ALPHA PANARETI PUBLIC LTD ν. ANN DALY, Αρ. Αγωγής 31/10, 31/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 31/10 Μεταξύ: ALPHA PANARETI PUBLIC LTD Ενάγουσας και ANN DALY Εναγομένης ------ Αίτηση ημερ. 4.9.2012 για προδικαστική εξέταση δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη-Αιτήτρια: κ. Μ. Κυριακίδης (κα Α. Φακοντή ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ν. Παπαευσταθίου (κα Φλωράκη ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Mε την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη-Αιτήτρια εξαιτείται: «Α. Προδικαστική εξέταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Β. Έξοδα και ΦΠΑ (Αρ.Μητρ.Εγγραφής 10239726V)». Η προδικαστική ένσταση εντοπίζεται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και είναι η εξής: «H Εναγόμενη εγείρει προδικαστική ένσταση, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, δεν είναι κατά τόπον αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, διότι η μεν Εναγόμενη είναι κάτοικος Αγγλίας, η δε απαίτηση των Εναγόντων στηρίζεται επί κατ΄ ισχυρισμόν συμφωνιών αγοραπωλησίας οι οποίες έγιναν στην Αγγλία, εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δηλαδή στο σπίτι του κ. Owen Rainford, 10 Ewell Close, Chroley, Lancashire, PR6 8TT United Kingdom». Η αίτηση βασίζεται στη Δ.48 Θ.1 και 2, 12 και 13 και στη Δ.27 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, επί του Κοινοτικού Κανονισμού 1393/2007, επί του Κοινοτικού Κανονισμού 44/2001, για την Επίδοση Δικαστικών και Εξωδικαστικών Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις Προοίμιο παρ. 11, 12, 17 και 18 και αρ. 4 και 8, επί των εξουσιών του Δικαστηρίου να αποφασίζει τη δικαιοδοσία του και να καθορίζει την ενώπιον του διαδικασία. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Χρύσως Ιωαννίδου, δικηγόρου και συνεργάτιδας των δικηγόρων της Εναγόμενης-Αιτήτριας, ημερομηνίας 1.9.
- Στην ένορκη της δήλωση η Ιωαννίδου αναφέρει ότι η Εναγόμενη είναι Αγγλίδα και μόνιμη κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου η οποία διαμένει στη διεύθυνση που εμφαίνεται στο Κλητήριο Ένταλμα. Αυτή δεν είναι γνώστρια της Ελληνικής γλώσσας. Προτάσσει την αντικανονικότητα της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος λόγω κυρίως της μη μετάφρασης των διαταγμάτων που επέτρεψαν την επίδοση τους στο εξωτερικό στα Αγγλικά, της μη επίδοσης των αιτήσεων και των επισυναπτόμενων ενόρκων δηλώσεων για την έκδοση των διαταγμάτων και άλλα παρεμφερή θέματα. Θέτει επίσης ζήτημα μη εξασφάλισης άδειας σφράγισης του Κλητηρίου Εντάλματος για επίδοση του στο εξωτερικό και ότι η παρούσα διαφορά αφορά σε καταναλωτική σύμβαση. Τέλος προβάλλει ότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Κοινοτικού Κανονισμού 1393/2007 για την επίδοση δικαστικών εγγράφων. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόντων-Καθ΄ ων η Αίτηση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Η Αίτηση είναι παράτυπη και ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη και αστήρικτη.
- Η Εναγόμενη κωλύεται να αμφισβητεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καθ΄ ότι με πράξεις και/ή παραλείψεις της και/ή την καταχώρηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης έχει αποδεχθεί ρητά και ανεπιφύλακτα την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
- Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου δεν είναι αμιγώς νομικό σημείο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποφασιστεί προδικαστικά. Το Δικαστήριο, για να αποφασίσει επί του ζητήματος της δικαιοδοσίας πρέπει να λάβει υπόψη του πραγματικά γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση.
- Τα γεγονότα και/ή μέρος των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση είναι σοβαρά αμφισβητούμενα γεγονότα και/ή εν πάση περιπτώσει τα εν λόγω πραγματικά γεγονότα δεν έχουν γίνει παραδεκτά από τις δύο πλευρές ως κοινό πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί και να αποφασίσει επί του νομικού σημείου της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.
- Η παρούσα αίτηση της Εναγομένης για έκδοση Διατάγματος προδικαστικής εξέτασης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, δεν συνάδει και/ή βασίζεται σε ισχυρισμούς εντελώς διαφορετικούς από την προδικαστική ένσταση που η Εναγόμενη εγείρει στην πρώτη παράγραφο της Υπεράσπισης της.
- Τα γεγονότα και/ή μέρος των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση δεν δικογραφούνται στην Υπεράσπιση και/ή στην Ανταπαίτηση της Εναγομένης και ως εκ τούτου πρόκειται για ισχυρισμούς εκτός δικογράφων τους οποίους το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη.
- Τα γεγονότα και/ή μέρος των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση είναι ανακριβή και/ή αναληθή και αυτό φαίνεται από τη προσεκτική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και μόνο.
- Το νομικό σημείο της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου είναι πολύπλευρης και πολύπλοκης φύσης και πρέπει να αποφασιστεί κατά την ακρόαση της αγωγής και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που θα προσκομισθεί ενώπιον του.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Αντρέα Ιωάννου, διευθύνοντα συμβούλου των Εναγόντων ο οποίος αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Ιωαννίδου στην Ένορκη της Δήλωση. Προβάλλει επιπρόσθετα τη θέση ότι η Αιτήτρια είναι μέλος μιας ομάδας Άγγλων αγοραστών ακινήτων στην Κύπρο οι οποίοι καταχώρησαν στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο High Court of Justice του Λονδίνου αριθμό αγωγών εναντίον των Εναγόντων της παρούσας υπόθεσης και του ιδίου προσωπικά με την οποία αξιώνουν μεταξύ άλλων την ακύρωση των αγοραπωλητηρίων εγγράφων που συνήψαν με τους Ενάγοντες. Οι δικηγόροι των Εναγόντων ήγειραν θέμα, στη διαδικασία εκείνη, έλλειψης δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων για το λόγο ότι με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001 αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια. Το Αγγλικό Δικαστήριο με προφορική απόφαση του απέρριψε την εισήγηση των δικηγόρων των Εναγόντων αλλά σ΄ όσο αφορά την Εναγόμενη-Αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση αποφάσισε να αναμένει την απόφαση του Κυπριακού Δικαστηρίου κατά πόσο έχει δικαιοδοσία, αφήνοντας το θέμα της δικαιοδοσίας ειδικά σε σχέση με την Αιτήτρια ανοικτό και εκκρεμές. Εισηγείται επίσης ότι στο παρόν στάδιο δεν είναι δυνατή η επίκληση αντικανονικότητας της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος ή άλλων δικογράφων καθώς και άλλων παρεμφερών θεμάτων, θέση εξάλλου που δεν είναι καν δικογραφημένη. Είναι της άποψης ότι τα επίδικα αγοραπωλητήρια έγγραφα καταρτίστηκαν και ολοκληρώθηκαν στην Πάφο και αυτό εμφαίνεται από το ίδιο το κείμενο τους και αφορούν σε περιουσία βρισκόμενη στην Πάφο. Επιπρόσθετα τα επίδικα αγοραπωλητήρια έγγραφα είναι κατατεθειμένα στο Κτηματολόγιο Πάφου και ο όρος 31 καθορίζει τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας ως τη νομοθεσία που θα διέπει αυτά. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί καταναλωτικής σύμβασης ισχυρίζεται ότι τέτοια θέση δεν είναι δικογραφημένη και είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα της αίτησης. Προτού προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ πολύ περιληπτικά στην ουσία της επίδικης διαφοράς όπως εξάγεται από τα δικόγραφα. Οι Ενάγοντες δυνάμει τριών αγοραπωλητηρίων εγγράφων όλα ημερομηνίας 3.4.07 πώλησαν στην Εναγόμενη τρία διαμερίσματα σε πολυκατοικίες που θα ανεγείρονταν σε ακίνητο των Εναγόντων και θα αποτελούσαν μέρος του συγκροτήματος κατοικιών με την ονομασία «Arcadia Gardens». Η Εναγόμενη παρέλειψε να συμμορφωθεί με τους όρους αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης των διαμερισμάτων γι΄ αυτό και οι Ενάγοντες προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής αξιώνοντας τη συμμόρφωση της Εναγόμενης στους όρους των μεταξύ τους συμβολαίων καθώς και αποζημιώσεις και άλλες δηλώσεις. Στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη εκτός της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης περί αρμοδιότητας του Δικαστηρίου αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης ακόμα και τον καταρτισμό των συμφωνιών αγοραπωλησίας αποδίδοντας σε κάποιο τρίτο πρόσωπο ενέργειες όπως πιέσεις που αποσκοπούσαν στο να πείσουν την Εναγόμενη να αγοράσει τα διαμερίσματα. Τελικά η ίδια πείστηκε και υπέγραψε τα συμβόλαια αν και λόγω πάθησης της δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι έπραττε. Υποβάλλει τέλος Ανταπαίτηση με την οποία επιζητείται Δήλωση ότι τα υπό κρίση συμβόλαια είναι άκυρα, επιστροφή των €164.461,43 που έδωσε δυνάμει των συμφωνιών στους Ενάγοντες, τόκους και έξοδα. Κατά την ακρόαση ο δικηγόρος της Εναγόμενης-Αιτήτριας υιοθέτησε για σκοπούς αγόρευσης του το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, ενώ από την άλλη ο δικηγόρος των Καθ΄ ων η Αίτηση υποστήριξε τους λόγους ένστασης ένα προς ένα παραθέτοντας και σχετική νομολογία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ακρόαση διεξήχθη μετά την απόρριψη από το Δικαστήριο αρχικά αιτήματος του δικηγόρου της Εναγόμενης-Αιτήτριας για αναβολή της ακρόασης και άλλου που ακολούθησε για αποχώρηση του από δικηγόρος της Εναγόμενης. Η αίτηση βασίζεται κυρίως στη Δ.27 θ. 1 - 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που αναφέρει τα εξής: «
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the court at any stage that may appear to it convenient. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.» Η πιο πάνω Διαταγή υπήρξε αντικείμενο εξέτασης σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης στη βάση της Δ.27 έχει διακριτική ευχέρεια στο κατά πόσο θα παραπέμψει τελικά ένα νομικό σημείο προς απόφαση πριν την ακρόαση της Αγωγής. Το Δικαστήριο αρχικά αποφασίζει κατά πόσο θα επιτρέψει την εξέταση του νομικού σημείου προδικαστικά και ακολούθως να αποφασίσει επί του νομικού σημείου (βλ. Χρίστος Χ΄΄ Παύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 2046, 2051). Η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης, συνιστά εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά (βλ. Λανίτης Λτδ και άλλου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225, 229). Στην υπόθεση Χ΄΄ Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, στην οποία αντικείμενο εξέτασης ήταν η Δ.27, αναφέρθησαν τα εξής στη σελ. 956: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons of Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α. (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής στις σελ. 227-228: «Με τη συγκατάθεση και των εναγόντων το Επαρχιακό Δικαστήριο όρισε την επίλυση των ενστάσεων των εναγομένων στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου ως προδικαστικό θέμα, βάσει της Διάταξης 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο ορισμός έγινε μετά την ανταλλαγή των εγγράφων προτάσεων και την προβολή στην υπεράσπιση της ένστασης των εναγομένων στην ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας προς επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Η αμφισβήτηση αφορούσε την καθ΄ ύλη αρμοδιότητα του επαρχιακού δικαστηρίου να επιληφθεί αγωγής στην οποία η παραβίαση του δικαιώματος που θεμελιώνει την αγωγή πηγάζει ή προκύπτει από την άσκηση διοικητικής λειτουργίας». Στη βάση της νομολογίας αντικείμενο της αίτησης μπορεί να είναι μόνο το προδικαστικό θέμα, όπως αυτό εγείρεται στα δικόγραφα. (βλ. Ανδρέας Πιερίδης ν. Kevork Keshishian κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 224 και στην περίπτωση που τα δικόγραφα και οι ισχυρισμοί που αυτά περιέχουν δεν είναι συγκεκριμένοι ή απαιτείται διεξοδική αναζήτηση και μελέτη των δικογράφων από το Δικαστήριο η αίτηση απορρίπτεται (βλ. ΚΟΤ ν. Philippa Estates Ltd κ.α.
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1431). Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία καθίσταται σαφές ότι βασικό στοιχείο επιτυχίας μιας αίτησης στη βάση της Διαταγής 27 για την προδικαστική επίλυση του θέματος αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, είναι αυτή να αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα ώστε να μη χρειάζεται για το Δικαστήριο να προβεί σε εξέταση πραγματικών γεγονότων για να αποφασίσει το ζήτημα της αρμοδιότητας του. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας των νομικών σημείων στο στάδιο αυτό. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση και τα δικόγραφα είναι φανερό ότι ελλείπει το αναγκαίο παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο. Όχι μόνο η Εναγόμενη-Αιτήτρια με την Υπεράσπιση της δεν έδωσε μια καθαρή εικόνα σε σχέση με το παραδεκτό ή όχι των κατ΄ ισχυρισμό αγοραπωλητηρίων συμβολαίων στην Υπεράσπιση της, που συνιστούν τον πυρήνα των αξιώσεων των Εναγόντων, αλλά προβάλλει και θέμα ακυρότητας των αγοραπωλητηρίων λόγω άσκησης ψυχικής βίας και αδυναμίας από μέρους της αντίληψης του περιεχομένου τους. Με την Υπεράσπιση κυρίως αμφισβητείται ο τόπος στον οποίο αυτά έχουν καταρτιστεί και υπογραφεί. Σημειώνεται ότι η Εναγόμενη βασίζει αποκλειστικά τη προδικαστική της ένσταση, που περιλαμβάνεται στην Υπεράσπιση της, στο γεγονός ότι η ίδια διαμένει στην Αγγλία και τα αγοραπωλητήρια έγγραφα υπογράφησαν εκεί. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στην εξέταση άλλων θεμάτων από το αντικείμενο μιας αίτησης έστω και αν αυτά εγείρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης περιορίζεται μόνο στην απόφαση για προδικαστική επίλυση της ένστασης, όπως είναι διατυπωμένη στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Εναγόμενης, και δεν μπορεί να επεκταθεί σε άλλα θέματα που δεν είναι δικογραφημένα· όπως αντικανονικότητα της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος ή αιτήσεων μαζί με τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν ή μη κανονικής μετάφρασης τους, όπως η εισήγηση της Ιωαννίδου στην ένορκη δήλωση της. Αυτά θα έπρεπε να εγερθούν στο κατάλληλο στάδιο και στα πλαίσια της κατάλληλης διαδικασίας που είναι αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος για τους λόγους που εισηγείται η Ιωαννίδου. Θα πρέπει να λεχθεί όμως ότι από το Φάκελο της υπόθεσης διαφαίνεται ότι η Εναγόμενη καταχώρησε κανονικά σημείωμα εμφάνισης με δικηγόρο, προφανώς μετά που της είχε επιδοθεί το Κλητήριο. Την ίδια κατάληξη θα πρέπει να έχει και ο ισχυρισμός της Ιωαννίδου περί καταναλωτικών συμβάσεων με τα επακόλουθα τους που επίσης δεν είναι δικογραφημένος. Η παρούσα αίτηση περιορίζεται αποκλειστικά στην προδικαστική εξέταση των νομικών σημείων που εγείρονται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης. Αυτό ακριβώς επιλαμβάνεται η Δ.27 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Καθοριστικό για την τύχη της παρούσας αίτησης θα πρέπει να είναι και το στάδιο στο οποίο εγείρεται τέτοιο θέμα που στην παρούσα περίπτωση το αίτημα υποβάλλεται μετά τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση και μετά από αριθμό ενδιάμεσων διαδικασιών μεταξύ των οποίων και αίτηση από μέρους της Εναγόμενης για λήψη προπαρασκευαστικής μαρτυρίας. Θα ήταν ίσως διαφορετική η κατάληξη του Δικαστηρίου αν οι διάδικοι προέβαιναν σε συμφωνημένο πραγματικό υπόβαθρο ή έστω να επρόκειτο στη παρούσα περίπτωση περί ξεκάθαρου νομικού σημείου. Είναι φανερό από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων ότι προκύπτει αμφισβήτηση σχεδόν σε όλα τα επίδικα θέματα ακόμα και για τις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων στις οποίες βασίζονται οι αξιώσεις των Εναγόντων και η Ανταπαίτηση και ποιό το ακριβές περιεχόμενο και όροι τους. Οι διιστάμενες απόψεις αφορούν σε καίρια σημεία και έστω και αν το ζήτημα που εγείρεται αναφέρεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, δεν αφορά σε αμιγώς νομικό θέμα για να υπάρχει δυνατότητα εξέτασης του υπό το φως των προνοιών της Δ.27. Για να αποφασιστεί το εγειρόμενο σημείο σίγουρα θα χρειαστεί μαρτυρία που μόνο κατά την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς μπορεί να προσκομιστεί. Για όλους τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω και έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση Papamichael v. Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305, ότι δηλαδή η εξουσία του Δικαστηρίου που σύμφωνα με τη Δ.27 πρέπει να ασκείται πολύ φειδωλά και μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, η κατάληξη μου είναι ότι η προδικαστική ένσταση θα πρέπει να αποφασιστεί με την ουσία της Αγωγής που θεωρώ ως τη πιο πρόσφορη διαδικασία. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους ένστασης αλλ΄ ούτε και τα υπόλοιπα στοιχεία που διαλαμβάνει στην ένορκη δήλωση της η Ιωαννίδου που σημειώνεται ότι τέθηκαν εκ του περισσού και είναι εντελώς άσχετα με το επίδικο θέμα της αίτησης. Για όλους του πιο πάνω λόγους η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων-Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης-Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) ........... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: (Αίτηση για προδικαστική εξέταση δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο