← Κύπρος

VASILIS CHANIOTIS CONSTRUCTIONS LIMITED ν. THEODOSIOU (VIKLA) SUNSET LIMITED, Αριθμός Αγωγής: 120/2012, 25/9/2012

VASILIS CHANIOTIS CONSTRUCTIONS LIMITED ν. THEODOSIOU (VIKLA) SUNSET LIMITED, Αριθμός Αγωγής: 120/2012, 25/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A110 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 120/2012 Μεταξύ: VASILIS CHANIOTIS CONSTRUCTIONS LIMITED Εναγόντων - και - THEODOSIOU (VIKLA) SUNSET LIMITED Εναγομένων ---------------------------- Αίτηση για έκδοση Συντηρητικού Διατάγματος, ημερομηνίας 15.2.2012 Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2012 Εμφανίσεις Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Μ. Γρ. Δράκος (για να ακούσει απόφαση κ. Α. Π"Χαραλάμπους) Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ν. Π"Ευσταθίου με κ. Καραμανή ------------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Δυνάμει γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος η Ενάγουσα εταιρεία (εν τοις εφεξής η Ενάγουσα) αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας (εν τοις εφεξής η Εναγομένη) ανάκτηση και επιδίκαση ποσού ύψους €1.156.703,00 ως οφειλόμενο δυνάμει συμβατικών υποχρεώσεων και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων και/ή για αθέμιτο πλουτισμό. Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος, ως ακολούθως: "

  1. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους προσωπικά και/ή δια μέσου των αξιωματούχων τους και/ή υπηρετών τους και/ή αντιπροσώπων τους και/ή δια μέσου οποιουδήποτε άλλου προσώπου από του να: 1.
  2. Πωλούν και/ή διαθέτουν και/ή αποξενώνουν και/ή μεταβιβάζουν και/ή εκποιούν και/ή αποποιούνται με οποιονδήποτε τρόπο την ακίνητη περιουσία με αρ. εγγραφής 2/496, Φ/Σχ. 45/41Ε1, Τμήμα 02, Τεμ. 496 στην περιοχή Κισσόνεργα της Πάφου, και/ή 1.
  3. υποθηκεύουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δεσμεύουν την ακίνητη περιουσία της με αρ. εγγραφής 2/496, Φ/Σχ. 45/41Ε1, Τμήμα 02, Τεμ. 496 στην περιοχή Κισσόνεργα της Πάφου, και/ή 1.
  4. παραδίδουν και/ή αποποιούνται κατοχή με οποιονδήποτε τρόπο της ακίνητης περιουσίας με αρ. εγγραφής 2/496, Φ/Σχ. 45/41Ε1, Τμήμα 02, Τεμ. 496 στην περιοχή Κισσόνεργα της Πάφου, εν όλω ή διαζευκτικά εν μέρει ως το δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου." Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση προσφέρονται με την ένορκη δήλωση του Γ. Κωνσταντινίδη, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας. Όπως εξηγεί, προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση, διότι ο εκ των διευθυντών και υπεύθυνος της Ενάγουσας, κ. Χανιώτης, διαμένει στην Αθήνα και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας με αποτέλεσμα να ήταν δύσκολη η κάθοδος του στην Κύπρο για σκοπούς ένορκης δήλωσης. Αναφέρεται σε αυτή πως η απαίτηση των Εναγόντων προκύπτει από εργασίες που εκτέλεσαν ως εργολάβοι για τους Εναγομένους για την ανέγερση τουριστικού συγκροτήματος. Διευκρινίζεται, επίσης, πως η Ενάγουσα είναι εταιρεία που εκτελεί εργολαβικές εργασίες. Δυνάμει σύμβασης, ημερομηνίας 26.9.07 (Τεκμήριο 5), οι Ενάγοντες ανέλαβαν ως Εργολάβοι/υπεργολάβοι την εκτέλεση εργασιών και συγκεκριμένα την ανέγερση τουριστικού χωριού επί ακινήτου της Εναγομένης στην περιοχή Κισσόνεργα της Πάφου. Οι Εργασίες και το Έργο ολοκληρώθηκαν κατά ή περί της 01.05.
