ΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΕΓΕΙΑΣ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ κ.α., Γεν.Αίτηση: 367/10, 26/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Γεν.Αίτηση: 367/10 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΠΕΓΕΙΑΣ Αιτητών και
- ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ
- ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ
- ΜΑΡΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ
- ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ
- ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Καθ΄ ων η Αίτησ ------ Αίτηση ημερ. 7.9.2010 για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Χρ. Λουκά (κα Αντρέου ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Α. Χρ. Δημητριάδης (κα Δημοσθένους ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές με την παρούσα αίτηση εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση στις 11.6.09 καταχωρηθεί και εγγραφεί για εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Η αίτηση έχει ως νομική βάση το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85), το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, τη Δ.48 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και την εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Ευαγγελίας Ματθαίου υπαλλήλου των αιτητών και γνώστριας των γεγονότων της υπόθεσης, ημερ. 7.9.
- Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης της διαιτητικής απόφασης προς τους καθ΄ ων η αίτηση ως Τεκμήρια. Οι καθ' ών η αίτηση δεν αμφισβήτησαν αλλ΄ ούτε και άσκησαν οποιοδήποτε ένδικο μέσο εναντίον της απόφασης. Γι΄ αυτό οι Αιτητές προχώρησαν με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση η οποία έχει ως νομική βάση τα άρθρα 52
(1)(β), 2(β),
(3)και
(4)του Νόμου 22/85, τα άρθρα 2, 3, 9
(2), 20
(1)και
(2), 21 και 30 του Κεφ. 4, το άρθρο 36
(2)του Νόμου 14/60, τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.33, Δ.40 και Δ.48, το άρθρο 30.1 του Συντάγματος, το άρθρο 28
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, την πρακτική του Δικαστηρίου και τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και συμφυών και γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του Νεόφυτου Μιχαηλίδη - καθ΄ ου η αίτηση 2 ημερομηνίας 4.4.
- Στην ένσταση προβάλλονται οι εξής λόγοι: «
- Ο Διαιτητής που εξέδωσε την απόφαση στερείτο δικαιοδοσίας να αποφανθεί επί της διαφοράς γιατί οι επίδικες δοσοληψίες ήταν εικονικές και παράνομες και έγιναν κατά παράβαση του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου.
- Έχει επηρεαστεί το δικαίωμα πρόσβασης των Καθ΄ ων η αίτηση σε δικαστήριο καθώς και το δικαίωμα τους για δικαστική προστασία που διασφαλίζεται από το πρώτο μέρος της παραγράφου 1 του Άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
- Η απόφαση του Διαιτητή έγινε καθ υπέρβαση ή κατάχρηση της εξουσίας της εμπεπιστευμένης στον Διαιτητή και καταστρατηγεί το δημόσιον συμφέρον καθώς και το συμφέρον των Καθ ων η αίτηση.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
- Η συμπεριφορά του διαιτητού δεν ήταν η πρέπουσα και/ή κακώς διεξήγαγε την διαιτησία ο Διαιτητής.
- Έγινε κακή διαχείριση της υπόθεσης εκ μέρους της Αιτήτριας.
- Η συμφωνία διαιτησίας είναι άκυρη, ανενεργός ή ανίκανης εκτέλεσης.
- Η απόφαση του Διαιτητή περιλαμβάνει παράνομο τοκισμό και/ή χρεώσεις τόκων και εξόδων οι οποίες αντιβαίνουν τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 και/ή συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή ενέχουν το στοιχείο της ποινικής ρήτρας και/ή δεν ήταν συμφωνημένες και/ή αποτελούν αθέμιτο πλουτισμό.
- Το ισχυριζόμενο χρέος έχει παραγραφεί.
- Έχει παραβιαστεί η Αρχή της ακριβοδίκαιης δίκης γιατί δεν δόθηκε η ευκαιρία στους Καθ ων η αίτηση να αποδείξουν την υπόθεση τους.
- Η απόφαση του Διαιτητή δεν είναι πλήρως και/ή επαρκώς δικαιολογημένη, είναι γενική και αόριστη, και δεν αναφέρει πώς και γιατί κατέληξε στην απόφαση του». Στην ένορκη του δήλωση ο καθ΄ ου η αίτηση 2 αναφέρεται στις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι καθ΄ ων η αίτηση προέβησαν στη λήψη δανείου από τους αιτητές υπό την μορφή γραμματίου για σκοπούς των δραστηριοτήτων τους, καθώς και σε άλλα γεγονότα που ακολούθησαν και άπτονται της ουσίας της διαφοράς τους με τους αιτητές. Επαναλαμβάνει περαιτέρω τους λόγους ένστασης. Οι δικηγόροι των διαδίκων, στις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας το Δικαστήριο και σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στο κατάλληλο στάδιο. Η παραπομπή μιας διαφοράς σε διαιτησία ρυθμίζεται από τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
- Στην περίπτωση όμως που προκύπτει διαφορά μεταξύ συνεργατικής εγγεγραμμένης εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου της και μέλους της, πρώην μέλους, προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους αναφορικά με τις εργασίες συνεργατικής εταιρείας εφαρμόζεται ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 (Ν.22/85)ως έχει τροποποιηθεί, σε συνάρτηση με τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987 (Κ.Δ.Π. 142/87) ως έχουν τροποποιηθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)του πιο πάνω Νόμου, η διαφορά θα παραπέμπεται υφ΄ οιουδήποτε εκ των πιο πάνω προσώπων στον Έφορο προς συνδιαλλαγή. Το άρθρο 52
(2)του ιδίου Νόμου προνοεί ότι ο Έφορος δύναται επί τη λήψη της παραπομπής για διαιτησία να επιχειρήσει συνδιαλλαγήν της διαφοράς ή να παραπέμπει την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν η οποία διεξάγεται συμφώνως προς τις διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας. Τη διαδικασία παραπομπής της διαφοράς στον Έφορο σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο ρυθμίζει ο Κανονισμός 78 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 και έχει ως εξής: «78.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά, αύτη παραπέμπεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 52 εις τον Έφορον.
(2)Η τοιαύτη παραπομπή θα γίνεται δι΄ εγγράφου εκθέσεως η οποία θα χρονολογήται και απευθύνεται προς τον Έφορον, θα υπογράφεται υπό του μέρους το οποίον συντάσσει ταύτην, θα ορίζη την διαφοράν και θα περιέχη πλήρεις λεπτομέρειας αυτής.
(3)Άμα τη λήψει της τοιαύτης παραπομπής ο Έφορος δύναται: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγήν, ή (β) να παραπέμψη την διαφοράν προς επίλυσιν εις ένα ή τρεις διαιτητάς». Το άρθρο 52
(4)του πιο πάνω Νόμου προβλέπει ότι «οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του ηδικημένο από την απόφαση οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεσιν εις το Δικαστήριο εντός είκοσι και μιάς ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως». Η παράγραφος 5 του άρθρου 52 τέλος προνοεί ότι «Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ΄ αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Το Άρθρο 52 του πιο πάνω Νόμου υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α
(2008)1 ΑΑΔ 716 όπου στη σελίδα 719 αναφέρθησαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄ αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». Την ίδια προσέγγιση ακολούθησε και η υπόθεση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολιτική Έφεση 357/2008, ημερομηνίας 11.4.12 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι΄ αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές αρχές». Από την πιο πάνω νομολογία συνάγεται ότι το θέμα εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης είναι τυπικό και οποιεσδήποτε ενστάσεις μπορούν να προβληθούν θα πρέπει να έχουν σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της. Δεν παρέχεται κανένα περιθώριο εξέτασης της ουσίας της διαφοράς για την οποίαν παραπέμφθηκε σε διαιτησία και ούτε αναθεώρησης της απόφασης του διαιτητή. Στην Αίτηση Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου,
(1995)1 ΑΑΔ 827, το Ανώτατο Δικαστήριο στη σελ. 831 ανάφερε τα εξής: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή. Ως μόνη αιτία ακύρωσης προτείνεται η θέση της αιτήτριας πως η αξίωση χρημάτων πέραν των καταβληθέντων θα συνιστούσε καταστρατήγηση της νομοθεσίας περί τόκου .. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποια είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή και τελικά δεν έχει υποδειχθεί με ποιο τρόπο, κατά την αντίληψη της αιτήτριας, πάσχει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η αιτήτρια παρέπεμψε στην απόφαση του Διαιτητή για να υποστηρίξει πως περιέχει το σπέρμα της αξίωσης τόκου πέραν του επιτρεπομένου. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε οποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει». Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου έχω ικανοποιηθεί ότι στις 11.6.09 εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση της οποίας ζητείται η εγγραφή με την παρούσα αίτηση. Η απόφαση έχει γνωστοποιηθεί στους καθ΄ ων η αίτηση και αυτό επιβεβαιώνεται από τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της Ματθαίου που συνοδεύει την αίτηση. Ούτε εξάλλου υπάρχει εισήγηση από μέρους των καθ΄ ων η αίτηση περί μη επίδοσης ή αντικανονικής επίδοσης. Σημειώνεται ότι η επίδοση της διαιτητικής απόφασης στους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης, δεν έγινε προσωπικά αλλά μέσω της καθ΄ ης η αίτηση 4 η οποία είναι η μητέρα τους και συγκατοικεί μαζί τους. Τέτοια επίδοση είναι εφικτή στη βάση της Δ.5 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία προνοεί ότι όταν το πρόσωπο προς το οποίο θα γίνει η επίδοση δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του η επίδοση θα θεωρείται ότι γίνεται αν αφήνεται το αντίγραφο σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του που προφανώς είναι 16 ετών και άνω το οποίο κατά το χρόνο εκείνο βρίσκεται στην πόλη η στο χωριό του ή εντός της περιοχής του. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης που αναφέρονται σε παραγραφή του χρέους, έλλειψη δικαιοδοσίας του διαιτητή, παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, η απουσία της ιδιότητας μέλους της καθ΄ ης η αίτηση παρά των αιτητών και άλλων λόγων που άπτονται της κρίσης του διαιτητή ή της διαδικασίας της διαιτησίας αποτελούν ζητήματα που εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και συνεπώς δεν μπορούν να εξεταστούν. Τα ζητήματα αυτά θα μπορούσαν να εγερθούν με τη λήψη των διαβημάτων που προβλέπoνται στο άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου με την καταχώρηση έφεσης εναντίον της απόφασης του Διαιτητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο μέσα στην προθεσμία που τάσσει ο Νόμος. Θα μπορούσαν επίσης να προωθηθούν στη βάση του Άρθρου 56 του ιδίου Νόμου με Ιεραρχική Προσφυγή στον αρμόδιο Υπουργό. Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου από τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, δεν έχει καταχωρηθεί έφεση ή άλλο ένδικο μέσο εναντίον της απόφασης. Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση 2 προβάλλεται η θέση από πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 52
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου λόγω επηρεασμού του δικαιώματος της ελεύθερης πρόσβασης των πολιτών στο Δικαστήριο και των δικαιωμάτων που διασφαλίζει το άρθρο 30 του Συντάγματος· ότι περαιτέρω αντιβαίνει προς τις αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων λόγω επίκλησης δόλου στον καταρτισμό του χρεωστικού γραμματίου που απετέλεσε την ουσία της διαφοράς και την ύπαρξη καταχρηστικής ποινικής ρήτρας σ΄ αυτό. Προβάλλεται επίσης ότι το άρθρο 52
(5)συγκρούεται και με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και το άρθρο 9
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου. Σχετική με το θέμα αντισυνταγματικότητας είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δημητρίου
(2003)2 ΑΑΔ 45 όπου τονίστηκε ότι είναι πάγια πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται του θέματος μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφαση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση ναι μεν έχει εγερθεί θέμα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 52
(5)του πιο πάνω Νόμου επί του οποίου εδράζεται η αίτηση, αλλά δεν είναι θέμα που μπορεί να εγερθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Στη βάση της πιο πάνω νομολογίας το θέμα εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης είναι τυπικό και τα επίδικα θέματα της διαδικασίας περιορισμένα. Θέματα συνταγματικότητας είναι πέραν των πλαισίων που έχει καθορίσει η νομολογία. Παρ΄ όλα ταύτα το Δικαστήριο έχει εξετάσει το θέμα και κρίνει ότι από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε που να υποστηρίζει τέτοια εισήγηση. Ο Νόμος 22/85 δεν αποκλείει την πρόσβαση στο Δικαστήριο. Δίνει τη δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο εντός της προθεσμίας των 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης, δικαίωμα που οι καθ΄ ων η αίτηση δεν άσκησαν. Αν παράπονο τους είναι η παραπομπή σε διαιτησία της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων, οι καθ΄ ων η αίτηση επέλεξαν να απευθυνθούν στους αιτητές για τη λήψη δανείου, ώστε οποιαδήποτε διαφορά τους να διέπεται από τις πρόνοιες του συγκεκριμένου Νόμου. Από την άλλη η διαδικασία διαιτησίας αναγνωρίζεται ως εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit Unο Wirtschaft A.G.
(1999)1 ΑΑΔ 585. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί δόλιας συμπεριφοράς από μέρους των αιτητών ή τη συμπερίληψη καταχρηστικής ή ποινικής ρήτρας στις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων, με αποτέλεσμα παραβίαση συγκεκριμένων νομοθετημάτων ή διεθνών συμβάσεων, είναι θέματα που θα έπρεπε να εγερθούν είτε πριν τη διεξαγωγή της διαιτησίας με την καταχώρηση αγωγής είτε κατά τη διαδικασία της διαιτησίας ή τέλος κατ΄ έφεση και όχι στο τελικό στάδιο που επιζητείται η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Το ίδιο ισχύει και για τη φερόμενη παρανομία στην παροχή του δανείου στην εναγόμενη 1, γιατί αυτή δεν ήταν μέλος των αιτητών. Συνοψίζοντας, τα όσα καταγράφονται στην ένσταση και στις ενόρκους δηλώσεις που τη συνοδεύουν σε σχέση με τη νομιμότητα και εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης θα έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον του διαιτητή ή τέλος να είχαν προωθηθεί ως λόγοι έφεσης. Στην παρούσα διαδικασία τονίζεται ότι δεν υπάρχει δυνατότητα αναθεώρησης της απόφασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι κατάληξη μου ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να εμποδίζει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης σε βάρος των καθ΄ ων η αίτηση. Κατά συνέπεια η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται σχετικό διάταγμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Civil / General Application / Interim Αναφορά: Αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο