε με το σώμα του εναγόμενου (π.χ. με γροθιά) είτε με κάποιο όργανο (π.χ. κτύπημα με ρόπαλο). Εδώ να σημειωθεί ότι στην παρ. 2 του άρθρου 26 αναφέρονται και άλλες περιστάσεις, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην έννοια της χρήσης βίας. Τέλος στο προαναφερόμενο σύγγραμμα αναφέρεται επίσης ότι για την επίθεση γενικά δεν υπάρχει προϋπόθεση πρόκλησης ζημιάς εφόσον το αδίκημα είναι αγώγιμο per se, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 26 για τις οποίες απαιτείται η πρόκληση ζημιάς. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα ανωτέρω και με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει κρίνω ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει στον απαραίτητο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι ο εναγόμενος διέπραξε εναντίον του το αστικό αδίκημα της επίθεσης και του προκάλεσε τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες. Θέση για παραβίαση του δικαιώματος του εναγόμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου Πριν προχωρήσω στην εξέταση των αιτούμενων αποζημιώσεων θα εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για απόρριψη της αγωγής λόγω παραβίασης του δικαιώματος του εναγόμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Σύμφωνα με τον κ. Αλεξάνδρου αυτό θα πρέπει να γίνει καθότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από το επίδικο επεισόδιο μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και την ολοκλήρωση της σχετικής δικαστικής διαδικασίας είχε ως συνέπεια την παραβίαση του σχετικού δικαιώματος του εναγόμενου εφόσον επηρεάστηκε λόγω αυτού και η μαρτυρία που παρουσιάστηκε. Σε σχέση με το θέμα αυτό στην Βίκτωρος v. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512 λέχθηκαν σε σχέση αστικές διαδικασίες τα ακόλουθα: «Το άρθρο 30.2 θέτει τις αρχές για την έγκυρη απονομή της δικαιοσύνης και καθιστά την τήρηση τους καθήκον της Πολιτείας και συγχρόνως δικαίωμα του κάθε ατόμου που προσφεύγει στα δικαστήρια για να διαπιστωθούν τα αστικά του δικαιώματα και υποχρεώσεις μέσα στα συνταγματικά πλαίσια. ..................................................................................................................................... Η διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, καθώς και της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου πρέπει να συντελείται μέσα σε εύλογο χρόνο; Η αξία των δικαιωμάτων του ανθρώπου εξαρτάται άμεσα από την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών για την προστασία τους και των χρονικών ορίων για τη διαπίστωση τους. Η έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί συστατικό στοιχείο αυτής τούτης της έννοιας της δικαιοσύνης, όπως αναφέρεται και στον πρώτο Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της σύγχρονης εποχής, τη Magna Carta του 1215, όπου διακηρύσσεται ότι καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης συνιστά άρνηση της δικαιοσύνης. Η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο αποτελεί πρωταρχική ευθύνη της δικαστικής εξουσίας, όπως έχει επανειλημμένα αναγνωριστεί. (Βλ. μεταξύ άλλων Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd,
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Αίτηση Μαγκάκη, Αίτηση αρ. 161/90, αποφασίστηκε στις 6/12/90 και δεν έχει δημοσιευθεί). Η λειτουργία της δικαστικής εξουσίας έξω ή κατά παράβαση του άρθρου 30.2 καθιστά το έργο της δικαιοσύνης ατελέσφορο και την απόφαση άκυρη. Αυτό αναγνωρίζεται σε σειρά δικαστικών αποφάσεων ως η φυσιολογική και αναπόφευκτη συνέπεια παρέκκλισης από τις διατάξεις του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. (Βλ. Psaras & Another ν. Republic
(1987)2 C.L.R., 132, Agapiou ν. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, και Ευσταθίου (ανωτέρω)). Όπως επισημαίνεται στην Paporis v. National Bank
(1986)1 C.L.R. 578, το αντικείμενο του άρθρου 30.2 δεν είναι η παραγραφή αστικών δικαιωμάτων ή της ποινικής ευθύνης, αλλά ο καθορισμός του πλαισίου για την έγκυρη διάγνωση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή τα εχέγγυα και προϋποθέσεις για την άρτια απονομή της δικαιοσύνης. Συνάγεται από το κείμενο του άρθρου 30.2 και τη νομολογία, ότι καθιερώνονται, όπως είναι φυσιολογικό, ομοιόμορφα κριτήρια για την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης τόσο σε αστικές όσο και ποινικές υποθέσεις. Τα εχέγγυα για την απονομή της δικαιοσύνης δε μπορεί παρά να είναι ομοιόμορφα. Η ποιότητα της δικαιοσύνης δεν επιδέχεται διαβαθμίσεις. Ούτε το Σύνταγμα, ούτε ο Περί Δικαστηρίων Νόμος, ούτε οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας καθορίζουν ακριβή χρονικά όρια για την απονομή της δικαιοσύνης. Όπως αναγνωρίζεται στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ., 149, το εύλογο του χρόνου για τη διάγνωση των δικαιωμάτων ή της ευθύνης του πολίτη εξαρτάται από σειρά παραγόντων που συσχετίζονται με τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τη φύση, το χαρακτήρα και το περίπλοκο των θεμάτων που εγείρονται προς επίλυση και τη διαγωγή των διαδίκων.». Στην Παπακοκκίνου κ.α. ν. Σμυρλή κ.α.
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1653 λέχθηκε με αναφορά στην Βίκτωρος ανωτέρω ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση αγωγής και τη διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων συνιστά άρνηση δικαιοσύνης και καταλήγει σε στέρηση του δικαιώματος των διαδίκων για δίκαιη δίκη. Ως δε έχει λεχθεί στην Λουκαίδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.α.
(2003)1Α Α.Α.Δ 22 το εύλογο του χρόνου για τη διαπίστωση δικαιωμάτων και ευθυνών του διαδίκου αποτιμάται με αναφορά στη δίκη ως σύνολο, με παραμέτρους την αφετηρία για την προσμέτρηση του χρόνου, το περίπλοκο και τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, καθώς και τη συμπεριφορά των διαδίκων. Ο εύλογος χρόνος, όσον αφορά πολιτικές αγωγές, αναφέρεται στη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας. Συνεπώς ο προσδιορισμός του ευλόγου χρόνου σε τέτοιες περιπτώσεις έχει ως αφετηρία την ημέρα καταχώρησης της αγωγής και ως τέλος την ολοκλήρωση της διαδικασίας (βλ. Paporis v. National Bank
(1986)1 C.L.R. 578 και Εργατίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2006)1Β Α.Α.Δ 1098). Ο εύλογος χρόνος αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια. Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα. Υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας όπως η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η στάση των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών και η συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου
(2004)2 A.A.Δ. 223 και Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 A.A.Δ. 330). Στην προκειμένη δεν μου διαφεύγει ότι από το επίδικο επεισόδιο, το οποίο έλαβε χώραν στις 11.2.2000 πέρασαν 5 χρόνια και 10 περίπου μήνες μέχρι να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή (στις 10.12.07) και 9 χρόνια και 7 περίπου μήνες μέχρι σήμερα. Ως φαίνεται όμως από την πιο πάνω εκτεθείσα νομολογία, αφετηρία για τον προσδιορισμό του ευλόγου χρόνου σε δικαστικές διαδικασίες όπως η παρούσα, είναι ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής και όχι ο χρόνος που επισυνέβη το επίδικο γεγονός. Συνεπώς η καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής, δικαιολογημένη ή μη, δεν είναι παράγοντας, ο οποίος λαμβάνεται υπόψην στη διάγνωση του υπό εξέταση θέματος. Αποτελεί γεγονός ότι η αστική ευθύνη του ενάγοντα διαπιστώνεται σήμερα δηλ. 4 χρόνια και 9 ½ περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής. Κρίνεται λοιπόν απαραίτητο όπως, για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσον έχει παραβιασθεί το συνταγματικό δικαίωμα του εναγόμενου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, καταγραφεί η πορεία της υπόθεσης ως αυτή διαφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, από τον οποίο φαίνονται τα ακόλουθα: Η αγωγή κινήθηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 10.12.07 και επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 9.1.08. Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 18.1.08. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 14.9.09 και αντίγραφο της δόθηκε στον συνήγορο του εναγόμενου την ίδια μέρα. Στη συνέχεια ο εναγόμενος δεν καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης εντός της προβλεπόμενης από τους Κανονισμούς προθεσμίας και στις 14.1.10 ο Πρωτοκολλητή επέδωσε στο συνήγορο του εναγόμενου γραπτή ειδοποίηση δυνάμει της Δ.26 Κ.13
(1)με την οποία τον καλούσε να καταχωρήσει την έκθεση υπεράσπισης του εντός 14 ημερών. Η έκθεση υπεράσπισης δεν καταχωρήθηκε ούτε εντός αυτής της προθεσμίας οπόταν το Δικαστήριο στις 26.2.10 όρισε την υπόθεση για απόδειξη της απαίτησης του ενάγοντα στις 23.4.
  1. Στις 23.4.10 καταχωρήθηκε η έκθεση υπεράσπισης και η υπόθεση ορίσθηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στις 28.5.
  2. Στις 27.5.10 καταχωρήθηκε σημείωμα αλλαγής δικηγόρου του εναγόμενου και στις 28.5.10 η υπόθεση ορίσθηκε για επίτευξη συμβιβασμού με τους διάδικους παρόντες στις 7.7.
  3. Στις 7.7.10 η υπόθεση κατόπιν κοινού αιτήματος ορίσθηκε για ακρόαση στις 14.12.
  4. Στις 10.12.10 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε κατόπιν σχετικής αίτησης του συνηγόρου του ενάγοντα και άνευ ενστάσεως από πλευράς του εναγόμενου και η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 8.3.
  5. Στις 23.2.11 η ακρόαση αναβλήθηκε και πάλιν κατόπιν σχετικής αίτησης του συνηγόρου του ενάγοντα και άνευ ενστάσεως από πλευράς του εναγόμενου και η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 19.5.
  6. Στις 19.5.11 η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες στις 8.6.11 ημερομηνία κατά την οποία ορίσθηκε και πάλι για ακρόαση στις 19.10.
  7. Στις 19.10.11 κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης η ακρόαση αναβλήθηκε και πάλι και δόθηκε νέα ημερομηνία ακρόασης η 16.11.
  8. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 16.11.11 και συνεχίσθηκε στις 25.11.
  9. Στη συνέχεια ορίσθηκε για συνέχιση στις 7.12.11 οπόταν αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης λόγω πένθους του κ. Αλεξάνδρου και ορίσθηκε εκ νέου για συνέχιση στις 9.1.12 και μετά στις 27.1.12, στις 24.2.12, στις 6.3.12, στις 15.3.
  10. Στις 15.3.12 μετά το πέρας της αντεξέτασης του εναγόμενου ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε νέα ημερομηνία συνέχισης για να κλητεύσει μάρτυρα για να καταθέσει σε σχέση με τον ιατρικό φάκελο του εναγόμενου και ελλείψει ενστάσεως η υπόθεση ορίσθηκε για συνέχιση στις 30.3.
  11. Στις 30.3.12 ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε εκ νέου αναβολή για τον ίδιο λόγο εφόσον, ως δήλωσε, ο ιατρός που θα κλήτευε είχε αφυπηρετήσει και δεν του είχε γίνει επίδοση της κλήσης. Έτσι ελλείψει και ενστάσεως η υπόθεση ορίσθηκε για συνέχιση στις 23.4.
  12. Στις 23.4.12 ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε εκ νέου αναβολή καθότι, ως δήλωσε, είχε έλθει ο μάρτυρας που κλήτευσε αλλά είχε φέρει λάθος ιατρικό φάκελο. Για μια ακόμη φορά και ελλείψει ενστάσεως η υπόθεση ορίσθηκε για συνέχιση στις 9.5.12 οπόταν και ολοκληρώθηκε η μαρτυρία. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίσθηκε για τελικές αγορεύσεις στις 14.6.12 οπόταν και επιφυλάχθηκε η παρούσα τελική απόφαση. Από τα πιο πάνω φαίνονται λοιπόν τα ακόλουθα: · Όσον αφορά τη συμπεριφορά του ενάγοντα: - Παρατηρήθηκε εκ μέρους του καθυστέρηση 20 περίπου μηνών από την επίδοση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο μέχρι την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. - Όσον αφορά τις αναβολές η πλευρά του ενάγοντα ζήτησε δύο αναβολές όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και καμία αναβολή από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μετά. · Όσον αφορά το Δικαστήριο δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε αναβολές για λόγους που το αφορούσε ούτε κατά το στάδιο που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ούτε και στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Όσον αφορά το χρόνο έκδοσης της απόφασης αυτή εκδόθηκε 3 ½ περίπου μήνες από την επιφύλαξη της. · Όσον αφορά τον εναγόμενο: - Παρατηρήθηκε εκ μέρους του καθυστέρηση 7 περίπου μηνών στην καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης. - Όσον αφορά τις αναβολές η πλευρά του εναγόμενου ζήτησε μια αναβολή όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ζήτησε 3 αναβολές. · Όσον αφορά την πολυπλοκότητα της παρούσας υπόθεσης πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των ιδιαίτερα πολύπλοκων υποθέσεων. Δεν μπορεί όμως να μη ληφθεί υπόψην ότι υπήρξε κάποιας έκτασης πολυπλοκότητα ως αυτή φαίνεται από το γεγονός ότι κατέθεσαν συνολικά 7 μάρτυρες δύο εκ των οποίων ήταν ιατροί, που κατέθεσαν σε σχέση με τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα. Περαιτέρω, ως φαίνεται και από την παρούσα απόφαση, τέθηκαν και κάποια νομικά θέματα, όπως το υπό εξέταση. Είναι λοιπόν προφανές από τα πιο πάνω ότι για ένα μεγάλο μέρος της συνολικής καθυστέρησης των 4 χρόνων και 9 ½ μηνών και ιδιαίτερα για το χρόνο από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης μέχρι και την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, μεγάλη ευθύνη φέρει και ο ίδιος ο εναγόμενος. Ήταν δε η θέση του κ. Αλεξάνδρου, ως προαναφέρθηκε ότι η καθυστέρηση είχε ως συνέπεια την παραβίαση του σχετικού δικαιώματος του εναγόμενου εφόσον επηρεάστηκε λόγω αυτού και η μαρτυρία που παρουσιάστηκε και έγινε ιδιαίτερη αναφορά στη μαρτυρία του Μ.Ε.4 και της Μ.Ε.5 αλλά και για τα τεκμήρια 6 και
  13. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Αρχικά να σημειωθεί ότι η θέση αυτή της υπεράσπισης εδράζεται στο ότι θεωρεί, εσφαλμένα, ως αφετηρία για το θέμα του ευλόγου χρόνου το πότε έλαβε χώραν το επίδικο γεγονός και όχι το πότε καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, ως ορίζει η σχετική νομολογία. Εν πάση δε περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός ότι ο Μ.Ε.4 δεν θυμόταν ακριβώς το σημείο της άνω γνάθου όπου εντόπισε το αιμάτωμα στον ενάγοντα καθώς και την έκταση αυτού και των εκχυμώσεων λόγω της παρόδου του μεγάλου χρονικού διαστήματος από την εξέταση, δεν κρίνω ότι αποτελεί ουσιαστικό θέμα εφόσον δεν μεταβάλλεται με οποιοδήποτε τρόπο το ουσιώδες γεγονός ότι εντόπισε τέτοιες βλάβες. Ανεξάρτητα δε αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι λογικά αναμενόμενο και αντιληπτό, ένας ιατρός ιδιαίτερα του κυβερνητικού τομέα να μην θυμάται τέτοιες λεπτομέρειες σε οποιαδήποτε παρόμοια περίπτωση ακόμη και μετά την πάροδο μικρότερου χρονικού διαστήματος λόγω του μεγάλου αριθμού ασθενών που εξετάζει σχεδόν καθημερινά. Όσον δε αφορά τις ακτινογραφίες του τεκμηρίου 7 έχει γίνει ήδη λεπτομερής αναφορά για το θέμα αυτό κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Ε.
  14. Ως έχει εξηγηθεί η Μ.Ε.5 δεν βάσισε τα ευρήματα της μόνο στις εν λόγω ακτινογραφίες αλλά και σε πανοραμική ακτινογραφία που είδε τότε, όπου φαινόταν η κατάσταση του ενάγοντα, ενώ μια εκ των ακτινογραφιών του τεκμηρίου 7, επιβεβαίωνε ακόμη και σήμερα, σύμφωνα με τη μάρτυρα, το ουσιώδες ότι δηλ. ανήκε στον ενάγοντα και έδειχνε την απώλεια των δύο του δοντιών. Όσον δε αφορά το τεκμήριο 6, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω και δεν αφορούν το θέμα της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος, η μαρτυρία αυτή δεν έγινε δεκτή και το Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε σε αυτήν για οποιαδήποτε από τα ευρήματα του. Ερχόμενος δε τώρα στο γεγονός ότι ο εναγόμενος ισχυριζόταν ότι δεν θυμόταν κάποια γεγονότα λόγω της παρόδου του μεγάλου χρονικού διαστήματος θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό δεν έγινε δεκτό εφόσον ως λέχθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, η μνήμη του ήταν εμφανώς επιλεκτική κάτι που δεν οφειλόταν στην πάροδο του χρόνου αλλά στην προσπάθεια του να πείσει για τις θέσεις του. Όσον δε αφορά την υπεράσπιση του λαμβάνοντας υπόψην το σύνολο της μαρτυρίας καθώς και την όλη διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον μου σε συνδυασμό με τον τρόπο που χειρίστηκε την υπόθεση της η υπεράσπιση και τη γραμμή που ακολούθησε από την αρχή κρίνω ότι ο εναγόμενος δεν έχει επηρεασθεί με οποιονδήποτε τρόπο λόγω της παρόδου του χρόνου στην υπεράσπιση του. Αντίθετα πρέπει να λεχθεί ότι η υπεράσπιση του παρουσίασε τις θέσεις της με πληρότητα αλλά και επάρκεια καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Ως εκ των άνω και λαμβάνοντας υπόψην το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι λόγω της υπό εξέταση καθυστέρησης έχουν επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα ή η υπεράσπιση του εναγόμενου. Παρά λοιπόν το ότι η αστική ευθύνη του εναγόμενου διαπιστώνεται με την παρούσα μετά από παρέλευση 4 χρόνων και 9 ½ μηνών περίπου κρίνω, ενόψει και του ότι ο εναγόμενος φέρει και ο ίδιος μεγάλη ευθύνη για την καθυστέρηση αυτή, ότι οι σωρευτικές επιπτώσεις όλων των πιο πάνω παραγόντων που εξετάσθηκαν ξεχωριστά δεν είναι τέτοιες ώστε να οδηγούν σε συμπέρασμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του για διάγνωση της αστικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου και ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εισήγηση της υπεράσπισης για απόρριψη της αγωγής για τέτοιο λόγο. Μετά τα πιο πάνω θα προχωρήσω στην εξέταση του θέματος των αποζημιώσεων. Αποζημιώσεις Στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα (Τόμος 1) ανωτέρω στις σελ. 99-100 αναφέρεται ότι και στο αδίκημα της επίθεσης όπως σε κάθε αστικό αδίκημα, οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό (compensatory) χαρακτήρα με σκοπό την αποκατάσταση του ενάγοντα. Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνονται και επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις ανάλογα με τις περιστάσεις του αδικήματος που δίδονται στον ενάγοντα για βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειας του. Σε αστικά αδικήματα μπορεί να επιδικασθούν και παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, οι οποίες σκοπό έχουν την τιμωρία του εναγόμενου και την αποτροπή του από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον και όχι την αποκατάσταση του ενάγοντα. Όσον αφορά τις παραδειγματικές και τις επαυξημένες αποζημιώσεις στην Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας του Πτωχεύσαντος Λούη Αιμιλίου
(2009)1Β Α.Α.Δ 1339 λέχθηκε ότι μια από τις περιπτώσεις που τα Δικαστήρια επιδικάζουν παραδειγματικές αποζημιώσεις είναι για αστικά αδικήματα που διαπράττονται για προσπορισμό οφέλους με πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέρους. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε περαιτέρω σχετικά ότι: «Οι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, αποσκοπούν στο να τιμωρήσουν τον εναγόμενο και να τον αποτρέψουν από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον. Δεν αποσκοπούν στην αποκατάσταση του θύματος, όπως είναι οι συνήθεις αποζημιώσεις. Όμως, όπου οι περιστάσεις διάπραξης αστικού αδικήματος είναι τέτοιες, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να επιδικάσει επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις αν διαπιστώσει βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειας του ενάγοντα (βλ. Eliades v. Lyssarides
(1979)1 C.L.R. 254 και Gregoriades v. Kyriakides
(1970)1 C.L.R. 120). Η διαφορά μεταξύ των δύο φαίνεται να είναι περισσότερο θεωρητική και όπως επισήμανε ο Λόρδος Devlin στη Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, οι επαυξημένες αποζημιώσεις μπορεί να καλύψουν όλες τις περιπτώσεις, εκτός από κάποιες σπάνιες περιστάσεις που ενδεχομένως να υπάρχουν ιδιάζοντα γεγονότα που να συνηγορούν υπέρ της κατ' εξαίρεση χορήγησης της θεραπείας των παραδειγματικών αποζημιώσεων (Βλ. Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 Α.Α.Δ. 65, στις σελ. 76-78)». Στην Papakokinnou and others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65 κρίθηκε, με αναφορά στην αγγλική αυθεντία Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, όπου αποσαφηνίστηκαν οι αρχές που διέπουν την επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων, ότι επιτρέπεται η επιδίκαση τέτοιων για αστικά αδικήματα όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει η επιβολή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Ως τέτοια αξιόμεμπτη διαγωγή θεωρείται αυτή που συνοδεύεται από ένα έκδηλο στοιχείο αλαζονείας, θρασύτητας ή κακίας ή αθέμιτου κινήτρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Στην μεταγενέστερη υπόθεση Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1800 λέχθηκε ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορεί να διαταχθούν σύμφωνα με την υπόθεση Rookes ανωτέρω (προσέγγιση που έχει υιοθετηθεί και από τη δική μας νομολογία) στις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις: «(α) Αστικά αδικήματα τα οποία προκύπτουν από τη χρήση καταπιεστικής και αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από λειτουργούς του Στέμματος (νοείται του δημοσίου), (β) Αστικά αδικήματα τα οποία διαπράττονται με πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέρους και τα οποία διενεργούνται κάτω από συνθήκες που αποβλέπουν στον προσπορισμό κέρδους από τον αδικοπραγούντα και (γ) Όπου ο νόμος ρητά επιτρέπει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων.» Στη Λούκας Κωνσταντίνου ή Λούκας Κ. Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1952 με αναφορά στην υπόθεση Papakokkinou ανωτέρω λέχθηκε ότι αναφορικά με το ύψος των παραδειγματικών αποζημιώσεων οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του εναγομένου και η οικονομική του κατάσταση. Όπου δε επιδικάζονται τέτοιες αποζημιώσεις δικαιολογείται η επιδίκαση ενός μόνο ποσού και είναι εσφαλμένος ο διαχωρισμός των παραδειγματικών αποζημιώσεων από τις συνήθεις αποζημιώσεις. Πρέπει να γίνεται μια επιδίκαση βασισμένη επί της συνολικής θεώρησης των γεγονότων της υπόθεσης. Τέλος στην Παπουτσή κ.α. ν. Μιχαήλ
(1999)1Α Α.Α.Δ 163 λέχθηκε ότι βασικό κριτήριο για την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων είναι η αποτίμηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες τελέστηκε η νομικά επιλήψιμη πράξη, η οποία επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Όσον αφορά τη διαφορά των παραδειγματικών από τις επαυξημένες αποζημιώσεις στην Eliades v. Lyssarides
(1979)1 C.L.R. 254, με αναφορά σε αγγλικό σύγγραμμα, λέχθηκε ότι στα πλαίσια αποζημιώσεων το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψην τα κίνητρα και τη συμπεριφορά του εναγόμενου και όπου αυτά επαυξάνουν τις βλάβες του ενάγοντα οι αποζημιώσεις θα αυξηθούν ανάλογα. Αναφέρεται επίσης ότι αυτές οι επαυξημένες αποζημιώσεις είναι αντισταθμιστικές αφού δίδονται για την βλάβη του ενάγοντα στα αισθήματα, την τιμή και την αξιοπρέπεια του. Αντίθετα οι παραδειγματικές δεν είναι αντισταθμιστικές αλλά επιδικάζονται για τιμωρία του εναγόμενου και για να τον αποτρέψουν από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον. Τέλος στην Papakokinnou ανωτέρω αναφέρεται σχετικά ότι οι επαυξημένες αποζημιώσεις αποτελούν μια κατηγορία ενδιάμεση μεταξύ των αντισταθμιστικών (compensatory) και των παραδειγματικών (exemplary) αποζημιώσεων - ένα είδος επαυξημένων αντισταθμιστικών αποζημιώσεων, επαυξημένων στο βαθμό που να δείχνουν την αποδοκιμασία του Δικαστηρίου όσον αφορά τη συμπεριφορά του εναγόμενου αλλά μέσα στο πεδίο των αντισταθμιστικών αποζημιώσεων. Μετά την εξέταση πιο πάνω της νομικής πτυχής των αποζημιώσεων σε αστικά αδικήματα θα εξετάσω στη συνέχεια τις αξιούμενες από τον ενάγοντα στην παρούσα αποζημιώσεις. Ειδικές Αποζημιώσεις Σύμφωνα με τη νομολογία μας οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται αυστηρότατα (βλ. Τηλεμάχου ν. Παπακυριακού
(1986)1 Α.Α.Δ. 705 και Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Μιχαηλίδη ν. Κακουλλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 673 αναφέρθηκε ότι είναι πρωτίστως καθήκον του ενάγοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τον εναγόμενο να την αντικρούσει. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ο ενάγοντας ζητά στην παρούσα ως ειδικές αποζημιώσεις συνολικά το ποσό των €8,
  1. Συγκεκριμένα ζητά:
  2. Το ποσό των €43 ως έξοδα ιατρικού πιστοποιητικού,
  3. Το ποσό των €110 για ιατρικά έξοδα και φάρµακα,
  4. Το ποσό των €1,500 ως ολική απώλεια ηµεροµισθίων για δύο εβδοµάδες και µερική για 3 βδοµάδες, και
  5. Το ποσό των €7,000 για επιδιόρθωση δοντιών και έξοδα µετάβασης στο εξωτερικό. Όσον αφορά το υπό
(1)ανωτέρω στο ίδιο το ιατρικό πιστοποιητικό τεκμήριο 4 αναγράφεται «Πληρωθέντα τέλη £25» ήτοι €42.72 που είναι το ισόποσο σε ευρώ. Αυτό δε δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Συνεπώς κρίνω ότι το έξοδο αυτό έχει αποδειχθεί. Σε σχέση δε με την αξίωση του ποσού των €110 για ιατρικά έξοδα και φάρµακα ο ενάγοντας είπε ότι πλήρωσε γύρω στα €40 αλλά δεν παρουσίασε οποιαδήποτε σχετική απόδειξη παρά το ότι ανέφερε ότι νομίζει ότι έχει τέτοια ο δικηγόρος του. Όταν δε του υποδείχθηκε ότι ανέφερε ως ποσό που κατέβαλε για το σκοπό αυτό τα €110 είπε ότι δεν θυμάται ακριβώς το ποσό. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει το έξοδο αυτό. Αναφορικά με την αξίωση του για €7,000, η οποία περιλαμβάνει και επιδιόρθωση δοντιών, κατά τη μαρτυρία του είπε ότι για το πρόβλημα με τα δόντια του πήγε στη Βουλγαρία τον Νοέμβριο του 2000 και μετά επισκέφθηκε ξανά εκεί συγκεκριμένη ιατρό για να δει τη δουλειά που του έκανε αρκετές φορές αλλά δεν θυμόταν πότε. Ανέφερε περαιτέρω ότι όσες φορές πήγαινε στη Βουλγαρία πήγαινε σε αυτή τη γιατρό γιατί είχε και άλλα προβλήματα με τα δόντια του δηλ. του έκανε και σφραγίσματα. Είπε επίσης ότι η εν λόγω ιατρός του έδωσε απόδειξη για 1,900 Λέβα που της πλήρωσε δηλ. περίπου Λ.Κ.600 αλλά ο ίδιος έχασε αυτή την απόδειξη και επειδή η ιατρός δεν μπορούσε να του βγάλει άλλη του έδωσε το τεκμήριο 6. Συνεπώς για τα έξοδα του αυτά, ενόψει και του ότι το τεκμήριο 6 αποκλείστηκε ως μαρτυρία για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν προσκόμισε ουσιαστικά καμία απόδειξη και συνεπώς κρίνω ότι ούτε αυτά τα απέδειξε. Στο ποσό των €7,000 ο ενάγοντας περιέλαβε και τα έξοδα μετάβασης, διαμονής και διατροφής στο εξωτερικό. Σε ερώτηση πώς καθόρισε το ποσό αυτό είπε ότι ήταν τα εισιτήρια και επειδή έμενε κοντά στο ιατρείο έπρεπε να πληρώνει ξενοδοχείο γιατί το σπίτι που έχει στη Βουλγαρία είναι σε χωριό. Τα εισιτήρια στοιχίζουν περίπου €350 το άτομο γιατί το συνόδευε και η σύζυγος του η οποία του έκανε μετάφραση γιατί η γιατρός δεν γνώριζε ελληνικά ή αγγλικά ενώ στο ξενοδοχείο πλήρωναν περίπου €80 το βράδυ. Είπε δε ότι κάθε φορά έμεναν για περίπου δύο εβδομάδες. Δεν πήρε όμως, ως ανέφερε αποδείξεις, από τα ξενοδοχεία και δεν φύλαξε τα εισιτήρια που πλήρωσε. Είπε επίσης ότι το ποσό για τα ξενοδοχεία δεν το υπολόγισε ακριβώς και για το συνολικό ποσό των €7,000 ότι αυτό το είπε ο ίδιος στο δικηγόρο του στο περίπου. Ως εκ των άνω είναι εμφανές ότι ο ενάγοντας όχι μόνο δεν προσκόμισε σχετικές αποδείξεις αλλά και η μαρτυρία του για αυτά χαρακτηρίζεται από ένα υπολογισμό που έκανε στο περίπου και ο οποίος δεν μπορεί να οδηγήσει σε οποιοδήποτε ασφαλές εύρημα. Συνεπώς κρίνω ότι απέτυχε να αποδείξει τα υπό
(4)ανωτέρω αξιούμενα έξοδα. Όσον δε αφορά την απώλεια ημερομισθιών, ως έχει προαναφερθεί αξιώνει το ποσό των €1,500 ως ολική απώλεια ηµεροµισθίων για δύο εβδοµάδες και µερική για 3 βδοµάδες. Για το θέμα αυτό κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι μετά το επεισόδιο ξεκίνησε ξανά δουλειά μετά από δύο βδομάδες γιατί όπως ήταν επιδιορθωμένα τα δόντια του δεν μπορούσε να μιλήσει καθαρά και γι΄ αυτό το χρονικό διάστημα αναγκάστηκε να διακόψει τη δουλειά του ενώ για άλλες τρεις εβδομάδες δεν δούλευε καθημερινά. Δεν το δήλωσε όμως στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις γιατί δεν είχε υπόψη του για το σχετικό επίδομα. Το ότι ο μισθός του τότε ως οδηγού ταξί ήταν €854.30 (Λ.Κ.500) μηναίως, πλέον τα φιλοδωρήματα κάτι που ανέφερε τόσον ο ίδιος αλλά και αναφέρεται και στο τεκμήριο 5 από τον τότε εργοδότη του, δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε και αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η διάρκεια της απουσίας του από την εργασία του. Όσον δε αφορά τα φιλοδωρήματα είπε ότι είχε αρκετά τέτοια χωρίς όμως να καθορίσει ποσό. Όταν ρωτήθηκε να πει πως υπολόγισε το αξιούμενο αυτό ποσό είπε ότι δεν δούλεψε καθόλου για δύο βδομάδες και υπολόγισε ότι εφόσον συνολικά έπαιρνε Λ.Κ.800 για δύο βδομάδες αντιστοιχούσε περίπου στις Λ.Κ.400 και έτσι κατέληξε γύρω στις Λ.Κ.600 σύνολο. Στο τέλος όμως δέχτηκε ότι το ποσό όσον αφορά τα μεροκάματα μπορεί να το έβαλε ο δικηγόρος του στο σύνολο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι πέραν του μηνιαίου μισθού που έπαιρνε ο ενάγοντας, η μαρτυρία του για το ύψος των φιλοδωρημάτων του είναι γενική και αόριστη και δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα σε σχέση με αυτά. Περαιτέρω ο ενάγοντας δεν έχει αναφέρει ποία ήταν η μείωση στο μηνιαίο μισθό του από το γεγονός ότι για τρεις εβδομάδες δεν εργάστηκε κανονικά εφόσον είναι λογικό ότι κάποια αμοιβή πήρε για την περιορισμένη αυτή εργασία του. Ως εκ των άνω κρίνω ότι το μόνο που απέδειξε ο ενάγοντας σχετικά με την απώλεια απολαβών είναι αυτή για δύο εβδομάδες που με βάση τον μηνιαίο μισθό του, δηλ. €854.30 για τέσσερεις εβδομάδες, ανέρχεται στο ποσό των €427.65. Βάσει των πιο πάνω αποδεικνύεται ότι το συνολικό ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγοντας ανέρχεται σε €469.87. Γενικές Αποζημιώσεις Σε σχέση με τις αρχές που πρέπει να διέπουν τον καθορισμό αποζημιώσεων και καθοδηγούν το Δικαστήριο ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων στην υπόθεση Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1460, όπου συνοψίζεται η σχετική νομολογία, αναφέρεται ότι «στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό και συνεπώς η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο του Δικαστηρίου ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία του αδικοπραγούντα αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Η νομολογία δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή αύξηση του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξία του χρήματος. (Βλ. επίσης Κουμπαρή κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Paraskevopoullos v. Georgiou
(1970)1 C.L.R. 116, Xenophontos and another v. Anastasiou
(1981)1 C.L.R. 521), Fysco Constructing Co. Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Μιχαήλ κ.ά. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049 και Ταμπούρα ν. Κολάνη
(2008)1Α Α.Α.Δ. 384). Από τη σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Για τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων στη Νικολάου ανωτέρω λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει απαραίτητα και σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται σε οποιανδήποτε νομολογία για παρόμοια τραύματα ώστε να καθοδηγηθεί επί του ορθού ποσού που θα πρέπει να επιδικάσει. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις ή τραύματα, το Δικαστήριο ενδεχομένως να ανατρέξει σε νομολογία για να αντλήσει καθοδήγηση. Όμως, όπου το Δικαστήριο μπορεί από μόνο του να καθορίσει το ποσό μπορεί να το πράξει και η παράλειψη αναφοράς σε νομολογία, από μόνη της, δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κρίση του και ούτε καθιστά την απόφαση του εσφαλμένη. Έχω διεξέλθει με προσοχή τις σχετικές αποφάσεις για αποτελεσματική αντιμετώπιση του θέματος ενώ έχω ανατρέξει και στο σύγγραμμα του Φρίξου Νικολαϊδη, Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες
(1996). Σε σχέση την απώλεια δοντιών που είναι και η πιο σοβαρή βλάβη στην παρούσα εντόπισα τις ακόλουθες υποθέσεις: Στην Χ. Χρυσάνθου και Σ. Φραντζή ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Μάριου Χ. Φραντζή ν. Α.Φραντζή ανηλίκου δια της μητρός του Δ. Χρυσάνθου, Πολιτική Έφεση Αρ. 27/2007, ημερ. 16.7.10 όσον αφορά το ύψος των αποζημιώσεων στην αντέφεση έγινε εισήγηση από το δικηγόρο του ανήλικου εφεσίβλητου ότι το επιδικασθέν ποσό των £8,000 (€13,668.81), είναι χαμηλό και θα έπρεπε να αυξανόταν στις £10,000 (€17,086) στη βάση της απόφασης Κώστας Νεάρχου ν. Σάββα Στεφανίδη και Ευανθίας Προδρόμου ως διαχειριστών του αποβιώσαντος Φρίξου Στεφάνου
(2003)1 Α.Α.Δ. 351. Στην Χρυσάνθου ο ανήλικος είχε πόνους και ταλαιπωρία από τα κατάγματα βάσεων όλων των δεξιών μεταταρσίων οστών, τοποθετήθηκε σε γύψο μέχρι τα Χριστούγεννα, δεν μπορούσε αρχικά να περπατήσει, είχε χτυπήσει στο στόμα και το πιγούνι με πληγές που είχαν συρραφεί, έχασε πέντε νεογιλούς οδόντες και δεν μπορούσε αρχικά να δαγκώσει και να έχει ομαλή μάσηση. Πρόσθετα είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με διάσειση εγκεφάλου. Θα παρέμενε για διάστημα τριών ετών χωρίς εμπρόσθιους κάτω οδόντες, θα χρειαζόταν να υποστεί ορθοδοντική θεραπεία για την αποκατάσταση και ανατολή όλων των μονίμων οδόντων και πιθανό να χρειαζόταν θεραπεία, μέχρι και χειρούργηση μέχρι και τα έντεκα του χρόνια. Μέχρι τότε θα χρειαζόταν να τοποθετεί σιδεράκια. Στην Νεάρχου δόθηκαν πρωτόδικα και επικυρώθηκαν κατ' έφεσην, ως γενικές αποζημιώσεις £7,000 για τραυματισμό ενήλικα άνδρα που υπέστη κάταγμα δεξιού βραχίονα, μικροεκδορές, απώλεια δύο δοντιών και κινητικότητα των υπολοίπων και σπάσιμο τριών εμπροσθίων κορώνων. Παρέμεινε στο νοσοκομείο για τρεις ημέρες, εγχειρίστηκε δε δύο φορές για το κάταγμα, ενόψει μη ικανοποιητικής αρχικά πόρωσης του. Η θεραπεία για την επούλωση των τραυμάτων του στόματος και την αποκατάσταση των βλαβών στα δόντια κράτησε ενάμιση περίπου μήνα. Καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα, ο εφεσείων είχε πόνους και υφίστατο ταλαιπωρία λόγω δυσκολίας στη μάσηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε την έλλειψη επακριβούς αντιστοιχίας στα περιστατικά των δύο υποθέσεων και έκρινε ότι το ποσό των σχεδόν €14,000, περίπου, που απέδωσε το Δικαστήριο πρωτόδικα στην Χρυσάνθου, δεν ήταν εκτός του λογικού μέτρου που θα μπορούσε πρωτόδικα να αποδοθεί. Στο προαναφερόμενο σύγγραμμα Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες αναφέρεται στη σελ. 148, παρ. 4-24, η υπόθεση Ιωάννου ν. Αναστασιάδη, αρ. αγωγής 4156/84 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερ. 8.8.1988, όπου επιδικάστηκαν £2,500 σε 25χρονη, με πολλαπλά θλαστικά τραύματα και με αριθμό ουλών στο πρόσωπο, πλήρη κατάγματα στο σημείο βάσης τεσσάρων εμπρόσθιων δοντιών τα οποία έπρεπε να αφαιρεθούν ενώ δύο άλλα δόντια αφαιρέθηκαν για να εφαρμοσθεί γέφυρα έξι δοντιών. Στην Αριστοκλέους ν. Γιάγκου, αρ. αγωγής 7083/85, ημερ. 28.9.1988, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, (σελ. 150, παρ. 4-26), επιδικάστηκαν £800 σε 31χρονο με κάταγμα του τρίτου μετακαρπίου, απώλεια τεσσάρων δοντιών, με οδοντικά αποστήματα, νέκρωση των νεύρων και μακρά και επώδυνη θεραπεία. Τέλος στην Κοντογιάννης ν. Νικολάου, αγωγή υπ' αρ. 1621/84, ημερ. 30.6.87, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (σελ. 136, παρ. 4-09) επιδικάσθηκε το ποσό των £500 σε 44χρονο με διάστρεμμα στον ώμο, απώλεια του κεντρικού τομέα, κάταγμα της φατνιακής απόφυσης στην ρίζα του πλάγιου αριστερού τομέα και στον οποίο αργότερα έγινε εξαγωγή των πλάγιων άνω τομέων. Είναι όμως προφανές ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες περιπτώσεις δεν αντιστοιχούν ως προς τα περιστατικά με την παρούσα εφόσον εκεί πέραν της απώλειας δοντιών υπήρξαν και άλλες, σοβαρότερες από την παρούσα, σωματικές βλάβες και ο πόνος και η ταλαιπωρία που υπήρξε ήταν μεγαλύτερος. Στα πλαίσια λοιπόν υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων στην παρούσα λαμβάνω υπόψη το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών που έχει υποστεί ο ενάγοντας. Λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη ο ενάγοντας συνεπεία των τραυματισμών, που με βίαιο τρόπο του επέφερε ο εναγόμενος και ιδίως το ότι υπέστη εκχυμώσεις στο άνω και κάτω χείλος, αιμάτωμα στην άνω γνάθο και εκγόμφωση δηλαδή απώλεια δύο δοντιών από την μέση προς την αριστερή πλευρά της άνω γνάθου και συγκεκριμένα τον κεντρικό και τον πλάγιο τομέα ή αλλιώς τον πρώτο και τον δεύτερο άνω τομέα. Λαμβάνω επίσης υπόψην ότι έγινε προσπάθεια επαναφύτευσης των δύο δοντιών, η οποία ως διαπιστώθηκε τελικά μερικούς μήνες μετά απέτυχε με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να χάσει μόνιμα τα εν λόγω δόντια και συνεπώς και τη σχετική ταλαιπωρία του. Δεν μου διαφεύγει περαιτέρω ότι αργότερα ο ενάγων αποκατέστησε τα απωλεσθέντα δόντια με προσθήκη δύο νέων εμφυτευμάτων καθώς και την ταλαιπωρία και τον πόνο που υπέστη για το σκοπό αυτό. Δεν τέθηκε όμως καμία μαρτυρία ενώπιον μου, η οποία να καταδεικνύει ότι πέραν της απώλειας των δύο δοντιών από το γεγονός αυτό ο ενάγοντας έχει υποστεί κάποια μόνιμη βλάβη ή ότι έχει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τη μάσηση και συνεπώς θεωρώ ότι δεν υπάρχει τέτοιο γεγονός που να επηρεάζει την ζωή και την υγεία του τώρα και στο μέλλον. Λαμβάνοντας τέλος υπόψην το γεγονός της απρόκλητης και βίαιης επίθεσης που δέχθηκε ο ενάγοντας, η οποία, συνοδευόμενη από βρισιές, έλαβε χώραν σε δημόσιο μέρος, στην παρουσία και άλλων προσώπων, προκαλώντας φόβο αλλά και προσβάλλοντας, ταπεινώνοντας και εξευτελίζοντας τον, κρίνω ότι εκτός από την σωματική του ακεραιότητα προκλήθηκε βλάβη στα αισθήματα, την τιμή και την αξιοπρέπεια του. Οι αποζημιώσεις λοιπόν που θα επιδικασθούν θα πρέπει να είναι επαυξημένες σε βαθμό που να αντικατοπτρίζουν το αυξημένο μέγεθος της βλάβης που έχει υποστεί η αξιοπρέπεια του ενάγοντα λόγω της συμπεριφοράς του εναγόμενου. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω, πως ένα ποσό της τάξης των €6,000 θα ήταν δίκαιο και εύλογο για να αποζημιώσει τον ενάγοντα για τις σωματικές βλάβες και για την βλάβη στα αισθήματα, την τιμή και την αξιοπρέπεια του, που υπέστη συνεπεία της επίθεσης του εναγόμενου. Παραδειγματικές Αποζημιώσεις Όσον αφορά τις παραδειγματικές αποζημιώσεις πρέπει να λεχθεί ότι στην παρούσα δεν φαίνεται από τα γεγονότα ότι ο εναγόμενος προέβη στην επίθεση εναντίον του ενάγοντα με σκοπό τον προσπορισμό οφέλους αλλά ούτε και ότι η εν λόγω συμπεριφορά καταδεικνύει την ύπαρξη έκδηλου στοιχείου αλαζονείας ή αθέμιτου κινήτρου. Όσον αφορά την βλάβη στα αισθήματα, την τιμή και την αξιοπρέπεια του ενάγοντα του επιδικάσθηκαν ήδη επαυξημένες αποζημιώσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με τις γενικές αποζημιώσεις θεωρώ ότι είναι επαρκείς και συνεπώς δεν τίθεται θέμα επιδίκασης και παραδειγματικών αποζημιώσεων. Ως φαίνεται από την προαναφερόμενη σχετική νομολογία οι επαυξημένες αποζημιώσεις μπορεί να καλύψουν όλες τις περιπτώσεις, εκτός από κάποιες σπάνιες περιστάσεις που ενδεχομένως να υπάρχουν ιδιάζοντα γεγονότα που να συνηγορούν υπέρ της κατ' εξαίρεση χορήγησης της θεραπείας των παραδειγματικών αποζημιώσεων. Τέτοια δε ιδιάζοντα γεγονότα κρίνω ότι δεν υπάρχουν στην παρούσα. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι ακόμη και αν επρόκειτο για περίπτωση όπου θα ενδύκνειτο η επιδικάση τέτοιων αποζημιώσεων, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία για την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, ένας από τους σημαντικούς παράγοντες που λαμβάνεται σχετικά υπόψη, ώστε να μπορούν να προσδιορισθούν και να επιδικασθούν τέτοιες. Κατάληξη Εν κατακλείδι εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €469.87, ως ειδικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως καθώς και για το ποσό των €6,000, ως γενικές και επαυξημένες αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά:Αστικό-Επίθεση-Γενικές, ειδικές, παραδειγματικές, επαυξημένες αποζημιώσεις) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.