  5. Μετά την ολοκλήρωση του Έργου προέκυψαν διάφορες διαφωνίες μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης αναφορικά με το συνολικό ποσό που η τελευταία οφείλει στην Ενάγουσα βάσει της Σύμβασης. Ειδικότερα, κατά την εκτέλεση του Έργου προέκυψαν απαιτήσεις για επιπρόσθετες εργασίες τις οποίες εκτέλεσε η Ενάγουσα παρά το ότι ήταν εκτός των Εργασιών που ανέλαβε να εκτελέσει δυνάμει της Σύμβασης. Περαιτέρω, ο χρόνος εκτέλεσης των Εργασιών επιμηκύνθηκε λόγω καθυστερήσεων που προκλήθηκαν από γεγονότα και αίτια για τα οποία η Ενάγουσα δεν ήταν υπεύθυνη, με αποτέλεσμα, να επιβαρυνθεί με επιπλέον έξοδα και ζημιές για τις οποίες απαιτεί να αποζημιωθεί. Οι απαιτήσεις της Ενάγουσας περιλαμβάνονται σε έγγραφο με τίτλο «Απαίτηση Εργολάβου» το οποίο επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση και το οποίο αριθμεί πέραν των 46 σελίδων και μεγάλο όγκο τεκμηρίων. Για επίλυση των διαφορών που προέκυψαν καταβλήθηκαν προσπάθειες εξωδικαστικής επίλυσης τους, οι οποίες δεν απέδωσαν. Μεταξύ τούτων έγιναν προσπάθειες για επίλυση μέσω διαιτησίας, επιδιαιτησίας και διαμεσολάβησης χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα. Μέχρι την καταχώρηση της αγωγής δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση εκ μέρους της Εναγομένης για διευθέτηση του χρέους. Επεξηγείται με την ένορκη δήλωση ότι η Εναγομένη συστάθηκε με σκοπό την εκμετάλλευση του ακινήτου και εκφράζεται η πεποίθηση του Ενόρκως Δηλούντα πως η Εναγομένη δεν διαθέτει άλλη περιουσία με συνέπεια, αν δεν δεσμευτεί η επίδικη να καθίσταται ακροσφαλής η ικανοποίηση της απόφασης που ήθελε εκδοθεί από το Δικαστήριο. Η Εναγομένη δεν αποδέχεται την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και εγείρει ευάριθμους λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να κατηγοριοποιηθούν στους πιο κάτω: - Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. - Η σύμβαση στην οποία στηρίζεται η απαίτηση της Ενάγουσας και συνακόλουθα η βάση της αγωγής και η αίτηση είναι άκυρη και παράνομη, δεδομένου ότι η Ενάγουσα δεν είναι εγγεγραμμένη ως εργολήπτες δυνάμει του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Νόμου 29

(1)/
  1. - Η Ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα. - Η ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση περιέχει εξ ακοής μαρτυρία, καθότι δεν έγινε από τον κ. Χανιώτη αλλά από δικηγόρο. Στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ένσταση, αφήνονται αιχμές για τα πιστοποιητικά υγείας που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση του Γ. Κωνσταντινίδη και για τους λόγους της απουσίας του κ. Χανιώτη και αδυναμίας του να προβεί ο ίδιος αντί του Γ. Κωνσταντινίδη σε ένορκη δήλωση. Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου, δόθηκαν απαντήσεις και επισυνάφθηκαν και άλλα πρωτότυπα ιατρικά πιστοποιητικά που επιβεβαίωναν την ασθένεια του κ. Χανιώτη. Η αγόρευση του εκ των συνηγόρων της Εναγομένης, κ. Παπαευσταθίου, δεν περιέχει καμία μνεία για το θέμα τούτο, το οποίο θεωρώ πώς - και ορθά - εγκαταλείφθηκε. Με την ένορκη δήλωση του Α. Θεοδοσίου με την οποία υποστηρίζεται η ένσταση, προβάλλονται η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και το γεγονός της εγκατάλειψης του έργου από την Ενάγουσα, με αποτέλεσμα να υποστεί η Εναγομένη έξοδα αποκατάστασης. Αναφορικά με την απαίτηση της Ενάγουσας σχολιάζει πώς «η απαίτηση των Εναγόντων δεν προκύπτει άμεσα από εργασίες που δήθεν εκτελέστηκαν σύμφωνα με τη Σύμβαση αλλά είναι για αποζημιώσεις για δήθεν καθυστερήσεις και έξτρα εργασίες που δήθεν εκτελέστηκαν». Δηλώνουν πως τόσο η Εναγομένη όσο και οι διευθυντές της είναι φερέγγυα άτομα και διατηρούν περιουσία επ΄ ονόματί τους και συνεπώς είναι σε θέση να αποπληρώσουν τυχόν εκδοθησόμενη εναντίον τους απόφαση. Απαντώντας στον ισχυρισμό της Ενάγουσας για κίνδυνο αποξένωσης του ακινήτου, δηλώνουν πως: «Το τεμάχιο στο οποίο ευρίσκεται το τουριστικό χωριό είναι πατρογονική κληρονομιά και οι διευθυντές και μετόχοι της Εναγομένης δεν έχουν σκοπό να το αποξενώσουν παρά ταύτα συνεχώς προσπαθούν να βελτιώνουν και επεκτείνουν τις υπηρεσίες, τα υποστατικά και τις εγκαταστάσεις που πολύ πιθανόν να εμποδιστούν και να περιοριστούν εάν δεσμευτεί το ακίνητο. Οι Διευθυντές και Μετόχοι των Εναγομένων είναι όλοι συγγενείς πρώτου βαθμού μεταξύ των και πρόκειται για μια καθαρά οικογενειακή επιχείρηση όπως προκύπτει από την Έρευνα Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 3 της Ένορκης Δήλωσης Αίτησης). Οι μετόχοι των Εναγομένων έχουν κυριολεχτικά θυσιάσει τα πάντα για το συγκεκριμένο έργο αφού έχουν επενδύσει τους κόπους ζωής των ιδίων και των προγόνων τους για να δημιουργήσουν μιαν οικογενειακήν επιχείρησην για τα παιδιά τους.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναπτύξει ενώπιον του Δικαστηρίου με γραπτές αγορεύσεις και προφορικές διευκρινίσεις τις εκατέρωθεν θέσεις τους τις οποίες στήριξαν σε νομολογία και αυθεντίες. Τις αγορεύσεις αυτές έχω υπ' όψη μου εκδίδοντας την παρούσα απόφαση. Νομική Πτυχή Η κρινόμενη αίτηση έχει ως βάση τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  2. Επίκληση και χρήση του άρθρου 5 γίνεται μόνον όταν το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα αφορά χρέος ή αποζημιώσεις, αφού ζητείται βασικά η απαγόρευση πώλησης ή μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, για σκοπούς εξασφάλισης του εκ δικαστικής απόφασης χρέους. Τίθενται με αυτό, δύο προϋποθέσεις: η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής και η παρεμπόδιση του ενάγοντα στην ικανοποίηση της απόφασης του σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Το στοιχείο θεμελίωσης συζητήσιμης υπόθεσης είναι το ίδιο τόσο στην περίπτωση του άρθρου 5, όσο και αυτή του άρθρου
  3. Δέστε Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 και Resola (Cyprus) Ltd. ν. Χρίστου
(1998)1 (Β) ΑΑΔ
  1. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 εμπίπτουν με την πρώτη του άρθρου
  2. Για τούτο το λόγο θα εξεταστούν μαζί. Η κλασσική υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 έχει προδιαγράψει τα κριτήρια που θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια ως γνωστό είναι (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να διαφαίνεται ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να επιτύχει στην αγωγή, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα κατ' αντιπαράθεση ισχυριζόμενα γεγονότα και θέσεις των διαδίκων, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως είναι και η παρούσα, δεν εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί γεγονότων, παρά μόνο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της αναγκαίας εκείνης νομικής και πραγματικής βάσης που ικανοποιούν ή όχι τα κριτήρια του άρθρου 32. (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ, σελ. 269-70). Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. ΄Ετσι, το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δε δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία στις περιστάσεις της υπόθεσης. Αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημιάς δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος (K.O.T v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 152, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1121). Εξέταση Προϋποθέσεων αρ. 32 Ν.14/60 Όπως ανωτέρω καταγράφηκε η Εναγόμενη επικαλείται το άκυρο και παράνομο της σύμβασης και κατ' επέκταση την έλλειψη δικαιώματος της Ενάγουσας να διεκδικεί αμοιβή και αποζημιώσεις. Ενασχολούμενος με το θέμα τούτο, ο συνήγορος του Ενάγοντα υπέδειξε τόσο στη γραπτή του αγόρευση όσο και στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ενώπιον του Δικαστηρίου πως ανάδοχος του έργου και κατά νόμον υπεύθυνος ήταν η εργοληπτική εταιρεία ΕΚΑΤ-ΕΤΑΝ ΒΕΤΑΝΕΤ, διότι όλοι γνώριζαν ότι η Ενάγουσα εταιρεία δεν ήσαν εγγεγραμμένοι εργολάβοι. Υπέδειξε δε πως το θέμα τούτο είναι σημείο που το Δικαστήριο δεν θα επιλύσει σε αυτό το στάδιο, αλλά η κρίση του παραπέμπεται στο τέλος της διαδικασίας. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση παρεμπίπτοντος διατάγματος οφείλει να αποφύγει να διαγνώσει την ουσία της αγωγής όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 22(η)(β) του Ν.14/60 (Πούλλου ν. Γ. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 275 και Γρηγορίου (ανωτέρω). Σύμφωνα και πάλι με τις ίδιες νομολογιακές αρχές, το πρώτο κριτήριο εξετάζεται και σχετίζεται κατ' ουσία με την νομική θεμελίωση της αξίωσης. Συνεπώς κρίνεται πως είναι καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει σε τούτο το στάδιο το νομικό έρεισμα της αξίωσης της Ενάγουσας. Η ύπαρξη ανάδοχου ο οποίος ήταν κατά νόμον υπεύθυνος όπως δήλωσε ο κ. Δράκος, δεν μπορεί να αφεθεί να εξεταστεί στο τέλος της διαδικασίας και να εκληφθεί ως παράγοντας και στοιχείο που εμποδίζει την εξέταση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης της Ενάγουσας αφού:
  1. Εκείνη που διεκδικεί αμοιβή και αποζημιώσεις για εκτελεσθείσα εργασία είναι η Ενάγουσα. Η ανάδοχος δεν εμφανίζεται ως διάδικος ούτε και διεκδικεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αμοιβή. Ενδεχομένως να ήσαν διαφορετικά τα δεδομένα και η αντίκρυση των γεγονότων εάν καταχωρούσε την αγωγή η ανάδοχος είτε μόνη είτε από κοινού με την Ενάγουσα.
  2. Η Ενάγουσα διεκδικεί αμοιβή ως εργολάβος, βασιζόμενη στη συμφωνία (Τεκμ. 5) η οποία τιτλοφορείται ως «Ιδιωτική Συμφωνία κατασκευής έργου Τουριστικό χωριό στα Μυλούθκια στη Πάφο». Στον όρο «συμβαλλόμενοι» η Ενάγουσα περιγράφεται ως εργολάβος/υπεργολάβος. Στην ίδια τη σύμβαση, κατονομάζεται συνεχώς ως εργολάβος η Ενάγουσα, η οποία και ήταν υπεύθυνη έναντι του εργοδότη δηλ. την Εναγομένη.
  3. Με την ίδια την ένορκη δήλωση των Αιτητών, η Ενάγουσα χαρακτηρίζεται ως εργολάβος. Στην παρ. 6 καταγράφεται πως «η απαίτηση των Εναγόντων προκύπτει από εργασίες που εκτέλεσαν ως εργολάβοι για τους Εναγομένους για την ανέγερση τουριστικού συγκροτήματος». Με την παρ. 7 χαρακτηρίζεται ως «εταιρεία που εκτελεί εργολαβικές εργασίες». Με την παρ. 9 επεξηγείται ότι «δυνάμει σύμβασης ημερ. 26.9.07 οι Ενάγοντες ανέλαβαν ως εργολάβοι/υπεργολάβοι την εκτέλεση εργασιών ..». Με την παρ. 23 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Κωνσταντινίδη αναγνωρίζεται και επιβεβαιώνεται η ανυπαρξία άδειας για εκτέλεση έργων και η μη εγγραφή της Ενάγουσας ως εργολήπτριας, δυνάμει του Νόμου. Σημειώνει όμως και παραπέμπει στην παρ. 19.1 της Συμφωνίας (Τεκ. 5) με την οποία, όπως αναφέρει, καθορίζεται ως κατά νόμον υπεύθυνος, ο Ανάδοχος. Μια μελέτη του όρου τούτου, καταδεικνύει πως δεν έχει την έννοια την οποία ο συνήγορος της αποδίδει. Με τον επίμαχο όρο, επιβάλλεται η υποχρέωση στον ανάδοχο να εξασφαλίσει εγκαίρως ετήσια άδεια Α/Α για οικοδομικά έργα και για το έτος της περιόδου ευθύνης του, και δηλώνεται πως έχει εγγραφεί στα μητρώα Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο όρος τούτος δεν μπορεί να εκληφθεί ότι καλύπτει την αδυναμία της Ενάγουσας η οποία ήταν εκείνη που συνεβλήθη και που ανέλαβε το έργο εκτέλεσης των εργασιών, και εκείνη που διεκδικεί την αμοιβή. Έχουμε συνεπώς μια ξεκάθαρη απαίτηση της Ενάγουσας, και μόνο αυτής, για εργολαβικές εργασίες. Δεν τίθεται θέμα επίλυσης διαφοράς μεταξύ Ενάγουσας ανάδοχου και Εναγομένης ώστε για τούτο να απαιτείται να αξιολογηθεί μαρτυρία. Είναι αποδεκτό και δεδομένο ότι η Ενάγουσα δεν είναι ούτε ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπογραφής της σύμβασης, εγγεγραμμένοι εργολήπτες σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Νόμου 29
(1)/01. Ο συνήγορος της Εναγομένης έχει με επάρκεια αναλύσει τις πτυχές του Νόμου και αναφερθεί σε Νομολογία, την οποία ενστερνίζεται και υιοθετεί πλήρως και το Δικαστήριο. Το άρθρο 24 του Νόμου, μεταξύ άλλων, απαγορεύει σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης σύμφωνα με τις πρόνοιες του .. (δ) να αναλαμβάνει ή να εκτελεί οικοδομικό ή τεχνικό έργο είτε για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλου και (ε) να συνάπτει προφορική ή γραπτή συμφωνία για να εκτελέσει οικοδομικό ή τεχνικό έργο για λογαριασμό άλλου προσώπου. Οι πρόνοιες δε αυτές είναι τόσο αυστηρές και επιτακτικές ώστε η παράβαση τους δημιουργεί ποινικό αδίκημα. (Άρθρο 28 του Νόμου) Το άρθρο 30 του ίδιου Νόμου, καθορίζει τις συνέπειες σύναψης συμφωνίας και ανάληψης έργου από μη εγγεγραμμένο εργολάβο προνοώντας πως: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2)κάθε συμφωνία γραπτή ή προφορική η οποία αφορά σε ανάθεση της εκτέλεσης οικοδομικού ή τεχνικού έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ισχύουσας ετήσιας άδειας ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ετήσιας άδειας αντίστοιχης της τάξης του τεχνικού ή οικοδομικού ανάλογα με την περίπτωση, έργου είναι άκυρη». Όπως ανωτέρω καταγράφηκε, έχει δηλωθεί προφορικά από τον κ. Δράκο, ότι η Ενάγουσα δεν είναι εγγεγραμμένος εργολάβος, αναγνωρίσθηκε τούτο και με την παρ. 23 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Κωνσταντινίδη και επιβεβαιώνεται από το Τεκμ. Α (ένορκη δήλωση κ. Θεοδοσίου) το οποίο είναι επιστολή ημερ. 21.3.2012 του Συμβουλίου Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων. Η ακυρότητα και παρανομία της σύμβασης και οι συνέπειες αυτής στις σχέσεις των διαδίκων σε συνάρτηση με το βάσιμο της αξίωσης αμοιβής από την εκτέλεση εργοληπτικού έργου έχουν εξεταστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι δεν είναι δυνατός ο προσπορισμός οφέλους από παράνομη συναλλαγή. Στην υπόθεση Μουζούρης ν. Αχιλλέως κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 758 η οποία αφορούσε περίπτωση κατά την οποία ο εφεσείων (εργολήπτης) ήταν εγγεγραμμένος δυνάμει του Νόμου κατά τον χρόνο που ανέλαβε τις επίδικες εργασίες, δεν ήταν όμως κάτοχος ετήσιας άδειας η οποία εκδόθηκε στο όνομα του σε μεταγενέστερο στάδιο με αναδρομική ισχύει ούτως ώστε να καλύπτει και την περίοδο εκτέλεσης των εργασιών. Κρίθηκε από το Εφετείο πως: «Όσον αφορά το θέμα της αναδρομικής ισχύος των αδειών, συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι, ουσιώδης χρόνος ήταν ο χρόνος ανάληψης της εργασίας από τον εφεσείοντα (δέστε και Παναγιώτου & Κωνσταντίνου (πιο πάνω) και σίγουρα κατά το χρόνο αυτό δεν υπήρχε ετήσια άδεια σε ισχύ. Κατά συνέπεια βρίσκουμε ότι υπήρξε παράβαση των προνοιών του άρθρου 5
(4)όπως ορθά αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο .» Η ανωτέρω απόφαση υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις όπως την Σ. Γρηγορίου κ.α. ν. Οικοσυνθέσεις Λτδ, Πολ. Έφεση 105/2007 ημερ. 14.12.2010 στην οποία λέχθηκαν τα κάτωθι: «Προκύπτει επομένως καθαρά το συμπέρασμα ότι και στην παρούσα υπόθεση, εφόσον οι εφεσίβλητοι δεν ήσαν ούτε εγγεγραμμένοι εργολήπτες ούτε κατείχαν βέβαια τη σχετική ενιαύσια άδεια κατά τον ουσιώδη χρόνο που υπογράφτηκε η σύμβαση, δεν νομιμοποιούνταν να διεκδικούν αμοιβή για εκτελεσθείσες με βάση τη σύμβαση εργασίες έστω και αν εξασφάλισαν την εγγραφή και την άδεια σε μεταγενέστερο χρόνο. Ορθά δε καθοδηγούμενο από τις ανωτέρω αρχές το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε συμπεράνει τα ακόλουθα στη σελίδα 15 της Απόφασης του: Συνεπώς κατά την υπογραφή της επίδικου συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων η Ενάγουσα δεν ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης, η επίδικη συμφωνία καθίσταται παράνομη και εξ υπαρχής άκυρη και η Ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει δικαστικώς την είσπραξη αμοιβής ή δαπανών της με βάση τη συμφωνία των διαδίκων. Δια το λόγο αυτό η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί (Σκουτέλας ν. Αγαπίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 338, Μουζούρης ν. Αχιλλέως
(1994)1 Α.Α.Δ. 759)». Παραμένει δε αδιάφορο και χωρίς σημασία γεγονός για το Δικαστήριο και την εγκυρότητα της σύμβασης ή το βάσιμο της αξίωσης εάν η συμφωνία εργοληπτικής ανάθεσης φέρει τον μανδύα άλλης συμφωνίας (Χριστοφή ν. Γ. Φετοκάκη
(2009)1 Α.Α.Δ. 1208) ούτε αν η αγωγή στηρίζεται και έχει ως βάση εναλλακτικές αξιώσεις και διαζευκτική βάση αγωγής όπως εύλογη αμοιβή ή παράνομος πλουτισμός, Γρηγορίου (ανωτέρω). Στην τελευταία απόφαση τονίστηκε πως «θα ήταν αδιανόητο να συνάπτει ένας εργολήπτης παράνομα μια σύμβαση για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, η σύμβαση να θεωρείται από τον νόμο και τη νομολογία παράνομη και ανίσχυρη, να του προσφέρει δικαστική συνδρομή στην είσπραξη αμοιβής και παρόλο τούτου, το Δικαστήριο να εκβαίνει από τη σύμβαση δυνάμει της οποίας εκτελέστηκαν εργασίες και να αποδίδει σε σχέση με αυτές ή μέρος τους αμοιβή στην βάση των αρχών περί εύλογης αμοιβής». Η εκτέλεση έργου από εργολήπτη χωρίς άδεια, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει αγώγιμο δικαίωμα είσπραξης της αμοιβής του (Tsouloftas Constructions Ltd κ.α. -ν- Mylonas κ.α.
(2002)1 (Γ) 1514, Σκουτέλας -ν- Αγαπίου
(2003)1Α 338, Chr. Mavrikios Constructions Ltd -ν- Μ. Χ"Κωνσταντά
(2009)1 Α.Α.Δ. 1093). Στην τελευταία απόφαση τονίστηκε επίσης η αρχή ότι «χρήματα που καταβλήθηκαν βάσει μιας παράνομης σύμβασης δεν μπορούν να ανακτηθούν (Alam -ν- Τουμαζίδη
(1998)1(Β) 968)». Και κατέληξε το Εφετείο «Θεωρούμε ως λογική επέκταση της πιο πάνω αρχής, ότι δεν νοείται ο προσπορισμός οφέλους από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων σε μια παράνομη συναλλαγή, όπως αναλύθηκε στην υπόθεση AC Antoniou Resort Ltd ν. Eleonora Hotel Apartm. Ltd
(2002)1(B) 1321. Περαιτέρω σε περίπτωση μιας παράνομης συμφωνίας τα μέρη δεν νομιμοποιούνται στη διεκδίκηση εκατέρωθεν απαιτήσεων βασιζομένων στη συμφωνία αυτή (βλ. Flecha Constracting Ltd ν. M.C. Michael Dev. Ltd
(2003)1(A) 263». Συνακόλουθα, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω κρίνεται πως η Ενάγουσα εταιρεία, Αιτήτρια, βασίζοντας τη διεκδίκηση της αμοιβής της και την αγωγή της πάνω σε σύμβαση η οποία θεωρείται άκυρη, δεν έχει καταδείξει καλή βάση αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας δεδομένου, τονίζεται και πάλι ότι παρουσιάζεται η μόνη Ενάγουσα και η μόνη διεκδικητής της αμοιβής για εκτέλεση των οικοδομικών έργων. Η αναφορά σε ανάδοχο και σε κατά νόμο υπεύθυνο όπως και με την ανωτέρω νομολογία έχει αναφερθεί, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι γίνεται προσπάθεια να αναληφθεί εκείνο που ουσιαστικά απαγορεύεται και θα διάνοιγε τη δυνατότητα καταστρατήγησης του νόμου κατά το δοκούν. Ενόψει της ανωτέρω κατάληξης κρίνεται πως παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος και των λοιπών λόγων ένστασης. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας - Ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Ενδιάμεσο Διάταγμα - Άκυρη συμφωνία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.